Ο Καραϊσκάκης μη έχων ικανάς τροφάς διά το στρατόπεδον και επιθυμών να ωφελήση τους στρατιώτας με την διαρπαγήν των ποιμνίων των Στεφανικιωτών, οι οποίοι, επίμονοι εις την τουρκολατρείαν των, συνείργησαν εν μέρει και εις την καταστροφήν των εν Ζαγαρά αγωνισθέντων Ελλήνων, διώρισεν εξακοσίους στρατιώτας να υπάγωσιν εις το χωρίον Στεφανίκου διά να το καταστρέψωσιν, αν δυνηθώσιν, ειδέ μή, ν' αρπάσωσιν όλα των κατοίκων τα ποίμνια. Την απόφασιν ταύτην την εκοινοποίησεν ο Καραϊσκάκης και προς τους Σουλιώτας αξιωματικούς και τους επρόβαλε να πέμψωσιν έν μέρος ανάλογον· αλλ' οι Σουλιώται συνελθόντες εις την οικίαν του επαραπονέθησαν διατί να κάμη την απόφασιν ταύτην χωρίς να συμβουλευθή και αυτούς, και μετά τινα λογοτριβήν περί τούτου ανενέωσαν πάλιν της αρχηγίας το πρόβλημα.
Όλοι οι αξιωματικοί του στρατεύματος του Καραϊσκάκη αντέτεινον επιμόνως λέγοντες, ότι δεν θέλουν γνωρίσει άλλον αρχηγόν παρά τον Καραϊσκάκην, ώστε κατήντησαν σχεδόν και εις προφορικάς ύβρεις μετά των Σουλιωτών. Ο Καραϊσκάκης όμως βλέπων ότι η ημέρα προέβαινε και το στράτευμα δεν έπρεπε να χάνη καιρόν, αφ' ετέρου μέρους φοβούμενος μεγαλήτερα σκάνδαλα, παρεκάλεσε τους μετ' αυτού να παραχωρήσωσι, αυτοί δε μόλις επείσθησαν, αφ' ού προεσυμφωνήθη τρόπον τινά ότι η εξουσία του Σουλιώτου αρχηγού θέλει περιορίζεται μόνον εις τα υπ' αυτόν Σουλιωτικά σώματα, εις δε τα γενικά του στρατοπέδου θέλει συσκέπτεται μόνον με τον Καραϊσκάκην.
Αφ' ού έγεινε δεκτόν το ζήτημα, ο Καραϊσκάκης επρόβαλεν εις τους Σουλιώτας να κάμωσιν αμέσως την εκλογήν του αρχηγού των· και συνήλθον επί τούτω εις ιδιαίτερον μέρος· αλλ' αφού ικανήν ώραν συνεσκέφθησαν και δεν εδυνήθησαν ν' αποφασίσωσι τίποτε, αποστέλλουν δύο εξ αυτών προς τον Καραϊσκάκην, όστις επρόσμενε την απόκρισιν, διά την οποίαν και μόνην ανέβαλε και την εδικήν του αναχώρησιν και το κίνημα των διορισθέντων διά την καταδρομήν του Στεφανίκου· του αναγγέλλουν δε ότι η εκλογή δεν είναι δυνατόν να γένη την στιγμήν ταύτην, καθ' ην ετοιμάζονται διά ν' αναχωρήσωσιν· όταν όμως φθάσωσιν εις μέρος ήσυχον, όπου θέλουν σταθή μερικάς ημέρας, τότε θέλουν κάμει την εκλογήν. Ο Καραϊσκάκης αγανάκτησε μεγάλως δι' αυτήν την απόκρισιν, νομίζων ότι η αναβολή γίνεται διά νέα σκάνδαλα, και αμέσως εσηκώθη και ανεχώρησε, διατάξας τους περί αυτόν να τον ακολουθήσωσιν· είπε δε και με θυμόν προς τους πλησίον του, ότι η μάχαιρα θέλει διαλύσει τας απαιτήσεις των Σουλιωτών.
Με όλους τους περί αυτόν αξιωματικούς μετέβη εις την οικίαν του Λάμπρου Βεΐκου, ο οποίος ενομίζετο ο αίτιος τούτων των ταραχών και εις του οποίου ήσαν συναγμένοι όλοι οι Σουλιώται αξιωματικοί, και καθώς ήτον κυριευμένος από τον θυμόν, άρχισε να ονειδίζη τους Σουλιώτας ονομάζων παράλογα και αντιπατριωτικά τα κινήματά των «Εάν (είπε) δεν είχετε σκοπόν, ή δεν ημπορούσατε να κάμετε την εκλογήν του αρχηγού σας, διατί να την προβάλετε με τόσην επιμονήν, η οποία (αν ήθελον επιμείνει και οι Στερεοελλαδίται αξιωματικοί) ήθελεν αποβή ολεθριωτάτη εις όλην την Στερεάν Ελλάδα και εις σας τους ιδίους ακόμη; Αφ' ού δε εκάμετε το πρόβλημα και έγεινε δεκτόν, διατί δεν το εκτελείτε αμέσως, αλλά το αναβάλλετε; Εκ τούτου δεν δύναται τις να συμπεράνη άλλο, ειμή ότι δεν εκινήθητε διά να επιτύχητε την αρχηγίαν, αλλά διά να φέρετε σκάνδαλον εις το στρατόπεδον και να ματαιώσετε την εκστρατείαν». Οι Σουλιώται χωρίς να ζητήσωσι να δικαιολογηθώσι διά το παρόν φέρσιμόν των, ετράπησαν εις παράπονα και εις διηγήσεις εκδουλεύσεων, θανάτων και ζημιών, τα οποία έπαθον πολεμούντες υπέρ τόπου, από τον οποίον οι μεν περί τον Καραϊσκάκην έμελλον ν' απολαύσωσιν αμέσως ωφέλειαν, αυτοί δε μικράς ελπίδας έπρεπε να έχωσιν. Ο Καραϊσκάκης αφ' ού είδε διαφοράν εις τον τρόπον των Σουλιωτών και ότι δεν υπήρχε το προ ολίγου αγέρωχον, τους παρεκίνησε ν' αφήσωσι κατά μέρος όλα τα διατρέξαντα και ν' ακολουθήσωσιν ως αδελφοί εις την εκστρατείαν και ότι εις το τέλος του αγώνος κάνεις δεν θέλει μείνει αδικημένος. Τελευταίον τους κατέπεισε να στείλωσι μέρος στρατεύματος και αυτοί εις καταδρομήν του χωρίου, το οποίον ανωτέρω ανεφέραμεν.
Αφ' ού τοιουτοτρόπως διελύθη και αύτη η τρικυμία, το στρατόπεδον μετέβη εις το μοναστήριον του Αγίου Σεραφείμ του νέου εις Δομπόν. Ο Καραϊσκάκης, επειδή έμελλε να διαβή το στράτευμα από δυσχωρίας τινάς, θέλων να έχη ασφαλή τα οπίσθια, απεφάσισε και άφησε δύναμιν εις το μοναστήριον από εκατόν πεντήκοντα στρατιώτας· την δε επομένην ημέραν ολίγον προ της ανατολής του ηλίου ανεχώρησε και έφθασε το εσπέρας εις το μοναστήριον του Αγίου Λουκά εις Στείρι (30). Εν ώ κατεσκήνωσεν αυτού το στράτευμα, επέστρεψαν τινές των στρατιωτών, των εκστρατευσάντων κατά του χωρίου Στεφανίκου, και ανήγγειλαν την αποτυχίαν της εκστρατείας ταύτης, απέδωκαν δε αυτήν εις την διαφωνίαν των σταλέντων αρχηγών. Οι λοιποί στρατιώται μετέβησαν κατ' ευθείαν εις Δίστομον, όπου μετέβη την ερχομένην ημέραν και όλον το λοιπόν στρατόπεδον.
Εις τούτο το χωρίον είχε σκοπόν ο Καραϊσκάκης ν' αναπαύση μερικάς ημέρας το στράτευμα από την κακοπάθειαν της οδοιπορίας, αλλά μόλις έφθασε και του παρουσιάζεται νέων αγώνων στάδιον.
Ο Μουσταφάμπεης διαλύσας ταχύτατα την εις Ταλάντι εκστρατείαν των Ολυμπίων, ενωθείς και με τον Κεχαγιάμπεην του Κιουταχή, απεφάσισε να διαβή εις Σάλωνα διά να βοηθήση τους εκεί πολιορκουμένους από τον Γ. Δυωβουνιώτην και Νάκον Πανουργιά· επ' αυτώ τω σκοπώ ήλθε με όλον το στράτευμα εις Δαύλειαν καθ' ην ημέραν έφθασαν και τα υπό τον Καραϊσκάκην στρατεύματα εις Δίστομον.
