Ο Καραϊσκάκης επιθυμών να κάμη σημαντικήν τινα βλάβην εις τους εχθρούς, έκρινεν αναγκαίον να διαμείνωσιν οι Έλληνες και την επερχομένην νύκτα εις τας οποίας ευρίσκοντο θέσεις και επομένως να βάλη εις ενέργειαν το σχέδιον της αποκλείσεως· επειδή δε ο λόφος, επί του οποίου είχον τοποθετηθή οι Έλληνες, επεριτριγυρίζετο από πεδιάδα, φοβούμενος μήπως περικυκλωθώσιν είτε διά του ιππικού των εχθρών, είτε διά τινος άλλου ανελπίστου συμβεβηκότος, κατέλαβεν αυτός με ολίγους στρατιώτας ένα τόπον πετρώδη εν τω μέσω της πεδιάδος και οχυρωθείς αυτοσχεδίως εις αυτόν αντεπολέμει τους εχθρούς και εφύλαττεν ασφαλή την κοινωνίαν των επί του λόφου Ελλήνων με τους εις Δίστομον.

Πέντε περίπου ώρας ακροβολίζοντο οι Έλληνες πλησίον του εχθρικού στρατοπέδου, και επειδή είχε γνωστοποιηθή εις αυτούς η απόφασις του Καραϊσκάκη του να διαμείνωσιν εις την θέσιν των και την επερχομένην νύκτα, ήρχισαν ήδη να οχυρόνωνται, όταν παρ' ελπίδα εφάνη ερχόμενον προς βοήθειαν των εχθρών έν σώμα τακτικών. Οι Έλληνες μη έχοντες προϋπάρχουσαν είδησιν και μη ηξεύροντες πόσος ήτον ο αριθμός των, εδειλίασαν. Ενώ δε οι τοποθετημένοι εις τους πρόποδας του λόφου, κρίναντες αναγκαίον να απομακρυνθώσιν ολίγον, εκινήθησαν προς τα υψηλότερα και οχυρώτερα του λόφου μέρη, οι επί της κορυφής του λόφου νομίσαντες τούτο τελείαν αναχώρησιν, έφευγον οι μεν προς Στείρι, οι δε προς Δίστομον. Οι Τούρκοι εμψυχωθέντες από την βοήθειαν των τακτικών, ενθαρρυνθέντες όμως πολύ περισσότερον από την φυγήν των Ελλήνων, ώρμησαν όλοι, οι μεν προς Δίστομον, οι δε κατά των φευγόντων. Αλλ' οι μεν προς Δίστομον αντικρουσθέντες γενναίως από τους εν αυτώ Έλληνας, δεν επροχώρησαν. Οι δε άλλοι επέμενον διώκοντες τους φεύγοντας, των οποίων την προς το χωρίον διάβασιν επροσπάθησαν να κόψωσι διά του ιππικού των. Ο Καραϊσκάκης όμως, ο οποίος είχε προβλέψει πόσον κινδυνώδες και ολέθριον ήτον εάν ήθελον περικυκλωθή οι Έλληνες, επέμενεν εις την θέσιν του, αντικρούων τους αλλεπαλλήλους εφορμώντας κατ' αυτής πεζούς και ιππείς. Εν ώ δε οι πλειότεροι των μετ' αυτού δειλιάσαντες έφυγον κατ' ολίγον, αυτός με μόνον είκοσιν Έλληνας αντεμάχετο, έως ου διέβησαν οι φεύγοντες και διέφυγον τον κίνδυνον· και τότε τελευταίον έφυγε και αυτός με όλους τους συν αυτώ εκτός ενός, τον οποίον ήρπασαν ζώντα τινές των ιππέων του εχθρού (40). Ο Καραϊσκάκης ακολουθών τελευταίος τους φεύγοντας, επροσπάθει να τους εμψυχώση να σταθώσι, μάλιστα αφ' ού έφθασαν εις τόπον, όπου δεν ήτον κίνδυνος από το ιππικόν αλλ' οι Έλληνες έφευγον χωρίς να τον ακούσωσιν. Αγανακτών πολλάκις διότι δεν ετουφέκιζον ουδέ καν φεύγοντες, εφώναζεν, επαρακινούσεν, ύβριζεν και τελευταίον αρπάζων τα τουφέκια των πλησιεστέρων επυροβόλει κατά των εχθρών· είχον ήδη εξέλθει τινές και από το Δίστομον εις βοήθειαν των φευγόντων, ώστε οι εχθροί, μη δυνάμενοι πλέον να εξακολουθήσωσι την δίωξιν επί λόφου πετρώδους, όπου το ιππικόν των δεν ήτον πλέον χρήσιμον, ωπισθοδρόμησαν. Εις την μάχην ταύτην από μεν τους εχθρούς εφονεύθησαν έως τριάκοντα, από δε τους Έλληνας μόνον έξ, συμπεριλαμβανομένου και του αιχμαλωτισθέντος. Είναι τω όντι παράδοξον πώς εις τόσον σημαντικήν φυγήν να μη βλαφθώσι περισσότερον οι Έλληνες, αλλά χάρις εις την φρόνησιν και την τολμηράν απόφασιν του Καραϊσκάκη, ο οποίος αν δεν ήθελε πιάσει εκείνην την θέσιν και δεν ήθελεν επιμείνει εις αυτήν, καταφρονών γενναίως τον επικείμενον κίνδυνον, πολλοί από τους Έλληνας ήθελον περικλεισθή επί του λόφου και δεν ήθελον δυνηθή να διασωθώσι.

Μ' όλον ότι οι εχθροί υπερίσχυσαν εις ταύτην την συμπλοκήν, μ' όλον τούτο δεν έκαμαν κίνημα κατά των Ελλήνων τας ακολούθους ημέρας. Οι πυροβολισταί μόνον των νεωστί ελθόντων τακτικών, παραλαβόντες το κανόνιον εις την εξουσίαν των, εκανονοβολούσαν αδιακόπως, ώστε κατήντησαν να κάμωσι και τριακοσίας βολάς εις μίαν μόνην ημέραν· αλλ' οι Έλληνες δεν εβλάπτοντο επαισθητώς από αυτό, προφυλαττόμενοι εις τας οχυρωτέρας οικίας και εις μέρη μη εκτεθειμένα εις το κανόνιον. Συνέβη κατά ταύτην την εποχήν να κάμωσιν εις Ταλάντι την δευτέραν απόβασίν των τα Ολύμπια στρατεύματα και να εμποδίσωσι τας τροφάς, τας οποίας το εχθρικόν στρατόπεδον επρομηθεύετο από αυτό το μέρος. Ο Ομέρ πασάς λοιπόν φοβούμενος την έλλειψιν των τροφών, βλέπων το στράτευμά του κακοπαθούν εν καιρώ χειμώνος εις το ύπαιθρον, υποπτεύων μην περικλεισθή από τους Έλληνας, των οποίων ηύξανε καθ' ημέραν ο αριθμός, και τελευταίον μη ελπίζων να έλθη εις βοήθειάν του νέα εχθρική δύναμις, απεφάσισε και έφυγε την νύκτα της πέμπτης του Φεβρουαρίου, αφήσας έως εκατόν σκηνάς, πολλάς αποσκευάς και το κανόνιον, αφ' ού κατέκοψεν μόνον τους τροχούς της αμάξης του.

Οι Έλληνες αν και ήσαν άγρυπνοι εις τας φυλακάς και εν μέρει δεν απείχον από το εχθρικόν περισσότερον από τεσσαράκοντα βήματα, μ' όλον τούτο δεν ημπόρεσαν να εννοήσωσι την φυγήν των· με τόσην προσοχήν και ησυχίαν έγεινεν. Αφ' ού όμως οι εχθροί εξεμάκρυναν, αυτόμολός τις χριστιανός ελθών από το εχθρικόν στρατόπεδον, ανήγγειλε την φυγήν εις τους Έλληνας, οι οποίοι αμέσως έδραμον προς το στρατόπεδον· αλλ' οι μεν πρώτοι επέπεσον εις τα λάφυρα· μόλις δε οι μη ευρίσκοντες πλέον τι να λαφυραγωγήσωσι, διευθύνθησαν προς το μέρος όπου έφυγον οι εχθροί· αλλά και εξ αυτών οι επιτυγχάνοντές τι καθ' οδόν επέστρεφον, ώστε ολίγοι μόλις έφθασαν εις την οπισθοφυλακήν των εχθρών, μετά της οποίας εσυγκρούσθησαν, χωρίς όμως να την βλάψωσιν επαισθητώς. Εζημιώθη μ' όλα ταύτα ο εχθρός εις την φυγήν ταύτην, εκτός των αποσκευών και σκηνών, υπέρ τους τριάκοντα φονευθέντας και αιχμαλωτισθέντας. Οι εχθροί την νύκτα εκείνην μετέβησαν εις Δαύλειαν· εκείθεν δε παραλαβόντες και τους εκεί στρατοπεδεύοντας μετέβησαν εις Λεβαδείαν, όθεν ακολούθως ο Ομέρ πασάς μετέβη εις Εύριπον, μη δυνηθείς να φέρη εις έκβασιν το επιχείρημά του. Οι δε εις το φρούριον των Σαλώνων πολιορκούμενοι, μαθόντες την φυγήν του Ομέρ πασά και απελπισθέντες ολοτελώς του να έλθη εις αυτούς βοήθεια, έφυγον από το φρούριον με όσας εκ των αποσκευών των ηδυνήθησαν να συμπαραλάβωσιν. Οι Έλληνες ειδοποιήθησαν, αλλά βραδέως περί της φυγής· ώστε όταν έδραμον εις την καταδίωξιν, μόλις εκατάφθασαν την οπισθοφυλακήν, εκ της οποίας φονεύσαντες μερικούς, διέσωσαν τινάς αιχμαλώτους και έλαβον ολίγας αποσκευάς.

