96. Εγώ δε περί τούτου μεν και περί του υπογείου οικήματος ούτε απιστώ ούτε πιστεύω πολύ, αλλά φρονώ ότι ο Ζάμολξις υπήρξε κατά πολλά έτη προγενέστερος του Πυθαγόρου. Είτε όμως ο Ζάμολξις ήτο άνθρωπος, είτε είναι θεός τις των Γετών επιχώριος, ας χαίρη. Ούτοι λοιπόν οι Γέται οι τοιαύτα πράττοντες, επειδή εχειρώθησαν υπό των Περσών, ηκολούθησαν το άλλο στράτευμα.

97. Ότε δε ο Δαρείος και ο μετ' αυτού πεζός στρατός έφθασαν εις τον Ίστρον και διέβησαν αυτόν, τότε ο βασιλεύς διέταξε τους Ίωνας να κόψωσι την γέφυραν και να τον ακολουθήσωσι διά ξηράς καθώς και ο ναυτικός στρατός. Ενώ δε έμελλον και οι Ίωνες να κόψωσι την γέφυραν και να εκτελέσωσι τα διαταχθέντα, ο Κώης ο Ερξάνδρου στρατηγός των Μιτυληναίων είπεν εις τον Δαρείον τα εξής, αφού πρώτον τον ηρώτησεν εάν δέχεται να ακούση γνώμην παρά τινος επιθυμούντος να δώση τοιαύτην· «Ω βασιλεύ, μέλλεις να στρατεύσης κατά χώρας εις την οποίαν μήτε αγρούς καλλιεργημένους θέλεις ιδεί μήτε πόλεις κατοικουμένας υπό ανθρώπων· άφες λοιπόν την γέφυραν ταύτην να ίσταται εις την θέσιν της και διάταξον να την φυλάττωσιν εκείνοι οίτινες την κατεσκεύασαν· και είτε κατά την επιθυμίαν μας επιτύχωμεν να εύρωμεν τους Σκύθας, η γέφυρα θα χρησιμεύση διά την επιστροφήν μας, είτε δεν δυνηθώμεν να τους φθάσωμεν, πάλιν θα έχωμεν την επιστροφήν ασφαλή. Δεν φοβούμαι ποσώς ότι είναι δυνατόν να νικηθώμεν από τους Σκύθας, αλλά πολύ μάλλον φοβούμαι μήπως μη δυνηθέντες να τους εύρωμεν πάθωμεν τι πλανώμενοι. Ίσως τις νομίση ότι λέγω ταύτα χάριν εμού και διά να μείνω εδώ· αλλά, ω βασιλεύ, σοι εκθέτω μεν την γνώμην ταύτην την οποίαν προς το συμφέρον σου ευρίσκω αρίστην, θα σε ακολουθήσω όμως μετά ταύτα και κατ' ουδένα τρόπον δεν θέλω μείνει.» Η γνώμη αύτη ήρεσε πολύ εις τον Δαρείον και απεκρίθη ως εξής· «Ξένε Λεσβίε, όταν επιστρέψω εις τον οίκον μου σώος και αβλαβής, παρουσιάσθητι αφεύκτως ενώπιόν μου και θα ανταμείψω γενναίως την καλήν συμβουλήν σου.»

98. Ταύτα είπεν ο Δαρείος· έπειτα δέσας εξήκοντα κόμβους εις λωρίον, προσεκάλεσε τους βασιλείς των Ιώνων όπως συνδιασκεφθώσι μετ' αυτού και τοις είπε τα εξής· «Άνδρες Ίωνες, μάθετε πρώτον ότι μετέβαλον γνώμην ως προς την γέφυραν· λάβετε λοιπόν αυτό το λωρίον, και μη λησμονήσετε όσα θα σας ειπώ. Άμα με ιδήτε πορευόμενον κατά των Σκυθών, λύετε απ' εκείνης της στιγμής ένα κόμβον καθ' ημέραν. Εάν παρέλθωσι τόσαι ημέραι όσον είναι οι κόμβοι και δεν επανέλθω, αποπλεύσατε εις τας πατρίδας σας. Μέχρις όμως εκείνης της ημέρας, επειδή ήλλαξα γνώμην, φυλάττετε την γέφυραν πάσαν προθυμίαν καταβάλλοντες προς υπεράσπισιν και διατήρησιν αυτής. Ταύτα πράξαντες θα μ' ευχαριστήσετε πολύ·» Αφού δε είπεν ο Δαρείος τους λόγους τούτους, έσπευσε να προχωρήση.

99. Πριν εισέλθη τις εις την Σκυθικήν είναι η Θράκη, ήτις προς το μέρος της θαλάσσης σχηματίζει κόλπον· έπειτα διαδέχεται αυτήν η Σκυθική, και εκεί χύνεται ο Ίστρος εις την θάλασσαν έχων το στόμιόν του εστραμμένον προς ανατολάς. Από τον Ίστρον δε τούτον αρχίζων θα περιγράψω την έκτασιν της προς το μέρoς της θαλάσσης Σκυθίας. Αύτη είναι η αρχαία Σκυθία, κειμένη προς μεσημβρίαν και νότον άνεμον, και εκτεινομένη από του Ίστρου μέχρι πόλεως τινός ονομαζομένης Καρκινίτιδος· πέραν της πόλεως ταύτης το Ταυρικόν έθνος κατοικεί την ορεινήν χώραν ήτις εκτείνεται μέχρι της θαλάσσης και προέχει εις τον Εύξεινον πόντον μέχρι της καλουμένης τραχείας Χερσονήσου· καταβαίνει δε και αύτη προς την θάλασσαν την προς ανατολάς· διότι αι άκραι των δύο πλευρών της Σκυθίας απολήγουσιν εις θάλασσαν, η μεν προς μεσημβρίαν, η δε προς ανατολάς, καθώς αι άκραι των δύο πλευρών της Αττικής, και κατοικούσιν εις αυτάς οι Ταύροι. Είναι το αυτό ως εάν ξένον έθνος και όχι Αθηναίοι κατώκουν εις την Αττικήν την μάλλον προέχουσαν προς την θάλασσαν άκραν του Σουνίου ακρωτηρίου, από του Θερικού μέχρι του Αναφλύστου δήμου, καθ' όσον δύναταί τις να παραβάλη τα μικρά προς τα μεγάλα. Τοιαύτη είναι η Ταυρική. Αλλ' επειδή πιθανόν να μη περιέπλευσέ τις τα παράλια ταύτα της Αττικής, εγώ θα δείξω άλλην τοποθεσίαν. Υποθέσατε ότι άλλο έθνος, και όχι Ιάπυγες, κατοικεί εις την Ιαπυγίαν την άκραν από του λιμένος Βρεντεσίου μέχρι του Τάραντος. Υποδεικνύων τας δύο ταύτας χώρας είναι ως να υποδεικνύω συγχρόνως πολλάς άλλας προς τας οποίας ομοιάζει επίσης η Ταυρική.

100. Από δε της Ταυρικής, ήτοι τα ανωτέρω των Ταύρων και της ανατολικής θαλάσσης, όντα δυτικώς του Κιμμερίου Βοσπόρου, και της Μαιώτιδος λίμνης, και του Τανάιδος ποταμού όστις χύνεται εις τον μυχόν της λίμνης ταύτης, κατοικούσιν οι Σκύθαι. Άνωθεν δε του Ίστρου εισερχόμενον εις το εσωτερικόν της χώρας, η Σκυθία περιορίζεται πρώτον μεν υπό των Αγαθύρσων, μετά ταύτα υπό των Νευρών, έπειτα υπό των Ανδροφάγων και τελευταίον υπό των Μελαγχλαίνων.

101. Της Σκυθικής λοιπόν, θεωρουμένης ως τετραγώνου, αι δύο πλευραί αίτινες εκτείνονται μέχρι της θαλάσσης, δηλαδή η πλευρά ήτις άρχεται από του Ίστρου και προβαίνει προς την μεσόγειον και η πλευρά ήτις άρχεται από του αυτού ποταμού και παρακολουθεί την ακτήν, αυταί αι δύο πλευραί είναι ίσαι· διότι από του Ίστρου μέχρι του Βυρυσθένους είναι οδός δέκα ημερών, και από του Βορυσθένους μέχρι της Μαιώτιδος λίμνης άλλων δέκα· από της θαλάσσης πάλιν προς την μεσόγειον μέχρι των Μελαγχλαίνων, κατοικούντων υπεράνω των Σκυθών, είναι είκοσιν ημερών οδός· υπολογίζω δε την ημερησίαν οδόν εις διακόσια στάδια. Ούτω λοιπόν διά να διέλθη τις την χώραν των Σκυθών εξ αριστερών προς τα δεξιά πρέπει να διανύση τέσσαρας χιλιάδας σταδίων, διά να προχωρήση δε κατ' ευθείαν μέχρι των μεσογείων τις χώρας, άλλα τόσα στάδια. Τοιαύτη είναι η έκτασις αυτής.

