Αν και η αποτυχία της εις Χαϊδάρι εκστρατείας ηνάγκασε την Κυβέρνησιν να λάβη μέτρα διά να δυναμώση περισσότερον το στρατόπεδον του Καραϊσκάκη, η βραδύτης όμως, με την οποίαν ενεργούσε διά την έλλειψιν των μέσων, εβίασε τον Καραϊσκάκην να φροντίση περί εσωτερικής ενδυναμώσεως της Ακροπόλεως Αθηνών· αλλά μη έχων χρήματα δεν εδυνήθη να πείση κανέν σώμα διά να εισέλθη εις το φρούριον. Όταν λοιπόν ήλθεν ο Μαμούρης και του εξήγησε την ανάγκην του φρουρίου, απεφάσισε να εμψυχώση το σώμα των Επτανησίων διά να εισέλθη εις το φρούριον, καθώς ήτον προ πολλού σχεδιασμένον. Το σώμα τούτο συνίστατο από διακοσίους περίπου στρατιώτας και εφοδιασθέν με τα διά συνεισφοράς συναχθέντα υπέρ αυτού χρήματα, απεφάσισε να εισέλθη, εις το φρούριον, οδηγούμενον από τον Ιωάννην Μαμούρην, όστις είχε την ανήκουσαν εμπειρίαν των οδών και των από τους εχθρούς αφυλάκτων διαβάσεων. Προσετέθησαν εις τούτους και πεντήκοντα περίπου στρατιώται, τους οποίους μισθώσας έλαβε μαζύ του ο Μαμούρης.
Συνελθόντες λοιπόν όλοι ούτοι εις Αμπελάκι της Σαλαμίνος και γενόμενοι κατά πάντα έτοιμοι, εμβήκαν εις τα πλοία την δωδεκάτην του Σεπτεμβρίου και απέβησαν εις τα παράλια της Αττικής. Προχωρήσαντες προς το φρούριον από δρόμους μη φυλαττομένους από τους εχθρούς, επλησίασαν ικανώς, αλλά μετά επτά ωρών συνεχή οδοιπορίαν αποκαμόντες οι προπορευόμενοι, εστάθησαν ολίγον διά να περιμείνωσι τους ακολουθούντας· αυτοί όμως δεν εφάνησαν, διότι ταραχθέντες ως από πανικόν τινα φόβον είχον αποκοπή από τους προπορευομένους και είχον επιστρέψει οπίσω εις τα παράλια, όπου ήσαν τα πλοία περιμένοντα να ίδωσι την έκβασιν του επιχειρήματος. Ο Μαμούρης αφ' ενός μέρους διά την βραδύτητα των λοιπών στρατιωτών, αφ' ετέρου δε βλέπων ότι το φως της Σελήνης, η οποία είχεν ήδη προχωρήσει εις τον ορίζοντα, ήθελεν είναι επιβλαβές δι' αυτούς, διότι έμελλον να διαβώσι μεταξύ των εχθρικών χαρακωμάτων, συσκεφθείς και με τους λοιπούς στρατιώτας, απεφάσισε με κοινήν γνώμην να μην επιχειρήσωσιν εκείνην την νύκτα διά να έμβωσιν εις το φρούριον, αλλά κρυφθέντες εις κανέν μέρος να επιχειρήσωσι τούτο την ερχομένην νύκτα. Μετέβησαν λοιπόν εις Καρέαν, εις το μοναστήριον του Αγίου Ιωάννου, όπου παρέμειναν το λοιπόν της νυκτός διάστημα και την ακόλουθον ημέραν· αλλ' επειδή παρετήρησαν νέους προμαχώνας εις το μέρος, όπου έμελλον να εισέλθωσι, και επειδή υπώπτευσαν ότι εγνώσθησαν από τους εχθρούς, διότι τινές εξ αυτών κατά τύχην περιπατούντες είχον πλησιάσει αρκετά εις το μοναστήριον, ακούσαντες και την νύκτα μέγαν πυροβολισμόν των εχθρών, δεν έκριναν συμφέρον να δοκιμάσωσι την είσοδον, φοβούμενοι τα επακόλουθα της αποτυχίας δεινά. Όθεν επέστρεψαν την νύκτα εις το μέρος όπου είχον αποβή και εμβάντες εις τα πλοία ομού με τους οπισθοδρομήσαντας πρότερον επέστρεψαν εις Σαλαμίνα.
Διά την αποτυχίαν ταύτην ελυπήθη μεγάλως ο Καραϊσκάκης, βλέπων δε όσον δυσκολοτέραν, τόσον αναγκαιοτέραν την εις το φρούριον είσοδον νέας δυνάμεως, επρόβαλεν εις τους λοιπούς, εν Ελευσίνι στρατηγούς να μισθώσωσιν εκατόν είκοσι στρατιώτας, να τους ενώσωσι με το Επτανήσιον σώμα, το οποίον δεν είχεν απελπισθή του να εισέλθη εις το φρούριον μ' όλην την αποτυχίαν, και να τους αποστείλωσιν εις το φρούριον με τας αναγκαίας προφυλάξεις. Εγένετο δεκτόν το πρόβλημά του· και αφ' ού έγεινεν η αναγκαία ετοιμασία, επεφορτίσθη ο Κριζιώτης να τους οδηγήση έως εις τον τόπον της αποβάσεως. Εμβάντες λοιπόν εις τα πλοία την εικοστήν εβδόμην του Σεπτεμβρίου, απέβησαν πλησίον των Τριών Πύργων και μετά δύω σχεδόν ωρών συνεχή οδοιπορίαν έφθασαν πλησίον εις την Ακρόπολιν. Αλλ' επειδή συναπαντήθησαν κατά τύχην από έν σώμα ιππικού των εχθρών, νομίσαντες ότι επροδόθη το σχέδιόν των ετράπησαν εις φυγήν. Οι εχθροί, μ' όλον ότι ήκουσαν τον θόρυβον των φευγόντων, δεν εκινήθησαν αμέσως εις καταδίωξιν είτε διά το σκότος της νυκτός, είτε διότι ενόμισαν εαυτούς ολίγους, και τούτο έδωκε καιρόν εις τους Έλληνας να διασωθώσι. Φεύγοντες μ' όλον τούτο διεκόπησαν εις διάφορα κόμματα· μέρος μεν, εν οις και ο επίτροπος του αρχηγού του σώματος των Επτανησίων (21), έφυγον προς τα βουνά και εκείθεν την ερχομένων ημέραν μετέβησαν εις το εν Ελευσίνι στρατόπεδον. Εκ δε των προς την θάλασσαν φυγόντων έν σώμα κατεδιώχθη από τους εχθρούς εις τον τόπον της αποβάσεως, αλλά πολέμησαν γενναίως και βοηθούμενον από τα πλοία διεσώθη αβλαβές, έξ δε καταφυγόντες εις μίαν εκκλησίαν κειμένην πλησίον των Τριών Πύργων ύστερον από ικανήν αντίστασιν εφονεύθησαν εκτός ενός, όστις διεσώθη κολυμβών, έν μέρος δε, συνιστάμενον από εικοσιπέντε σχεδόν εκ του σώματος των Επτανησίων, κατέφυγεν εις έν νησίδιον πλησίον της ξηράς, όπου οχυρωθέν εκ του προχείρου και αντιπολεμήσαν γενναίως προς πλήθος πεζών και ιππέων εχθρών και υπομείναν αφόβως τον συνεχή και αλλεπάλληλον κανονοβολισμόν όλην την ημέραν και την ακόλουθον νύκτα, διεσώθη τελευταίον αβλαβές από τον Κριζιώτην, όστις επήγεν εις βοήθειάν του με δύω πλοιάρια, με τα οποία και τους μετέφερεν εις τα μεγάλα πλοία, τα οποία δεν ημπορούσαν να πλησιάσωσιν εκεί διά την ρηχότητα των νερών.