Ο Μουσταφάμπεης έμεινε την νύκτα ταύτην εις το επάνωθεν της Δαύλειας μοναστήριον επονομαζόμενον της Ιερουσαλήμ (31) και εκεί ομιλών με τους περί αυτόν ανέφερεν ότι την επομένην ημέραν έμελλε να διαβή από την Αράχωβαν διά να υπάγη εις Σάλωνα· ακούσας τούτο είς των διακόνων του Μοναστηρίου, ειδήμων της Αλβανικής γλώσσης, μεταβαίνει την νύκτα εις Δίστομον και το αναγγέλλει εις τον Καραϊσκάκην. Ολίγον προ του μεσονυκτίου έλαβεν ο Καραϊσκάκης την είδησιν ταύτην και αμέσως διώρισε τον Γαρδικιώτην Γρίβαν και Γεώργιον Βάιον με πεντακοσίους στρατιώτας να υπάγωσιν εις Αράχωβαν, να προκαταλάβωσι τα οχυρώτερα μέρη αυτής και να κτυπήσωσι τους εχθρούς, αν επιχειρήσωσι να διαβώσι. Συγχρόνως έστειλε και σκοπιάς (καραούλια) διά να τον ειδοποιήσωσι πότε και πόθεν έμελλον να διαβώσιν οι εχθροί, διά να κινηθή εναντίον των.
Την επομένην ημέραν το πρωί οι εχθροί διηρέθησαν εις δύω και το μεν πεζικόν διέβη διά τινος στενής οδού, η οποία φέρει από το μοναστήριον εις Αράχωβαν, το δε ιππικόν και τα φορτηγά διά του Ζεμένου. Άμα ανήγγειλαν αι σκοπιαί το κίνημα των εχθρών, ο Καραϊσκάκης απέστειλε τον Χριστόδουλον Χατζή Πέτρου να υπάγη εις βοήθειαν των προαποσταλέντων εις Αράχωβαν από τινα δρόμον διά του βουνού του Διστόμου· αυτός δε μετ' ολίγον παραλαβών περίπου οκτακοσίους στρατιώτας χωρίς αποσκευάς εκίνησε προς τον Ζεμενόν, όθεν είχον ήδη διαβή οι εχθροί διευθυνόμενοι προς Αράχωβαν.
Το πεζικόν των εχθρών, ενώ επλησίαζεν εις Αράχωβαν, ειδοποιήθη από τινας των κατοίκων ότι φυλάττεται το χωρίον από στρατιώτας Έλληνας· μαθόν όμως συγχρόνως την ολιγότητα αυτών, έλαβε θάρρος και ώρμησε προς το χωρίον. Οι Έλληνες κλεισμένοι εις την εκκλησίαν του Αγίου Γεωργίου και εις τας οχυρωτέρας οικίας, αντέκρουσαν την ορμήν των και επολέμησαν τρεις περίπου ώρας. Έμβαινον ήδη εις την Αράχωβαν και οι διά Ζεμένου διαβάντες Τούρκοι, όταν οι μεν υπό τον Χριστόδουλον επλησίαζον εις το χωρίον από το αντικρινόν μέρος, ο δε Καραϊσκάκης είχεν ήδη διαβή τον Ζεμενόν. Οι Τούρκοι είτε διότι δεν ήλπιζον να υπάρχη εις τούτο το μέρος τοιαύτη Ελληνική δύναμις, είτε διότι δεν ήσαν εις καλήν τάξιν, εδειλίασαν. Μόλις αντεστάθησαν ολίγον εις την πρώτην προσβολήν των Ελλήνων και αμέσως ετράπησαν εις φυγήν προς το μέρος των Σαλώνων. Απαντώσιν όμως και εκείθεν ερχομένους τον Γ. Δυωβουνιώτην, Νάκον Πανουργιάν και Γιαννούσην (32). Μη δυνηθέντες λοιπόν να προχωρήσωσι και καταδιωκόμενοι όπισθεν από τους περί τον Καραϊσκάκην, εστράφησαν προς το μέρος του Παρνασσού και συνήλθον όλοι ομού με τας αποσκευάς των και τα ζώα των εις ένα λόφον επάνωθεν της Αράχωβας, ωχυρωμένον προχείρως πρό τινος καιρού παρά των εντοπίων· οι δε Έλληνες καταλαβόντες τας περί αυτό το μέρος θέσεις έστησαν πολιορκίαν. Εις την μάχην ταύτην από μεν τους Έλληνας δεν εφονεύθη κανείς, επληγώθησαν όμως έξ, από δε τους εχθρούς εφονεύθησαν έως δέκα, εν οις και είς ευνοούμενος υπηρέτης του Μουσταφάμπεη, επληγώθησαν δε έως τριάκοντα.
Οι Έλληνες μη έχοντες αποσκευάς μαζύ των και όντες γυμνοί, καθώς εκίνησαν από Δίστομον, δεν ημπόρεσαν διά την υπερβολικήν ψύχραν να διαμείνωσιν εις την πολιορκίαν. Κατ' αρχάς εσυναλλάχθησαν, αλλ' έπειτα μη δυνάμενοι ν' απαντήσωσι το κρύος ουδέ κατ' αυτόν τον τρόπον, άφησαν διόλου την πολιορκίαν και μετέβησαν εις τας οικίας της Αράχωβας, όπου διενυκτέρευσαν άγρυπνοι, απαντώντες την υπερβολήν του κρύους με τας φωτίας και τον οίνον (33). Οι Τούρκοι την νύκτα εκείνην ηδύναντο ν' αναχωρήσωσιν αβλαβείς ή με ολίγην ζημίαν προς όποιον μέρος ήθελον αποφασίσει· αλλ' οι αρχηγοί των δεν κατεδέχθησαν· έγραψαν δε εις όλα τα πέριξ εχθρικά στρατόπεδα και εις τον ίδιον Κιουταχήν να τους πέμψωσιν όσον το δυνατόν ταχύτερον νέας δυνάμεις διά να διορθώσωσι το συμβάν εις αυτούς ατύχημα. Προ πάντων επέμεινεν ο Κεχαγιάμπεης, ων φιλότιμος και επιστηριζόμενος εις την προς αυτόν αγάπην του Κιουταχή.
Την επομένην ημέραν, πριν ακόμη ανατείλη ο ήλιος, ο Καραϊσκάκης ετοποθέτησε περί τους εχθρούς όλον το Ελληνικόν στράτευμα, το οποίον δεν τους άφινε πλέον ουδέ κεφαλήν να προβάλωσιν έξω από το οχύρωμά των. Αφ' ού δε συνήχθησαν εις Αράχωβαν και όσοι είχον απομείνη εις Δίστομον και όσοι ήσαν εις την πολιορκίαν των Σαλώνων και ήλθε και ο Δ. Μακρής με τους περί αυτόν, ο Καραϊσκάκης απέστειλε μέρος του στρατεύματος εις Ζεμενόν και μέρος εις την οδόν την φέρουσαν εις το μοναστήριον της Ιερουσαλήμ διά να εμποδίσωσι τας βοηθείας, αι οποίαι έμελλον να έλθωσιν εις τους εχθρούς. Άμα έφθασεν εις τα διάφορα Τουρκικά στρατόπεδα η είδησις του αποκλεισμού του Μουσταφάμπεη και Κεχαγιάμπεη και αι προσκλήσεις αυτών διά να δράμωσιν εις βοήθειάν των, διάφορα σώματα εκίνησαν προς Αράχωβαν· και από μεν το μέρος του Ζεμένου ήρχοντο έως οκτακόσιοι Τούρκοι οδηγούμενοι από τινα Αμπτουλάν Αλβανόν. Οι φυλάττοντες την διάβασιν ταύτην Έλληνες αποσυρθέντες εις τας δύω πλευράς, άφησαν τους εχθρούς να εισέλθωσιν εις το στενόν, έπειτα εφορμήσαντες από τας δύω πλευράς τους έτρεψαν εις φυγήν· εφόνευσαν υπέρ τους πεντήκοντα, ήρπασαν μερικά φορτία και τους λοιπούς κατεδίωξαν ικανόν διάστημα προς την Δαύλειαν. Οι δε διά του μοναστηρίου της Ιερουσαλήμ ερχόμενοι δεν ετόλμησαν, ουδέ καν να δοκιμάσωσι την διάβασιν, αλλ' ελθόντες εις λόφον τινά όπου ήτον δυνατόν να τους ιδώσιν οι πολιορκούμενοι, επυροβόλησαν μόνον χωρίς να προχωρήσωσιν. Όταν οι πολιορκούμενοι είδον τον πυροβολισμόν, είτε διότι ήτον τούτο σύνθημα εξόδου, είτε διότι εμψυχώθησαν, εδοκίμασαν να εξέλθωσιν από το περίφραγμα των προς το μέρος της Ιερουσαλήμ. Από το κίνημα τούτο των εχθρών εταράχθησαν τινές των Ελλήνων, οι οποίοι εφύλαττον το προς τον Παρνασσόν μέρος, και ανακατώθησαν ως διά φυγήν. Αλλ' ο Καραϊσκάκης δραμών αυτοπροσώπως προς τούτο το μέρος, τους μεν Έλληνας εμψύχωσε, τους δε πολιορκουμένους αντέκρουσε και δεν άφησε να εξέλθωσιν. Μετά τούτο διευθύνθη αμέσως μέ τινας στρατιώτας προς το μέρος όπου επυροβόλησαν οι εχθροί, διά να απαντήση και τούτων την ορμήν· αλλ' αυτοί δεν ετόλμησαν να προχωρήσωσι.
