53. Επειδή δε προβαίνοντας του χρόνου εγήρασεν ο Περίανδρος και συνησθάνετο ότι δεν ήτο πλέον ικανός να επιτηρή όλας τας υποθέσεις και να διέπη αυτάς, έπεμψεν εις την Κέρκυραν και προσεκάλει εις την εξουσίαν τον Λυκόφρονα, καθότι ουδεμίαν έβλεπεν ικανότητα εις τον πρεσβύτερον υιόν του, όστις τω εφαίνετο νωθρός. Αλλ' ο Λυκόφρων ουδέ απαντήσεως έκρινεν άξιον τον κομιστήν της αγγελίας· ο δε Περίανδρος όστις επέμενεν εις την ανάκλησιν του νέου, έπεμψεν εκ νέου προς αυτόν· την φοράν όμως ταύτην έστειλε την ιδίαν του θυγατέρα και αδελφήν του Λυκόφρονος, καθότι ήλπιζεν ότι δι' αυτής ο υιός του ήθελε πεισθή ευκολώτερον. Ελθούσα λοιπόν αύτη τω είπε· «Παιδίον, προτιμάς να ιδής την εξουσίαν μεταβαίνουσαν εις άλλας χείρας και την οικίαν μας διασκορπιζομένην, ή να έλθης και την παραλάβης συ; Επίστρεψε εις την οικίαν και παύσον τιμωρών σεαυτόν· η επιμονή είναι δυσάρεστον πράγμα· μη ζητής να θεραπεύσης το έν κακόν διά του άλλου. Πολλοί προτιμώσι την ισότητα αντί του δικαίου, και πολλοί πολλάκις ζητούντες τα μητρικά έχασαν τα πατρικά. Η βασιλεία είναι κτήμα επισφαλές, πολλούς έχουσα εραστάς, ο δε πατήρ μας είναι γέρων και προβεβηκώς· μη δίδης λοιπόν τα αγαθά σου εις άλλους.» Και η μεν κόρη, διδαχθείσα από τον πατέρα της, τοιούτους έλεγε λόγους πειστικωτάτους· ο δε Λυκόφρων απεκρίθη ότι ποτέ δεν θα υπάγη εις την Κόρινθον ζώντος του πατρός του. Ότε δε αύτη έφερε την απόκρισιν του Λυκόφρονος, ο Περίανδρος έπεμψε και εκ τρίτου κήρυκα λέγων ότι θα μεταβή να κατοικήση εις την Κέρκυραν εάν ο υιός του συγκατετίθετο να επανέλθη εις την Κόρινθον διά να τον αντικαταστήση. Παραδεχθέντος τέλος του νέου την συμφωνίαν ταύτην, ητοιμάζοντο ο μεν Περίανδρος να μεταβή εις την Κέρκυραν, ο δε υιός του εις την Κόρινθον. Μαθόντες όμως ταύτα οι Κερκυραίοι και μη θέλοντες να έλθη ο Περίανδρος εις τον τόπον των, εφόνευσαν τον νέον. Και ο μεν Περίανδρος διά το έγκλημα τούτο εξεδικείτο τους Κερκυραίους.

54. Οι δε Λακεδαιμόνιοι, φθάσαντες με μέγαν στόλον, επολιόρκησαν την Σάμον. Προσέβαλον το τείχος, και είχον υπερβή τον πύργον όστις υψούται πλησίον της θαλάσσης, εις την είσοδον του προαστείου, όταν ο Πολυκράτης, ελθών μετά πολλής δυνάμεως, απεδίωξεν αυτούς. Τότε οι επίκουρος και πολλοί Σάμιοι εξελθόντες εκ του επάνω πύργου, όστις είναι επί της ράχεως του όρους, αντέστησαν κατά των Λακεδαιμονίων και σχεδόν αμέσως έφυγον οπίσω· καταδιώκοντες δε οι Λακεδαιμόνιοι τους εφόνευον.

55. Εάν κατ' εκείνην την ημέραν οι πολιορκούντες ηκολούθουν το παράδειγμα του Αρχίου και του Λυκώπου, θα εκυρίευον την Σάμον, διότι μόνον ο Αρχίας και ο Λυκώπης διώκοντες εισήλθον εις το τείχος μετά των φευγόντων· κλεισθείσης όμως εις αυτούς της εξόδου εφονεύθησαν εντός της πόλεως των Σαμίων. Σηνηντήθην εις την Πιτάνην (διότι ήτο από τον δήμον τούτον) μεθ' ενός άλλου Αρχίου, υιού του Σαμίου και εγγόνου του αρχαίου Αρχίου· ετίμα δε ούτος τους Σαμίους περισσότερον από όλους τους άλλους Σαμίους, και με είπεν ότι ο πατήρ του είχεν ονομασθή Σάμιος διότι ο πατήρ του Αρχίας εφονεύθη εις την Σάμον ανδρείως πολεμήσας. Προσέθηκε δε ότι ετίμα τους Σαμίους διότι ενταφίασαν τον πάππον του δημοσία δαπάνη.

56. Μετά τεσσαρακονθήμερον πολιορκίαν οι Λακεδαιμόνιοι, επειδή δεν έκαμναν καμμίαν πρόοδον, επέστρεψαν εις την Πελοπόννησον. Λέγουσιν, αλλ' οι λόγοι των είναι αβάσιμοι, ότι ο Πολυκράτης κόψας από μόλυβδον πολύ επιχώριον νόμισμα και καταχρυσώσας το έδωκεν εις τους Λακεδαιμονίους οίτινες το εδέχθησαν και ανεχώρησαν. Αυτή είναι η πρώτη εκστρατεία την οποίαν οι Δωριείς της Λακεδαίμονος έκαμον κατά της Ασίας.

57. Οι δε επαναστατήσαντες κατά του Πολυκράτους Σάμιοι, επειδή οι Λακεδαιμόνιοι έμελλον να τους εγκαταλείψωσιν, απέπλευσαν και αυτοί εις την Σίφνον· είχον ανάγκην χρημάτων, τα δε πράγματα των Σιφνίων ήκμαζον κατ' εκείνον τον χρόνον και ήσαν οι πλουσιώτατοι των νησιωτών, επειδή εις την νήσον των ευρίσκοντο μεταλλεία χρυσού και αργύρου τόσον άφθονα ώστε εκ του δεκάτου των εισοδημάτων αυτών αφιέρωσαν εις τους Δελφούς θησαυρόν τον οποίον ουδείς υπερβαίνει κατά την πλουσιότητα. Κατ' έτος εμοιράζοντο τα εισοδήματα ταύτα μεταξύ των και ότε ενησχολούντο να απαρτίσωσι τον θησαυρόν εκείνον ηρώτησαν το μαντείον εάν η ευδαιμονία των έμελλε να διαρκέση πολύν χρόνον· η δε Πυθία απεκρίθη τα εξής· Ό τ α ν-τ ο-π ρ υ τ α ν ε ί ο ν- τ η ς-Σ ί φ ν ο υ-γ ί ν η-λ ε υ κ όν,-ό τ α ν-τ ο-μ έ τ ω π ο ν- τ η ς-α γ ο ρ ά ς-γ ί ν η-λ ε υ κ όν,-π α ς-φ ρ ό ν ι μ ο ς- ά ν θ ρ ω π ο ς-ο φ ε ί λ ε ι-ν α-π ρ ο φ υ λ α χ θ ή-α π ό-τ η ν- ξ υ λ ί ν η ν-ε ν έ δ ρ α ν-κ α ι-α π ό-τ ο ν-ε ρ υ θ ρ ό ν- κ ή ρ υ κ α. Ήσαν δε ήδη και η αγορά και το πρυτανείον κεκοσμημένα διά μαρμάρου της Πάρου.

58. Τούτον τον χρησμόν δεν ηδυνήθησαν να εννοήσωσι μήτε τότε ευθύς μήτε όταν ήλθον οι Σάμιοι. Τωόντι μόλις ούτοι επλησίασαν εις τον Σίφνον, έπεμψαν εις την πόλιν πλοίον με πρέσβεις. Ήσαν δε το πάλαι τα πλοία αλειμμένα με μίλτον, και τούτο ενόει η Πυθία όταν τοις είπε να προφυλάσσωνται από την ξυλίνην ενέδραν και τον ερυθρόν κήρυκα. Παρουσιάσθησαν λοιπόν οι πρέσβεις και εζήτησαν από τους Σίφνιους να τοις δανείσωσι δέκα τάλαντα· αλλ' ούτοι ηρνήθησαν, και οι Σάμιοι ήρχισαν να λεηλατώσι την χώραν των. Μαθόντες τούτο οι Σίφνιοι έδραμον προς βοήθειαν και πολεμήσαντες ενικήθησαν, οι δε Σάμιοι απέκλεισαν εις πολλούς την εις την πόλιν υποχώρησιν. Από αυτούς μετά ταύτα οι νικηταί έλαβον εκατόν τάλαντα.

