87. Τότε, ως λέγουσιν οι Λυδοί, ο Κροίσος, ιδών ότι ο Κύρος μετενόησεν, ότι όλοι κατεγίνοντο να σβέσωσι το πυρ και ότι δεν ηδύναντο να το κατορθώσωσιν, επεκαλέσθη την βοήθειαν του Απόλλωνος, ικετεύων αυτόν, εάν ποτε τω προσέφερε δώρον ευχάριστον, να τον σώση από τον έσχατον εκείνον κύνδυνον. Ταύτα προσευχόμενος έκλαιεν. Αίφνης δε, ενώ ο ουρανός ήτο αίθριος και ήρεμος, συνεσωρεύθησαν νέφη, θύελλα εξερράγη και έπεσε βροχή ορμητικωτάτη ήτις έσβεσε την πυράν. Τότε ο Κύρος ανεγνώρισεν ότι ο Κροίσος ήτο άνθρωπος καλός και αγαπητός εις τους θεούς, τον κατεβίβασεν από την πυράν και τω είπε· «Κροίσε, ποίος θνητός σε συνεβούλευσε να εισβάλης ένοπλος εις την χώραν μου, και να προτιμήσης την έχθραν μου; — Ω βασιλεύ, απεκρίθη ο Κροίσος, ταύτα έπραξα διά την ιδικήν σου ευτυχίαν και την ιδικήν μου απώλειαν. Ο θεός των Ελλήνων είναι αιτία τούτου· αυτός με παρώτρυνε να λάβω τα όπλα, διότι ουδείς είναι τόσον άφρων ώστε να προτιμήση τον πόλεμον αντί της ειρήνης. Εν ειρήνη, τα τέκνα θάπτουσι τους πατέρας των· εν πολέμω, οι πατέρες θάπτουσι τα τέκνα των. Αλλ' ούτως ηθέλησαν οι θεοί, να συμβώσιν όσα συνέβησαν.»

88. Ο μεν Κροίσος ταύτα είπεν· ο δε Κύρος, λύσας τα δεσμά του, τον εκάθισε πλησίον του και εφέρθη προς αυτόν μετά μεγάλου σεβασμού· αυτός ο ίδιος και οι περί αυτόν τον παρετήρουν μετά θαυμασμού. Εν τούτοις ο Κροίσος, παραδεδομένος εις τας σκέψεις του, εσιώπα. Έπειτα στραφείς είδε τους Πέρσας καταγινομένους να λεηλατώσι την πόλιν και ανέκραξεν· «Ω βασιλεύ, πρέπει να σοι είπω ό,τι φρονώ ή είναι προτιμότερον να σιωπήσω εις την παρούσαν περίστασιν;» Επιτρέψαντος δε του Κύρου να είπη θαρρούντως ό,τι ήθελεν, εκείνος ηρώτησε λέγων· «Τι πράττει μετά τόσης σπουδής το πολύ εκείνο πλήθος; — Λεηλατεί την πόλιν και αρπάζει τους θησαυρούς σου, απεκρίθη ο Κύρος. — Ούτε την πόλιν μου λεηλατεί, ούτε τους θησαυρούς μου αρπάζει, διότι ουδέν τούτων μοι ανήκει πλέον· λεηλατεί και αρπάζει τα ιδικά σου.»

