Ο Καραϊσκάκης με όλους τους μετ' αυτού στρατηγούς διέβη εις τα πέριξ της πόλεως Σαλώνων, όπου εστρατοπέδευσεν ο Κεχαγιάς του Κιουταχή. Εις την Ανατολικήν Ελλάδα ήτον τότε διωρισμένος γενικός αρχηγός ο Γκούρας, ώστε όλα τα εις την Ανατολικήν Ελλάδα στρατεύματα ήσαν υπό την οδηγίαν του. Αλλ' ο Καραϊσκάκης, είτε διά την φυλάκωσιν του Οδυσσέως, είτε νομίζων ανίκανον τον Γκούραν διά τοιαύτην αρχηγίαν, είτε τέλος διά το ανήσυχον και φιλόδοξον πνεύμα του διεφέρθη εντόνως μετ' αυτού, ώστε η Διοίκησις μη θέλουσα ούτε από τον Γκούραν να αφαιρέση την αρχηγίαν, διότι όχι μόνον δεν ήτον υπεύθυνος, αλλ' είχεν έτι και ικανά σώματα υπακούοντα εις τας διαταγάς του, ούτε τον Καραϊσκάκην να δυσαρεστήση, υποστηριζόμενον από μέγα μέρος Σουλιωτών, εύρε μέσον αρμόδιον προς κατάπαυσιν το να μη μένωσι και οι δύω εις το αυτό στρατόπεδον. Όθεν επειδή του Μεσολογγίου η πολιορκία απέβαινεν ολοέν στενωτέρα, η Διοίκησις διώρισε τον Καραϊσκάκην (13) να υπάγη να τοποθετηθή εις κανέν εύθετον μέρος περί το εχθρικόν στρατόπεδον, το πολιορκούν το Μεσολόγγιον, όπου βλάπτων τους εχθρούς από τα οπίσθια, να αποσπά προς αυτόν τας δυνάμεις των και να ελαφρύνη οπωσούν τους πολιορκουμένους. Μεταβάς λοιπόν εις Λιδωρίκι και εκείθεν συνεννοηθείς και με άλλους οπλαρχηγούς της Δυτικής Ελλάδος, επήγε με όλους εις Καρπενήσι, όπου ήτον έν μικρόν σώμα εχθρών, εις τους οποίους μέρος των πλησιοχώρων κατοίκων είχεν υποταχθή.

Επιπεσών εις αυτούς τους ηνάγκασε να κλεισθώσιν εις τας οικίας· επειδή όμως η καταστροφή αυτών ήτον μακροτέρας πολιορκίας έργον, παρ' όσον αι ανάγκαι του Μεσολογγίου τον εσυγχώρουν να διατρίβη μακράν αυτού, ευχαριστήθη μόνον να λάβη μερικάς τροφάς από τους εχθρούς και από τους κατοίκους των πέριξ χωρίων και ανεχώρησεν εις Πλάτανον των Κραββάρων.

Δύο ημέρας μετά το φθάσιμον του Καραϊσκάκη εις Πλάτανον έφθασεν εκεί και ο στρατηγός Τζαβέλας με άλλους τινάς αξιωματικούς και ικανόν σώμα στρατιωτών. Μετά ταύτα συνελθόντες όλοι οι προϊστάμενοι ταύτης της στρατιάς εις Άμπλαν, τόπον των Κραβάρων, και συσκεφθέντες απεφάσισαν να επιπέσωσι διά νυκτός εις το εχθρικόν στρατόπεδον, αφ' ού προειδοποιήσωσιν εν καιρώ και τους εντός του Μεσολογγίου, διά να εξέλθωσι ταυτοχρόνως και αυτοί και να γένη μεγαλητέρα η σύγχυσις και η φθορά του εχθρού. Κατ' αυτήν την απόφασιν δύω χιλιάδες περίπου Έλληνες, χωρίς να φέρωσι μεθ' εαυτών αποσκευάς, αλλά έχοντες έκαστος εις τον ώμον του τεσσάρων ημερών τροφάς, εκίνησαν προς το εχθρικόν στρατόπεδον με την μεγαλητέραν δυνατήν μυστικότητα, την μεν νύκτα περιπατούντες δι' ασυνειθίστων δρόμων και ατραπών, την δε ημέραν κρυπτόμενοι εις δάση και τόπους, όπου δεν εσύχναζον άνθρωποι, μόλις μετά τετραήμερον νυκτοπορείαν έφθασαν εις εν δάσος του Ζυγού, δύω ώρας περίπου απέχον του εχθρικού στρατοπέδου, όπου κρυφθέντες απεφάσισαν να διημερεύσωσιν, έως ου να αναλάβωσιν εντελώς τας δυνάμεις των, και την επιούσαν νύκτα να βάλωσιν εις πράξιν το σχέδιον.

Τινές από το εχθρικόν στρατόπεδον, μ' όλον ότι προχωρήσαντες διά να κόψωσι ξύλα επλησίασαν πολύ εις το μέρος, όπου ήσαν οι Έλληνες, δεν ημπόρεσαν μ' όλον τούτο να τους εννοήσωσι, τόσον επιδεξίως είχον κρυφθή εις τους θάμνους και τα σύδενδρα μέρη και τόσον μεγάλην σιωπήν και ησυχίαν διετήρησαν. Προς το εσπέρας δε, επειδή εφάνησαν πλησίον των Ελλήνων τρεις χριστιανοί εκ των ακολουθούντων ως υπηρέται το εχθρικόν στρατόπεδον, ο Καραϊσκάκης έστειλε τινάς των στρατιωτών διά να τους συλλάβωσιν, οι οποίοι και εξετέλεσαν επαξίως την διαταγήν. Από τους χριστιανούς τούτους επληροφορήθη ο Καραϊσκάκης την κατάστασιν του εχθρικού στρατοπέδου και ωδηγήθη εις την έφοδον. Αφ' ού το βαθύ σκότος της νυκτός διεδέχθη το τόσον οχληρόν εις τους Έλληνας φως του ηλίου, εξελθόντες αφόβως και ησύχως από τα καταφύγιά των συνήχθησαν όλοι ομού και προετοιμάσθησαν.

Περί την δευτέραν ώραν της νυκτός ο Καραϊσκάκης διώρισε και έκαμαν τρεις φανούς εις μέρος, όπου οι μεν εν Μεσολογγίω (προς τους οποίους είχε δοθή τούτο σύνθημα επιθέσεως) να τους ίδωσιν, εις δε τους εχθρούς, να μείνωσιν αόρατοι. Έπειτα διαιρέσας εις τρία σώματα τους Έλληνας διά να επιπέσωσιν από διάφορα μέρη κατά των εχθρών, αυτός επί κεφαλής ενός, το οποίον έμελλε να προσβάλη εις τας σκηνάς του Κιουταχή, ώρμησε με προθυμίαν κατά των εχθρών. Έφθασαν εις το εχθρικόν στρατόπεδον κατά την τετάρτην ώραν της νυκτός, ότε οι Τούρκοι ήσαν ανυπόπτως βυθισμένοι εις το πρωτοΰπνιον, οδηγηθέντες από τόπους αρμοδίους· ούτε από τας προφυλακάς των εχθρών εννοήθησαν, ούτε από τους εις το στρατόπεδον, ειμή όταν έφθασαν πλέον εις τας ακρινάς σκηνάς· τότε δε εκκενώσαντες όλοι ταυτοχρόνως τα πυροβόλα των εφώρμησαν εις τους εχθρούς, οι οποίοι εκπλαγέντες διά το απροσδόκητον άφησαν ερήμους τας πλειοτέρας σκηνάς των και έφευγον εις το μέρος όπου εστρατοπέδευεν ο Κιουταχής, το οποίον ήτο περιασφαλισμένον με βαθείας τάφρους και οχυρώματα. Εφώρμησαν και εκεί οι Έλληνες με την ελπίδα του να τους αποτινάξωσι και να τους σκορπίσωσιν, αλλ' αντικρουσθέντες και εμποδιζόμενοι και από το βάθος των τάφρων, δεν ημπόρεσαν να προχωρήσωσι. Λαβόντες λοιπόν καιρόν οι εχθροί και συνελθόντες από τον εξαφνικόν φόβον ενεθαρρύνοντο και επεχείρουν να εξέρχωνται κατά των Ελλήνων, οι οποίοι είχον στραφή τότε εις τα λάφυρα. Συγχρόνως και το ιππικόν το περιπολεύον κατά νύκτα το στρατόπεδον, συγκεντρωθέν επέπιπτε κατά των Ελλήνων. Αυτοί δε διά το ήδη ανατέλλον φως της Σελήνης (το οποίον ήτον κατά πάντα εναντίον εις το επιχείρημά των), όχι ολιγώτερον δε και διά την εις τους εχθρούς γνωστοποίησιν του συνθήματός των, ηναγκάσθησαν να αναχωρήσωσιν από το εχθρικόν στρατόπεδον. Οι δε εντός του Μεσολογγίου, άμα είδον τους φανούς, προετοιμάσθησαν και ακούσαντες των άλλων την συμπλοκήν, ώρμησαν κατά των εχθρών, τους εξέβαλον από τινας προμαχώνας, έλαβον δι' ικανήν ώραν υπό την εξουσίαν των τα εν αυτοίς κανόνια και επροχώρησαν ικανώς προς το μέρος όπου επολέμουν οι μετά του Καραϊσκάκη, αλλ' αφ' ού εκείνοι ανεχώρησαν, ηναγκάσθησαν και αυτοί να επανέλθωσιν εις τα ίδια.

