97. Αύται λοιπόν ήσαν αι ηγεμονίαι και αι επιτάξεις των φόρων· μόνον διά την Περσικήν χώραν δεν ανέφερα ότι επλήρωνε φόρον, καθότι οι Πέρσαι νέμονται χώραν αφορολόγητον. Επίσης απηλλαγμένοι φόρου είναι οι συνορεύοντες με την Αίγυπτον Αιθίοπες τους οποίους ο Καμβύσης, εκστρατεύσας κατά των μακροβίων Αιθιόπων, είχεν υποτάξει· δίδουσιν όμως δώρα. Οι λαοί ούτοι κατοικούσι περί την ιεράν Νύσαν και τελούσι τας εορτάς του Διονύσου· σπείρουσι δε, ως και οι γείτονές των, τους αυτούς καρπούς ους σπείρουσιν οι Καλατίαι Ινδοί, και έχουσι κατοικίας υπογείους. Αυτά τα δύο έθνη ομού φέρουσι κατά παν τρίτον έτος το αυτό δώρον· δίδουσιν ακόμη και εις τας ημέρας μου δύο φοίνικας χρυσού καθαρού, διακοσίους κορμούς εβένου, πέντε παίδας Αιθίοπας και είκοσι μεγάλους οδόντας ελέφαντος. Οι δε Κόλχοι διετάχθησαν να δίδωσι δώρα, καθώς και οι μέχρι του Καυκάσου όρους γείτονές των, διότι μέχρι του όρους τούτου εξουσιάζουσιν οι Πέρσαι, προς βορράν όμως του Καυκάσου κανείς δεν φροντίζει δι' αυτούς. Ακόμη και επί των ημερών μου οι υποτελείς ούτοι έφερον κατά παν πέμπτον έτος εκατόν παίδας και εκατόν παρθένους. Οι δε Αράβιοι έπεμπον κατ' έτος χίλια τάλαντα λιβανωτού. Ταύτα ήσαν τα δώρα τα οποία ελάμβανεν ο βασιλεύς, πλην του φόρου.

98. Προμηθεύονται δε οι Ινδοί τον πολύν τούτον χρυσόν, εξ ου πέμπουσιν εις τον βασιλέα τα ειρημένα ψήγματα, κατά τον ακόλουθον τρόπον. Προς ανατολάς της Ινδικής χώρας υπάρχει αμμώδης έρημος· διότι από όλους τους λαούς της Ασίας τους οποίους εμείς γνωρίζομεν και περί των οποίων δυνάμεθα να είπωμέν τι ακριβές, οι Ινδοί είναι οι πρώτοι προς ανατολάς του ηλίου κατοικούντες, τα δε ανατολικώτερα μέρη των Ινδών είναι έρημα ένεκα της άμμου. Πολλά έθνη υπάρχουσιν εν αυτή τη χώρα, δεν ομιλούσι δε όλα την αυτήν γλώσσαν· άλλα μεν είναι νομαδικά, άλλα δε όχι· τινά κατοικούσι τα έλη του ποταμού και τρέφονται δι' ιχθύων ωμών τους οποίους αλιεύουσι με πλοιάρια καλάμινα, εκάστου πλοιαρίου κατασκευαζομένου εξ ενός γόνατος καλάμου. Αυτοί δε οι Ινδοί φορούσιν εσθήτα εκ φλοιού τον οποίον αφαιρούσιν από τους καλάμους, όταν τους κόψωσιν εις τον ποταμόν και τους κοπανίσωσι· πλέκουσι δε τον φλοιόν τούτον ως την ψάθαν και τον φορούσιν εν είδει θώρακος.

99. Άλλοι Ινδοί, προς ανατολάς τούτων οικούντες, είναι νομάδες και τρώγουσι κρέατα ωμά, καλούνται δε Παδαίοι. Ούτοι έχουσιν, ως λέγεται, τας ακολούθους συνηθείας· όταν πολίτης τις ασθενήση, εάν μεν ήναι ανήρ, οι πλησιέστατοι φίλοι του τον φονεύουσι, λέγοντες ότι εάν τον άφινον να τακή υπό της νόσου θα διεφθείροντο αι σάρκες του· και αν ακόμη θελήση να αρνηθή ότι είναι ασθενής, οι φίλοι του δεν τον πιστεύουσιν, αλλά τον φονεύουσι, και ευωχούνται· εάν δε ασθενήση γυνή, ομοίως αι γυναίκες όσαι την συναναστρέφονται πράττουσι τα αυτά ως οι άνδρες. Επίσης θυσιάζουσι και τρώγουσιν εν συμποσίω εκείνον όστις φθάση εις γήρας. Ολίγιστοι όμως αυτών γηράσκουσι, διότι πριν τούτου φονεύονται όσοι ήθελον ασθενήσει.

100. Άλλοι πάλιν Ινδοί ζώσι κατ' άλλον τρόπον ούτε φονεύουσιν έμψυχον ον, ούτε σπείρουσί τι, ούτε έχουσι την συνήθειαν να κτίζωσιν οικίας, αλλά τρώγουσι φυτά τινα, και έχουσι καρπόν τινα εντός κάλυκος, έχοντα μέγεθος κέγχρου, τον οποίον η γη παράγει αυτομάτως· τούτον τον καρπόν συλλέγουσι, τον βράζουσι μετά του κάλυκος και τον τρώγουσιν. Όστις δε ασθενήση, έρχεται και πίπτει εις την έρημον· κανείς δε δεν φροντίζει περί αυτού μήτε εάν απέθανε μήτε εάν πάσχη.

101. Όλοι αυτοί οι Ινδοί τους οποίους ανέφερα συνουσιάζονται αναφανδόν ως τα κτήνη, το δε χρώμα των ομοιάζει με το των Αιθιόπων. Το δε σπέρμα το οποίον εκβάλλουσι με τας γυναίκας δεν είναι λευκόν ως το των άλλων ανθρώπων, αλλά μέλαν ως το δέρμα των· τοιούτον ωσαύτως είναι και το σπέρμα των Αιθιόπων. Οι Ινδοί ούτοι κατοικούσι μακράν των Περσών προς νότον άνεμον και ουδαμώς υπετάγησαν εις τον βασιλέα Δαρείον.

102. Άλλοι δε εκ των Ινδών συνορεύουσι με την πόλιν Κασπάτυρο και την Πακτυικήν χώραν, κατοικούντες προς άρκτον των άλλων Ινδών και έχοντες σχεδόν την αυτήν δίαιταν με τους Βακτρίους. Αυτοί και πολεμικώτεροι είναι των άλλων Ινδών, και προς ζήτησιν χρυσού αυτοί απέρχονται, διότι πλησίον των υπάρχει το έδαφος το οποίον είναι έρημον ένεκα της άμμου. Εις την έρημον και εις την άμμον ζώσι μύρμηκες των οποίων το μέγεθος είναι έλασσον μεν των κυνών, μείζον δε των αλωπεκών Ο βασιλεύς των Περσών έχει τινάς των μυρμήκων τούτων, ενταύθα θηρευθέντας. Οι μύρμηκες ούτοι λοιπόν, κατασκευάζοντες τας κατοικίας των υπό την γην, σωρεύουσι την άμμον, απαραλλάκτως ως κάμνουσιν οι μύρμηκες εις την Ελλάδα, με τους οποίους άλλως τε ομοιάζουσι πολύ. Αλλ' η άμμος η εκείθεν εξερχομένη είναι χρυσίτις, προς ζήτησιν δε της άμμου ταύτης μεταβαίνουσα εις την έρημον οι Ινδοί, ζευγνύων ο καθείς τρεις καμήλους, εκατέρωθεν μεν ανά μίαν άρρενα φέρουσαν άλυσον διά να σύρη, εν τω μέσω δε μίαν θήλειαν επί της οποίας αναβαίνει αυτός, την οποίαν εξέλεξεν επιμελώς μεταξύ εκείνων αίτινες προ ολίγου εγέννησαν και την οποίαν ζευγνύει αφού την αποχωρίση από τα τέκνα της· διότι αι κάμηλοι δεν είναι κατώτεραι των ίππων κατά την ταχύτητα και είναι δυνατώτεραι να φέρωσι πολύ βάρος.

103. Ποίον σχήμα έχει η κάμηλος δεν το περιγράφω, διότι είναι γνωστόν εις τους Έλληνας· θα αναφέρω δε μόνον εκείνην την ιδιότητα αυτής την οποίαν δεν γνωρίζουσιν. Η κάμηλος εις τα οπίσθια σκέλη έχει τέσσαρας μηρούς και τέσσαρα γόνατα, τα δε αιδοία διά των οπισθίων σκελών προς την ουράν τετραμμένα.