89. Εκπλαγείς ο Κύρος διά την απόκρισιν ταύτην, απεμάκρυνεν όλους και ηθέλησε να μάθη παρά του Κροίσου τι προέβλεπε δι' αυτόν εις εκείνα τα οποία συνέβαινον. Ο Κροίσος απεκρίθη· «Αφού οι θεοί με παρέδωκαν αιχμάλωτόν σου, νομίζω δίκαιον, εάν βλέπω τι το οποίον συ δεν βλέπεις, να σοι το λέγω. Οι Πέρσαι είναι φύσει θρασείς και στερούνται χρημάτων. Εάν λοιπόν τους αφήσης να διαρπάζωσι και να κρατώσι δι' εαυτούς πλούσια πράγματα, ιδού τι θα ακολουθήση εις σε· εκείνον όστις λάβη τα περισσότερα, θα αναγκασθής μετ' ολίγον να τον πολεμήσης ως επαναστάτην. Τώρα λοιπόν, εάν σοι αρέσκωσιν αι συμβουλαί μου, πράξον ό,τι θα σε είπω· θέσον εις όλας τας πύλας φύλακας εκ των δορυφόρων σου οίτινες να λέγωσιν εις όσους εξέρχονται βαστάζοντες λάφυρα να αφιερώσι το δέκατον τούτων εις τον Δία. Τοιουτοτρόπως και συ δεν θα γίνης μισητός εις αυτούς λαμβάνων τα πράγματα διά της βίας, και εκείνοι, αναγνωρίζοντες ότι απαιτείς πράγμα δίκαιον, θα υπακούσωσι προθύμως.»

90. Πολύ ευχαριστήθη ο Κύρος ακούων αυτόν, διότι όλαι αι συμβουλαί του τω εφάνησαν ορθαί. Παρήγγειλε λοιπόν εις τους φύλακας του να εκτελέσωσιν όσα τω είχεν υπαγορεύσει εκείνος και ακολούθως τω είπε· «Κροίσε, επειδή εξακολουθείς να ομιλής και να φέρεσαι ως βασιλεύς, ζήτησον παρ' εμού ό,τι θέλεις και θα το λάβης αμέσως. — Ω δέσποτα, απεκρίθη ο Κροίσος, η μεγαλειτέρα ευεργεσία την οποίαν δύνασαι να πράξης προς εμέ είναι να μοι επιτρέψης να στείλω τας πέδας ταύτας εις τον θεόν των Ελλήνων, εις εκείνον εκ των θεών τον οποίον ετίμησα υπερβαλόντως, και να τον ερωτήσω εάν νομίζη δίκαιον να απατά εκείνους οίτινες πράττουσι προς αυτόν καλόν.» Ο Κύρος εζήτησε να μάθη διά ποίαν αιτίαν παρεπονείτο και ο Κροίσος τω διηγήθη τα σχέδια του και τας αποκρίσεις του μαντείου· τω περιέγραψε τα αφιερώματά του και τω είπε πώς, παρακινούμενος υπό των προρρήσεων της Πυθίας, απεφάσισε να επιχειρήση πόλεμον κατά των Περσών· ετελείωσε δε την διήγησίν του επιμείνας εις την επιθυμίαν του να πέμψη εις τον θεόν διά να τον ονειδίση. Τότε ο Κύρος, γελάσας είπε· «Και τούτο σοι επιτρέπω, ω Κροίσε, και ει τι άλλο ήθελες ζητήσει εις το μέλλον παρ' εμού.» Ταύτα είπεν, ο δε Κροίσος άνευ αναβολής έπεμψε Λυδούς εις τους Δελφούς, διατάξας αυτούς να κρεμάσωσι τα δεσμά του εις την είσοδον του ναού και να ερωτήσωσι τον θεόν εάν δεν ησχύνετο διά τους χρησμούς με τους οποίους παρώτρυνε τον Κροίσον να επιχειρήση τον πόλεμον κατά των Περσών, επί τη ελπίδι ότι ήθελε καταστρέψει την αρχήν του Κύρου· δεικνύοντες δε τας πέδας να τω είπωσιν ότι τοιαύτα ακροθίνια τω προσφέρουσι· και τέλος να τον ερωτήσωσιν εάν οι ελληνικοί θεοί συνειθίζωσι να ήναι αχάριστοι.