Οι Τούρκοι στενοχωρούμενοι μεγάλως από την έλλειψιν νερού και τροφών, απελπισθέντες του να λάβωσι βοήθειαν από τα πλησίον στρατόπεδα, επρόβαλον εις τον Καραϊσκάκην να τους συγχωρήση την έξοδον. Αυτός εδέχθη μεν το πρόβλημα τούτο, αλλ' εζήτησε να παραδοθώσιν εις αυτόν αι πόλεις Λεβαδείας και Σαλώνων και διά την ασφάλειαν της εκτελέσεως να μείνωσιν ενέχυρα εις αυτόν οι δύο αρχηγοί του εχθρικού στρατεύματος, ο Μουσταφάμπεης και ο Κεχαγιάμπεης. Οι αρχηγοί των Τούρκων ελπίζοντες ακόμη εις την βοήθειαν του Κιουταχή δεν εδέχθησαν τούτο το πρόβλημα, το οποίον και άλλως δεν εσυμβιβάζετο με την φιλοτιμίαν των και με την πολιτικήν της αυλής των.
Αλλ' η προσδοκωμένη βοήθεια του Κιουταχή δεν εφαίνετο και ο καιρός προχωρών κατέσταινεν αφορήτους τας ελλείψεις των· το δε χειρότερον, αι συμβάσαι βροχαί την 22, 23 και 24 του Νοεμβρίου και η παρακολουθήσασα χιών τους έφεραν εις τον έσχατον βαθμόν της απελπισίας. Και άλλο όχι μικρόν δυστύχημα τους κατετάραξε καθ' υπερβολήν. Ο Μουσταφάμπεης περιερχόμενος και εμψυχώνων τους Τούρκους, επήγεν εις έν μέρος, το οποίον εκτυπάτο συνεχέστερον από τους Έλληνας, και διά να ενθαρρύνη τους εν αυτώ εκάθισε και ετουφέκιζεν ο ίδιος, αλλά μη προφυλαττόμενος όσον έπρεπε πληγώνεται εις την κεφαλήν από βόλι Ελληνικόν, το οποίον, ως ερχόμενον από μακρινόν μέρος, δεν εφάνη κατ' αρχάς θανατηφόρον, το κρύος όμως και η έλλειψις των αναγκαίων και της ανηκούσης περιποιήσεως το κατέστησαν τοιούτον, ώστε οι Τούρκοι, αν και ο Κεχαγιάμπεης τους ενεθάρρυνεν, ότι είν' αδύνατον να μην φθάση βοήθεια παρά του Κιουταχή, και τους παρεκάλει να επιμείνωσιν ολίγον ακόμη εις τα δεινά, δεν είχον πλέον προθυμίαν να υπακούσωσιν· ήτον δε τω όντι τρομερά η κατάστασίς των. Περιωρισμένοι εις στενώτατον τόπον, του οποίου το έδαφος αποκατέστη λασπωδέστατον διά τας συνεχείς βροχάς και διά το πλήθος των ζώων, τα οποία ήσαν κλεισμένα ομού με αυτούς, δεν ηδύναντο να έχωσι κανέν είδος αναπαύσεως, ουδέ καν να καθίσωσι και να εξαπλωθώσι· στερημένοι τροφών, ποτών και ξύλων, δεν είχον κανέν μέσον του να αποφύγωσι την υπερβολήν της ψύχρας, η οποία από στιγμήν εις στιγμήν απέβαινε σημαντικωτέρα και επαισθητοτέρα. Πολλών είχον ήδη βλαφθή οι πόδες από τον παγετόν και την υγρασίαν και ο θάνατος, ο οποίος είχεν ήδη αρχίσει να ολιγοστεύη τον αριθμόν των, παρουσιαζόμενος ως απαραίτητος εις τα όμματα εκάστου, ενέπνεε τρομεράν αθυμίαν. Ό, τι όμως εκορύφωσε τας δυστυχίας των ήτον η υπερβολική χιών, η οποία άρχισε να πίπτη την 24 του Νοεμβρίου και τους επαπειλούσε να τους ενταφιάση ζωντανούς. Τοιαύτα δεινά μην ημπορούντες πλέον να υπομείνωσιν, ώρμησαν εις φυγήν προς το μοναστήριον της Ιερουσαλήμ. Έγεινε δε η αρχή από τους Γκέκηδες.
Η υπερβολή του χειμώνος, η οποία ηνάγκασε τους εχθρούς να αποφασίσωσι την φυγήν, έκαμε και τους Έλληνας να παραιτήσωσι τας περί το Τουρκικόν στρατόπεδον θέσεις των και να συνέλθωσιν εις τας οικίας της Αράχωβας· ολίγοι δε μόνον διέμεινον ως φυλακή. Συνέβη δε πριν της εξόδου των εχθρών να κοινοποιηθή ψευδώς ότι έφυγον οι πολιορκούμενοι. Οι Έλληνες έδραμον αμέσως προς το εχθρικόν στρατόπεδον, αλλ' ιδόντες ότι οι εχθροί διέμεινον εις τας θέσεις των, επέστρεψαν οπίσω εις τας κατοικίας των. Όταν δε συνέβη αληθώς η φυγή, πολλοί μη δίδοντες πίστιν δεν εξήλθον εις καταδίωξιν, μ' όλον ότι ο ίδιος Καραϊσκάκης εφώναξεν αναγγέλλων την φυγήν και παρακινών ονομαστί τους σημαντικωτέρους του στρατεύματος διά να εξέλθωσιν εις καταδίωξιν. Ο Γαρδικιώτης Γρίβας και ο Χριστόδουλος Χατζή Πέτρου, οι οποίοι ήσαν φυλακή κατ' εκείνην την ημέραν εις το μέρος όπου έκαμαν το κίνημα οι εχθροί, μη έχοντες περισσοτέρους των τριάκοντα στρατιωτών, δεν ηδυνήθησαν ν' απαντήσωσι την ορμήν των. Υποχωρήσαντες λοιπόν ολίγον κατώτερον της οδού και αναγγείλαντες εις τον Καραϊσκάκην το πράγμα, έμειναν ούτως, έως ού διέβη το πλειότερον μέρος των εχθρών. Έπειτα δε αφ' ού συνήλθον και άλλοι πολλοί ομού με αυτούς, ώρμησαν εις το μέσον των εχθρών και διεχώρισαν τους όπισθεν ερχομένους. Καταδιώκοντες δε τους φεύγοντας, εφόνευον όχι κατά σειράν τον πρώτον απαντώμενον, αλλ' όποιον έβλεπον ικανώτερον να διασωθή· τους δε λοιπούς τους άφινον θύματα των όπισθεν ακολουθούντων Ελλήνων. Δεν μετεχειρίσθησαν πυροβόλα διόλου εις ταύτην την συμπλοκήν, διότι αποκατέστησαν άχρηστα διά την υπερβολήν της χιόνος. Δύο ώρας προ της δύσεως του ηλίου έκαμαν αρχήν της φονικωτάτης ταύτης καταδιώξεως οι Έλληνες, επέμειναν δε έως μίαν ώραν της νυκτός, και τότε επέστρεψαν. Άλλος όμως εχθρός σκληρότερος επέπεσεν εις τους Τούρκους τους διαφυγόντας την Ελληνικήν μάχαιραν. Αδυνατισμένοι από την κακοπάθειαν και αποκαμωμένοι από την βίαν της φυγής και τον δρόμον, μόλις εκάθοντο διά ν' αναπαυθώσι, και αμέσως επάγωναν και δεν ήσαν πλέον ικανοί να σηκωθώσι και να κινηθώσιν, αλλ' απέθνησκον εις την οποίαν ήθελον ευρεθή στάσιν.