104. Μεταχειρίζονται λοιπόν οι Ινδοί αυτόν τον τρόπον και αυτήν την ζεύξιν όταν απέρχωνται προς αναζήτησιν χρυσού, καιροφυλακτούντες να αρπάσωσιν αυτόν εν ώρα θερμοτάτων καυμάτων, διότι τότε οι μύρμηκες κρύπτονται υπό την γην. Εις τας χώρας ταύτας ο ήλιος είναι καυστικώτατος μετά την ανατολήν, και όχι ως αλλαχού κατά την μεσημβρίαν· η θερμοτάτη δύναμίς του διαρκεί μέχρι της στιγμής καθ' ην παρ' ημίν διαλύεται η αγορά. Καθ' όλον τούτο το διάστημα καίει πολύ περισσότερον παρ' όσον καίει εις την Ελλάδα εν μέση ημέρα, τόσον ώστε λέγουσιν ότι οι άνθρωποι αναγκάζονται να δροσίζωνται με ύδωρ. Μεσούσα η ημέρα καίει τους Ινδούς σχεδόν όσον και τους άλλους· Όταν δε αρχίση να κλίνη, γίνεται ο ήλιος εις αυτούς όπως είναι εις τους άλλους ανθρώπους κατά την πρωίαν· και όσον προχωρεί, τόσον ψυχρούται, μέχρι της στιγμής καθ' ην πλησιάζων να δύση γίνεται ψυχρότατος.

105. Φθάνοντες εις τον τόπον οι Ινδοί με σάκκους πληρούσιν αυτούς άμμου και επιστρέφουσιν οπίσω όσον τάχιστα, διότι, ως λέγουσιν οι Πέρσαι, ευρίσκουσιν οι μύρμηκες τα ίχνη των εκ της οσμής και τους διώκουσι. Τόσον δε ταχύτατα είναι τα ζώα ταύτα, ώστε εάν οι Ινδοί δεν επρόφθανον να μακρύνωνται πολύ όταν συνάζωνται οι μύρμηκες, κανείς εξ αυτών δεν θα εσώζετο. Και οι μεν άρρενες των καμήλων, κατώτεροι εις το τρέξιμον από τας θηλείας και ταχύτερον κουραζόμενοι, δεν θα εβάδιζον με ίσον βήμα· αλλ' αι θήλειαι, ενθυμούμεναι τα τέκνα τα οποία αφήκαν, δεν βραδύνουσι την πορείαν των ουδ' επί μίαν στιγμήν. Τοιουτοτρόπως λοιπόν οι Ινδοί προμηθεύονται τον πλειότερον χρυσόν, ως λέγουσιν οι Πέρσαι· υπάρχει δε και άλλος χρυσός τον οποίον ευρίσκουσιν εις την χώραν σκάπτοντες.

106. Αι εσχατιαί της οικουμένης έχουσι την ιδιότητα να παράγωσι τα κάλλιστα πράγματα, καθώς η Ελλάς έλαχε να έχη το μάλλον ευκραές κλίμα. Τωόντι η Ινδική είναι προς ανατολάς ο τελευταίος κατοικούμενος τόπος, ως είπον ανωτέρω, τα δε τετράποδα αυτής και τα πτηνά είναι πολύ μεγαλείτερα ή εις τα άλλα μέρη, πλην των ίππων οίτινες είναι μικρότεροι των Μηδικών ίππων των καλουμένων Νισαίων. Προς τούτοις έχει χρυσόν άφθονον, είτε ορυσσόμενον, είτε καταβιβαζόμενον υπό ποταμών, είτε αρπαζόμενον ως περιέγραψα. Τα δε άγρια δένδρα εκεί παράγουσιν ως καρπόν μαλλίον ωραιότερον και καλλιτέρας ποιότητος της των προβάτων· εκ του καρπού των δένδρων τούτων κατασκευάζουσιν οι Ινδοί φορέματα.

107. Προς μεσημβρίαν δε η Αραβία είναι το έσχατον κατοικούμενον μέρος, εις αυτήν δε μόνην παράγεται λιβανωτός, σμύρνα, κασία, κιννάμωμον και λήδανον· όλα ταύτα όμως, πλην της σμύρνης, δυσκόλως προμηθεύονται οι Άραβες. Και τον μεν λιβανωτόν συνάζουσιν εκ του καπνού της στύρακος την οποίαν κομίζουσιν εις αυτούς οι Έλληνες και οι Φοίνικες. Καίουσι την στύρακα και λαμβάνουσι το θυμίαμα, διότι τα λιβανωτοφόρα ταύτα δένδρα φυλάττουσι πτερωτοί όφεις μικροί και πολυποίκιλοι· φυλάττουσι δε πολλοί εις έκαστον δένδρον. Ούτοι είναι οι όφεις οι εισβάλλοντες εις την Αίγυπτον. με κανέν δε άλλο μέσον δεν αποδιώκονται από τα δένδρα ειμή με τον καπνόν της στύρακος.

108. Οι Άραβες λέγουσιν ότι όλη η γη θα επληρούτο τοιούτων όφεων εάν δεν συνέβαινε και εις αυτούς εκείνο το οποίον ως ηξεύρομεν συμβαίνει εις τας εχίδνας. Ούτως η θεία πρόνοια, ως είναι επόμενον, ούσα σοφή, όσα μεν ζώα είναι δειλά και εδώδιμα, ταύτα πάντα εποίησε πολύγονα διά να μη εκλείψωσι τρωγόμενα, όσα δε είναι άγρια και βλαβερά, ταύτα εποίησεν ολιγόγονα. Ο μεν λαγωός, επειδή κυνηγείται από όλους, από τα θηρία, από τα όρνεα και από τους ανθρώπους, είναι ζώον γονιμώτατον και το μόνον το οκροποίον ενώ είναι έγκυον συλλαμβάνει πάλιν· έχει συγχρόνως εις την μήτραν του έν έμβρυον τριχωτόν, έν άτριχον, έν μόλις σχηματισθέν και άλλο συλλαμβάνει. Τοιούτος ήναι ο λαγωός. Η δε λέαινα, επειδή είναι ζώον ισχυρότατον και τολμηρότατον, έν μόνον τέκνον γεννά καθ' όλην της την ζωήν διότι όταν γεννά εξέρχεται μετά του τέκνου και η μήτρα το αίτιον δε τούτου είναι το εξής. Όταν ο σκύμνος αρχίζη να κινήται εντός της μήτρας, έχων όνυχας πολύ οξυτάτους από όλα τα άλλα θηρία, αμύσσει αυτήν, και όσον αυξάνουν αι δυνάμεις του, τόσον περισσότερον πληγόνει και σχίζει αυτόν και όταν έλθη ο καιρός του τοκετού ουδέν μέρος της μήτρας μένει υγιές.

109. Ομοίως και έχιδναι και οι πτερωτοί όφεις της Αραβίας, εάν επολλαπλασιάζοντο, όπως η φύσις των είναι θηριώδης, το ανθρώπινον γένος δεν θα ηδύνατο να ζήση· αλλ' όταν συνέρχωνται τα ζώα ταύτα κατά ζεύγη, ενώ το άρρεν καταγίνεται να εκπέμψη την γονήν τον, το θήλυ προσκολλάται εις τον λαιμόν του και δεν το αφίνει πριν το καταφάγη. Αποθνήσκει λοιπόν το άρρεν κατ' αυτόν τον τρόπον και το θήλυ τιμωρείται διά τον φόνον τούτον ως εξής. Τα τέκνα, προς εκδίκησιν του πατρός των, όντα έτι εις την κοιλίαν τρώγουσι την μήτραν, αφού δε φάγωσι και την γαστέρα εξέρχονται τοιουτοτρόπως. Οι άλλοι δε όφεις οι αβλαβείς εις τους ανθρώπους τίκτουσιν ωά και εκλεπίζουσι πολλά τέκνα. Και αι μεν έχιδναι ευρίσκονται πανταχού· οι δε πτερωτοί όφεις είναι όλοι συνηγμένοι εις την Αραβίαν και ουδαμού αλλαχού· τούτου δε ένεκα φαίνονται ότι είναι πολλοί.

110. Τον μεν λιβανωτόν τούτον ούτω κτώνται οι Αράβιοι, την δε κασίαν ως εξής. Αφού περιτυλίξωσι καλώς το σώμα των και το πρόσωπον, πλην των οφθαλμών με δέρματα βοών και άλλα, υπάγουν να συνάξωσι την κασίαν. Φύεται δε αύτη εις λίμνην όχι βαθείαν περί την οποίαν και εν τη οποία διατρίβουσι ζώα πτερωτά. Τα ζώα ταύτα ομοιάζουσι πολύ με τας νυχτερίδας, έχουσι κραυγήν απαισίαν και είναι πολύ δυνατά· προφυλάττοντες λοιπόν οι άνθρωποι τους οφθαλμούς των τοιουτοτρόπως, δρέπουσι την κασίαν.

111. Το δε κυννάμωμον συνάγουσι με τρόπον θαυμαστότερον των προρρηθέντων. Πώς γίνεται και ποία γη παράγει αυτό, δεν ηξεύρουσι να είπωσιν, εκτός μόνον εξ εικασίας λέγουσί τινες ότι παράγεται εις τα μέρη όπου ετράφη ο Διόνυσος· λέγουσι δε ότι μεγάλα όρνεα φέρουσι τα κάρφη, τα οποία ημείς μαθόντες από τους Φοίνικας καλούμεν κιννάμωμον· τα φέρουσι δε τα όρνεα ταύτα διά να κατασκευάσωσι τας φωλεάς των, αίτινες είναι εκ πηλού προσκεκολλημέναι εις όρη απόκρημνα όπου ουδεμία υπάρχει ανάβασης διά τον άνθρωπον. Εν τούτοις οι Αράβιοι μεταχειρίζονται το εξής μέσον διά να αναβώσι· κόπτοντες εις μέγιστα τεμάχια τα μέλη βοών, αποθνησκόντων όνων και άλλων υποζυγίων, τα φέρουσιν εις εκείνα τα μέρη, τα αποθέτουσι πλησίον των φωλεών και απομακρύνονται. Τα πτηνά καταβαίνουσι και αρπάζουσι τα μέλη ταύτα των υποζυγίων· επειδή όμως αι φωλεαί δεν δύνανται να βαστάσωσι τοσούτον βάρος, συντρίβονται και κρημνίζονται εις την γην· τότε προστρέχοντες οι άνθρωποι συνάζουσι το κιννάμωμον, το οποίον συλλεγόμενον υπ' αυτών, κομίζετε εις άλλας χώρας.