Η νυκτομαχία αύτη διήρκεσε περισσότερον από δύο ώρας. Εφονεύθησαν από μεν τους μετά του Καραϊσκάκη υπέρ τους εξήκοντα, εν οις μόνον είς αξιωματικός· των δε εχθρών η φθορά συμπεραίνεται μεν να έγεινε πολλά σημαντική, καθαρά όμως πληροφορία περί της αληθούς ποσότητος δεν υπάρχει, διότι, ως λέγουσιν, ο Κιουταχής, διά να μη γνωστοποιηθή η φθορά και φέρη δειλίαν εις τα στρατεύματά του, διώρισε και έθαψαν πολλά σώματα εις ένα και τον αυτόν τάφον.

Ολίγας ημέρας μετά την νυκτομαχίαν ταύτην (30 Ιουλίου) ο Καραϊσκάκης υπήγε κατά των εις Πετροχώρι στρατοπεδευμένων εχθρών, επί κεφαλής των οποίων ήτον ο Άγος Μουχουρδάρης. Οι Έλληνες επιπεσόντες από διάφορα μέρη, εκυρίευσαν πολλά από τα ποίμνια των εχθρών βόσκοντα περί το χωρίον. Οι Τούρκοι εξελθόντες εις υπεράσπισιν αυτών, συνεπλάκησαν με τους Έλληνας και ηκροβολίζοντο όλην σχεδόν την ημέραν περί δε το εσπέρας οι εχθροί επιστρέφοντες εις τας σκηνάς των κατεδιώχθησαν από τους Έλληνας με ολίγην βλάβην των.

Μετά τούτο ο Καραϊσκάκης εστρατοπέδευσεν εις Δερβέκισταν, ανταποκριθείς δε μετά των εντός του Μεσολογγίου και πληροφορηθείς περί της ανάγκης νέας στρατιωτικής βοηθείας, συνεκάλεσεν όλους τους προκρίτους της στρατιάς του και τους επρόβαλε την ανάγκην και το ζήτημα των εντός του Μεσολογγίου. Μετά τινα σκέψιν λοιπόν απεφασίσθη να εισέλθη εις Μεσολόγγι ο στρατηγός Κήτσος Τζαβέλας με άλλους τινάς αξιωματικούς, έχοντες όλοι ομού έως εξακοσίους στρατιώτας δοθέντας κατ' αναλογίαν από τα διάφορα σώματα, το οποίον και εγένετο περί τας αρχάς του Αυγούστου.

Ο δε Καραϊσκάκης επιθυμών ν' αποδιώξη τον Άγον Μουχουρδάρην από Πετροχώρι και μη έχων ικανήν δύναμιν διά να το εκτελέση διά των όπλων, επενόησε το ακόλουθον στρατήγημα, το οποίον και επέτυχε θαυμασιώτατα. Διώρισε διάφορα μικρά σώματα να περιφέρωνται εις τα περί το Πετροχώρι δάση τουφεκίζοντα, ανάπτοντα φωτίας την νύκτα και κάμνοντα καπνούς την ημέραν. Τούτο διέταξε να κάμνωσι και όλοι οι εις τα πέριξ χωρία θερίζοντες. Την δε εβδόμην του Αυγούστου διέταξε το μεγαλήτερον μέρος της στρατιάς του να διαβή το μέρος εκείνο του ποταμού, όθεν έπαιρνον οι εχθροί νερόν, και να τοποθετηθή εκεί πλησίον· αυτός δε με το λοιπόν στράτευμα διέβη εις χωρίον Μποτίνου. Την νύκτα διώρισε και ετουφέκιζον κατά σύνθημα τριγύρω εις Πετροχώριον, άναψαν πολλάς πυράς, έκαμαν θορύβους και φανούς καθ' όλην την διάρκειαν της νυκτός, ώστε μόλις άρχισε να φαίνεται το φως της ημέρας, και οι εχθροί λαβόντες βιαίως εκ των πραγμάτων των όσα ήσαν ευμετακόμιστα, έφευγον αφήσαντες όλας τας σκηνάς και τας βαρυτέρας αποσκευάς· από δε τους Έλληνας άλλοι ερρίφθησαν εις τα εν Πετροχωρίω λάφυρα και άλλοι κατεδίωκον ακολουθούντες εξ οπίσω τους εχθρούς. Διότι απ' έμπροσθεν ήτον αυστηρώς απηγορευμένον να τους αντικρούσωσι. Κατ' αυτόν τον τρόπον φεύγοντες καταδιωκόμενοι οι εχθροί, πολλά ολίγας από τας αποσκευάς των διέσωσαν. Τελευταίον μετέβησαν εις το γενικόν στρατόπεδον του Κιουταχή, αφήσαντες ελευθέραν την επαρχίαν Αποκούρου και τα πέριξ αυτής.

Αφ' ού ησφαλίσθη τρόπον τινά το Μεσολόγγιον και αφ' ού οι Τούρκοι ανεχώρησαν από το Πετροχώριον, βλέπων ότι η επί πλέον εις τα μέρη ταύτα διατριβή του ήτον περιττή, ή τουλάχιστον μικράς ωφελείας πρόξενος, απεφάσισε να περάση εις Ξηρόμερον διά να προξενή εμπόδια εις την μετακόμισιν των τροφών του Κιουταχή. Αλλ' επειδή όλα τα διαβατά μέρη του Αχελώου εφυλάττοντο από τους εχθρούς, απεφάσισε να υπάγη διά των Αγράφων και Βάλτου. Αναχωρήσας λοιπόν περί τα μέσα του Αυγούστου από Απόκουρον και διαβάς διά Κραβάρων και Καρπενησίου έφθασεν εις Άγραφα, όπου έμαθεν ότι ο Σταμούλης Γάτσος, διωρισμένος παρά των Τούρκων καπιτάνιος αυτής της επαρχίας, ευρίσκετο εις χωρίον Καροπούλαν με περίπου τριακοσίους πεντήκοντα στρατιώτας. Διευθύνθη λοιπόν εναντίον αυτού· αλλ' επειδή με μικράν προσβολήν εκλείσθησαν οι περί τον Σταμούλην, ο Καραϊσκάκης μη έχων σκοπόν να αργοπορήση εις πολιορκίαν και νομίζων τα τοιαύτα πάρεργα ως προς τον οποίον είχε σκοπόν, ανεχώρησε και διέβη εις Βάλτον, συγχωρήσας εις τους στρατιώτας του να διαρπάσωσι τα καθ' οδόν χωρία των Αγράφων.

Όταν έφθασεν εις Βάλτον, έμαθεν ότι ο Δημήτρης Γώγου αποκλείσας εις έν στενόν πολλάς οικογενείας Βαλτινών, οι οποίοι δεν ήθελον να υποκύψωσιν εις τους εχθρούς, τους έλαβεν υπό την εξουσίαν του. Κινηθείς λοιπόν εναντίον αυτού, τας μεν οικογενείας τας ελευθέρωσε, τους δε περί τον Γώγον εκυνήγησεν.

Ακολουθών την οδοιπορίαν του, έπεσε την νύκτα εις τους εις Μαχαλάν φυλάττοντας Τούρκους, μη ηξεύρων ότι η θέσις αύτη ήτον πιασμένη απ' αυτούς. Επειδή όμως είχον πλησιάσει αρκετά, ώστε δεν ήτο πλέον καιρός να οπισθοδρομήσωσιν, ούτε αλλαχόθεν να διαβώσιν, ενθαρρύνας τους στρατιώτας, ώρμησεν εμπρός, και διέβησαν όλοι πολεμούντες, βλάψαντες πολύ περισσότερον τους εχθρούς, παρ' όσον αυτοί εβλάφθησαν από εκείνους. Ενώ δε επροπορεύετο τοιουτοτρόπως, μη διακρίνας διά το βαθύ της νυκτός σκότος το πλάτος τάφρου τινός προκειμένης και ζητήσας να πηδήση, πίπτει εις αυτήν, χωρίς να εννοηθή από τους ακολουθούντας, οι οποίοι διαβαίνοντες αλλεπαλλήλως και πηδώντες επ' αυτόν, δεν του έδωκαν καιρόν να σηκωθή προτήτερα παρ' όταν δεν ήτον πλέον άλλος να διαβή.