102. Οι δε Σκύθαι, επειδή συσκεφθέντες είδον ότι μόνοι δεν ήσαν ικανοί να αντιπαραταχθώσι προς τον στρατόν του Δαρείου, έπεμψαν πρέσβεις εις τους πλησίον χώρους. Οι βασιλείς των χωρών τούτων συνελθόντες εβουλεύοντο, ενώ επροχώρει το μέγα στράτευμα του εχθρού. Ήσαν δε οι συνελθόντες ούτοι βασιλείς, των Ταύρων, των Αγαθύρσων, των Νευρών, των Ανδροφάγων, των Μελαγχλαίνων, των Γελωνών, των Βουδίνων και των Σαυροματών.

103. Εκ τούτων οι μεν Ταύροι έχουσι τας εξής συνηθείας· θυσιάζουσι κατά τον ακόλουθον τρόπον εις την παρθένον τους ναυαγήσαντες και όσους των Ελλήνων συλλάβωσι ριφθέντας εις τα παράλιά των. Μετά τας προτελεστικάς ιεροπραξίας κτυπώσι με ρόπαλον την κεφαλήν του θύματος· και άλλοι μεν λέγουσιν ότι ωθούσι το σώμα από του κρημνού κάτω (διότι ο ναός είναι ιδρυμένος επί της κορυφής του κρημνού), την δε κεφαλήν στήνουσιν επί πασσάλου, άλλοι δε λέγουσιν ότι δεν ρίπτουσι το σώμα από του κρημνού αλλά το θάπτουσιν. Η θεά δε αύτη εις την οποίαν θυσιάζουσιν είναι, κατά τους Ταύρους, η θυγάτηρ του Αγαμέμνονος Ιφιγένεια. Όσους δε εχθρούς συλλάβωσιν αιχμαλώτους, τους μεταχειρίζονται ως ακολούθως· κόψας έκαστος μίαν κεφαλήν την φέρει εις την οικίαν των, και την διαπερά εις ξύλον μέγα όπερ εμπήγει άνωθεν της οικίας του πολύ υψηλά, μάλιστα δε άνωθεν της καπνοδόχης. Λέγουσι δε ότι την ανυψούσιν ούτω διά να ήναι φύλαξ όλης της οικίας. Ζώσι δε από της λεηλασίας και του πολέμου.

104. Οι δε Αγάθυρσοι είναι άνθρωποι αβρότατοι και τα μάλιστα χρυσοφόροι. Έχουσι τας γυναίκας κοινάς διά να ήναι όλοι αδελφοί μεταξύ των, και όντες συγγενείς να μη αισθάνωνται οι μεν κατά των δε μήτε μίσος μήτε φθόνον. Κατά τα άλλα όμως έθιμα εμιμήθησαν τους Θράκας.

105. Οι Νευροί έχουσι τα έθιμα των Σκυθών. Η προ της εισβολής του Δαρείου γενεά ηναγκάσθη να αφήση την χώραν ένεκα των όφεων, διότι εις την χώραν των εφάνησαν άπειροι όφεις ερχόμενοι οι πλείστοι από τας άνωθεν αυτών ερήμους· υπό των όφεων δε τούτων πιεσθέντες άφησαν την χώραν των και κατώκησαν μετά των Βουδίνων. Κατηγορούσι τους ανθρώπους τούτους ότι είναι μάγοι· οι Σκύθαι και οι εις την Σκυθίαν κατοικούντες Έλληνες βεβαιούσιν ότι κατ' έτος έκαστος Νεύρος γίνεται λύκος δι' ολίγας ημέρας και έπειτα επανέρχεται εις την προτέραν του κατάστασιν. Και εμέ μεν δεν πείθουσι ταύτα λέγοντες, ουχ ήττον όμως τα λέγουσι και τα υποστηρίζουσι δι' όρκων.

106. Οι δε Ανδροφάγοι έχουσιν ήθη αγριώτατα πάντων των ανθρώπων, μήτε δικαιοσύνην γνωρίζοντες μήτε μεταχειριζόμενοι κανένα νόμον. Είναι νομάδες και φορούσιν ενδυμασίαν ομοίαν με την Σκυθικήν· η γλώσσα των είναι ιδιαιτέρα και μόνοι από όλα αυτά τα έθνη είναι ανθρωποφάγοι.

107. Οι δε Μελάγχλαινοι φορούσι όλοι ενδύματα μέλανα, από τα οποία έχουσι και την επωνυμίαν, και έχουσιν έθιμα Σκυθικά.

108. Οι δε Βουδίνοι, έθνος μέγα και πολυάριθμον, είναι όλοι γλαυκώπιδες και πυρρότριχες. Υπάρχει δε εις αυτούς πόλις εκτισμένη με ξύλα της οποίας το όνομα είναι Γελωνός· τα τείχη αυτής σχηματίζουσι τετράγωνον του οποίου εκάστη πλευρά είναι τριάκοντα σταδίων. Τα τείχη ταύτα είναι υψηλά και ξύλινα, αι οικίαι ξύλιναι και οι ναοί ξύλινοι, καθότι εις την πόλιν ταύτην υπάρχουσιν ιερά Ελληνικών θεών εστολισμένα κατά τον ελληνικόν τρόπον με αγάλματα, με βωμούς και ναούς ξυλίνους. Οι Γελωνοί τελούσιν ανά πάσαν τριετίαν την εορτήν του Διονύσου και βακχεύουσιν· είναι δε καταγωγής Ελληνικής. Διωχθέντες από τους λιμένας εις τους οποίας κατώκουν, εγκατεστάθησαν μεταξύ των Βουδίνων και η γλώσσα των είναι μεμιγμένη Σκυθική και Ελληνική.

109. Οι δε Βουδίνοι δεν μεταχειρίζονται την αυτήν γλώσσαν με τους Γελωνούς, αλλ' ουδέ την αυτήν δίαιταν έχουσιν οι Βουδίνοι και οι Γελωνοί, διότι οι Βουδίνοι, καθό αυτόχθονες, είναι νομάδες και μόνοι από τους εις εκείνα τα μέρη ανθρώπους τρώγουσι βλαστούς δένδρων. Εξ εναντίας οι Γελωνοί καλλιεργούσι την γην, τρέφονται με σίτον και έχουσι κήπους· διαφέρουσιν επίσης από τους Βουδίνους και κατά το χρώμα και κατά την φυσιογνωμίαν. Εν τούτοις οι Έλληνες καλούσι τους Βουδίνους Γελωνούς, πλην κακώς τους ονομάζουσιν ούτω. Η χώρα των όλη είναι κατάφυτος από διάφορα δάση· εις το πυκνότερον δε αυτών είναι μεγάλη και ευρεία λίμνη περικυκλουμένη υπό ελών και καλάμων. Εις αυτήν αγρεύονται ενύδριες, κάστορες και άλλα ζώα τετραγωνοπρόσωπα των οποίων τα δέρματα χρησιμεύουσιν ως περιφράματα των σισυρών, οι δε όρχεις αυτών είναι χρήσιμοι προς θεραπείαν της υστέρας.

110. Διά τους Σαυρομάσας λέγουσι τα εξής. Ότε οι Έλληνες επολέμησαν τας Αμαζόνας (καλούσι δε οι Σκύθαι τας Αμαζόνας Οιόρπατα, όπερ σημαίνει Ελληνιστί ανδροκτόνοι· διότι _οιόρ_ σημαίνει ανήρ και _πάτα_ κτείνειν), τότε λέγεται ότι οι Έλληνες νικήσαντες εις την μάχην του Θερμώδοντος απέπλευσαν με τρία πλοία συμπαραλαβόντες όσας Αμαζόνας ηδυνήθησαν να ζωγρήσωσι, και ότι αυταί εις το πέλαγος, επιπεσούσαι κατά των ανδρών εφόνευσαν αυτοίς. Πλην ούτε πλοίον ήξευρον, ούτε εγνώριζον την χρήσιν του πηδαλίου, ούτε των ιστίων, ούτε των κωπών, και αφού εφόνευσαν τους άνδρας εφέροντο όπου τας ώθουν τα κύματα και ο άνεμος και έφθασαν ούτω εις τους Κρημνούς της Μαιώτιδος λίμνης. Είναι δε οι Κρημνοί μέρος της χώρας των ελευθέρων Σκυθών. Εκεί αι Αμαζόνες ωδοιπόρουν προς τους κατωκημένους τόπους· την πρώτην όμως αγέλην ίππων την οποίαν απήντησαν την διήρπασαν και αναβάσαι επί των ίππων τούτων ελεηλάτουν την χώραν των Σκυθών.

111. Οι δε Σκύθαι δεν ηδύναντο να εννοήσωσι το πράγμα, διότι ούτε την ενδυμασίαν, ούτε το έθνος, ούτε την γλώσσαν των εγνώριζον, αλλ' εθαύμαζον πόθεν ήλθον και τας ενόμιζον ότι ήσαν άνδρες έχοντες όλοι την αυτήν ηλικίαν· τέλος τας επολέμησαν. Μετά την μάχην όμως οι Σκύθαι έλαβόν τινα πτώματα και ανεγνώρισαν ότι ήσαν γυναίκες. Συνεσκέφθησαν λοιπόν και απεφάσισαν να μη τας φονεύωσι πλέον, αλλά να πέμψωσιν εις αυτάς αριθμόν τινα νέων ανάλογον με το πλήθος των Αμαζόνων, παραγγέλλοντες εις τους νέους τούτους να στρατοπεδεύσωσι πλησίον των και να τας μιμώνται καθ' όλα· εάν τους καταδιώκωσι, να μη τας πολεμώσιν, αλλά να φεύγωσι· και όταν αύται παύωσι την καταδίωξιν, να επιστρέφωσι και να στρατοπεδεύσωσι πλησίον των. Τούτο το σχέδιον παρεδέχθησαν οι Σκύθαι, θέλοντες να τεκνοποιήσωσιν εξ αυτών.