112. Το δε ήδανον, το οποίον οι Αράβιοι καλούσι λάδανον, τούτο είναι θαυμασιώτερον πάντων· διότι, παραγόμενον εις μέρος δυσωδέστατον, είναι ευωδέστατον· ευρίσκεται δε ως γλοιός εις τους πώγωνας των αιγών και των τράγων, όπου προσκολλάται όταν βόσκωσιν εις τους θάμνους. Είναι χρήσιμον εις την κατασκευήν πολλών μύρων, και αυτό προ πάντων μεταχειρίζονται οι Αράβιοι όταν θυμιώσιν.

113. Και ταύτα μεν αρκούσι περί των θυμιαμάτων, όλη δε η Αραβία επιχέει οσμήν θαυμασίαν και ηδυτάτην. Οι Αράβιοι έχουσι δύο είδη προβάτων θαυμασμού άξια, τα οποία ουδαμού αλλαχού ευρίσκονται. Το μεν έχει τας ουράς μακράς μόλις ολιγώτερον των τριών πήχεων, αι οποίαι εάν τας άφινον να σύρωνται, θα επληγώνοντο προστριβόμεναι εις την γην. Αλλ' όλοι οι ποιμένες, διά την αιτίαν ταύτην, ηξεύρουσιν ολίγον να ξυλουργώσι· κατασκευάζοντες λοιπόν αμαξίδια, τα δένουσιν υπό τας ουράς, και τοιουτοτρόπως έκαστον ζώον έχει την ουράν του επί ενός αμαξιδίου. Το άλλο είδος των προβάτων έχει τας ουράς πλατείας και μέχρι πήχεως το πλάτος.

114. Προς το μέρος δε όπου η μεσημβρινή ζώνη του ουρανού κλίνει προς τον δύοντα ήλιον, η Αιθιοπία είναι η τελευταία των κατοικουμένων χωρών. Αύτη και χρυσόν έχει πολύ και ελέφαντας μεγάλους, και άγρια δένδρα παντοειδή, και έβενον, και ανθρώπους μεγίστους, ωραιοτάτους και μακροβιωτάτους.

115. Αυτοί μεν είναι αι εσχατιαί της Ασίας και της Λιβύας, περί δε των εσχατιών της δυτικής Ευρώπης δεν δύναμαι να ομιλήσω μετά βεβαιότητος, διότι δεν παραδέχομαι ότι υπάρχει ποταμός καλούμενος υπό των βαρβάρων Ηριδανός, όστις εκβάλλει εις την βόρειον θάλασσαν και από τον οποίον ως λέγουσι μας έρχεται το ήλεκτρον, ούτε νήσοι Κασσιτερίδες γνωρίζω να υπάρχωσιν από τας οποίας μας έρχεται ο κασσίτερος. Πρώτον μεν διότι το όνομα Ηριδανός μαρτυρεί αφ' εαυτού ότι είναι ελληνικόν και ουχί βάρβαρον, υπό ποιητού τίνος πλασθέν· δεύτερον δε, διότι με όλας τας αναζητήσεις μου, δεν ηδυνήθην να εύρω άνθρωπον ιδίοις οφθαλμοίς βεβαιωθέντα ότι εκείθεν της Ευρώπης υπάρχει θάλασσα. Τούτο μόνον είναι βέβαιον ότι ο κασσίτερος και το ήλεκτρον μας έρχονται εκ μεμακρυσμένων χωρών.

116. Εις δε τα αρκτικά της Ευρώπης φαίνεται ότι ο χρυσός είναι άφθονος· πώς όμως τον λαμβάνουσι, δεν δύναμαι να είπω μετά θετικότητος. Λέγουσιν ότι άνθρωποι μονόφθαλμοι, καλούμενοι Αριμασποί, αρπάζουσιν αυτόν από γούπα. Πλην δεν πιστεύω ούτε τούτο, ότι γεννώνται μονόφθαλμοι άνθρωποι, την άλλη φύσιν έχοντες ομοίαν με τους λοιπούς ανθρώπους. Όπως και αν έχη το πράγμα, αι εσχατιαί του κόσμου, αι περικλείουσαι την άλλην γην και περιορίζουσαι αυτήν, έχουσιν όσα εις ημάς φαίνονται κάλλιστα και σπανιώτατα.

117. Υπάρχει δε εις την Ασίαν πεδιάς περικεκλεισμένη πανταχόθεν υπό ορέων τα οποία έχουσι πέντε στενωπούς. Η πεδιάς αύτη ανήκε ποτε εις τους Χορασμίους και κείται εις τα σύνορα αυτών των Χορασμίων, των Υρκανίων, των Πάρθων, των Σαραγγών και των Θαμαναίων· αφότου δε οι Πέρσαι έχουσι το κράτος, ανήκει εις τον βασιλέα. Εκ τούτων λοιπόν των ορέων των περικλειόντων αυτήν ρέει μέγας ποταμός του οποίου το όνομα είναι Άκης· ο ποταμό ούτος διαμοιραζόμενος πρότερον εις πέντε διώρυχας έφερε το ύδωρ του διά των πέντε διασφάγων των ορέων εις έκαστον των εθνών τα οποία ανέφερα και επότιζεν αυτά· αφότου όμως τα έθνη ταύτα υπετάγησαν εις τους Πέρσας, πάσχουσι το εξής. Κλείσας ο βασιλεύς τους τοίχους των διασφάγων, έθεσεν εις εκάστην μίαν πόλην, ώστε αποκλειομένου του ύδατος εντός και μη υπαρχούσης διεξόδου, η εντός των ορέων πεδιάς γίνεται πέλαγος, καθότι ο ποταμός χύνεται μεν εντός αυτής, δεν έχει όμως καμμίαν έξοδον. Εκείνοι λοιπόν οίτινες πρότερον ήσαν συνετισμένοι να μεταχειρίζωνται το ύδωρ τούτο, μη δυνάμενοι πλέον να το χρησιμοποιώσι πάσχουσι μεγάλην συμφοράν· διότι βρέχει μεν εις αυτούς ο θεός κατά τον χειμώνα καθώς και εις τους άλλους ανθρώπους, αλλά κατά το θέρος, όταν σπείρωσι τον κέγχρον και το σήσαμον, λαμβάνουσιν ανάγκην αυτού του ύδατος· επειδή δε δεν τοις παραχωρείται, πορευόμενοι εις την Περσίαν, αυτοί και αι γυναίκες των, ίστανται προ των πυλών του βασιλέως βοώντες και ωρυόμενοι. Τότε ο βασιλεύς διατάττει να ανοιγώσιν αι πύλαι αι προς το μέρος των εχόντων μεγάλην ανάγκην. Αφού δε η γη των χορτασθή πίνουσα ύδωρ, αύται μεν αι πύλαι κλείονται, διατάττει δε να ανοίξωσιν άλλας εις άλλους οίτινες ήθελον είπει ότι έχουσι μεγίστην ανάγκην. Καθώς δε ηξεύρω εξ ακοής, τας ανοίγει αφού λάβη μεγάλας ποσότητας χρημάτων, πλην του φόρου. Και ταύτα μεν ούτως έχουσιν.

118. Εκ των επτά δε ανδρών των κατά του μάγου επαναστάντων, είς ο Ινταφέρνης εθανατώθη αμέσως μετά την επανάστασιν δι' την εξής αυθάδειάν του. Ηθέλησε να εισέλθη εις την βασιλικήν οικίαν και να συνομιλήση μετά του βασιλέως, καθότι ήτο συμπεφωνημένον μεταξύ των κατά του μάγου συνωμοσάντων να έχωσιν ελευθέραν την είσοδον παρά τω βασιλεί άνευ προηγουμένης ειδοποιήσεως, εκτός εάν ο βασιλεύς τύχη να κοιμάται μετά τινος των γυναικών του. Ο Ινταφέρνης λοιπόν ενόμισεν ότι ηδύνατο να εισέλθη χωρίς να τον αναγγείλη κανείς, και ηθέλησε να εισχωρήση, καθότι ήτο είς των επτά· αλλ' ο πυλωρός και ο αγγελιαφόρος δεν επέτρεπον τούτο, λέγοντες ότι ο βασιλεύς ήτο μετά γυναικός. Νομίσας δε ο Ινταφέρνης ότι έλεγον ψεύματα έπραξε τα εξής· έσυρε τον ακινάκην και έκοψε τα ώτα αυτών και τας ρίνας· έπειτα δέσας τας χείρας των και περάσας περί τον λαιμόν των τον χαλινόν του ίππου του τους άφησε συνδεδεμένους.