Ο Καραϊσκάκης, μη ακούων κρότον πυροβόλων εις την καταδίωξιν και επειδή οι φυλάττοντες τον προς το μοναστήριον δρόμον είχον προ ολίγου αναχωρήσει από τας θέσεις των διά την υπερβολήν της ψύχρας, ενόμισεν ότι οι Τούρκοι διέφυγον αβλαβείς. Επαρακινούσε μ' όλον τούτο τους Έλληνας και τους απέστελλεν εις την καταδίωξιν· ήτον όμως εις μεγίστην αθυμίαν και λύπην. Τόσον δε παράδοξος του εφάνη η καταστροφή των εχθρών, όταν επιστρέφοντες τινές με λάφυρα την ανήγγειλαν, ώστε επήγε και ο ίδιος αρκετόν διάστημα διά να ίδη με τα ίδιά του όμματα αν τω όντι ήτον τοιαύτη, οποίαν την επερίγραφον. Οι φονευθέντες εκείνην την εσπέραν εχθροί ήσαν έως εξακόσιοι, επιάσθησαν δε και πολλοί ζώντες, αλλά μόλις έως πενήντα ημπόρεσε να διασώση ο Καραϊσκάκης· οι λοιποί όντες βλαμμένοι εις τους πόδας από το υπερβολικόν κρύος απέθανον μετ' ολίγον· εχάθησαν δε και οι δύο αρχηγοί του στρατοπέδου των εχθρών, και τας κεφαλάς των έφερον οι στρατιώται εις τον Καραϊσκάκην εις πίστωσιν. Ο Καραϊσκάκης ελπίζων πάντοτε ως ενδεχομένην την συμβάσαν καταστροφήν των εχθρών, είχεν υποσχεθή σημαντικάς αμοιβάς εις τον όστις ήθελε δυνηθή να συλλάβη ζώντα κανένα από τους δύο τούτους αρχηγούς, αλλά δεν επέτυχεν· επειδή ο μεν Κεχαγιάμπεης μη δυνάμενος να κάμη γνωστόν τον εαυτόν του εις τους Έλληνας διά την άγνοιαν της γλώσσης των, εφονεύθη ολίγον μακράν από το οχύρωμα των Τούρκων. Ο δε Μουσταφάμπεης είχεν αποκεφαλισθη εις τον καιρόν της εξόδου από τον ίδιον αδελφόν του, διά να μην συλληφθή ζων από τους Έλληνας, μη ων εις κατάστασιν να φύγη ομού με τους λοιπούς· την δε κεφαλήν του παρέδωκεν είς τινας των οικείων του διά να την λάβωσι μαζή των και να μη γενή γνωστός εις τους Έλληνας· αλλ' αυτοί μη δυνάμενοι, φαίνεται, να την διασώσωσι, την έρριψαν καθ' οδόν, όπου την εύρον οι στρατιώται οι οποίοι την μετεκόμισαν εις τον Καραϊσκάκην.
Απ' όλον το εχθρικόν σώμα, το οποίον υπερέβαινε τους χιλίους οκτακοσίους, μόλις διεσώθησαν έως τριακόσιοι και εκ τούτων όχι όλοι υγιείς. Εκυρίευσαν δε οι Έλληνες είκοσι τρεις σημαίας, όλας τας αποσκευάς και όλα τα ζώα των εχθρών. Μ' όλον ότι τρεις ημέρας κατά συνέχειαν οι Έλληνες διά την επιθυμίαν των λαφύρων περιήρχοντο ερευνώντες εις τα μέρη όπου ήτον ελπίς ότι διεσπάρησαν οι εχθροί, πολλά πτώματα δεν ευρέθησαν, διότι εσκεπάσθησαν από την χιόνα, και τούτο έδωκεν αιτίαν να υποτεθή κατ' αρχάς η φθορά των εχθρών όχι τόσον μεγάλη, όσον πραγματικώς ήτον· ακολούθως όμως, λυομένης της χιόνος και ανακαλυπτομένων των πτωμάτων, εγνώσθη το μέγεθος της φθοράς των εχθρών. Από δε τους Έλληνας καθ' όλον το διάστημα της πολιορκίας και την έξοδον των εχθρών εφονεύθησαν μόνον δώδεκα και επληγώθησαν έως είκοσι (34).
Ο Καραϊσκάκης αφ' ού διένειμεν εις τους ανδραγαθήσαντας αναλόγους αμοιβάς ως προς τα ολίγα μέσα τα οποία είχεν εις την εξουσίαν του, διέταξε να εγερθή τρόπαιον εις Αράχωβαν από τας κεφαλάς των Τούρκων εν είδει πύργου. Το έργον τούτο, λείψανον της βαρβαρότητας των ηθών, δεν έκρινε δι' άλλον λόγον αναγκαίον να το μεταχειρισθή, ειμή να κάμη να φανώσιν ένοχοι εις τους Τούρκους οι κάτοικοι του χωρίου και να χάσωσι την ελπίδα του να υποταχθώσι πάλιν εις τους εχθρούς (35). Επέγραψαν δε εις αυτό· «ΤΡΟΠΑΙΟΝ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΒΑΡΒΑΡΩΝ». Εις τας δύο πλευράς του έχοντος την επιγραφήν ταύτην λίθου ετέθησαν αι κεφαλαί του Κεχαγιάμπεη και Μουσταφάμπεη.
Μετά την καταστροφήν ταύτην των εχθρών απεφάσισε να οχυρώση την Βελίτζαν με στρατιωτικήν δύναμιν επί σκοπώ του να βλάψη τους εις Δαύλειαν εχθρούς και να δυνηθή να συνεννοηθή με τα Ολύμπια στρατεύματα, προς τα οποία είχε γράψει και κατ' ευθείαν και διά μέσου της Κυβερνήσεως διά να επανέλθωσι πάλιν εις Ταλάντιον. Έστειλε δε πρώτον τον Γ. Δυωβουνιώτην, I. Ρούκην και Χ. Περραιβόν με τριακοσίους στρατιώτας, οι οποίοι διέβησαν την νύκτα πλησίον της Δαύλειας, μ' όλον ότι εστρατοπέδευεν εις αυτήν σημαντική εχθρική δύναμις. Ο δε Καραϊσκάκης αφ' ού ωχύρωσε το Δίστομον, διορίσας εις αυτό το σώμα του Κώστα Μπότζαρη, οδηγούμενον από τον Ιωάννην Μπαϊρακτάρην, και τοποθετήσας Λειβαδίτας τινάς οπλαρχηγούς, αφ' ού έστειλεν εις Σάλωνα την αναγκαίαν προς πολιορκίαν δύναμιν υπό τον Γεώργιον Δράκον (36), αυτός με όλον το λοιπόν στράτευμα διαβάς από την Αγόριανην και Σουβάλαν μετέβη την 30 Νοεμβρίου εις Βελίτζαν.
Απεφάσισε να διατρίψη μερικάς ημέρας αυτόθι, πρώτον μεν διότι ήλπιζε να επανέλθωσιν οι Ολύμπιοι, μετά των οποίων ενούμενος ήλπιζε να εμποδίση ολοτελώς την διά ξηράς διάβασιν εχθρικών στρατευμάτων και τροφών, και δεύτερον διότι επεθύμει να προξενήση τινά βλάβην εις τα διαβαίνοντα εκείθεν εχθρικά στρατεύματα. Αλλά το μεν της επιστροφής των Ολυμπίων σχέδιον, αν και εζητήθη επιμόνως, δεν έλαβεν έκβασιν, ει μη μετά δύω μήνας και τότε πάλιν χωρίς καρπόν· δεν απέβη όμως ματαία η εις Βελίτζαν διατριβή του, όσον διά το δεύτερον επειδή εκέρδησε νίκην όχι ασήμαντον.
Την πέμπτην του Δεκεμβρίου ανηγγέλθη από τας σκοπιάς ότι έμελλε να διαβή διά της Φοντάνας εκείνην την ημέραν έν σώμα εχθρών υπό τον Οσμάνπεην Κόρτζαν, συνιστάμενον από επτακοσίους περίπου στρατιώτας εκτός των υπηρετών και των ακολουθούντων ως έμποροι το στρατόπεδον. Ο Καραϊσκάκης διώρισε τους μεν πεζούς να κρυφθώσιν εις τα ερείπια του Τουρκοχωρίου, όπου εσυμπέραινεν ότι έμελλον να διευθυνθώσιν οι εχθροί διά να μείνωσι την νύκτα, το δε ιππικόν να προχωρήση εις τα πλάγια της οδού, από την οποίαν ήρχοντο οι εχθροί, ώστε να τους εμποδίση την επιστροφήν, όταν ήθελον κτυπηθή από τα έμπροσθεν. Αλλά το σχέδιον δεν επέτυχεν εντελώς διά την ανυπομονησίαν των κεκρυμμένων εις τα ερείπια. Ενώ οι εχθροί ήρχοντο εξαπλωμένοι κατά μήκος ως μία σειρά, καθώς ήτον επόμενον διά την στενότητα της οδού, μόλις εφάνη η εμπροσθοφυλακή, και οι εις το Τουρκοχώριον Έλληνες εβγήκαν από τας ενέδρας των. Οι προπορευόμενοι Τούρκοι μη όντες έτοιμοι διά πόλεμον, διότι δεν ήλπιζον Ελληνικήν δύναμιν εις εκείνο το μέρος, ωπισθοδρόμησαν αμέσως· αφ' ού όμως ενώθησαν με τους όπισθεν ερχομένους και συνεκεντρώθησαν οπωσούν, αντεστάθησαν εις τους Έλληνας, αλλά μετά μισής ώρας συμπλοκήν πολεμούμενοι κατά πρόσωπον μεν από τους πεζούς, εις το πλάγιον δε από το ιππικόν, ετράπησαν εις φυγήν προς το μέρος από το οποίον ήρχοντο, η στενότης όμως της οδού και οι Έλληνες επιδιώκοντες δεν τους εσυγχώρησαν να διασώσωσιν εκ των οκτακοσίων φορτηγών, τα οποία έφερον μεθ' εαυτών, ειμή πολλά μικρόν αριθμόν· εφονεύθησαν δε εις τον τόπον της μάχης και καθ' οδόν έως πεντήκοντα, εν οις καί τινες χριστιανοί ακολουθούντες ως υπηρέται τους εχθρούς.