Ο Καραϊσκάκης είχε προσκληθή και προλαβόντως παρά της Διοικήσεως διά να υπάγη εις βοήθειαν της Ακροπόλεως των Αθηνών κινδυνευούσης, αλλά δεν ηδυνήθη να ακολουθήση την διαταγήν ταύτην διά την επισυμβάσαν εκστρατείαν του Ομέρ πασά. Αφ' ού δε ελευθερώθη και από αυτήν, απεφάσισε πλέον να τρέξη εις βοήθειαν, διότι μάλιστα επροσκαλείτο και από τους εντός του φρουρίου οπλαρχηγούς. Περιπλέον την εις εκείνα τα μέρη εκστρατείαν του κατέστησεν αναγκαιοτάτην η φθορά την οποίαν έπαθον εις Καματερόν τα στρατεύματα τα υπό τον Μπούρμπαχην, Βάσον και Π. Νοταράν. Όθεν διορίσας εις μεν τα Κράβαρα τον Γιώτην Δαγκλήν, εις δε το Λιδωρίκι τον Σεφάκαν και εις το Δίστομον τον Α. Κουτσονίκαν με περίπου πεντακοσίους, αυτός παραλαβών όλους τους λοιπούς οπλαρχηγούς και έως χιλίους διακοσίους στρατιώτας ανεχώρησεν από Δίστομον την εικοστήν πρώτην του Φεβρουαρίου. Μετά δύω δε ημερονυκτίων συνεχή οδοιπορείαν έφθασεν εις Ελευσίνα, όπου τοποθετήσας το στράτευμα, διέταξε και τον Βάσον, διατρίβοντα τότε εις Μέγαρα, να μεταβή αμέσως με τους περί αυτόν. Μετέβη έπειτα εις Φαληρέα, παρετήρησε το εκεί στρατόπεδον και συνωμίλησε τα δέοντα με τον Ιωάννην Νοταράν και τους μετ' αυτού οπλαρχηγούς· μετά τούτο επέρασεν εις Σαλαμίνα, όπου διορίσας πολιτάρχην τον Νικολόν Καραμήτσον διεκήρυξεν ότι εντός εικοσιτεσσάρων ωρών όλοι οι εκεί στρατιώται να μεταβώσιν εις Ελευσίνα και επέρασεν ευθύς και αυτός εις Ελευσίνα, αφήσας εις τον πολιτάρχην να φροντίση διά την εκπλήρωσιν της διαταγής του.

Μόλις ανεπαύθη ολίγον και αμέσως επροσκάλεσε κατ' ιδίαν μόνον τους αρχηγούς των υπ' αυτώ διαφόρων σωμάτων διά να τους κοινοποιήση το σχέδιον, το οποίον είχε κατά νουν να βάλη εις ενέργειαν. Και διά να μην λάβη τινά αντίκρουσιν, εφρόντισεν αφ' ενός μεν μέρους να ενσπείρη ελπίδας τινάς πληρωμής και αμοιβής των αγώνων των, αφ' ετέρου δε να κολακεύση την φιλοτιμίαν των. Είναι δε αληθές ότι κατ' εκείνην την εποχήν είχε μεγάλας ελπίδας ο Καραϊσκάκης ότι έμελλε να βοηθηθή διά χρημάτων εις το επιχείρημά του. Επειδή οι πληρεξούσιοι του έθνους ήσαν εις δύω διηρημένοι και έκαστον των μερών ενόμιζεν ότι ήθελεν υπερισχύσει, αν προσελάμβανε με το μέρος του τον Καραϊσκάκην. Αυτός δε ζητούμενος και από τα δύω μέρη επολιτεύετο αμφότερα, χωρίς να προστεθή φανερά και σταθερά εις κανένα, ελπίζων με τούτον τον τρόπον να επιτύχη καλήτερα τον σκοπόν της πολιτικής του· ήλπιζεν ομοίως και εις εξωτερικά βοηθήματα (41) και προ πάντων της Φιλελληνικής εταιρείας των Παρισίων, της οποίας επεθύμει καθ' υπερβολήν ν' αποκτήση και την αγάπην και τον έπαινον
(42)

Το σχέδιον ήτον να τοποθετηθή το εν Ελευσίνι στράτευμα εις Κερατζίνι, όθεν προχωρούν ολίγον κατ' ολίγον αναλόγως των προστιθεμένων νέων δυνάμεων, να φθάση εις τον ελαιώνα και διά του ελαιώνος, επειδή δεν ήθελε βλάπτεσθαι από το εχθρικόν ιππικόν, να προχωρήση έως εις το φρούριον και να ανοίξη συγκοινωνίαν των πολιορκουμένων με την θάλασσαν. Όταν δε τούτο ήθελε κατορθωθή, ο εχθρός ήθελε κρίνει περιττόν να επιμένη εις μίαν ανωφελή πολιορκίαν και ήθελεν αναχωρήσει, αφίνων ελεύθερον από τους βεβήλους πόδας του το ιερόν έδαφος των Αθηνών. Το σχέδιον τούτο φαίνεται δυσκατόρθωτον, δεν ήτον όμως αδύνατον να επιτύχη. Ο φρόνιμος και προφυλακτικός τρόπος, τον οποίον μετεχειρίσθη ο Καραϊσκάκης, δίδει ικανάς ελπίδας, ότι αν όχι εντελώς, τουλάχιστον όμως κατά μέγα μέρος ήθελεν αποβή κατά τας ελπίδας του.

Κοινοποιών εις τους αξιωματικούς του στρατοπέδου το σχέδιον τούτο, εφρόντισε να τους το προβάλη ως συμβουλευόμενος, και τούτο τους ηνάγκασε να το δεχθώσι προθυμότερον, τον εβεβαίωσαν δε περί της τελείας εμπιστοσύνης των εις όσα αυτός κρίνει εύλογα και της προθύμου υπακοής εις τα διαταττόμενα. Ούτω λοιπόν διέταξε τριακοσίους στρατιώτας υπό τον Καλύβαν, Κασιμούλην και Αθανασούλαν Βαλτινόν να αναχωρήσωσι διά θαλάσσης και ακολουθούντες ένα έμπειρον της τοποθεσίας οδηγόν, με τον οποίον τους εσυντρόφευσε, να υπάγωσιν εις Κερατζίνι και να κατασκευάσωσιν έν οχύρωμα εις την αρμοδιωτέραν θέσιν· το δε λοιπόν στράτευμα να μεταβή την νύκτα διά ξηράς· το κίνημα τόσον των διά ξηράς, καθώς και των διά θαλάσσης απεφασίσθη να γένη μετά την δύσιν του ηλίου, διά να μη γνωσθή από τας σκοπιάς των εχθρών. Η σάλπιγξ εσήμανε την ώραν, και ο Καραϊσκάκης, αφ' ού έμβασεν εις τα πλοία τους διωρισμένους να υπάγωσι διά θαλάσσης και τους εκίνησεν, ανεχώρησεν από Ελευσίνα με το επίλοιπον στράτευμα.

