43. Μετά δε ταύτα λέγουσιν οι Καρχηδόνιοι ότι την εγνώρισαν, καθότι ο Αχαιμενίδης Σατάσπης ο υιός του Τεάσπιος, σταλείς επί τούτω δεν περιέπλευσε την Λιβύαν· αλλά φοβηθείς το μήκος του πλου και την ερημίαν, επέστρεψεν οπίσω χωρίς να εκτελέση την ποινήν την οποίαν τω επέβαλεν η μήτηρ του. Ο Σατάσπης ούτος είχε βιάσει την θυγατέρα του Ζωπύρου υιού του Μεγαβύζου, και καθ' ην στιγμήν προς τιμωρίαν του εγκλήματος τούτου έμελλε να ανασκολοπισθή κατά διαταγήν του βασιλέως Ξέρξου, η μήτηρ του, αδελφή ούσα του Δαρείου, εμεσίτευσε και τω εχαρίσθη η ζωή υποσχεθείσα ότι αυτή θα τω επιβάλη τιμωρίαν αυστηροτέραν, να περιπλεύση την Λιβύαν, μέχρις ου φθάση, εις τον Αράβιον κόλπον. Συγκατατεθέντος του Ξέρξου, ο Σατάσπης μετέβη εις την Αίγυπτον, και λαβών εκείθεν πλοίον και ναύτας, έπλευσε μετ' αυτών προς τας Ηρακλείους στήλας· διαβάς δε ταύτας και κάμψας το ακρωτήριον της Λιβύας όπερ καλείται Σολόεις, έπλευσε προς μεσημβρίαν. Αφού όμως διήνυσε θάλασσαν πολλήν εις πολλούς μήνας και είδεν ότι υπελείπετο το περισσότερον μέρος του πλου, επέστρεψεν οπίσω και έπλευσεν εις την Αίγυπτον. Εκ της Αιγύπτου πορευθείς εις τον βασιλέα Ξέρξην διηγείτο ότι εις τας απωτάτας χώρας είχεν ιδή ανθρώπους μικρούς φέροντας ενδύματα εκ φύλλων φοίνικος, οι οποίοι, άμα προσωρμίζετο το πλοίον, έφευγον εις τα όρη εγκαταλείποντες τας πόλεις των, εις τας οποίας εισερχόμενοι οι άνθρωποι του ουδεμίαν βλάβην επροξένουν, αλλά μόνον ελάμβανον ζώα τινα από αυτάς. Αίτιον δε του μη εντελούς περίπλου της Λιβύας έλεγεν ότι ήτο το ακόλουθον· ότι το πλοίον εκάθητο και δεν ήτo δυνατόν να προχωρήση περαιτέρω. Ο δε Ξέρξης μη πιστεύων εις τα λεγόμενα και επειδή δεν εξετέλεσε τον επιβληθέντα αγώνα, διέταξε να τον ανασκολοπίσωσι, κρίνας αυτόν άξιον της πρώτης τιμωρίας. Τούτου του Σατάσπους ευνούχος τις, άμα έμαθε τον θάνατον του δεσπότου του, έφυγεν εις την Σάμον με χρήματα πολλά τα οποία Σάμιός τις κατεχράσθη· γνωρίζω το όνομα αυτού, αλλά δεν θέλω να το είπω.

44. Της δε Ασίας τα περισσότερα μέρη ανεκάλυψεν ο Δαρείος. Θέλων να μάθη εις ποίαν θάλασσαν χύνεται ο Ινδός, ο δεύτερος ποταμός εις τον οποίον ευρίσκονται κροκόδειλοι, έπεμψε μετά πλοίων τον Σκύλακα τον Καρυανδέα και άλλους παρά των οποίων επίστευεν ότι ήθελε μάθει την αλήθειαν. Ούτοι δε αναχωρήσαντες εκ της πόλεως Κασπατύρου και της Πακτυϊκής γης έπλεον προς ανατολάς ακολουθούντες το ρεύμα του ποταμού μέχρι της θαλάσσης. Πλεύσαντες δε ακολούθως εις το πέλαγος προς δυσμάς, έφθασαν κατά τον τριακοστόν μήνα εις τον αυτόν τόπον εκ του οποίου ο βασιλεύς της Αιγύπτου είχε πέμψει τους ανωτέρω μνημονευθέντας Φοίνικας διά να περιπλεύσωσι την Λιβύαν. Μετά τον τελευταίον τούτον περίπλουν ο Δαρείος υπέταξε τους Ινδούς και μετεχειρίζετο την θάλασσαν ταύτην. Τοιουτοτρόπως δε, πλην των προς ανατολάς μερών, τα άλλα ευρέθησαν ότι είναι όμοια με τα της Λιβύας.

45. Ουδείς ηδυνήθη να γνωρίση θετικώς εάν η Ευρώπη, είτε προς ανατολάς, είτε προς το βόρειον μέρος, περιβρέχεται υπό υδάτων, γνωστόν δε είναι μόνον ότι το μήκος αυτής είναι σχεδόν ίσον με το των άλλων δύο. Ούτε δύναμαι να εικάσω πώς, ενώ η γη είναι μία, εδόθησαν εις αυτήν τρία ονόματα, μήτε διατί τα ονόματα ταύτα είναι ονόματα γυναικών, μήτε διατί ο Νείλος εις την Αίγυπτον, και ο Φάσις εις την Κολχίδα ετέθησαν ως όρια (τινές δε λέγουσι τον Τάναϊν ποταμόν της Μαιώτιδος και τα Κιμμέρια Πορθμεία.) Ούτε δύναμαι να μάθω τα ονόματα εκείνων οίτινες έθεσαν αυτά τα όρια, ούτε πόθεν έλαβον αυτάς τας επωνυμίας. Οι πλείστοι των Ελλήνων λέγουσιν ότι η μεν Λιβύα έλαβε το όνομα γυναικός τινος αυτόχθονος, η δε Ασία ωνομάσθη ούτω από της γυναικός του Προμηθέως. Οι Λυδοί όμως οικειοποιούνται αυτό το όνομα και λέγουσιν ότι ωνομάσθη ούτω η Ασία από τον Ασίαν υιόν του Κότυος του Μάνου και όχι από την Ασίαν την γυναίκα του Προμηθέως· τούτου ένεκα φυλή τις των Σάρδεων καλείται Ασίας. Κανείς λοιπόν μεταξύ των ανθρώπων δεν ηξεύρει εάν η Ευρώπη περιβρέχεται υπό υδάτων, μήτε πόθεν έλαβε το όνομά της· εκτός εάν παραδεχθώμεν ότι έλαβε το όνομα της Τυρίας Ευρώπης και ότι πρότερον δεν είχε κανέν όνομα, όπως και αι δύο άλλαι. Αλλ' είναι φανερόν ότι η γυνή αύτη ήτο εκ της Ασίας και ότι ποτέ δεν ήλθεν εις την χώραν την οποίαν σήμερον οι Έλληνες καλούσιν Ευρώπην, αλλά μόνον από την Φοινίκην ήλθεν εις την Κρήτην και εκ της Κρήτης εις την Λυκίαν. Και ταύτα μεν αρκούσι περί του αντικειμένου τούτου· ημείς δε θα εξακολουθήσωμεν μεταχειριζόμενοι τα ονόματα τα οποία εγένοντο δεκτά.

46. Τα δε παράλια του Ευξείνου πόντου όπου ο Δαρείος έφερε τα στρατεύματά του περιέχουσιν έθνη αμαθέστατα, πλην του Σκυθικού. Ούτε έν έθνος υπάρχει εκ των κατοικούντων εντός του Πόντου το οποίον να δυνάμεθα να μνημονεύσωμεν διά την σοφίαν του, μήτε γνωρίζομεν κανένα λόγιον άνδρα, πλην του Σκυθικού έθνους και του Αναχάρτιδος. Το δε Σκυθικόν έθνος εκανόνισε σοφώτερον πάντων των άλλων εθνών τα οποία γνωρίζομεν το σπουδαιότερον από όλα τα ανθρώπινα πράγματα, καθότι τας άλλας αυτού συνηθείας δεν θαυμάζω. Το σπουδαιότερον λοιπόν των ανθρωπίνων πραγμάτων ούτως ερρυθμίσθη παρ' αυτών· ουδείς εξ εκείνων οίτινες εκστρατεύουσι κατ' αυτών είναι βέβαιος ότι θα τους αποφύγη, και εάν θέλωσι να μη τους εύρωσι, κανείς δεν ειμπορεί να τους εύρη· διότι μήτε πόλεις έχουσι μήτε τείχη, αλλ' είναι φερέοικοι. Είναι δε όλοι ιπποτοξόται καί ζώσιν ουχί εκ της γεωργίας, αλλ' εκ της κτηνοτροφίας· έχουσι δε τας κατοικίας των επί αμαξίων. Πώς λοιπόν να μην ήναι απρόσβλητοι και πώς να δυνηθή τις να τους εύρη και να τους πολεμήση;

47. Επενόησαν δε το μέσον τούτο της υπερασπίσεως, διότι και η γη των είναι αρμοδία και οι ποταμοί βοηθούσιν εις τούτο. Τωόντι η γη των είναι πεδιάς χλοώδης και καλώς διαβρεχομένη, μεγάλοι δε ποταμοί ρέουσι δι' αυτής μόλις ολιγώτεροι των εν Αιγύπτω διωρύχων. θα αναφέρω τους μάλλον ονομαστούς και προσπλωτούς από το μέρος της θαλάσσης. Πρώτος είναι ο πεντάστομος Ίστρος· μετ' αυτόν είναι ο Τύρης, ο Ύπανις, ο Βορυσθένης, ο Παντικάπης, ο Γέρρος και ο Τάναϊς· ρέουσι δε ούτοι κατά την εξής διεύθυνσιν.