Ύστερον από πολυήμερον διάστημα κακοπαθείας και νυκτοπορείας έφθασε τελευταίον εις Δραγαμέστον, όπου οχυρωθείς έδωκε καιρόν εις τους στρατιώτας του ν' αναπαυθώσιν οπωσούν και να αναλάβωσιν, αυτός δε εμβήκεν εις Μεσολόγγιον να παρατηρήση την κατάστασιν των πολιορκουμένων και να ομιλήση περί τροφών του υπ' αυτόν στρατεύματος με την εκεί Διευθυντικήν επιτροπήν. Αφ' ού συνωμίλησε μετ' αυτής και έκαμε τας παρατηρήσεις του, επαίνεσε μεγάλως τους πολιορκουμένους διά την γενναιότητα και καρτερίαν των προς τον κίνδυνον, ωνείδισεν όμως την επικρατούσαν εις τας τροφάς κατάχρησιν και εξήλθεν αμέσως εις Δραγαμέστον, όπου απεφάσισε να στήση το γενικόν του στρατόπεδον.

Αφ' ού ικανάς ημέρας ανεπαύθη το στράτευμα, ο Καραϊσκάκης έκρινεν εύλογον να γένη κίνημα προς εμπόδισμα της διαβάσεως των τροφών του εχθρικού στρατοπέδου. Λαβών λοιπόν το εκλεκτότερον μέρος της στρατιάς του, επήγε και ενήδρευσεν εις ένα τόπον ονομαζόμενον Μάνιανην, όπου είναι έν σύμφυτον δάσος. Οι διωρισμένοι εις τας σκοπιάς είδον μακρόθεν έν σώμα μέγα εχθρών συνοδευόντων πλήθος φορτηγών. Ο Καραϊσκάκης βλέπων το σώμα τούτο πολλά μεγάλον ως προς την εδικήν του δύναμιν, δεν έκρινεν εύλογον να το κτυπήση κατά πρόσωπον, αλλ' αφ' ού άφησε και διέβη το πλειότερον μέρος, επέπεσεν εις την οπισθοφυλακήν, την οποίαν τρέψας εις φυγήν, έλαβε πολλά φορτηγά και εφόνευσε καί τινας των εχθρών.

Κατά ταύτην την εποχήν ο Τσιώγκας και Ράγκος είχον συγκεντρώσει μερικάς δυνάμεις εις Ξηρόμερον, αλλά δεν ηθέλησαν να ενωθώσι με τον Καραϊσκάκην διά το παλαιόν μεταξύ των πάθος και διά να μην τον γνωρίσωσιν αρχηγόν των.

Αυτός λοιπόν μη δυνάμενος με μόνας τας εδικάς του δυνάμεις ν' αντικρούση κατά πρόσωπον σημαντικά σώματα εχθρών, εξέκοπτε μόνον αποσπάσματα και τα έστελλε διά να βλάπτωσι την διάβασιν των τροφών του εχθρού. Ήτον όμως εις τοιούτον τρόπον η οδός ασφαλισμένη από τον Κιουταχήν, ώστε δεν ήτον εύκολον να γένη σημαντική βλάβη εις τους διαβαίνοντας. Εις όλον το από Καρβασαράν έως εις Μεσολόγγιον διάστημα ήσαν τοποθετημένα εχθρικά σώματα, συνιστάμενα από οκτακοσίους έως χιλίους πολεμιστάς, και απέχοντα περί μίαν ή δύω ώρας αλλήλων. Το έν δε εχθρικόν σώμα ήτον εις χρέος να συνοδεύη τα φορτηγά έως εις την θέσιν του άλλου, ώστε οι Έλληνες δεν ελάμβανον ευκαιρίαν διά να τα βλάψωσι. Μ' όλον τούτο ο Καραϊσκάκης λαβών τους μισούς εκ των μετ' αυτού Ελλήνων, επέπεσε διά νυκτός κατά των εις Καρβασαράν τοποθετημένων εχθρών. Ο Καρβασαράς ήτον το μέρος όπου απεβιβάζοντο αι τροφαί του εχθρικού στρατοπέδου διά να μετακομίζωνται εις Μεσολόγγιον. Το μέρος τούτο ενομίζετο ολιγώτερον υποκείμενον εις τας επιδρομάς των Ελλήνων, διά τούτο και δεν ήτον ικανώς ωχυρωμένον από στρατιωτικήν δύναμιν· ήσαν μ' όλον τούτο εις τα ερείπια του παλαιού φρουρίου, το οποίον είχον επισκευάσει εκ του προχείρου, και εις τας παρά τον αιγιαλόν αποθήκας έως πεντακόσιοι πολεμισταί. Οι Έλληνες επιπεσόντες εξαίφνης, τους μεν εν τω φρουρίω απέκλεισαν, τους δε εις το παραθαλάσσιον ηνάγκασαν να καταφύγωσι με ζημίαν των εις τα ευρεθέντα εκείσε πλοία. Έλαβον οι Έλληνες υπέρ τας εκατόν καμήλους καί τινα εκ των φορτηγών και επέστρεψαν εις το στρατόπεδόν των.

Μετά παρέλευσιν ολίγων ημερών λαβών πάλιν ο Καραϊσκάκης έως οκτακοσίους των εκλεκτοτέρων στρατιωτών επήγε να πιάση θέσιν τινά μεταξύ Λάσπης και Ρίβιου, όπου είναι στενωτέρα η διάβασις, διά να κτυπήση την συνοδίαν την παραπέμπουσαν τας τροφάς των εχθρών, αλλ' όταν αυτός έφθασεν, η συνοδία είχε διαβή. Ενώ λοιπόν ήσαν εις αθυμίαν οι Έλληνες διά την αποτυχίαν, έξαφνα βλέπουν ερχόμενον από το μέρος Μεσολογγίου έν μικρόν εχθρικόν σώμα, εσύγκειτο δε από εξήκοντα πέντε ιππείς πολυτελώς ενδεδυμένους και από τινας πεζούς σύροντας πολλά φορτηγά με αποσκευάς. Ο Καραϊσκάκης διέταξε και προκατέλαβον έμπροσθεν τον τόπον μερικοί, οι δε λοιποί διαμοιρασθέντες εις τα δύω πλάγια της οδού άφησαν τους Τούρκους έως ου εισήλθον εις την ενέδραν· τότε δε αποκλείσαντες αυτούς και από τα όπισθεν, τους εκτύπησαν πανταχόθεν, ώστε εις ολίγων στιγμών διάστημα τους εφόνευσαν όλους εκτός δύο μόνον διασωθέντων διά της φυγής και άλλων δύω ζωγρηθέντων. Μεταξύ των συγκροτούντων το σώμα τούτο ήσαν ο Αγιάνης της Σόφιας, ο Ντελήμπασης, ο Γιουρούκ μπαϊρακτάρης και ο Τατάραγας του Κιουταχή, πηγαίνοντες να κάμωσι νέαν στρατολογίαν. Όλης της αποσκευής, η οποία ήτον πλουσιωτάτη, έγειναν κύριοι οι Έλληνες, από τους ίππους όμως ολίγους έλαβον ζώντας, διότι εφονεύθησαν εις την μάχην.

Μετά ταύτην την ενέδραν καμμία σημαντική πράξις εις την Δυτικήν Ελλάδα δεν έγεινε, μάλιστα τα στρατεύματα, μη έχοντα τροφάς και αναγκαζόμενα να εξοδεύωσιν εξ ιδίων, δεν είχον προθυμίαν να διαμείνωσιν επί πλέον εις Δραγαμέστον. Βλέπων και ο Καραϊσκάκης αφ' ενός μέρους την δυσαρέσκειαν του στρατεύματος, αφ' ετέρου δε ότι δεν εδύνατο να εμποδίση την εις το στρατόπεδον του Κιουταχή μετακόμισιν των τροφών, απεφάσισε να μεταβή πάλιν πλησίον εις το πολιορκούν το Μεσολόγγι στρατόπεδον, όπου ημπορούσε να λαμβάνη τροφάς από τας πέριξ επαρχίας.