59. Έπειτα οι Σάμιοι ηγόρασαν από τους Ερμιονείς την πλησίον της Πελοποννήσου νήσον Ύδραν και ενεπιστεύθησαν αυτήν εις τους Τροιζηνίους. Αυτοί δε ήλθον εις την Κρήτην και αποίκισαν την Κυδωνίαν, μολονότι δεν έπλευσαν εκεί επί τω σκοπώ τούτω αλλά να διώξωσιν εκ της νήσου τους Ζακυνθίους. Έμειναν λοιπόν εις αυτήν και επί πέντε έτη ευτύχησαν τόσον ώστε αυτοί έκτισαν τα ιερά τα οποία σώζονται σήμερον εις την Κυδωνίαν καθώς και τον ναόν της Δικτύνης Αρτέμιδος. Κατά δε το έκτον έτος οι Αιγινήται, ενωθέντες με τους Κρήτας, τους ενίκησαν κατά θάλασσαν, τους εξηνδραπόδισαν, έκοψαν τας πρώρας των πλοίων των, αίτινες παρίστων κάπρους, και αφιέρωσαν τας εικόνας ταύτας εις τον εν Αιγίνη ναόν της Αθηνάς. Έπραξαν δε ταύτα οι Αιγινήται διά το πάθος το οποίον είχον κατά των Σαμίων, διότι οι Σάμιοι επί της βασιλείας του Αμφικράτους εν Σάμω, είχον εκστρατεύσει κατά της Αιγίνης, μεγάλα κακά ποιήσαντες εις τους Αιγινήτας και παθόντες παρ' αυτών. Η μεν αιτία λοιπόν αύτη ήτο.

60. Εμήκυνα δε τον λόγον περί των Σαμίων διότι αυτοί έκαμον τρία έργα μεγαλείτερα από όλα όσα εξετέλεσαν οι Έλληνες. Είς τι όρος, εκατόν πεντήκοντα οργυιάς υψηλόν, ήνοιξαν όρυγμα επτά σταδίων μήκους και οκτώ ύψους και πλάτους, αρχίζοντες από την βάσιν. Καθ' όλον το μήκος του ορύγματος τούτου έσκαψαν άλλο όρυγμα είκοσι πηχών το βάθος και τριών ποδών το πλάτος, διά του οποίου το ύδωρ μεγάλης πηγής φέρεται διά σωλήνων μέχρι της πόλεως. Ο αρχιτέκτων του ορύγματος τούτου ήτο ο Μεγαρεύς Ευπαλίνος του Ναυστρόφου. Τοιούτον είναι το πρώτον των τριών τούτων έργον· το δεύτερον είναι το περί την θάλασσαν πρόχωμα, είκοσι οργυιών το ύψος και δύο σταδίων το μήκος· το τρίτον είναι ο μέγιστος εξ όσων είδομεν ναών, του οποίου αρχιτέκτων πρώτος εγένετο ο Σάμιος Ροίκος του Φιλαίου. Τούτων ένεκα εμήκυνα ολίγον περισσότερον τον λόγον περί των Σαμίων.

61. Ενώ ο Καμβύσης, ο υιός του Κύρου, κατέτριβε τον χρόνον εις την Αίγυπτον και παρεφρόνει, δύο αδελφοί, αμφότεροι μάγοι, επανεστάτησαν κατ' αυτού· τον ένα εξ αυτών είχεν αφήσει επιστάτην της οικίας του. Αυτός λοιπόν επανέστη κατά του Καμβύσου μαθών ότι εφονεύθη ο Σμέρδις, ότι ο θάνατος αυτού ετηρείτο κρυπτός, και ότι ολίγοι Πέρσαι ήξευρον αυτόν, οι δε περισσότεροι ενόμιζον τον Σμέρδιν ζώντα. Αυτά ηξεύρων εσκέφθη τα ακόλουθα διά να αρπάση την βασιλείαν. Είχεν αδελφόν μεθ' ου, ως είπα, επανεστάτησε, και όστις ωμοίαζε με τον υιόν του Κύρου Σμέρδιν τον φονευθέντα κατά διαταγήν του Καμβύσου. Η ομοιότης ήτο τελεία και εκαλείτο επίσης Σμέρδις. Αυτόν τον άνθρωπον πείσας ο μάγος Πατιζείθης τον εκάθισεν επί του βασιλικού θρόνου· μετά τούτο έπεμψε κήρυκας εις όλα τα μέρη και εις την Αίγυπτον διά να παραγγείλωσιν εις τον στρατόν ότι εις το εξής ώφειλον να υπακούωσιν εις τον Σμέρδιν, τον υιόν του Κύρου, και ουχί εις τον Καμβύσην.

62. Και οι άλλοι λοιπόν κήρυκες παρήγγελλον ταύτα, και ο εις την Αίγυπτον πεμφθείς, ευρών τον Καμβύσην και τον στρατόν εις τα Εκβάτανα της Συρίας, και σταθείς εις το μέσον έλεγε τα εντεταλμένα υπό του μάγου. Ο δε Καμβύσης ακούσας ταύτα παρά του κήρυκος και νομίσας ότι έλεγεν αληθή και ότι τον είχε προδόσει ο Πρηξάσπης (διότι υπέθεσεν ότι ο Πρηξάσπης τον οποίον έπεμψε διά να φονεύση τον Σμέρδιν δεν έπραξε τούτο) ητένισε προς τον Πρηξάσπη και τω είπε· «Πρήξασπες, ούτως εξετέλεσας την εντολήν ην σοι ανέθηκα;» Εκείνος δε απεκρίθη· «Δέσποτα, ουδόλως είναι αληθές ότι ο αδελφός σου Σμέρδις επανέστη κατά σου, ούτε είναι δυνατόν να προκύψη πλέον μεταξύ σας μικρά ή μεγάλη διχόνοια· εγώ ο ίδιος, αφού έπραξα ό,τι με διέταξες, τον έθαψα με τας χείρας αυτάς τας οποίας βλέπεις. Εάν τώρα επανέρχονται εις την ζωήν οι αποθανόντες, περίμενε να ιδής επανερχόμενον και τον Μήδον Αστυάγη· εάν όμως τα πράγματα βαίνωσι την συνήθη αυτών τάξιν, ουδέν δυσάρεστον θα σοι συμβή εκ μέρους του αδελφού σου. Όθεν η γνώμη μου είναι ότι πρέπει να συλλάβωμεν τον κήρυκα, να τον ανακρίνωμεν και να μάθωμεν παρά τίνος εστάλη να μας παραγγείλη ότι πρέπει να υπακούωμεν εις τον βασιλέα Σμέρδιν».

63. Ταύτα ήπεν ο Πρηξάσπης· επειδή δε ήρεσαν εις τον βασιλέα, αμέσως συνέλαβον τον κήρυκα και τον προσήγαγον, ο δε Πρηξάσπης τον ηρώτησεν ως εξής· «Άνθρωπε, λέγεις ότι ήλθες εξ ονόματος του Σμέρδιος, υιού του Κύρου· τώρα ειπέ μας την αλήθειαν και ύπαγε χαίρων. Ο ίδιος Σμέρδις εφάνη εις σε και σοι έδωκε τας διαταγάς ταύτας, ή κανείς των υπηρετών του;» Ο δε κήρυξ απεκρίθη· «Εγώ δεν είδον τον Σμέρδιν, τον υιόν του Κύρου, αφότου ο βασιλεύς Καμβύσης ανεχώρησε διά την Αίγυπτον· αλλ' ο μάγος τον οποίον ο Καμβύσης εξελέξατο ως επίτροπον της οικίας του, αυτός με παρήγγειλε ταύτα, λέγων ότι ο Σμέρδις, ο υιός του Κύρου, με διατάττει να τα είπω προς υμάς.» Και ο μεν κήρυξ ταύτα είπεν, ουδόλως ψευδόμενος· ο δε Καμβύσης είπε· «Πρήξασπες, συ μεν, ως άνθρωπος τίμιος, έπραξες ό,τι σε διέταξα· πλην ποίος να ήναι άρα γε εκείνος εκ των Περσών ότι επανίσταται κατ' εμού οικειοποιούμενος το όνομα του Σμέρδιος; — Νομίζω, απήντησεν ο Πρηξάσπης, ότι ενόησα το πράγμα, ω βασιλεύ· οι αποστατήσαντες κατά σου είναι οι μάγοι, ο Πατιζείθης τον οποίον αφήκες επιμελητήν της οικίας σου, και ο αδελφός αυτού Σμέρδις».

64. Ο Καμβύσης ακούσας το όνομα του Σμέρδιος εξεπλάγη εκ των λόγων και του ενυπνίου το οποίον είχεν ιδεί· καθότι τω εφάνη εις τον ύπνον του ότι τω ανήγγελλε τις ότι ο Σμέρδις, καθήμενος επί του βασιλικού θρόνου, έψαυε διά της κεφαλής του τον ουρανόν.