48. Ο Ίστρος, ο μέγιστος των ποταμών τους οποίους γνωρίζομεν, τρέχει πάντοτε ο ίδιος και το θέρος και τον χειμώνα· ων δε ο πρώτος τον οποίον συναντά τις εις την Σκυθίαν προς τα εσπέρια μέρη, εγένετο μέγιστος καθότι πίπτουσιν εις αυτόν και άλλοι ποταμοί. Εκείνοι δε οίτινες καθιστώσιν αυτόν μέγαν είναι οι ακόλουθοι. Πέντε μεν οι ρέοντες διά της Σκυθικής χώρας, εκείνος τον οποίον οι Σκύθαι καλούσι Πόρατα, οι δε Έλληνες Πυρετόν, ο Τιαραντός, ο Αραρός, ο Νάπαρις και ο Ορδησσός. Ο μεν πρώτος των ποταμών τούτων, μέγας και τρέχων προς ανατολάς, ενόνει τα ύδατά του, μετά του Ίστρου, ο δε δεύτερος, ο Τιαραντός, είναι μικρότερος και ρέει μάλλον δυτικώς, ο δε Αραρός, ο Νάπαρις και ο Ορδησσός, τρέχοντες διά μέσου τούτων, εισβάλλουσιν εις τον Ίστρον. Και ούτοι μεν οι ποταμοί, όντες Σκυθικοί, συντελούσιν εις την αύξησιν αυτού· ο δε Μάρις, ων εκ της χώρας των Αγαθύρσων, ενούται και αυτός με τον Ίστρον.

49. Από δε τας κορυφάς του Αίμου τρεις άλλοι μεγάλοι ποταμοί ρέοντες προς βοράν εισβάλλουσιν εις αυτόν, ο Άτλας, ο Αύρας και ο Τίβισις· διά δε της Θράκης και των Κροβύζων Θρακών ρέοντες ο Άθρυς, ο Νόης και ο Αρτάνης πίπτουσιν εις τον Ίστρον. Εκ των Παιόνων και του όρους της Ροδόπης ο Σκίος ποταμός σχίζων εις το μέσον τον Αίμον εισβάλλει εις αυτόν. Εκ των Ιλλυριών ρέων προς βοράν ο Άγγρος ποταμός εισβάλλει εις την Τριβαλλικήν πεδιάδα και εις τον Βρόγγον ποταμόν, ο δε Βρόγγος εις τον Ίστρον τοιουτοτρόπως δε ο Ίστρος δέχεται αμφοτέρους, όντας μεγάλους. Εκ δε της χώρας της κειμένης υπεράνω των Ομβρίκων ο Κάρπις και ο Άλπις, ρέοντες και ούτοι προς βοράν, εισβάλλουσιν εις αυτόν, διότι ο Ίστρος ρέει δι' όλης της Ευρώπης αρχόμενος εκ των Κελτών οίτινες μετά τους Κύνητας είναι οι τελευταίοι κάτοικοι της Ευρώπης προς δυσμάς· ρέων δε δι' όλης της Ευρώπης εισβάλλει εις την θάλασσαν πλαγίως της Σκυθικής.

50. Αυξάνων εκ των υδάτων των καταλεχθέντων ποταμών και άλλων πολλών, γίνεται ο Ίστρος μέγιστος των ποταμών. Εάν δε παραβάλωμεν μόνον τα ύδατα του Νείλου προς τα του Ίστρου, ευρίσκομεν ότι ο πρώτος είναι πολύ μεγαλείτερος, καθότι ο Νείλος μήτε ποταμόν τινα μήτε κρήνην δέχεται όπως αυξηθή. Ρέει δε ο Ίστρος ίσος και κατά το θέρος και κατά τον χειμώνα διά την εξής, ως νομίζω, αιτίαν· τον χειμώνα έχει το φυσικόν αυτού μέγεθος, ίσως ολίγον περισσότερον, διότι εις την χώραν ταύτην μόλις βρέχει κατά τον χειμώνα, χιών όμως πίπτει πάντοτε· κατά το θέρος η άφθονος χιών η πεσούσα κατά τον χειμώνα αναλυομένη εις όλα τα μέρη έρχεται εις τον Ίστρον. Όθεν και η χιών αύτη η πίπτουσα εις αυτόν συντρέχει εις την αύξησίν του, εν ταυτώ δε αι πολλαί και ορμητικαί βροχαί, διότι κατά το θέρος βρέχει. Όσον δε περισσότερον ύδωρ ανέλκει ο ήλιος το θέρος παρά τον χειμώνα, τόσον τα συνενούμενα με τον Ίστρον ύδατα είναι περισσότερα το θέρος παρά τον χειμώνα, και τοιουτοτρόπως γενομένης της αναπληρώσεως των εξατμιζομένων επέρχεται αντισήκωσις, ώστε ο Ίστρος να φαίνεται πάντοτε ίσος.

51. Είναι λοιπόν ο Ίστρος είς των ποταμών της Σκυθίας, μετά τούτον δε έρχεται ο Τύρος, όστις ορμάται μεν από τα βόρεια μέρη, άρχεται δε ρέων εκ λίμνης μεγάλης ήτις χωρίζει την Σκυθίαν από την Νευρίδα γην. Προ του στόματος αυτού κατοικούσιν Έλληνες οίτινες καλούνται Τυρίται.

52. Τρίτος ποταμός είναι ο Ύπανις όστις ορμάται μεν εκ της Σκυθικής, ρέει δε εκ λίμνης μεγάλης πέριξ της οποίας βόσκουσιν άγριοι ίπποι λευκοί. Ορθώς δε καλείται η λίμνη αυτή μήτηρ του Υπάνεως. Εκ ταύτης λοιπόν εκβαίνων ο Ύπανις ποταμός ρέει μικρός και γλυκύς μέχρι πέντε ημερών πλουν, έπειτα δε εις τεσσάρων ημερών πλουν από της θαλάσσης είναι πολύ πικρός, διότι ρίπτεται εις αυτόν κρήνη τόσον πικρά, ώστε καίτοι μικρά μεταδίδει την πικρότητά της εις όλον τον Ύπανιν όστις μεταξύ των μικρών ποταμών είναι μέγας. Είναι δε η κρήνη αύτη εις τα σύνορα των γεωργών Σκυθών και των Αλαζώνων. Όνομα της κρήνης ταύτης και του μέρους εκ του οποίου ρέει είναι Σκυθιστί μεν Εξαμπαίος, κατά δε την γλώσσαν των Ελλήνων Ιεραί οδοί. Ο Τύρης και ο Ύπανις πλησιάζουσι κατά το μέρος των Αλαζώνων, έπειτα όμως τρεπόμενοι αμφότεροι διάφορον διεύθυνσιν, αφίνουσι μεταξύ των μέγα διάστημα.

53. Τέταρτος είναι ο Βορυσθένης ποταμός όστις, κατά την εμήν γνώμην, είναι μετά τον Ίστρον ο μέγιστος και διά τους ανθρώπους ωφελιμώτατος ου μόνον των Σκυθικών ποταμών, αλλ' όλων των ποταμών, πλην του Νείλου, προς τον οποίον ουδείς άλλος δύναται να συγκριθή. Εκ των λοιπών όμως ο Βορυσθένης προσφέρει μεγίστας ωφελείας εις τους ανθρώπους, διότι και εις τα κτήνη παρέχει νομάς καλλίστας και αφθονωτάτας, και ιχθύς δίδει αρίστους και πολλούς, και το ύδωρ αυτού είναι γλυκύτατον. Ρέει δε καθαρός πλησίον άλλων ποταμών θολερών, τα σιτηρά εις τας όχθας αυτού γίνονται αξιολογώτατα, και η χλόη, εις τα μέρη όπου δεν σπείρεται η χώρα, φθάνει εις ύψος πολύ. Εις το στόμιον αυτού άπειρον άλας πήγνυται αυτόματον, παρέχον προς ταρίχευσιν μεγάλα κήτη άνευ ακάνθης, τα οποία καλούσιν αντακαίους, και πολλά άλλα θαυμασμού άξια. Μέχρι του Γέρρου, εις τον οποίον φθάνει τις μετά τεσσαράκοντα ημερών πλουν, ο Βορυσθένης είναι γνωστόν ότε ρέει καταβαίνων από βορά, πέραν όμως ουδείς γινώσκει διά τίνων ανθρώπων ρέει· είναι δε φανερόν ότι διέρχεται έρημον πριν φθάση εις την χώραν των γεωργών Σκυθών οίτινες εισι παρόχθιοι αυτού κάτοικοι επί δέκα ημερών πλουν. Μόνου τούτου του ποταμού και του Νείλου δεν δύναμαι να σημειώσω τας πηγάς, νομίζω δε ότι ούτε άλλος τις των Ελλήνων. Ρέων δε ο Βορυσθένης φθάνει πλησίον της θαλάσσης και εκεί ενούται μετ' αυτού ο Ύπανις χυνόμενος εις το αυτό έλος. Το μεταξύ των ποταμών τούτων διάστημα, σχηματίζον προεξοχήν της χώρας, καλείται ακρωτήριον του Ιππολάου. Εν αυτώ δε είναι εκτισμένος ναός της Δήμητρας, και απέναντι αυτού του ναού, επί του Υπάνεως, κατοικούσιν οι Βορυσθενείται. Και ταύτα μεν περί των ποταμών τούτων.