91. Οι Λυδοί έφθασαν εις τους Δελφούς και είπον τα παραγγελθέντα· λέγεται δε ότι η Πυθία απεκρίθη εις αυτούς τα ακόλουθα· «Εκείνο το οποίον έγραψεν η μοίρα, ούτε θεός δεν δύναται να το αποφύγη. Ο Κροίσος απέτισε το έγκλημα του πέμπτου πάππου του όστις, δορυφόρος ων των Ηρακλειδών, ηκολούθησε τας συμβουλάς δολίας γυναικός, εφόνευσε τον κύριόν του και κατέλαβε θρόνον εις τον οποίον ουδέν δικαίωμα είχε. Με όλην δε την επιθυμίαν ην είχεν ο Απόλλων να συμβώσιν αι καταστροφαί των Σάρδεων επί του υιού του Κροίσου και ουχί επ' αυτού του Κροίσου, δεν ήτο εις την εξουσίαν αυτού του θεού να μεταβάλη το πεπρωμένον· παν ό,τι ηδυνήθη να επιτύχη, το έπραξε χάριν του Κροίσου. Επί τρία έτη ανεβλήθη η άλωσις των Σάρδεων. Ας μάθη όμως ο Κροίσος ότι εγένετο αιχμάλωτος τρία έτη μετά τον προσδιωρισμένον υπό της μοίρας χρόνον. Εκτός τούτου, όταν η πυρά έμελλε να τον κατακαύση, ο Απόλλων τον εβοήθησεν. Όσον δ' αφορά τον δοθέντα χρησμόν, ο Κροίσος έχει άδικον να παραπονήται κατ' αυτού, καθότι ο Απόλλων τω προείπεν ότι, εάν επεχείρει πόλεμον κατά των Περσών, θα κατέστρεφε μεγάλην αρχήν. Εάν ο Κροίσος ήτο φρόνιμος, έπρεπε να πέμψη και εκ δευτέρου διά να πληροφορηθή περί ποίας αρχής επρόκειτο, περί της του Κύρου ή της ιδικής του. Αλλ' ούτε τον χρησμόν ενόησεν, ούτε εζήτησεν εξηγήσεις· ποίον λοιπόν έπρεπε να αιτιάται ειμή εαυτόν; Αλλ' ουδέ την απόκρισιν ενόησε του θεού όταν ούτος τω ωμίλησε περί του ημιόνου. Ο ημίονος δεν ήτο άλλος ή αυτός ο Κύρος όστις εγεννήθη εκ δύο διαφόρων φυλών, εκ μητρός ευγενεστέρας και πατρός κατωτέρου. Η μήτηρ ήτο Μηδίς, θυγάτηρ του Αστυάγους, βασιλέως των Μήδων· ο πατήρ ήτο Πέρσης και υποτελής των Μήδων· κατώτερος δε ων αυτής υπό όλας τας επόψεις, έλαβε γυναίκα την δέσποινάν του.» Τοιαύτη ήτο η απόκρισις της Πυθίας, οι δε Λυδοί επιστρέψαντες εις τας Σάρδεις ανεκοίνωσαν αυτήν εις τον Κροίσον όστις ακούσας αυτούς επείσθη ότι έπταιεν αυτός και ουχί ο θεός.