Η δευτέρα αύτη αποτυχία κατελύπησε τον Καραϊσκάκην και ομού με αυτόν όλους τους ευαισθήτους πατριώτας, αλλά την λύπην του την εκορύφωσεν η είδησις του θανάτου του Γκούρα (22), την οποίαν επίτηδες απεσταλμένοι από το φρούριον έφερον εις το στρατόπεδον. Δεν ήτον πλέον καιρός μακρών και βραδέων σκέψεων διότι εκτός της αθυμίας, την οποίαν φυσικώ τω λόγω επροξένησεν εις τους πολιορκουμένους, το συμβεβηκός τούτο ήτον υποψία διαιρέσεων και διχονοιών, το οποίον ημπορούσε να αυξήση τα δεινά των πολιορκουμένων. Συνεκάλεσε λοιπόν όλους τους στρατηγούς και αξιωματικούς τους συγκροτούντας το εν Ελευσίνι στρατόπεδον και ωμίλησεν ούτω· «Το φρούριον των Αθηνών κινδυνεύει και η πτώσις του θέλει είναι πτώσις όλης της Στερεάς Ελλάδος· δεν έχει εις άλλους τας ελπίδας του, παρά εις ημάς· δεν είναι εντροπή μας να το αφήσωμεν απροστάτευτον;» Όλοι ομοφώνως απεκρίθησαν ότι προσφέρουσι και την ιδίαν των ύπαρξιν διά την σωτηρίαν του φρουρίου. «Λοιπόν, επανέλαβεν ο Καραϊσκάκης, εγώ δεν βλέπω άλλον τρόπον αρμοδιώτερον και προχειρότερον, ειμή να δεχθή να εισέλθη εις το φρούριον επί κεφαλής της αποσταλησομένης εις αυτό βοηθείας είς από ημάς, όστις ήθελεν έχει ιδιαίτερον στρατιωτικόν σώμα, το οποίον να τον αγαπά ενταυτώ και να τον σέβεται· διά να μην αποτύχωμεν δε και ταύτην την φοράν, το οποίον θέλει είναι ολεθριώτατον, δύω βλέπω αρμοδιωτέρους, τον εαυτόν μου και τον στρατηγόν Κριζιώτην». Επειδή δε είπον μερικοί ότι δεν συμφέρει ο Γενικός αρχηγός να κλεισθή μέσα εις το φρούριον, αλλά να μείνη έξω και να προσπαθή περί διαλύσεως της πολιορκίας· — «Εκτός τούτου, επρόσθεσεν ο Καραϊσκάκης, ενώ δεν ημπορώ να χρησιμεύσω εις το φρούριον, όσον ο αδελφός μας Κριζιώτης· διότι πρώτην φοράν πατώ ταύτα τα χώματα· ο δε Κριζιώτης ως διατρίψας πολύν καιρόν εις τα εδώ γνωρίζει και τας θέσεις και τους κατοίκους και προ πάντων, διά τας οποίας έχει σχέσεις μετά των εν τω φρουρίω πολεμικών, θέλει κατασταθή σεβαστός εις τους πολιορκουμένους και θέλει διαθέσει άριστα τα πράγματα του φρουρίου». Όλοι ομοφώνως επαίνεσαν την γνώμην του Καραϊσκάκη και παρεκίνησαν τον Κριζιώτην διά να δεχθή το πράγμα. Ο δε Κριζιώτης κινούμενος από φιλοτιμίαν απεδέχθη χωρίς δυσκολίαν το πρόβλημα.
Αλλ' άμα εκοινοποιήθη το πράγμα εις τους στρατιώτας αυτού, συνήχθησαν αμέσως περί αυτόν και μ' όλον ότι τον αγαπούσαν και τον εσέβοντο εις τον ανώτατον βαθμόν, μ' όλον τούτο δεν έλειψαν να του προξενήσωσιν ικανάς δυσκολίας· του επαρρησίασαν κατ' αρχάς τον κίνδυνον, με σκοπόν διά να τον αποτρέψωσιν από τούτο το επιχείρημα. Αλλ' επειδή αυτός επρόβαλεν, ότι είναι έτοιμος να καταφρονήση πάντα κίνδυνον, διά να μην παραβή την υπόσχεσίν του, εστράφησαν εις την αληθή αιτίαν, ότι χωρίς ικανά χρήματα δεν πρέπει να επιχειρισθή τοσούτον επικίνδυνον έργον.
Το κεφάλαιον των χρημάτων το εστοχάσθη απ' αρχής ο Καραϊσκάκης, αλλά μη βλέπων τινά πόρον εσχεδίασε να υποχρεώση, τους στρατηγούς να καταθέσωσι μέρος και τα λοιπά να βιάση τους πλουσιωτέρους εκ των πλησιεστέρων χωρίων διά να τα δώσωσι. Πολλά σύντομα συνήχθησαν τα χρήματα και έγεινεν η ετοιμασία. Αλλά διά να μην αποτύχη και ταύτην την φοράν το επιχείρημα της εις το φρούριον εισόδου, εκρίθη αρμόδιον ώστε όλον το εν Ελευσίνι στράτευμα και τα εν Μεγάροις τότε νεωστί ελθόντα από Κόρινθον να υπάγωσι να τοποθετηθώσι πλησίον του εις Πατήσια στρατοπέδου του Κιουταχή και την νύκτα, καθ' ην ήτον συμφωνημένον να εισέλθη ο Κριζιώτης εις το φρούριον, να επιπέσωσιν, ή τουλάχιστον να πλησιάσωσιν εις το εχθρικόν στρατόπεδον, διά να μη δυνηθώσιν οι εχθροί να υπάγωσιν εις βοήθειάν των εν τη πόλει, όταν ο Κριζιώτης ήθελε δοκιμάσει την είσοδον.
Την νύκτα της ενδεκάτης του Οκτωβρίου ήτον προσδιωρισμένον να δοκιμάση ο Κριζιώτης την είσοδον· έμελλε δε προηγουμένως να υπάγη να ετοιμασθή εις Αμπελάκι, να παραλάβη εκείθεν και το σώμα των Επτανησίων και διά των πλοίων να μεταβή εις τα παράλια της Αττικής. Την ενδεκάτην λοιπόν περί το γεύμα ειδοποιήσας ο Καραϊσκάκης και τους εις Μέγαρα ευρισκομένους, εκίνησε μ' όλον το στράτευμα προς τας Αθήνας διά του Μενιδίου· ήσαν δε όλοι ομού υπέρ τας τρεις χιλιάδας.
Άμα είδον οι εν Μενιδίω Τούρκοι τους Έλληνας, ειδοποίησαν όλους τους κατοίκους, όντας εξαπλωμένους και εργαζομένους εις την προκειμένην πεδιάδα, να συνέλθωσιν εις το χωρίον διά να προφυλαχθώσιν· η από ιππείς όμως συγκειμένη εμπροσθοφυλακή των Ελλήνων προλαβούσα αιχμαλώτισεν ένα Οθωμανόν και δύο εκ των κατοίκων· ακροβολίσθη δε ολίγον και με τους εχθρούς έμπροσθεν του χωρίου. Διαβάντες εκείθεν οι Έλληνες έφθασαν περί την δύσιν του ηλίου εις Ζευγολατείον, χωρίον μικρόν έρημον, μίαν ώραν σχεδόν απέχον του εχθρικού στρατοπέδου. Άμα ενύκτωσεν οπωσούν και συνήλθον όλοι οι στρατιώται, διώρισεν ο Καραϊσκάκης ν' ανάψωσι φωτίας όσας πλειοτέρας δυνηθώσι, διά να φανερώσωσι τον ερχομόν των εις του εχθρούς και να τους παρουσιάσωσι την δύναμίν των μεγαλειτέραν απ' ό, τι πραγματικώς ήτον. Οι εχθροί όμως είχον ήδη πληροφορηθή περί τούτων από δύω ιππείς προαποσταλέντας επίτηδες από τους εις Μενίδι ευρισκομένους Τούρκους.
Την πέμπτην ώραν της νυκτός ήτον συμφωνημένον να πλησιάση ο Κριεζώτης εις το φρούριον, και την ώραν ταύτην έπρεπε και τα έξω στρατεύματα να προσβάλωσιν εις το στρατόπεδον του Κιουταχή. Ο Καραϊσκάκης λοιπόν συγκαλέσας όλους τους αξιωματικούς του στρατεύματος επρόβαλε να γένη έφοδος γενική εις το εχθρικόν στρατόπεδον. Αλλ' επειδή πολλοί εναντιώθησαν, λέγοντες ότι δεν ήτον φρονήσεως έργον να επιπέσωσιν εις ωχυρωμένον στρατόπεδον, αντεπρόβαλε να εκλεχθώσιν οι ανδρειότεροι και τολμηρότεροι, διά να πλησιάσωσι καν εις το στρατόπεδον του εχθρού, να τουφεκίσωσιν από πλησίον και να κάμωσι κάποιον αντιπερισπασμόν, οι δε λοιποί να σταθώσιν οπίσω διά να υποστηρίξωσι τους πρώτους, αν συμβή να κινδυνεύσωσιν. Επειδή όμως ουδέ τούτο το σχέδιον δεν έγεινεν απ' όλους δεκτόν, και από φιλονεικίαν εις φιλονεικίαν μεταβαίνοντες δεν κατώρθωνον τίποτε, ο Καραϊσκάκης υποπτεύσας ότι εγίνετο οργανισμός διά να ματαιωθή ολοτελώς τούτο το κίνημα και ων ανήσυχος διά τον κίνδυνον των περί Κριζιώτην και επομένως του φρουρίου, είπε προς τους παρεστώτας αποφασιστικά· «Η ώρα ήλθε και όποιος αγαπά την πατρίδα ας έλθη κατόπι διά να σώσωμεν το φρούριον». Εκίνησε δε αμέσως πρώτος προς το εχθρικόν στρατόπεδον, και το παράδειγμά του ενέπνευσε θάρρος εις όλους, ώστε εκίνησαν προθύμως κατόπι του και ήθελον ίσως πλησιάσει όλοι εις το εχθρικόν στρατόπεδον, εάν είς από τους σημαντικούς Σουλιώτας αρχηγούς δεν ήθελεν οπισθοδρομήσει, λέγων· «Δεν πηγαίνω να θυσιάσω όσους στρατιώτας διέσωσα από το Μεσολόγγι». Το παράδειγμα τούτου έγεινεν αιτία να μην ακολουθήσωσι και οι λοιποί, άλλοι μην εννοούντες το πράγμα, οι περισσότεροι όμως χωρίς να ηξεύρωσι τίποτε, αλλ' υποθέτοντες ότι έγεινε κατά διαταγήν του αρχηγού.