54. Πέμπτος δε ποταμός μετ' αυτούς είναι ο Παντικάπης. Ρέει και ούτος από το βόρειον μέρος και από λίμνην, τα δε μεταξύ τούτου και του Βορυσθένους νέμονται οι γεωργοί Σκύθαι. Αφού διασχίση την Υλαίαν, ενούται κατόπιν με τον Βορυσθένη.

55. Έκτος είναι ο Υπάκυρις, όστις πηγάζει μεν εκ λίμνης, ρέων δε διά μέσου των νομάδων Σκυθών, χύνεται πλησίον της πόλεως Καρκινίτιδος, χωρίζων προς τα δεξιά την Υλαίαν και τον Αχίλλειον καλούμενον δεσμόν.

56. Έβδομος ποταμός είναι ο Γέρρος όστις μακρύνεται του Βορυσθένους εις το μέρος όπου είναι γνωστός ο Βορυσθένης· χωρίζεται δε επίσης και εκ του τόπου εις ον δίδει το όνομά του· ρέων δε μέχρι θαλάσσης χωρίζει τους νομάδας Σκύθας από τους βασιλικούς Σκύθας και ενούται με τον Υπάκυριν.

57. Όγδοος ποταμός είναι ο Τάναϊς όστις πηγάζει μακρόθεν έκ τινος μεγάλης λίμνης και χύνεται εις άλλην έτι μεγαλειτέραν, καλουμένην Μαιώτιδα, ήτις χωρίζει τους βασιλικούς Σκύθας από τους Σαυρομάτας. Εις τούτον δε τον Τάναϊν εισβάλλει άλλος ποταμός όστις καλείται Ύργις.

58. Με τούτους λοιπόν τους ονομαστούς ποταμούς εστολίσθησαν οι Σκύθαι. Η δε χλόη η φυομένη εις την Σκυθικήν χώραν προς τροφήν των κτηνών είναι, καθ' όσον ημείς γνωρίζομεν, χολωδεστάτη πασών. Δύναται δέ τις να βεβαιωθή τούτο ανοίγων τα θυσιαζόμενα κτήνη.

59. Τοιουτοτρόπως λοιπόν τα μεν αξιολογώτερα πράγματα ευκολώτατα δύναταί τις να προμηθευθή εις τους Σκύθας, τα δε έθιμα αυτών είναι τα εξής. Εκ των θεών τους μόνους τους οποίους λατρεύουσιν είναι πρώτον η Εστία, έπειτα δε ο Ζευς και η Γη την οποίαν νομίζουσι γυναίκα του Διός· μετ' αυτούς λατρεύουσι τον Απόλλωνα, την Ουρανίαν Αφροδίτην, τον Ηρακλέα και τον Άρην. Και αυτούς μεν τους θεούς λατρεύουσιν όλοι οι Σκύθαι, οι δε βασιλικοί Σκύθαι θυσιάζουσι και εις τον Ποσειδώνα. Ονομάζονται δε Σκυθιστί η μεν Εστία Ταβιτί, ο δε Ζευς, ορθότατα κατ' εμέ, Παπαίος (51), η Γη Απία, ο Απόλλων Οιτόσουρος, η ουρανία Αφροδίτη Αρτίμπασα, και ο Ποσειδών Θαμιμασάδας. Δεν κατασκευάζουσι μήτε αγάλματα, μήτε βωμούς, μήτε ναούς, ειμή εις τον Άρην, εις ον και μόνον εγείρουσιν.

60. Εις όλους τους ιερούς τόπους αι θυσίαι γίνονται κατά τον αυτόν τρόπον. Ιδού δε πώς γίνονται· το θύμα ίσταται όρθιον με δεδεμένους τους εμπροσθίους πόδας· ο δε θύων, ιστάμενος όπισθεν του κτήνους, σύρει το σχοινίον και το ρίπτει χαμαί. Ενώ δε πίπτει το ιερείον, αυτός επικαλείται τον θεόν προς τον οποίον θυσιάζει. Έπειτα θέτει βρόχον περί τον τράχηλον του ζώου και εμβαλών ράβδον στρέφει αυτήν, μέχρις ου το αποπνίξη, ούτε πυρ ανάπτων, ούτε απαρχάς προσφέρων ούτε σπονδάς. Αφού δε το πνίξη και το εκδάρη, τρέπεται προς έψησιν.

61. Επειδή δε η γη των Σκυθών στερείται ξύλων εντελώς, ιδού τι επενόησαν προς έψησιν των κρεάτων· γυμνούντες τα οστά των εκδειρομένων θυμάτων, ρίπτουσι τα κρέατα εις λέβητας επιχωρίους, εάν τύχωσι να έχωσιν, οίτινες πολύ ομοιάζουσι με τους κρατήρας της Λέσβου, εκτός μόνον ότι είναι πολύ μεγαλείτεροι· συγχρόνως θέτουσι τα οστά υπό τους λέβητας, και καίοντες αυτά ψήνουσι τα κρέατα. Εάν δεν έχωσι λέβητας, περικλείουσιν όλα τα κρέατα εις τας γαστέρας των ιερείων ομού με ύδωρ και ανάπτουσι κάτωθεν τα οστά, τα οποία καίουσι θαυμάσια. Χωρούσι δε αι γαστέρες ευκολώτατα τα κρέατα τα γυμνωθέντα των οστών. Τοιουτοτρόπως και ο βους ψήνεται αφ' εαυτού και τα άλλα ιερεία ομοίως. Αφού δε εψηθώσι τα κρέατα, ο θύσας ρίπτει μακράν, ως απαρχάς, μέρος των κρεάτων και των σπλάγχνων, θύουσι δε παντός είδους ζώα, και προ πάντων ίππους.

62. Εις μεν τους άλλους θεούς τοιουτοτρόπως θυσιάζουσι και ταύτα τα κτήνη προσφέρουσιν, εις δε τον Άρην ως εξής. Εις την κωμόπολιν εκάστου νομού ιδρύουσι ναόν κατά τον ακόλουθον τρόπον· φάκελοι φρυγάνων εισί συσσωρευμένοι εις τριών σταδίων μήκος και πλάτος, το ύψος δε αυτών είναι μικρότερον· επί του σωρού τούτου γίνεται τετράγωνον επίπεδον, και αι μεν τρεις πλευραί αυτού εισίν απότομοι, εκ δε της μιας δύναται τις ν' αναβή. Κατ' έτος επιθέτουσιν εκατόν πεντήκοντα αμαξών φρύγανα, καθότι ο σωρός ελαττούται αδιακόπως υπό των ανέμων. Επί εκάστου των ναών τούτων είναι ιδρυμένος αρχαίος ακινάκης σιδηρούς, όστις είναι το άγαλμα του Άρεως. Εις αυτόν δε τον ακινάκην προσφέρουσι θυσίας κτηνών και ίππων, και θυσιάζουσι πλειότερον ή εις τους άλλους θεούς· προς τούτοις από όσους ζωγρήσωσιν εις τον πόλεμον, θυσιάζουσιν ένα εις τους εκατόν, ουχί όμως καθώς θυσιάζουσι τα κτήνη αλλά κατά διάφορον τρόπον. Αφού χύσωσιν οίνον επί της κεφαλής των, σφάζουσι τους ανθρώπους εις αγγείον, το οποίον αναβιβάζοντες έτι του σωρού των φρυγάνων καταβρέχουσι τον ακινάκην με το αίμα· ενώ δε οι μεν αναβιβάζουσιν αυτό, οι άλλοι μένοντες εις τους πρόποδας του σωρού, κόπτουσιν ολοκλήρους τους δεξιούς ώμους των σφαγέντων ανδρών ομού με τας χείρας, και ρίπτουσιν αυτούς εις τον αέρα· έπειτα δε, αφού τελειώσωσι την θυσίαν και των άλλων θυμάτων, αναχωρούσι. Μένουσι δε αι μεν χείρες όπου πέσωσι, τα δε σώματα κεχωρισμένα.