Οι διά θαλάσσης εκστρατεύσαντες, φθάσαντες εις τον διωρισμένον τόπον και αποβάντες εις την ξηράν, κατεσκεύασαν αμέσως έν οχύρωμα ανάλογον με τον αριθμόν των· φθάσας μετά ταύτα και ο αρχηγός με το λοιπόν στράτευμα διώρισε τον Χριστόδουλον Χατζή Πέτρου να τοποθετηθή εις μίαν εκκλησίαν καί τινα περί αυτήν ερείπια οικιών, θέσιν κειμένην προς το μέρος του εχθρικού στρατοπέδου. Ομού με αυτόν ετοποθέτησε και τους διά θαλάσσης ελθόντας, εις δε το υπ' αυτών κατασκευασθέν οχύρωμα εδιόρισε τον Γιαννούσην και Βάσον μεταξύ δε εις τας δύω ταύτας θέσεις ετοποθέτησε τον Π. Νοταράν. Ενώ οι στρατιώται ενησχολούντο εις την οχύρωσιν των θέσεων τούτων, ο Καραϊσκάκης με τον Ρούκην και Γαρδικιώτην επροχώρησεν εις το εχθρικόν στρατόπεδον παρατηρών τον τόπον έφθασε δε εις έν μετόχι, το οποίον εφάνη εύλογον εις αυτόν και τους μετ' αυτού να πιασθή από τους Έλληνας και να οχυρωθή. Επιστρέψας εκοινοποίησε την γνώμην του και εις τους λοιπούς αξιωματικούς, και επειδή όλοι την απεδέχθησαν, διορίζει εκατόν πενήντα στρατιώτας από τους νεωστί ελθόντας από Παλαμήδι και άλλους τόσους από άλλα σώματα να τοποθετηθώσιν εις ταύτην την θέσιν. Αλλά μόλις επροχώρησαν ούτοι ολίγα βήματα, και τους προσκαλεί να επιστρέψωσιν οπίσω και να υπάγωσιν έκαστος εις τον τόπον, όπου ήτον διωρισμένος προτήτερα. Απορούντες όλοι διά την ταχυτάτην ταύτην μεταβολήν της αποφάσεως, ερωτούν την αιτίαν. «Όταν, απεκρίθη, δεν βλέπω συμφωνίαν μεταξύ σας, δεν επιχειρώ πολεμικά έργα». Ερώτησαν ποίος είναι ο αίτιος της διαφωνίας, αλλ' αυτός δεν ωμολόγησε κανένα· είπε δε ότι αύριον θέλει τον γνωστοποιήση και ας περάση ούτως η παρούσα νύκτα. Τούτο δε το είπε διά να αναπαύση, φαίνεται, τους εξετάζοντας, επειδή εις το εξής δεν έγεινε πλέον λόγος περί αυτού του αντικειμένου, τουλάχιστον δημοσίως.

Την επομένην ημέραν (43) πολλά πρωί επήγεν έφιππος ομού με ένα εκ του ιππικού διά να κατασκοπεύση την θέσιν του εχθρικού στρατοπέδου. Συρόμενος από την περιέργειαν τού να ίδη πλησιέστερον και να μάθη τι περισσότερον, επλησίασεν υπέρ το δέον εις ένα εχθρικόν προμαχώνα, ώστε τον επυροβόλησαν· μετέβη εκ τούτου εις άλλον, και λαβών δύω ίππους βόσκοντας προ των οφθαλμών των εχθρών, επέστρεψεν αφ' ού έκαμε τας αναγκαίας παρατηρήσεις του· επειδή δε είδε τριακοσίους ιππείς αποκοπέντας από το εχθρικόν στρατόπεδον και διευθυνομένους προς το Ελληνικόν, έδωκεν αμέσως διαταγήν να ετοιμασθώσιν όλοι και να ευρίσκωνται εις τας θέσεις των.

Οι Τούρκοι ιππείς φθάσαντες πλησίον εις το Μετόχι, το οποίον, ως ανωτέρω, δεν είχε πιασθή από τους Έλληνας, απέβησαν από τους ίππους, συνεκεντρώθησαν εις έν και εκάθισαν. Κατά περίστασιν την στιγμήν ταύτην είχον ευρεθή μέσα εις το Μετόχιον τούτο διάφοροι αξιωματικοί εκ του σώματος των Παλαμηδιωτών, ελθόντες χάριν περιεργείας, οι οποίοι ιδόντες τους εχθρούς ανεχώρησαν από το Μετόχιον, αφήσαντες πέντε στρατιώτας μόνον διά να φαίνωνται εις τους εχθρούς και να δίδωσιν αιτίαν να υποπτεύωσιν, ότι η θέσις αύτη δεν είναι αφύλακτος· μετά ικανήν ώραν συνήχθη και πεζικόν εχθρικόν στράτευμα, συγκείμενον από οκτακοσίους περίπου στρατιώτας· το στράτευμα τούτο ωδηγείτο από τον ίδιον Κιουταχήν, όστις μαθών από τα περί τον Φαληρέα στρατεύματά του, ότι ήλθον τα υπό τον Καραϊσκάκην στρατεύματα, επήγε να παρατηρήση μόνος του και να δοκιμάση την δύναμιν αυτών.

Τον αυτόν σκοπόν έχων και ο Καραϊσκάκης ετοίμασε τους Έλληνας και διώρισε να εξέλθωσι κατά των εχθρών να κάμωσι δε αρχήν του ακροβολισμού οι ολίγοι ιππείς Έλληνες, βοηθούμενοι και από τους έχοντας ίππους αξιωματικούς του πεζικού, όσοι επροθυμήθησαν να μεθέξωσι και τούτου του κινδύνου. Αφ' ού συνεκρούσθησαν ολίγην ώραν τα δύω σώματα, χωρίς να υπερτερήση ούτε το έν, ούτε το άλλο μέρος, οι Τούρκοι διεύθυναν έν απόσπασμα στρατιωτών διά να πιάση έν ύψωμα γης, το οποίον απείχεν εξ ίσου από αυτούς και από τους Έλληνας, εφαίνετο δε ότι έκειτο ευφυώς και εις ασφάλειαν και εις περίστασιν καταδρομής εναντίον των Ελλήνων. Ο Καραϊσκάκης εννοήσας εν ακαρεί και τον σκοπόν των εχθρών και την σημαντικότητα της θέσεως, διέταξε τινάς των Ελλήνων να τρέξωσιν εις ταύτην την θέσιν· η ταχύτης του αρχηγού και η προθυμία των στρατιωτών συνέτρεξαν εις το να προληφθή η θέσις αύτη, το οποίον ηνάγκασε τους Τούρκους να οπισθοδρομήσωσι πρώτον, έπειτα να τραπώσιν εις φυγήν όλοι, ιππείς και πεζοί, και να μείνωσιν οι Έλληνες νικηταί, από το οποίον ενεθαρρύνθησαν εις τους λοιπούς αγώνας.

Μετά τον ακροβολισμόν τούτον στοχαζόμενος ο Καραϊσκάκης ότι ο εχθρός έμελλε να κινηθή με μεγαλητέρας δυνάμεις κατ' αυτού, διέταξε να πιασθή και το Μετόχιον, το οποίον και έπιασαν οι προσδιορισθέντες στρατιώται και έκαμαν και τας αναγκαίας προετοιμασίας προς αντίκρουσιν εχθρικής προσβολής. Ο Καραϊσκάκης, επειδή πολλοί στρατιώται εις την από Ελευσίνα μετάβασιν του στρατοπέδου δεν συνηκολούθησαν, αποδειλιάσαντες εις το επιχείρημα τούτο, μη έχων ικανήν δύναμιν διά να κατέχη και τον λόφον, τον οποίον προλαβόντες οι Έλληνες τους Τούρκους εκυρίευσαν, διέταξε την εις αυτόν φρουράν και απεσύρθη. Αλλ' αμέσως ετοποθετήθησαν εις αυτόν οι εχθροί και επεχείρησαν να ανεγείρωσιν οχυρώματα· το ίδιον έκαμαν και αντικρύ του Μετοχίου. Όλα δε ταύτα εγίνοντο υπ' όψιν και κατά διαταγήν του Κιουταχή, όστις διώρισε και μετεκόμισαν και έν κανόνιον, το οποίον ετοποθέτησαν αντικρύ του Μετοχίου και το κατέστησαν διά νυκτός έτοιμον.

Την ακόλουθον ημέραν περί την ανατολήν του ηλίου ο Κιουταχής συνήθροισεν όλον το εις τας θέσεις ταύτας ευρισκόμενον στράτευμά του, συμποσούμενον, ως ελέγετο, από τέσσαρας χιλιάδας πεζούς και δύο χιλιάδας ιππείς, και το εδιόρισε να προσβάλη εις το Μετόχιον· ανά χίλιοι πεζοί προσέβαλον από εκάστην πλευράν· οι δε λοιποί, προηγουμένων δύω κανονίων, εκινήθησαν κατά πρόσωπον, ηκολούθουν δε και οι ιππείς παρατεταγμένοι εις τρεις σειράς. Κατ' αυτόν τον τρόπον επροχώρουν κανονοβολούντες, έως ου επλησίασαν πανταχόθεν εις το Μετόχιον εντός βολής τουφεκίου. Τέσσαρας περίπου ώρας διέμειναν εις ταύτην την θέσιν κανονοβολούντες μόνον το Μετόχιον. Φαίνεται δε ότι επερίμενον να καταστρέψωσι τα εμπροσθινά οχυρώματα διά να κάμωσιν επομένως έφοδον· οι δε εντός, μ' όλον ότι οι τοίχοι κρημνιζόμενοι και αι πέτραι συντριβόμεναι τους επροξένουν ικανάς πληγάς, επέμενον όμως με καρτερίαν και ανήγειρον προθύμως τα κρημνιζόμενα μέρη· δεν ανταπεκρίνοντο δε διόλου με όπλα εις τους εχθρούς, θέλοντες να ήναι όλοι έτοιμοι διά να πυροβολήσωσι ταυτοχρόνως, όταν έμελλον να κάμωσιν έφοδον, το οποίον ήλπιζον εξ άπαντος. Ούτω λοιπόν έμειναν εις βαθυτάτην σιωπήν, και δεν ηκούετο ειμή μόνον η σάλπιγξ, και αύτη από καιρόν εις καιρόν. Ο αρχηγός βλέπων τον κατεδαφισμόν των οικοδομών, τον οποίον επροξενούσαν τα εχθρικά κανόνια, και υποπτεύων μη δειλιάσωσιν οι αποκλεισμένοι και αφήσαντες την θέσιν αναχωρήσωσιν, έπεμψεν ένα ιππέα και τους ενεθάρρυνεν ότι αυτός επαγρυπνεί εις τα κινήματα του εχθρού και ότι θέλει έλθει εις βοήθειάν των, όταν ήναι ώρα αρμοδία· εν τοσούτω αυτοί ν' αντέχωσι γενναίως εις τας εχθρικάς προσβολάς. Οι εις το Μετόχιον επεβεβαίωσαν τον ιππέα ότι θέλουν επιμείνει σταθερώς εις την θέσιν των, και οι έξωθεν ας κάμωσιν υπέρ αυτών ό, τι η τιμή και το συμφέρον υπαγορεύει.