112. Πεμφθέντες λοιπόν οι νεανίσκοι εξετέλουν τα προσταχθέντα. Ιδούσαι δε αι Αμαζόνες ότι ούτοι δεν ήλθον διά να τας κακοποιήσωσι, τους άφινον ησύχους, και τοιουτοτρόπως ημέρα τη ημέρα επλησίαζον τα στρατόπεδα περισσότερον. Δεν είχον δε οι νεανίσκοι, καθώς ούτε αι Αμαζόνες, άλλο ειμή τα όπλα και τους ίππους των, ώστε έζων και αυτοί της ιδίαν ζωήν με τας Αμαζόνας, θηρεύοντες και λεηλατούντες.

113. Κατά την μεσημβρίαν συνείθιζον αι Αμαζόνες να αποχωρίζονται αλλήλων και να διασκορπίζωνται ανά μία ή ανά δύο όπως αναπαυθώσιν. Οι Σκύθαι παρετήρησαν τούτο και έπραττον το αυτό· είς δ' εξ αυτών πλησιάσας μίαν των μονωθεισών εχαριεντίζετο πλησίον της· και η Αμαζών δεν τον απώθησεν αλλά τον άφησε να πράξη ό,τι ήθελε. Και να τω ομιλήση μεν δεν ηδύνατο, διότι δεν ενόουν αλλήλους· με χειρονομίας όμως τω είπε να έλθη την ακόλουθον ημέραν εις το ίδιον μέρος φέρων και ένα άλλον ομού ώστε να γίνωσι δύο, και ότι θα φέρη και αυτή μίαν άλλην. Αναχωρήσας εκείθεν ο νεανίας διηγήθη το συμβάν εις τους άλλους, και την επομένην ημέραν επέστρεψεν εις την αυτήν θέσιν συνοδευόμενος παρ' ενός άλλου Σκύθου και εύρε την Αμαζόνα περιμένουσαν μετά μιας άλλης. Οι λοιποί νεανίσκοι, μαθόντες τα γενόμενα, ημέρωσαν και αυτοί τας λοιπάς Αμαζόνας.

114. Έπειτα τα δύο στρατόπεδα _ηνώθησαν_· όλοι έμενον ομού και έκαστος είχεν ως γυναίκα εκείνην με την οποίαν είχε μιχθή εξ αρχής. Και οι μεν άνδρες δεν ηδύναντο να μάθωσι την γλώσσαν των γυναικών, αι γυναίκες όμως έμαθον την των ανδρών. Αφού δε ήρχισαν να εννοώσιν αλλήλους, οι άνδρες είπον προς τας Αμαζόνας τα ακόλουθα. «Έχομεν γονείς, έχομεν κτήματα· λοιπόν ας παύσωμεν πλέον διάγοντες τοιαύτην ζωήν· ας αναχωρήσωμεν, ας ζήσωμεν με τους άλλους σεις μόναι θα ήσθε γυναίκες ημών και ουχί άλλαι.» Εκείναι δε απεκρίθησαν· «Ημείς ποτέ δεν θα δυνηθώμεν να κατοικήσωμεν μετά των υμετέρων γυναικών, διότι δεν έχομεν τα ίδια με αυτάς έθιμα· ημείς τοξεύομεν, ιππεύομεν, γυναικεία δε έργα δεν εμάθομεν. Αι υμέτεραι γυναίκες δεν κάμνουσι τίποτε από όσα ανεφέραμεν, αλλ' ενασχολούνται εις έργα γυναικεία με τας αμάξας των, μήτε προς θήραν εξερχόμεναι μήτε πράττουσαι άλλο τι παρόμοιον. Τούτου ένεκα ποτέ δεν θα συμφωνήσωμεν. Αλλ' εάν επιθυμήτε να μας έχετε γυναίκας και να φανήτε ότι είσθε άνθρωποι δίκαιοι, υπάγετε εις τους γονείς σας, λάβετε το ανάλογόν σας εκ των κτημάτων σας, και όταν επιστρέψετε συγκατοικούμεν εις ιδικόν μας τόπον.»

115. Οι νεανίσκοι επείσθησαν και έπραξαν ταύτα. Αφού δε λαβόντες το ανάλογον των κτημάτων επέστρεψαν προς τας Αμαζόνας, αύται τοις είπον· «Ημείς φοβούμεθα και δεν τολμώμεν να κατοικώμεν εις ταύτην την χώραν, όπου αφ' ενός μεν σας εστερήσαμεν των πατέρων σας, αφ' ετέρου δε επροξενήσαμεν πολλάς ζημίας. Επειδή όμως μας κρίνετε αξίας να μας έχετε γυναίκας σας, πράξατε τα ακόλουθα ομού με ημάς. Ας αναχωρήσωμεν, ας αφήσωμεν την γην ταύτην και ας υπάγωμεν να κατοικήσωμεν εις το απέναντι μέρος του ποταμού Τανάιδος.

116. Οι νεανίσκοι επείσθησαν και εις τούτο, και διαβάντες τον Τάναϊ ωδοιπόρησαν τριών μεν ημερών οδόν προς ανατολάς από του Τανάιδος, τριών δε προς βοράν από της Μαιώτιδος λίμνης. Φθάσαντες εις τούτο το μέρος, εις το οποίον κατοικούσι σήμερον, εγκατεστάθησαν εις αυτό. Έκτοτε δε αι γυναίκες των Σαυροματών διετήρησαν τα παλαιά έθιμα, θηρεύουσαι έφιπποι μετά των ανδρών των και άνευ αυτών, συχνάζουσαι εις τον πόλεμον και ενδυόμεναι ως οι άνδρες των.

117. Οι Σαυρομάται ομιλούσι την Σκυθικήν γλώσσαν αναμιγνύοντες ανέκαθεν εις αυτήν σολοικισμούς, επειδή αι Αμαζόνες ποτέ δεν την έμαθον καλώς. Ο δε νόμος των γάμων είναι τοιούτος· ουδεμία παρθένος νυμφεύεται πριν φονεύση άνδρα πολέμιον. Τινές δε γηράσκουσι χωρίς να νυμφευθώσι, μη δυνηθείσαι να εκπληρώσωσι τον νόμον.

118. Έφθασαν λοιπόν οι απεσταλμένοι των Σκυθών καθ' ην στιγμήν οι βασιλείς των εθνών τούτων ήσαν συναθροισμένοι και τοις είπον ότι οι Πέρσαι, αφού υπέταξαν όλην την άλλην ήπειρον, εγεφύρωσαν τον Βόσπορον, ότι διέβησαν εις την ήπειρον ταύτην, ότι υπέταξαν τους Θράκας και εγεφύρωσαν τον Ίστρον ποταμόν, και ότι ο βασιλεύς των θέλει να καθυποτάξη και όλα αυτά τα μέρη. «Εμείς λοιπόν, προσέθηκαν, μη θελήσετε κατ' ουδένα τρόπον να μείνετε αδιάφοροι και να μας αφήσετε να καταστραφώμεν, αλλ' ενούμενοι ας αντιταχθώμεν από κοινού κατά του επερχομένου πολεμίου. Δεν θα πράξετε τούτο; τότε ημείς πιεζόμενοι ή θα εγκαταλείψωμεν την χώραν, ή μένοντες θα παραδοθώμεν διά συνθήκης, διότι τι δυνάμεθα να πράξωμεν εάν δεν θελήσετε να μας βοηθήσετε; Αλλά τότε δεν θα πάθετε και υμείς ολιγώτερα, επειδή ο Πέρσης ήλθεν ου μόνον δι' ημάς αλλά και διά σας, ουδέ αφού καταστρέψη ημάς θα σας αφήση ησύχους. Μέγα δε μαρτύριον των λόγων τούτων είναι το εξής· εάν ο Πέρσης εξεστράτευε καθ' ημών μόνων θέλων να μας εκδικηθή διά την προλαβούσαν δούλωσιν, έπρεπε να στρατεύση μόνον καθ' ημών και να αφήση όλους τους άλλους· τότε τωόντι ήθελε δείξει σαφώς ότι μόνον κατά των Σκυθών ελαύνει και ουχί κατά των άλλων· αλλ' άμα διέβη εις την ήπειρον ταύτην, υπέταξεν όλους τους λαούς όσους εύρεν εμπρός του. Υπέταξε δε και τους άλλους Θράκας, και τους πλησιεστάτους γείτονας μας Γέτας»

119. Ταύτα ειπόντων των Σκυθών, συνεσκέπτοντο οι εκ διαφόρων εθνών ελθόντες βασιλείς και αι γνώμαι αυτών διηρέθησαν. Ο μεν Γελωνός, ο Βουδίνος και ο Σαυρομάτης, ενωθέντες υπεσχέθησαν να βοηθήσωσι τους Σκύθας· ο δε Αγάθυρσος, ο Νευρός, ο Ανδροφάγος και οι βασιλείς των Μελαγχλαίνων και των Ταύρων απεκρίθησαν εις τους απεσταλμένους τα εξής «Εάν δεν ηδικείτε πρότερον τους Πέρσας και δεν ηρχίζατε πρώτοι τον πόλεμον, θα εφαίνεσθε ότι ομιλείτε ορθώς ζητούντες αυτά τα οποία ζητείτε, και ημείς ακούοντες όσα είπατε ηθέλομεν σας βοηθήσει· αλλ' υμείς εισεβάλετε εις την γην των άνευ ημών και εβασιλεύσατε επί των Περσών εφ' όσον χρόνον σας επέτρεψε τούτο ο θεός, σήμερον δε εκείνοι, παρακινούμενοι υπό του αυτού θεού, σας αποδίδουσι τα ίσα. Ημείς δε και τότε δεν τους ηδικήσαμεν, και τώρα θα προσπαθήσωμεν να μη τους αδικήσωμεν πρώτοι. Εάν όμως ο βασιλεύς των έλθη και κατά της ιδικής μας γης και αρχίση να μας αδική, τότε και ημείς δεν θα μείνωμεν αργοί, καθότι φρονούμεν ότι οι Πέρσαι δεν ήλθον καθ' ημών αλλά κατά των αιτίων της εις αυτούς γενομένης αδικίας.»