Ο Καραϊσκάκης επροχωρούσε προς τους εχθρούς, χωρίς να ηξεύρη ότι δεν ακολουθούν οι λοιποί. Τελευταίον όταν επλησίαζον αρκετά εις το εχθρικόν στρατόπεδον, ώστε διέκρινον τους περί τας φωτίας στρατιώτας, του αναγγέλλουν οι περί αυτόν ότι οι λοιποί δεν έρχονται και ότι είναι κίνδυνος μόνοι των, ενώ είναι τόσον ολίγοι, να παρουσιασθώσι πλησίον εις τον εχθρόν· αυτός μ' όλον τούτο επέμενεν εις το να προχωρή και μόλις επείσθη από τας παρακινήσεις των φίλων του να σταθή ολίγον μακράν από τας προφυλακάς του εχθρού, επί λόγω του να συσσωματωθώσιν όλοι ομού πριν εννοηθώσιν από τους εχθρούς. Σταθείς δε ολίγον και ιδών ότι δεν ακολουθούσαν άλλοι, έβαλεν εις γραμμήν τους συνακολουθήσαντας, όντας έως εκατόν πεντήκοντα, και διέταξε να πυροβολήσωσι προς το εχθρικόν στρατόπεδον. Ο σκοπός του τουφεκισμού δεν ήτον πλέον διά βλάβην του εχθρού, αλλά διά να τους ειδοποιήση μόνον περί της πλησιάσεως και να μην τον αφήση να κινηθή προς το μέρος, όθεν έμελλε να εισέλθη ο Κριζιώτης εις το φρούριον (εάν ήθελε γένει γνωστόν το επιχείρημα). Συγχρόνως με τους προχωρήσαντας επυροβόλησαν και οι μείναντες εις το Ζευγολατείον ταχθέντες εις γραμμάς, και αφ' ού ετριπλασίασαν αμφότερα τα μέρη τον πυροβολισμόν των, οι προχωρήσαντες επέστρεψαν όπου και οι λοιποί, και ενωθέντες όλοι ομού επανήλθον την αυτήν νύκτα εις το στρατόπεδον.
Ήτον σύνθημα της εις το φρούριον εισόδου του Κριζιώτου το να ριφθώσιν εννέα κανόνια. Ο Καραϊσκάκης βλέπων ότι επροχώρει η νύκτα, ήτον εις μεγάλην αγωνίαν περί του επιχειρήματος· διότι δεν ηκούετο σύνθημα· αλλά τελευταίον περί την δεκάτην ώραν της νυκτός ηκούσθη ο κρότος των κανονίων της Ακροπόλεως, και ο Καραϊσκάκης, όλος χαρά, δεν είχε πλέον όρεξιν ύπνου, αν και αγρύπνησε και εκακοπάθησεν ικανώς όλην εκείνην την νύκτα. Το αίτιον του να μη προφθάση ο Κριζιώτης εις το φρούριον κατά την διωρισμένην ώραν υπήρξεν η εναντιότης των ανέμων· κανέν άλλο εναντίον συνάντημα δεν συνέβη εις αυτόν. Αποβάς περί το μεσονύκτιον εις το μεταξύ του Πειραιώς και Μουνυχίας παράλιον και αναπαυθείς ολίγον, εκίνησε προς το φρούριον ενθαρρύνων και παρακινών τους στρατιώτας· διαβάς δε εν τω μέσω των εχθρών, πριν τους δώση καιρόν να τον εννοήσωσι και να τον κτυπήσωσιν, εισήλθεν ασφαλώς εις το φρούριον (23).
Προ καιρού ο Καραϊσκάκης είχε γνωρίσει ότι κατά πρόσωπον πολεμών τον εχθρόν, δεν ήτον δυνατόν να διαλύση την πολιορκίαν των Αθηνών. Ενόμιζε λοιπόν ωφέλιμον προς διάλυσιν της πολιορκίας ταύτης το να εκστρατεύση εις τας έμπροσθεν επαρχίας της Στερεάς Ελλάδος, όπου όσον ήθελε προχωρεί, τόσον ήθελεν αυξάνει τας εδικάς του δυνάμεις με την προσθήκην των εις τους εχθρούς υποδουλωμένων Ελλήνων και ήθελε βλάπτει τας του εχθρού με το εμπόδισμα των τροφών και της διαβάσεως νέων στρατευμάτων. Αλλά διά να βάλη εις πράξιν τοιούτον σχέδιον έπρεπε να έχη πολύ περισσοτέρας δυνάμεις απ' όσας είχεν υπό την οδηγίαν του. Επ' αυτώ τω σκοπώ είχε γράψει προ καιρού εις την Διοίκησιν διά να τον ενδυναμώση και με άλλα στρατεύματα. Επειδή δε είχεν ήδη τελειώσει η σύναξις των σταφίδων της Κορίνθου και τα εκεί συνελθόντα στρατεύματα ήσαν πλέον περιττά, η Διοίκησις τα διέταξε να υπάγωσιν εις το εν Ελευσίνι στρατόπεδον υπό τη οδηγίαν του Καραϊσκάκη διά να συμπράξωσιν εις τα υπέρ της Στερεάς Ελλάδος πολεμικά επιχειρήματά του.
Ο Καραϊσκάκης, αφ' ού το φρούριον κατέστη εις την ανήκουσαν ασφάλειαν, βλέπων ότι ήτον αρμόδιος καιρός να εκστρατεύση κατά το προμελετηθέν σχέδιον, προσκληθείς και από τον Γ. Δυωβουνιώτην και I. Ρούκην όντας τότε υποτεταγμένους εις τους εχθρούς, απεφάσισε να κινηθή· έκρινε όμως αναγκαίον να κοινοποιήση προηγουμένως το σχέδιον τούτο και εις τους εις Μέγαρα στρατοπεδευμένους Σουλιώτας αρχηγούς, διά να τους πείση να συνεκστρατεύσωσι προθύμως και αυτοί· και τούτο διότι υπώπτευεν ότι, έχοντες προς αυτόν αντιζηλίαν, εμπορούσαν να μην ακολουθήσωσιν εις την εκστρατείαν, προφασιζόμενοι ότι δεν τους εσυμβουλεύθη. Επροσκάλεσε λοιπόν όλους τους αρχηγούς και πρώτους αξιωματικούς αυτού του σώματος και τους εκοινοποίησε το σχέδιον. Αυτοί απεκρίθησαν ότι το εγκρίνουν και το αποδέχονται, αλλ' ότι ως υπηρετήσαντες και αυτοί σημαντικά την πατρίδα, ενόμιζον ανάξιον του χαρακτήρος των να μην έχωσιν ιδιαίτερον αρχηγόν. Ο Καραϊσκάκης, είτε από μετριοφροσύνην, είτε από πολιτικήν, απεδέχθη το πρόβλημά των και απεφάσισαν εκ συμφώνου να διαιρεθή η γενική αρχηγία εις τριμελή επιτροπήν, να ήναι μέλη αυτής ο Καραϊσκάκης, ο Νικήτας και όποιος έμελλε να εκλεχθή από τους Σουλιώτας.