119. Εκείνοι δε δεικνύοντες εαυτούς εις τον βασιλέα, είπον την αιτίαν δι' ην έπαθον τα παθήματα εκείνα. Φοβηθείς δε ο Δαρείος μήπως η πράξις εγένετο εκ συνεννοήσεως των έξ, έστειλε και έφερε τον ένα μετά τον άλλον, και εδοκίμασε την γνώμην των εάν επεδοκίμαζον τα γενόμενα. Αφού όμως εβεβαιώθη ότι εγένοντο άνευ της συνδρομής των, συνέλαβε τον Ινταφέρνη, τους παίδας αυτού και όλους τους οικείους του, επειδή πολλάς είχεν υποψίας ότι με τους συγγενείς του εσκόπευε να επαναστατήση εναντίον του. Συλλαβών λοιπόν αυτούς, διέταξε να τους δέσωσι και να τους θανατώσωσιν. Η γυνή όμως του Ινταφέρνους, ελθούσα εις την θύραν του βασιλέως, έκλαιε και ωδύρετο· επειδή δε δεν έπαυε, συνεκίνησεν επί τέλους τον Δαρείον, όστις, ευσπλαγχνισθείς αυτήν, έπεμψεν απεσταλμένον όστις τη είπεν· «Ω γύναι, ο βασιλεύς Δαρείος σε συγχωρεί να σώσης από όλους τους συγγενείς εκείνον τον οποίον θέλεις.» Η γυνή, σκεφθείσα επ' ολίγον, απεκρίθη· «Αφού ο βασιλεύς μοι χαρίζει την ζωήν ενός εξ αυτών, εκλέγω μεταξύ όλων τον αδελφόν μου.» Μαθών δε ο Δαρείος ταύτα και εκπλαγείς έπεμψε πάλιν και τη είπεν· «Ω γύναι, ο βασιλεύς σε ερωτά ποίαν σκέψιν έχουσα αφίνεις τον άνδρα και τα τέκνα σου και προτιμάς να σωθή ο αδελφός σου, όστις σε είναι μάλλον αλλότριος ή τα τέκνα σου, και ολιγώτερον αγαπητός του ανδρός σου.» — Ω βασιλεύ, απεκρίθη κείνη, άνδρα μεν ειμπορώ να εύρω άλλον, εάν θέλη ο θεός, καθώς και τέκνα άλλα, εάν χάσω αυτά· αλλ' επειδή ο πατήρ και η μήτηρ μου δεν ζώσι πλέον, αδελφόν άλλον με είναι αδύνατον να εύρω κατ' ουδένα τρόπον. Αυτή ήτο η σκέψις μου όταν έδωκα την απόκρισίν μου.» Εις δε τον Δαρείον εφάνη ορθός ο συλλογισμός της γυναικός, και επειδή ευχαριστήθη εκ της αποκρίσεώς της τη παρήτησε τον ζητούμενον και τον πρεσβύτατον υιόν της, τους δε άλλους όλους εφόνευσε. Τοιουτοτρόπως λοιπόν είς εκ των επτά εφονεύθη αμέσως μετά την συνωμοσίαν.

120. Περί την εποχήν καθ' ην ήτο ασθενής ο Καμβύσης ιδού τι συνέβη. Πέρσης τις, ονόματι Οροίτης, διωρισμένος υπό του Κύρου διοικητής τον Σαρδίων, επεθύμησε πράγμα ανόσιον. Χωρίς να πάθη τίποτε από τον Σάμιον Πολυκράτη, χωρίς να ακούση παρ' αυτού προσβλητικόν τινα λόγον, χωρίς να τον ίδη πρότερον, διενοήθη να τον συλλάβη και να τον θανατώση. Πολλοί εν τούτοις διατείνονται ότι ωρμήθη εις τούτο εκ της εξής αιτίας· ο Οροίτης και έτερος τις Πέρσης, ο Μιτροβάτης, διοικητής του νομού Δασκυλείου, έτυχεν ημέραν τινά να κάθηνται προ της θύρας του βασιλέως· από τας ομιλίας ήλθον εις φιλονεικίας, και επειδή ήριζον περί ανδρίας, ο Μιτροβάτης ονειδίζων τον Οροίτην τω είπε· «Δύνασαι να συγκαταριθμείσαι μεταξύ των ανδρών συ όστις δεν κατέκτησες ακόμη διά τον βασιλέα την πλησιεστάτην του νομού σου νήσον Σάμον, ήτις εν τούτοις είναι ευάλωτος, αφού είς των κατοίκων της άνευ άλλης δυνάμεως ή δεκαπέντε στρατιωτών βαρέως ωπλισμένων την εκυρίευσεν επαναστατήσας και τώρα την εξουσιάζει;» Κατά την διήγησιν ταύτην ο Οροίτης, λυπηθείς καιρίως διά τους λόγους τούτους, απεφάσισεν όχι να εκδικηθή τον Μιτροβάτη αλλά να καταστρέψη τον Πολυκράτη χάριν του οποίου ήκουσε τας προσβολάς εκείνας.

121. Οι δε ολιγώτεροι λέγουσιν ότι ο Οροίτης έπεμψεν εις την Σάμον κήρυκα διά να ζητήση πράγμα τι (δεν αναφέρουσιν όμως τι πράγμα) και ότι ο Πολυκράτης τυχών κατ' εκείνην την στιγμήν εξηπλωμένος εις τον ανδρώνα όπου ευρίσκετο και ο Ανακρέων ο Τήιος, είτε εκ τύχης, είτε επίτηδες διά να καταφρονίση την αίτησιν του Οροίτου ηκροάσθη τον κήρυκα με πρόσωπον εστριμμένον προς τον τοίχον, και ούτε εστράφη όταν ωμίλει ούτε απεκρίθη.

122. Αύται είναι αι δύο αιτίαι εις τας οποίας αποδίδουσι τον θάνατον του Πολυκράτους, δύναται δε έκαστος να προτιμήση οποίαν θέλει εκ των δύο. Διαμένων λοιπόν ο Οροίτης ούτος εις την Μαγνησίαν, πόλιν κειμένην υπεράνω του Μαιάνδρου, και μαθών την φιλοδοξίαν του Πολυκράτους, έστειλεν εις την Σάμον κομιστήν αγγελίας τον Μύρσον του Γύγου, άνδρα Λυδόν. Ο δε Πολυκράτης είναι ο πρώτος από όσους γνωρίζομεν Έλληνας όστις έβαλε κατά νουν, μετά τον Κνώσσιον Μίνωα, να θαλασσοκρατήση. Ίσως προ του Μίνωος επέτυχε τις τούτο· αλλ' από της εποχής την οποίαν καλούσι γενεάν ανθρωπίνην, πρώτος ο Πολυκράτης ήλπισε να κυριεύση την Ιωνίαν και τας νήσους. Γνωρίζων λοιπόν ο Οροίτης τα διανοήματά του ταύτα, έπεμψεν αγγελίαν λέγουσαν ταύτα· «Ο Οροίτης προς τον Πολυκράτη λέγει ούτω· έμαθον ότι διανοείσαι μεγάλα πράγματα και ηξεύρω ότι τα χρήματά σου δεν εξαρκούσι προς εκπλήρωσιν των σκοπών σου. Εάν όμως πράξης ό,τι θα σοι είπω, και συ θα υψωθής και εμέ θα σώσης, διότι ο βασιλεύς Καμβύσης απεφάσισε να με θανατώση και το σχέδιόν του με ανηγγέλθη σαφέστατα. Συ λοιπόν ελθών εδώ φυγάδευσόν με, και εκ των χρημάτων άλλα μεν λάβε συ, άλλα δε άφες να έχω εγώ· διά των χρημάτων δε τούτων δύνασαι να άρξης απάσης της Ελλάδος. Εάν δεν με πιστεύης διά τα χρήματα, πέμψον τινά εκ των πιστοτάτων σου, εις τον οποίον να τα δείξω.»

123. Ακούσας ταύτα ο Πολυκράτης εχάρη και εδέχθη την προσφοράν επειδή δε μεγάλως επεθύμει τα χρήματα, έπεμψε πρώτον διά να παρατηρήση τον πολίτην Μαιάνδριον τον υιόν του Μαιανδρίου όστις ήτο γραμματεύς του, και όστις ολίγον μετά τα συμβεβηκότα ταύτα αφιέρωσεν εις τον ναόν της Ήρας όλα τα αξιοθαύμαστα κοσμήματα του ανδρώνος του Πολυκράτους. Ο δε Οροίτης, μαθών ότι επρόκειτο να έλθη ο παρατηρητής, έπραξε τα ακόλουθα. Γεμίσας οκτώ κιβώτια με λίθους, εκτός ολίγου διαστήματος περί τα χείλη, έθεσεν επί των λίθων χρυσόν, έδεσε καλώς τα κιβώτια και τα είχεν έτοιμα. Ελθών δε ο Μαιάνδριος και ιδών ανέφερεν εις τον Πολυκράτη.