Εννόησας λοιπόν ότι εις μάτην εφόνευσε τον αδελφόν του, ήρχισε να κλαίη· αφού δε έκλαυσε και εθρήνησε διά την συμφοράν την οποίαν τω επήνεγκεν ο θάνατος ούτος, επήδησεν επί του ίππου του σκοπεύων να τρέξη αμέσως εις τα Σούσα και να εκστρατεύση κατά του μάγου. Αλλ' ενώ επήδα επί του ίππου, έπεσε το κομβίον το κρατούν την θήκην της σπάθης του, γυμνωθείς δε τοιουτοτρόπως ο σίδηρος εκτύπα τον μηρόν του και τον επλήγωσεν εις το αυτό μέρος όπου και αυτός πρότερον είχε πληγώσει τον θεόν των Αιγυπτίων Άπιν. Επειδή δε η πληγή του εφαίνετο καιρία, ηρώτησε ποιον ήτο το όνομα της πόλεως· οι δε τω είπον ότι εκαλείτο Εκβάτανα. Εις δε τον Καμβύσην προηγουμένως είχε δοθή χρησμός από την πόλιν Βουτώ ότι έμελλε να τελευτήση τον βίον εις τα Εκβάτανα, και είχε νομίσει ότι ήθελεν αποθάνει εις τα Εκβάταν της Μυδίας όπου είχεν όλους τους θησαυρούς του, ενώ το χρηστήριον ενόει βεβαίως τα Εκβάτανα της Συρίας. Όθεν επειδή ερωτών έμαθε το όνομα της πόλεως, τεταραγμένος από την συμφοράν του μάγου και του τραύματος, εσωφρόνησε, και εννοήσας τον χρησμόν είπεν· «Εδώ είνε πεπρωμένον να τελευτήση ο Καμβύσης του Κύρου.»

65. Και τότε μεν δεν είπε περισσότερα· βραδύτερον όμως, μετά είκοσι περίπου ημέρας, καλέσας τους λογιμωτάτους των εις τα Εκβάτανα ευρισκομένων Περσών, τοις είπε τα εξής· «Ω Πέρσαι, αναγκάζομαι να σας φανερώσω πράγμα το οποίον υπέρ παν άλλο ετήρουν μυστικόν. Κοιμώμενός ποτε εις την Αίγυπτον είδον όνειρον το οποίον είθε να μη έβλεπον· μοι εφάνη ότι απεσταλμένος τις ήλθεν εκ της οικίας μου διά να μοι αναγγείλη ότι ο Σμέρδις καθήμενος επί του βασιλικού θρόνου ήγγιζε με την καφαλήν του τον ουρανόν. Εφοβήθην μήπως με αφαιρέση την βασιλείαν ο αδελφός μου και ενήργησα ταχύτερον ή φρονιμώτερον, διότι είναι αδύνατον εις τον άνθρωπον να αποφύγη το πεπρωμένον να γίνη. Έπεμψα λοιπόν ασυλλογίστως τον Πρηξάσπη εις τα Σούσα διά να φονεύση τον Σμέρδιν. Γενομένου δε του κακού τούτου, έζων ησύχως, μη σκεπτόμενος πλέον ότι, αφού εφονεύθη ο Σμέρδις, άλλος άνθρωπος ήθελεν ευρεθή να επαναστατήση κατ' εμού. Αλλ' ηπατήθην· εγενόμην αδελφοκτόνος άνευ ανάγκης, και ουχ ήττον εστερήθην την βασιλείαν· διότι τον Σμέρδιν τον μάγον μοι προεδείκνυεν ο θεός εν τω ονείρω εκείνω ως προωρισμένον να επαναστατήση κατ' εμού. Ιδέτε λοιπόν τι έπραξα και σκεφθήτε ότι όχι ο Σμέρδις του Κύρου, αλλά δύο μάγοι αρπάζουσι την βασιλείαν, εκείνος τον οποίον αφήκα επίτροπον εις τα βασίλεια και ο αδελφός του Σμέρδις. Ο αδελφός εις τον οποίον ανήκε να με υπερασπίση ατιμαζόμενον από τους ανθρώπους τούτους εφονεύθη από τον πλησιέστατον συγγενή του γενόμενος θύμα σκληρού πεπρωμένου· τούτου δε μη υπάρχοντος, εις υμάς οφείλω να αποτείνω τις θελήσεις μου τελευτών τον βίον. Επικαλούμενος τους θεούς του βασιλείου τούτου σας προστάζω όλους και μάλιστα τους παρόντας των Αχαιμενιδών να μη ανεχθήτε να περιέλθη η βασιλεία αύθις εις τους Μήδους· αλλ' εάν μεν καταγίνωνται να την καταλάβωσι με δόλον, αφαιρέσατέ την από αυτούς με δόλον, εάν δε θελήσωσι να το κατορθώσωσι μετά δυνάμεων, προσπαθήσατε και υμείς να την ανασώσετε μετά πλειοτέρων δυνάμεων. Εάν πράξετε ό,τι σας ζητώ, είθε η γη να παράγη τους καρπούς της δι' υμάς, είθε να τίκτωσιν οι γυναίκες και αι ποίμναι υμών, είθε να ήσθε διά παντός ελεύθεροι! Εάν όμως δεν ανασώσετε την αρχήν, μήτε επιχειρήσετε να ανασώσητε αυτήν, σας καταρώμαι να συμβώσιν εις υμάς τα εναντία τούτων, και προσέτι το τέλος εκάστου Πέρσου να ήναι τοιούτο οίον το ιδικόν μου!» Ταύτα είπεν ο Καμβύσης και έκλαιε τας δυστυχίας του.

66. Ιδόντες οι Πέρσαι τον βασιλέα των να κλαίη έσχισαν τα ιμάτιά των και εθρήνουν μεγαλοφώνως. Μετά ταύτα το οστούν του πληγωμένου εσάπισεν, αι σάρκες του μηρού του εγαγγραινώθησαν και απέθανεν αφού εβασίλευσεν εν όλοις επτά έτη και πέντε μήνας χωρίς να απολαύση τέκνον, μήτε άρρεν μήτε θήλυ. Αίσθημά τι αμφιβολίας περιεχύθη μεταξύ των παρόντων Περσών· δεν ηδύναντο να πιστεύσωσιν ότι οι μάγοι κατέλαβον τα πράγματα, αλλ' υπώπτευσαν ότι ο Καμβύσης έπλασε την διήγησιν του θανάτου του Σμέρδιος διά να τους απατήση και επαναστατήσωσι κατά του αδελφού του.

67. Υπέθεσαν λοιπόν ότι ο αναβάς εις τον θρόνον ήτο ο Σμέρδις, ο υιός του Κύρου· έτι δε και ο Πρηξάσπης ηρνείτο επιμόνως ότι εφόνευσε τον Σμέρδιν, διότι δεν ενόμιζεν ασφαλές να φανερώση μετά τον θάνατον του Καμβύσου ότι εφόνευσεν ιδιοχείρως τον υιόν του Κύρου. Ο μάγος λοιπόν, αφού ετελεύτησεν ο Καμβύσης, ωφελούμενος εκ της ομοιότητος των ονομάτων, εβασίλευσε κατ' αρχάς ησύχως τους επτά μήνας οίτινες υπελείποντο διά να συμπληρώση ο Καμβύσης οκτώ έτη. Κατά τον ολίγον τούτον χρόνον έπραξε προς όλους τους υπηκόους του μεγάλας ευεργεσίας, ώστε ότε απέθανεν όλοι οι εν τι Ασία τον επόθησαν, πλην των Περσών· διότι ο μάγος πέμψας κήρυκας εις όλα τα υπό την εξουσίαν του έθνη εκήρυξεν ότι ούτε άνδρας ήθελε στρατολογήσει ούτε φόρους ήθελεν εισπράξει, επί τρία έτη· ταύτα δε εκήρυξεν άμα επανεστάτησε διά να καταλάβη την αρχήν.

68. Τον όγδοον δε μήνα ανεκαλύφθη κατά τον ακόλουθον τρόπον τις ήτο· ο Οτάνης, ο υιός του Φαρνάσπους, ήτο κατά το γένος και τα πλούτη είς των πρώτων Περσών. Ο Οτάνης ούτος πρώτος των άλλων υπώπτευσεν ότι ο μάγος ήτο όχι ο Σμέρδος ο υιός του Κύρου, αλλ' εκείνος όστις ήτο πράγματι. Η εικασία του δε εβασίζετο εις τούτο, ότι ο βασιλεύς δεν εξήρχετο της ακροπόλεως και δεν εκάλει ενώπιον του κανένα από τους λογίμους Πέρσας. Υποπτεύσας λοιπόν έπραξε τα ακόλουθα· ο Καμβύσης είχε λάβει γυναίκα την θυγατέρα του καλουμένην Φαιδύμην· την ιδίαν είχε τότε ο μάγος και συνέζη μετ' αυτής ως και μετά των άλλων γυναικών του Καμβύσου. Εις ταύτην την θυγατέρα πέμψας ο Οτάνης, την ηρώτα περί του ανθρώπου μεθ' ου συνεκοιμάτο, εάν ήτο ο Σμέρδις του Κύρου ή άλλος τις. Εκείνη δε τω διεβίβασε την απόκρισιν ότι ποτέ δεν είδε τον Σμέρδιν του Κύρου και ούτε εγνώριζε ποίος ο μετ' αυτής συνευναζόμενος. Έπεμψεν εκ δευτέρου ο Οτάνης λέγων· «Εάν δεν γνωρίζης τον Σμέρδιν τον υιόν του Κύρου, ερώτησον την Άτοσσαν μετά τίνος ανθρώπου συγκοιμάται, ως συ, διότι δεν είναι δυνατόν να μη γνωρίζη τον αδελφόν της.» Εις την ερώτησιν ταύτην αποκρίνεται η θυγάτηρ λέγουσα· «Ούτε με την Άτοσσαν ειμπορώ να συνομιλήσω, ούτε να ίδω άλλην τινα των γυναικών, διότι ο άνθρωπος ούτος, οιοσδήποτε και αν ήναι, άμα παρέλαβε την βασιλείαν, μας διεσκόρπισε θέσας εκάστην εις ιδιαίτερον οίκημα.»