120. Μαθόντες την απόκρισιν ταύτην οι Σκύθαι, παρητήθησαν μεν πάσης μάχης φανεράς, επειδή δεν συνεμάχησαν μετ' αυτών όλοι, απεφάσισαν δε να αναχωρήσωσι λαμβάνοντες τα ποίμνιά των, να συγχώνωσι κατά την πορείαν των τα φρέατα και τας κρήνας, να καταπατώσι την χλόην της γης και να διαιρεθώσιν εις δύο σώματα. Και το μεν έν, του οποίου αρχηγός ήτο ο Σκώπασις, διετάχθη να πλησιάση τους Σαυρομάτας, να προσκαλέση αυτούς εν περιπτώσει καθ' ην ο Πέρσης ήθελε λάβει αυτήν την διεύθυνσιν, και να φύγη κατ' ευθείαν προς τον Τάναϊν παραπορευόμενος την Μαιώτιδα λίμνην· να επιπίπτη δε εξ εναντίας κατ' αυτού οσάκις υποχωρή και να τον καταδιώκη. Αύτη ήτο η πρώτη μοίρα των βασιλικών Σκυθών ήτις διετάχθη να ακολουθήση την οδόν την οποίαν περιέγραψα. Το δεύτερον σώμα (ήτοι αι δύο άλλαι μοίραι των βασιλικών Σκυθών, η μεγάλη της οποίας άρχων ήτο ο Ιδάνθυρσος και η τρίτη της οποίας άρχων ήτο ο Τάξακις, ηνωμέναι μετά των Γελωνών και των Βουδίνων) διετάχθη να μένη πάντοτε μακράν από τους Πέρσας μιας ημέρας οδόν και να τους αποπλανά υποχωρόν και πράττον τα συμφωνηθέντα. Και πρώτον μεν να τους φέρη κατ' ευθείαν εις τας χώρας εκείνων οίτινες απεποιήθησαν την συμμαχίαν των διά να περιπλέξη και τούτους εις τον πόλεμον· και εάν εκουσίως δεν εδέχθησαν να πολεμήσωσι τους Πέρσας, να αναγκασθώσι τουλάχιστον διά του μέσου τούτου να επιχειρήσωσι τον πόλεμον. Κατόπιν διετάχθη το σώμα τούτο να εισέλθη πάλιν εις την χώραν και να πολεμήση τους Πέρσας εάν κρίνη την περίστασιν αρμοδίαν.

121. Ταύτα αποφασίσαντες οι Πέρσαι [-»Σκύθες] εξήλθον εις απάντησιν των στρατευμάτων του Δαρείου, αποστείλαντες ως προδρόμους τους αρίστους των ιππέων. Τας δε αμάξας, εις τας οποίας διαιτώντο τα τέκνα και αι γυναίκες όλαι, όλα τα ζώα πλην εκείνων τα οποία ήσαν αναγκαία διά τροφήν, τόσα αφήσαντες, έπεμψαν τα άλλα ομού με τας αμάξας παραγγείλαντες να διευθυνθώσι προς βοράν.

122. Ταύτα λοιπόν επέμφθησαν εμπρός, οι πρόδρομοι δε των Σκυθών συνήντησαν τους Πέρσας απέχοντας τριών ημερών οδόν από του Ίστρου. Και ούτοι μεν ευρόντες τούτους εστρατοπεδεύσαντο εις απόστασιν οδού μιας ημέρας και κατέστρεψαν τα φυτά της γης, οι δε Πέρσαι άμα είδον ότι ενεφανίσθη το ιππικόν των Σκυθών, εκίνησαν εναντίον των και ηκολούθουν τα ίχνη αυτών υποχωρούντων· έπειτα δε (επειδή οι Σκύθαι διευθύνθησαν προς την πρώτην μοίραν) τους εδίωκον φεύγοντας προς ανατολάς και προς τον Τάναϊν. Οι Σκύθαι έφθασαν τον ποταμόν τούτον και τον διέβησαν· οι Πέρσαι τον διέβησαν και αυτοί και τους κατεδίωκον εις την άλλην όχθην. Αμφότεροι δε, διεξελθόντες την χώραν των Σαυροματών, έφθασαν εις την των Βουδίνων.

123. Ενόσω οι Πέρσαι επορεύοντο διά μέσου της Σκυθικής και της Σαυρομάτιδος χώρας δεν είχον τίποτε να καταστρέψωσι, της χώρας ούσης χέρσου, εισελθόντες όμως εις την των Βουδίνων, εύρον την ξυλίνην πόλιν την οποίαν κενώσαντες οι κάτοικοι από όλα τα πράγματα είχον εγκαταλίπει, ενέπρησαν αύτην. Τούτο δε πράξαντες, επανέλαβον την καταδίωξιν μέχρις ου διήλθον την χωράν των Βουδίνων και έφθασαν εις την έρημον όπου ουδεμία φυλή ανθρωπίνη κατοικεί και ήτις εκτείνεται επί επτά ημερών οδόν. Ανωτέρω της ερήμου ταύτης οικούσιν οι Θυσσαγέται, και εκ του τύπου τούτου ρέουσι τέσσαρες μεγάλοι ποταμοί οίτινες, διερχόμενοι διά των Μαιωτών, χύνονται εις την λίμνην την καλουμένων Μαιώτιδα, και των οποίων τα ονόματα είναι Λύκος, Όαρος, Τάναϊς και Σύργις.

124. Όταν ο Δαρείος ήλθεν εις την έρημον διέκοψε την πορείαν του και παρέταξε τον στρατόν του εις τας όχθας του ποταμού Οάρου. Τούτο πράξας έκτισεν οκτώ τείχη μεγάλα απέχοντα απ' αλλήλων εξίσου, ήτοι εξήκοντα ακριβώς στάδια, των οποίων τα ερείπια εσώζοντο έτι εις την εποχήν μου. Ενώ δε ησχολείτο εις τας εργασίας ταύτας, οι Σκύθαι τους οποίους είχε καταδιώξει καταβάντες εκ των άνω εισήλθον διά περιστροφής εις την χώραν των. Εγένοντο λοιπόν εντελώς άφαντοι, και επειδή δεν παρουσιάζοντο πλέον ενώπιόν του, ο Δαρείος τα μεν τείχη εκείνα αφήκεν ημιτελή, αυτός δε υποστρέψας διευθύνθη προς δυσμάς, νομίζων ότι όλοι αυτοί ήσαν Σκύθαι και ότι έφευγον προς το μέρος εκείνο.

125. Ταχύνων την πορείαν επανεύρε τας δύο μοίρας των Σκυθών εις την Σκυθικήν. Ήρχισε λοιπόν πάλιν να τους καταδιώκη, αλλ' αυτοί, απέχοντες πάντοτε απ' αυτού μιας ημέρας οδόν, υπεχώρουν. Και επειδή ο Δαρείος δεν παρητείτο της καταδιώξεως, οι Σκύθαι κατά το σχέδιόν των έφευγον προς την γην των αρνηθέντων την συνδρομήν των και πρώτον ήλθον εις την γην των Μελαγχλαίνων. Αφού δε εισελθόντες εις αυτήν, τους ετάραξαν και οι Σκύθαι και οι Πέρσαι, οι Σκύθαι έφερον τους Πέρσας εις τους τόπους των Ανδροφάγων. Ταραχθέντων δε και τούτων, εισήλθον εις τους Νευρούς. Ταρασσομένων δε και τούτων, υποχωρούντες οι Σκύθαι έφθασαν εις τους Αγαθύρσους. Οι δε Αγάθυρσοι βλέποντες τους ομόρους των φεύγοντας ένεκα των Σκυθών και ταραττομένους, έπεμψαν κήρυκα προς τους Σκύθας και τοις απηγόρευσαν να διέλθωσι τα σύνορα, απειλούντες ότι εάν αποπειραθώσι τούτο, θα έχωσι πρώτον να πολεμήσωσι με αυτούς. Ταύτα μηνύσαντες οι Αγάθυρσοι έδραμον ένοπλοι εις τα μεθόρια, απόφασιν έχοντες να αποκρούσωσι την εισβολήν, ενώ οι Μελάγχλαινοι, οι Ανδροφάγοι και οι Νευροί, άμα οι Πέρσαι καταδιώκοντες τους Σκύθας εισήλθον εις τα μέρη των, λησμονήσαντες τας προηγουμένας απειλάς, έφυγον τεταραγμένοι εις την έρημον προς βοράν. Οι δε Σκύθαι εις μεν τους Αγαθύρσους απαγορεύσαντας δεν εισήλθον, αλλ' εξελθόντες εκ της χώρας των Νευρών έσυραν τους Πέρσας εις την ιδικήν των χώραν.