124. Ούτος δε μολονότι πολλοί μάντεις και πολλοί φίλοι τον εμπόδιζον, ητοιμάζετο να αναχωρήση· προσέτι και η θυγάτηρ του είδε το εξής όνειρον. Τη εφάνη ότι ο πατήρ της, μετεωριζόμενος εις τον αέρα, ελούετο μεν υπό του Διός, ηλείφετο δε με έλαιον υπό του Hλίου. Τούτο το όνειρον ιδούσα, πάντα τρόπον μετεχειρίσθη διά να μη αποδημήση ο Πολυκράτης προς τον Οροίτην, τόσον ώστε και όταν ακόμη μετέβαινεν εις την πεντηκόντορον του, εκείνη τον ηκολούθει και εφώναζεν. Ο δε Πολυκράτης την ηπείλησεν ότι εάν επανέλθη σώος και αβλαβής, θα την αφήση παρθένον επί πολύν χρόνον· τότε εκείνη ηυχήθη να εκτελεσθή η απειλή του, λέγουσα ότι προτιμά να μείνη διά παντός παρθένος ή να στερηθή τον πατέρα της.

125. Περιφρονήσας λοιπόν ο Πολυκράτης πάσαν συμβουλήν έπλευσε προς τον Οροίτην συνοδευόμενος υπό πολλών φίλων του εν οις ήτο και ο υιός του Καλλιφώντος Δημοκήδης ο Κροτωνιάτης, όστις ήτο ιατρός και άριστος εις την τέχνην του μεταξύ των συγχρόνων του. Φθάσας όμως εις την Μαγνησίαν ο Πολυκράτης υπέστη σκληρόν θάνατον, ανάξιον εαυτού και των μεγάλων φρονημάτων του· διότι, πλην των Συρακοσίων τυράννων ουδέ είς των Ελληνικών τυράννων είναι άξιος να παραβληθή με τον Πολυκράτη κατά την μεγαλοπρέπειαν. Αφού λοιπόν ο Οροίτης τον εφόνευσε με τρόπον τον οποίον και να διηγηθή τις είναι ανάρμοστον (50), τον ανεσταύρωσεν. Εξ εκείνων δε οίτινες τον συνώδευον, όσοι μεν ήσαν Σάμιοι, τους απέλυσε λέγων να τω γνωρίζωσι χάριν διότι τους άφηνεν ελευθέρους όσοι δε των ακολουθούντων ήσαν ξένοι και δούλοι, τους εκράτησεν ως ανδράποδα. Κρεμάμενος ο Πολυκράτης εξεπλήρωσεν όλον το όνειρον της θυγατρός του, διότι ελούετο μεν υπό του Διός οσάκις έβρεχε εχρίετο δε υπό του ηλίου αναδίδων ικμάδα εκ του σώματός του. Ούτως ετελείωσαν αι ευτυχίαι του Πολυκράτους, ως είχε προμαντεύσει ο βασιλεύς της Αιγύπτου Άμασις.

126. Μετ' ου πολύ όμως απέτισεν ο Οροίτης τον θάνατον του Πολυκράτους, διότι αφού απέθανεν ο Καμβύσης και διαρκούσης τις βασιλείας των μάγων, ο Οροίτης εις τας Σάρδεις ουδόλως ωφέλησε τους Πέρσας από τους οποίους οι Μήδοι είχον αφαιρέσει την αρχήν· εύρε μάλιστα καιρόν κατά τας ταραχάς εκείνας να φονεύση τον ύπαρχον του Δασκυλείου Μιτροβάτην όστις τον είχεν ονειδίσει διά τον Πολυκράτη, έπειτα δε εφόνευσε τον υιόν του Μιτροβάτου Κρανάσπην, αμφοτέρους πρωτεύοντας μεταξύ των Περσών. Ου μόνον δε ταύτα αλλά και άλλα πολλά υβριστικά έπραξε· προσέτι δε και ταχυδρόμον τινά του Δαρείου όστις ήλθε προς αυτόν, επειδή τα αγγελλόμενα δεν τω ήρεσαν, ετοποθέτησεν ανθρώπους να τον ενεδρεύσωσι καθ' οδόν και τον εφόνευσεν επιστρέφοντα. Αφού δε τον εφόνευσεν, εξηφάνισε και αυτόν και τον ίππον του.

127. Λαβών την βασιλείαν ο Δαρείος επεθύμησε να τιμωρήση τον Οροίτην και διά τα άλλα του αδικήματα, ιδίως όμως διά τον θάνατον του Μιτροβάτου και του υιού του. Και ευθύς μεν εξ αρχής δεν ενέκρινε να στείλη στρατόν εναντίον του, διότι και αι ίδιαί του υποθέσεις ήσαν ατακτοποίητοι, και η βασιλεία του όλως πρόσφατος, και αφ' ετέρου εμάνθανεν ότι ο Οροίτης ύπαρχος ων του νομού της Φρυγίας, της Λυδίας και της Ιωνίας, είχε μεγάλην ισχύν, και μεταξύ άλλων χίλιους Πέρσας δορυφόρους. Ταύτα λοιπόν σκεπτόμενος ο Δαρείος επενόησε το εξής τέχνασμα. Συγκαλέσας τους σημαντικωτάτους των Περσών, τοις είπε τα εξής· «Ω Πέρσαι, τις εξ υμών θα αναλάβη επιχείρησιν ήτις απαιτεί φρόνησιν μάλλον ή αριθμόν και βίαν; διότι όπου είναι αναγκαία η φρόνησις, περιττή αποβαίνει η βία. Τις εξ υμών θα μου φέρη ζώντα τον Οροίτην ή θα φονεύση αυτόν; Ο άνθρωπος ούτος κατ' ουδέν εβοήθησε τους Πέρσας και έπραξε μεγάλα εγκλήματα· αφ' ενός μεν εφόνευσε δύο ιδικούς μας, τον Μιτροβάτην και τον υιόν του, αφ' ετέρου δε εφόνευσεν εκείνους τους οποίους έπεμψα διά να τον καλέσωσιν ενώπιόν μου, και δεικνύει αυθάδειαν ανυπόφορον. Όθεν πριν κάμη μεγαλείτερον κακόν εις τους Πέρσας, πρέπει να προλάβωμεν και να τον θανατώσωμεν.»

128. Και ο μεν Δαρείος ταύτα ηρώτησε· τριάκοντα δε άνδρες επρότεινον εαυτούς, θέλων έκαστος να εκτελέση την διαταγήν του. Επειδή δε εφιλονείκουν, ο Δαρείος τους καθησύχασε λέγων να ρίψωσι κλήρον. Έρριψαν λοιπόν τους κλήρους και έλαχεν ο Βαγαίος του Αρτόντου. Κληρωθείς δε ο Βαγαίος, έπραξε τα εξής. Γράψας πολλάς επιστολάς περί πολλών υποθέσεων διαλαμβανούσας, έθεσεν επ' αυτών την σφραγίδα του Δαρείου· έπειτα έχων ταύτας μετέβη εις τας Σάρδεις. Φθάσας και παρουσιασθείς εις τον Οροίτην, εξήγεν ανά μίαν των επιστολών και έδιδεν αυτάς εις τον βασιλικόν γραμματέα προς ανάγνωσιν, διότι όλοι οι ύπαρχοι έχουσι μεθ' εαυτών βασιλικούς γραμματείς. Δίδων δε τας επιστολάς ο Βαγαίος παρετήρει τους δορυφόρους θέλων να εννοήση εάν θα εδέχοντο να αποστατήσωσι κατά του Οροίτου. Όταν δε είδεν ότι εδείκνυον μέγαν σεβασμόν προς τα γράμματα και έτι μεγαλείτερον προς το περιεχόμενον αυτών, τότε έδωκεν έν άλλο εις το οποίον ο γραμματεύς ανέγνωσε τους ακολούθους λόγους· «Πέρσαι, ο βασιλεύς Δαρείος σας προστάζει να μη δορυφορήτε τον Οροίτην.» Ακούσαντες ταύτα οι δορυφόροι, αφήκαν τας λόγχας των να πέσωσι χαμαί. Ο δε Βαγαίος ευχαριστηθείς διά την ταχείαν εκείνην υπακοήν, έλαβε θάρρος και έδωκεν εις τον γραμματέα το τελευταίον γράμμα εις το οποίον ήτο γεγραμμένον· «Ο βασιλεύς Δαρείος προστάζει τους εις τας Σάρδεις Πέρσας να φονεύσωσι τον Οροίτην.» Άμα δε ήκουσαν ταύτα οι δορυφόροι, ελκύσαντες τους ακινάκας, εφόνευσαν αυτόν· και ιδού πώς ο Πέρσης Οροίτης απέτισε τον θάνατον του Πολυκράτους.