Μετέβη λοιπόν περί τα μέσα Μαρτίου εις Κράβαρι και ετοποθετήθη εις Πλάτανον, αλλά μόλις έφθασε και ασθένησε βαρέως. Κατ' εκείνην την εποχήν εξέλειπον ολοτελώς αι τροφαί εις Μεσολόγγιον· και οι εν αυτώ είχαν πλέον αποφασίσει να εξέλθωσι διά των όπλων, αφ' ού απέρριψαν τας παρά του Κιουταχή και Ιμβραήμη προβληθείσας συνθήκας ως ανοικείους εις άνδρας αγωνισθέντας με τοσαύτην γενναιότητα και επιμονήν. Εζήτησαν λοιπόν από τον Καραϊσκάκην να καταβή εις τους πρόποδας του βουνού, πλησίον εις την πεδιάδα του Μεσολογγίου, διά να δεχθή τους εξερχομένους και να αντικρούση την ορμήν των εχθρών, οι οποίοι αναμφιβόλως ήθελον ακολουθεί διώκοντες. Πολλοί ήθελον διαφύγει την αιχμαλωσίαν και τον θάνατον, εάν ο Καραϊσκάκης δεν ήθελεν είναι ασθενής. Μ' όλον ότι επροσπάθησε να πέμψη εις βοήθειαν των εξερχομένων τα υπ' αυτόν στρατιωτικά σώματα, δεν ημπόρεσεν όμως να πείση ειμή έν μέρος μόνον, και εκ τούτων ολίγοι επροχώρησαν έως εις τους πρόποδας, οι δε λοιποί έμειναν καθ' οδόν αποδειλιάσαντες να προχωρήσωσιν. Απεδέχθη ο Καραϊσκάκης και επεριποιήθη όσον εδύνατο τους διασωθέντας από το Μεσολόγγιον και τους παρέπεμψεν εις Σάλωνα διαμείνας αυτός μερικάς ημέρας, έως να ιδή τα κινήματα των εχθρών και να αναλάβη.

Αφ' ού το αθάνατον Μεσολόγγι έπεσεν εις τας χείρας των εχθρών, όλοι της Στερεάς Ελλάδος οι κάτοικοι εκυριεύθησαν από ηθικήν τινα δειλίαν και ταπείνωσιν, άφευκτον επακολούθημα τοιούτων αποτυχιών. Η υπερβολική πείνα, η οποία επεκράτει εις όλας τας επαρχίας, ηνάγκασεν όλον το στρατιωτικόν ομού με τους διασωθέντας από το Μεσολόγγιον να αποσυρθώσιν όπου εύρισκον αφθονώτερα τα προς ζωάρκειαν. Όλοι, όσοι δεν κατεδέχοντο ή εφοβούντο να υποβάλωσι πάλιν τον τράχηλόν των εις τον Οθωμανικόν ζυγόν, και οι γυμνασμένοι περισσότερον εις την στρατιωτικήν κατέφυγον εις την Πελοπόννησον. Οι λοιποί πολίται, μείναντες απροστάτευτοι από στρατιωτικήν δύναμιν και μη έχοντες τρόπον διά να μεταφέρωσιν αλλού τας οικογενείας των, εζήτησαν άσυλον εις τας αποτόμους κορυφάς των ορέων, εις τα δάση και εις τα σπήλαια· αλλά καταδιωκόμενοι και εκεί από τον ανίκητον εχθρόν, την πείναν, και βλέποντες ότι διά να αποφύγωσιν έν είδος θανάτου, έμελλον να υποπέσωσιν εις άλλο σκληρότερον, ηναγκάσθησαν να καταφύγωσιν εις ένα τρόπον σωτηρίας, τον οποίον μόνον τα ανίκητα ταύτα αίτια καταστήνουσιν ολιγώτερον επονείδιστον.

Απεδέχθησαν την πολλάκις παρά των εχθρών προβληθείσαν υποταγήν. Ώστε εις διάστημα ενός μηνός μετά την πτώσιν του Μεσολογγίου, όλαι αι επαρχίαι της Στερεάς Ελλάδος υπετάχθησαν χωρίς πόλεμον εις τον Κιουταχήν, αυτός δε θέλων να καθησυχάση τα έτι εξηγριωμένα πνεύματα των Ελλήνων, εφέρετο με απαραδειγμάτιστον ημερότητα και συγκατένευσεν ευκόλως εις όλα των τα ζητήματα. Διά να καταστήση δε στερεωτέραν την ησυχίαν και να αφαιρέση πάσαν αιτίαν επαναστάσεως, διέταξε να φυλάττεται η μεγαλειτέρα ευταξία εις τα στρατεύματά του και επαίδευσεν αυστηρώς τους καταφρονήσαντας τας παραγγελίας του.

Ο Καραϊσκάκης αναλαβών από την ασθένειάν του διευθύνθη εις Λάζον, όπου είχον καταφύγει διάφορα στρατιωτικά σώματα· ενόμιζεν ότι δι' αυτών ήθελε δυνηθή να βλάψη τίποτε ακόμη τους εχθρούς· αλλά ταύτα μη έχοντα πλέον τον αυτόν σκοπόν, δεν ήτον ελπίς να κατορθώσωσι τίποτε· μέρος επραγματεύετο μετά των εχθρών και μέρος έβλεπε τον Κάλαμον. Μόνος δε ο Καραϊσκάκης συνέλαβε την ιδέαν του να υπάγη εις την Διοίκησιν, να ζητήση νέας δυνάμεις και εφόδια διά να κινηθή εις νέαν εκστρατείαν κατά των Τούρκων εις Ρούμελην. Με αυτήν την απόφασιν εκίνησεν από τον Λάζον, έχων μεθ' εαυτού όλους, όσους εύρε συμφώνους με τα εδικά του φρονήματα, οι οποίοι εσυμποσούντο έως οκτακόσιοι. Διαβάς δε από τον Ισθμόν της Πελοποννήσου, έφθασεν εις Ναύπλιον την δεκάτην ογδόην Ιουλίου, καθ' ην εποχήν είχεν αναλάβει των Ελληνικών πραγμάτων την διεύθυνσιν η Διοικητική Επιτροπή.

Πολλοί, και μάλιστα οι σημαντικώτεροι των κατοίκων της Στερεάς Ελλάδος, ευρίσκοντο κατ' εκείνην την εποχήν εις Ναύπλιον. Άμα έφθασεν ο Καραϊσκάκης και είδον ότι ο μόνος του σκοπός ήτον το να κατορθώση εκστρατείαν διά την πατρίδα των, όλοι προθύμως ανεδέχθησαν να φροντίσωσι διά παν ό, τι ήτον δυνατόν να συντελέση εις επιτυχίαν αυτής· αλλ' αι απόπειραί των εματαίοναν τας ελπίδας των επειδή η Διοικητική Επιτροπή, μ' όλον ότι έδειχνε μεγαλωτάτην προθυμίαν, δεν επραγματοποιούσε την εκστρατείαν ταύτην, διότι δεν ηδύνατο να χορηγήση τας αναγκαίας τροφάς και πολεμοφόδια· εκτός τούτου ανεφύη και άλλο εμπόδιον διά την τρέχουσαν τότε διαφωνίαν μεταξύ του στρατηγού και αντιστρατήγου Νοταρά περί της συνάξεως των εν Κορίνθω εθνικών σταφίδων, πολλοί απεσταλμένοι των δύο τούτων οπλαρχηγών συνήθροιζον στρατιώτας εις Ναύπλιον, υποσχόμενοι μισθούς και προπληρόνοντες μάλιστα και ικανά. Τούτο αδυνάτισε και ωλιγόστευσε το στράτευμα του Καραϊσκάκη, ώστε η εκστρατεία αύτη, αν και επιθυμείτο από τους πλειοτέρους, δεν ήθελε λάβει ποτέ έκβασιν, εάν δεν ήθελον συντρέξει αφ' ενός μεν μέρους ο κίνδυνος των Αθηνών, όπου είχον ήδη φθάσει αι προφυλακαί του εχθρικού στρατοπέδου, αφ' ετέρου δε αι σταλείσαι από τας Φιλελληνικάς εταιρίας τροφαί και πολεμοφόδια. Εις τας συνεισφοράς ταύτας των γενναίων Φιλελλήνων δικαίως πρέπει να αποδώση τις την επιτυχίαν και υποστήριξιν των έργων του Καραϊσκάκη.

Ύστερον από μεγάλα εμπόδια και επιμόνους αντενεργείας, τας οποίας μόλις ημπόρεσε να υπερνικήση ο Καραϊσκάκης εις Ναύπλιον (14) απεφασίσθη τέλος πάντων Γενικός αρχηγός της Στερεάς Ελλάδος και διετάχθη να εκστρατεύση εις βοήθειαν των Αθηνών. Ανεχώρησεν από Ναύπλιον την 19 Ιουλίου, αλλ' αντί να έβγη εκείθεν αν όχι με πλειοτέρους, τουλάχιστον με όσους είχεν όταν ήλθεν από την Στερεάν Ελλάδα, μόλις ευρέθη με διακοσίους στρατιώτας και από αυτούς μερικοί έφυγον καθ' οδόν, συρόμενοι από την επιθυμίαν των μισθών, τους οποίους υπέσχοντο οι πολεμούντες περί σταφίδων, ώστε με μόνον εκατόν τριάκοντα στρατιώτας έφθασεν εις Σαλαμίνα. Με αυτούς επεχειρίσθη το μέγα της νέας επαναστάσεως της Ρούμελης έργον. Και είναι παράδοξον πώς ημπόρεσε να συγκροτήση στερεόν στρατόπεδον χωρίς ικανήν στρατιωτικήν δύναμιν και χωρίς χρήματα, ενώ όλα τα στρατεύματα και της Πελοποννήσου και της Ρούμελης συνέρρεον εις την διανομήν των σταφίδων της Κορίνθου. Αλλ' εις την συγκρότησιν του στρατοπέδου τούτου κατά μέγα μέρος συνετέλεσαν και οι στρατηγοί Ν. Κριζιώτης, Βάσος και Λέκας, οι οποίοι είχον τοποθετηθή εις Ελευσίνα διά να προφυλάξωσι τα Δερβενοχώρια· δεν ήθελον όμως διαμείνει επί πολύ μόνοι των εις ταύτην την θέσιν, εάν δεν επεστηρίζοντο από την ελπίδα της ταχείας αφίξεως του Καραϊσκάκη. Το επιχείρημα τούτο του Καραϊσκάκη, καθ' ην εποχήν μάλιστα τα λοιπά στρατεύματα ενησχολούντο εις τον σταφιδοπόλεμον, συνετέλεσε πολλά εις το να στήση, τα πρώτα θεμέλια της δόξης του, την οποίαν εστερέωσεν ακολούθως διά των λαμπρών έργων του.