63. Τοιαύται λοιπόν είναι αι θυσίαι των Σκυθών· χοίρους όμως δεν συνειθίζουσι να θυσιάζωσιν, ούτε δέχονται να τρέφωσι τοιούτους εις την χώραν των.

64. Οι δε πολεμικοί των νόμοι είναι οι ακόλουθοι. Τον πρώτον εχθρόν τον οποίον καταβάλη ο Σκύθης, πίνει εκ του αίματός του, φέρει δε εις τον βασιλέα τας κεφαλάς όλων εκείνων τους οποίους φονεύση εν τη μάχη· διότι, εάν μεν φέρη κεφαλήν, μετέχει των λαφύρων, εάν δε δεν φέρη, όχι. Διά να εκδάρη κεφαλήν, την περιτέμνει κύκλω περί τα ώτα, την λαμβάνει εκ των τριχών, την σείει, και αφού το δέρμα αποσπασθή από το κρανίον, αποξέει το κρέας με πλευράν βοός, μαλάσσει έπειτα αυτό μεταξύ των χειρών του· αφού δε το καταστήση τοιουτοτρόπως μαλακόν ως χειρόμακτρον, το κρεμά του χαλινού του ίππου επί του οποίου ιππεύει, και γαυριά. Εκείνος όστις έχει πολλά τοιαύτα δέρματα φημίζεται ως ανδρειότατος. Πολλοί κατασκευάζουσιν εκ των δερμάτων φορέματα και τα ράπτουσιν ως τα ποιμενικά ενδύματα. Πολλοί δε άλλοι, αφού εκδείρωσι τας δεξιάς χείρας των φονευθέντων εχθρών ομού με τους όνυχας, περικαλύπτουσι δι' αυτών τας φαρέτρας των. Είναι δε το δέρμα του ανθρώπου και παχύ και λαμπρόν, και σχεδόν εξ όλων των δερμάτων το μάλλον λευκόν. Άλλοι πάλιν, αφού εκδείρωσιν ολοκλήρους τους ανθρώπους και προσκολλήσωσι το δέρμα των επί ξύλων, περιφέρουσιν αυτό οσάκις ιππεύουσιν. Ταύτα λοιπόν είναι τα πολεμικά των έθιμα.

65. Ιδού δε πώς μεταχειρίζονται τας κεφαλάς, όχι όλων, αλλά των εχθίστων. Πριονίζουσι το κρανίον κάτωθεν των οφρύων και το καθαρίζουσι. Και ο μεν πτωχός το μεταχειρίζεται, αφού το περικαλύψη με δέρμα βοός ακατέργαστον, ο δε πλούσιος το καλύπτει ομοίως με δέρμα βοός κεχρυσωμένον έξωθεν και το μεταχειρίζεται ως ποτήριον. Κατασκευάζουσι δε τοιαύτα ποτήρια και από τας κεφαλάς των συγγενών των, εάν τύχη να έχωσι διαφοράν τινα μεταξύ των και νικήση ο είς τον άλλον, παρόντος του βασιλέως· όταν δε τον επισκέπτονται ξένοι τους οποίους υπολήπτεται, δεικνύει αυτάς τας κεφαλάς και λέγει ότι όντες συγγενείς εγένοντο εχθροί και τους ενίκησεν αυτός. Διηγούνται δε τούτο ως ανδραγάθημα.

66. Άπαξ του έτους έκαστος νομάρχης εις τον νομόν του γεμίζει ένα κρατήρα με οίνον και πίνουσιν εξ αυτού εκείνοι των Σκυθών όσοι εφόνευσαν εχθρούς· όσοι δεν κατώρθωσαν τοιούτο τι, δεν πίνουσιν εξ αυτού του οίνου, αλλ' ως άτιμοι κάθηνται μακράν· και τούτο είναι παρ' αυτοίς μέγιστον όνειδος. Όσοι εφόνευσαν παμπόλλους ανθρώπους, αυτοί έχουσι δύο ποτήρια και πίνουσι με τα δύο.

67. Οι Σκύθαι έχουσι πολλούς μάντεις οίτινες μαντεύονται με πολλάς ράβδους εξ ιτέας κατά τον εξής τρόπον· φέροντες μεγάλα δέματα εκ τοιούτων ράβδων, τα λύουσι, τακτοποιούσι τας ράβδους μίαν προς μίαν και προφητεύουσιν· ενώ δε λέγουσι τας προφητείας των, τινάζουσι πάλιν τας ράβδους και τας σχηματίζουσι δέματα. Τοιούτος είναι ο τρόπος της μαντικής τον οποίον παρέλαβον από τους πατέρας των. Οι δε Εναρείς οι ανδρόγυνοι (52) λέγουσιν ότι η Αφροδίτη τους έδωκε την μαντικήν επιστήμην προλέγουσι δε με φλοιόν φιλύρας. Αφού σχίση ο μάντις την φιλύραν εις τρία, περιτυλίσσει τον φλοιόν εις τους δακτύλους του, έπειτα τον εκτυλίσσει και χρησμοδοτεί.

68. Όταν ο βασιλεύς των Σκυθών ασθενήση, προσκαλεί τρεις μάντεις, τους ονομαστοτάτους, οίτινες μαντεύονται κατά τα ανωτέρω ρηθέντα τρόπον, και σχεδόν πάντοτε λέγουσιν ότι το κακόν προήλθε, διότι ο δείνα ή ο δείνα ώμοσε ψευδώς εις την βασιλικήν εστίαν· είναι δε συνήθεια εις τους Σκύθας, όταν θέλωσι να δώσωσιν επίσημον όρκον, να ομνύωσιν εις την βασιλικήν εστίαν. Άμα είπωσι τούτο, προσάγεται εκείνος τον οποίον κατήγγειλαν ως ένοχον ψευδορκίας· αφού δε έλθη, οι μάντεις τον κατηγορούσι λέγοντες ότι διά της μαντικής απεδείχθη καταφανώς ότι επιώρκησεν ορκισθείς εις την βασιλικήν εστίαν και ότι η ασθένεια του βασιλέως δεν έχει άλλην αιτίαν. Τότε ο κατηγορούμενος αρνείται, λέγει ότι δεν επιώρκησε και θρηνολογεί. Επειδή λοιπόν αρνείται τούτο, ο βασιλεύς προσκαλεί άλλους διπλασίους μάντεις, και εάν διά της μαντικής αποδείξωσιν ούτοι ότι τωόντι επιώρκησεν ο άνθρωπος, τότε αμέσως τον αποκεφαλίζουσι, και οι πρώτοι μάντεις μοιράζονται την περιουσίαν του. Εάν δε οι δεύτεροι μάντεις τον αθωώσωσι, προσκαλούνται άλλοι, και έπειτα άλλοι. Επί τέλους, όταν οι πλειότεροι αθωώσωσι τον άνθρωπον, αποφασίζεται να θανατωθώσιν οι πρώτοι μάντεις.

69. Διά να τους θανατώσωσι δε πληρούσιν άμαξαν με φρύγανα, ζευγνύουσιν εις αυτήν ίππους, αναγκάζουσι τους καταδικασθέντας να αναβώσιν εις το μέσον των φρυγάνων με τας χείρας δεδεμένας όπισθεν, τους πόδας περικεκλεισμένους εις πέδας και το στόμα πεφραγμένον· τιθεμένου δε πυρός εις τα φρύγανα, οι βόες εξαγριούνται και παρασύρουσι την άμαξαν. Και πολλοί μεν βόες συγκατακαίονται με τους μάντεις, πολλοί δε σώζονται περικεκαυμένοι αφού κατακαυθή ο ρυμός αυτών. Κατακαίουσι δε τους μάντεις ουχί μόνον διά την αιτίαν την οποίαν ανέφερα, αλλά και δι' άλλας αιτίας, ονομάζοντες αυτούς ψευδομάντεις. Όσους δε φονεύση ο βασιλεύς, τούτων ουδέ τα τέκνα αφίνει, αλλά φονεύει τα άρρενα και παραιτεί τα θήλεα.

70. Με όσους δε ορκίζονται οι Σκύθαι, ορκίζονται ως εξής· Χύνουσιν οίνον εις μέγα ποτήριον πήλινον, και μιγνύουσιν εν αυτώ αίμα εκείνων οίτινες θα ορκισθώσι κάμνοντες μικράν αμυχήν είτε δι' οπητίου είτε διά της αιχμής μαχαιρίου. Έπειτα βυθίζουσιν εις το αγγείον ακινάκην, βέλη, πέλεκυν και ακόντιον· τούτου γενομένου, λέγουσι κατάρας πολλάς, και έπειτα οι ορκιζομένοι και οι σημαντικότεροι των ακολουθούντων αυτούς πίνουσιν εκ τούτου του κράματος.