Το δυστύχημα τούτο των Τούρκων ανηγγέλθη και εις τους εις Δαύλειαν στρατοπεδεύοντας· αλλ' ούτοι μη πιστεύοντες, απέστειλαν διακοσίους περίπου ιππείς διά να παρατηρήσωσι και να λάβωσιν ακριβή πληροφορίαν περί του πράγματος. Ο Καραϊσκάκης ιδών αυτούς διευθυνομένους προς το Τουρκοχώριον και υποθέτων ότι έμελλον να διαβώσι διά της Φοντάνης, παρέλαβε μεθ' εαυτού τινάς των ιππέων και έως τριακοσίους πεζούς και μετέβη εις Τουρκοχώριον, όπου κρύψας όλους εις τα ερείπια του χωρίου, τους διέταξε να περιμένωσιν, έως ου να πλησιάσωσιν οι εχθροί. Οι εχθροί όμως υποπτεύσαντες φαίνεται, δεν επλησίασαν ολοτελώς, αλλά κατασκοπεύοντες τον τόπον και περιεργαζόμενοι μακρόθεν, άμα απήντησαν τινά πτώματα της προλαβούσης μάχης, βεβαιωθέντες εξ αυτών περί του συμβάντος και φοβηθέντες, ωπισθοδρόμησαν αμέσως με βίαν. Οι Έλληνες ώρμησαν καταδιώκοντες, αλλά δεν ήτον δυνατόν να τους φθάσωσι φεύγοντας ούτω δρομαίως· μόλις οι ταχύτεροι των ιππέων και πεζών επλησίασαν και ακροβολισθέντες ολίγον διελύθησαν διά την επελθούσαν νύκτα.
Ο Καραϊσκάκης βλέπων ότι διαμένων εις ταύτα τα μέρη δεν ηδύνατο να οικονομή τροφάς διά το στρατόπεδον και επειδή απελπίσθη του να ίδη ανανεουμένην την εις Ταλάντιον εκστρατείαν των Ολυμπίων, απεφάσισε να μεταβή εις Νέας Πάτρας, όπου και τροφάς αφθόνους έμελλε να εύρη και Τούρκοι ήσαν ολίγοι. Εκτός τούτων ήλπιζεν ότι η εκστρατεία αύτη έμελλε να ελευθερώση χωρίς πόλεμον και τας επαρχίας των Κραβάρων, Λιδωρικίου και Καρπενησίου, διότι επερικυκλώνοντο τρόπον τινά από τα Ελληνικά στρατεύματα. Όθεν αφήσας εις φύλαξιν της Βελίτζας τον Ρούκην, τον Νάκον Πανουργιάν και τον Χ. Περραιβόν, αυτός με όλον το λοιπόν στράτευμα εκίνησε την δεκάτην του Δεκεμβρίου. Αλλ' αφ' ης ώρας εβγήκεν από το χωρίον μία ραγδαιοτάτη βροχή δεν έκαμε διόλου διακοπήν έως το εσπέρας και, το χειρότερον, δεν υπήρχε κανέν χωρίον, όπου να μείνωσι την νύκτα οι στρατιώται και να λάβωσι τινά περιποίησιν διά το κρύος και τον κόπον. Οι προπορευόμενοι επροχώρησαν έως να εύρωσιν αρμόδιον τόπον διά να κατασκηνώσωσιν, οι δε όπισθεν ερχόμενοι μη δυνάμενοι να καταφθάσωσι τους έμπροσθεν απεκόπτοντο, και η νύκτα, η οποία κατέλαβε τους περισσοτέρους εις τον δρόμον, κατέστησε δυσκολωτέραν την πορείαν. Προσέτι ο προκείμενος ποταμός της Γραβιάς (Κηφισσός), του οποίου το ρεύμα είχεν ήδη εξογκωθή, ώστε υπερέβαινε τας ζώνας των διαβαινόντων, εδυσκόλευσε μεγάλως τους Έλληνας. Τέλος πάντων όμως ετοποθετήθησαν είς τινα δρυμώνα πλησίον του ποταμού και ανάψαντες φωτιάς, επεριποιούντο εαυτούς. Καταγανακτησμένοι όμως από την κακοπάθειαν και τον κόπον, εξεθύμαινον εις ύβρεις κατά του Καραϊσκάκη· αυτός όμως εφάνη πολύ περιποιητικώτερος και φιλοφρονέστερος εκείνην την νύκτα απ' ό, τι εκ φύσεως ήτον, και περιερχόμενος τας συνοικίας των στρατιωτών τους ενεθάρρυνε, φιλοφρονούμενος και δεξιούμενος αυτούς και παρακινών και συμπράττων εις το ν' ανάψωσι φωτίας· ώστε η κατ' αυτού αγανάκτησις εξαλείφθη διόλου, και αφ' ού μάλιστα έπαυσεν η βροχή και άναψαν τας φωτίας, απέδωκαν την αιτίαν όπου φυσικά ανήκε να την αποδώσωσιν, εις την αχρειότητα του καιρού. Επνίγησαν εκείνην την νύκτα εις την διάβασιν του ποταμού δώδεκα στρατιώται, απέθανον δε από το κρύος δύο, και αν η βροχή δεν ήθελε παύσει ογλήγορα, πολλοί ήθελον αποθάνει από το κρύος.
Ο Καραϊσκάκης βλέπων ότι το στράτευμα κακοπαθήσαν τοιουτοτρόπως είχεν ανάγκην αναπαύσεως, απεφάσισε να το μεταβιβάση, εις τα χωρία Σουβάλας και Αγόριανης, όπου και μετέβη την ερχομένην ημέραν. Ενώ δε διέτριβεν αυτόθι, αναγγέλλεται εις αυτόν ότι ο Ομέρ πασάς ο Καρυστινός ετοιμάζει εκστρατείαν διά να υπάγη εις βοήθειαν των εις Σάλωνα αποκλεισμένων. Όθεν δεν ενέκρινε ν' ακολουθήση το κατά των Νέων Πατρών επιχείρημα, αλλ' επέστρεψεν εις Αράχωβαν την 15 του Δεκεμβρίου ομού με όλην την στρατιάν.
Η ετοιμασία των εχθρών εγίνετο βραδυτάτη, και ο Καραϊσκάκης μη θέλων ν' αφίνη αργόν το στράτευμα, απεφάσισε να μεταβή προς τας επαρχίας Λιδωρικίου και Κραβάρων διά να καθαρίση και αυτάς τας επαρχίας από τους εχθρούς και διά να ζωοτροφήση το στρατόπεδον, χωρίς να απομακρυνθή πολύ από τα Σάλωνα και το Δίστομον, όπου, όταν ήθελε τύχει να γένη κίνημα παρά των εχθρών, επεθύμει να καταφθάση εις βοήθειαν. Επειδή δε, αν και έλαβεν ανταποκρίσεις με τον Σεφάκαν (37) και άλλους εκείνων των μερών οπλαρχηγούς, υπώπτευε μ' όλον τούτο ότι ημπορούσαν να εναντιωθώσιν, διέταξε τον Δ. Μακρήν με πεντακοσίους στρατιώτας να εισέλθη εις την επαρχίαν Λιδωρικίου και να τοποθετηθή εις το χωρίον Γρανίτζαν, να περιμείνη δε εκεί νέας διαταγάς, αν απαντήση αντίστασιν, να συνεννοηθή δε μετά του Σεφάκα διά να κινηθώσιν εκ συμφώνου κατά των εχθρών. Άμα έφθασεν εις Γρανίτζαν ο Μακρής ειδοποίησε τον Σεφάκαν, ευρισκόμενον κατ' εκείνας τας ημέρας εις Αρτοτίναν, διά να έλθη να συνομιλήσωσιν ο δε Σεφάκας απεκρίθη, ότι επειδή εξήλθεν έν σώμα εχθρών από Ναύπακτον και εστρατοπέδευσεν εις Κλημάκι με σκοπόν να προβή προς τα Σάλωνα, τα στρατεύματα νομίζει αναγκαίον να διευθυνθώσι προς εκείνο το μέρος, όπου θέλει διευθυνθή και αυτός ο ίδιος· διά να ανταμωθώσι δε κρίνει αρμοδιώτερον τόπον τα Στελιώτικα Ρουπάκια, όπου αυτός θέλει υπάγει και θέλει τους περιμείνει. Ελθόντες λοιπόν αμφότεροι την επομένην ημέραν εις την θέσιν ταύτην, έκαμαν το σχέδιον του κινήματός των, και ο μεν Ξύδης και Καλύβας με διακοσίους πεντήκοντα στρατιώτας εστάλησαν εις Κράβαρα διά να καταδιώξωσιν έν εχθρικόν μικρόν σώμα ευρισκόμενον εις Λουμπουτινά, το δε λοιπόν στράτευμα απεφασίσθη να τοποθετηθή εις Παλαιοξάρι διά να απαντήση την πρόοδον των εκ Ναυπάκτου εξελθόντων εχθρών.