Περί το μεσημέρι τέλος πάντων οι εις τα αριστερά του Μετοχίου εχθροί εφώρμησαν κατά των Ελλήνων, ωχυρωμένων εις τα ερείπια μιας οικίας· αυτοί δε μη δυνηθέντες ν' ανθέξωσιν εις την ορμήν των, απεσύρθησαν. Τούτο βλέπων ο αρχηγός απεφάσισε να κινηθή· και προς μεν τους εν δεξιά εχθρούς έστειλεν έως εκατόν πεζούς και δεκαπέντε ιππείς δι' αντιπερισπασμόν. Αυτός δε εμψυχώσας τους μεθ' εαυτού εφώρμησε κατά των εις τα αριστερά του μοναστηρίου, τους οποίους εβίασε να παραιτήσωσι την κυριευθείσαν θέσιν και να επανέλθωσι φεύγοντες εις τον πρώτον τόπον των. Μετ' ολίγον ο Κιουταχής έδωκε το σύνθημα της επιθέσεως, και μετά την συνήθη δι' αλαλαγμών ευχήν των οι Τούρκοι εκίνησαν διηθημένοι εις δύω σώματα, το μεν κατά του στρατοπέδου του Καραϊσκάκη, το δε έτερον, το οποίον ήτον και το πολυπληθέστερον, κατά του Μετοχίου. Οι εν τω Μετοχίω αφήσαντες τους Τούρκους να πλησιάσωσιν έως είκοσι βήματα, τους ετουφέκισαν ταυτοχρόνως· οι Τούρκοι όμως διά ν' αποφύγωσι την εκ των Ελληνικών όπλων φθοράν, εξαπλώθησαν κατά γης, περιμένοντες την κατάπαυσιν διά να ανανεώσωσι την έφοδον. Αλλ' οι Έλληνες, αφ' ού εις ολίγην ώραν είδον ότι οι εχθροί δεν επροχώρουν, εξέρχονται από τους προμαχώνας των και εφορμούν κατ' αυτών. Οι Τούρκοι ωφελούμενοι από την κατάπαυσιν του πυροβολισμού, φεύγουν αβλαβείς· διότι οι Έλληνες φοβούμενοι το εχθρικόν ιππικόν δεν ετόλμησαν να τους καταδιώξωσιν επί πολύ.

Εις τούτο το μεταξύ ο Καραϊσκάκης κρύψας έν μέρος πεζών εις ένα εύθετον τόπον προς τα δεξιά, διώρισε το Ελληνικόν ιππικόν να εξέλθη ως εις μάχην κατά του εχθρού και έπειτα να προσποιηθή ότι φεύγει, φεύγον δε να σύρη το εχθρικόν ιππικόν εις την προετοιμασθείσαν ενέδραν. Το σχέδιον εν μέρει επέτυχεν· οι εχθροί ηναγκάσθησαν να οπισθοδρομήσωσι με βιαίαν φυγήν· η ζημία των όμως δεν εστάθη σημαντική. Ταυτοχρόνως διώρισεν ο Καραϊσκάκης το υπόλοιπον του Ελληνικού ιππικού και τους έχοντας ίππους αξιωματικούς να κινηθώσιν εξ αριστερών κατά του εχθρού· ώστε ούτος προσβαλλόμενος συγχρόνως και από το κέντρον και από τας πτέρυγας, ηναγκάσθη ν' αποσυρθή διά της φυγής προς τας οχυρωμένας θέσεις του. Τούτο ιδόντες και οι εις Φαληρέα στρατοπεδευμένοι Έλληνες και εμψυχωθέντες από το παράδειγμα, έκαμαν έξοδον κατά των εις αυτούς αντιταγμένων εχθρών και ευδοκίμησαν. Το έργον τούτο εγένετο μέγα και σημαντικόν, όχι διότι αυτό καθ' εαυτό ήτον τοιούτον, αλλά διότι εμψυχώθησαν οι Έλληνες και ενεθαρρύνθησαν και διότι υπήρξεν αρχή και βάσις τρόπον τινά των εις Κερατζίνι επιγενομένων αγώνων. Εις την συμπλοκήν ταύτην από μεν τους Έλληνας εφονεύθησαν τρεις και επληγώθησαν έως είκοσιν· εκ δε των εχθρών ευρέθησαν περί το Μετόχιον φονευμένοι έως είκοσι πέντε· φαίνεται όμως ότι εφονεύθησαν και άλλοι ικανοί, πλην επρόλαβον και τους μετεκόμισαν εις τα οχυρώματά των οι εχθροί, και αν πρέπη να πιστεύση τις ένα Τζάμην χριστιανόν, όστις ήλθε την ακόλουθον ημέραν ως απεσταλμένος από τον Λάμπρον Κάντζον, αιχμαλωτισθέντα εις Καματερόν επί της δυστυχούς εκστρατείας του Μπούρμπαχη, ο αριθμός των φονευθέντων εχθρών ανέβη εις τριακοσίους, των δε πληγωθέντων εις τους πεντακοσίους.

Η είδησις της νίκης ταύτης, διασπαρείσα τάχιστα, ενεθάρρυνε πολλούς στρατιώτας, οι οποίοι δεν ετόλμησαν ν' ακολουθήσωσιν όταν έγεινεν η εκστρατεία. Συνερχόμενοι λοιπόν ούτοι καθ' ημέραν, ηύξανον επαισθητώς το Ελληνικόν στρατόπεδον. Ο δε αρχηγός ενησχολείτο αδιακόπως εις το να εμψυχώνη το στράτευμα, να οχυρώνη τους προμαχώνας και να έχη τους στρατιώτας εις παντοτεινήν σχεδόν κίνησιν και άμιλλαν. Όθεν μίαν εσπέραν διέταξε τους εις Μετόχιον να εξέλθωσιν εις πόλεμον κατά των πλησιεστέρων εις αυτούς εχθρικών προμαχώνων με σκοπόν αντιπερισπασμού· αυτός δε με εκατόν πενήντα εκλεκτούς στρατιώτας εκίνησε με σκοπόν να εισπηδήση εις ένα προμαχώνα, όθεν ηδύναντο, αν τον εκυρίευον, να βλάπτωσι σημαντικά τον εχθρόν.

Επροχώρησαν με ταχύτητα και ορμήν πολλά πλησίον του εχθρικού προμαχώνος, αλλά μη δυνηθέντες να εξώσωσι τους εχθρούς εξ εφόδου, ηναγκάσθησαν να σταθώσιν εις την οποίαν είχον πιάσει περί τον προμαχώνα θέσιν. Μη δυνάμενοι δε να βλάψωσι διά των πυροβόλων τους εχθρούς, μετεχειρίσθησαν τας πέτρας, κτυπούμενοι όμως και αυτοί με πέτρας από τους εχθρούς, από το οποίον και εβλάφθησαν οπωσούν, και ιδόντες έν σώμα πολυάριθμον Αλβανών ερχόμενον εις βοήθειαν των αποκλεισμένων, ηναγκάσθησαν ν' αναχωρήσωσιν, αφ' ού εφονεύθη ο Σκαμπαρδώνης και επληγώθησαν και άλλοι αξιωματικοί και στρατιώται.

Βλέπων δε ο Καραϊσκάκης ότι το Μετόχιον ήτον θέσις αρμοδιωτάτη προς ασφάλειαν του Ελληνικού στρατοπέδου, απεφάσισε και το ωχύρωσε με δύω έτι προμαχώνας, ένα εκ δεξιών και ένα εξ αριστερών. Όταν ησύχαζον τα στρατεύματα, εσυνείθιζον να κάμνωσι μεταξύ των διάφορα ερωτήματα. Εξετάζοντες λοιπόν μίαν ημέραν οι εχθροί ποίος των αξιωματικών Ελλήνων ήτον εις έκαστον οχύρωμα, ερώτησαν και περί του οχυρώματος εις το οποίον ήτον ο Βάσος· και όταν έμαθον τούτο, απεκρίθησαν περιφρονητικώς ότι «αυτός είναι δι' ημάς». Ο Βάσος, μη υποφέρων την περιφρόνησιν ταύτην, ηθέλησε να πράξη κανέν έργον, δι' ού ν' αποδείξη, ψευδή την κατ' αυτού ιδέαν των εχθρών, και ούτω διευθυνθείς προς τον Καραϊσκάκην εζήτει να διορισθή είς τινα επικίνδυνον θέσιν, όπου πολεμών ή να αποθάνη ενδόξως, ή ν' ανακτήση την βλαφθείσαν υπόληψίν του. Πειθόμενος ο αρχηγός εις την αίτησίν του τον διώρισε να υπάγη διά νυκτός να τοποθετηθή εις την κορυφήν ενός λόφου πλησίον των εχθρικών προμαχώνων και να κατασκευάση και οχύρωμα.