71. Ενταφιάζονται δε οι βασιλείς εις τα Γέρρα μέχρι των οποίων ο Βορυσθένης είναι προσπλωτός. Ενταύθα, όταν αποθάνη ο βασιλεύς των, ορύσσουσιν εις την γην μέγα όρυγμα τετράγωνον· άμα δε τούτο ετοιμασθή, λαμβάνουσι τον νεκρόν, του οποίου το μεν σώμα είναι κατακηρωμένον, η δε κοιλία ανοιγείσα και καθαρισθείσα είναι γεμισμένη με κύπερον τετριμμένον, με θυμίαμα, με σπόρον σελίνου και με άνηθον, έπειτα δε πάλιν ερραμμένη· τοιουτοτρόπως δε κομίζουσα αυτόν εν αμάξη εις άλλο έθνος. Εκείνοι οίτινες δεχθώσι το σώμα πράττουσιν όσα και οι βασιλικοί Σκύθαι οίτινες έφεραν αυτό· κόπουσιν ολίγον το ωτίον των, περικείρουσι τας τρίχας της κεφαλής, περιτέμνουσι τους βραχίονας, κάμνουσιν αμυχάς εις το μέτωπον και την ρίνα, και διαπερώσι με βέλη την αριστεράν χείρα. Εκείθεν φέρουσιν εν αμάξη τον νεκρόν του βασιλέως εις άλλο έθνος εξ εκείνων εφ' ων άρχουσιν, οι δε προηγούμενοι εις τους οποίους τον έφεραν ακολουθούσιν. Αφού δε τοιουτοτρόπως περιέλθωσιν όλα τα έθνη κομίζοντες τον νεκρόν, φθάνουσιν επί τέλους εις το έσχατον των εθνών, τα Γέρρα, και εις τους τάφους. Τότε αποθέτουσι τον νεκρόν εις τον τάφον επί στιβάδος, πηγνύοντες ένθεν και ένθεν του νεκρού αιχμάς και επάνω αυτών απλούντες ξύλα τα οποία στεγάζουσι με ψιάθους. Εις το κενόν δε διάστημα του τάφου θάπτουσι μίαν των παλλακίδων την οποίαν πνίγουσιν, ένα οινοχόον, ένα μάγειρον, ένα ιπποκόμον, ένα ιδιαίτερον θεράποντα, ένα αγγελιαφόρον, ίππους, απαρχάς όλων των πραγμάτων του και φιάλας χρυσάς, καθότι δεν μεταχειρίζονται μήτε άργυρον μήτε χαλκόν. Ταύτα ποιήσαντες, ρίπτουσι χώμα και ανυψούσι τον τάφον, αμιλλώμενοι και προθυμούμενοι να τον υψώσωσιν όσον το δυνατόν περισσότερον.

72. Αφού παρέλθη έν έτος, πράττουσι πάλιν τα ακόλουθα· λαμβάνουσι τους προθυμοτάτους εκ των υπολειπομένων θεραπόντων (είναι δε ούτοι Σκύθαι εγχώριοι, διότι τοιούτοι Σκύθαι υπηρετούσι τον βασιλέα εις ό,τι διατάξη, και δεν έχει αργυρωνήτους υπηρέτας)· εξ αυτών λοιπόν των θεραπόντων αφού πνίξωσι πεντήκοντα, και ίππους καλλίστους πεντήκοντα, εκβάλλουσι την κοιλίαν των, την καθαρίζουσι, την γεμίζουσι με άχυρα και την ράπτουσι πάλιν. Έπειτα διά δύο ξύλων στηρίζουσι το ήμισυ τροχού του οποίου η περιφέρεια εγγίζει την γην· διά του αυτού δε τρόπου στηρίζουσι και το άλλο ήμισυ. Στηρίζουσι δε πολλά τοιαύτα. Ακολούθως περώσι διά ξύλων μακρών και χονδρών τα σώματα όλων των ίππων μέχρι των τραχήλων και θέτουσιν αυτά επί των ημιτροχίων, άτινα βαστάζουσιν εμπρός τους ώμους, οπίσω την κοιλίαν, και αφίνουσι κρεμάμενα τα σκέλη εκατέρωθεν εις τους ίππους τούτους, τοιουτοτρόπως κρατουμένους ευθείς, θέτουσι χαλινούς και στόμια, τείνουσα αυτά έμπροσθεν και τα δένουσιν εις πασσάλους. Τέλος, επί εκάστου ίππου, ανεβιβάζουσιν ένα νέον πεπνιγμένον, αφού προηγουμένως περάσωσι κατά μήκος του οστού της ράχεως ξύλον όρθιον το οποίον επάνω μεν φθάνει μέχρι του τραχήλου, κάτω δε είναι μακρόν τόσον ώστε να εισέρχεται εις οπήν κατεσκευασμένην εις το άλλο ξύλον το διά του ίππου διερχόμενον. Αφού λοιπόν στήσωσι τοιούτους ιππείς περί τον τάφον, αναχωρούσιν.

73. Ούτω θάπτουσι τους βασιλείς, όταν δε αποθάνωσιν οι άλλοι Σκύθαι, οι πλησιέστατοι συγγενείς των τους θέτουσιν εις αμάξας και τους περιφέρουσιιν εις τους φίλους των· έκαστος δε αυτών υποδεχόμενος φιλοξενεί τους συνοδεύοντας δίδων και εις τον νεκρόν από όλα όσα δίδει εις τους άλλους. Περιφέρονται κατ' αυτόν τον τρόπον επί ημέρας τεσσαράκοντα, μετά ταύτα δε τον θάπτουσι και καθαρίζονται κατά τον ακόλουθον τρόπον. Πλύναντες προηγουμένως τας κεφαλάς των και σπογγίσαντες αυτάς, εμπήγουσιν εις την γην ξύλα τα οποία κλίνουσιν όπως τα προσεγγίσωσι προς άλληλα εκ των άνω, επί των ξύλων δε τούτων εκτείνουσιν υφάσματα μάλλινα. Μεταξύ των ξύλων τούτων τα οποία φέρουσι τα υφάσματα θέτουσι σκάφην εντός της οποίας υπάρχουσι λίθοι πεπυρακτωμένοι μέχρι διαφανείας.

74. Παράγεται δε εις την χώραν ταύτην είδος τι κανννάβεως πολύ ομοίας με το λίνον πλην της παχύτητος και του μεγέθους, διότι κατά τα δύο ταύτα η κάναβις είναι πολύ υπερτέρα του λίνου. Φύεται δε και αυτομάτως και σπειρομένη, οι δε Βράκες κατασκευάζουσιν εξ αυτής ενδύματα πολύ ομοιάζοντα με τα λινά, τοσούτον ώστε όστις δεν τα μετεχειρίσθη, δεν δύναται να διακρίνη το έν πανίον από το άλλο, εκείνος δε όστις δεν είδε ποτέ κάνναβιν δύναται να εκλάβη το ύφασμα ως λινούν.

75. Λαμβάνοντες λοιπόν οι Σκύθαι εκ του σπόρου τούτου εισέρχονται υπό τα ξύλα τα οποία καλύπτονται από τα υφάσματα και ρίπτουσιν αυτόν επί των διαφανών υπό του πυρός λίθων· καιόμενος δε ούτος καπνίζει και επιχέει καπνόν περισσότερον παρά παν άλλο ελληνικόν λουτρόν. Οι Σκύθαι παραφερόμενοι εκ του καπνού τούτου ωρύονται τούτο δε μεταχειρίζονται αντί λουτρού, επειδή, ποτέ δεν βυθίζουν το σώμα των ολόκληρον εις το ύδωρ. Αι γυναίκες των βρέχουσι λίθον τραχύν και επ' αυτού τρίβουσι ξύλον κυπαρίσσου, κέδρου και λιβάνου· με το μίγμα· δε τούτο αλείφουσι το σώμα και το πρόσωπον και αφ' ενός μεν ευωδιάζουσιν, αφ' ετέρου δε, όταν τα εκβάλωσι την ακόλουθον ημέραν, είναι καθαραί και δροσεραί.

76. Αποφεύγουσι δε με πάντα τρόπον από του να παραλαμβάνωσι τα έθιμα των άλλων εθνών και μάλιστα των Ελλήνων, ως το απέδειξαν εις τον Ανάχαρσιν και μετ' αυτόν εις τον Σκύλην. Ο Ανάχαρσις, αφού περιηγήθη, πολύ μέρος της γης και εκτήσατο κατά την περιήγησιν ταύτην πολλήν σοφίαν, επέστρεφεν εις την Σκυθίαν· πλέων δε διά του Ελλησπόντου προσωρμίσθη, εις την Κύζικον και ιδών τους Κυζικηνούς ασχολουμένους να εορτάζωσι μεγαλοπρεπώς την εορτήν της μητρός των θεών, ευχήθη εις την θεάν εάν φθάση αισίως εις την πατρίδα του να προσφέρη εις αυτήν ομοίως θυσίας και να συστήση πανυχίδα. Όταν λοιπόν έφθασεν εις την Σκυθικήν και εισέδυσεν εις την λεγομένην Υλαίαν, ήτις κείται πλησίον του Αχιλλείου δρόμου και καλύπτεται όλη υπό δένδρων παντοίων, ήρχισεν ο Ανάχαρσις να τελή την εορτήν της Κυβέλης με όλα τα καθέκαστα, κρατών τύμπανον και έχων εις το στήθος αγάλματα κρεμάμενα. Είς όμως των Σκυθών ιδών αυτόν εφανέρωσεν εις τον βασιλέα τι έπραττεν. Ούτος δε ελθών και ιδών τον Ανάχαρσιν ταύτα πράττοντα, τον ετόξευσε και τον εφόνευσε (53). Και σήμερον, εάν τις ερωτήση περί του Αναχάρσιδος, οι Σκύθαι προσποιούνται ότι δεν τον γνωρίζουσιν, επειδή απεδήμησεν εις την Ελλάδα και παρεδέχθη έθιμα ξενικά ως δε ήκουσα εγώ από τον Τίμνον τον επίτροπον του Αριπείθους, ο Ανάχαρσις ήτο προς πατρός θείος του Ιδανθύρσου βασιλέως των Σκυθών και υιός του Γνούρου του υιού του Λύκου και εγγονού του Σπαργαπείθους. Εάν λοιπόν ο Ανάχαρσις ήτο εκ της οικίας ταύτης, ας μάθη ότι εφονεύθη υπό του αδελφού του, διότι ο Ιδάνθυρσος ήτο υιός του Σαυλίου, ο Σαύλιος δε ήτο ο φονεύσας τον Ανάχαρσιν.