Άμα έφθασεν εις Σαλαμίνα ο Καραϊσκάκης, ανταμώθη με τους στρατηγούς Βάσον και Κριζιώτην, ελθόντας εκεί διά να τον προϋπαντήσωσι. Μη θέλων να χάση καιρόν, τους εσυμβουλεύθη εις ποίον μέρος είναι ωφελιμώτερον να συγκροτήση στρατόπεδον. Επειδή δέ τις επρόβαλε τον Πειραιά, ο Καραϊσκάκης ων άπειρος των τόπων, έκρινεν εύλογον να υπάγωσιν όλοι ομού διά να παρατηρήσωσι την θέσιν ταύτην και ούτω να επιχειρήσωσι την συγκρότησιν του στρατοπέδου. Την επομένην λοιπόν ημέραν εμβήκαν εις πλοιάρια όλοι οι ανωτέρω στρατηγοί, έχοντες μαζύ των έως είκοσι στρατιώτας, και απέβησαν εις τον Πειραιά. Αλλ' ενώ παρατηρούντες την θέσιν επροόδευον προς την ξηράν, εμπίπτουσιν εις μίαν ενέδραν εχθρικήν πολύ ανωτέραν από αυτούς κατά την πληθύν των ανθρώπων. Βλέποντες λοιπόν ότι δεν ήσαν ικανοί ν' αντιπαραταχθώσι κατ' αυτών, τρέπονται εις φυγήν και διασώζονται εις τα πλοιάριά των· εφονεύθη όμως είς από τους μετ' αυτών στρατιώτας και επιάσθησαν ζώντες έξ.

Ο Καραϊσκάκης μη δυνηθείς να παρατηρήση καλώς την θέσιν του Πειραιώς, υποπτεύσας μάλιστα ότι επροδόθη το σχέδιον (15), δεν έκρινε πλέον ωφέλιμον, και ίσως ούτε δυνατόν, το να συγκεντρωθή εις τον Πειραιά στρατόπεδον. Όθεν απεφάσισε να τοποθετήση το στράτευμα εις Ελευσίνα μερικόν καιρόν, έως ου δηλαδή να λάβη την αναγκαίαν αύξησιν, και έπειτα να υπάγη διά ξηράς να τοποθετηθή πλησίον του Κιουταχή, διά να ελαφρύνη το βάρος των πολιορκουμένων, αναγκάζων τον εχθρόν να διαμοιράζη τας δυνάμεις του. Αλλ' ο Κιουταχής υποπτεύσας ταύτα, απεφάσισε να κάμη έφοδον εις την πόλιν και να προλάβη την κυρίευσίν της, πριν καταφθάση ο Καραϊσκάκης να συγκροτήση το μελετώμενον στρατόπεδον.

Το πρωί λοιπόν της τρίτης του Αυγούστου έκαμεν έφοδον από το μέρος της πύλης των Γύφτων (16) και από τους προμαχώνας των Αγίων Θεοδώρων και Αγίων Αναργύρων, μέρη τα οποία εικοσιτέσσαρας ώρας αδιακόπως προεκανονοβόλησεν· αλλ' από μεν την πύλην των Γύφτων αντεκρούσθησαν ανδρείως και ωπισθοδρόμησαν οι εχθροί, εισήλθον όμως εις την πόλιν από τα κρημνισθέντα μέρη του περιβόλου του μεταξύ των δύο ανωτέρω προμαχώνων.

Η μεγάλη έκτασις της πόλεως και του περιβόλου των Αθηνών δεν ήτον δυνατόν να φυλαχθή όχι από χιλίους πολεμιστάς, οι οποίοι την υπερασπίζοντο, αλλά και από δεκαπλασίαν δύναμιν, ενώ μάλιστα οι πολιορκούντες εχθροί ελέγετο να είναι είκοσι περίπου χιλιάδες. Οι πολιορκούμενοι μ' όλο τούτο αντέστησαν με μεγάλην ανδρίαν και προθυμίαν, αλλά μη προφθάνοντες να ανοικοδομώσι τα από τους εχθρικούς κανονοβολισμούς κρημνιζόμενα μέρη του περιβόλου, ηναγκάζοντο να οπισθοδρομώσι προς την Ακρόπολιν, πολεμούντες όμως μ' επιμονήν και μη αφίνοντες τους εχθρούς να κυριεύσωσιν ατιμωρητί ουδέ μικρόν μέρος της πόλεως.

Εις την μάχην ταύτην πολλοί εξ αμφοτέρων των μερών και εφονεύθησαν και αιχμαλωτίσθησαν. Οι Έλληνες όμως είχον την υπεροχήν του να πολεμώσιν από τας οικοδομάς και τα τείχη και διά τούτο δεν έπαθον τόσην φθοράν, εις όσην κατά φυσικόν λόγον πρέπει να υπέπεσον οι εχθροί. Καθ' όσον όμως είναι δυνατόν να πιθανολογήση τις τας ζημίας αμφοτέρων των μερών, από μεν τους Έλληνας εφονεύθησαν έως είκοσιν, επληγώθησαν έως εβδομήκοντα και επιάσθησαν ζώντες έως πεντήκοντα, εκ των οποίων δέκα μεν ήσαν άνδρες, αι δε λοιπαί γυναίκες και παιδία· από δε τους εχθρούς εζωγρήθησαν μεν ολίγοι, εν οις όμως ο πρώτος των πυροβολιστών του Κιουταχή, εφονεύθησαν δε υπέρ τους τριακοσίους και επληγώθησαν πολύ περισσότεροι. Οι πολιορκούμενοι δεν παρεχώρησαν εις τον εχθρόν εξ ολοκλήρου όλην την πόλιν, αλλ' οχυρωθέντες εις τας πλησίον της Ακροπόλεως οικοδομάς από το μέρος του Καρασογιού έως της πύλης των Αλβανών (17) αντέστησαν εις τους εχθρούς και απέκρουσαν την ορμήν των ικανάς ημέρας.

Η πτώσις της πόλεως των Αθηνών ηνάγκασε τον Καραϊσκάκην να επιταχύνη τα κατά των εχθρών κινήματα. Εξέδωκε λοιπόν προσκλήσεις διά να συνέλθωσιν όλα τα στρατεύματα εις Ελευσίνα, όπου έμελλε να συγκροτηθή το γενικόν στρατόπεδον. Έφθασε κατ' εκείνας τας ημέρας και το τακτικόν υπό τον Φαβιέρον, συγκείμενον από χιλίους διακοσίους περίπου, και έν σώμα υπό τον Γεώργιον Χελιώτην, σταλμένον εις βοήθειαν του Καραϊσκάκη από τον στρατηγόν Νοταράν. Εγένοντο λοιπόν όλοι οι ετοιμασθέντες διά την εκστρατείαν ταύτην περίπου τέσσαρες χιλιάδες εξακόσιοι.

Την πέμπτην του Αυγούστου περί το εσπέρας εκίνησαν από Ελευσίνα όλα τα ανωτέρω στρατεύματα και περί τα μεσάνυκτα έφθασαν εις Χαϊδάρι, όπου επυροβόλησαν μονόφορα διά να κάμωσι γνωστόν τον ερχομόν των εις τους πολιορκουμένους και να τους προδιαθέσωσιν εις τον αγώνα, όστις έμελλε να συμβή την ερχομένην ημέραν. Από τον τουφεκισμόν τούτον ενόησαν και οι Τούρκοι τον ερχομόν των Ελληνικών στρατευμάτων, και ο Κιουταχής διπλασιάσας αμέσως τας νυκτερινάς φυλακάς προετοιμάζετο όλην την νύκτα διά να συγκροτήση μάχην την ακόλουθον ημέραν.