Ετοιμασθείς λοιπόν με τους περί αυτόν επήγεν εις την θέσιν. Αλλ' ενώ άρχισαν να οικοδομώσιν, ήκουσαν οι εχθροί τον κτύπον και επυροβόλησαν κατ' αυτών· αυτοί δε δειλιάσαντες ελειποτάκτησαν και έφυγον άπρακτοι, ώστε ο Βάσος εβλάφθη μάλλον, παρ' ό, τι ωφελήθη από το επιχείρημα τούτο.

Η αύξησις του στρατοπέδου του Καραϊσκάκη ημέραν παρ' ημέραν εγίνετο επαισθητοτέρα· διάφορα Πελοποννησιακά σώματα είχον ήδη φθάσει και άλλα επεριμένοντο. Ο Καραϊσκάκης βοηθούμενος από τα χρήματα τα οποία έπεμψαν εις αυτόν οι εν Ερμιόνη πληρεξούσιοι, ενέπνευσε πολλήν προθυμίαν εις τους στρατιώτας, την οποίαν έτι μάλλον ηύξησεν η είδησις της εις την Ελλάδα αφίξεως του λόρδου Κοχράνου. Όσον όμως η κατάστασις του στρατοπέδου τούτου εφαίνετο ευχάριστος, τόσον ελεεινή επαρουσιάζετο η κατάστασις των πολιορκουμένων. Επίτηδες απεσταλμένος από την Ακρόπολιν με γράμματα παρέστησεν εις τον Καραϊσκάκην, ότι αν εντός δεκαπέντε ημερών δεν γένη καμμία θεραπεία, το φρούριον χάνεται. Ο Καραϊσκάκης απήντησεν αμέσως εις τους πολιορκουμένους με τον ίδιον απεσταλμένον των, ότι ένα και μόνον σκοπόν έχει, την διάλυσιν της πολιορκίας, και ότι εις τούτο ενασχολείται μ' όλας τας δυνάμεις του. Επρόσθεσε δε και όσα ενόμισεν αρμόδια εις την περίστασιν διά να εμψυχώση τους πολιορκουμένους να υπομείνωσι. Μετά τούτο εκάλεσεν αμέσως τους αξιωματικούς του στρατοπέδου και τους ανέγνωσε τας επιστολάς των πολιορκουμένων. Επρόβαλε δε ότι, επειδή η ανάγκη της Ακροπόλεως παρουσιάζεται σημαντική, μ' όλον ότι τα εκ Πελοποννήσου στρατεύματα δεν έφθασαν ακόμη όλα, να δοκιμάσωσι μόνοι των οι εις το στρατόπεδον ευρισκόμενοι να λάβωσι κοινωνίαν μετά των εις Φαληρέα Ελλήνων, διασχίζοντες εις το μέσον τα εχθρικά στρατεύματα, διά να δυνηθώσιν επομένως όλοι ομού να προοδεύσωσιν οπωσούν προς τον ελαιώνα.

Το σχέδιον τούτο εγένετο δεκτόν απ' όλους τους αξιωματικούς, και αμέσως ο Καραϊσκάκης επεχείρησε να το βάλη εις ενέργειαν· διώρισε να κατασκευασθώσι δύω οχυρώματα εις δύω ερείπια οικιών κειμένων προς τον Πειραιά, θέλων με τούτο να ελευθερώση τον λιμένα και να μην έχη εκ του πλησίον εμπόδια εις τας επιχειρήσεις του· κατεσκεύασε δε και εκ δεξιών του Μετοχίου ένα προμαχώνα, όπου ετοποθέτησε τριακοσίους στρατιώτας· διά να γείνωσι δε ταύτα συντομώτερον, επεστάτησε και ο ίδιος και συνειργάσθη με τους στρατιώτας, ώστε το πρωί ευρέθησαν έτοιμα και καλώς διατεθειμένα.

Ο Κιουταχής ιδών την επομένην ημέραν την πρόοδον ταύτην των Ελλήνων και υποπτεύων την αύξησιν και επιτυχίαν των, έλαβε κατά νουν και το σχέδιον της ενώσεως του Καραϊσκάκη μετά των εις Φαληρέα να εμποδίση και το εις Κερατζίνι στρατόπεδον ν' αποκλείση, ώστε να το βιάση διά της ελλείψεως των τροφών να διαλυθή. Έπεμψε λοιπόν ολίγους ιππείς να παρατηρήσωσι τας περί το Ελληνικόν στρατόπεδον τοποθεσίας και λαβών παρ' αυτών τας αναγκαίας πληροφορίας έκαμε κίνημα με δύω περίπου χιλιάδας πεζούς και εξακοσίους ιππείς· άφησεν εξ αυτών τριακοσίους εις μιαν εκκλησίαν και με τους λοιπούς διευθυνόμενος διά του παραθαλασσίου του λιμένος, ανέβη εις την παρακειμένην ράχην, σκοπόν έχων, φαίνεται, να κατασκευάσει επ' αυτής οχυρώματα και να βάλη κανόνια εις την άκραν διά να εμποδίση την είσπλευσιν των πλοίων εις τον κόλπον του Κερατζινίου. Ταυτοχρόνως έστειλε και χιλίους πεζούς και πεντακοσίους ιππείς από το μέρος του Δαφνίου διά να τοποθετηθώσιν εις την θέσιν της Περαταριάς και να εμποδίσωσι την εκείθεν διάβασιν των Ελλήνων, ώστε το Ελληνικόν στρατόπεδον αποκλεισθέν τοιουτοτρόπως και στερηθέν τροφών ν' αναγκασθή να διαλυθή. Διατάξας ταύτα ο Κιουταχής και δώσας τας αναγκαίας οδηγίας εις τα διάφορα σώματα, αυτός συνωδευμένος από εκατόν περίπου εκλεκτούς ιππείς εστέκετο αντικρύ του Μετοχίου διά να παρατηρή τα γινόμενα και να δίδη την αναγκαίαν συνδρομήν εις τα σώματα, όσα ήθελον πιασθή εις μάχην. Ο δε Καραϊσκάκης απέστειλε πεντακοσίους πεζούς και έως πεντήκοντα ιππείς διά ν' αντιπαραταχθώσι κατά των εις την ράχην εχθρών διώρισε δε τους εις το Μετόχιον και τους περί αυτό προμαχώνας να μένωσιν ήσυχοι εις τας θέσεις των, εκτός εάν ίδωσι κινδυνεύοντας τους μαχομένους, τότε δε να στείλωσι μικράν τινα δύναμιν μόνον. Επλησίασαν οι Έλληνες εις τους περί την ράχην εχθρούς και ήρχισαν τον ακροβολισμόν, αλλ' οι ιππείς των Ελλήνων, οι οποίοι επροπορεύοντο των πεζών, οπισθοδρομήσαντες ολίγον διά να γεμίσωσι τα πυροβόλα των, έδωκαν καιρόν εις τους Τούρκους να εφορμήσωσιν, αντέστησαν όμως οι πεζοί και τους αντέκρουσαν. Εν τούτω τω μεταξύ ο Καραϊσκάκης λαβών έν σώμα πεζών διευθύνθη διά του παραθαλασσίου κατά των εχθρών, σκοπεύων να επιπέση εις αυτούς από τα οπίσθια· μόλις επροχώρησεν ολίγον ο Καραϊσκάκης, και οι Τούρκοι ιδόντες τον κίνδυνον, εις τον οποίον έμελλον να εκτεθώσιν, ετράπησαν εις φυγήν. Οι μεν Τούρκοι λοιπόν έφευγον έχοντες εις την πλευράν των την θάλασσαν, οι δε Έλληνες τους κατεδίωκον διά της πεδιάδος και επιταχύνοντες την καταδίωξίν των ηνάγκασαν τους μεν πεζούς να καταφύγωσιν εις τον πλησιέστερον προμαχώνα των, τους δε ιππείς να συνέλθωσιν εις το οχύρωμα όπου ήτον και ο Κιουταχής. Ενώ δε ούτοι έφευγον, τους εκτύπησαν και από τα Ελληνικά οχυρώματα τα πλησιέστερα εις την διάβασιν των, φονεύσαντες τινάς των ιππέων και πληγώσαντες μερικούς. Ενώ δε τινές των Ελλήνων ενησχολούντο εις το να λαφυραγωγήσωσιν όσους εκ των φονευθέντων έλαβαν εις την εξουσίαν των και ήσαν διά τούτο εις αταξίαν, νομίσας αρμόδιον καιρόν ο Κιουταχής, εφορμά ο ίδιος με όλους τους περί αυτόν ιππείς και προλαμβάνει τους Έλληνας έξω από τα οχυρώματά των· γίνεται λοιπόν συμπλοκή εκ του πλησίον, ώστε τα τουφέκια αποκατέστησαν άχρηστα. Οι Έλληνες αν και ήσαν πεζοί και αντεμάχοντο με ιππείς και εις την πεδιάδα, αντεστάθησαν όμως με γενναιότητα, ώστε οι εχθροί εβιάσθησαν ν' αποσυρθώσιν οπίσω εις τας θέσεις των· και τούτο υπήρξε το τέλος ταύτης της μάχης. Η ζημία αμφοτέρων των μερών υπήρξεν ομοία σχεδόν, οι Έλληνες όμως έλαβον την υπεροχήν εις τον αγώνα. Ο δε Κιουταχής δεν απήλαυσεν άλλο εις της ημέρας ταύτης το κίνημα, ειμή το να οχυρώση την εκκλησίαν, όπου έστειλεν ικανάς τροφάς και πολεμοφόδια.