92. Ταύτα είναι τα αφορώντα την βασιλείαν του Κροίσου και την πρώτην υποδούλωσιν των Ιώνων. Υπάρχουσι δε εις την Ελλάδα και άλλα πολλά αφιερώματα του βασιλέως τούτου, εκτός εκείνων τα οποία εμνημόνευσα. Εις τας Θήβας της Βοιωτίας υπάρχει τρίπους χρυσούς, τον οποίον αφιέρωσεν εις τον Ισμήνιον Απόλλωνα· εις την Έφεσον αι χρυσαί δαμάλεις και αι πλείσται των στηλών εις τους Δελφούς, μεγάλη χρυσή ασπίς εις τον ναόν της Αθηνάς. Όλα ταύτα τα αντικείμενα εσώζοντο ακόμη επί των ημερών μου, τα δε άλλα κατεστράφησαν. Τα αναθήματα του Κροίσου εις τους Βραγχίδας των Μιλησίων, ως ακούω, ήσαν όμοια και ισοβαρή με τα εις τους Δελφούς σταλέντα. Ταύτα και εκείνα τα οποία έδωκεν εις τον Αμφιάραον προήρχοντο εκ της κληρονομίας του και της ιδίας του περιουσίας, τα δε άλλα ήσαν από την περιουσίαν εχθρού τινος όστις, πριν βασιλεύση ο Κροίσος, ωργάνωσε στάσιν διά να αναβή εις τον θρόνον των Λυδών ο Πανταλέων. Ήτο δε ο Πανταλέων ούτος υιός επίσης του Αλυάττου και αδελφός του Κροίσου, αλλ' ουχί ομομήτριος· διότι η μεν μήτηρ του Κροίσου ήτο εκ της Καρίας, η δε του Πανταλέοντος εκ της Ιωνίας. Αφού δε ο Κροίσος έλαβε την βασιλείαν την οποίαν τω έδωκεν ο πατήρ του, κατεδίκασε τον άνθρωπον όστις είχε συνωμόσει εναντίον του να αποθάνη δερόμενος υπό γνάθους (7), και επειδή προηγουμένως είχε τάξει εις τους θεούς την περιουσίαν αυτού του άνθρωπου, αφιέρωσεν αυτήν τοιουτοτρόπως εις τους ναούς τους οποίους ανέφερα. Αλλά περί μεν των αναθημάτων αρκούσιν όσα είπομεν.

93. Περίεργα δε πράγματα δεν έχει η Λυδία, ως άλλαι χώραι, διά να τα περιγράψη τις ειμή τα ψήγματα του χρυσού τα οποία καταβαίνουσιν από τον Τμώλον. Υπάρχει όμως εκεί το μέγιστον των ανθρωπίνων έργων, πλην των της Αιγύπτου και της Βαβυλώνος· το μνήμα του Αλυάττου, πατρός του Κροίσου. Και η μεν βάσις αυτού είναι ωκοδομημένη εκ πετρών μεγάλων, το δε επίλοιπον είναι σωρός χώματος. Κατεσκεύασαν αυτό οι έμποροι, οι χειρώνακτες και αι πόρναι· εσώζοντο δε ακόμη επί των ημερών μου, εις την κορυφήν του μνήματος, πέντε σημεία δεικνύοντα διά σκαλιστών γραμμάτων ποίον μέρος εκάστη τάξις είχε κατασκευάσει. Μετρών τις δε ηδύνατο να εύρη ότι αι γυναίκες είχον κατασκευάσει το περισσότερον· διότι αι κόραι του δήμου των Λυδών πορνεύονται όλαι διά να συνάζωσι προίκας μέχρις ου υπανδρευθώσι, και υπανδρεύονται όταν και όπως θέλουσιν. Η δε περίμετρος του μνήματος είναι έξ στάδια και δύο πλέθρα, το δε πλάτος δεκατρία πλέθρα. Πλησίον του μνημείου υπάρχει μεγάλη λίμνη ήτις, ως λέγουσιν οι Λυδοί, δεν ξηραίνεται ποτέ, και ήτις καλείται Γυγαία λίμνη. Αλλ' αρκούσιν όσα είπομεν περί του αντικειμένου τούτου.