Ο Καραϊσκάκης γνωρίζων ότι αι δυνάμεις του δεν ήσαν ικαναί διά να εφορμήση αυτός πρώτος κατά του εχθρού και ων βέβαιος ότι οι Τούρκοι, αφ' ού αυτός ήθελεν οχυρωθή εις ταύτην την θέσιν, έπρεπε να κινηθώσι κατ' αυτού (διότι δεν ηδύναντο να μένωσιν ήσυχοι, έχοντες εις τα οπίσθιά των τοιούτον σώμα), απεφάσισε να κατασκευάση οχυρώματα, εις τα οποία να τοποθετήση μέρος των ατάκτων στρατευμάτων διά ν' απαντήσωσι πρώτα την εχθρικήν ορμήν. Όλον δε το τακτικόν εκρίθη εύλογον να τοποθετηθή εις μίαν κοιλάδα, όπισθεν δε και εκ πλαγίων αυτού να τοποθετηθή το άτακτον· περιπλέον το υπό τον Κριζιώτην και Βάσον σώμα διωρίσθη να εφορά τα κινήματα του στρατεύματος και όπου ήθελεν ίδει ανάγκην, να τρέχη εις βοήθειαν.

Κατ' αυτόν τον τρόπον παραταχθέντες ολίγον προ της ανατολής του ηλίου επερίμενον τους εχθρούς. Αυτοί δε αντιταχθέντες, αφ' ού εκανονοβόλησαν ικανώς με δύο κανόνια, τα οποία διά νυκτός έστησαν αντικρύ του Ελληνικού στρατεύματος, ώρμησαν με προθυμίαν εναντίον των Ελλήνων. Διηθημένοι δε εις όσα σώματα έβλεπον παρατεταγμένους και τους Έλληνας, προσέβαλεν έκαστον εις τους αντιτεταγμένους· αλλά δύο, τα πολυπληθέστερα και δυνατώτερα, επέπεσον το μεν προς τους κλεισμένους εις τα οχυρώματα, οι οποίοι ήσαν το Θετταλομακεδονοθρακικόν σώμα υπό την οδηγίαν του Περραιβού και Στέφου, το δε προς το τακτικόν. Αντεκρούσθησαν όμως με ανδρείαν και από τα δύο μέρη· και επειδή δεν ημπόρεσαν ούτε το έν ούτε το άλλο σώμα να μετακινήσωσιν από τον τόπον του, εκρύφθησαν όπισθεν εις τας εξοχάς της γης και μέσα εις τα κοιλώματα, κατά την συνήθειαν των Αλβανών· αλλά πριν λάβωσι καιρόν να οχυρωθώσι τόσον πλησίον, εφώρμησαν πανταχόθεν οι Έλληνες, τους έτρεψαν εις φυγήν και τους κατεδίωξαν έως εις τας θέσεις των, ότε ολίγον έλειψε να κυριεύσωσι και τα κανόνια των.

Εις την περίστασιν ταύτην ο Φαβιέρος έδωκε γνώμην να εξακολουθήσωσι την καταδίωξιν έως να έμβωσιν εις την πόλιν, προβάλλων ότι η επιτυχία αύτη των Ελλήνων θέλει προξενήσει τόσην δειλίαν εις τους εχθρούς, ώστε να μην αντιπαραταχθώσι πλέον και ν' αφήσωσι την πόλιν χωρίς πόλεμον. Ο Καραϊσκάκης όμως δεν έκρινεν ωφέλιμον την επί πλέον καταδίωξιν διότι εφοβείτο τον σκορπισμόν και εξάπλωσιν των Ελλήνων εις τόπον επίπεδον, όπου ο εχθρός ήτον επικρατέστερος διά το ιππικόν, και διότι ο εχθρός είχεν ακόμη αρκετόν αριθμόν στρατιωτών, οι οποίοι δεν είχον λάβει μέρος εις ταύτην την μάχην. Διά ταύτα ανεκάλεσε τα Ελληνικά στρατεύματα από την καταδίωξιν και τα διέταξε να πιάσωσι τας οποίας είχον εξ αρχής θέσεις. Ο Φαβιέρος ελυπήθη κ' εδυσαρεστήθη καθ' υπερβολήν, διότι δεν εισηκούσθη το πρόβλημά του, και την δυσαρέσκειάν του την έκαμε γνωστήν εις τον Καραϊσκάκην.

Εις την μάχην ταύτην από μεν τους Έλληνας εφονεύθησαν οκτώ και επληγώθησαν είκοσι δύω, από δε τους εχθρούς ελέγετο να εφονεύθησαν περισσότεροι των τετρακοσίων και να επληγώθησαν διπλάσιοι. Όλοι οι παρευρεθέντες εις ταύτην την μάχην Έλληνες ηγωνίσθησαν με ανδρείαν· η μεγαλητέρα όμως φθορά του εχθρού έγεινεν από τον λόχον των ανδρείων Φιλελλήνων, από το τακτικόν και από το οχύρωμα των υπό τον Περραιβόν. Τα εις την αριστεράν πλευράν σώματα επί μεν της εφόδου των εχθρών ηκροβολίζοντο μόνον, διότι δεν ήλθε κατ' αυτών σημαντικόν σώμα, συνετέλεσαν όμως εις την τροπήν των Τούρκων, η οποία έλαβε την αρχήν της πρώτον από το μέρος των.

Εις το λοιπόν της ημέρας ταύτης διάστημα, καθώς και εις όλην την ερχομένην, δεν έγεινεν ούτε από το έν μέρος, ούτε από το άλλο κανέν πολεμικόν κίνημα. Καθείς ωχυρώνετο εις την θέσιν του και ετοιμάζετο εις μέλλουσαν συμπλοκήν. Ο Κιουταχής μη νομίζων ικανήν την οποίαν είχε δύναμιν, επροσκάλεσε και τον Ομέρ πασάν Καρυστινόν και άλλα σώματα, τα οποία είχε τοποθετήσει προηγουμένως αλλαχού, ώστε όλοι οι εις μάχην ετοιμασθέντες συνίσταντο εις έξ χιλιάδας πεζούς και δισχιλίους ιππείς. Οι δε Έλληνες επεσκεύασαν τα οχυρώματά των και έστησαν και τέσσαρα μικρά κανόνια.

Την επομένην ημέραν πριν της ανατολής του ηλίου αντιπαρετάχθησαν αμφότερα τα μέρη εις μάχην. Οι Έλληνες εφύλαξαν την ιδίαν τάξιν, την οποίαν είχον και εις την προλαβούσαν συμπλοκήν, εκτός του Φαβιέρου (18) όστις αποχωρήσας από το όλον του τακτικού διακοσίους στρατιώτας τους ετοποθέτησε τεσσαράκοντα βήματα μακράν του περιβολίου το οποίον κατείχον οι λοιποί τακτικοί και μέρος άτακτων. Εδόθη εις τους Τούρκους το σημείον της επιθέσεως, και αμέσως εφώρμησαν κατά των Ελλήνων, έκαστον σώμα προς ους ήτον διωρισμένον, το δε ιππικόν όλον σχεδόν ώρμησε κατά των προτεταγμένων τακτικών· αυτοί εδέχθησαν τους ιππείς με μεγάλην ανδρίαν και, κατά την οποίαν είχον διαταγήν, οι εις την πρώτην σειράν τεταγμένοι πυροβολήσαντες μετέβησαν όπισθεν, το ίδιον έπραξαν και οι εις την δευτέραν. Επειδή όμως οι εχθροί αν και εφονεύοντο ικανοί, ως μη απέχοντες ουδ' είκοσι βήματα των Ελλήνων, επροχώρουν μ' όλον τούτο πάντοτε και κατά πρόσωπον και εκ πλαγίων με σκοπόν να περικυκλώσωσι το σώμα τούτο των τακτικών, οι της τρίτης σειράς δεν επρόφθασαν να πυροβολήσωσιν, αλλά διαλυθείσης της τάξεως αυτών από τους ιππείς, ηναγκάθησαν να τραπώσιν εις φυγήν. Ιππείς και τακτικοί επεριπλέχθησαν, ώστε και οι εις τον τοίχον του περιβολίου Έλληνες δεν εδύναντο να πυροβολήσωσι διά τον φόβον του να βλάψωσι και τους οικείους των· εις ολίγων στιγμών διάστημα όσοι εκ των τακτικών επρόλαβον, κατέφυγον εις τους οικείους των· οι δε περικυκλωθέντες, οι οποίοι ήσαν έως τεσσαράκοντα, κατεκόπησαν και αιχμαλωτίσθησαν.