77. Ήκουσα επίσης τους Πελοποννησίους διηγουμένους άλλην ιστορίαν την ακόλουθον· ότι ο Ανάχαρσις απεδήμησε κατά διαταγήν του βασιλέως των Σκυθών και εγένετο μαθητής της Ελλάδος και ότι επιστρέψας είπεν εις τον πέμψαντα ότι όλοι οι Έλληνες ασχολούνται εις παν είδος μαθήσεως πλην των Λακεδαιμονίων, και όμως μόνον εις αυτούς δύναται τις να δώση και να λάβη καλήν συμβουλήν. Αλλ' η διήγησις αύτη επλάσθη υπ' αυτών των Ελλήνων, το δε βέβαιον είναι ότι ο άνθρωπος εθανατώθη ως είπον ανωτέρω. Ο Ανάχαρσις λοιπόν ταύτα έπαθε χάριν των ξενικών εθίμων και των στενών σχέσεων τας οποίας είχε με τους Έλληνας.

78. Μετά πολλά δε έτη ύστερον ο Σκύλης του Αριαπείθους έπαθε σχεδόν τα ίδια. Ο Σκύλης ούτος ήτο υιός του Αριαπείθους βασιλέως των Σκυθών και γυναικός τινος ουχί εγχωρίας αλλ' εκ της πόλεως Ιστρίας, η δε μήτηρ του τω εδίδαξε την γλώσσαν και τα ελληνικά γράμματα. Βραδύτερον ο μεν Αριαπείθης εδολοφονήθη υπό του Σπαργαπείθους, βασιλέως των Αγαθύρεων, ο δε Σκύλης παρέλαβε την βασιλείαν και την γυναίκα του πατρός του ήτις ωνομάζετο Οποίη. Ήτο δε η Οποίη αύτη εγχωρία και είχεν υιόν εκ του Αριαπείθους καλούμενον Όρικον. Ο Σκύλης, μολονότι ήτο βασιλεύς των Σκυθών, ποσώς δεν ηρέσκετο εις την Σκυθικήν δίαιταν, καθότι η ανατροφή την οποίαν είχε λάβει τον έκαμνε να κλίνη μάλλον προς τα ελληνικά έθιμα. Επομένως, οσάκις μετέβαινε με τον στρατόν εις την πόλιν των Βορυσθενειτών (οι Βορυσθενείται δε ούτοι λέγονται ότι είναι Μιλήσιοι), τον μεν στρατόν άφινεν εις το προάστειον, αυτός δε εισήρχετο εις την πόλιν και κλείων τας θύρας εξεδύετο την Σκυθικήν και εφόρει την ελληνικήν ενδυμασίαν· ταύτην δε φορών περιεφέρετο εις την αγοράν, ούτε υπό φύλακός τινος συνοδευόμενος ούτε υπό άλλου τινός, καθότι οι άνθρωποι του εφύλαττον τας θύρας μήπως εισέλθη τις των Σκυθών και τον ίδη με τα ενδύματα ταύτα. Προσέτι δε και καθ' όλα τα άλλα ηκολούθει την ελληνικήν δίαιταν και εθυσίαζεν εις τους θεούς κατά τα έθιμα των Ελλήνων. Αφού δε διέτριβεν εκεί ένα μήνα ή και περισσότερον, ανεχώρει επαναλαμβάνων την Σκυθικήν ενδυμασίαν. Έπραττε δε τούτο πολλάκις, και έκτισεν οικίαν εις την πόλιν των Βορυσθενειτών όπου είχε νυμφευθή γυναίκα εγχωρίαν.

79. Επειδή όμως ήτο πεπρωμένον να πάθη κακόν, ιδού εκ ποίας αιτίας προήλθε το κακόν. Επεθύμησε να μυηθή τα μυστήρια του Διονύσου, και ενώ έμελλε να αρχίση την τελετήν εγένετο μέγα θαύμα. Είχεν, ως είπον ανωτέρω, εις την πόλιν των Βορυσθενειτών μεγάλην οικίαν και πολυτελή, περί την οποίαν είχον στηθή σφίγγες και γρύπες εκ λευκού λίθου. Εις ταύτην ο θεός έρριψε κεραυνόν. Και η μεν οικία κατεκάη όλη, ο δε Σκύθης ουχ ήττον εξηκολούθησε και ετελείωσε την τελετήν. Ονειδίζουσι δε τους Έλληνας οι Σκύθαι διά την εορτήν ταύτην του Βάκχου, διότι λέγουσιν ότι δεν ήρμοζε να εφεύρωσι τοιούτον θεόν όστις ωθεί τους ανθρώπους εις μανίαν. Ότε λοιπόν ο Σκύλης εμυείτο τα μυστήρια του Βάκχου, Βορυσθενείτης τις, μεταβάς εις τους Σκύθας, τοις είπε· «Μας ονειδίζετε, ω Σκύθαι, ότι βακχεύομεν και ότι καταλαμβάνει ημάς ο θεός· την στιγμήν ταύτην όμως ο θεός κατέλαβε και τον υμέτερον βασιλέα και βακχεύει και μαίνεται υπό του θεού. Εάν δεν με πιστεύετε, ακολουθήσατέ με, και θέλω σας δείξει αυτόν.» Τον ηκολούθησαν οι προεστώτες των Σκυθών, και ο Βορυσθενείτης αναβιβάσας κρυφίως τους ετοποθέτησεν εις ένα πύργον· μετ' ολίγον διέβη ο Σκύλης με τον θίασον των μαινομένων, και οι Σκύθαι τον είδον ότι εβάκχευε. Τότε εθεώρησαν εαυτούς πληγέντας υπό μεγάλης συμφοράς, και εξελθόντες ανεκοίνωσαν εις όλον τον στρατόν όσα είδον.

80. Μετά ταύτα δε, ότε ο Σκύλης επέστρεφεν εις την Σκυθίαν, οι Σκύθαι, ονομάσαντες βασιλέα τον αδελφόν αυτού Οκταμασάδην, γεννηθέντα εκ της θυγατρός του Tήρου, επανεστάτησαν κατά του Σκύλη. Ούτος δε, μαθών τα γινόμενα εναντίον του και την αιτίαν δι' ην εγίνοντο, έφυγεν εις την Θράκην. Ακούσας τούτο ο Οκταμασάδης, εξεστράτευσε κατά των Θρακών και τους απήντησεν εις τον Ίστρον. Ενώ δε έμελλον να πολεμήσωσιν, έπεμψεν ο Σιτάλκης προς τον Οκταμασάδην και τω είπε· «Τι ανάγκη να μετρηθώμεν προς αλλήλους; Είσαι υιός της αδελφής μου και έχεις μετά σου τον αδελφόν μου· δος μοι αυτόν και σοι παραδίδω τον Σκύλην, και τοιουτοτρόπως μήτε ο στρατός σου να κινδυνεύση μήτε ο στρατός μου.» Αυτά έλεγεν ο Σιτάλκης πέμψας κήρυκα, διότι ευρίσκετο παρά τω Οκταμασάδη αδελφός τις του Σιτάλκου φυγάς. Ο δε Οκταμασάδης, δεχθείς την πρότασιν, παρέδωκεν εις τον Σιτάλκην τον εκ μητρός θείον του και έλαβε τον αδελφόν Σκύλην. Και ο μεν Σιτάλκης άμα λαβών τον αδελφόν του ανεχώρησεν, ο δε Οκταμασάδης απεκεφάλισεν εκεί τον Σκύλην. Τοιουτοτρόπως οι Σκύθαι φυλάττουσι τα έθιμά των, και ούτω τιμωρούσιν εκείνους οίτινες παραδέχονται ξένα ήθη.