126. Επειδή δε τούτο εξηκολούθει επί πολύν χρόνον, ο Δαρείος έπεμψεν ιππέα προς τον βασιλέα των Σκυθών Ιδάνθυρσον και είπε τα εξής· «Ω κάκιστε άνθρωπε, διατί φεύγεις πάντοτε, ενώ από σου εξαρτάται να πράξης έν εκ των δύο; Νομίζεις ότι είσαι ικανός να εναντιωθής εις την δύναμίν μου; στήθι, παύσον να πλανάσαι και πολέμησον. Αναγνωρίζεις ότι είσαι ασθενέστερος; παύσον πάλιν αυτήν την περιπλάνησιν και φέρε εις τον δεσπότην σου χώμα και ύδωρ· έπειτα διαπραγματευόμεθα;»

127. Εις ταύτα ο βασιλεύς των Σκυθών Ιδάνθυρσυς απεκρίθη· «Ούτως έχουσι τα κατ' εμέ, ω Πέρσα· εγώ ακόμη δεν έφυγα φοβηθείς κανένα άνθρωπον, ούτε πρότερον ούτε τώρα φεύγω σε· ούτε πράττω σήμερον άλλο παρ' ό,τι πράττω συνήθως και εν ειρήνη. Διατί δε δεν σε πολεμώ αμέσως, θα σοι το είπω. Ημείς ούτε πόλεις έχομεν ούτε γαίας καλλιεργημένας ώστε φοβηθέντες μήπως τας κυριεύσης ή τας διαρπάσης να σπεύσωμεν να σε πολεμήσωμεν. Εάν εν τούτοις θέλης αφεύκτως πόλεμον, έχομεν τους τάφους των πατέρων μας· υπάγετε, εύρετε αυτούς, δοκιμάσατε να τους πειράξετε, και τότε θα ιδήτε εάν θα πολεμήσωμεν διά τους τάφους τούτους ή εάν δεν θα πολεμήσωμεν. Προ τούτου, άνευ αιτίας δεν θα συμπλακώμεν μετά σου. Και περί μεν της μάχης αρκούσι ταύτα, δεσπότας μου δε εγώ νομίζω μόνον τον Δια τον προπάτορά μου και την Εστίαν την βασίλισσαν των Σκυθών. Αντί δε να σοι δώσω χώμα και ύδωρ, θα σοι πέμψω δώρα αρμόδια να σοι προσφερθώσι, και αντί του λόγου τον οποίον με είπες ότι είσαι δεσπότης μου, σοι λέγω να κλαύσης.» Με ταύτα αναλογούσιν όσα είπον οι Σκύθαι.

128. Ο μεν κήρυξ λοιπόν ανεχώρησε διά να αναγγείλη ταύτα εις τον Δαρείον, οι δε βασιλείς των Σκυθών αφού ήκουσαν το όνομα της δουλείας επλήσθησαν οργής. Και την μεν υπό τον Σκώπασιν μοίραν μετά των Σαυροματών πέμπουσι προς τους Ίωνας τους φυλάσσοντας την γέφυραν του Ίστρου διά να έλθη εις ομιλίαν με αυτούς, οι δε υπολειπόμενοι του στρατού απεφάσισαν να μη πλανώσι πλέον τους Πέρσας, αλλά να επιπίπτωσι κατ' αυτών οσάκις εκάθηντο διά να φάγωσιν. Όταν λοιπόν έβλεπον τους στρατιώτας του Δαρείου καθημένους διά να φάγωσιν, έπραττον τα αποφασισθέντα. Και το μεν ιππικόν των Σκυθών πάντοτε έτρεπεν εις φυγήν το ιππικόν των Περσών, οι δε ιππείς των Περσών φεύγοντες κατέφευγαν εις το πεζόν· οι δε Σκύθαι αφού έτρεπον το ιππικόν υπέστρεφον φοβούμενοι τον πεζόν στρατόν. Τοιαύτας προσβολάς έκαμνον οι Σκύθαι και κατά τας νύκτας.

129. Θα αναφέρω ενταύθα παράδοξόν τι το οποίον εβοήθει τους Πέρσας και έβλαπτε τους Σκύθας ότε επέπιπτον κατά του στρατοπέδου του Δαρείου· τούτο ήτο η φωνή των όνων και η θέα των ημιόνων, διότι εις την Σκυθίαν δεν γεννώνται μήτε ημίονοι μήτε όνοι, ως εφανέρωσα προηγουμένως, ουδέ ευρίσκεται παντελώς εις την χώραν όλην ή όνος ή ημίονος ένεκα του ψύχους. Οι όνοι λοιπόν αγχωμένοι ετάραττον το ιππικόν των Σκυθών, και πολλάκις, ότε οι Σκύθαι ώρμων κατά των Περσών, οι ίπποι ακούοντες την φωνήν των όνων, εταράσσοντο και έστρεφον οπίσω εκπληττόμενοι και ορθούντες τα ώτα των, ως ίπποι μη ακούσαντες άλλοτε τοιαύτην φωνήν μήτε ιδόντες τοιαύτας μορφάς. Αλλά τούτο ήκιστα εμπόδιζε τον πόλεμον.

130. Εν τούτοις οι Σκύθαι βλέποντες τους Πέρσας θορυβουμένους εμηχανεύθησαν τα εξής διά να τους κρατήσωσι περισσότερον εις την Σκυθίαν, όπως βλάπτωνται παραμένοντες και στερούμενοι των πάντων. Αφίνοντες ζώα τινα μετά των βοσκών, έφευγον εις άλλο μέρος· οι δε Πέρσαι επερχόμενοι ελάμβανον τα ζώα και εμεγαλοφρόνουν διά το κατόρθωμα τούτο.

131. Επειδή δε πολλάκις εγένετο το στρατήγημα τούτο, τέλος ο Δαρείος περιήλθεν εις μεγάλην απορίαν. Οι βασιλείς των Σκυθών μαθόντες τούτο έπεμψαν κήρυκα φέροντα δώρα εις τον Δαρείον έν πτηνόν, ένα μυν, ένα βάτραχον και πέντε βέλη. Οι Πέρσαι ηρώτησαν τον φέροντα τα δώρα ποίαν έννοιαν είχον τα διδόμενα, εκείνος δε απεκρίνετο ότι ουδέν άλλο εγίνωσκεν ή να τα δώση και να αναχωρήση τάχιστα· προσέθετε δε ότι εάν ήσαν σοφοί άνθρωποι οι Πέρσαι, αυτοί έπρεπε να εννοήσωσι τι εσήμαινον τα δώρα. Ταύτα ακούσαντες οι Πέρσαι συνεσκέπτοντο.

132. Και η μεν γνώμη του Δαρείου ήτο ότι οι Σκύθαι παραδίδονται εις αυτόν και τω προσφέρουσι χώμα και ύδωρ, εικάζων τούτο εκ του ότι ο μεν μυς γεννάται εντός της γης και τρώγει τους αυτούς καρπούς με τον άνθρωπον, ο δε βάτραχος γεννάται εις το ύδωρ, το δε πτηνόν ομοιάζει τα μάλιστα με τον ίππον, τα δε βέλη ότι παραδίδουσι την δύναμίν των. Αύτη ήτο η γνώμη του Δαρείου, εναντία όμως ήτο η του Γωβρύου ενός των επτά ανδρών των φονευσάντων τον μάγον, όστις έλεγεν ότι τα δώρα εσήμαινον· «Ω Πέρσαι, εάν δεν γίνετε πτηνά και να πετάξετε εις τον ουρανόν, ή μύες διά να κρυβήτε υπό την γην, ή βάτραχοι διά να πηδήσετε εις τας λίμνας, δεν θα επιστρέψετε οπίσω αλλά θα πέσετε υπό τα βέλη ταύτα.»

133. Οι μεν Πέρσαι ούτως εξήγουν τα δώρα, η δε μοίρα των Σκυθών εκείνη ήτις εξ αρχής είχε την εντολήν να φυλάττη την Μαιώτιδα λίμνην και ήτις κατ' εκείνην την στιγμήν είχεν αναχωρήσει διά να έλθη εις λόγους με τους επί του Ίστρου Ίωνας, έφθασεν εις την γέφυραν. Άμα δε έφθασεν, είπε ταύτα· «Άνδρες Ίωνες, ερχόμεθα να σας φέρωμεν την ελευθερίαν, εάν θέλετε να μας ακούσετε. Ηξεύρομεν ότι ο Δαρείος σας διέταξε να φυλάττετε την γέφυραν ταύτην εξήκοντα μόνον ημέρας, επιτρέπων υμίν να αναχωρήσετε εις την χώραν σας εάν εν τούτω τω μεταξύ δεν επιστρέψη. Τώρα λοιπόν εάν πράξετε ως σας λέγομεν, ούτε εκείνος θα δυνηθή να σας μεμφθή ούτε ημείς· επειδή παρεμείνατε τας διωρισμένας ημέρας, αναχωρήσατε πλέον.» Και οι μεν Σκύθαι, επειδή οι Ίωνες υπεσχέθησαν να πράξωσι τούτο, έσπευσαν να αναχωρήσωσιν όσον τάχιστα.