Αφ' ού διεχωρίσθησαν οι τακτικοί από το ιππικόν, άρχισεν ο πυροβολισμός πανταχόθεν, και οι μεν ιππείς κτυπώμενοι από τους εις το περιβόλιον Έλληνας, τους οποίους δεν ημπόρεσαν να μετακινήσωσιν, ηναγκάσθησαν να οπισθοδρομήσωσιν· οι δε εις τα άλλα Ελληνικά σώματα προσβαλόντες, μη δυνηθέντες να τρέψωσιν αυτά εις φυγήν με την πρώτην έφοδον, ετοποθετήθησαν πλησίον και υποκρυφθέντες όπισθεν των εξοχών της γης και εντός των κοιλωμάτων των ρυάκων, αντεμάχοντο με τους Έλληνας, των οποίων ο τουφεκισμός ήτον αδιάκοπος· αφ' ού δε εκ διαλειμμάτων έκαμαν και ικανάς εφόδους κατά των Ελληνικών προμαχώνων και απεκρούσθησαν, τελευταίον εδόθησαν εις συνεχή κανονοβολισμόν. Αυτό τούτο έκαμον και οι Έλληνες, αλλ' η εκ των Ελληνικών κανονίων βλάβη ήτον πολλά μικρά, ως προς εκείνην την οποίαν επροξενούσαν τα των εχθρών, διότι τα Ελληνικά κανόνια ήσαν ασυγκρίτως μικρότερα των τουρκικών και διότι δύο εξ αυτών αποκατέστησαν ανίκανα ως συντριβέντων των τροχών των.

Ο τρόπος ούτος του πολεμείν διήρκεσεν έως το εσπέρας. Επειδή δε ικανός αριθμός Ελλήνων επληγώθησαν, τους οποίους δεν είχον ευκολίαν δι' έλλειψιν φορτηγών να τους μεταφέρωσιν εις Ελευσίνα ή άλλον τόπον ασφαλείας, επειδή το νερόν δεν ήτον ικανόν εις όλον το στρατόπεδον, επειδή εξέλιπαν και αι τροφαί, όσας είχον λάβει μαζύ των οι Έλληνες, επειδή όλα ταύτα, λέγω, παρατηρούμενα από τους στρατιώτας, επροξένουν ζωηράν αθυμίαν και ψιθυρισμόν, ο Καραϊσκάκης φοβούμενος μήπως την ερχομένην νύκτα λειποτακτήσωσι τινές και το παράδειγμά των δώση αιτίαν να διαλυθή αισχρώς το στρατόπεδον και ίσως να πάθη και καμμίαν αδιόρθωτον ζημίαν, διώρισε να ετοιμασθώσιν όλοι διά να αναχωρήσωσι πλησιαζούσης της νυκτός.

Ολίγον λοιπόν προ της δύσεως του ήλιου εκίνησαν συγχρόνως οι Έλληνες προς Ελευσίνα. Αλλ' οι Τούρκοι, οι οποίοι καθ' όλον το διάστημα της ημέρας δεν είχον προξενήσει σημαντικήν φθοράν εις τους Έλληνας, ώστε να υποπτεύσωσι φυγήν, ιδόντες αυτούς περιστρεφομένους εις τας θέσεις των, υπέθεσαν ότι έμελλον να κάμωσι γενικήν έφοδον· συγκεντρωθέντες λοιπόν ενεδυναμώνοντο εις αυτάς με σκοπόν να αντικρούσωσι την ορμήν των. Όταν δε είδον ότι οι Έλληνες έφευγον, δεν ήτον καιρός πλέον να τους καταδιώξωσι, διότι είχον αρκετά απομακρυνθή απ' αυτούς.

Εις την φυγήν των οι Έλληνες δεν έπαθον καμμίαν ζημίαν, αποπλανηθέντες όμως διά το σκότος της επελθούσης νυκτός, άλλοι μεν την επιούσαν ημέραν έφθασαν εις το στρατόπεδον, άλλοι δε μόλις την δευτέραν και τρίτην. Τα δε κανόνια, μη δυνάμενοι να τα μετακομίσωσιν οι παραλαβόντες ταύτα χωρικοί, τα έκρυψαν εις μέρος απόκρυφον· αλλά προδοθέντα εκυριεύθησαν μετά ταύτα από τους εχθρούς. Εις την τελευταίαν μάχην εφονεύθησαν και αιχμαλωτίσθησαν Έλληνες υπέρ τους εβδομήκοντα, εκ των οποίων οι περισσότεροι τακτικοί· από δε τους εχθρούς, ως ελέγετο μετά ταύτα από Αλβανούς, εφονεύθησαν υπέρ τους πεντακοσίους, επληγώθησαν δε πολύ περισσότεροι, εκ των οποίων ολίγοι διέφυγαν τον θάνατον μη έχοντες, εν καιρώ θέρους μάλιστα, την ανήκουσαν περιποίησιν.

Μετά την μάχην ταύτην ανεχώρησαν από το στρατόπεδον πολλοί από τους Δερβενοχωρίτας, Αιγινήτας και Σαλαμινίους, καθώς και από τους Στερεοελλαδίτας, όσοι δεν επαγγέλλοντο τον στρατιώτην, αλλ' ήλθον διά να λάβωσι μέρος εις ταύτην την μάχην. Το δε τακτικόν χωρίς την γνώμην και συγκατάθεσιν του Καραϊσκάκη μετεβιβάσθη από τον Φαβιέρον εις Αμπελάκι, χωρίον της Σαλαμίνος, επί λόγω του να αναλάβη εις μερικάς ημέρας από τους κόπους της εκστρατείας. Ο Καραϊσκάκης εδυσαρεστήθη καθ' υπερβολήν και δεν είχε πλέον διόλου συστολήν εις την φύσει αχαλίνωτον γλώσσαν του· δεν έμεινεν όμως ούτε ο Φαβιέρος αδιάφορος εις τα κατ' αυτού λεγόμενα· ελπίζων μάλιστα να ωφεληθή από την αποτυχίαν ταύτην, την οποίαν αυτός απέδιδεν εις τον Καραϊσκάκην, και υποθαλπόμενος από τους εν Ναυπλίω εχθρούς του Καραϊσκάκη, ανέφερεν εις την Κυβέρνησιν ότι δεν είναι δυνατόν να οδηγηθή καλώς τακτικόν στράτευμα από άνθρωπον ανίδεον διόλου της τακτικής. Επεθύμει και ήλπιζε να κατασταθή γενικός αρχηγός της εκστρατείας ταύτης, ή αν τούτο δεν εκατορθώνετο, τουλάχιστον να επιτύχη ώστε το τακτικόν να μην υπόκειται διόλου εις τον Καραϊσκάκην.

Η Διοίκησις, γνωρίζουσα αφ' ενός μέρους πόσον αναγκαίος ήτον ο Καραϊσκάκης εις την εκστρατείαν ταύτην διά τα προσωπικά του προτερήματα και διά την οποίαν έχαιρεν υπόληψιν από το στρατόπεδον, μη θέλουσα δε αφ' ετέρου να δυσαρεστήση και τον Φαβιέρον, τον οποίον ομοίως ενόμιζεν ωφέλιμον διά τα πράγματα της Στερεάς Ελλάδος, επροσπάθησε να συμβιβάση την μεταξύ των διαφοράν· και διά να οικονομήση την αίτησιν του Φαβιέρου, χωρίς να πειράξη την φιλοτιμίαν του Καραϊσκάκη, έγραψε προς τον δεύτερον να συμβουλεύεται τον Φαβιέρον εις τα πολεμικά του σχέδια, ως άνθρωπον έμπειρον εις τα πολεμικά και φίλον της πατρίδος. Αλλά τόσον τούτο το μέσον καθώς και όσα άλλα μετεχειρίσθησαν άλλοι προς συμβιβασμόν απέβησαν μάταια. Ο Καραϊσκάκης επιμένων διέταξε τον Φαβιέρον να μεταφέρη το τακτικόν εις το στρατόπεδον της Ελευσίνος, όπου ήτον υποψία να γένη κίνημα παρά των εχθρών· ο Φαβιέρος όμως δεν υπήκουσεν, επρόβαλε δε ως δικαιολόγημα ότι οι τακτικοί συναναστρεφόμενοι μετά των ατάκτων διαφθείρουσι τα ήθη των. Τούτο παρώξυνε μεγάλως τον Καραϊσκάκην, ώστε δεν άφινε να του διαφύγη καμμία περίστασις, εις την οποίαν ηδύνατο να κατακρίνη και να υβρίση σκληρώς τον Φαβιέρον.