Όταν εγίνετο η συνομιλία αύτη, ο Καραϊσκάκης δεν είχε μαζύ του κανένα σχεδόν από τους υπ' αυτόν στρατηγούς και αξιωματικούς. Έκρινε λοιπόν αναγκαίον να τους προσκαλέση και να τους κοινοποιήση τα γενόμενα. Η ομιλία αύτη είχεν ήδη διαδοθή εις το στρατόπεδον και εγίνετο πολύς ψιθυρισμός· είχε δε ούτος την αρχήν του από την μεταξύ Σουλιωτών και λοιπών Στερεοελλαδιτών υπάρχουσαν διαίρεσιν
(24), η οποία τόσον είχεν εξάψει τα πνεύματα αμφοτέρων των μερών, ώστε ουδ' εις το παραμικρόν δεν παρεχώρει παντελώς το έν εις το άλλο. Όταν ο Καραϊσκάκης εκοινοποίησε το πράγμα εις τους συνελθόντας αξιωματικούς του στρατοπέδου, όλοι αντέτειναν με αγανάκτησιν
(25). Επροσπάθησεν ο Καραϊσκάκης να τους καταπραΰνη, λέγων ότι το πράγμα τούτο αν ήναι πειρακτικόν, είναι διά την εδικήν του φιλοτιμίαν· αυτός όμως παραχωρεί διά το συμφέρον της πατρίδος· αλλ' αυτοί επιμένοντες κατήντησαν να του ειπώσιν, ότι υπ' αυτόν μόνον αρχηγόν είν' έτοιμοι να θυσιάσωσι και την ιδίαν των ζωήν, δεν ανέχονται όμως να τον ακολουθήσωσιν εις εκστρατείαν, καθ' ην θέλει έχει και άλλους συναρχηγούς. Αν δε αυτός έχει σταθεράν απόφασιν να κάμη κατά την γνώμην των Σουλιωτών, ας μη λογαριάση πλέον αυτούς διά συντρόφους του. Επρόσθεσαν δε ότι τότε μόνον ηδύναντο ν' αποδεχθώσι της αρχηγίας την διαίρεσιν, όταν ήθελε το διορίσει η Κυβέρνησις
(26).
Ο Καραϊσκάκης βλέπων το αμετάπειστον της γνώμης των, ειδοποίησε τους Σουλιώτας διά γράμματος, εις το οποίον υπεγράφησαν και όλοι οι αξιωματικοί του στρατοπέδου, τους επρόβαλε δε, αν θέλουν, να συνακολουθήσωσιν εις την υπέρ της Στερεάς Ελλάδος εκστρατείαν, μενόντων των πραγμάτων εις την οποίαν ήσαν κατάστασιν. Οι Σουλιώται ηρνήθησαν αποφασιστικά το να λάβωσι μέρος εις ταύτην την εκστρατείαν. Αλλ' έν συμβεβηκός, το οποίον ημπορεί να νομισθή, ως ευτύχημα διά τον Καραϊσκάκην και την Στερεάν Ελλάδα, συνετέλεσεν εις την επιτυχίαν της εκστρατείας και εμψύχωσε τους περί τον Καραϊσκάκην.
Μέγα μέρος των εν Κορίνθω υπό διαφόρους οπλαρχηγούς συνελθόντων στρατευμάτων νομίζον ότι αδικείτο εις τους μισθούς του από τους πρωτίστους Σουλιώτας αρχηγούς, απεχωρίσθη από αυτούς· συσσωματωθέν δε και συνδεθέν με όρκους και άλλους δεσμούς ωνομάσθη Ηπειρωτοσουλιωτικόν σώμα και απεφάσισε ν' ακολουθήση τον Καραϊσκάκην, της βοηθείας του οποίου ενόμισεν ότι είχεν ανάγκην. Οι συγκροτούντες τούτο το σώμα ήρπασαν ικανόν μέρος σταφίδων ανήκον εις ιδιώτας Κορινθίους διά να πληρωθώσι μισθούς, χρεωστουμένους εις αυτούς παρά της Διοικήσεως ή παρά των αρχηγών των. Υποπτεύοντες δέ τινα καταδρομήν επρόβαλον εις τον Καραϊσκάκην να τον συνακολουθήσωσιν επί υποσχέσει του να υπερασπισθή τα οποία ενόμιζον ότι είχον δίκαια. Ο Καραϊσκάκης νομίζων ότι δεν ήτον όλον το άδικον από μέρος των και επειδή με την συνδρομήν αυτών ηδύνατο να βάλη εις ενέργειαν την υπέρ της Στερεάς Ελλάδος εκστρατείαν, εδέχθη ευχαρίστως το πρόβλημά των, υποσχεθείς να διορθώση το πράγμα από μέρους της Κυβερνήσεως.
Ενώ δε εγίνοντο ταύτα, ο Φαβιέρος μείνας αρκετόν καιρόν εις Αμπελάκι άπρακτος, διά να παύση την κατακραυγήν των ανθρώπων ότι δεν λαμβάνει μέρος εις τον πόλεμον, απεφάσισε να κινηθή εις κανέν επιχείρημα. Ελθών λοιπόν εις Ελευσίνα επρόβαλεν εις τον Καραϊσκάκην ότι εσχεδίασε να επιπέση εις τους εις Θήβας στρατοπεδευμένους εχθρούς και ότι επιθυμεί να λάβη συμβοηθούς εις το επιχείρημά του έως τριακοσίους ατάκτους στρατιώτας. Ο Καραϊσκάκης μαθών ότι η διάβασις του στρατεύματος έμελλε να γένη από τόπον πεδινόν και γνωρίζων τον χαρακτήρα και την συνήθειαν των Ελλήνων στρατιωτών, παρέστησεν εις τον Φαβιέρον το δυσκατόρθωτον της επιχειρήσεως, του επρόσθεσε δε· «Αν κατορθώσης να διώξης τους Τούρκους από την πόλιν των Θηβών και να την κυριεύσης, δυσκόλως μεν, ίσως όμως δυνηθής να την διαφυλάξης εις δευτέραν εχθρικήν συμπλοκήν· εάν όμως αποτύχης, ολίγους των τακτικών θέλεις διασώσει διωκομένους εις την πεδιάδα από το ιππικόν των εχθρών». Αλλ' επειδή ο Φαβιέρος επέμενεν, ο Καραϊσκάκης, διά να μη λέγεται ότι εμπόδισε το πράγμα από κακοβουλίαν του, παρεχώρησε και διέταξε τον Δ. Καλλέργην και Στέφον Σέρβον (τους οποίους ονομαστί εζήτησεν ο Φαβιέρος) να παραλάβωσι τους στρατιώτας των, όντας έως τριακοσίους, και να ακολουθήσωσι τον Φαβιέρον εις τούτο το επιχείρημα.
Την εννάτην λοιπόν του Οκτωβρίου οι δύω ούτοι αξιωματικοί κινήσαντες από Ελευσίνα και ενωθέντες εις Κούντουρα με τους τακτικούς, επροχώρησαν εκείνην την νύκτα έως εις τον Ασωπόν, όπου έμειναν ν' αναπαυθώσιν ολίγον. Ιδόντες δε οι Έλληνες και προ πάντων οι άτακτοι, ότι ο δρόμος ήτον διά της πεδιάδος, και φοβηθέντες μη απαντηθώσιν από εχθρικόν ιππικόν, ή αποτυχόντες του επιχειρήματος καταδιωχθώσι, δεν ηθέλησαν να προχωρήσωσι· και μέρος μεν εκ των ατάκτων αντέτεινε φανερά, μέρος δε εκρύπτετο καθ' οδόν, ώστε ο Φαβιέρος, αφ' ού επροχώρησεν ολίγον και είδεν ότι όσον προώδευε το στράτευμα, τόσον ωλιγόστευε, απελπισθείς του να δυνηθή να φέρη τον σκοπόν του εις έκβασιν, διώρισε τους Έλληνας να οπισθοδρομήσωσι, και ούτως οι μεν μετά του Καλλέργη και Στέφου επέστρεψαν πάλιν εις Ελευσίνα, το δε τακτικόν μετά του Φαβιέρου μετέβη και εστάθη εις Μέγαρα.
Ο Καραϊσκάκης επιθυμών να κάμη βασιμωτέραν την εις την Στερεάν Ελλάδα εκστρατείαν του, ώστε να ελπίζη πιθανώτερον περί της επιτυχίας της, επρόβαλεν εις τον Φαβιέρον να συνακολουθήση μετά του τακτικού. Αλλ' αυτός, ενώ υπεσχέθη κατ' αρχάς, ύστερον ηρνήθη είτε διά την μεταξύ αυτού και του Καραϊσκάκη δυσαρέσκειαν, είτε πεισθείς εις τους Σουλιώτας αρχηγούς, ή τελευταίον διότι ενόμιζε δύσκολον την διατήρησιν των τακτικών εις επαρχίας εν μέρει μεν έρημους, εν μέρει δε συμπραττούσας μετά των εχθρών. Ο Καραϊσκάκης ελυπήθη διά την άρνησιν· μ' όλον τούτο απεφάσισε να βάλη εις πράξιν το περί της εκστρατείας ταύτης σχέδιον και χωρίς την σύμπραξιν του τακτικού.