134. Μετά δε τα δώρα τα σταλέντα εις τον Δαρείον οι μείναντες Σκύθαι, πεζόν και ιππικόν, αντετάχθησαν διά να πολεμήσωσι τους Πέρσας. Ενώ δε ήσαν παρατεταγμένοι οι Σκύθαι, διέσχισε τας τάξεις αυτών λαγός. Τούτου φανέντος όλοι έσπευσαν προς καταδίωξιν του. Επειδή δε εγίνετο ταραχή και βοή μεγάλη, ηρώτησεν ο Δαρείος την αιτίαν δι' ην εθορύβουν οι αντιπαρατεταγμένοι πολέμιοι. Μαθών δε ότι εδίωκον τον λαγόν, είπε προς εκείνους με τους οποίους συνείθιζε να ομιλή· «Οι άνθρωποι ούτοι πολύ μας καταφρονούσι και νομίζω ότι ο Γωβρύας πολύ καλώς εξήγησε τα δώρα των. Επειδή λοιπόν και εγώ κρίνω ότι ούτως έχουσι τα πράγματα, είναι ανάγκη να σκεφθώμεν καλώς περί της ασφαλούς επιστροφής μας.» Προς ταύτα ο Γωβρύας είπεν· «Ω βασιλεύ, εγώ και εξ ακοής μεν ήξευρον την πτωχείαν των ανθρώπων τούτων, αφότου όμως ήλθον έμαθον περισσότερα, βλέπων αυτούς να μας εμπαίζωσι. Φρονώ λοιπόν, άμα επέλθη η νυξ, να ανάψωμεν τα πυρά μας όπως εσυνειθίζαμεν να πράττωμεν, να απατήσωμεν τους στρατιώτας όσοι είναι ασθενέστατοι εις τας ταλαιπωρίας, να δέσωμεν όλους τους όνους και να αναχωρήσωμεν πριν οι Σκύθαι προχωρήσωσιν εις τον Ίστρον και κόψωσι την γέφυραν, ή οι Ίωνες πράξωσί τι το οποίον ειμπορεί να μας αφανίση.» Ο μεν Γωβρύας ταύτα συνεβούλευσεν.

135. Αφού δε εγένετο νυξ, ο Δαρείος ηκολούθησε την συμβουλήν ταύτην· αφήκεν εις το στρατόπεδον τους ασθενείς στρατιώτας και εκείνους των οποίων η απώλεια δεν θα ήτο επαισθητή· αφήκεν επίσης και τους όνους δεδεμένους. Αφήκε δε τους όνους και τους ασθενείς διά την εξής αιτίαν· τους όνους διά να κάμνωσι βοήν, τους δε ανθρώπους διά την ασθένειάν των, μεταχειρισθείς όμως την πρόφασιν ότι αυτός μεν μετά του υγιούς στρατού έμελλον να επιτεθώσι κατά των Σκυθών, αυτοί δε να φυλάττωσι το στρατόπεδον κατ' αυτό το διάστημα. Ταύτα παραγγείλας ο Δαρείος εις τους υπολειπομένους και ανάψας πυρά, διευθύνθη ταχέως προς τον Ίστρον. Μείναντες δε μόνοι οι όνοι, τόσον μάλλον εφώναζον ένεκα τούτου, και οι Σκύθαι ακούοντες τας φωνάς αυτών πληρούσας, όλην την χώραν, ενόμιζον ότι οι Πέρσαι ήσαν εκεί ακόμη.

136. Ημέρας γενομένης, εννοήσαντες οι υπολειφθέντες ότι τους επρόδοσεν ο Δαρείος, έτεινον τας χείρας εις τους Σκύθας και τοις διηγήθηκαν τα συμβαίνοντα. Άμα ήκουσαν ταύτα οι Σκύθαι ήνωσαν αμέσως τας δύο μοίρας, παρέλαβον μεθ' εαυτών τους Σαυρομάτας, τους Βουδίνους και τους Γελωνούς και κατεδίωκον τους Πέρσας κατ' ευθείαν προς τον Ίστρον. Επειδή όμως το Περσικόν στράτευμα συνέκειτο κατά το πλείστον εκ πεζικού και δεν εγνώριζε τας οδούς καθότι αύται δεν ήσαν τετμημέναι, οι δε Σκύθαι ήσαν όλοι ιππείς και εγνώριζον τας συντομωτέρας οδούς, δεν απηντήθησαν, αλλ' οι Σκύθαι επρόλαβον και έφθασαν εις την γέφυραν πολύ προ των Περσών. Ιδόντες δε ότι οι Πέρσαι δεν είχον φθάσει ακόμη, είπον προς τους Ίωνας όντας εις τα πλοία των· «Άνδρες Ίωνες, και ο αριθμός των ημερών σας παρήλθε και άδικον κάμνετε μένοντες εδώ ακόμη. Επειδή όμως μέχρι τούδε εμείνατε υπό φόβου, τώρα λύσατε την γέφυραν, αναχωρήσατε τάχιστα χαρήτε διά την ελευθερίαν σας και ευχαριστήσατε τους θεούς και τους Σκύθας. Όσον αφορά εκείνον όστις πρότερον ήτο δεσπότης σας, ημείς θα τον διορθώσωμεν ούτως ώστε να μη δύναται πλέον να εκστρατεύση κατ' ουδενός έθνους.»

137. Ταύτα ακούσαντες οι Ίωνες συνεσκέπτοντο. Και του μεν Μιλτιάδου του Αθηναίου, στρατηγού και τυράννου των εν τω Ελλησπόντω χερσονησιτών, η γνώμη ήτο να πεισθώσιν εις τους λόγους των Σκυθών και να ελευθερώσωσι την Ιωνίαν, του δε Ιστιαίου του Μιλησίου η γνώμη ήτο εναντία· ούτος έλεγεν ότι τώρα μεν ένεκα του Δαρείου έκαστος αυτών ήτο τύραννος μιας πόλεως· καταστρεφομένης όμως της δυνάμεως του Δαρείου, ούτε αυτός θα ηδύνατο πλέον να κυβερνά τους Μιλησίους ούτε άλλος τις άλλην τινά πόλιν, καθότι εκάστη πόλις θα ζητήση να δημοκρατήται μάλλον ή να τυραννεύεται. Αίφνης όλοι εκείνοι όσοι πρότερον είχον παραδεχδή την γνώμην του Μιλτιάδου, συνετάχθησαν με την γνώμην του Ιστιαίου.

138. Οι δε δόντες την ψήφον των, οίτινες και μεγάλην υπόληψιν έχαιρον παρά τω βασιλεί, ήσαν οι τύραννοι των Ελλησποντίων Δάφνις ο Αβυδηνός, Ίπποκλος ο Λαμψακηνός, Ηρόφαντος ο Παριηνός, Μητρόδωρος ο Προκοννήσιος, Αρισταγόρας ο Κυζικηνός και Αρίστων ο Βυζάντιος. Και ούτοι μεν ήσαν εκ του Ελλησπόντου, εκ δε της Ιωνίας ήσαν Στράττις ο Χίος, Αιάκης ο Σάμιος, Λαοδάμας ο Φωκαιεύς και Ιστιαίος ο Μιλήσιος ούτινος η ψηφοφορηθείσα γνώμη ήτο εναντία της του Μιλτιάδου. Εκ δε των Αιολέων ο μόνος σημαίνων ήτο ο Κυμαίος Αρισταγόρας.

139. Ούτοι λοιπόν, αφού παρεδέχθησαν την γνώμην του Ιστιαίου, απεφάσισαν να πράξωσι και να είπωσι τα εξής· να λύσωσι το μέρος της γεφύρας το προς τους Σκύθας, να το λύσωσι δε εις όσον διάστημα δύναται να φθάση βέλος, ίνα, φαινόμενοι ότι πράττουσί τι χωρίς να πράττωσι τίποτε, εμποδίσωσι τους Σκύθας να μεταχειρισθώσι βίαν και διαβώσι τον Ίστρον διά της γεφύρας. Λύοντες δε το με την Σκυθικήν συνεχόμενον μέρος της γεφύρας να είπωσιν ότι θα πράξωσι παν ό,τι δύνανται διά να ευχαριστήσωσι τους Σκύθας. Ταύτα μεν προσέθησαν εις την γνώμην του Ιστιαίου, έπειτα δε ο Ιστιαίος απεκρίθη εξ ονόματος όλων τα εξής· «Ω Σκύθαι, ήλθετε φέροντες εις ημάς αγαθάς συμβουλάς, και εσπεύσατε εγκαίρως. Καθώς δε ό,τι επράξατε αποβλέπει εις όφελος ημών, ούτω και ημείς σας υπηρετούμεν κατά την επιθυμίαν σας· διότι, ως βλέπετε, και την γέφυραν αποσπώμεν, και πάσαν προθυμίαν θέλομεν καταβάλει, θέλοντες να ήμεθα ελεύθεροι. Ενώ όμως ημείς λύομεν την γέφυραν, καιρός είναι να ζητήσετε τους Πέρσας και να τους τιμωρήσετε καθώς πρέπει δι' όσας ύβρεις έκαμον εις ημάς και εις υμάς.»