Οι εχθροί του Καραϊσκάκη, εκ των οποίων τινές ευρίσκοντο και εις το ίδιον στρατόπεδόν του, επιθυμούντες ν' αφαιρέσωσι από αυτόν την αρχηγίαν και αποτυχόντες του να το κατορθώσωσι διά της Κυβερνήσεως, έβαλαν προ οφθαλμών να διαλύσωσι το στρατόπεδον, διό και εζήτουν αφορμήν, ήτις κατά δυστυχίαν δεν άργησε να παρουσιασθή. Ο Κιουταχής έγραψε διαταγάς προς τους κατοίκους των χωρίων της Αττικής (οι οποίοι ήσαν μεν υποτεταγμένοι εις τους Τούρκους, συνεννοούτο όμως τινές εξ αυτών και με τους Έλληνας) ότι εντός ολίγων ημερών εκστρατεύει εις Ελευσίνα διά να καταστρέψη τους εκεί εμφωλεύοντας Έλληνας, γνωστοποιεί δε τούτο εις τους κατοίκους διά να μη δειλιάσωσιν από το κίνημα, αλλά να μένωσιν ήσυχοι εις τα χωρία των. Τα γράμματα ταύτα εφέρθησαν εις το στρατόπεδον του Καραϊσκάκη. Συνέβη δε ταυτοχρόνως να έλθη και ετέρα είδησις περί της εκστρατείας ταύτης από το ίδιον στρατόπεδον του Κιουταχή. Ώστε οι εχθροί του Καραϊσκάκη, οι οποίοι επεθύμουν του στρατοπέδου την διάλυσιν, επαρουσίαζον εις τους στρατιώτας μέγιστον τον κίνδυνον, εάν δεν προλάβωσι να φύγωσιν από Ελευσίνα, και τον όλεθρον άφευκτον, αν πολιορκηθώσιν. Ο Καραϊσκάκης επροσπάθησε να εμπνεύση θάρρος εις τους στρατιώτας· βλέπων όμως ότι ο θόρυβος εγίνετο από στιγμήν εις στιγμήν μεγαλήτερος, εκάλεσεν όλους τους αξιωματικούς του στρατοπέδου και τους παρεκίνησεν, εάν δεν θέλωσι να μείνωσιν εις την θέσιν των διά να πολεμήσωσι τον εχθρόν, τουλάχιστον ας υπομείνωσιν εις το στρατόπεδον, έως ου να ιδώσιν ερχόμενον τον εχθρόν, και τότε δύνανται χωρίς εντροπήν να μεταβώσιν εις άλλο οχυρώτερον μέρος. Ενώ εγίνοντο αι συνομιλίαι αύται, ήρχοντο αγγελίαι από στιγμήν εις στιγμήν ότι οι στρατιώται λειποτακτούσιν αδιακόπως από το στρατόπεδον· οι επιθυμούντες μάλιστα την διάλυσιν του στρατοπέδου επαρουσίαζαν την λειποταξίαν μεγαλητέραν και τον κίνδυνον σημαντικότερον. Επειδή δε ο Καραϊσκάκης επιμένων δεν έδιδε γνώμην να φύγωσι, τινές των αξιωματικών προσκαλούντες και τους άλλους εις την φυγήν ενώπιον του Καραϊσκάκη, είπον ότι δεν κάθονται να γένωσι θύματα της φιλοδοξίας του Καραϊσκάκη, τότε ο Καραϊσκάκης απεκρίθη με αγανάκτησιν «Πηγαίνετε όπου αγαπάτε. Ο Καραϊσκάκης θέλει επιμείνει εις την θέσιν του, και ας χαθή. Όταν όμως σας ερωτήσωσιν οι άνθρωποι τι εκάμετε τον αρχηγόν σας, ειπέτε ότι τον παρεδώσαμεν εις τους εχθρούς, διότι δεν ηθέλησε να γένη αρχηγός της λειποταξίας». Ο λόγος ούτος εκφωνηθείς με τόνον και πάθος, οποίον απαιτούσεν η περίστασις, έκαμε ζωηράν εντύπωσιν εις όλους τους παρευρεθέντας αξιωματικούς και στρατιώτας, δεν ημπόρεσεν όμως να εμποδίση και τους ενεργούντας την διάλυσιν του στρατοπέδου. Αυτοί παρασύραντες και τους στρατιώτας ανεχώρησαν από Ελευσίνα περί τα μεσάνυκτα και μετέβησαν εις Σαλαμίνα (19).

Ο Καραϊσκάκης συντροφευμένος από τους σημαντικωτέρους αξιωματικούς επήγεν εις τον τόπον, όπου εσυνείθιζον να θέτωσι την νυκτερινήν εμπροσθοφυλακήν, και ανάψαντες φωτίας διενυκτέρευσαν εκεί διά να δώσωσι τρόπον τινά θάρρος εις τους δειλιάσαντας στρατιώτας. Μ' όλα όμως τα μέτρα ταύτα, μόλις έμειναν εις το στρατόπεδον οι σημαντικώτεροι αξιωματικοί και έως τριακόσιοι στρατιώται, και ούτοι δε αφού τους παρεκάλεσε θερμώς ο Καραϊσκάκης να διαμείνωσιν εις το στρατόπεδον την νύκτα εκείνην διά να μη φύγωσιν με καταισχύνην, και τους υπεσχέθη ότι συγκατατίθεται ν' αναχωρήσωσι την επομένην ημέραν. Μ' όλα ταύτα ο Καραϊσκάκης μη έχων απόφασιν ν' αναχωρήση, εκτός εάν έβλεπε σημαντικήν εχθρικήν δύναμιν, επροσπαθούσε να ενθαρρύνη τους μείναντας αξιωματικούς και στρατιώτας, και οι λόγοι του (αφ' ού προϊούσης της ημέρας άρχισε να διαλύεται κατ' ολίγον ο φόβος, τον οποίον είχεν αποκαταστήσει μεγαλήτερον το βαθύ της νυκτός σκότος) έκαμαν τοιαύτην προσβολήν, ώστε μ' όλον ότι εφάνησαν ερχόμενοι οι εχθροί, αυτοί δεν εσυλλογίζοντο πλέον διά φυγήν, αλλ' ετοιμάζοντο δι' αντίκρουσιν. Οι εχθροί επλησίασαν έως βολής τουφεκίου εις το Ελληνικόν στρατόπεδον, και αφ' ού έκαμάν τινας αποπείρας και είδον ότι οι Έλληνες δεν φεύγουσιν, ανεχώρησαν οπίσω εις τας Αθήνας. Όλοι απέδωκαν εις μόνον τον Καραϊσκάκην την διατήρησιν του στρατοπέδου, και οι διαμείναντες αξιωματικοί και στρατιώται ευχαριστήθησαν πολλά διότι επείσθησαν εις την γνώμην αυτού και δεν ανεχώρησαν. Ο Καραϊσκάκης έγραψεν αμέσως αναφοράν εις την Κυβέρνησιν εναντίον των πρωταιτίων της λειποταξίας. Επειδή όμως αυτοί μετανοήσαντες εζήτησαν την συγχώρησιν, δεν ενέκρινε να επιμείνη, και ούτως εις ολίγας ημέρας συνήλθον πάλιν όλοι εις το στρατόπεδον.

Οι εν τω φρουρίω απελπισθέντες του να ιδώσι την πολιορκίαν διαλυομένην ογλίγωρα, έλαβον υποψίαν ότι η σταθερότης και η επιμονή του Κιουταχή θέλει αποκλείσει το φρούριον ως και το Μεσολόγγιον. Και καθώς φυσικά συμβαίνει εις τους αποκλεισμένους, αισθανόμενοι ως και των μικροτάτων πραγμάτων την έλλειψιν και δυσαρεστούμενοι, κατέφυγον εις την ζήτησιν των μισθών των, πρόφασιν εις την οποίαν καταφεύγουσιν, όταν πλησιάζη ο κίνδυνος, όλοι όσοι δεν κινούνται από το αίσθημα του πατριωτισμού και της φιλοτιμίας (20). Ο δε φρούραρχος, μη δυνάμενος ν' αναβάλη την επίμονον αίτησίν των, ηναγκάσθη και την εθεράπευσε πραγματικώς με δόσιν μέρους του μισθού των, διότι μ' ελπίδας μόνον και υποσχέσεις δεν εδύνατο πλέον να τους αναπαύση. Αλλά μ' όλον ότι έγεινεν η οικονομία αυτή, πολλοί έφευγον κρυφίως από το φρούριον. Ο Γκούρας βλέπων τούτο και ακούων πολλούς μη ευχαριστουμένους να διαμείνωσιν εις την πολιορκίαν, εστοχάσθη ως απαραιτήτως αναγκαίον ν' αυξήση την εν τω φρουρίω δύναμιν, ώστε και άν ποτε μέρος της φρουράς ήθελεν αποφασίσει ν' αναχωρήση, η φυγή του να μην γείνη επαισθητή εις τους όσοι ήθελον μείνει. Απέστειλε λοιπόν τον εξάδελφόν του Ιωάννην Μαμούρην εις τον Καραϊσκάκην διά να ζητήση στρατιωτικήν δύναμιν, τον διέταξε δε, αν δεν δυνηθή να κατορθώση διά του Καραϊσκάκη τίποτε, να στρατολογήση αυτός αριθμόν τινα στρατιωτών και να τους οδηγήση ο ίδιος εις το φρούριον· του έδωκε δε και τ' αναγκαία διά την στρατολογίαν ταύτην χρήματα.