129. Μετ' ου πολύν χρόνον, αφού μετέφερον τους θησαυρούς του Οροίτου εις τα Σούσα, συνέβη εις το κυνήγιον θηρίων, ενώ κατέβαινεν από του ίππου, να στραγγαλίση ο Δαρείος τον πόδα του δεινώς, διότι ο αστράγαλος εξήλθεν από την άρθρωσιν. Πεπεισμένος δε προ πολλού ότι είχε πλησίον του τους πρώτους των Αιγυπτίων περί την ιατρικήν, προσέφυγεν εις αυτούς. Ούτοι όμως, μεταχειρισμένοι την βίαν διά να επαναφέρωσι τον πόδα εις την θέσιν του, τον εστρέβλωσαν χειρότερον, ο δε Δαρείος τοσούτους πόνους υπέφερεν ώστε επί επτά ημέρας και επτά νύκτας, δεν εκοιμήδη διόλου. Την ογδόην ημέραν ήτο εις πολύ χειροτέραν κατάστασιν όταν τις, όστις είχεν ακούσει εις τας Σάρδεις επαινουμένην την τέχνην του Δημοδόκους, τω ωμίλησε περί αυτού. Ο Δαρείος αμέσως διέταξε να τον φέρωσιν ενώπιόν του. Ευρόντες δε αυτόν παρερριμμένον και λησμονημένον μεταξύ των ανδραπόδων του Οροίτου, τον έφερον εις τον βασιλέα, σύροντα τας πέδας και ρακενδύτην.

130. Άμα τον έφερον ενώπιόν του, ο Δαρείος τον ηρώτησεν εάν ήξευρε να θεραπεύη. Εκείνος όμως ηρνείτο φοβούμενος μήπως, εάν φανερώση εαυτόν, τον εμποδίσωσι να επιστρέψη εις την Ελλάδα. Ο Δαρείος ενόησε και την επιστήμην του και τον δισταγμόν του· διέταξε λοιπόν τους αγαγόντας αυτόν να φέρωσιν εις το δωμάτιον μάστιγας και κέντρα. Τότε εφανέρωσεν εαυτόν και είπεν ότι καλώς μεν δεν εγνώριζεν αλλ' ότι διαμείνας πλησίον ιατρού είχεν ασκηθή ολίγον εις την τέχνην. Μετά ταύτα όμως, όταν ο Δαρείος ενεπιστεύθη εαυτόν εις τας φροντίδας του, αντικατέστησε την δραστικήν θεραπείαν δι' άλλης ηπίας, κατά την ελληνικήν μέθοδον. Τοιουτοτρόπως ο βασιλεύς ευθύς μεν επανεύρε τον ύπνον, μετ' ολίγας δε ημέρας ιάθη εντελώς ενώ δεν ήλπιζε πλέον ότι θα τω έμενον σώοι αμφότεροι οι πόδες. Τω εδώρησε λοιπόν ο Δαρείος δύο ζεύγη χρυσών πεδών, και ο Δημοκήδης τον ηρώτησεν εάν έπραξε τούτο σκοπεύων να διπλασιάση την δουλείαν του, διότι τον ιάτρευσεν. Ευχαριστηθείς ο βασιλεύς διά τους λόγους εκείνους έπεμψεν αυτόν εις τας γυναίκας του. Περιάγοντες δε αυτόν οι ευνούχοι, έλεγον ότι αυτός ήτο ο αποδώσας την ζωήν εις τον Δαρείον. Εκάστη τότε αυτών, βυθίζουσα ποτήριον εντός κιβωτίου πλήρους χρυσίου, το έδιδε δώρον εις τον Δημοκήδη ομού με το αγγείον· τόσον δε πλουσιοπάροχος ήτο η δωρεά, ώστε ο ακολουθών αυτόν υπηρέτης, ονόματι Σκίτων, συνάζων τους εκ των αγγείων πίπτοντας χαμαί στατήρας, απεθησαύρισε μεγάλην ποσότητα.

131. Ιδού δε πώς ήλθεν ο Δημοκήδης ούτος εκ Κρότωνος και εγνωρίσθη με τον Πολυκράτη· κρατούμενος εις την Κρότωνα υπό πατρός δυσκόλου εις τον θυμόν, και μη δυνάμενος να υποφέρη το είδος τούτο της ζωής, τον εγκατέλιπεν επί τέλους και μετέβη εις την Αίγιναν. Εγκατασταθείς δε εκεί υπερέβη αμέσως από του πρώτου έτους τους άλλους ιατρούς, μολονότι δεν είχε μήτε εργαλεία μήτε άλλο τι εκ των προς εξάσκησιν της τέχνης απαιτουμένων. Κατά το δεύτερον έτος το κοινόν των Αιγινητών τον εμίσθωσεν αντί ενός ταλάντου, κατά το τρίτον έτος οι Αθηναίοι τω έδωκαν εκατόν μνας, και κατά το τέταρτον, ο Πολυκράτης, δύο τάλαντα. Ιδού πώς ήλθεν εις την Σάμον, και μετ' αυτόν οι Κροτωνιάται ιατροί ευδοκίμησαν ουχί ολιγώτερον, διότι υπήρξεν εποχή καθ' ην οι Κροτωνιάται ιατροί εθεωρούντο ότι ήσαν οι πρώτοι ιατροί της Ελλάδος, δεύτεροι δε οι Κυρηναίοι. Κατά την αυτήν εποχήν οι Αργείοι εφημίζοντο ότι ήσαν οι πρώτοι μουσικοί της Ελλάδος.

132. Θεραπεύσας λοιπόν εις τα Σούσα ο Δημοκήδης τον Δαρείον, έλαβεν οίκον μέγιστον και εγένετο ομοτράπεζος του βασιλέως. Πλην ενός αγαθού, να επιστρέψη εις την Ελλάδα, είχεν όλα τα άλλα αγαθά. Αφ' ενός μεν εζήτησε παρά του βασιλέως και επέτυχε την χάριν των Αιγυπτίων ιατρών οίτινες πρότερον εθεράπευον τον βασιλέα και τους οποίους έμελλον να ανασκολοπίσωσι διότι εφάνησαν κατώτεροι ενός Έλληνος ιατρού· αφ' ετέρου δε έσωσεν ένα μάντιν Ηλείον όστις είχεν ακολουθήσει τον Πολυκράτη και όστις είχε λησμονηθή μεταξύ των ανδραπόδων. Ήτο λοιπόν ο Δημοκήδης σημαντικόν πρόσωπον πλησίον του βασιλέως.

133. Ολίγον έπειτα συνέβησαν τα ακόλουθα άλλα γεγονότα. Εις τον μαστόν της Ατόσσης, θυγατρός του Κύρου και γυναικός του Δαρείου, εγένετο εξοίδημα το οποίον μετά ταύτα ήνοιξε και εξηπλώθη. Και ενόσω μεν ήτο μικρόν, η Άτοσσα αισχυνομένη το έκρυπτε και δεν έλεγε τίποτε περί αυτού εις κανένα· αλλ' επί τέλους, βλέπουσα τον κίνδυνον, προσεκάλεσε τον Δημοκήδη και το έδειξεν. Αυτός δε υποσχεθείς να την θεραπεύση την ώρκισε να τω παραχωρήση προς αμοιβήν ό,τι ήθελε τη ζητήσει, λέγων ότι δεν θα ζητήση τίποτε προσβάλλον την τιμήν της.

134. Αφού λοιπόν περιποιηθείς την εθεράπευσε, τότε η Άτοσσα διδαχθείσα από τον Δημοκήδη είπεν εσπέραν τινά εις τον Δαρείον ευρισκομένη εις την κλίνην μετ' αυτού· «Ω βασιλεύ, ενώ έχεις τόσην δύναμιν αναπαύεσαι και δεν προσπαθείς να προσθέσης άλλο Έθνος εις την κυριαρχίαν των Περσών. Εις νεαρόν βασιλέα, κάτοχο απείρου πλούτου, αρμόζουν αι μεγάλαι πράξεις διά να βεβαιωθώσι και οι Πέρσαι ότι άρχονται υπό ανδρός. Δύο αίτια σε αναγκάζουσι να πράξης ούτω· πρώτον διά να γνωρίζωσιν οι Πέρσαι ότι ο ηγεμών των είναι γενναίος και δεύτερον διά να τρίβωνται εις τον πόλεμον και να μη σ' επιβουλεύωνται σχολάζοντες. Τώρα, ενόσω ακόμη είσαι νέος, δύνασαι να κατορθώσης έργα λαμπρά· διότι αυξανομένου του σώματος, συναυξάνει και ο νους, γηράσκοντος δε του σώματος συγγηράσκει και ο νους και αμβλύνεται εις όλα τα πράγματα.» Η Άτοσσα λοιπόν ταύτα έλεγε διδαχθείσα, ο δε Δαρείος απεκρίθη ως εξής· «Ω γύναι, με είπες όσα και εγώ εσκεπτόμην να πράξω· εσκόπευα να κατασκευάσω γέφυραν από την ήπειρον ταύτην μέχρι της απέναντι ηπείρου και να στρατεύσω κατά των Σκυθών· τούτο δε θα γίνη εντός ολίγου.» Είπε δε η Άτοσσα· «Σκέφθητι, ω βασιλεύ· παραίτησον προς το παρόν το σχέδιον να εκστρατεύσης πρώτον κατά των Σκυθών, διότι οι λαοί ούτοι γίνονται υπήκοοί σου άμα θελήσης, και στράτευσον πρώτον κατά της Ελλάδος· καθότι επιθυμώ να έχω θεραπαίνας Λακαίνας και Αργείας και Αττικάς και Κορινθίας διά τας οποίας ακούω να γίνεται λόγος. Έχεις δε και άνθρωπον επιτηδειότατον να σοι εκθέση την κατάστασιν της Ελλάδος και να σε καθοδηγήση. Ο άνθρωπος ούτος είναι ο θεραπεύσας τον πόδα σου.» Ο δε Δαρείος απεκρίθη·

«Ω γύναι, επειδή νομίζεις ότι πρέπει πρώτον να εκστρατεύσω κατά της Ελλάδος νομίζω καλόν να πέμψω προηγουμένως Πέρσας κατασκόπους ομού με εκείνον τον οποίον λέγεις, οίτινες μαθόντες και ιδόντες όλα, θα μας αναφέρωσι περί αυτών· έπειτα δε, αφού πληροφορηθώ καλώς, θα στραφώ κατά των Ελλήνων.»