Αφ' ού όλα τα της εκστρατείας έγειναν έτοιμα, ο Καραϊσκάκης συνεκάλεσεν όλους τους συγκροτούντας το στρατόπεδον στρατηγούς και αξιωματικούς, και αφ' ού με την συγκατάθεσιν αυτών διώρισε τον Βάσον αρχηγόν του εν Ελευσίνι στρατοπέδου, επρόβαλεν εις τους λοιπούς, όσοι έμελλον να συνακολουθήσωσιν, ότι διά να επιτύχωσιν εις την εκστρατείαν ταύτην είναι απαραιτήτως αναγκαίον να έχωσι τους στρατιώτας των εις την πλέον αυστηράν ευταξίαν και υποταγήν· να μη συγχωρήσωσι δε ή παραβλέψωσι κανέν είδος καταχρήσεως· διότι η εις τους εχθρούς υποταγή της Ρούμελης κατά μέγα μέρος επήγασεν από αυτάς τας καταχρήσεις. «Έπειτα (είπε) πώς θέλουν έλθη με ημάς οι κάτοικοι των επαρχιών, εις τας οποίας μέλλομεν να υπάγωμεν, εάν ημείς φερώμεθα προς αυτούς και από τους ιδίους Τούρκους χειρότερα;» Απεδέχθησαν όλοι με προθυμίαν τα λεγόμενα. Αλλ' ο Καραϊσκάκης διά πλειοτέραν ασφάλειαν διέταξε να γενή έγγραφον υποσχετικόν περί της ευταξίας ταύτης, το οποίον υπογραφέν απ' όλους τους στρατηγούς και αξιωματικούς, παρεδόθη εις χείρας του. Περιείχετο δε προς τοις άλλοις εις το έγγραφον τούτο ότι ο ατακτήσας θέλει παιδεύεται αυστηρώς από τον αρχηγόν, χωρίς να δύναται κανείς από τους συμφωνήσαντας να τον εξαιρέση της ευθύνης, και αν ήθελεν ανήκει ιδίως εις αυτόν. Όλον το σώμα το οποίον απεφασίσθη διά την εκστρατείαν ταύτην εσυμποσούτο από δύω χιλιάδας πεντακοσίους πολεμιστάς. Με τούτους επεχείρησεν ο Καραϊσκάκης το μέγα έργον της επαναστάσεως της Ρούμελης.
Την εικοστήν πέμπτην του Οκτωβρίου περί το μεσημέρι εκίνησεν από την Ελευσίνα το στράτευμα· έμεινε δε την νύκτα εις τα Κουντουριώτικα Καλύβια και την ερχομένην ημέραν μετέβη εις Κάζαν, όπου διέμεινε και την επιούσαν νύκτα. Ο Καραϊσκάκης διά να πληροφορηθή ακριβώς αν δεν υπάρχωσιν εις κανέν μέρος της διαβάσεως εχθροί, διά να προλάβη αφυλάκτους τους εις Δομπραίναν και να προξενήση καμμίαν βλάβην εις αυτούς διά το αιφνίδιον, έκρινεν αναγκαίον να στείλη μίαν εμπροσθοφυλακήν. Διώρισε λοιπόν εις τούτο τον Αλέξην Γαρδικιώτην Γρίβαν, όστις λαβών τριακοσίους περίπου στρατιώτας εκίνησεν ολίγον μετά την δύσιν του ηλίου προς την Δομπραίναν. Μόλις όμως εμβήκεν εις τον δρόμον και ήρχισε ραγδαιοτάτη βροχή, η οποία δεν άφησε να τελεσφορήση τούτο το επιχείρημα. Οι στρατιώται διά το βαθύ της νυκτός σκότος και διά την βροχήν απεπλανήθησαν και διεσκορπίσθησαν, και μόλις έν σώμα από τριάκοντα μόνον έφθασε πλησίον εις την Δομπραίναν και τοποθετηθέν εις ένα αντικρύ αυτής λόφον επαρατηρούσε τα κινήματα των εχθρών· αλλά χωρικοί τινες εργαζόμενοι εις την παρακειμένην πεδιάδα, ιδόντες αυτούς και νομίσαντες ότι ήλθον να λαφυραγωγήσωσιν, ως και άλλοτε συνέβαινεν, ανήγγειλαν το πράγμα εις τους εχθρούς. Αυτοί δε έπεμψαν αμέσως τριάκοντα ιππείς διά να προφυλάξωσι τα ζώα των και τα των κατοίκων και να καταδιώξωσι τους Έλληνας. Ενώ επροχώρουν οι ιππείς ούτοι προς τον λόφον, απαντώσιν ένα στρατιώτην Βούλγαρον από την εμπροσθοφυλακήν του Ελληνικού στρατεύματος, ο οποίος επροχώρει μόνος προς την Δομπραίναν, νομίζων ότι οι φαινόμενοι ιππείς ήσαν Έλληνες. Οι εχθροί συλλαβόντες αυτόν ζώντα έμαθον ότι ήρχετο κατ' αυτών ο Καραϊσκάκης, και αμέσως επιστρέψαντες ωχυρώνοντο εις τους πύργους και εις τας δυνατωτέρας οικίας του χωρίου.
Ολίγον προ της δύσεως του ήλιου έφθασεν ο Καραϊσκάκης εις Δομπραίναν και αμέσως προσέβαλεν εις το χωρίον με όσους έτυχε να φθάσωσι συγχρόνως με αυτόν· οι δε λοιποί Έλληνες, φθάνοντες ανά σώματα (επειδή από τας βροχάς και το μάκρος της οδοιπορίας είχον διακοπή καθ' οδόν) ερρίπτοντο αμέσως κατά των εχθρών· τέλος περικυκλώσαντες πανταχόθεν το χωρίον και εφορμήσαντες το εκυρίευσαν, εκτός των τριών πύργων και των περί το μέσον του χωρίου τέσσαρων ή πέντε οικιών, όπου κατέφυγον οι εχθροί καί τινες των οικογενειών, όσαι ή επρόκριναν να μείνωσι μετά των εχθρών, ή δεν εδυνήθησαν να φύγωσιν, όταν έφυγον και οι λοιποί κάτοικοι του χωρίου. Εκυρίευσαν οι Έλληνες έως τριάκοντα ίππους πολεμιστηρίους καί τινα φορτηγά, τα οποία μετεκόμιζον τα εφόδια των εχθρών.
Ο Καραϊσκάκης επροσπάθησε να πείση τους Έλληνας να μείνωσιν εις Δομπραίναν διά να φυλάξωσι πολιορκημένους τους εχθρούς, αλλ' αυτοί, μη όντες εις κατάστασιν ν' αγρυπνήσωσι διά την εκ της μακράς οδοιπορίας κακοπάθειαν, δεν επείσθησαν, αλλ' αφ' ού ελαφυραγώγησαν το χωρίον, μετέβησαν την νύκτα εις Κακόσι. Οι εχθροί λοιπόν μείναντες την νύκτα εκείνην αφύλακτοι ωχυρώθησαν καλήτερον και έστειλαν εις τα πλησιέστερα εχθρικά στρατόπεδα διά να πέμψωσι βοηθείας όσον το δυνατόν ταχύτερον. Εις την συμπλοκήν ταύτην από τους Έλληνας εφονεύθη είς και επληγώθησαν πέντε· ασήμαντος πρέπει να εστάθη και η ζημία των εχθρών· διότι επολεμούσαν από τας οικίας.
Την ερχομένην ημέραν εισήλθαν πάλιν οι Έλληνες εις τας οικίας της Δομπραίνας και επολέμουν τους εχθρούς, αλλ' αυτοί οχυρωθέντες την νύκτα και επελπίζοντες εις τας οποίας επεκαλέσθησαν βοηθείας, επέμενον με τολμηρότητα. Ο Καραϊσκάκης υποπτεύων ότι έμελλον να φθάσωσιν ογλήγορα εχθρικαί βοήθειαι, έβαλε σκοπιάς εις όλους τους δρόμους τους φέροντας προς την Δομπραίναν και αμέσως του ανήγγειλαν ότι εκατόν περίπου ιππείς ήρχοντο από το εν Θήβαις στρατόπεδον. Τρέχει αυτοπροσώπως ο ίδιος μετά τινων πεζών και ολίγων εφίππων και προκαταλαβών έν μέρος όπου εστένευεν αρκετά ο δρόμος, εκτύπησεν, οπισθοδρόμησε και εδίωξεν εις τα οπίσω τους εχθρούς, αφ' ού τους επροξένησεν ικανήν ζημίαν.