Οι εν τη Ακροπόλει ιδόντες τους αγώνας τούτους ενεθαρρύνθησαν, και την επομένην ημέραν αποστείλαντες πεζοδρόμον ανήγγειλαν εις τον Καραϊσκάκην, ότι δύνανται ακόμη και δέκα ημέρας περισσότερον ν' ανθέξωσιν· όθεν ας μη βιασθώσιν, αλλ' ας ενασχοληθώσι να κάμωσι καλόν σχέδιον διά να διαλυθή η πολιορκία του φρουρίου. Ο αρχηγός τούς έγραψεν ενθαρρύνων, ότι εντός ολίγου ελπίζει με την βοήθειαν του Θεού να τους απαλλάξη των δεινών των. Παρήλθον μερικαί ημέραι χωρίς να γένη καμμία σημαντική συμπλοκή, εκτός ακροβολισμών, εις τους οποίους είχον πάντοτε την υπεροχήν οι Έλληνες· οι Τούρκοι δε εφαίνοντο εις αθυμίαν, συλλογιζόμενοι ίσως τους κινδύνους και τα δεινά της φυγής, αν ήθελον βιασθή να λύσωσι την πολιορκίαν και ν' αναχωρήσωσιν. Ο Καραϊσκάκης ενησχολείτο αδιακόπως και μ' επιμονήν εις την διευθέτησιν των οχυρωμάτων κ' έγραφε συχνότατα προς τους Πελοποννησίους οπλαρχηγούς, όσοι ήσαν διωρισμενοι να λάβωσι μέρος εις τούτο το στρατόπεδον, διά να καταφθάσωσι το συντομώτερον· διότι επεθύμει να εξαπλώση το στρατόπεδόν του διά νέων οχυρωμάτων, διά των οποίων ν' αποκλείση την κοινωνίαν των περί τον Φαληρέα εχθρών με το λοιπόν στρατόπεδον. Ενώ δε εγίνετο λόγος περί τούτου μεταξύ των αξιωματικών του στρατοπέδου, ο Βάσος επιθυμών να εκπλύνη το προσαφθέν εις αυτόν όνειδος της ανανδρίας με κανέν λαμπρόν κατόρθωμα, επαρακάλεσε τον Καραϊσκάκην να τον διορίση, να κατασκευάση εις την θέσιν ταύτην κανέν οχύρωμα. Ο Καραϊσκάκης αποδεχθείς την αίτησίν του τον εδιόρισε να ετοιμάση αρκετόν αριθμόν παλουκίων· διώρισε ταυτοχρόνως και τους εις Φαληρέα Έλληνας να ετοιμάσωσι την αναγκαίαν ύλην διά να κατασκευάσωσι τρία οχυρώματα.

Αφ' ού εις διάστημα τριών ημερών έγεινεν η αναγκαία ετοιμασία, επήγεν ο Καραϊσκάκης μόνος του εις Φαληρέα και επροσδιόρισε τας θέσεις, όπου έπρεπε να κατασκευασθώσι τα οχυρώματα, κατέστησεν επιστάτην τον Μακρυγιάννην, διέταξε ποία σώματα να τοποθετηθώσιν εις έκαστον οχύρωμα και τους επαρακίνησεν επιμόνως να εργασθώσι δι' όλης της νυκτός, ώστε το πρωί να ευρεθώσιν έτοιμα και καλώς ασφαλισμένα τα οχυρώματα. Μετέβη μετά τούτο εις Κερατζίνι και λαβών τον Βάσον ομού με τα διωρισμένα σώματα, επήγε διά νυκτός και κατεσκεύασε δύω δυνατά οχυρώματα, περιγυρισμένα με τάφρον και έχοντα υπογείους οικίσκους, εις τους οποίους να προφυλάττωνται οι στρατιώται από τας βολάς των εχθρικών κανονίων. Ο σκοπός του αρχηγού ήτον να εμποδίση τους περί τον Φαληρέα εχθρούς του να συγκοινωνώσι με το λοιπόν στρατόπεδον του Κιουταχή. Μη διακρίνων καθαρά τον τόπον διά το βαθύ της νυκτός σκότος, ενόμισεν ότι επλησίασεν αρκετά εις τα άλλα οχυρώματα τα ανεγερθέντα από τους εις Φαληρέα Έλληνας, ώστε να αποκλεισθώσιν οι εχθροί· πλην ηπατήθη, και το πρωί την ερχομένην ημέραν είδε το λάθος.

Μεταξύ των προμαχώνων των ανεγερθέντων από τους εις Φαληρέα Έλληνας και από τους περί τον Καραϊσκάκην έμεινε κενόν διάστημα, όθεν ηδύναντο να διαβαίνωσιν οι εχθροί και να συγκοινωνώσι με το λοιπόν στρατόπεδον χωρίς βλάβην των. Ο Καραϊσκάκης επιθυμών να ωφεληθή καν κατ' άλλον τρόπον από το λάθος τούτο, διώρισεν έν σώμα Ελλήνων να ενεδρεύση κεκρυμμένον όπισθεν των εις το κενόν τούτο διάστημα διεσπαρμένων πετρών. Οι Τούρκοι νομίζοντες ελευθέραν την διάβασιν, εκίνησαν προς το άλλο στρατόπεδον, όπου κατ' εκείνην την εποχήν ήτον και ο ίδιος Κιουταχής, αλλ' αντικρουσθέντες από τους ενεδρεύοντας εμποδίσθησαν ικανήν ώραν, τελευταίον όμως διέβησαν βιάσαντες τους ενεδρεύοντας ν' αφήσωσι την οποίαν εφύλαττον διάβασιν. Από το περιστατικόν τούτο εννόησεν ο Κιουταχής και το λάθος των Ελλήνων και τον κίνδυνον εις τον οποίον ήθελεν εκτεθή το κατά τον Φαληρέα στράτευμά του, εάν δεν ήθελε βοηθηθή από τούτο το λάθος. Απεφάσισε λοιπόν να κάμη όσον τάχος την διόρθωσιν, και διά τούτο όλην εκείνην την ημέραν ενησχολείτο εις ετοιμασίαν. Τας ετοιμασίας ταύτας παρατηρήσαντες οι εις το Μετόχιον Έλληνες και εννοήσαντες τον σκοπόν, έπεμψαν είδησιν και εις τον Βάσον, παρακινούντες τον να πέμψη την ερχομένην νύκτα ικανόν σώμα στρατιωτών εις νυκτερινήν φυλακήν αντί των ολίγων στρατιωτών, τους οποίους εσυνείθιζε να πέμπη προλαβόντως. Αλλ' αυτός δεν έπραξε κατά την παραγγελίαν. Την νύκτα λοιπόν δύω περίπου χιλιάδες Τούρκοι, εφωδιασμένοι με διάφορα εργαλεία, εστάλησαν από τον Κιουταχήν διά να κατασκευάσωσι προμαχώνα εις τον τόπον, τον οποίον είχον αφήσει κενόν οι Έλληνες. Άμα έφθασαν εκεί εδίωξαν την παρά του Βάσου διωρισμένην ολιγάνθρωπον φυλακήν και ήρχισαν να καταβάλλωσι τα θεμέλια του οχυρώματός των.