69. Ταύτα ακούσας ο Οτάνης ήρχισε να εννοή καλλίτερον το πράγμα· έπεμψε λοιπόν προς την θυγατέρα τρίτην αγγελίαν λέγουσαν ταύτα· «Ω θύγατερ· διά την λαμπράν σου γέννησιν πρέπει να αναδεχθής τον κίνδυνον εις τον οποίον ο πατήρ σου σε διατάττει να εκτεθής. Εάν ο άνθρωπος ούτος δεν είναι ο υιός του Κύρου, εάν ήναι εκείνος τον οποίον υποθέτω, δεν πρέπει να ζήση χαίρων ότι συνεκοιμήθη μετά σου και ήρπασε την βασιλείαν των Περσών, αλλά να τιμωρηθή αυστηρώς. Κάμε λοιπόν αυτό το οποίον σοι παραγγέλλω. Όταν συγκατακλιθή μετά σου και κρίνης ότι εβυθίσθη εις τον ύπνον, ψηλάφησον τα ωτία του, και εάν μεν εύρης ότι έχει τοιαύτα, πείσθητι ότι συγκοιμάσαι με τον Σμέρδιν τον υιόν του Κύρου, εάν δε δεν έχη, είναι ο μάγος Σμέρδις.» Προς ταύτα απεκρίθη η Φαιδύμη λέγουσα ότι θα κινδυνεύση μεγάλως εάν υπακούση· διότι εάν δεν έχη ώτα, εάν την εννοήση ότι τον ψηλαφεί, βεβαίως θα την φονεύση, όμως θα υπακούση. Η Φαιδύμη λοιπόν υπεσχέθη εις τον πατέρα της να εκτελέση τας διαταγάς του. Τούτου δε του μάγου Σμέρδιος τα ώτα είχε κόψει ο υιός του Καμβύσου Κύρος ότε εβασίλευε δι' αιτίαν ου μικράν. Ούτως η Φαιδύμη αύτη, η του Οτάνου θυγάτηρ, υποσχεθείσα εις τον πατέρα της να εκτελέση τας διαταγάς του όταν έλθη η σειρά της να εισαχθή προς τον μάγον (διότι αι γυναίκες των Περσών εκ περιτροπής συνευρίσκονται με τους άνδρας των), εισήλθε και κατεκλίθη μετ' αυτού· αφού δε ο μάγος απεκοιμήθη βαθέως εψηλάφησε τα ώτα του και ευκόλως ενόησεν ότι ο άνθρωπος δεν είχεν ώτα. Άμα δε εφάνη η ημέρα, πέμψασα εφανέρωσεν εις τον πατέρα της τα γενόμενα.

70. Ο δε Οτάνης λαβών κατ' ιδίαν τον Ασπαθίνην και τον Γωβρύαν, πρώτους των Περσών και πιστοτάτους φίλους του, τοις διηγήθη όλην την υπόθεσιν. Επειδή δε και αυτοί οι ίδιοι υπώπτευον ότι το πράγμα είχεν ούτως, εδέχθησαν τους λόγους του Οτάνου και συνεφώνηοαν να προσεταιρισθή έκαστος τον μάλλον πιστόν φίλον του. Ο μεν Οτάνης λοιπόν εισάγει τον Ινταφέρνην, ο Γωβρύας τον Μεγάβυζον, ο δε Ασπαθίνης τον Υδάρνη. Ήσαν δε έξ όταν ο υιός του Υστάσπους Δαρείος έφθασεν εις τα Σούσα ερχόμενος εκ τις Περσίας όπου ο πατήρ του ήτο διοικητής· μαθόντες την άφιξίν του οι έξ ούτοι Πέρσαι, ενέκριναν να προσεταιρισθώσι τον Δαρείον.

71. Συνελθόντες λοιπόν οι επτά, ωρκίσθησαν μεταξύ των και ήρχισαν να συσκέπτωνται. Ότε δε ήλθεν η σειρά του Δαρείου να εκφέρη την γνώμην του, είπε τα ακόλουθα· «Εγώ ενόμιζον ότι ήμην ο μόνος όστις ήξευρα ότι ο μάγος μας κυβερνά και ότι ο υιός του Κύρου Σμέρδις ετελεύτησε, και τούτου ένεκα έδραμον όπως διοργανόσω τον θάνατον του μάγου. Επειδή δε συμβαίνει να το ηξεύρετε και υμείς ως εγώ, νομίζω ότι πρέπει να ενεργήσωμεν αμέσως και να μη βραδύνωμεν, διότι δεν συμφέρει η αναβολή.» Ο Οτάνης απεκρίθη εις ταύτα· «Ω υιέ του Υστάσπους, είσαι υιός πατρός γενναίου και δεν φαίνεσαι κατώτερος του πατρός σου· μη σπεύδης όμως απερισκέπτως τοιαύτην επιχείρησιν, αλλά διεύθυνον αυτήν μετά πλειοτέρας φρονήσεως· είναι ανάγκη να γίνωμεν περισσότεροι, και τότε ενεργούμεν.» Απεκρίθη ο Δαρείος εις ταύτα· «Ω άνδρες όσοι είσθε παρόντες, εάν ακολουθήσετε την γνώμην του Οτάνου, μάθετε ότι θα απολεσθήτε κάκιστα, διότι θα ευρεθή τις όστις παρασυρόμενος υπό του ιδίου συμφέροντος θα φανερώση ταύτα εις τον μάγον. Έπρεπε, μετά τας πρώτας σας ομιλίας, να εκτελέσετε υμείς μόνοι το σχέδιόν σας· επειδή όμως ηθελήσατε συνεταίρους, επειδή το ενεπιστεύθητε και εις εμέ, ή θα το θέσωμεν εις ενέργειαν σήμερον, ή, εάν αφήσωμεν να παρέλθη η σήμερον, δεν σας κρύπτω ότι δεν θα δώσω καιρόν εις άλλον να με καταγγείλη προς τον μάγον, αλλ' εγώ θα φανερώσω τα πάντα εις αυτόν.»

72. Τότε ο Οτάνης βλέπων τον Δαρείον τόσον σπεύδοντα είπεν· «Αφού μας αναγκάζεις να επιταχύνωμεν και δεν μας επιτρέπεις να αναβάλωμεν, ειπέ μας συ πώς να εισέλθωμεν εις τον βασιλικόν οίκον και με ποίον τρόπον να επιτεθώμεν κατ' αυτών· διότι ηξεύρεις, ή, εάν δεν είδες, θα ήκουσες ότι φύλακες είναι τοποθετημένοι πανταχού· πώς λοιπόν να διέλθωμεν δι' αυτών;» Απεκρίθη ο Δαρείος τα ακόλουθα· «Πολλά πράγματα, Οτάνη, δεν δύνανται να σαφηνισθώσι διά λόγων αλλά δι' έργου· υπάρχουσιν επίσης άλλα τα οποία με τον λόγον μεν είναι ευκατόρθωτα, άμα όμως τα επιχειρήση τις ουδέν λαμπρόν αποτέλεσμα έχουσιν. Ηξεύρετε ότι δεν είναι αδύνατον να διέλθωμεν διά των φυλάκων· αφ' ενός μεν, είτε εκ φόβου, είτε εκ σεβασμού, κανείς δεν θα τολμήση να εμποδίση ανθρώπους του βαθμού μας· αφ' ετέρου δε έχω εγώ πρόφασίν τινα λίαν εύλογον διά να εισέλθωμεν εις το ανάκτορον· θα είπω ότι ταύτην την στιγμήν έφθασα εκ της Περσίας και ότι επιθυμώ να αναφέρω τι εις τον βασιλέα εκ μέρους του πατρός μου. Όπου είναι ανάγκη να είπη τις ψεύδος, ας το είπη· διότι ημείς οι άνθρωποι την αυτήν πάντοτε έχομεν επιθυμίαν, είτε ψευδόμενοι είτε λέγοντες την αλήθειαν. Οι μεν ψεύδονται τότε, όταν θέλωσι διά του ψεύδους να πείσωσι και κατορθώσωσί τι· οι άλλοι δε εξ εναντίας λέγουσι την αλήθειαν διά να ωφεληθώσι τι εκ της αληθείας και διά να τους εμπιστεύονται περισσότερον. Ώστε διά διαφόρων οδών τείνομεν πάντες προς τον αυτόν σκοπόν. Εάν δεν είχον τι να ωφεληθώσιν, αδιαφόρως και ο φιλαλήθης θα εψεύδετο, και ο ψεύστης θα έλεγεν αληθή. Ο φύλαξ όστις προθύμως ήθελε μας αφήσει να διέλθωμεν, αυτός μετά ταύτα θα ωφεληθή· εκείνον δε όστις θελήση να μας εναντιωθή, ας τον μεταχειρισθώμεν αμέσως ως εχθρόν, και εισερχόμενοι έπειτα διά της βίας ας πράξωμεν το έργον μας.»