Επιθυμών δε ο Καραϊσκάκης να εξώση τους εχθρούς από την Δομπραίναν όσον το δυνατόν συντομώτερα, διά να μην καταφθάσωσι νέαι βοήθειαι και τους ενδυναμώσωσι περισσότερον, διέταξε και μετεκόμισαν έν κανόνιον από την εις τον λιμένα Δομπραίνης ευρισκομένην Ελληνικήν γολέτταν (27), αλλ' η βλάβη την οποίαν και δι' αυτού επροξενούσεν εις τους εχθρούς ήτον ασήμαντος, διότι οι πύργοι, προς τους οποίους διευθύνετο, ήσαν δυνατής κατασκευής και εχρειάζοντο πολλαί και αλλεπάλληλοι βολαί διά να εξασθενήση ή να κατεδαφισθή μέρος αυτών. Ο Καραϊσκάκης μ' όλον τούτο είχε δώσει διαταγήν να κανονοβολώσι καθ' ημέραν μεταφέροντες το κανόνιον πλησίον εις το χωρίον, διά να έχωσιν ενασχόλησιν τρόπον τινά και εμψύχωσιν οι στρατιώται και διότι η είδησις, του ότι το Ελληνικόν στρατόπεδον είναι προμηθευμένον και με κανόνια, ηδύνατο να ενθαρρύνη τους υπό τον εχθρόν Έλληνας, επειδή εβεβαιόνοντο τρόπον τινά ότι οι περί τον Καραϊσκάκην δεν ήλθον διά να λαφυραγωγήσωσι και να φύγωσιν.
Ενώ δε μίαν ημέραν ετοποθέτησαν το κανόνιον είς τινα θέσιν μόλις απέχουσαν ως βολήν τουφεκίου από τον εις το κέντρον του χωρίου πύργον και πλήθος στρατιωτών συνέρρευσεν εις την θέσιν ταύτην και εις τας ακρινάς του χωρίου οικίας, συμβαίνει μία ραγδαιοτάτη βροχή συντροφευμένη με σφοδρότατον άνεμον, το οποίον έκαμε τους στρατιώτας να μεταβώσι κατ' ολίγους εις τας κατοικίας των. Ο Καραϊσκάκης, αν και δεν ήτον εις το μέρος όπου εγίνετο η συμπλοκή, υπώπτευσεν όμως εκείνο το οποίον και τω όντι είχε συμβή και έδραμε διά να φροντίση να μετακομισθή το κανόνιον εις τόπον ασφαλή. Έως να φθάση εις τον τόπον, όπου ήτον το κανόνιον, ολίγοι στρατιώται διέμειναν, οι λοιποί είχον ήδη φθάσει εις Κακόσι, απ' όσους δε απαντούσε καθ' οδόν εκείνοι μόνον επέστρεφον, όσοι τον εντρέποντο, και είχον φιλοτιμίαν. Έπιασε και μόνος του το σχοινίον, διά του οποίου εσύρετο το κανόνιον, έφθασε και ο Νικήτας και άλλοι τινές αξιωματικοί και ούτω το μετεκόμιζον εις το στρατόπεδον. Ενώ εγίνοντο ταύτα, αναγγέλλουσιν εις τον Καραϊσκάκην ότι έν σώμα Ελλήνων, το οποίον είχεν υπάγει εις τα αμπέλια της Δομπραίνας, επερικυκλώθη από τους εχθρούς και είναι εις μέγιστον κίνδυνον. Αφιερώνει αμέσως εις τον Νικήταν και τους λοιπούς αξιωματικούς την φροντίδα της μετακομίσεως του κανονίου και αυτός διευθύνεται προς το μέρος όπου ήσαν οι κινδυνεύοντες με μόνον ένα από τους υπηρέτας του και ένα εθελοντήν, αφ' ού όμως εμήνυσε να εξέλθωσι και άλλοι στρατιώται από το χωρίον. Αλλά μόλις επροχώρησεν ολίγον και απαντά ερχομένους τους Έλληνας, εις βοήθειαν των οποίων επήγαινεν. Ενώ επέστρεφεν ο Καραϊσκάκης εις την κατοικίαν του καταβεβαρημένος από την βροχήν, από την λάσπην και από τον κόπον, ιδών πλησίον του τον εθελοντήν (28), τον οποίον εγνώριζεν ότι διά περιέργειαν και φιλοτιμίαν εξέθεσε τον εαυτόν του εις τους κόπους και τους κινδύνους της εκστρατείας· «Βλέπεις (λέγει προς αυτόν) εις ποία βάσανα είμεθα υποκείμενοι; και μ' όλα ταύτα ποίος μας το γνωρίζει; — Αν κατά το παρόν (απεκρίθη ο νέος) τα πάθη δεν αφίνουν να γνωρισθώσιν αι εκδουλεύσεις και οι αγώνες σου, δεν πρέπει ν' απελπισθής. Θέλει έλθει καιρός να γνωρίσωσι την αξίαν εκάστου και ν' αποδώσωσι τον ανήκοντα έπαινον και την δικαίαν αμοιβήν. —
Γράφε καν (επανέλαβεν ο Καραϊσκάκης) γράφε ό, τι βλέπεις και τούτο θέλει είναι αρκετή ανταμοιβή δι' ημάς.
Το φθάσιμον των Ελληνικών στρατευμάτων εις Δομπραίναν έγεινεν αμέσως γνωστόν εις όλας τας πέριξ επαρχίας, αλλ' οι κάτοικοι δεν ετόλμησαν να λάβωσι τα όπλα, υποπτεύοντες μήπως η εκστρατεία είναι προσωρινή και μόνον διά λαφυραγωγίαν. Ταύτην την ατολμίαν βλέπων και ο Ρούκης εζήτησεν από τον Καραϊσκάκην να στείλη εις αυτόν στρατιωτικήν τινα δύναμιν, διά να εμψυχώση τους κατοίκους και να τους κινήση πάλιν εις πόλεμον κατά του εχθρού. Ο Καραϊσκάκης πεπεισμένος και ο ίδιος διά την ανάγκην ταύτην, απέστειλε τον Γαρδικιώτην Γρίβαν και Νάκον Πανουργιά με περίπου τετρακοσίους στρατιώτας, γράψας και προς τον Δυοβουνιώτην και προς τους λοιπούς αρχηγούς των όπλων να λάβωσι προθύμως μετοχήν εις τον παρόντα κρίσιμον αγώνα.
Διεδόθη και εις την Πελοπόννησον η είδησις της εις Δομπραίναν αφίξεως και στρατοπεδεύσεως του Καραϊσκάκη και πολλοί από τους εκεί ευρισκομένους Στερεοελλαδίτας συσσωματούμενοι ήρχοντο εις βοήθειάν του. Η προθυμία της εις Ρούμελην εκστρατείας ανεφάνη και εις τους υπό την οδηγίαν των Σουλιωτών αρχηγών στρατιώτας, οι οποίοι ήρχισαν ήδη και ν' αποσπώνται, όταν και οι ίδιοι αρχηγοί των απεφάσισαν να μεταβώσι και αυτοί εις Δομπραίναν και να συμμεθέξωσιν εις τον ιερόν τούτον αγώνα. Μόνον από τους αρχηγούς τούτους ο Κώστας Μπότζαρης και Κήτζος Τσαβέλας δεν ωδήγησαν αυτοπροσώπως τα υπό την οδηγίαν των σώματα εις ταύτην την εκστρατείαν είτε διά να μην αναγνωρίσωσι με την πράξιν αρχηγόν τον Καραϊσκάκην, είτε διότι είχον σκοπόν να λάβωσι μέρος εις την τότε συγκροτουμένην Εθνικήν Συνέλευσιν.
Οι κάτοικοι των πέριξ επαρχιών αν και έβλεπον ότι το Ελληνικόν στρατόπεδον ηύξανεν ολοέν και η εκστρατεία αύτη αποκατεστήνετο σημαντικωτάτη διά την εις Βιτιρνίτζαν διάβασιν του Δ. Μακρή και Γ. Δράκου και διά την εις Ταλάντι απόβασιν των Ολυμπιακών στρατευμάτων, μ' όλα ταύτα δεν ετόλμων να λάβωσι τα όπλα κατά των εχθρών και να συμπράξωσι με τον Καραϊσκάκην. Ως και αυτά τα περί το στρατόπεδον χωρία, μ' όλον ότι δεν ήσαν πλησίον Τούρκοι, δεν ετόλμησαν να κινηθώσιν, αλλ' εζήτησαν από τον Καραϊσκάκην δύναμιν. Ο Καραϊσκάκης αφ' ού ενεθάρρυνε τους απεσταλμένους των, έστειλεν εις βοήθειάν των τον Αντώνιον Κοντοσόπουλον και Γιαννάκην αδελφόν του Οδυσσέως με διακοσίους περίπου στρατιώτας, οι οποίοι μετέβησαν αμέσως κ' ετοποθετήθησαν εις τα χωρία Ζαγαρά και Κουτουμουλά. Οι κάτοικοι των χωρίων τούτων θέλοντες να δείξωσιν εις τους εχθρούς, (μετά των οποίων, φαίνεται, συνεννοούντο) ότι εξ ανάγκης εδέχθησαν τους Έλληνας, και ν' αποκτήσωσι με τούτο καταφύγιον εις εναντίαν περίστασιν, ειδοποίησαν τον Μουσταφάμπεην αρχηγόν των κατά τας επαρχίας ταύτας τουρκικών στρατευμάτων, ευρισκόμενον τότε εις Λεβαδείαν· αυτός δε ετοιμασθείς εκίνησεν αμέσως προς τα χωρία ταύτα. Οι Έλληνες μη ελπίζοντες να ήναι τόσον μεγάλη η εχθρική δύναμις, εξαπλωθέντες εις τόπον περισσότερον απ' όσον ήσαν ικανοί να φυλάξωσι και μη οχυρωθέντες καλώς ουδ' εις αυτόν, ηναγκάσθησαν εις πρώτην έφοδον των εχθρών να τραπώσιν εις φυγήν, ήτις απέβη εις αυτούς πολλά επιζήμιος· διότι εφονεύθησαν υπέρ τους τριάκοντα πέντε και εσυλλήφθησαν ζώντες μερικοί, εν οις και ο Γιαννάκης αδελφός του Οδυσσέως, τον οποίον όμως εφόνευσαν μετ' ολίγον.