81. Ποτέ δεν ηδυνήθην να μάθω ακριβώς τον αριθμόν των Σκυθών, αλλά διαφόρους λόγους ήκουον περί αυτών· άλλοι μεν έλεγον ότι είναι πάμπολλοι, άλλοι δε ότι καθαυτό Σκύθαι είναι ολίγοι. Τόσον μόνον μοι εδείκνυον, και το είδον οφθαλμοφανώς. Μεταξύ του Βορυσθένους ποταμού και του Υπάνεως υπάρχει χώρος καλούμενος Εξαμπαίος, τον οποίον εμνημόνευσα ανωτέρω ειπών ότι εν αυτώ υπάρχει κρήνη πικρά της οποίας το ύδωρ χυνόμενον εις τον Ύπανιν καθιστά αυτόν άποτον. Εις αυτόν τον χώρον ευρίσκεται χαλκείον εξάκις μεγαλείτερον του εν τω στομίω του Ευξείνου Πόντου κρατήρος τον οποίον ανέβηκεν ο Παυσανίας του Κλεομβρύτου. Δι' εκείνον όμως όστις δεν το είδεν εισέτι, το περιγράφω με ολίγας λέξεις. Το εις την Σκυθίαν χαλκείον χωρεί ευκόλως εξακοσίους αμφορείς και έχει έξ δακτύλων πάχος. Οι εγχώριοι λέγουσιν ότι κατεσκευάσθη από αιχμάς βελών, και ιδού πώς· βασιλεύς τις των Σκυθών, ονομαζόμενος Αριαντάν, θέλων να μάθη τον αριθμόν των Σκυθών, τους διέταξε να φέρη έκαστος μιαν αιχμήν βέλους, απειλών διά θανάτου εκείνον όστις δεν ήθελεν υπακούσει. Λέγουσι λοιπόν ότι εκομίσθησαν άπειροι τοιαύται αιχμαί και ότι ο βασιλεύς έκρινε καλόν να αφήση εξ αυτών ενθύμιον. Κατεσκεύασε δε το χαλκείον τούτο και το ανέθηκεν εις τον Εξαμπαίον τούτον. Αυτά ήκουσα περί του αριθμού των Σκυθών.

82. Η χώρα αύτη ουδέν έχει θαυμάσιον πλην των πολλών και μεγίστων ποταμών της. Το μόνον δε όπερ, πλην των ποταμών και της απείρου εκτάσεως της πεδιάδος, είναι άξιον θαυμασμού, τούτο θα είπω· δεικνύουσιν επί βράχου πλησίον του Τύρου ποταμού ίχνος του Ηρακλέους, το οποίον φαίνεται μεν ως βήμα ανδρός, έχει όμως μέγεθος δύο πήχεων. Και το μεν ίχνος τοιούτον είναι, εγώ δε επανέρχομαι εις την ιστορίαν την οποίαν εξ αρχής ηθέλησα να διηγηθώ.

83. Ενώ ο Δαρείος παρεσκευάζετο να εκστρατεύση κατά των Σκυθών και έστελλεν ανθρώπους να παραγγείλωσιν εις άλλους μεν να δώσωσι πεζόν στρατόν, εις άλλους δε πλοία, και εις άλλους να ζεύξωσι τον Θρακικόν Βόσπορον, ο αδελφός του Δαρείου Αρτάβανος ο του Υστάσπους παρεκάλεσεν αυτόν να μη επιχειρήση την εκστρατείαν ταύτην, προβάλων την πτωχείαν των Σκυθών· δεν ηδυνήθη όμως να τον πείση, μολονότι αι συμβουλαί του ήσαν καλαί. Τούτου ένεκα αυτός μεν έπαυσεν επιμένων, ο δε Δαρείος, αφού τα πάντα παρεσκευάσθησαν, εξέβαλε τον στρατόν από τα Σούσα.

84. Τότε ο Οιόβαζος, είς των Περσών, όστις είχεν εις τον στρατόν τους τρεις υιούς του, παρεκάλεσε τον Δαρείον να τω αφήση τον ένα. Ο Δαρείος τω απεκρίθη ότι επειδή ήτο φίλος και εζήτει πράγμα μέτριον, θα τω αφήση όλους τους υιούς του. Ο Οιόβαζος ήτο λοιπόν περιχαρής νομίζων ότι οι υιοί του απηλλάγησαν της στρατείας· αλλ' ο Δαρείος διέταξε τους περί αυτόν να θανατώσωσιν όλους τους παίδας του Οιοβάζου. Και ούτοι μεν σφαγέντες έμειναν εκεί.

85. Ο δε Δαρείος αναχωρήσας εκ των Σούσων έφθασεν εις τον Βόσπορον της Καλχηδονίας όπου ήτο εζευγμένη η γέφυρα, και εκείθεν εμβάς εις πλοίον έπλεε προς τας νήσους τας λεγομένας Κυανάς, αι οποίαι, ως λέγουσιν οι Έλληνες, ήσαν άλλοτε πλαγκταί. Καθήμενος δε εις τον ναόν, εθεώρει τον Εύξεινον Πόντον όστις είναι άξιος θαυμασμού, διότι από όλα τα πελάγη αυτός είναι ο θαυμασιώτατος· το μεν μήκος αυτού είναι ένδεκα χιλιάδων και εκατόν σταδίων, το δε μέγιστον πλάτος τριών χιλιάδων και τριακοσίων σταδίων. Το στόμιον του πελάγους τούτου έχει τεσσάρων σταδίων πλάτος, το μήκος δε αυτού, ο αυχήν, όστις καλείται Βόσπορος, και όπου εζεύχθη η γέφυρα, είναι περίπου εκατόν είκοσι σταδίων. Εκτείνεται δε ο Βόσπορος μέχρι της Προποντίδος ήτις έχει πεντακοσίων σταδίων πλάτος και χιλίων τετρακοσίων μήκος και ήτις καταβαίνει μέχρι του Ελλησπόντου όστις έχει πλάτος επτά μεν σταδίων κατά το στενώτερον αυτού μέρος, τετρακοσίων δε σταδίων μήκος. Εκχύνεται δε ο Ελλήσποντος εις χάσμα πελάγους, το οποίον καλείται Αιγαίον πέλαγος. 86. Εμετρήθησαν δε τα στάδια ταύτα ως εξής. Εν γένει το πλοίον διανύει κατά τας μακροτέρας ημέρας εβδομήκοντα χιλιάδας οργυιάς, κατά δε την νύκτα εξήκοντα χιλιάδας. Όθεν από του στομίου του Ευξείνου Πόντου μέχρι του Φάσιδος (διότι τούτο είναι το μακρότατον διάστημα του Πόντου) ο πλους είναι εννέα ημερών και οκτώ νυκτών, όπερ εστί έν εκατομμύριον εκατόν δέκα χιλιάδες οργυιαί, ή ένδεκα χιλιάδες εκατόν στάδια. Από δε την Σινδικήν μέχρι της Θεμισκύρας ήτις είναι επί του Θερμώδοντος ποταμού (διότι τούτο είναι το πλατύτατον μέρος του Πόντου) ο πλους είναι τριών ημερών και δύο νυκτών, αίτινες αποτελούσι τριακοσίας τριάκοντα χιλιάδας οργυιάς ή τρισχίλια τριακόσια στάδια. Τοιούτοι είναι εκ φύσεως ο Πόντος, ο Βόσπορος και ο Ελλήσποντος και τοιουτοτρόπως κατεμετρήθησαν παρ' εμού. Ωφελείται δε ο Πόντος ούτος και έκ τινος λίμνης ήτις χύνεται εις αυτόν και είναι μόλις μικροτέρα αυτού. Καλείται δε η λίμνη αύτη Μαιώτις και μήτηρ του Πόντου.

87. Ο δε Δαρείος, αφού εθεώρητε τον Εύξεινον, έπλευσε πάλιν οπίσω εις την γέφυραν, της οποίας αρχιτέκτων ήτο ο Σάμιος Μανδροκλής. Αφού δε εθεώρησε και τον Βόσπορον, διέταξε να στήσωσιν εκεί δύο στήλας εκ λίθου λευκού και να χαράξωσιν εις μεν την μίαν με γράμματα Ασσυριακά εις δε την άλλην με Ελληνικά τα ονόματα όλων των εθνών όσα είχεν εις την εκστρατείαν του· είχε δε στρατεύματα εξ όλων των εθνών εφ' ων ήρχεν. Αριθμηθείς ο στρατός του ευρέθη ότι συνέκειτο, πλην του ναυτικού, εξ επτακοσίων χιλιάδων ανδρών συμπεριλαμβανομένων και των ιππέων· πλοία δε ηριθμήθησαν εξακόσια. Αυτάς τας στήλας, μετακομίσαντες ύστερον οι Βυζάντιοι εις την πόλιν των, μετεχειρίσθησαν διά να κτίσωσι τον βωμόν της Οθρωσίας Αρτέμιδος, πλην ενός λίθου όστις αφέθη πλησίον του ναού του Διονύσου εις το Βυζάντιον πλήρης γραμμάτων Ασσυριακών. Το μέρος δε του Βοσπόρου το οποίον εγεφύρωσεν ο Δαρείος είναι, ως ηδυνήθην να κρίνω ερευνήσας, μεταξύ του Βυζαντίου και του πλησίον του στομίου υπάρχοντος ναού.