Αλλ' ενώ, διαλυθείσης ταύτης της συνελεύσεως, οι μεν περί τον Ξύδην και Καλύβαν εκίνησαν προς το μέρος όπου διωρίσθησαν, οι δε λοιποί εμβήκαν εις τον δρόμον τον προς το Παλαιοξάρι και διέβησαν τον Μόρνον ποταμόν, αναγγέλλεται ότι έρχεται κατόπιν και ο Καραϊσκάκης και ότι εκείνην την νύκτα έμελλε να μείνη εις το στενόν του Βελούχοβου. Ο μεν Σεφάκας λοιπόν εγύρισε προς αυτό το μέρος διά να προϋπαντήση τον αρχηγόν, ο δε Μακρής με τους περί αυτόν μετέβη εις Παλαιοξάρι, όπου έφθασε και ο Καραϊσκάκης την ερχομένην ημέραν ομού με όλον το στράτευμα και το ιππικόν.
Επειδή δε οι περί τον Ξύδην και Καλύβαν ανταποκριθέντες με τους κατοίκους των Κραβάρων και τον τότε αρχηγόν των όπλων αυτών Μακρυγιάννην (38), επληροφορήθησαν ότι δεν ήσαν ούτοι πρόθυμοι να κινηθώσι κατά των Τούρκων, ειδοποίησαν αμέσως τον Καραϊσκάκην και εζήτησαν και άλλην βοήθειαν διά να βιάσωσι τρόπον τινά τους κατοίκους, αν θελήσωσι να υπερασπισθώσι τους εχθρούς. Ο Καραϊσκάκης διώρισεν αμέσως τον στρατηγόν Μακρήν ομού με όλους τους συν αυτώ διά να υπάγη εις βοήθειαν των μετά του Ξύδη και Καλύβα. Αλλ' ενώ αυτοί επλησίαζον εις Βιτολίσταν, οι μετά του Ξύδη είχον ήδη κινήσει διευθυνόμενοι εις Λουμπουτινάν, όπου ήσαν τοποθετημένοι έως ογδοήκοντα Τούρκοι. Όταν οι Έλληνες επλησίασαν εις το χωρίον τούτο, οι Τούρκοι ειδοποιηθέντες από τους κατοίκους, έβγαινον από τας οικίας και έφευγον προς Ναύπακτον. Οι Έλληνες εφορμήσαντες κατ' αυτών τους διέκοψαν εις δύω και μέρος μεν το μεγαλήτερον διέφυγεν εις Ναύπακτον, μερικοί δε έως είκοσι αναγκασθέντες να οπισθοδρομήσωσιν, εκλείσθησαν εις δύο οικίας. Ταύτα μαθών ο Μακρής μετέβη την ερχομένην ημέραν εις Λουμπουτινάν και περικλείσας αυστηρώς τους εχθρούς, τους ηνάγκασε να παραδοθώσι και αφοπλίσας αυτούς τους απέστειλεν εις τον Γενικόν αρχηγόν.
Τα εις Λουμπουτινάν συνελθόντα στρατεύματα διατρέψαντα αυτόσε τρεις ημέρας, διαιρέθηκαν εις δύω· το έν σώμα υπό τον Καλύβαν και Ξύδην μετέβη εις Αμόρανην εναντίον ενός αποσπάσματος εχθρών, το οποίον έφυγεν εις Ναύπακτον, άμα είδεν ερχομένους τους Έλληνας. Το έτερον δε υπό τον Μακρήν μετέβη εις Πλάτανον και μετ' ολίγας ημέρας ο μεν Μακρής μετέβη εις Ζυγόν, έχων μόνον τους ιδίους αυτού στρατιώτας, το δε λοιπόν σώμα, το οποίον ήτον υπό τον Νικολάκην Κοντογιάννην, διευθύνθη εις Αρτοτίναν, όπου ήτον διατεταγμένον να περιμείνη νέας διαταγάς του Αρχηγού.
Το σώμα των εις Κλημάκι στρατοπεδευμένων εχθρών εσύγκειτο από χιλίους οκτακοσίους περίπου Τούρκους και Χριστιανούς, εν οις ήσαν και ο Ανδρέας Ίσκου, ο Σωτήρης Στράτος και ο υιός του γνωστού διά την τουρκολατρείαν Σαδήμα, εσκόπευε δε να διαβή από τα Σάλωνα και να υπάγη εις τον Κιουταχήν· αλλ' ο ερχομός των Ελληνικών στρατευμάτων εματαίωσε το σχέδιόν των. Ο Καραϊσκάκης δοκιμάζων τας δυνάμεις των επροκαλείτο αυτούς εις μάχην, αλλ' αυτοί δεν εξήρχοντο από τα οχυρώματά των. Μη θέλων δε να εφορμήση αυτός κατ' αυτών, διά να μη βλαφθώσιν οι Έλληνες, και επειδή συνέβησαν πολλαί βροχαί και κακοκαιρίαι, δεν ηδυνήθη να κάμη κανέν κίνημα ή στρατήγημα, αλλ' έμεινεν αργός εις τας θέσεις του, έως ού οι Τούρκοι απελπισθέντες του να δυνηθώσι να προχωρήσωσιν, απεφάσισαν να επιστρέψωσιν εις Ναύπακτον. Ενώ δε ετοιμάζοντο διά την αναχώρησιν, ο Καραϊσκάκης εκινήθη μ' όλον το στράτευμα κατ' αυτών. Τούτο ιδόντες οι Τούρκοι, ούτε να διαβώσι τον Μόρνον ποταμόν ετόλμησαν, φοβούμενοι την καταδίωξιν των Ελλήνων, ούτε να εξέλθωσιν από τα οχυρώματά των διά πόλεμον, αν και οι Έλληνες επλησίαζον εις αυτούς και τους επροσκαλούσαν εις μάχην. Εβγήκε μόνον το ιππικόν των κατά των Ελλήνων, αλλά καταδιωχθέν εκρύβη και αυτό υπό τα οχυρώματά των. Τελευταίον, ελθούσης της νυκτός, χωρίς να γένη κανέν σημαντικόν έργον (39) οι μεν Έλληνες επέστρεψαν εις τας θέσεις των, οι δε Τούρκοι διέβησαν τον ποταμόν, τον οποίον προτάξαντες ως φραγμόν κατά των Ελλήνων εστρατοπέδευσαν.
Ο Καραϊσκάκης μη έχων τροφάς διά το στρατόπεδον ηθέλησε να μεταχειρισθή τα εκ των δεκάτων της επαρχίας Λιδωρικίου γεννήματα, συναγμένα παρά του Σεφάκα και εναποτεθειμένα εις αποθήκας. Αλλ' ο Σεφάκας προβάλλων ότι εχαρίσθησαν από τον Κιουταχήν εις αυτόν, δεν ήθελε να συγκατατεθή· ο αρχηγός αφ' ενός μέρους παρουσιάζων εις αυτόν την ανάγκην του στρατοπέδου, αφ' ετέρου δε υποδεικνύων την βίαν, επέμενεν έως ού τελευταίον ο Σεφάκας έδειξεν ότι επείσθη να δώση μέρος διά τροφήν του στρατοπέδου. Εις την φιλονεικίαν ταύτην ο Σεφάκας, υποθαλπόμενος από τους Σουλιώτας, τους οποίους ηδυνήθη να ελκύση προς το μέρος του, εναντιώθη με πολλήν σκληρότητα εις τον Καραϊσκάκην, ώστε είπον αμοιβαίως ο είς προς τον άλλον πολλά σκληρούς και πειρακτικούς λόγους.