94. Τα δε έθιμα των Λυδών πολύ ομοιάζουσι με τα των Ελλήνων, εκτός μόνον ότι οι Λυδοί επιτρέπουσι την πορνείαν εις τα θήλεα τέκνα των· είναι δε οι πρώτοι των ανθρώπων, καθ' όσον ημείς ηξεύρομεν, οίτινες μετεχειρίσθησαν κεκομμένα χρυσά και αργυρά νομίσματα· οι πρώτοι επίσης οίτινες εγένοντο μεταπράται. Αξιούσιν επίσης οι Λυδοί ότι αυτοί είναι οι εφευρέται των παιγνιδιών τα οποία σήμερον είναι κοινά και εις αυτούς και εις τους Έλληνας, και ότι τα εφεύρον κατά την εποχήν καθ' ην έστειλον αποικίαν εις τους Τυρρηνούς. Ιδού δε πώς διηγούνται το πράγμα. Επί του βασιλέως Άτυος, υιού του Μάνου, μεγάλη σιτοδεία εγένετο εις όλην την Λυδίαν· ο λαός, επί τινα μεν χρόνον, υπέμεινε καρτερικώς· κατόπιν όμως, επειδή αύτη δεν έπαυεν, εζήτησε θεραπείαν του κακού, και έκαστος εμηχανεύθη τι. Τότε εφεύρον τους κύβους, τους αστραγάλους, την σφαίραν και όλα τα τοιούτου είδους παιγνίδια, εκτός μόνον των πεσσών των οποίων δεν οικειοποιούνται την εφεύρεσιν. Ταύτα εφευρόντες, διεσκέδαζον ως ακολούθως κατά της πείνης· την μεν μίαν ημέραν όλην έπαιζον, διά να μη σκέπτωνται περί τροφής, την δε άλλην διέκοπτον τα παιγνίδια και έτρωγον. Χάρις δε εις το μέσον τούτο, δεκαοκτώ έτη παρήλθον· εν τούτοις το κακόν, αντί να παύση, ηύξησε. Τότε ο βασιλεύς διήρεσε τον λαόν εις δύο μοίρας, έπειτα έρριψε κλήρον ποία να μείνει και ποία να εγκαταλείψη την χώραν, κηρύξας εαυτόν αρχηγόν εκείνων οίτινες ήθελον μείνει και καθιστών αρχηγόν εκείνων οίτινες ήθελον μεταναστεύσει τον υιόν του Τυρρηνόν. Οι τελευταίοι, ούτοι μετέβησαν εις την Σμύρνην, εναυπήγησαν πλοία, έθεσαν εντός αυτών πάντα τα αναγκαιούντα διά μακρόν ταξείδιον, και έπλευσαν προς αναζήτησιν γης, ήτις να ηδύνατο να τους θρέψη. Πολλούς λαούς παρέπλευσαν, επί τέλους δε έφθασαν εις τους Ομβρικούς, όπου έκτισαν πόλεις και όπου κατοικούσιν ακόμη. Αφήκαν δε το όνομα των Λυδών και έλαβον το του υιού του βασιλέως των, όστις τους έφερεν εκεί, και έκτοτε καλούνται Τυρρηνοί. Εν τούτοις οι Λυδοί υπεδουλώθησαν από τους Πέρσας.

95. Τώρα πρέπει να εξετάσωμεν τι ήτο ο Κύρος όστις κατέστρεψε την αρχήν του Κροίσου και πώς οι Πέρσαι εγένοντο κύριοι της Ασίας. Θα ακολουθήσω την μέθοδον τινών Περσών οίτινες έγραψαν ουχί με την θέλησιν να μεγαλοποιήσωσι τας πράξεις του Κύρου, αλλά να είπωσι την αλήθειαν, μολονότι ηξεύρω να εξιστορήσω τα περί του μονάρχου τούτου και κατά τρεις άλλους τρόπους. Οι Ασσύριοι εκυβέρνων την άνω Ασίαν πεντακόσια είκοσιν έτη (8) ότε πρώτοι οι Μήδοι επανεστάτησαν κατ' αυτών πολεμήσαντες δε τους Ασσυρίους διά να ανακτήσωσι την ελευθερίαν των, εφάνησαν ανδρείοι, απετίναξαν τον ζυγόν και ηλευθερώθησαν. Μετ' αυτούς ηκολούθησαν το παράδειγμά των και τα άλλα έθνη.