88. Ο Δαρείος δε μετά ταύτα, ευχαριστηθείς διά την γέφυραν εκείνην, εβράβευσε τον αρχιτέκτονα αυτής Μανδροκλή τον Σάμιον με δέκα από όλα εκείνα όσα ο Ανδροκλής ζωγραφήσας την γέφυραν του Βοσπόρου και τον βασιλέα Δαρείον καθήμενον επί θρόνου και τον στρατόν του διαβαίνοντα προσέφερεν ως απαρχήν εις τον ναόν της Ήρας με την ακόλουθον επιγραφήν.

«_Γεφυρώσας ο Μανδροκλής τον ιχθυόεντα Βόσπορον, αφιέρωσεν εις την Ήραν το μνημόσυνον τούτο της σχεδίας. Εκτελέσας δε το έργον κατά την επιθυμίαν του βασιλέως, εις εαυτόν μεν περιέθετο στέφανον, εις τους Σαμίους δε δόξαν._»

Τοιούτο μνημείον αφήκεν ο ζεύξας την γέφυραν.

89. Αφού δε εβράβευσε τον Μανδροκλή ο Δαρείος διέβη εις την Ευρώπην (54) και παρήγγειλεν εις τους Ίωνας να πλεύσωσιν εις τον Εύξεινον μέχρι του Ίστρου ποταμού, να τον περιμείνωσιν όταν φθάσωσιν εκεί και να γεφυρώσωσι τον ποταμόν, διότι το ναυτικόν εκυβερνάτο από τους Ίωνας, τους Αιολείς και τους Ελλησποντίους. Όθεν το μεν ναυτικόν στράτευμα έκαμψε τας Κυανάς νήσους και έπλευσε κατ' ευθείαν προς τον Ίστρον εισελθόν δε εις τον ποταμόν και προχωρήσαν δύο ημέρας εις τα άνω προς την θάλασσαν εγεφύρωσε τον αυχένα του ποταμού εις το μέρος εκ του οποίου σχίζονται τα στόματα του Ίστρου. Ο δε Δαρείος αφού διέβη τον Βόσπορον διά της γεφύρας εξηκολούθησε την πορείαν του διά της Θράκης, έφθασεν εις τας πηγάς του Τεάρου ποταμού και εστρατοπέδευσεν ημέρας τρεις.

90. Λέγουσι δε οι περί τον Τέαρον κατοικούντες ότι ο ποταμός είναι άριστος εις το να θεραπεύη όλας τας ασθενείας και ιδίως την ψώραν των ανθρώπων και των ίππων. Έχει τριάκοντα οκτώ πηγάς αίτινες ρέουσιν εξ' ενός και του αυτού βράχου, και αι μεν αυτών είναι ψυχραί, αι δε θερμαί. Διά να υπάγη τις εις αυτάς είτε αναχωρών εκ της παρά την Πέρινθον Ηραιουπόλεως είτε εκ της Απολλωνίας του Ευξείνου Πόντου χρειάζεται να δαπανήση δύο ημέρας διά των δύο τούτων οδών. Χύνεται δε ο Τέαρος ούτος εις τον Κοντάδεστον ποταμόν, ο δε Κοντάδεστος εις τον Αγριάνην, ο δε Αγριάνης, εις τον Έβρον, ο δε Έβρος εις την θάλασσαν, πλησίον της πόλεως Αίνου.

91. Φθάσας λοιπόν εις τον ποταμόν τούτον ο Δαρείος και στρατοπεδεύσας, ευχαριστήθη πολύ και έστησε και ενταύθα στήλην έχουσαν κεχαραγμένα τα εξής γράμματα· «Αι πηγαί του Τεάρου δίδουσιν ύδωρ άριστον και κάλλιστον από όλους τους ποταμούς και εις αυτάς ήλθεν, οδηγών στρατόν κατά των Σκυθών, ο άριστος και ο κάλλιστος πάντων των ανδρών, ο υιός του Υστάσπους Δαρείος, βασιλεύς των Περσών και όλης της ηπείρου.» Ταύτα τα γράμματα εχάραξεν εκεί.

92. Αναχωρήσας δε εκείθεν έφθασεν εις άλλον ποταμόν του οποίου το όνομα είναι Αρτισκός και όστις ρέει διά των Οδρυσών. Εις τούτον τον ποταμόν φθάσας, έπραξε το εξής· εσημείωσε θέσιν τινά και διέταξε πάντα άνδρα διερχόμενον να θέτη ένα λίθον εις το υποδειχθέν τούτο μέρος. Αφού δε όλοι εξεπλήρωσαν την διαταγήν ταύτην, αφήσας εκεί μεγάλους σωρούς λίθων, ήγειρε τον στρατόν και ανεχώρησεν.

93. Πριν φθάση δε εις τον Ίστρον υπέταξε πρώτους τους Γέτας οίτινες νομίζουσιν εαυτούς αθανάτους· καθότι οι μεν Θράκες οι έχοντες τον Σαλμυδησόν και κατοικούντες προς τα άνω των πόλεων Απολλωνίας και Μεσημβρίας, ονομαζόμενοι δε Σκυρμιάδαι και Νιψαίοι, παρεδόθησαν αμαχητί εις τον Δαρείον· αλλ' οι Γέται εν τη ανοία των θελήσαντες να αντισταθώσιν εδουλώθησαν αμέσως, μολονότι είναι οι ανδρειότατοι και οι δικαιότατοι των Θρακών.

94. Ιδού δε πώς νομίζουσιν εαυτούς αθανάτους οι Γέται. Αυτοί νομίζουσιν ότι δεν αποθνήσκουσιν αλλ' ότι ο τελευτών τον βίον μεταβαίνει εις τον θεόν Ζάμολξιν, τον οποίον τινές φρονούσιν ότι είναι αυτός ούτος ο υπό το όνομα Γεβελέιζις τιμώμενος. Κατά πενταετίαν δε πέμπουσι διά κλήρου ένα εκ των ιδικών των προς τον Ζάμολξιν διά να παραστήση εις αυτόν τας ανάγκας των. Τον πέμπουσι δε κατά τον ακόλουθον τρόπον· οι μεν ίστανται κρατούντες τρία ακόντια, οι δε κρατούσι τας χείρας και τους πόδας του μέλλοντος να σταλή προς τον Ζάμολξιν, και έπειτα τον ρίπτουσιν εις τον αέρα εις τρόπον ώστε να πέση επί των ακοντίων· και εάν μεν πίπτων εις αυτά διαπερασθή και εκπνεύση, κρίνουσιν εκ τούτου ότι είναι ευάρεστος εις τον θεόν, εάν δε δεν αποθάνη, τότε αιτιώνται αυτόν τον άγγελον, λέγοντες ότι είναι κακός άνθρωπος. Αφού δε αιτιαθώσιν αυτόν, πέμπουσιν άλλον προς τον οποίον δίδουσι τας παραγγελίας των ενόσω ακόμη ζη. Αυτοί οι ίδιοι Θράκες, όταν βροντά και αστράπτη, τοξεύουσι προς τον ουρανόν και απειλούσιν ούτω τον θεόν· διότι νομίζουσιν ότι δεν υπάρχει άλλος θεός ειμή ο ιδικός των.

95. Ως δε εγώ μανθάνω παρά των κατοικούντων τον Ελλήσποντον και τον Εύξεινον πόντον Ελλήνων, αυτός ο Ζάμολξις, ων άνθρωπος, εγένετο δούλος εις την Σάμον πλησίον του Πυθαγόρου του Μνησάρχου. Μετά ταύτα γενόμενος ελεύθερος εκτήσατο πολλά χρήματα και επέστρεψεν εις την πατρίδα του. Επειδή δε οι Θράκες έζων τότε αθλίως ως κτήνη, ο Ζάμολξις, γνωρίζων την Ιωνικήν δίαιταν και ήθη μάλλον εξευγενισμένα ή τα των Θρακών, καθότι συνέζησε με Έλληνας και με τον Πυθαγόραν, άνδρα εκ των σοφωτάτων της Ελλάδος, κατεσκεύασεν ανδρώνα όπου εδέχετο και ευώχει τους πρώτους των αστών, διδάσκων ότι ούτε αυτός, ούτε οι συμπόται του, ούτε οι απόγονοί των δεν θα αποθάνωσιν, αλλά θα μεταβώσιν εις τόπον όπου ζώντες αιωνίως θα έχωσιν όλα τα αγαθά. Ενώ δε έπραττε και έλεγε τα ανωτέρω, συγχρόνως κατεσκεύαζεν οίκημα υπόγειον· όταν δε τούτο ετελείωσεν, εγένετο άφαντος εκ του μέσου των Θρακών, και καταβάς κάτω εις το υπόγειον οίκημα έμεινεν εκεί τρία έτη. Εν τούτοις οι Θράκες τον επόθουν και τον επένθουν ως θανόντα· αλλά κατά τα τέταρτον έτος εφάνη πάλιν εις αυτούς και κατέστησεν ούτω πιστευτά όσα είχεν ειπεί. Ούτοι μεν ταύτα λέγουσι διά τον Ζάμολξιν.