135. Ταύτα είπε, και άμα έπος άμα έργον. Όταν εξημέρωσε, προσκαλέσας δεκαπέντε επισήμους Πέρσας, τους διέταξε να συνοδεύσωσι τον Δημοκήδη και να περιέλθωσι μετ' αυτού τα παραθαλάσσια της Ελλάδος, προσέχοντες να μη τους φύγη ο Δημοκήδης· αλλ' αφεύκτως να τον φέρωσιν οπίσω. Αφού δε τοις έδωκε τας διαταγάς ταύτας, προσεκάλεσεν έπειτα τον Δημοκήδη και τον παρεκάλεσεν, αφού οδηγήση και δείξη όλην την Ελλάδα εις τους Πέρσας, να επιστρέψη οπίσω. «Λάβε, τω είπεν, όλα τα έπιπλά σοι διά να τα δώσης δώρα εις τον πατέρα και εις τους αδελφούς σου, εγώ δε σοι υπόσχομαι άλλα πλουσιώτερα. Διά την μεταβίβασιν δε αυτών σοι χαρίζω ολκάδα πλήρη παντοίων πολυτίμων πραγμάτων ήτις θα σε παρακολουθή.» Και ο μεν Δαρείος, ως εγώ νομίζω, τω ωμίλει άνευ δολιότητος· ο Δημοκήδης όμως, φοβηθείς μήπως ήθελε να τον δοκιμάση ο Δαρείος, δεν εδέχθη με προθυμίαν όλα όσα τω προσέφερεν· είπε μάλιστα ότι θα αφήση τα έπιπλά του εις την θέσιν των διά να τα έχη όταν επιστρέψη οπίσω, και ότι δέχεται μόνον την ολκάδα με τα δώρα τα προωρισμένα διά τον πατέρα και τους αδελφούς του. Ο δε Δαρείος, αφού παρήγγειλε και εις αυτόν όσα παρήγγειλεν εις τους Πέρσας, τους απέστειλεν εις τον λιμένα.

136. Καταβάντες δε ούτοι εις την Σιδώνα της Φοινίκης, αμέσως επλήρωσαν δύο τριήρεις, και ομού με αυτάς μίαν ολκάδα από διάφορα πολύτιμα αντικείμενα. Ετοιμάσαντες δε τα πάντα, έπλεον εις την Ελλάδα, και πλησιάζοντες εις τα παραθαλάσσια παρετήρουν και εσημείωνον αυτά, μέχρις ου ιδόντες τα περισσότερα και ονομαστότερα, έφθασαν εις τον Τάραντα της Ιταλίας. Εκεί, διά πονηρίας του Δημοκήδους, ο βασιλεύς των Ταραντίνων Αριστοφιλίδης αφήρεσε τα πηδάλια των Μηδικών πλοίων και εφυλάκισε τους Πέρσας ως κατασκόπους δήθεν. Ενώ δε ούτοι έπασχον ταύτα, ο Δημοκήδης έφθασεν εις την Κρότωνα. Φθάσαντος δε αυτού εις τη πατρίδα του, ο Αριστοφιλίδης απέλυσε του Πέρσας και τοις απέδωκεν ό,τι έλαβεν εκ των πλοίων των.

137. Εκπλεύσαντες εκείθεν οι Πέρσαι και διώκοντες τον Δημοκήδην έφθασαν εις την Κρότωνα· ευρόντες δε αυτόν περιφερόμενον εις την αγοράν, τον συνέλαβον. Εκ των Κροτωνιατών δε όσοι μεν εφοβούντο την δύναμιν των Περσών, ήσαν έτοιμοι να τον παραδώσωσιν· οι άλλοι όμως αντέταξαν βίαν εις την βίαν και εκτύπησαν τους Πέρσας με ράβδους. Διά να τους εκφοβίσωσι δε οι Πέρσαι έλεγον τα εξής· «Άνδρες Κροτωνιάται, συλλογισθήτε τι πράττετε· μας αρπάζετε άνθρωπον όστις εδραπέτευσεν από τον βασιλέα. Πώς ο βασιλεύς θα υποφέρη την τοιαύτην ύβριν; περιμένετε καλήν έκβασιν διά την βίαν σας εάν μας διώξετε; κατά ποίας άλλης πόλεως πρότερον θα εκστρατεύσωμεν ή κατ' αυτής; Ποίαν άλλην πρώτην θα πειραθώμεν να ανδραποδίσωμεν;» Αλλ' αι απειλαί αύται δεν έπειθον τους Κροτωνιάτας, οίτινες επέμειναν, ηλευθέρωσαν τον Δημοκήδη και έλαβον την ολκάδα την οποίαν οι Πέρσαι είχον φέρει μεθ' εαυτών. Τότε ούτοι επέστρεψαν εις την Ασίαν χωρίς να συλλέξωσιν άλλας πληροφορίας περί Ελλάδος, επειδή εστερήθησαν τον οδηγόν των. Ενώ δε απεχώρουν, ο Δημοκήδης τους παρεκάλεσε να είπωσιν εις τον Δαρείον ότι εμνηστεύθη την θυγατέρα του Μίλωνος και έμελλε να την λάβη γυναίκα. Είχε δε το όνομα του παλαιστού Μίλωνος μεγάλην βαρύτητα εις τα Σούσα, και τούτου ένεκα νομίζω επέσπευσε τον γάμον τούτον ο Δημοκήδης δους πολλά χρήματα, διά να φανή ότι και εις την πατρίδα του ήτο σημαντικός.

138. Εκπλεύσαντες από την Κρότωνα οι Πέρσαι έπεσαν με τα πλοία των εις την Ιαπυγίαν. Εκεί δε όντας δούλους τους ελύτρωσεν ο Ταραντίνος φυγάς Γίλλος και τους έφερεν εις τον βασιλέα Δαρείον, όστις προς αμοιβήν της χάριτος ταύτης τω υπεσχέθη να εκτελέση ό,τι ήθελε ζητήσει. Ο δε Γίλλος, διηγηθείς τας συμφοράς του, εζήτησε να τον επαναφέρη εις την πατρίδα του. Φοβούμενος όμως μήπως ταραχθή η Ελλάς εάν χάριν αυτού εκπλεύση διά την Ιταλίαν μέγας στόλος, εβεβαίωσεν ότι μόνοι οι Κνίδιοι ήρκουν διά να τον καταβιβάσωσιν εις τον Τάραντα, νομίζων ότι οι Κνίδιοι, όντες φίλοι των Ταραντίνων, ευκόλως ήθελον τους πείσει να τον δεχθώσιν. Ο Δαρείος λοιπόν, δεχθείς την αίτησίν του, έπεμψεν απεσταλμένον εις τους Κνιδίους παραγγέλλων να επαναφέρωσι τον Γίλλον εις τον Τάραντα. Οι δε Κνίδιοι υπήκουσαν μεν εις τον Δαρείον, δεν εδυνήθησαν όμως να πείσωσι τους Ταραντίνους, και δεν ήσαν τόσον δυνατοί ώστε να τους βιάσωσιν εις τούτο. Και ταύτα μεν ούτως εγένοντο, ούτοι δε οι Πέρσαι ήσαν οι πρώτοι οίτινες ήλθον εκ της Ασίας εις την Ελλάδα, και διά την αιτίαν ταύτην εστάλησαν ως κατάσκοποι.

139. Μετά ταύτα ο Δαρείος εκυρίευσε την Σάμον· ήτο δε η πρώτη όλων των Ελληνίδων και βαρβάρων πόλεων την οποίαν υπέταξε διά την εξής αιτίαν. Όταν ο υιός του Κύρου Καμβύσης κατέκτησε την Αίγυπτον, πολλοί Έλληνες τον συνώδευον· οι μεν, ως είναι πιθανόν, χάριν εμπορίου, οι δε διά να λάβωσι μέρος εις τον πόλεμον, τινές δε απλώς διά να ίδωσι τον τόπον, μεταξύ των οποίων ήτο και ο υιός του Αιάκους Συλοσών, αδελφός του Πολυκράτους και εξόριστος της Σάμου. Εις τούτον τον Συλοσώντα συνέβη το εξής ευτύχημα· περιεφέρετο ες την αγοράν της Μέμφιδος περιτετυλιγμένος εις μανδύαν ερυθρόν, όταν τον είδεν ο Δαρείος όστις τότε ήτο απλούς δορυφόρος του Καμβύσου και ελαχίστης σημασίας. Ο Δαρείος επεθύμησε τον μανδύαν και πλησιάσας εζήτησε να τον αγοράση· ο δε Συλοσών, βλέπων την ζωηράν εκείνην επιθυμίαν και ωσεί παρακινούμενος υπό θείας εμπνεύσεως, τω λέγει «Εγώ μεν δεν πωλώ αυτόν αντί ουδεμιάς αξίας· εάν δε επιθυμής να τον έχης, σε τον δίδω άνευ αποζημιώσεως.» Ο Δαρείος τον ευχαρίστησε και έλαβε το φόρεμα.