Αμέσως ειδοποιήθη ο Καραϊσκάκης το εχθρικόν τούτο κίνημα, και την αυτήν στιγμήν διαβάς από τα πλησιέστερα οχυρώματα, έλαβε μαζύ του μερικούς στρατιώτας καί τινας των αξιωματικών και μετέβη όπου ήτον ο Βάσος, τον οποίον αφ' ού επέπληξεν αυστηρά, τον διέταξε να λάβη όλους τους συν αυτώ και να ακολουθήση κατόπι του. Συγκροτήσας ούτως έν σώμα ικανόν, ώρμησε κατά των Τούρκων, προς τους οποίους εφώναξε μάλιστα ο ίδιος, ότι πηγαίνει αυτοπροσώπως. Οι Τούρκοι αντέστησαν εις την ορμήν των Ελλήνων, και βλέποντες αυτούς καθαρώς εις το φως της Σελήνης (διότι ήτον πανσέληνος) τους αντέκρουσαν με επιμονήν, ώστε εκινδύνευσε και ο ίδιος αρχηγός. Αλλά τελευταίον οι Έλληνες εφορμήσαντες με ανδρίαν ηνάγκασαν τους εχθρούς να αποσυρθώσιν· έμειναν μόνον ολιγώτατοι εις το νεοκατασκευασθέν εκ του προχείρου οχύρωμα, οι οποίοι και αντιπολεμούντες επλήγωσαν τινάς των Ελλήνων, τους πλησιάσαντας περισσότερον. Η άγνοια του αριθμού των διαμεινάντων εχθρών και η είδησις των πληγωθέντων έκαμε τους Έλληνας να οπισθοδρομήσωσι, και ούτως απέτυχε το κίνημα.

Ο Καραϊσκάκης πνέων όλος αγανάκτησιν, επιστρέφει εις το οχύρωμα του Βάσου και αφ' ού ωνείδισεν αυτόν με πολλήν σκληρότητα, του επρόσθεσεν ότι την ιδίαν νύκτα ή πρέπει με τους μετ' αυτού να διώξωσι τον εχθρόν από την θέσιν ταύτην, ή θέλει τους αποκαταστήσει όνειδος του στρατεύματος (44). Φιλοτιμούμενοι ούτοι να διορθώσωσι το σφάλμα των, επιπίπτουν εκ νέου κατά των εχθρών και κατορθώνουν να τους τρέψωσιν εις φυγήν. Αλλ' εις τούτο το μεταξύ φονεύεται ο σαλπιγκτής και είς αξιωματικός και πληγώνονται και μερικοί στρατιώται. Τούτο το συμβάν, ενώ εβράδυνε την ορμήν των Ελλήνων, εμψύχωσε τους εχθρούς, ώστε αντέστησαν θαρραλέως και επέμειναν εις το οχύρωμά των, το οποίον ήδη είχον επισκευάσει καλήτερον. Η αποτυχία αύτη ελύπησε μεγάλως τον αρχηγόν, το περισσότερον διότι από μικρόν λάθος υστερήθη μέγα αποτέλεσμα και διότι έβλεπεν ότι όχι μόνον δεν ηδύνατο να επιτύχη τον σκοπόν του με μόνας τας οποίας είχε δυνάμεις, αλλ' ότι έπρεπε και να κινδυνεύση διά να βασταχθή εις τας θέσεις του. Απεφάσισε δε να μην κάμη κανέν νέον κίνημα, αλλά να εξασφαλίζηται εις τας θέσεις του έως να λάβη νέας δυνάμεις.

Δεν επέρασαν όμως πολλαί ημέραι και έφθασεν εις το στρατόπεδον ο Ιωάννης Θ. Κολοκοτρώνης, οι Πετμεζαίοι, ο Χ. Σισίνης και άλλοι με δύω περίπου χιλιάδας στράτευμα. Ο Καραϊσκάκης αγανακτημένος από την παρελθούσαν αποτυχίαν, είχε μεγάλην επιθυμίαν να πράξη κανέν σημαντικόν έργον προς βλάβην του εχθρού. Επειδή δε ηυξήνθησαν ικανώς αι δυνάμεις του, ενόμισεν ότι ήτο πλέον αρμόδιος εις τούτο καιρός. Όθεν μίαν ημέραν περί την ανατολήν του ηλίου λαμβάνει όλον το ιππικόν και ολίγους πεζούς και διευθύνεται προς τον ελαιώνα. Ο Κιουταχής, όστις εφοβείτο και υπώπτευεν απ' όλα τα κινήματα του Καραϊσκάκη, είχε πάντοτε ετοίμην μίαν δύναμιν από τριακοσίους ιππείς και χιλίους πεζούς διά να κινήται αμέσως εις την προσταγήν του. Την δύναμιν ταύτην διεύθυνεν αμέσως κατά του Καραϊσκάκη· την διώρισε δε να προσπαθήση να διακόψη τον Καραϊσκάκην από το στρατόπεδόν του πιάνουσα τον δρόμον, όθεν έμελλε να επιστρέψη. Το κίνημα τούτο εννοήσας αμέσως ο Καραϊσκάκης απεσύρθη με ταχύτητα εις το στρατόπεδον, αφήσας εις ενέδραν τους μετ' αυτού πεζούς. Όταν οι εχθροί επλησίασαν, οι ενεδρεύοντες επυροβόλησαν αλλ' οι Τούρκοι επιπεσόντες εις αυτούς και πεζοί και ιππείς τους έτρεψαν εις φυγήν και τους ηνάγκασαν ν' αποσυρθώσι προς τον πλησίον λόφον· έπειτα έδραμον κατά του Ελληνικού ιππικού. Ιδόντες το κίνημα τούτο οι εις το Μετόχιον Έλληνες και υποπτεύσαντες έδραμον εις βοήθειαν των οικείων των. Αλλ' έως ούτοι να φθάσωσιν, οι Τούρκοι είχον ήδη συλλάβει ζώντα τον σεϊταρήν (τυμπανιστήν) του ιππικού. Όταν δε έφθασαν, απέκρουσαν την ορμήν των εχθρών, και η μάχη ήλθεν εις ισορροπίαν. Η στιγμιαία όμως τροπή των ενεδρευσάντων Ελλήνων έκαμε να δράμωσιν εις το πεδίον της μάχης όλοι οι μετά του I. Θ. Κολοκοτρώνη και άλλοι από τα πλησίον οχυρώματα, ώστε εσυσσωματώθησαν έως δύω χιλιάδες. Ο Καραϊσκάκης ευρεθείς περικυκλωμένος από τοσαύτην δύναμιν και επιθυμών να μην επιστρέψη εις το στρατόπεδον άπρακτος, ενεθάρρυνε τους Έλληνας και παρακινών ονομαστί τους σημαντικωτέρους τους διορίζει να εφορμήσωσι κατά των εχθρών. Υπήκουσαν αμέσως εις την φωνήν του αρχηγού και εφορμήσαντες έτρεψαν εις φυγήν όλην την εχθρικήν δύναμιν και ακολουθούσαν διώκοντες, έως ου οι Τούρκοι απεσύρθησαν ωθούντες αλλήλους και εσυσσωρεύθησαν εις έν κοίλωμα το οποίον τους επροφύλαττεν από τα πυροβόλα των Ελλήνων· επροσπάθησαν να οχυρωθώσιν εις τούτο το μέρος, αλλ' οι Έλληνες εφορμήσαντες τους εξέβαλον και τους διεσκόρπισαν, και οι μεν ιππείς διευθύνθησαν εις την προς Αθήνας πεδιάδα, οι δε πεζοί εις έν των γειτνιαζόντων οχυρωμάτων. Ο Κιουταχής λέγουν ότι απεκεφάλισε δύω από τους αξιωματικούς των ντελήδων πρωταιτίους τρόπον τινά της φυγής. Του εφάνη δε παράδοξον να καταδιώκωνται από τόσον ολιγάριθμον ιππικόν Ελληνικόν τριακόσιοι περίπου ιππείς Οθωμανοί.

Ο Καραϊσκάκης ιδών ότι οι Έλληνες είχον ήδη αποκάμει από τον αγώνα, τον κόπον και την δίψαν και μη θέλων να τους εκθέση εις νέαν προσβολήν, την οποίαν πιθανώς ηδύνατο να κάμη ο Κιουταχής, τους διέταξε ν' αποσυρθώσι τακτικώς και προφυλακτικώς διά να μη βλαφθώσιν από τους εχθρούς, αν τυχόν επιχειρήσωσι να τους καταδιώξωσιν. Η μάχη αύτη διήρκεσεν έξ ώρας κατά συνέχειαν· εφονεύθησαν δε εκ μεν των Ελλήνων έως είκοσι, επληγώθησαν διπλάσιοι, εφονεύθησαν και είκοσι δύω πολεμιστήριοι ίπποι· των δε εχθρών η ζημία δεν έγεινε γνωστή, συμπεραίνεται όμως να έγεινε σημαντική αφ' όσα διηγήθησαν δύω νέοι χριστιανοί από την επαρχίαν Λιδωρικίου, οι οποίοι ήσαν μισθωτοί εις το σώμα του Τζέλιου Πίτζαρη και εν καιρώ της μάχης ηυτομόλησαν προς τους Έλληνας λαβόντες την σάλπιγκα, την οποίαν προ ημερών είχον λάβει οι Τούρκοι φονεύσαντες τον σαλπιγκτήν.