140. Οι δε Σκύθαι πιστεύσαντες και δευτέραν φορά τους Ίωνας ότι ωμίλουν ειλικρινώς υπέστρεψαν προς αναζήτησιν των Περσών, αλλ' επλανήθησαν όλως διόλου από την οδόν την οποίαν εκείνοι είχον λάβει. Αίτιοι δε τούτου εγένοντο αυτοί οι ίδιοι καταστρέψαντες τας βοσκάς των ίππων και συγχώσαντες τας πηγάς των υδάτων. Τωόντι εάν δεν έκαμναν τας ζημίας ταύτας, θα τοις ήτο εύκολον να εύρωσι τους Πέρσας όταν ήθελον· τώρα όμως το μέτρον εκείνο το οποίον προηγουμένως ενόμισαν ως συμφερώτατον, απέβη εις αυτούς βλαβερόν. Και αφ' ενός μεν οι Σκύθαι εζήτουν τους πολεμίους εις τα μέρη της χώρας όπου υπήρχον ακόμη βοσκαί και ύδωρ, εικάζοντες ότι ο Δαρείος διά τούτων των μερών θα έφευγεν· αφ' ετέρου δε οι Πέρσαι, παρατηρούντες τα ίχνη της προτέρας των οδοιπορίας, επέστρεφον διά της αυτής οδού ην είχον χαράξει προηγουμένως, και πάλιν μόλις κατώρθωσαν να φθάσωσιν εις την γέφυραν. Επειδή δε ότε έφθασαν ήτο νυξ και εύρον την γέφυραν λελυμένην, εφοβήθησαν υπερβολικά μήπως τους εγκατέλιπον οι Ίωνες.

141. Πλησίον του Δαρείου ήτο Αιγύπτιος τις έχων φωνήν δυνατωτάτην από όλους τους ανθρώπους. Αυτόν τον άνθρωπον διέταξεν ο Δαρείος να σταθή εις την όχθην του Ίστρου και να καλέση τον Μιλήσιον Ιστιαίον. Και ούτος μεν έπραξε ταύτα, ο δε Ιστιαίος ακούσας εις το πρώτον κέλευμα έφερεν όλα τα πλοία διά να διαπορθμεύσωσι τον στρατόν, και έζευξε την γέφυραν.

142. Τοιουτοτρόπως οι Πέρσαι διέφυγον, οι δε Σκύθαι ζητούντες αυτούς απέτυχον και εκ δευτέρου και είπον περί των Ιώνων ότι εάν μεν τους θεωρήση τις ως ελευθέρους, είναι οι μάλλον άνανδροι και οι μάλλον ουτιδανοί από όλους τους ανθρώπους, εάν δε τους θεωρήση ως δούλους, είναι ανδράποδα φιλοδέσποτα ουδεμίαν διάθεσιν έχοντα να ελευθερωθώσι. Τοιαύτας μομφάς επιρρίπτουσιν οι Σκύθαι κατά των Ιώνων.

143. Ο δε Δαρείος, πορευόμενος διά της Θράκης, έφθασεν εις την Σηστόν της Χερσονήσου· εντεύθεν αυτός μεν διέβη μετά των πλοίων εις την Ασίαν, εν τη Ευρώπη δε κατέλιπε στρατηγόν τον Πέρσην Μεγάβαζον τον οποίον ποτε ετίμησε μεγάλως ειπών ενώπιον των Περσών τον εξής λόγον. Ενώ ο Δαρείος ελάμβανε ρόδια και ήνοιγεν έν διά να το φάγη, ο αδελφός του Αρτάβανος τον ηρώτησε τι επεθύμει να είχε τόσον πλήθος όσοι ήσαν οι κόκκοι του ροδίου· τότε ο βασιλεύς απεκρίθη· «Προτιμώ να έχω τόσους Μεγαβάζους παρά την Ελλάδα υπήκοον.» Και ενώπιον μεν των Περσών με τοιούτους λόγους τον ετίμα· τότε δε τον άφησε στρατηγόν με ογδοήκοντα χιλιάδας άνδρας εκ του στρατού.

144. Ο Μεγάβαζος ούτος ένεκα των εξής λόγων τους οποίους είπε κατέλιπεν αθάνατον μνήμην εις τους Ελλησποντίους. Ευρίσκετο εις το Βυζάντιον όταν είπον ενώπιόν του ότι οι Καλχηδόνιοι ίδρυσαν αποικίαν εν τη χώρα δεκαεπτά έτη προ των Βυζαντίων. «Ήσαν λοιπόν τυφλοί, ανέκραξε· διότι αν δεν ήσαν τυφλοί, πώς εξέλεξαν τον ασχημότερον τόπον, ενώ ηδύναντο να κατοικίσωσι τον ωραιότερον;» Ο Μεγάβαζος λοιπόν αφεθείς στρατηγός εις την χώραν των Ελλησποντίων, υπέταξεν όλους τους μη μηδίζοντας.

145. Και ούτος μεν ταύτα έπραττε· κατά τον αυτόν δε χρόνον εγένετο μεγάλη αποστολή άλλου στρατού κατά της Λιβύας υπό την πρόφασιν την οποίαν θα είπω αφού διηγηθώ προηγουμένως τα εξής. Οι απόγονοι των Αργοναυτών, διωχθέντες εκ της Λήμνου υπό των Πελασγών, οίτινες είχον αρπάσει τας γυναίκας των Αθηναίων (55), έφθασαν διά θαλάσσης εις την Λακεδαίμονα, εστρατοπέδευσαν επί του όρους Ταϋγέτου και ήναψαν εκεί πυρά. Οι Λακεδαιμόνιοι τους είδον και έπεμψαν διά να τους ερωτήσωσι τινες και πόθεν ήσαν εκείνοι δε απεκρίθησαν εις τον άγγελον όστις τους ηρώτα ότι ήσαν μεν Μινύαι, απόγονοι δε των μετά της Αργούς πλευσάντων ηρώων καθότι οι ήρωες εκείνοι, προσορμισθέντες εις την Λήμνον, εγένννησαν αυτούς. Μαθόντες οι Λακεδαιμόνιοι ότι ήσαν εκ του γένους των Μινυών, έπεμψαν πάλιν διά να τους ερωτήσωσι την αιτίαν δι' ην ήλθον εις τον τόπον και ήναψαν πυρά. Εκείνοι δε απεκρίθησαν ότι διωχθέντες υπό των Πελασγών ήλθον εις τους προγόνους των, ως είναι δίκαιον, και ότι ζητούσι να συγκατοικήσωσι μετ' αυτών, μετέχοντες των τιμών και λαμβάνοντες μερίδιά τινα γης. Οι Λακεδαιμόνιοι συγκατένευσαν να δεχθώσι τους Μινύας υπό τους όρους τούτους εκείνο δε το οποίον τους παρεκίνησε να πράξωσιν ούτω, ήτο κυρίως ότι μετά των άλλων είχον συνεκπλεύσει διά της Αργούς και οι Τυνδαρίδαι. Τους εδέχθησαν λοιπόν, διένειμον εις αυτούς γαίας και τους διεμοίρασαν μεταξύ των φυλών. Αμέσως δε οι Μινύαι έλαβον γυναίκας Λακεδαιμονίας, δώσαντες εις άλλους εκείνας τας οποίας είχον φέρει εκ της Λήμνου.

146. Δεν παρήλθεν όμως πολύς χρόνος και εφάνησαν αυθάδεις αξιούντες να μετάσχωσι της βασιλείας και πράττοντες και άλλα ανόσια. Τούτου ένεκα οι Λακεδαιμόνιοι απεφάσισαν να τους φονεύσωσιν· όθεν τους συνέλαβαν και τους εφυλάκισαν. Οι δε Λακεδαιμόνιοι όσους έχουσι να φονεύσωσι τους φονεύουσι την νύκτα και ουδέποτε την ημέραν. Επειδή λοιπόν είχεν αποφασισθή να τους θανατώσωσιν, οι γυναίκες των Μινυών, ούσαι ασταί και θυγατέρες των πρώτων Σπαρτιατών, εζήτησαν την άδειαν να εισέλθωσιν εις την φυλακήν και να ομιλήση εκάστη μετά του ανδρός της. Οι δε Λακεδαιμόνιοι τας άφησαν να εισέλθωσι, μη υποπτεύσαντες παρ' αυτών δόλον τινά. Αύται όμως, άμα εισήλθον, έπραξαν τα εξής· δώσασαι εις τους άνδρας των όλα τα ενδύματα όσα εφόρουν, έλαβον τα των ανδρών. Οι Μινύαι, ενδεδυμένοι ως γυναίκες, εξήλθον και διαφυγόντες τοιουτοτρόπως εστρατοπέδευσαν πάλιν επί του Ταϋγέτου.