73. Λέγει ο Γωβρύας μετά ταύτα· «Φίλοι, πότε άλλοτε θα εύρωμεν καλλιτέραν ευκαιρίαν να ανακτήσωμεν την βασιλείαν μας, ή, εάν δεν το κατορθώσωμεν, να αποθάνωμεν, ημείς οίτινες όντες Πέρσαι, κυβερνώμεθα από ένα μάγον, και μάλιστα μάγον όστις δεν έχει ώτα; Όσοι εξ υμών παρευρέθητε πλησίον του ασθενούς Καμβύσου, δεν ελησμονήσατε τι κατηράσθη αποθνήσκων να πάθωσιν οι Πέρσαι εάν δεν προσπαθήσωσι να ανακτήσωσι την βασιλείαν. Τότε δεν εδέχθημεν τους λόγους του, νομίζοντες ότι ο Καμβύσης εσκόπευε να μας απατήση· τώρα όμως ψηφίζω να υπακούσωμεν εις τον Δαρείον και να μη χωρισθώμεν εξερχόμενοι του συνεδρίου τούτου, αλλά να υπάγωμεν κατ' ευθείαν προς τον μάγον.». Ταύτα είπεν ο Γωβρύας, και όλοι ταύτα ενέκρινον.

74. Ενώ δε ούτοι ταύτα εβουλεύοντο, εγένοντο κατά συντυχίαν τα ακόλουθα. Οι μάγοι, αφού συνεσκέφθησαν, έκριναν εύλογον να ελκύσωσι την φιλίαν του Πρηξάσπους διότι αυτός έπαθεν υπό του Καμβύσου σκληρώς, όταν ο βασιλεύς τοξεύσας εφόνευσε τον υιόν του· διότι αυτός μόνος ήξευρε τον θάνατον του Σμέρδιος υιού του Κύρου, ως φονεύσας αυτόν με τας ιδίας του χείρας, και τέλος διότι απελάμβανε παρά τοις Πέρσαις μεγάλην υπόληψιν. Διά ταύτα λοιπόν τον προσκάλεσαν, εζήτησαν την φιλίαν του, τον υπεχρέωσαν με πιστά και με όρκους να τηρήση μυστικήν και να μη φανερώση εις κανένα την προς τους Πέρσας απάτην των, και τω υπεσχέθησαν άπειρα δώρα. Επειδή δε ο Πρηξάσπης υπεσχέθη ό,τι επεθύμουν, και οι μάγοι ενόμισαν ότι τον έπεισαν, τω είπον κατόπιν ότι αυτοί μεν θα συγκαλέσωσιν όλους τους Πέρσας προ του ανακτόρου, εκείνον δε διώρισαν να αναβή επί ενός πύργου και να κηρύξη ότι βασιλεύς των είναι ο Σμέρδις, και ουχί άλλος τις. Εζήτησαν δε παρ' αυτού να πράξη τούτο ένεκα της μεγάλης εμπιστοσύνης την οποίαν ενέπνεεν εις τον λαόν, και διότι πολλάκις είπε παρρησία ότι ο Σμέρδος του Κύρου έζη και ηρνήθη επιμόνως τον φόνον αυτού.

75. Υποσχεθέντος λοιπόν του Πρηξάσπους να πράξη τούτο, οι μάγοι συνεκάλεσαν τους Πέρσας και ανεβίβασαν αυτόν εις τον πύργον κελεύσαντες αυτόν να αγορεύση. Αλλά λησμονήσας εκουσίως τι περιέμενον παρ' αυτού, ήρχισεν από του Αχαιμένους την πατρικήν γενεαλογίαν του Κύρου, φθάσας δε εις τούτον, απηρίθμησε πόσα καλά έπραξεν ο Κύρος εις τους Πέρσας. Αφού δε διηγήθη ταύτα, εφανέρωσε την αλήθειαν ειπών ότι πρότερον μεν έκρυπτεν αυτήν διότι δεν θα είχεν ασφάλειαν εάν απεκάλυπτε το πράγμα· τώρα όμως καθήκον του είναι να το φανερώση, και είπεν ότι τον υιόν του Κύρου Σμέρδιν αυτός ο ίδιος εφόνευσεν αναγκασθείς υπό του Καμβύσου και ότι βασιλεύουσιν οι μάγοι. Αφού δε επρόφερε πολλάς κατάρας κατά των Περσών εάν δεν προσπαθήσουν ν' ανακτήσωσι την ελευθερίαν και εάν δεν τιμωρήσωσι τους μάγους, ερρίφθη εκ του ύψους του πύργου επί κεφαλήν. Και ο μεν Πρηξάσπης, όστις πάντοτε διετέλεσεν άνθρωπος ευϋπόληπτος, ούτως ετελεύτησεν.

76. Οι δε επτά Πέρσαι, αποφασίσαντες να κτυπήσωσι τους μάγους άνευ αναβολής, ευχήθησαν εις τους θεούς και εκίνησαν, μη γνωρίζοντες τίποτε εκ των περί τον Πρηξάσπη πραχθέντων. Πορευόμενοι δε και φθάσαντες εις το μέσον της οδού έμαθον τα γεγονότα και παραμερίσαντες της οδού ήρχισαν πάλιν να συσκέπτωνται· και οι μεν περί τον Οτάνην επέμενον να αναβάλωσι την υπόθεσιν και να μη επιχειρήσωσι τίποτε, ευρισκομένων των πραγμάτων εις τοιούτον αναβρασμόν, οι δε περί τον Δαρείον επέμενον εξ εναντίας να προχωρήσωσιν εμπρός, να πράξωσιν, ό,τι είχον αποφασίσει και να μη φέρωσι καμμίαν αναβολήν. Ενώ δε εφιλονήκουν, εφάνησαν επτά ζεύγη ιεράκων καταδιώκοντα δύο ζεύγη γυπών τα οποία έτιλλον και εσπάραττον. Εις την θέαν ταύτην οι επτά συνετάχθησαν όλοι με την γνώμην του Δαρείου και εχώρησαν προς τα βασίλεια ενθαρρυνθέντες από τον οιωνόν.

77 Όταν έφθασαν εις τας πύλας συνέβη ό,τι είχε προΐδει ο Δαρείος· οι φρουροί εφάνησαν πλήρης σεβασμού προς τους πρώτους των Περσών, και μη υποπτεύοντες κανένα κίνδυνον εκ μέρους των, τους άφησαν να εισέλθωσιν ως εάν τους συνώδευε θεία δύναμις και κανείς ούτε τους ηρώτησεν. Εις την αυλήν όμως συνήντησαν τους αγγελιαφόρους ευνούχους και ούτοι τους ηρώτησαν τι ήθελον, συγχρόνως δε ηπείλουν τους πυλωρούς διατί να τους αφήσωσιν ελευθέρους και εμπόδιζον τους επτά θέλοντας να προχωρήσωσι περισσότερον. Τότε οι συνωμόται ενθαρρύναντες αλλήλους και σύραντες τα εγχειρίδια επέπεσαν κατά των εμποδιζόντων αυτούς και ώρμησαν εις τον ανδρώνα.

78. Συνέπεσε δε κατ' εκείνην την στιγμήν να ευρίσκωνται αμφότεροι οι μάγοι εντός και να συσκέπτωνται περί εκείνου το οποίον έπραξεν ο Πρηξάσπης. Εις τον θόρυβον και τας φωνάς των τεταραγμένων ευνούχων, προσέδραμον αμφότεροι, και εννοήσαντες τα γινόμενα, επεκαλέσθησαν την ιδίαν των ανδρείαν. Και ο μεν εξ αυτών προφθάνει και δράττει το τόξον, ο δε άλλος το ακόντιον· τότε σενεπλάκησαν. Εκείνος όστις εκράτει το τόξον, στενοχωρούμενος εκ του σύνεγγυς υπό των αντιπάλων του, δεν ηδυνήθη να το μεταχειρισθή· ο δε δεύτερος υπερασπίζετο διά του ακοντίου· εκτύπησεν εις τον μηρόν τον Ασπαθίνην και εις τον οφθαλμόν τον Ινταφέρνην, όστις έχασε μεν τον οφθαλμόν ένεκα του κτυπήματος τούτου, αλλά δεν απέθανεν. Ο είς λοιπόν από τους δύο μάγους επλήγωσε τους Πέρσας τούτους, ο δε αδελφός του βλέπων ότι το τόξον είναι όπλον ανωφελές, καταφεύγει εις θάλαμον συγκοινωνούντα με τον ανδρώνα με την πρόθεσιν να κλείση τας θύρας αυτού. Δύο όμως εκ των επτά, ο Δαρείος και ο Γωβρύας, εισπίπτουσιν ομού. Και ο μεν Γωβρύας συνεπλάκη μετ' αυτού σώμα προς σώμα, ο δε Δαρείος φοβούμενος μήπως διατρυπήση τον Γωβρύαν εν τω σκότει, ίσταται διστάζων. Ιδών δε ο Γωβρύας αυτόν ιστάμενον αργόν, τον ερωτά διατί δεν μεταχειρίζεται τας χείρας του. Ο δε Δαρείος αποκρίνεται· «Διότι φοβούμαι μήπως κτυπήσω σε.» Τότε πάλιν ο Γωβρύας είπεν, «Έμπηξον το ξίφος σου δι' αμφοτέρων.» Ο δε Δαρείος πειθόμενος ώθησε το εγχειρίδιον και κατά τύχην εφόνευσε τον μάγον.