96. Αφού δε όλοι οι ηπειρώται εγένοντο αυτόνομοι, περιέπεσαν πάλιν εις τυραννίδας ως ακολούθως. Μεταξύ των Μήδων έζη άνθρωπός τις σοφός καλούμενος Δηιόκης και ήτο υιός του Φραόρτου· αυτός ο Δηιόκης, επιθυμήσας τυραννίδα, έπραξε τα εξής. Ο Μηδικός πληθυσμός ήτο τότε διανενεμημένος κατά κώμας· αυτός δε, ήδη αρκετά σεβαστός εις την ιδικήν του, τότε με περισσοτέραν προθυμίαν εζήτει να φαίνεται δίκαιος. Όταν εφήρμοσε το σχέδιον τούτο, πολλαί ανομίαι επράττοντο εις όλην την Μηδίαν, και δεν ηγνόει ότι το άδικον είναι πολέμιον του δικαίου. Οι Μήδοι της κώμης του, βλέποντες τους τρόπους του, τον εξέλεξαν ως δικαστήν, αυτός δε, μη λησμονών την ηγεμονίαν, εδεικνύοτε δίκαιος και ευθύς. Διά της διαγωγής δε ταύτης τόσον είλκυσε τον σεβασμόν των συμπολιτών του, ώστε και των άλλων κωμών οι κάτοικοι, βλέποντες ότι ο Δηιόκης ήτο ο μόνος άνθρωπος όστις εδίκαζε δικαίως και ενθυμούμενοι πόσα υπέφερον έως τότε εκ των αδίκων αποφάσεων, συνέρρεον προθύμως εις τον Δηιόκην διά να κριθώσι παρ' αυτού, και επί τέλους εις ουδενός άλλου αποφάσεις υπετάσσοντο.

97. Το πλήθος των συντρεχόντων εις αυτόν δεν έπαυεν αυξάνον, διότι ενόουν ότι εκείνος μόνον ηδύνατο να δώση έν τέλος εις τας υποθέσεις των· τότε ο Δηιόκης ανεγνώρισεν ότι παρ' αυτού εξηρτάτο το παν, και δεν ήθελε πλέον να καθίζη εις το μέρος όπου μέχρι τότε καθίζων εδίκαζεν, αλλ' είπεν ότι δεν θα δικάση εις το εξής, προφασιζόμενος ότι δικάζων δι' όλης της ημέρας τας ξένας υποθέσεις παρημέλει τας ιδίας εαυτού. Όθεν απ' εκείνης της στιγμής αι αρπαγαί και αι ανομίαι ηύξησαν εις τας κώμας πολύ περισσότερον ή πρότερον· τότε οι Μήδοι συνηθροίσθησαν και συνεσκέφθησαν περί της παρούσης καταστάσεως των πραγμάτων, ως υποθέτω δε εγώ, περισσότερον ωμίλησαν οι φίλοι του Δηιόκου. «Μας είναι αδύνατον, έλεγον, με το παρόν πολίτευμα το οποίον έχομεν, να κατοικήσωμεν περισσότερον την χώραν· ας εκλέξωμεν λοιπόν βασιλέα· τοιουτοτρόπως δε και η χώρα θα ευνομηθή και ημείς θα δυνάμεθα να ασχολώμεθα εις τα έργα μας και δεν θα γίνωμεν ανάστατοι υπό της ανομίας.» Διά τοιούτων δε λόγων τους έπεισαν να εκλέξωσι βασιλέα.