147. Κατά τον αυτόν χρόνον ο Θήρας του Αυτεσίωνος, του Τισαεμνού, του Θερσάνδρου, του Πολυνείκους, ανεχώρησεν εκ Λακεδαίμονος με αποικίαν. Ήτο δε ο Θήρας ούτος Καδμείος την καταγωγήν και μητρικός θείος του Ευρυσθένους και του Προκλέους, υιών του Αριστοδήμου. Όντων δε των παίδων τούτων εισέτι ανηλίκων, ο Θήρας επετρόπευε την βασιλείαν της Σπάρτης. Ότε δε ηύξησαν οι ανεψιοί του και παρέλαβον την εξουσίαν, ο Θήρας δεινόν νομίζων να άρχεται υπό άλλων αφού εγεύσατο άπαξ της αρχής, είπεν ότι δεν μένει πλέον εις την Λακεδαίμονα, αλλά θ' αποπλεύση προς τους συγγενείς του. Ήσαν δε εις την νήσον την σήμερον καλουμένην Θήραν, ήτις άλλοτε εκαλείτο Καλλίστη, απόγονοι του Φοίνικος Μεμβλιάρου υιού του Ποικίλου· διότι ο Κάδμος του Αγήνορος, ζητών την Ευρώπην, είχε προσορμισθή εις την νήσον ταύτην την σήμερον καλουμένην Θήραν. Προσορμισθείς δε εκεί, είτε διότι τω ήρεσεν ο τόπος, είτε δι άλλην τινά αιτίαν, άφησεν εις την νήσον ταύτην Φοίνικάς τινας μεταξύ των οποίων και τον Μεμβλίαρον, ένα των συγγενών του. Ούτοι οι άνθρωποι, πριν έλθη ο Θήρας εκ της Λακεδαίμονος, κατώκουν εις την Καλλίστην επί οκτώ γενεάς ανθρώπων.

148. Προς αυτούς λοιπόν ητοιμάζετο ν' απέλθη ο Θήρας παραλαβών λαόν εξ όλων των φυλών ουχί διά να τους εκπατρίση αλλά διά να συγκατοικήση και να σχετισθή μετ' αυτών. Επειδή δε και οι Μινύαι τους οποίους οι Λακεδαιμόνιοι ήθελον να φονεύσωσιν, αποδράντες εκ της φυλακής εκάθηντο εις τον Ταΰγετον, ο Θήρας παρεκάλεσε να τους συγχωρήσωσι διά να μη γίνη φόνος και ανεδέχετο να τους εξαγάγη της χώρας. Συγκατατεθέντων δε των Λακεδαιμονίων, έπλευσε μετά τριών τριακοντόρων προς τους απογόνους του Μεμβλιάρου, έχων μεθ' εαυτού ουχί όλους τους Μινύας, αλλ' ολίγους τινάς, καθότι οι περισσότεροι ετράπησαν προς τους Παρωρεάτας και τους Καύκωνας. Διώξαντες δε αυτούς από τας χώρας των, διήρεσαν εαυτούς εις έξ μοίρας και έπειτα έκτισαν τας πόλεις Λέπρεον, Μάκιστον, Φριξάς, Πύργον, Έπιον, Νούδιον. Τούτων τας περισσοτέρας κατέστρεψαν οι Ηλείοι επί της εποχής μου. Η δε νήσος επωνομάσθη Θήρα από τον οικιστήν.

149. Ο υιός του δεν ηθέλησε να αναχωρήση μετ' αυτού, και ο πατήρ του είπεν ότι άφινε πρόβατον μεταξύ λύκων· εκ τούτου του λόγου ο νεανίσκος ωνομάσθη Οιόλυκος, και του χρόνου προϊόντος το όνομα τούτο επεκράτησεν. Εκ του Οιολύκου τούτου εγεννήθη ο Αιγεύς, από του οποίου έλαβον το όνομα οι Αιγείδαι, φυλή μεγάλη εν Σπάρτη. Επειδή δε δεν έζων τα τέκνα της φυλής ταύτης, κατά χρησμόν τινα έκτισαν ναόν εις τας Ερινύας του Λαΐου και του Οιδίποδος, και έκτοτε έζων τα τέκνα. Το αυτό συνέβαινε και εις την Θήραν εις τους από των ανδρών τούτων γενομένους παίδας.

150. Μέχρι του σημείου τούτου της διηγήσεως οι Λακεδαιμόνιοι και οι Θηραίοι συμφωνούσι· τα ακόλουθα όμως μόνον οι Θηραίαι λέγουσιν ότι συνέβησαν. Ο Γρίνος, υιός του Αισανίου, απόγονος ων του Θήρα τούτου και βασιλεύων εις την νήσον Θήραν, μετέβη εις τους Δελφούς διά να προσφέρη εξ ονόματος της πόλεως εκατόμβην. Πολλοί πολίται τον ηκολούθουν, μεταξύ δε άλλων και ο Βάττος ο υιός του Πολυμνήστου καταγόμενος από τον Εύφημον, ένα των Μινυών. Ενώ δε ο Γρίνος ο βασιλεύς των Θηραίων ηρώτα το μαντείον περί διαφόρων πραγμάτων, η Πυθία τω είπε να κτίση πόλιν εις την Λιβύαν. Τότε εκείνος απεκρίθη· «Εγώ μεν, ω άναξ, είμαι γέρων και ήδη βαρύς διά τοιαύτην επιχείρησιν, συ δε πρόσταξον τινά από τους νέους τούτους να πράξη τούτο.» Ταύτα λέγων εδείκνυε τον Βάττον. Και τότε μεν τούτο εγένετο· μετά την αναχώρησίν των δε δεν εσκέφθησαν πλέον περί του χρησμού, διότι ούτε την Λιβύαν εγνώριζον εις ποίον μέρος της γης ήτο, ούτε ετόλμων να πέμψωσιν αποικίαν εις μέρος άγνωστον.

151. Επί επτά δε έτη μετά ταύτα δεν έβρεξεν εις την Θήραν, και κατ' αυτό το διάστημα όλα τα δένδρα εξηράνθησαν, πλην ενός. Τότε οι Θηβαίοι προσέδραμον εις το μαντείον, και η Πυθία τοις ενθύμισε την αποικίαν εις την Λιβύαν. Επειδή λοιπόν δεν υπήρχεν άλλο μέσον όπως αποφύγωσι το κακόν, πέμπουσιν εις Κρήτην αγγέλους διά να ερωτήσωσιν εάν τις των Κρητών ή των μετοίκων υπήγε ποτε εις την Λιβύαν. Περιερχόμενοι δε την Κρήτην οι άνθρωποι ούτοι έφθασαν εις την πόλιν Ίτανον όπου εγνωρίσθησαν με ένα πορφυροβαφέα ονόματι Κορώβιον, όστις τοις είπεν ότι παρασυρθείς υπό των ανέμων υπήγεν εις την Λιβύαν και εις την νήσον της Λιβύας Πλατέαν. Πείσαντες λοιπόν αυτόν με μισθόν τον έφερον εις την Θήραν· εκείθεν δε εξέπλευσαν κατά πρώτον ολίγοι πρόσκοποι, οίτινες αφού ωδηγήθησαν εις την νήσον ταύτην την Πλατέαν τον μεν Κορώβιον κατέλιπον εκεί με τροφάς πολλών μηνών, αυτοί δε επέστρεψαν τάχιστα διά να αναγγείλωσιν εις τους Θηραίους περί της νήσου.

152. Επειδή δε αυτοί έμειναν εις την Θήραν πλειότερον του συμφωνηθέντος χρόνου, εις τον Κορώβιον ετελείωσαν τα πάντα. Μετά ταύτα πλοίον της Σάμου, του οποίου ναύκληρος ήτο ο Κωλαίος (56), πλέον προς την Αίγυπτον, ερρίφθη εις την νήσον ταύτην Πλατέαν μαθόντες δε οι Σάμιοι παρά του Κορωβίου διατί ευρίσκετο εκεί, τω άφησαν ενός έτους τροφάς, έπειτα δε εξήλθον εις το πέλαγος και προσεπάθουν να υπάγωσιν εις την Αίγυπτον έχοντες άνεμον ανατολικόν και επειδή δεν έπαυεν ο άνεμος, διαπεράσαντες τας Ηρακλείους στήλας φθάνουσιν εις την Ταρτησσόν, οδηγούμενοι από θείαν τινά δύναμιν. Ο λιμήν ούτος ήτο τότε άγνωστος ώστε επιστρέψαντες οπίσω εκέρδισαν από τα φορτία των πολύ περισσότερα από όλους τους Έλληνας όσους ημείς γνωρίζομεν ακριβώς, μετά τον Αιγινήτην Σώστρατον τον Λαοδάμαντος, διότι μετ' αυτού ουδείς δύναται να παραβληθή. Οι Σάμιοι λοιπόν λαβόντες το δέκατον εκ των κερδών των, συμποσούμενον εις έξ τάλαντα, κατεσκεύασαν χάλκινον αγγείον, όμοιον με κρατήρα αργολικόν, πέριξ του οποίου οι πρόκροσσοι ήσαν κεφαλαί γρυπών, και το αφιέρωσαν εις τον ναόν της Ήρας στήσαντες αυτό επί τριών χαλκίνων κολοσσών επταπήχων, εστηριγμένων εις τα γόνατα. Οι δε Κυρηναίοι και οι Θηραίοι ηνώθησαν διά στενής φιλίας μετά των Σαμίων, ευγνωμονούντες δι' όσα ούτοι είχον πράξει υπέρ του Κορωβίου.