79. Αποκτείναντες δε τους μάγους και κόψαντες αυτών τας κεφαλάς, τους μεν δύο τραυματίας των αφήκαν εκεί και διά την αδυναμίαν των και διά να φυλάττωσι την ακρόπολιν· έπειτα οι πέντε με μεγάλας κραυγάς και θόρυβον, κρατούντες τας κεφαλάς των μάγων, ώρμησαν εκτός, εκάλουν τους Πέρσας, τοις διηγούντο τα γενόμενα και τοις εδείκνυον τας κεφαλάς, συγχρόνως δε εφόνευον πάντα μάγον τον οποίον εύρισκον εμπρός των. Οι δε Πέρσαι, μαθόντες το έργον των επτά και την απάτην των μάγων, έκριναν δίκαιον να μιμηθώσι τους πρώτους. Όθεν ανασπάσαντες τα εγχειρίδια εφόνευον οιονδήποτε μάγον απήντων. Και εάν δεν επήρχετο η νυξ, δεν θα άφινον ζώντα ούτε ένα. Οι Πέρσαι τιμώσι δημοσίως την ημέραν ταύτην πλειότερον πάσης άλλης ημέρας, και κατ' αυτήν τελούσι εορτήν την οποίαν καλούσι μαγοφόνια. Ενώ τελούσιν αυτήν εις κανένα μάγον δεν επιτρέπεται να φανή εις το φως, αλλ' όλοι μένουσι δι' όλης της ημέρας κεκλεισμένοι εις τους οίκους των.

80. Αφού δε κατέπαυσεν ο θόρυβος και ήλθεν η έκτη ημέρα, οι επαναστατήσαντες εναντίον των μάγων συνεσκέφθησαν περί των δημοσίων πραγμάτων και είπον λόγους οίτινες εφάνησαν απίστευτοι είς τινας Έλληνας, μολονότι ελέχθησαν πράγματι. Ο μεν Οτάνης προέτεινε να αναθέσωσι την κυβέρνησιν εις την κοινότητα των Περσών. «Η γνώμη μου, είπεν, είναι να μη γίνη πλέον είς μόνος εξ ημών βασιλεύς· ούτε ευάρεστον ούτε καλόν είναι το τοιούτο, διότι ηξεύρετε μέχρι ποίου βαθμού σας ύβρισεν ο Καμβύσης και πόσα επάθετε εκ της αυθαδείας του μάγου. Και τωόντι πώς η μοναρχία δύναται να ήναι διοίκησις καλώς ωργανισμένη όταν επιτρέπη εις ένα άνθρωπον να πράττη ό,τι θέλει χωρίς να δίδη λόγον εις κανένα; Και ο μάλλον ενάρετος άνθρωπος εάν περιβληθή με τοιαύτην εξουσίαν, ήθελε παρεκτραπή των συνήθων του ορθών φρονημάτων. Παρά τω ανθρώπων η υπερηφάνεια γεννάται εκ των αγαθών τα οποία έχει, ο δε φθόνος αρχήθεν συγγεννάται με τον άνθρωπον. Ταύτα τα δύο έχων, έχει πάσαν κακίαν και πράττει πλήθος εγκλημάτων, άλλα μεν εν τη υπερβολή της υπερηφανείας του, άλλα δε υπό φθόνου. Ο τύραννος εν τούτοις δεν έπρεπε να ήναι φθονερός αφού έχει εις την εξουσίαν του όλα τα αγαθά, αλλ' εκ φύσεως εμφορείται υπό όλως εναντίων αισθημάτων προς τους πολίτας. Φθονεί την ζωήν και την ύπαρξιν των καλών και αγαπά τους κακούς πολίτας· είναι πολύ ταχύς εις το να πιστεύη τας διαβολάς και ο μάλλον διεφθαρμένος. Εάν τον θαυμάζης μετρίως, δυσαρεστείται λέγων ότι δεν τον τιμάς πολύ· εάν δε τον τιμάς πολύ, δυσαρεστείται υποπτεύων ότι τον κολακεύεις. Το χειρότερον όμως, το οποίον και θα σας είπω, είναι ότι μεταβάλλει νόμους πατροπαραδότους, βιάζει γυναίκας, φονεύει ανθρώπους χωρίς να τους δικάζη. Όταν άρχη ο λαός, πρώτον μεν η αρχή αυτού φέρει το κάλλιστον των ονομάτων, καλείται ισονομία· δεύτερον δεν πράττονται εκείνα τα εγκλήματα τα οποία ανέφερα ότι πράττει ο μονάρχης· διότι τα μεν αξιώματα δίδονται διά ψήφου εις υπευθύνους άρχοντας, τα δε βουλεύματα ανακοινούνται εις το κοινόν. Προτείνω λοιπόν να καταλύσωμεν την μοναρχίαν και να δώσωχεν δύναμιν εις τον λαόν, διότι εις τους πολλούς περιλαμβάνονται όλοι.» Ο μεν Οτάνης ταύτην την γνώμην έδωκεν.

81. Ο δε Μεγάβυζος συνεβούλευσε να εγκαταστήσωσιν ολιγαρχίαν λέγων τα εξής· «Όσα μεν είπεν ο Οτάνης διά να καταλύσωμεν την τυραννίαν, θεωρήσατε ως να τα είπον εγώ, όσα όμως είπε συμβουλεύων να μεταφέρωμεν την εξουσίαν εις τον λαόν, κατά ταύτα έσφαλε της ορθής γνώμης, διότι ουδέν ανοητότερον και αυθαδέστερον του ασημάντου όχλου, και ουδέν μάλλον ανυπόφορον ή να υποκύψωσιν εις την αυθάδειαν ακρατήτου πλήθους άνδρες θέλοντες να αποφύγωσι την αυθάδειαν μονάρχου. Ο τύραννος, εάν πράξη τι, ηξεύρει τι πράττει, ο λαός όμως δεν δύναται να το ηξεύρη. Και πώς είναι δυνατόν να το ηξεύρη, αφού μήτε εδιδάχθη μήτε έμαθε ποτε τι εστι καλόν και αρμόζον; Ορμά ασυλλογίστως επί των δημοσίων υποθέσεων και τας ωθεί, όμοιος με χείμαρρον χειμερινόν. Δημοκρατίαν λοιπόν ας μεταχειρισθώσιν όσοι βουλεύονται κακά διά τους Πέρσας· ημείς δε εκλέξαντες συνέλευσιν εκ των αρίστων ανδρών, ας αναθέσωμεν εις αυτούς την κυριαρχίαν, καθότι εις αυτούς θα περιεχώμεθα και ημείς. Είναι δε επόμενον ότι των αρίστων τούτων ανδρών και τα βουλεύματα θα ώσιν άριστα.» Τοιαύτη ήτο η γνώμη του Μεγαβύζου.

82. Τρίτος ο Δαρείος εγνωμοδότησε λέγων «Κατ' εμέ, ο Μεγάβυζος ωμίλησεν ορθώς μεν περί του πλήθους, ουχί όμως και περί της ολιγαρχίας· καθότι εκ των τριών τούτων ειδών των υποτιθεμένων ως αρίστων, ήτοι αρίστης δημοκρατίας, ή ολιγαρχίας, ή μοναρχίας, λέγω ότι η τελευταία αύτη υπερτερεί τας άλλας δύο κατά πολύ. Ουδέν καλλίτερον ή η εξουσία ήτις είναι εις χείρας ενός ανδρός, του αρίστου, διότι η φρόνησις αυτού ήθελε τον οδηγή να κυβερνά το πλήθος αμέμπτως και προ πάντων να φυλάττη μυστικάς τας εναντίον των εξωτερικών εχθρών αποφάσεις. Εν δε τη ολιγαρχία, όταν πολλοί ασκώσι την αρετήν προς το κοινόν συμφέρον, γεννώνται μίση ιδιαίτερα, συνήθως βίαια· έκαστος θέλει να εκφέρη την γνώμην του και να βλέπη αυτήν υπερισχύουσαν· εκ τούτου προκύπτουσιν εμφύλιαι διχόνοιαι, και εκ των διχονοιών γεννώνται αιματοχυσίαι. Εκ των αιματοχυσιών δε καταντώσιν εις την μοναρχίαν, όπερ αποδεικνύει ότι η μοναρχία είναι η αρίστη διοίκησις. Εάν πάλιν άρχη ο δήμος, είναι αδύνατον να μη εισχωρήση η διαφθορά· εισαγομένης δε της διαφθοράς εις τα κοινά, μίση μεν δεν γεννώνται μεταξύ των κακών, αλλά φιλίαι σταθεραί· διότι οι βλάπτοντες τα κοινά, πράττουσι τούτο εκ συμφώνου. Παρατείνεται δε η κατάστασις αύτη μέχρις ου ευρεθή τις να αναλάβη την υπεράσπισιν του λαού και χαλιναγωγήση τους τοιούτους· τότε ο λαός θαυμάζει τον άνθρωπον τούτον, όστις θαυμαζόμενος δεν βραδύνει να γίνη βασιλεύς. Ώστε φαίνεται και εκ τούτου ότι η μοναρχία είναι η καλλιτέρα διοίκησις. Συλλήβδην δε ειπείν, πόθεν επήγασεν η ελευθερία ημών και τις μας έδωκεν αυτήν; Ο δήμος, η ολιγαρχία, ή η μοναρχία; Η γνώμη μου λοιπόν είναι ότι, αφού είς μόνος άνθρωπος κατέστησεν ημάς ελευθέρους, το καθήκον ημών είναι να διατηρήσωμεν την τοιαύτην διοίκησιν. Μη καταργούμεν πατρίους νόμους καλώς έχοντας, διότι τούτο δεν συμφέρει.»