98. Αμέσως ετέθη τα ζήτημα ποίον να ονομάσωσι βασιλέα, και παρ' όλων επροτάθη και επηνέθη ο Δηιόκης· συνεφώνησαν λοιπόν να τον λάβωσιν ως βασιλέα. Τότε ο Δηιόκης εζήτησε να τω κτίσωσιν οίκημα άξιον της βασιλείας και να κρατύνωσι την εξουσίαν του με δορυφόρους. Οι δε Μήδοι έπραξαν όσα εζήτησε· τω έκτισαν ανάκτορον μέγα και ισχυρόν εις το μέρος της χώρας όπερ εφαίνετο εις αυτόν κατάλληλον, και τω επέτρεψαν να εκλέξη από όλους τους Μήδους και να συγκροτήση σώμα δορυφόρων. Αφού δε εκείνος περιεβλήθη με απόλυτον εξουσίαν, ηνάγκασε τους Μήδους να κτίσωσι μίαν πόλιν, και εις ταύτην προσκολλώμενοι να φροντίζωσιν ολιγώτερον διά τας άλλας. Αι διαταγαί του εξετελέσθησαν ακριβώς· ο λαός έκτισε τα μεγάλα και ισχυρά τείχη τα οποία σήμερον καλούνται Εκβάτανα και τα οποία είναι πολλοί κύκλοι, ο είς εντός του άλλου. Η διάταξις αύτη των τειχών επετεύχθη ως εκ της κλίσεως του εδάφους· ο είς κύκλος δεν είναι υψηλότερος του άλλου ειμή κατά τους προμαχώνας. Εκείνο δε εις το οποίον ο Δηιόκης επετηδεύθη περισσότερον είναι ότι, όντων των κύκλων επτά, εφρόντισε να περικλείση εις τον τελευταίον το ανάκτορον και τους θησαυρούς του. Ο δε μέγιστος τούτων κύκλος έχει την αυτήν περιφέρειαν όσην και ο των Αθηνών. Οι προμαχώνες του πρώτου κύκλου είναι εκ λίθων λευκών, οι του δευτέρου εκ λίθων μαύρων, οι του τρίτου έχουσι χρώμα πορφυρούν, οι του τετάρτου κυανούν και οι του πέμπτου ερυθρόν ανοικτόν. Τοιουτοτρόπως όλων των κύκλων οι προμαχώνες είναι βεβαμμένοι με έν χρώμα, εκτός των δύο τελευταίων οίτινες έχουσι τους προμαχώνας των ο μεν επάργυρους ο δε επίχρυσους.

99. Ταύτα λοιπόν τα τείχη έκτισεν ο Δηιόκης διά την ιδίαν εαυτού ασφάλειαν και διά να περικλείση το ανάκτορόν του, έπειτα δε διέταξε τον λαόν να εγκατασταθή πέριξ του τείχους. Αφού εκτίσθησαν όλα, πρώτος ο Δηιόκης επέβαλε την εθιμοταξίαν να μη εισέρχεται κανείς εις τον βασιλέα, αλλά να τον ερωτώσι διά διαγγελέων. Ουδείς ηδύνατο να ίδη τον βασιλέα· το γελάν ή το πτύειν έμπροσθεν αυτού ή έμπροσθεν παντός άλλου εθεωρήθη ως αισχρόν. Εσύστησε δε την σοβαράν ταύτην τάξιν περί εαυτόν ίνα μη, συναναστρεφόμενοι αυτόν, συνωμόσωσιν εναντίον του εκ ζηλοτυπίας οι άλλοτε μετ' αυτού συζήσαντες συνηλικιώται του και ουδόλως υποδεέστεροι κατά την καταγωγήν ή τα λοιπά προτερήματα, αλλ' εξεναντίας, μη βλέποντες αυτόν, να τον θεωρώσιν ως άλλης φύσεως άνθρωπον.

100. Τεθείσης της τάξεως ταύτης και ισχυροποιηθείσης της εξουσίας του, εγένετο αυστηρός τηρητής της δικαιοσύνης. Τω απέτεινον αναφοράς εγγράφους, αυτός δε απέστελλεν εγγράφως τας αποφάσεις του. Και ταύτα μεν έπραττεν όσον αφορά τας δίκας· περί όλων δε των λοιπών είχε λάβει συνετά μέτρα. Άμα εμάνθανεν ότι επράττετο αδίκημα παρά τινος, προσήγεν αυτόν αμέσως και τον ετιμώρει αναλόγως του αδικήματος όπερ είχε πράξει. Είχε δε προς τούτοις εις όλην την χώραν, εφ' ης ήρχε κατασκόπους και ωτακουστάς.

101. Εν τούτοις ο Δηιόκης περιωρίσθη να ενώση εις έν όλον το Μηδικόν έθνος και να διοική αυτό· ιδού δε ποία είναι τα ονόματα των φυλών· Βουσαί, Παραιτακηνοί, Στρούχατες, Αριζαντοί, Βούδιοι, Μάγοι. Και τα μεν γένη των Μήδων τόσα είναι.