140. Ο Συλοσών ήτο βέβαιος ότι απώλεσε τον μανδύαν εξ ευηθείας· αλλά παρήλθον έτη, ο Καμβύσης απέθανεν, οι επτά επανέστησαν κατά του μάγου και εκ των επτά ο Δαρείος έλαβε την βασιλείαν. Τότε ο Συλοσών μαθών ότι εκείνος εις τον οποίον άλλοτε έδωκεν εν Αιγύπτω το ένδυμα εγένετο βασιλεύς, ανέβη εις τα Σούσα, εκάθισεν εις τα πρόθυρα του βασιλικού οίκου, και είπεν ότι ήτο ευεργέτης του Δαρείου. Ακούσας τούτο ο πυλωρός, εισήλθεν εις τον βασιλέα διά να δώση είδησιν· ο δε βασιλεύς εκπλαγείς, είπε· «Και τις λοιπόν είναι αυτός ο Έλλην ευεργέτης μου εις τον οποίον οφείλω ευγνωμοσύνην, εγώ όστις νεωστί έλαβον την αρχήν; Εδώ εις ημάς δεν ηξεύρω αν κανείς ακόμη ανέβη από αυτούς και δεν ενθυμούμαι να οφείλω τι εις Έλληνα. Μολοντούτο είσαξέ τον διά να μάθω τι θέλει να είπη με τους λόγους τούτους.» Εισήγαγεν ο πυλωρός τον Συλοσώντα· άμα δε ούτος εισήλθεν εις τον βασιλικόν θάλαμον, οι διερμηνείς τον ηρώτησαν τις ήτο και τι έπραξε διά να λέγη εαυτόν ευεργέτην του βασιλέως. Ο δε Συλοσών διηγήθη όλην την υπόθεσιν του μανδύου, προσθείς ότι αυτός ήτο όστις τον έδωκε. Τότε ο Δαρείος απεκρίθη· «Ω γενναιότατε ανδρών, συ ήσο όστις με εδώρησας τον μανδύαν ότε δεν είχον ακόμη καμμίαν δύναμιν; Το δώρον ήτο μικρόν, αλλ' η ευγνωμοσύνη μου είναι η αυτή ως εάν σήμερον ελάμβανόν τι μέγα. Προς αμοιβήν θα σοι δώσω χρυσόν και άργυρον άπειρον διά να μη μετανοήσης ποτέ ότι ευηργέτησας τον Δαρείον, τον υιόν του Υστάσπους.» Απεκρίθη δε εις ταύτα ο Συλοσών· «Μη με δίδης, ω βασιλεύ, μήτε χρυσόν μήτε άργυρον, αλλά σώσας της πατρίδα μου Σάμον την οποίαν αφότου ο αδελφός μου Πολυκράτης εφονεύθη υπό του Οροίτου κατέχει είς των δούλων μας, δος μοι αυτήν άνευ σφαγών και δουλείας.»

141. Ταύτα ακούσας ο Δαρείος έπεμψε στρατόν και στρατηγόν τον Οτάνην όστις ήτο είς εκ των επτά, διατάξας αυτόν να εκπληρώση όσα εζήτησεν ο Συλοσών. Καταβάς δε εις το παράλιον ο Οτάνης, ητοίμαζε την εκστρατείαν.

142. Κατείχε δε την εξουσίαν εις την Σάμον ο Μαιάνδριος, υιός του Μαιανδρίου, κρατήσας αυτήν αφότου ο Πολυκράτης τον αφήκεν επίτροπόν του. Ούτος μολονότι επεθύμει να φανή δικαιότατος άνθρωπος, δεν το κατώρθωσεν. Άμα μαθών τον θάνατον του Πολυκράτους, έπραξε ταύτα· πρώτον μεν ίδρυσε βωμόν του Ελευθερίου Διός, πέριξ του οποίου έστησε το τέμενος τα οποίον υπάρχει ακόμη εις το προάστειον. Αφού δε ετελείωσε τας εργασίας ταύτας, συνήθροισεν εκκλησίαν όλων των πολιτών και είπε τα εξής· «Ως γνωρίζετε, το σκήπτρον και πάσα η δύναμις του Πολυκράτους περιήλθον εις εμέ, και δύναμαι τώρα, εάν θέλω να άρχω υμών· εγώ όμως δεν θα πράξω, εφ' όσον το δυνατόν, ό,τι μέμφομαι εις τους άλλους, διότι ούτε ο Πολυκράτης δεν με ήρεσκε δεσπόζων ανδρών ομοίων του, ούτε άλλος όστις πράττει τα αυτά. Ο Πολυκράτης λοιπόν τώρα εξεπλήρωσε το πεπρωμένον του, εγώ δε καταθέτων ενταύθα την αρχήν κηρύττω ισονομίαν. Κρίνω όμως δίκαιον να με δοθή η εξής αμοιβή· πρώτον να λάβω τάλαντα εκ της περιουσίας του Πολυκράτους· δεύτερον να παραχωρηθή εις εμέ και εις τους απογόνους μου ισοβίως η ιερωσύνη του Ελευθερίου Διός, εις τον οποίον έκτισα ιερόν και χάριν του οποίου σας αποδίδω την ελευθερίαν.» Αυτός μεν ταύτα είπε προς τους Σαμίους· είς δ' εξ αυτών εγερθείς είπεν· «Αλλ' ούτε είσαι άξιος να άρχης ημών· συ όστις είσαι ταπεινής καταγωγής και υπήρξες όλεθρος ημών· σκέφθητι δε μάλλον πώς θα δώσης λόγον των χρηστών τα οποία διεχειρίσθης.»

143. Εκείνος όστις ωμίλησε τοιουτοτρόπως ήτο σημαντικός μεταξύ των Σαμίων και ωνομάζετο Τελέσαρχος. Τότε ο Μαίανδρος ενόησεν ότι εάν απέθετε την αρχήν, άλλος τύραννος θα ελάμβανε την θέσιν του· δεν εσκέφθη λοιπόν πλέον να την αφήση. Όθεν, άμα απήλθεν εις την ακρόπολιν, προσκαλέσας τους πρώτους του λαού ένα έκαστον, επί τη προφάσει να τοις δώση λόγον της διαχειρίσεως των χρημάτων, τους συνέλαβε και τους έρριψεν εις τα δεσμά. Και ούτοι μεν ήσαν δεσμώται· εν τω μεταξύ δε ο Μαιάνδριος ησθένησεν, ο δε αδελφός του Λυκάρητος, νομίζων ότι έμελλε να αποθάνη, απέκτεινεν όλους τους δεσμώτας διά να καταλάβη ευκολώτερον την εξουσίαν της Σάμου, διότι οι πολίται εφαίνοντο ότι δεν ήθελον να ήναι ελεύθεροι.

144. Όταν οι Πέρσαι έφθασαν εις την Σάμον φέροντες τον Συλοσώντα, κανείς δεν επέφερε την παραμικράν αντίστασιν· αλλά και αυτοί οι οπαδοί του Μαιανδρίου και αυτός ο Μαιάνδριος είπον ότι ήσαν έτοιμοι να αναχωρήσωσιν από την νήσον με συνθήκην. Δεχθέντος δε του Οτάνους τας συμφωνίας ταύτας, και ποιήσαντος σπονδάς, οι σημαντικώτατοι των Περσών έστησαν θρόνους και εκάθισαν αντικρύ της ακροπόλεως.

145. Είχε δε ο τύραννος Μαιάνδριος αδελφόν ολίγον παράφορον, όστις εκαλείτο Χαρίλαος· ο αδελφός ούτος ήτο δέσμιος εις την ειρκτήν διά σφάλμα τι. Ακούσας κατ' εκείνην την στιγμήν τα γινόμενα και κύψας διά της οπής της ειρκτής, είδε τους Πέρσας ησύχως καθημένους και εφώναξε ζητών να ομιλήση με τον Μαιάνδριον. Ακούσας τούτο ο Μαιάνδριος, διέταξε να τον λύσωσι και να τον φέρωσιν ενώπιόν του. Άμα δε τον έφεραν, επέπληξε τον αδελφόν του, τον ύβρισε και τον παρεκίνησε να φονεύση τους Πέρσας, λέγων· «Εμέ μεν, ω κάκιστε άνθρωπε, όντα αδελφόν σου και μη πράξαντα τίποτε άξιον δεσμών, με έδεσες και με έρριψες εις την ειρκτήν, βλέπων δε τους Πέρσας οίτινες σε διώκουσι και σε καθιστώσιν άνοικον, δεν τολμάς να τους τιμωρήσης, ενώ είναι τόσον εύκολον να τους νικήσης. Αλλ' εάν συ τους φοβήσαι, δος εις εμέ τους επικούρους και εγώ τους τιμωρώ διότι ήλθον εδώ. Σε δε είμαι έτοιμος να εκπέμψω εκ της νήσου.»