Η νίκη αύτη εμψύχωσεν όλους εν γένει τους συγκροτούντας το στρατόπεδον και ο Καραϊσκάκης, εφορεύων μόνος του, δεν άφινε να μένωσιν αργοί οι Έλληνες, ώστε καθ' ημέραν σχεδόν εγίνοντο ακροβολισμοί εις διάφορα μέρη του στρατοπέδου. Οι ακροβολισμοί ούτοι εγίνοντο ενίοτε γενικώτεροι, ώστε αποκατεσταίνοντο μάχαι, καθώς και την 30 Μαρτίου, ότε εφονεύθησαν τινές και επληγώθησαν ο Λεόντιος Λαζόπουλος Ολύμπιος και ο Αναστασιέλος.

Κατά ταύτην την εποχήν εις την εν Τροιζήνι Συνέλευσιν έγεινε πρόβλημα να διορισθή αρχιστράτηγος ο Τζιούρτζ. Οι εις αυτήν απεσταλμένοι πληρεξούσιοι του στρατοπέδου ενόμισαν αναγκαίον, πριν συγκατατεθώσιν εις τούτο, να το γνωστοποιήσωσιν εις τον Καραϊσκάκην. Ο Καραϊσκάκης απεκρίθη με γενναιότητα: «Αι Αθήναι να ελευθερωθώσι, τα μέσα του στρατοπέδου να μη λείψωσι, και είμαι πρόθυμος να δεχθώ οποιονδήποτε αρχηγόν διορίσωσιν». Εφάνη όμως μετά ταύτα ότι ο διορισμός ούτος υπήρξεν η αιτία τρόπον τινά του θανάτου του.

Ο Καραϊσκάκης, αφ' ού συνήχθησαν και άλλα στρατεύματα, νομίζων ότι ήτον ήδη εις κατάστασιν να κατασκευάση τον προμαχώνα εκείνον, τον οποίον προ ολίγων ημερών επιχειρήσας δεν είχεν επιτύχει, διέταξε τους ευρισκομένους εις το Μετόχιον να παραχωρήσωσι την θέσιν των εις τον I. Θ. Κολοκοτρώνην και να ήναι έτοιμοι να τον ακολουθήσωσιν, όταν τους διορίση. Ετοιμάσας λοιπόν την αναγκαίαν ύλην, επήγε με αυτούς την νύκτα και επεχείρησε να κατασκευάση τον προμαχώνα. Μ' όλον ότι δε οι εχθροί τους εννόησαν και τους αντεπολέμησαν από τα πλησίον οχυρώματα με πυροβόλα και με έν κανόνιον, οι Έλληνες φιλοτιμούμενοι από τον αρχηγόν και αμιλλώμενοι προς αλλήλους, επέμειναν και κατεσκεύασαν το οχύρωμα τούτο, το οποίον μόλις απείχεν από τα εχθρικά έως εβδομήκοντα βήματα.

Ο Κιουταχής φοβούμενος μη κατορθώσωσιν οι Έλληνες να κάμωσι προμαχώνας και εις τον ελαιώνα, το οποίον ήθελεν είναι πολλά επικίνδυνον δι' αυτόν, κατεσκεύασε και αυτός άλλους προμαχώνας μεταξύ του ελαιώνος και του Ελληνικού στρατοπέδου. Επροσπαθούσε δε παντοιοτρόπως ν' αντικρούη την πρόοδον των Ελλήνων. Διά τούτο, όταν έν σώμα στρατιωτών διωρισμένον από τον Καραϊσκάκην επήγε να πιάση έν πηγάδιον, κείμενον εις την παρακειμένην πεδιάδα, ο Κιουταχής εκινήθη κατ' αυτού με ικανήν πεζικήν και ιππικήν δύναμιν, στοχαζόμενος ίσως ότι ανεγείρων οχυρώματα και πιάνων θέσεις πλησίον των Ελλήνων, ηδύνατο να τους στενοχωρήση και να τους βλάψη. Οι Έλληνες αντεστάθησαν και τον αντέκρουσαν με ανδρίαν, δεν ημπόρεσαν μ' όλον τούτο να τον εμποδίσωσι του να κυριεύση το πηγάδιον και άλλας τινάς περί αυτό θέσεις, όπου κατεσκεύασαν οχυρώματα· απήλαυσεν όμως ταύτα με ζημίαν εκατόν περίπου φονευμένων· από δε τους Έλληνας εφονεύθησαν έως δεκαπέντε και επληγώθησαν διπλάσιοι.

Ο Καραϊσκάκης διά να διορθώση την εκ της στερήσεως του πηγαδίου βλάβην, διώρισε και κατεσκεύασαν δύο οχυρώματα επί τινος λόφου προς το πηγάδιον, τα οποία μόλις απείχον των εχθρικών έως διακόσια βήματα, εις τα οποία ετοποθέτησε τους Πετμεζαίους και τον Σισίνην με τους υπό την οδηγίαν των. Βλέπων δε ότι ευδοκιμούσαν τα επιχειρήματά του και προώδευον αρκετά, είχε μεγάλην χαράν, η οποία εφαίνετο προ πάντων από το προς τους αξιωματικούς του στρατοπέδου φέρσιμόν του. Δεν εφείδετο κανέν είδος επαίνου προς εκείνους, οι οποίοι ήθελον πράξει κανέν έργον ανδρίας ή φρονήσεως εις τον πόλεμον· προ πάντων υπερεξεθείαζε το εν Μετοχίω σώμα, διά του οποίου κατώρθωσε να κατασκευάση το οχύρωμα εκείνο, εις το οποίον είχεν αποτύχει την πρώτην φοράν και το οποίον εθεώρει ως σημαντικώτατον, διότι εκείθεν εθεώρει τα κινήματα του εχθρού και επροστάτευε τα περί αυτό λοιπά οχυρώματα.

Εις τοιαύτην κατάστασιν ήτον το στρατόπεδον όταν έφθασεν εις τον Πειραιά και ο Κόχραν διωρισμένος από την Εθνικήν Συνέλευσιν Ναύαρχος. Έφερε δε μεθ' εαυτού διάφορα πολεμικά πλοία, εν οις και το δίκροτον η «Ελλάς». Ο Καραϊσκάκης συνωδευμένος από τους σημαντικωτέρους των αξιωματικών του στρατοπέδου επήγεν εις συνέντευξιν αυτού. Ο τρόπος της υποδοχής, τον οποίον μετεχειρίσθη προς αυτούς ο Κόχραν, τους είλκυσε πολλά, ώστε έγεινε λόγος μεταξύ των ότι δεν πρέπει να ήναι ψευδή τα περί αυτού λεγόμενα. Ο Κόχραν ερώτησεν εις την συνέντευξιν ταύτην τον αρχηγόν περί της καταστάσεως του στρατοπέδου και περί της Ακροπόλεως των Αθηνών. Αυτός του εξέθεσεν εν συνόψει την κατάστασιν του στρατοπέδου, περί δε της Ακροπόλεως του εκοινοποίησε τας τελευταίας επιστολάς των πολιορκουμένων. Ο Κόχραν επαινέσας τον ζήλον του στρατεύματος, επρόσφερεν εις αυτό διά του Καραϊσκάκη μίαν σημαίαν κυανήν, έχουσαν εν τω μέσω την γλαύκα, υπεσχέθη δε να οικονομήση όλας τας ελλείψεις του. Περί δε της Ακροπόλεως ωμίλησε με πολλήν ζωηρότητα. Είπεν ότι και την ιδίαν του ζωήν προσφέρει διά την ελευθερίαν των Αθηνών υπεσχέθη χίλια δίστηλα εις εκείνον, όστις πρώτος ήθελε στήσει, την σημαίαν εις τα τείχη της Ακροπόλεως, και έταξε πολλάς δωρεάς και αμοιβάς εις όλους, όταν ήθελε διαλυθή το εχθρικόν στρατόπεδον.

Όσην υπόληψιν έλαβεν ο Καραϊσκάκης προς τον Κόχραν, τόσην καταφρόνησιν και απέχθειαν προς τον Τζιούρτζ, διορισθέντα και αυτόν αρχιστράτηγον. Αν και ήναι πιθανόν να εκινήθη εις τούτο από ζηλοτυπίαν, μ' όλον τούτο τα πρώτα του αρχιστρατήγου κινήματα του έδωκαν ικανήν αιτίαν να τον μεμφθή και να τον κατακρίνη. Ο Τζιούρτζ, άμα διωρίσθη, επεχείρησε να στρατολογήση και έδωκε διά τούτο χρήματα εις τον Κώσταν Βλαχόπουλον. Μετέβη έπειτα εις Μέγαρα, όπου διέτριβον οι Σουλιώται αρχηγοί· έδωκε και εις αυτούς μίαν ποσότητα χρημάτων και τους κατέπεισε μ' αυτά να συμμεθέξωσι του αγώνος. Ώστε τι συνέβη εκ τούτου; Οι μη κινδυνεύσαντες και μη αγωνισθέντες επροπληρώθησαν διά να λάβωσι μέρος εις τον αγώνα, οι δε συγκροτούντες το στρατόπεδον και αγωνισθέντες δεν απήλαυσαν τίποτε. Η δυσαρέσκεια διά την ανισότητα ταύτην ήτον γενική εις το στρατόπεδον, η ελπίς όμως ενός μέλλοντος ευτυχούς έκαμνε τους στρατιώτας να υπομένωσιν.