Οι εις Ζαγαρά πολεμήσαντες Τούρκοι, όντες έως οκτακόσιοι και έχοντες επί κεφαλής τον Μουσταφάμπεην, ήλθον την ερχομένην ημέραν εις βοήθειαν των εις Δομπραίναν αποκλεισμένων. Ο Καραϊσκάκης μη γνωρίζων πόση ήτον η δύναμις αύτη των εχθρών και επειδή δεν ήτον θέσις αρμοδία εις τον δρόμον του διά να προσπαθήση να εμποδίση την διάβασίν των, διέταξε τους Έλληνας να φυλάττωσι καλώς τας μεταξύ Δομπραίνας και Κακοσίου θέσεις των. Οι Τούρκοι, άμα επλησίασαν εις το χωρίον, χωρίς να στρατοπεδεύσωσι και να ησυχάσωσιν οπωσούν, ώρμησαν αμέσως εναντίον σώματός τινος Ελλήνων ωχυρωμένου εις μίαν εκκλησίαν, απέχουσαν ως βολήν τουφεκίου από τας ακρινάς οικίας της Δομπραίνας. Οι Έλληνες υπέμειναν την ορμήν των, οι δε Τούρκοι τοποθετηθέντες όπισθεν των πέριξ πετρών αντεπολέμουν, αλλά μετ' ολίγας στιγμάς οι Έλληνες εξελθόντες από τους προμαχώνας των και εφορμήσαντες κατ' αυτών τους εδίωξαν έως εις τας οικίας και ετοποθετήθησαν αυτοί όπου ήσαν οι Τούρκοι. Μετά τινα αντιτουφεκισμόν, επειδή ο στρατητηγός Νικήτας εσηκώθη διά να εφορμήση πλησιέστερον κατά των εχθρών, οι Έλληνες νομίσαντες τούτο σημείον οπισθοδρομήσεως, αμέσως επέστρεψαν όλοι εις την εκκλησίαν, οι δε Τούρκοι κατέλαβον πάλιν την προτέραν των θέσιν.
Ηκολούθει ακόμη με ζωηρότητα η μάχη, όταν εφάνη έν σώμα εχθρών πεζών και ιππέων συνιστάμενον από χιλίους περίπου πολεμιστάς και ερχόμενον από Αττικήν εις βοήθειαν των εις Δομπραίναν πολιορκουμένων. Οι Έλληνες, χωρίς να ταραχθώσι διόλου διά την παρουσίαν αυτής της σημαντικής εχθρικής δυνάμεως, επέμειναν αντιμαχόμενοι εις τους εχθρούς έως την νύκτα, ότε ούτοι ανεχώρησαν εις Δομπραίναν. Το από την Αττικήν ελθόν στράτευμα δεν έλαβε διόλου μέρος εις την μάχην ταύτην, το οποίον έδωκεν αφορμήν εις τους Έλληνας να συμπεράνωσιν ότι την ερχομένην ημέραν έμελλε να γένη σημαντική συμπλοκή. Κανέν σώμα δεν ηθέλησε να μείνη εις την εκκλησίαν, φοβούμενον μην αποκλεισθή από τους εχθρούς και δεν δυνηθή πλέον να λάβη βοήθειαν· ο Καραϊσκάκης λοιπόν διέταξε τους φυλάττοντας ταύτην την θέσιν ν' αναχωρήσωσι την νύκτα, αφού καταστρέψωσι τα περί την εκκλησίαν οχυρώματα.
Ο Καραϊσκάκης βλέπων ότι η δύναμις των εχθρών κατέστη σημαντική και υποθέτων ότι ο Μουσταφάμπεης, Αλβανός πολεμιστής και φιλότιμος, έμελλεν αφεύκτως να κινηθή κατά του στρατοπέδου αυτού των Ελλήνων, διέταξε και κατεσκευάσθη διά νυκτός έν οχύρωμα εις την πλευράν του στρατοπέδου την βλέπουσαν προς Δομπραίναν επί των ερειπίων παλαιού τινος τείχους και εσύστησε τας αναγκαίας περί το στρατόπεδον φυλακάς. Οι Τούρκοι όμως ούτε την νύκτα εκείνην, ούτε τας ακολούθους ημέρας δεν έκαμαν κανέν κίνημα· ευχαριστήθησαν μόνον να βάλωσι φρουράν εις την εκκλησίαν, την οποίαν άφησαν οι Έλληνες, και να την οχυρώσωσιν. Οι Έλληνες ενθαρρυνόμενοι από την ακινησίαν των Τούρκων, εξήρχοντο πολλάκις κατ' αυτών και έδιδον αιτίαν πολέμου, αλλ' αυτοί δεν εκινούντο εις σημαντικήν συμπλοκήν, ηκροβολίζοντο μόνον μακρόθεν και επέστρεφον εις τα ίδια. Τελευταίον ο Μουσταφάμπεης αφήσας έως επτακοσίους πολεμιστάς εις Δομπραίναν, παρέλαβε τα λοιπά στρατεύματα και ανεχώρησε.
Δεν εβράδυναν πολύ οι Έλληνες να γνωρίσωσι την αιτίαν της απραξίας και της από Δομπραίναν αναχωρήσεως των εχθρών. Ο Μουσταφάμπεης άμα έφθασεν εις Δομπραίναν, έμαθε την εις Ταλάντι απόβασιν των Ολυμπίων, οι οποίοι απέκλεισαν στενώς τους φυλάττοντας τας αποθήκας Τούρκους. Επειδή δε από το Ταλάντι εφέροντο αι τροφαί και εις τα λοιπά τουρκικά στρατόπεδα, εστοχάσθη πλέον κατεπείγον να τρέξη εις εκείνο το μέρος, παρά να πολεμήση το στρατόπεδον του Καραϊσκάκη, το οποίον δεν ήτον τόσον επικίνδυνον· διότι και αν ήθελεν επιτύχη να διώξη τους Τούρκους από Δομπραίναν, δεν ηδύνατο να επιφέρη σημαντικήν αλλοίωσιν εις τα τουρκικά πράγματα.
Ο Καραϊσκάκης βλέπων ότι οι εχθροί, αν και με ολίγον ιππικόν, εκυρίευον όλην σχεδόν την έμπροσθεν της Δομπραίνας πεδιάδα και θέλων να συστείλη και από τούτο το μέρος τους εχθρούς, διέταξε τον αρχηγόν του ατάκτου Ελληνικού ιππικού Χατζή Μιχάλην Ταλιάνον, ευρισκόμενον εις Μέγαρα, να μεταβή εις Δομπραίναν· και αυτός υπακούσας αμέσως μετέβη εις το στρατόπεδον την νύκτα της εννάτης του Νοεμβρίου. Ο Καραϊσκάκης θέλων να ωφεληθή από την άγνοιαν των εχθρών διά να κάμη καμμίαν βλάβην εις αυτούς, διέταξε να μην εβγάλωσι τους ίππους εις μέρη όπου ήτον δυνατόν να φανώσιν εις τους εχθρούς, και την νύκτα της ενδεκάτης του αυτού μηνός διώρισε τον Γιαννάκην Σουλτάνην να υπάγη με πεντήκοντα στρατιώτας να κάμη ενέδραν εις τους αμπελώνας της Δομπραίνας, όπου εσυνείθιζον να πηγαίνωσι συχνά οι εχθροί διά σταφύλια και διά βοσκήν των ίππων των, και εάν μεν παρουσιασθώσιν ολίγοι εχθροί, να τους κτυπήση προσπαθών να τους εμποδίση την επιστροφήν, διά να δώση αιτίαν να τρέξωσιν εις βοήθειάν των οι λοιποί Τούρκοι από την Δομπραίναν· εάν δε ήναι πολλοί και ιππείς, να προσποιηθή φυγήν προς το μέρος της θαλάσσης και να αναβή εις τον πλησίον λόφον, όπου ο τόπος είναι άβατος εις το ιππικόν. Όποιον δε από τα δύο ταύτα ήθελε συμβή, το Ελληνικόν ιππικόν, το οποίον έμελλε να είναι έτοιμον, άμα ήθελεν ακούσει τους πρώτους πυροβολισμούς, έπρεπε να εξέλθη και να προσπαθήση ν' αποκόψη την επιστροφήν των εχθρών. Συγχρόνως έμελλε και ο Δήμος Τζέλιος να τοποθετηθή εις την επάνωθεν της Δομπραίνας θέσιν, ώστε οπόταν ήθελεν ιδεί εξερχομένους πολλούς εχθρούς από το χωρίον, να εφορμήση εις αυτό.