Ο Σεφάκας έχων σταθεράν απόφασιν να εναντιωθεί εις τον Καραϊσκάκην διά τα γεννήματα και έχων ανάγκην υποστηρίξεως, αφ' ού ματαίως εζήτησε την συνδρομήν πολλών στρατηγών και αξιωματικών εκ των μετά του Καραϊσκάκη, κατώρθωσε να επιτύχη τούτο από τους Σουλιώτας αρχηγούς· οι αρχηγοί ούτοι και προ πάντων ο Λάμπρος Βέικος, ο οποίος εθεωρείτο κατ' εκείνην την εποχήν ως ψυχή αυτού του σώματος, ενηγκαλίσθησαν προθύμως του Σεφάκα το πρόβλημα και αντέστησαν προφανώς εις τον Καραϊσκάκην. Ο Σεφάκας διά να κάμη στερεωτέρας τας μετ' αυτών σχέσεις του, τους επροσκάλεσεν εις Αρτοτίναν, όπου είχε την κατοικίαν του, και παρεκάλεσε τον Λάμπρον Βέικον διά να γένη ανάδοχος του νεογεννήτου τέκνου του. Ενώ λοιπόν αυτοί ενησχολούντο εις ταύτα, ο Καραϊσκάκης σκοπεύων να μεταβή εις τα μέρη της Λεβαδείας, απεφάσισε να συστήση στρατόπεδα εις τα πέριξ της Ναυπάκτου διά να προφυλάξη τας επαναστατημένες επαρχίας. Διώρισε λοιπόν τον μεν Γιώτην Δαγκλήν εις Βελβίτζενα, τον δε Γιαννούσην εις Παλαιοξάρι· έστειλε συγχρόνως και τον Δήμον Τζέλιον εις Λεσίνι διά να πιάση αυτήν την νήσον και να την κάμη κέντρον τρόπον τινά των κατά την Δυτικήν Ελλάδα κινημάτων. Αυτός δε εφοδιάσας το στράτευμα με τροφάς τας οποίας έλαβεν από τας αποθήκας του Σεφάκα, εκίνησε διά της ποταμιάς Λιδωρικίου προς Μαυρολιθάρι, ειδοποιήσας συγχρόνως και τους Σουλιώτας αρχηγούς διά να συνακολουθήσωσιν. Αλλ' αυτοί δεν ηθέλησαν να έλθωσιν ομού με αυτόν· μετέβησαν δε κατ' ευθείαν εις Σάλωνα.
Ο Καραϊσκάκης απεφάσισε να διαβή πλησίον της επαρχίας Νέων Πατρών με την ελπίδα να δυνηθή να λάβη τροφάς από αυτήν· είχε δε γράψει προς τους κατοίκους αυτής, ότι αν δεν ήθελον προμηθεύσει τροφάς εις το στρατόπεδον, ήθελε κινηθή κατ' αυτών. Οι Τούρκοι ήσαν αδύνατοι κατ' εκείνην την εποχήν και ήθελεν επιτύχει να τους διώξη, αν ήθελε κάμει κίνημα κατ' αυτών· επειδή όμως είχε προσκληθή παρά της Διοικήσεως διά να μεταβή εις την Αττικήν, όπου εκινδύνευεν η Ακρόπολις, δεν έκρινε συμφέρον να βραδύνη περιπλεκόμενος εις τοιούτον σημαντικόν επιχείρημα. Όθεν αφήσας ένα επιστάτην εις Λάζον διά να λάβη τας παρά των κατοίκων της επαρχίας ταύτης διά συγκαταθέσεως των Τούρκων αποστελλομένας τροφάς και να τας εναποθέση διά μελλούσας χρείας, αυτός διέβη από το Μαυρολιθάρι και έφθασε την δεκάτην ογδόην του ιδίου μηνός εις Βελίτζαν. Καθ' οδόν είχε μάθει ότι οι εις Τουρκοχώριον εστρατοπεδευμένοι εχθροί είχον αναχωρήσει. Υποπτεύων λοιπόν μήπως διά της Γραβιάς υπάγουν εις βοήθειάν των εις Σάλωνα πολιορκουμένων, επετάχυνε την οδοιπορίαν του προς την Γραβιάν διαβαίνων όμως από το μέρος τούτο εβεβαιώθη ότι οι εχθροί δεν επέρασαν εις Σάλωνα. Όταν τέλος έφθασεν εις Βελίτζαν, εβεβαιώθη θετικώς ότι οι εχθροί επήγαν εις Δίστομον, όντες έως τέσσαρες χιλιάδες τον αριθμόν και έχοντες επί κεφαλής τον Ομέρ πασάν.
Ο Καραϊσκάκης υποπτεύων μήπως συμβή τι απευκταίον εις τους εις Δίστομον, όντας ολίγους ως προς τοιαύτην εχθρικήν δύναμιν, απεφάσισε να υπάγη εις βοήθειάν των αμέσως· εσχεδίασεν όμως να πράξη και καθ' οδόν κανέν αξιόλογον έργον. Απέστειλε λοιπόν πεζοδρόμον (εις τον οποίον υπεσχέθη πλουσίαν αμοιβήν, αν εν καιρώ εκπληρώση τα παραγγελλόμενα) διά να ειδοποιήση, τους εις Δίστομον Έλληνας ότι έμελλεν εκείνην την νύκτα να υπάγη εις βοήθειάν των και ότι έμελλε να επιπέση εις το εχθρικόν στρατόπεδον. Παρεκινούσε δε και αυτούς να μένωσιν άγρυπνοι και να ήναι έτοιμοι ώστε, άμα ακούσωσι την συμπλοκήν, να εξέλθωσιν από τας οικίας κατά των εχθρών. Περί την δεκάτην ώραν της ημέρας εκίνησεν από Βελίτζαν με τετρακοσίους στρατιώτας και αξιωματικούς. Ήσαν δε όλοι πεζοί κατά παραγγελίαν του αρχηγού, και τούτο διά να μην εννοηθώσιν από τους εις Δαύλειαν στρατοπεδεύοντας εχθρούς, όθεν αναγκαίως έπρεπε να διαβώσι· δεν ηθέλησεν ουδέ ο ίδιος να λάβη ίππον, μ' όλον ότι όλοι τον παρεκίνησαν επιμόνως. Διά το βαθύ της νυκτός σκότος, διά την ανωμαλίαν των δρόμων και διά τας πολλάς περιστροφάς, μόλις δυο ώρας πριν εξημερώση επλησίασαν εις το εχθρικόν στρατόπεδον, χωρίς να εννοηθώσι διόλου από τους φύλακας, και εμβαίνουν εις αυτό φωνάζοντες και τουφεκίζοντες. Αλλ' επειδή δεν είδον να γένη ταυτοχρόνως κανέν κίνημα και από τους εις Δίστομον κατά την παραγγελίαν του Καραϊσκάκη, δεν επέμειναν εις μάχην, αλλά διαβάντες διά μέσου των σκηνών του εχθρού τουφεκίζοντες, έφθασαν εις Δίστομον. Οι εχθροί δεν ετόλμησαν να εξέλθωσι κατ' αυτών, περιωρίσθησαν δε μόνον εις το να φωνάζωσι και να τουφεκίζωσι από τας σκηνάς των. Από τους Έλληνας εφονεύθησαν μόνον δύο και αιχμαλωτίσθη είς, των δε εχθρών η ζημία κυρίως μεν δεν έγεινε γνωστή, πιθανολογείται όμως να ήτον όχι μικρά. Οι εις Δίστομον δεν εκινήθησαν κατά του εχθρικού στρατοπέδου, διότι ο πεζοδρόμος δεν υπήγεν εν καιρώ να τους γνωστοποιήση την παραγγελίαν του Καραϊσκάκη· ελυπήθησαν μεγάλως διότι δεν ηδυνήθησαν να συμπράξωσιν εις έν σχέδιον, το οποίον έμελλεν ίσως να επιφέρη τον όλεθρον του εχθρού. Ο Ομέρ πασσάς, αρχηγός των Τούρκων εις την εκστρατείαν ταύτην, τόσον εξεπλάγη διά την αιφνίδιον παρουσίαν του Καραϊσκάκη και διά το τόσον τολμηρόν τούτο επιχείρημα, ώστε την επομένην ημέραν τους μεν στρατιώτας, τους όντας εις νυκτερινήν φυλακήν, απεκεφάλισε διότι δεν ενόησαν την διάβασιν των Ελλήνων, εις δε τας θέσεις του ωχυρώθη καλλίτερον και συγχρόνως έστειλε και διά νέαν βοήθειαν, ως από αυτομόλους εγένετο φανερόν.
Ενταύθα ας οπισθοδρομήσωμεν ολίγον διά να αναφέρωμεν τι έπραξεν ο Ομέρ πασάς, άμα έφθασεν εις Δίστομον, και πώς τον αντέκρουσαν οι φυλάττοντες ταύτην την θέσιν Έλληνες. Ο Ομέρ πασάς διωρίσθη να υπάγη να λύση την πολιορκίαν Σαλώνων, αλλ' επειδή δεν ετόλμα να εισβάλη εις ταύτην την επαρχίαν, αφίνων τρόπον τινά εις τα οπίσθιά του τους εις Δίστομον Έλληνας, απεφάσισε να κινηθή πρώτον κατ' αυτών διά να τους καταστρέψη και να κάμη ασφαλή την διάβασιν του. Ετοιμάσας λοιπόν τας δυνάμεις του μετέβη την δεκάτην έκτην του Ιανουαρίου εις Δίστομον, πλησίον του οποίου και εστρατοπέδευσε. Θέλων δε να δοκιμάση τας δυνάμεις των Ελλήνων και να οδηγηθή επομένως εις την οποίαν εμελέτα να κάμη επίθεσιν, έπεμψεν έν σώμα πεζών και ιππέων διά να ακροβολισθή με αυτούς. Ιδών δε ότι αι δυνάμεις ήσαν ολιγώταται, απεφάσισε να κάμη την επομένην ημέραν γενικήν εις το χωρίον έφοδον.