83. Τοιαύται υπήρξαν αι τρείς γνώμαι, και οι τέσσαρες άλλοι συνωμόται συνετάχθησαν με την τελευταίαν. Ο δε Οτάνης όστις ήθελε να εγκαταστήση την ισονομίαν παρά τοις Πέρσαις, ιδών ότι η γνώμη αυτού ηττήθη, είπεν εν τω μέσω αυτών· «Ω άνδρες συστασιώται, είναι φανερόν ότι είς εξ ημών πρέπει να γίνη βασιλεύς, είτε διά κλήρου επιτυχών τούτο, είτε δι' εκλογής του πλήθους των Περσών, εάν αναθέσωμεν εις αυτόν την φροντίδα ταύτην, είτε δι' άλλου τινός τρόπου. Εγώ όμως δεν θα συναγωνισθώ μεθ' υμών, διότι ούτε να άρχω θέλω, ούτε να άρχωμαι. Παραιτούμαι λοιπόν της αρχής επί τω όρω να μη εξουσιασθώ ποτέ παρ' ουδενός, ούτε εγώ, ούτε οι απόγονοι εμού.» Αφού είπε ταύτα ο Οτάνης, επειδή οι άλλοι έξ εδέχθησαν την πρότασίν του, δεν ανεμίχθη πλέον εις τίποτε, αλλ' απεχώρησε. Και μέχρι σήμερον αυτή η οικία μόνη εκ των Περσών είναι ελευθέρα υπακούουσα μόνον εις όσα θέλει, μη παραβαίνουσα όμως τους νόμους του τόπου.

84. Οι έξ οίτινες έμειναν εσκέφθησαν με ποίον δικαιότατον τρόπον να ονομάσωσι βασιλέα· εκ προοιμίων δε έκρινον εύλογον να αποφασίσωσιν, εάν καταλάβη την βασιλείαν είς των επτά, να δίδη κατ' έτος εις τον Οτάνην και εις τους απογόνους του μίαν εσθήτα μηδικήν, ως τιμήν όλω ιδιαιτέραν, και συγχρόνως όλα τα αλλά δώρα όσα παρά τοις Πέρσαις θεωρούνται τιμιώτατα. Ενέκρινον δε να δίδωνται ιδιαιτέρως τα δώρα ταύτα εις τον Οτάνην, διότι πρώτος ούτος διενοήθη την επιχείρησιν και διότι τους προσεκάλεσε να λάβωσι μέρος εις αυτήν. Μόνος λοιπόν ο Οτάνης ηξιώθη των τιμών τούτων, και μεταξύ των συνεφώνησαν να έχη έκαστος το δικαίωμα να εισέρχεται εις το ανάκτορον όταν θέλη χωρίς να τον αναγγείλωσιν, εκτός εάν ο βασιλεύς τύχη να καθεύδη μετά γυναικός. Συνεφώνησαν επίσης να μη επιτρέπεται εις τον βασιλέα να λαμβάνη γυναίκα από άλλην οικογένειαν ειμή από τας των συνωμοτών. Όσον δ' αφορά την βασιλείαν απεφάσισαν τα εξής· εκείνος του οποίου ο ίππος, κατά την ανατολήν του ηλίου και καθ' ην στιγμήν αυτοί αναβάσαντες τους ίππους των εξέλθωσιν εις το προάστειον, ήθελε χρεμετίσει πρώτος, εκείνος να λάβη την βασιλείαν.

85. Είχε δε ο Δαρείος ένα ιπποκόμον, άνθρωπον πολύ νοήμονα, του οποίου το όνομα ήτο Οιβάρης· εις αυτόν τον άνθρωπον, αφού εχωρίσθησαν οι επτά· είπεν ο Δαρείος τα εξής· «Οίβαρες, ημείς απεφασίσαμεν να πράξωμεν περί της βασιλείας το εξής· εκείνος του οποίου ο ίππος ήθελε χρεμετίσει πρώτος, καθ' ην στιγμήν ανατείλη ο ήλιος και ημείς αναβώμεν τους ίππους μας, εκείνος να λάβη την βασιλείαν. Τώρα λοιπόν, εάν ηξεύρης καμμίαν τέχνην, προσπάθησον να λάβωμεν αυτό το γέρας και να μη μας νικήσει άλλος.» Προς ταύτα ο Οιβάρης απεκρίθη· «Δέσποτα, εάν τούτο μόνον απαιτείται διά να γίνης ή να μη γίνης βασιλεύς, μη φοβείσαι και έχε θάρρος, διότι κανείς άλλος πλην σου δεν θα γίνη βασιλεύς· τόσον βέβαια είναι τα ιατρικά τα οποία έχω.» Ο δε Δαρείος επανέλαβεν· «Εάν γνωρίζης τωόντι σόφισμά τι, ήλθεν η ώρα να το μεταχειρισθής άνευ αναβολής, διότι ο αγών θα γίνη αύριον.» Ακούσας ταύτα ο Οιβάρης, έπραξε τα ακόλουθα. Άμα ενύκτωσεν, έφερε και έδεσεν εις τα προάστειον μίαν φοράδα την οποίαν ο ίππος του Δαρείου ηγάπα πολύ· έπειτα έφερε και τον ίππον εκείνον, και αφού πρώτον τον περιήγαγε πολλάκις περί την φοράδα, πλησιάζων αυτόν μέχρι προστριβής, τον αφήκε τέλος να την οχεύση.

86. Εις τας πρώτας φαύσεις της ημέρας, οι έξ, όπως είχον συμφωνήσει, ευρέθησαν έφιπποι εις το μέρος της συνεντεύξεως· ενώ δε διεξελαύνοντες κατά το προάστειον έφθασαν εις το μέρος όπου κατά την παρελθούσαν νύκτα ήτο δεδεμένη η θήλεια ίππος, ενταύθα ο ίππος του Δαρείου προσδραμών εχρεμέτισε. Συγχρόνως δε ενώ έκαμνεν ο ίππος τούτο, αστραπή έσχισε τον αίθριον ουρανόν και ηκούσθη βροντή. Όλαι αύται αι περιστάσεις, ωσεί συνδυασθείσαι υπό συνθέτου τινός, επεκύρωσαν την βασιλείαν εις τον Δαρείον· οι δε άλλοι συνωμόται πηδήσαντες από τους ίππους, προσεκύνησαν αυτόν ως βασιλέα.

87. Άλλοι μεν λέγουσιν ότι ταύτα εμηχανεύθη ο Οιβάρης, άλλοι δε (διότι οι Πέρσαι λέγουσιν ότι κατ' αμφοτέρους τους τρόπους συνέβησαν) ότι επιψαύσας διά τις χειρός τα μόρια της ίππου ταύτης, εκράτει την χείρα κεκρυμμένην υπό την αναξυρίδα του· ότε δε ανέτειλεν ο ήλιος και έμελλον να κινήσωσιν έφιπποι, ο Οιβάρης εξέβαλε την χείρα και την έφερεν εις τους μυκτήρας του ίππου του Δαρείου· οσφρανθείς δε αυτήν ο ίππος άρχισε να φρυάττη και να χρεμετίζη.

88. Ανεδείχθη λοιπόν βασιλεύς ο Δαρείος του Υστάσπους (47), και πλην των Αραβίων, όλοι οι λαοί της Ασίας ήσαν υπήκοοί του, καθότι τους είχεν υποτάξει ο Κύρος και έπειτα ο Καμβύσης. Οι Αράβιοι όμως ουδέποτε εδουλώθησαν υπό των Περσών, αλλ' έμεναν σύμμαχοί των και εβοήθησαν τον Καμβύσην όταν εισέβαλεν εις την Αίγυπτον, διότι ποτέ οι Πέρσαι δεν θα εισήρχοντο εις της χώραν ταύτην εάν δεν ήθελον οι Αράβιοι. Τας πρώτας επιγαμίας έκαμεν ο Δαρείος με τους Πέρσας, λαβών γυναίκας δύο θυγατέρας του Κύρου, την Άτοσσαν και την Αρτυστώνην, εκ των οποίων η μεν Άτοσσα υπήρξε γυνή πρώτον μεν του αδελφού της Καμβύσου έπειτα δε του μάγου, η δε Αρτυστώνη ήτο παρθένος. Έλαβε προσέτι γυναίκα την θυγατέρα του Σμέρδιος, υιού του Κύρου, ης το όνομα ήτο Πάρμυς έλαβε δε και την θυγατέρα του Οτάνου, εκείνην ήτις εφανέρωσε τον μάγον. Ήτο δε καθ' όλα δυνατός ο Δαρείος. Μετά ταύτα πρώτον μεν ήγειρε μνημείον λίθινον, το οποίον παρίστα άνθρωπον έφιππον, και εχάραξεν επ' αυτού χαρακτήρας λέγοτας τα εξής «Δαρείος, ο υιός του Υστάσπους, διά της αρετής του ίππου του (και ανέφερε το όνομα αυτού) και του ιπποκόμου του Οιβάρους, εκτήσατο την βασιλείαν των Περσών.»