Δύο ώρας προ της ανατολής του ηλίου εκίνησεν ο Γιαννάκης Σουλτάνης από το Κακόσι και μετά τρεις ώρας συναπαντάται με έν σώμα πολεμίων, συγκείμενον από τριάκοντα περίπου ιππείς, και αμέσως πυροβολεί κατ' αυτών. Ούτοι οπισθοδρομήσαντες περισσότερον βολής τουφεκίου, εστάθησαν· οι δε Έλληνες επροσποιήθησαν φυγήν. Αλλ' οι Τούρκοι είτε υποπτεύσαντες, είτε κατά τύχην, δεν ηκολούθουν κατόπι και επομένως δεν απεμακρύνοντο πολλά από το χωρίον. Το Ελληνικόν ιππικόν αφ' ού ματαίως επρόσμενεν ικανήν ώραν διά ν' απομακρυνθώσιν οι εχθροί, τελευταίον ώρμησεν ομού με τον Καραϊσκάκην κατ' αυτών ακολουθείτο δε και από τετρακοσίους περίπου πεζούς. Οι Τούρκοι μη όντες ικανοί ν' αντιπαραταχθώσιν επιστρέφουσιν αμέσως εις Δομπραίναν και συσσωματωθέντες με τους εκείθεν εξελθόντας πεζούς και ιππείς, ετοποθετήθησαν πλησίον του κάτω πύργου και αντέκρουον τους Έλληνας. Ο Καραϊσκάκης ιδών ότι ακροβολιζόμενος κατ' αυτόν τον τρόπον με τους Τούρκους δεν τους έβλαπτε τίποτε και επιθυμών να τους αποσπάση τρόπον τινά από τας οικίας και να τους απομακρύνη προς την πεδιάδα, έκαμε σημείον εις τους Έλληνας να προσποιηθώσι φυγήν· αλλ' αυτοί εκλαβόντες ως αληθή την φυγήν, αντί να οπισθοδρομήσωσι κατ' ολίγον και με τάξιν, έφευγον βιαίως προς το στρατόπεδον· ωφελούμενοι από την αταξίαν ταύτην οι ιππείς των εχθρών, τρέχουσι κατά του Ελληνικού ιππικού, καταφθάνουσι και περικυκλόνουσι τον Γιαννάκην Σουλτάνην, ο οποίος επιστρέψας από την ενέδραν εις το στρατόπεδον και μη θέλων να μένη αργός, ενώ εγίνετο μάχη, είχε λάβει ένα από τους τυχόντας ίππους του Καραϊσκάκη μη όντα ούτε ικανόν, ούτε συνειθισμένον εις πόλεμον, με τον οποίον είχεν υπάγει εις το πεδίον της μάχης και ενωθή με το ιππικόν.
Ο Καραϊσκάκης είδεν εις ποίον κίνδυνον εξετέθη ο Σουλτάνης και αμέσως στρέφει πρώτος τον ίππον του, παρακινήσας δε και τους λοιπούς ιππείς να τον ακολουθήσωσιν, ώρμησεν εις βοήθειαν. Ο Σουλτάνης, αν και επερικυκλώθη από τους εχθρούς, αν και ο ίππος του δεν ήτον διόλου επιτήδειος και ικανός ούτε διά πόλεμον ούτε διά φυγήν, αντεμάχετο μ' όλον τούτο μόνος προς πολλούς και αντείχε, μ' όλον ότι είχε λάβει ήδη τέσσαρας πληγάς. Ο Καραϊσκάκης καταφθάνει με τον υπασπιστήν του ιππικού (29) και με τέσσαρας ή πέντε των ευτολμοτέρων ιππέων επιπίπτουν εις τους εχθρούς, φονεύουν δύο εξ αυτών, τρέπουν τους λοιπούς εις φυγήν και διασώζουν τον Σουλτάνην, μένοντα ακόμη επί του ίππου και αντιμαχόμενον. Αλλ' αι πληγαί ήσαν καίριαι και ο ήρως ούτος μετ' ολίγας στιγμάς απέθανεν.
Αν και εις την μάχην ταύτην καμμίαν άλλην ζημίαν δεν έλαβον οι Έλληνες, ενώ επροξένησαν όχι ολίγην εις τους εχθρούς, ο θάνατος όμως του Σουλτάνη ελύπησεν όλους κατάκαρδα· ο γενναίος ούτος πολεμιστής, ενώ ήτον είς των ανδρειοτέρων και φρονιμωτέρων πολεμικών της Ελλάδος, είχε τον στολισμόν της μετριοφροσύνης, ο οποίος τον κατέστηνεν εις όλους αγαπητόν· όσον ήσυχος ήτον εις καιρόν ησυχίας, τόσον ανησυχούσεν εν καιρώ μάχης· δεν ήτον δε κίνδυνος, από τον οποίον να δειλιάση· η ανδρία του εγνωρίσθη προ πάντων εις τας κατά των εχθρών εφόδους επί της πολιορκίας του Μεσολογγίου, ότε και έλαβε δύο κατά διαφόρους καιρούς πληγάς. Αρχηγός του σώματος των Παλαμηδιωτών, εφέρετο αξιολογώτατα και αγαπάτο από όλους, προ πάντων όμως από τον Καραϊσκάκην, ο οποίος έδειξε ζωηροτάτην λύπην διά τον θάνατόν του. Απέθανε δε εις την αρχήν ενός λαμπρού σταδίου, το οποίον τα προτερήματά του και αι περιστάσεις έδειχνον ότι του προετοίμαζον.
Ο Καραϊσκάκης μαθών μετά τινας ημέρας, ότι οι εις Ταλάντι αποβάντες Ολύμπιοι ενικήθησαν κ' εδιώχθησαν, υπώπτευσεν ότι ο Μουσταφάμπεης θέλει κινηθή κατά του υπό την οδηγίαν του Γαρδικιώτου Γρίβα και Νάκου Πανουργιά σώματος, τοποθετημένου εις Δίστομον και Αράχωβαν, διά να το καταστρέψη και ούτω να επέλθη με περισσοτέραν δύναμιν και τόλμην κατά του Καραϊσκάκη. Διά να προλάβη λοιπόν το πράγμα και διά ν' αποφύγη την οποίαν η διαίρεσις του στρατεύματός του ημπορούσε να επιφέρη βλάβην, βλέπων συγχρόνως ότι καθήμενος εις Δομπραίναν, ενώ δεν ηδύνατο να καταστρέψη, τους εχθρούς, έδιδεν υποψίαν εις τους κατοίκους διά της αργοπορίας του ότι δεν ήτον εις κατάστασιν να προβή, επειδή τελευταίον εξέλιπον διόλου και αι τροφαί, απεφάσισε ν' αναχωρήση διά να ενωθή με το λοιπόν σώμα και με τους επαναστατήσαντας στρατηγούς Ρούκην και Δυωβουνιώτην. Το ν' αφήση στράτευμα να πολιορκεί την Δομπραίναν, το έκρινε περιττόν· διότι οι κάτοικοι των επαναστατησάντων χωρίων είχον μεταβή εις την Πελοπόννησον. Όθεν εκίνησεν από Κακόσι πανστρατιά περί τας δύο ώρας της νυκτός της δεκάτης τετάρτης του Νοεμβρίου, διορίσας ως οπισθοφυλακήν το ιππικόν, με το οποίον εστάθη και ο ίδιος, μετέβη δε εις Χώστια, όπου ήσαν τοποθετημένα και τα υπό τους Σουλιώτας στρατιωτικά σώματα. Οι Τούρκοι δεν ενόησαν διόλου την αναχώρησιν των Ελλήνων, την έμαθον δε από ένα των εντοπίων χωρικών, όστις αυτομόλησεν εις τους εχθρούς· δεν ετόλμησαν όμως να καταδιώξωσιν εξ οπίσω τους Έλληνας την νύκτα, αλλά μόνον το πρωί περί τα ξημερώματα εφάνη μέρος του ιππικού των περί τα Χώστια. Ο Καραϊσκάκης έπεμψεν αμέσως κατ' αυτού το Ελληνικόν ιππικόν, αλλ' οι Τούρκοι μη τολμήσαντες ν' αντιταχθώσιν, ωπισθοδρόμησαν προς την Δομπραίναν.