Άμα ανέτειλεν ο ήλιος, ήρχισεν ο κανονοβολισμός· έν μέγα κανόνιον, τοποθετημένον ολίγον μακρύτερον βολής τουφεκίου από το χωρίον, διευθύνετο ως επί το πλείστον εις τον κατά πρόσωπον του χωρίου τότε νεωστί κατασκευασθέντα πύργον. Αφ' ού έγεινεν ικανή βλάβη τόσον εις αυτόν, καθώς και εις άλλας τινάς οικίας, εδόθη το σημείον της εφόδου. Όλοι οι εχθροί αλαλάζοντες και τουφεκίζοντες επιπίπτουν εις το χωρίον από τρία διάφορα μέρη· από μεν τα δεξιά οι Αλβανοί, έχοντες επί κεφαλής τον Καρεμφίλμπεην, αδελφόν του εις Αράχωβαν φονευθέντος Μουσταφάμπεη, από δε τα αριστερά οι Γκέκηδες υπό τον Οσμάν πασάν, κατά πρόσωπον δε αυτός ο Ομέρ πασάς με τους Χαλντούπηδες. Όλοι εισήλθον ταυτοχρόνως εις το χωρίον και εκυρίευσαν τας πλειοτέρας οικίας, τας οποίας δεν εδύναντο να κατέχωσιν οι Έλληνες, ως όντες ολίγοι. Εφώρμησαν έπειτα και εις εκείνας, εις τας οποίας ήσαν κλεισμένοι οι Έλληνες, ώστε κατήντησαν εις μερικάς ν' αποσπώσι τα ξύλα της στέγης και να κρημνίζωσι τας κεραμίδας. Από τους φυλάττοντας την επί του λόφου εκκλησίαν Έλληνας (επειδή δεν επήγαν κατ' αυτών εχθροί) κατέβησαν μερικοί προς βοήθειαν των πολεμούντων εις τας οικίας. Συνέβη ταυτοχρόνως να φονευθή και είς σημαντικός Τούρκος από τους κατά πρόσωπον προσβαλόντας, ώστε είτε διά το έν, είτε διά το άλλο συμβεβηκός δειλιάσαντες οι εχθροί ετράπησαν εις φυγήν, και οι Έλληνες εξελθόντες από τας οικίας τούς κατεδίωξαν ολίγα βήματα προς το στρατόπεδόν των· δεν επρόλαβον όμως να φύγωσι συγχρόνως και οι από τα δεξιά προσβαλόντες και διά τούτο, ως μείναντες ύστεροι, εζημιώθησαν περισσότερον από τους λοιπούς. Περί το εσπέρας έφθασεν από Σάλωνα και ο Γεώργιος Δράκος, ο οποίος ορμήσας αμέσως κατά των υπό τον Καρεμφίλμπεην Αλβανών, τοποθετημένων επί του προς τα δεξιά του Διστόμου λόφου, τους ηνάγκασε να φύγωσι και να τοποθετηθώσι πλησίον του στρατοπέδου των. Εις ταύτην την μάχην οι φονευμένοι των εχθρών ήσαν πολλοί, αλλά τους μεν πεσόντας εις την έφοδον τους έλαβον οι εχθροί και τους μετεκόμισαν εις το στρατόπεδόν των, όσοι δε πεσόντες περί το χωρίον εγυμνώθησαν από τους Έλληνας ήσαν υπέρ τους ογδοήκοντα· από δε τους Έλληνας εφονεύθησαν δύω και επληγώθησαν οκτώ, μεταξύ των οποίων και ο Νικόλαος Μπότζαρης.
Αναπαυθείς ολίγον ο Καραϊσκάκης, άμα εφάνη η ημέρα, περιήλθε το Ελληνικόν στρατόπεδον και επαρατήρησε τας παρά των εχθρών κατεχομένας θέσεις. Ιδών δε ότι επί της κορυφής τινος λοφιδίου προ του χωρίου επροσπαθούσαν οι εχθροί να κατασκευάσωσι προμαχώνα, το οποίον ήθελεν αποβή φθοροποιόν εις τους Έλληνας, απεφάσισε να τους αντικρούση εις τον σκοπόν των και να ματαιώση το σχέδιόν των. Όθεν διώρισε να γεμισθώσι με χώμα μερικά δέρματα και καλάθια και αφ' ού ετοιμάσθησαν, παρακινήσας τους στρατιώτας, επεχείρησε διά νυκτός ν' αναβή εις την κορυφήν του λοφιδίου, την οποίαν δεν είχον κυριεύσει ακόμη οι εχθροί, ως κτυπώμενοι από τας οικίας και από τους εν τη εκκλησία Έλληνας. Προτάξας λοιπόν τα δέρματα ταύτα, ανήγειρε λιθόκτιστον πρόχειρον οχύρωμα μόλις τεσσαράκοντα βήματα απέχον του εχθρού και τούτο ασφάλισε το χωρίον από ένα όχι μικρόν κίνδυνον.
Ο δε Ομέρ πασάς πληροφορηθείς διά της πείρας ότι δεν ήτον πλέον δυνατόν να κυριεύση εξ εφόδου το χωρίον, διέθεσε το στρατόπεδόν του διά πολιορκίαν· αφ' ετέρου πάλιν μέρους ο Καραϊσκάκης βλέπων ότι δι' εφόδου ή συμπλοκής κατά πρόσωπον δεν ήτον δυνατόν να καταστρέψη τους εχθρούς, εστοχάσθη να τους αποκλείση πιάνων τας δύω οδούς από τας όποιας εφέροντο αι τροφαί εις τους εχθρούς. Διώρισε λοιπόν επί τούτω τω σκοπώ να έλθωσιν εις Δίστομον τα εις Σάλωνα, Λιδωρίκι και Δίστομον ευρισκόμενα στρατεύματα, αφ' ού μείνωσιν εις έκαστον μέρος ολίγοι μόνον προς υπεράσπισιν των κατοίκων· ετοποθέτησε δε εις μεν την Αράχωβαν τον Γ. Δυωβουνιώτην και Κ. Πανουργιάν, εις δε το Στείρι τον Γιαννούσην και το ιππικόν, και τους διώρισε να προσμείνωσιν έως ου να συνέλθη η αναγκαία δύναμις και να παρουσιασθή ο ανήκων καιρός προς εκτέλεσιν του σχεδίου της αποκλείσεως. Εν τοσούτω, επειδή το εχθρικόν κανόνιον εμψύχωνε τους Τούρκους και έφερεν αθυμίαν εις τους Έλληνας, διώρισε και αυτός και έφεραν δύω κανόνια και αντεκτύπα τον εχθρόν.
Παρήλθαν ικαναί ημέραι και εκτός ακροβολισμών τινών, κανέν άλλο σημαντικόν έργον δεν επράχθη ούτε από το έν, ούτε από το άλλο μέρος. Αλλά την τριακοστήν πρώτην του Ιανουαρίου συνέβη μία μάχη, εις την οποίαν μόνην καθ' όλον το διάστημα της εκστρατείας ενικήθησαν οι Έλληνες και υπέπεσον εις αισχράν φυγήν· αλλά και τούτο συνετέλεσεν εις το να δοξάση περισσότερον τον Καραϊσκάκην, ο οποίος εφάνη πολύ σημαντικώτερος, παρά αν ήθελε κατορθώσει αξιόλογον νίκην.
Στρατιώται τινες από τους εις Στείρι ευρισκομένους, παρατηρήσαντες ότι αερικά ζώα των εχθρών βόσκοντα αφύλακτα απεμακρύνθησαν ολίγον από το εχθρικόν στρατόπεδον, ώρμησαν κατ' αυτών και περικυκλώσαντές τα, τα έλαβον και επέστρεφον εις τον τόπον της κατοικίας των. Εβγήκαν προς καταδίωξιν αυτών μερικοί από τους πλησιέστερον ευρεθέντας εχθρούς άλλοι δε ηκολούθουν κατόπιν· οι δε εις Στείρι, βλέποντες ότι εκινδύνευονν περικυκλωθώσιν οι φέροντες τα ζώα, εξήλθον όλοι εις βοήθειαν και απαντήσαντες τους πρώτους των εχθρών, τους έτρεψαν εις φυγήν. Θέλων να ωφεληθή από την περίστασιν ταύτην ο Καραϊσκάκης, διώρισε να υπάγωσι και μερικοί από τους εν Διστόμω προς ενδυνάμωσιν των από Στείρι εξελθόντων. Όλοι ομού λοιπόν διώκοντες τους εχθρούς, έφθασαν έως βολήν τουφεκίου πλησίον του στρατοπέδου αυτών και καταλαβόντες ένα λόφον εκτυπούσαν τους Τούρκους, οι οποίοι δεν ετολμούσαν να εξέλθωσιν από το στρατόπεδόν των.