89. Έπειτα δε κατέστησεν εις την Περσίαν είκοσι ηγεμονίας, τις οποίας οι Πέρσαι καλούσι σατραπείας. Καταστήσας δε τας ηγεμονίας και διορίσας τους άρχοντας, εκανόνισε τους φόρους τους οποίους ώφειλον να πέμπωσι τα έθνη· ήνονε δε εις τα έθνη τους πλησιοχώρους· ενίοτε όμως αφίνων τα πλησίον ήνονεν έθνη μεμακρυσμένα απ' αλλήλων. Διενεμήθησαν δε αι ηγεμονίαι και οι ετήσιοι φόροι ως εξής. Όσοι μεν επλήρωνον εις αργύριον, τους διέταξε να πληρώνωσι κατά το βάρος του Βαβυλωνίου ταλάντου, όσοι δε εις χρυσίον, κατά το βάρος του Ευβοϊκού. Ισοδυναμεί δε το Βαβυλώνιον τάλαντον με εβδομήκοντα Ευβοϊκάς μνας. Επί της βασιλείας του Κύρου και της του Καμβύσου, δεν υπήρχε τίποτε ωρισμένον ως προς τους φόρους, αλλ' ο λαός προσέφερε δώρα. Ένεκα δε της επιτάξεως ταύτης του φόρου και διαφόρων άλλων αναλόγων μέτρων, οι Πέρσαι λέγουσιν ότι ο Δαρείος ήτο έμπορος, ο Καμβύσης δεσπότης και ο Κύρος πατήρ· ο πρώτος διότι εκαπήλευεν όλα τα πράγματα, ο δεύτερος διότι ήτο αυστηρός και υπεροπτικός, ο τρίτος διότι ήτο ήπιος και εσκέπτετο πάντοτε πώς να τους ωφελήση.

90. Από μεν τους Ίωνας, τους εν τη Ασία Μάγνητας, τους Αιολείς, τους Κάρας, του Λυκίους, τους Μιλυείς και τους Παμφίλους (διότι όλοι αυτοί ομού έδιδον ένα φόρον) εισέπραττεν ο Δαρείος τετρακόσια αργυρά τάλαντα. Αυτοί συνεκρότουν τον πρώτον νομόν. Οι δε Μυσοί, οι Λυδοί, οι Λασόνιοι, οι Καβάλιοι και οι Υγεννείς, δεύτερος νομός, επλήρωνον πεντακόσια τάλαντα. Οι δε τις δεξιάς όχθης Ελλησπόντιοι, οι Φρύγες, οι εν τη Ασία Θράκες, οι Παφλαγόνες, οι Μαριανδυνοί και οι Σύριοι, τρίτος νομός, επλήρωνον τριακόσια εξήκοντα τάλαντα. Οι δε Κίλικες, τέταρτος νομός, παρείχον τριακόσιους εξήκοντα ίππους λευκούς, ένα καθ' ημέραν, και πεντακόσια τάλαντα αργυρίου, εκ των οποίων τα μεν εκατόν τεσσαράκοντα κατηναλίσκοντο εις την συντήρησιν του ιππικού όπερ εφύλαττε την χώραν της Κιλικίας, τα δε άλλα τριακόσια εξήκοντα ήρχοντο εις τον Δαρείον.

91. Από την πόλιν Ποσείδειον, την οποίαν ίδρυσεν επί των ορέων της Κιλικίας και τις Συρίας ο υιός του Αμφιαράου Αμφίλοχος, μέχρι της Αιγύπτου, πλην των Αραβίων (διότι αυτοί ήσαν απαλλαγμένοι φόρου) ο φόρος ανέβαινεν εις τριακόσια πεντήκοντα τάλαντα· ο νομός ούτος, όστις είναι πέμπτος, περιλαμβάνει όλην την Φοινίκην, την Συρίαν την καλουμένην Παλαιστίνην, και την Κύπρον. Η Αίγυπτος, οι συνορεύοντες με αυτήν Λίβυες, η Κυρήνη και η Βάρκη (διότι εις τον έκτον νομόν τον της Αιγύπτου συμπεριελαμβάνοντο και αι πόλεις αύται), έπεμπον επτακόσια τάλαντα πλην του αργυρίου το οποίον έδιδεν η Μοίριος λίμνη εκ των ιχθύων. Ανεξαρτήτως του αργυρίου τούτου και του χορηγουμένου σίτου, ο νομός ούτος επλήρωνον επτακόσια τάλαντα· η προμήθεια δε εκείνη του σίτου συνίστατο εις εκατόν είκοσι χιλιάδας μέτρα διά τους Πέρσας και τους επικούρους οίτινες εφύλαττον την Λευκήν ακρόπολιν της Μέμφιδος. Οι δε Σατταγύδαι, οι Γανδάριοι, ο Δαδίκαι και οι Απαρίται, έβδομος νομός, ηνωμένοι όλοι, επλήρωνον εκατόν εβδομήκοντα τάλαντα· τα δε Σούσα και η άλλη χώρα των Κισσίων, όγδοος νομός, επλήρωνον τριακόσια.

92. Η Βαβυλών και όλη η Ασσυρία, έννατος νομός, έπεμπον χίλια τάλαντα αργυρίου και πεντακοσίους ευνούχους παίδας. Τα Εκβάτανα και όλη η Μηδία, οι Παρικάνιοι και οι Ορθοκορυβάντιοι, δέκατος νομός, τετρακόσια πεντήκοντα τάλαντα. Οι Κάσπιοι (48), οι Παυσοί, οι Παντίμαθοι και οι Δαρείται, ενδέκατος νομός, διακόσια τάλαντα. Οι δε Βακτριανοί μέχρι των Αιγλών, δωδέκατος νομός, ετέλουν φόρον τριακοσίων ταλάντων.

93. Οι Πάκτυες, οι Αρμένιοι και τα πλησίον μέρη μέχρι του Ευξείνου πόντου, νομός δέκατος τρίτος, επλήρωνον τετρακόσια τάλαντα. Οι Σαγάρτιοι, οι Σαράγγαι, οι Θαμαναίοι, οι Ούτιοι, οι Μύκοι και οι κατοικούντες τας νήσους της Ερυθράς θαλάσσης, όπου ο βασιλεύς πέμπει τους εξοριζομένους, νομός δέκατος τέταρτος, όλοι ούτοι επλήρωνον εξακόσια τάλαντα. Οι Σάκαι και οι Κάσπιοι (49), δέκατος πέμπτος νομός, διακόσια πεντήκοντα τάλαντα. Οι Πάρθοι, οι Χοράσμιοι, οι Σόγδιοι και οι Άριοι νομός δέκατος έκτος, τριακόσια τάλαντα.

94. Οι Παρικάνιοι και οι εκ της Ασίας Αιθίοπες, δέκατος έβδομος νομός, έπεμπον τετρακόσια τάλαντα. Οι Ματιανοί, οι Σάσπειρες και οι Αλαρόδιοι, νομός δέκατος όγδοος, ετάχθησαν να πληρώνωσι διακόσια τάλαντα. Οι Μόσχοι, οι Τιβαρηνοί, οι Μάκρωνες, οι Μοσύνοικοι και οι Μάρε, δέκατος έννατος νομός, τριακόσια τάλαντα. Οι Ινδοί, νομός εικοστός, οίτινες είναι το πολυανθρωπότερον έθνος από όσα γνωρίζομεν ετάχθησαν να δίδωσι φόρον περισσότερον από όλους τους άλλους· έφερον τριακοσίων εξήκοντα ταλάντων ψήγματα χρυσού.

95. Ο Βαβυλώνιος άργυρος μετατρεπόμενος εις Ευβοϊκά τάλαντα φέρει εννέα χιλιάδας πεντακόσια τεσσαράκοντα τάλαντα αργύρου· εκτιμωμένου δε του χρυσού τρισκεδεκάκις πλειότερον του αργύρου, τα ψήγματα μας δίδουσι τετρακισχίλια και εξακόσια ογδοήκοντα τάλαντα Ευβοϊκά. Προσθέτοντες τας δύο ταύτας ποσότητας ευρίσκομεν ότι το όλον του εις τον Δαρείον ετησίως πληρωνομένου φόρου, εις ευβοϊκόν μέτρον, ήτο δεκατέσσαρες χιλιάδες και πεντακόσια εξήκοντα τάλαντα, χωρίς να υπολογίσωμεν άλλας μικροτέρας ποσότητας τας οποίας παραλείπω.

96. Ούτος ήτο ο φόρος ο πληρωνόμενος εις τον Δαρείον υπό της Ασίας και μικρού μέρους της Λιβύας· βραδύτερον όμως άλλοι φόροι ήρχοντο εκ των νήσων και των λαών των κατοικούντων την Ευρώπην προς βορράν της Θεσσαλίας. Τούτους δε τους φόρους θησαυρίζει ο βασιλεύς κατά τον ακόλουθον τρόπον· τήκων τα μέταλλα, τα χύνει εις πηλίνους πίθους, αφού δε πληρωθή το αγγείον, θραύει το περικάλυμμα, και όταν λάβη ανάγκην χρημάτων κόπτει τόσον νόμισμα όσον χρειάζεται εκάστοτε.