102. Ο δε Δηιόκης εγέννησεν υιόν τον Φραόρτην όστις, αφού ο πατήρ του εβασίλευσε πεντήκοντα τρία έτη και απέθανε, παρέλαβε την βασιλείαν. Αναβάς δε εις τον θρόνον, δεν ηρκέσθη να βασιλεύη μόνον επί των Μήδων, αλλ' επολέμησε πρώτους τους Πέρσας και τους υπέταξεν εις τους Μήδους. Έπειτα, έχων τας δυνάμεις των δύο τούτων ισχυρών εθνών, κατέστρεψε την Ασίαν, μεταβαίνων από μιας χώρας εις άλλην μέχρις ου εισήλθεν εις τους Ασσυρίους εκείνους οίτινες άλλοτε, κύριοι όντες της Νίνου, είχον εξουσιάσει όλην την άνω Ασίαν. Κατ' εκείνον όμως τον καιρόν ευρίσκοντο ούτοι μεμονωμένοι, οι δε υποτελείς των, αποστατήσαντες, εχωρίσθησαν από αυτούς· πλην κατά τα άλλα ήσαν εις καλήν κατάστασιν, και ο Φραόρτης, πολεμών αυτούς, και αυτός απώλετο αφού εβασίλευσεν είκοσι δύο έτη, και το πλείστον μέρος του στρατεύματός του.

103. Τον Φραόρτην διεδέχθη ο Κυαξάρης, υιός του Φραόρτου και εγγονός του Δηιόκου, όστις, ως λέγουσιν, εφάνη πολεμικώτερος των προγόνων του. Αυτός πρώτος διήρεσε τα ασιατικά στρατεύματα εις διάφορα σώματα, χωρίσας τους λογχοφόρους από τους τοξότας και τους ιππείς, οίτινες πρότερον ήσαν όλοι αναμεμιγμένοι. Αυτός επολέμησε τους Λυδούς ότε, ενώ επολέμουν, η ημέρα εγένετο νυξ, και καθυπέταξεν όλην την άνω Ασίαν μέχρι του Άλυος ποταμού. Συναθροίσας δε στρατεύματα εξ όλων των υπ' αυτόν χωρών, εστράτευσι κατά της Νίνου, απόφασιν έχων να εκδικηθή τον πατέρα του καταστρέφων την πόλιν εκείνην. Ενώ δε ενίκησε τους Ασσυρίους και περιεκύκλωσε την πόλιν, ήλθεν εις την Ασίαν πολύ στράτευμα Σκυθών οδηγούμενον υπό του βασιλέως αυτών Μαδύου, υιού του Πρωτοθύου· εισήλθον δε οι Σκύθαι ούτοι εις την Μηδικήν χώραν καταδιώκοντες τους Κιμμερίους τους οποίους είχον διώξει από την Ευρώπην.

104. Από δε την Μαιώτιδα λίμνην μέχρι του Φάσιδος ποταμού της Κολχίδος είναι τριάκοντα ημερών οδός δι' ένα καλόν πεζοδρόμον· εκ δε της Κολχίδος εις την Μηδίαν η απόστασις είναι ολίγη, διότι μεταξύ των δύο τούτων χωρών έν μόνον έθνος ευρίσκεται, οι Σάσπειρες. Από αυτούς άμα εξέλθη τις εισέρχεται εις τους Μήδους. Οι Σκύθαι εν τούτοις δεν εισήλθον εκ τούτου του μέρους, αλλά δι' άλλης οδού πολύ μακροτέρας, έχοντες εις τα δεξιά τον Καύκασον. Εις τους πρόποδας των ορέων συνεπλάκησαν οι Σκύθαι και οι Μήδοι, ούτοι δε ηττήθησαν και απώλεσαν την ηγεμονίαν της Ασίας, την οποίαν κατέλαβον οι Σκύθαι.

105. Ακολούθως επορεύθησαν προς την Αίγυπτον, και είχον ήδη εισέλθει εις την Συριακήν Παλαιστίνην, ότε ο βασιλεύς της Αιγύπτου Ψαμμίτιχος, ελθών εις απάντησίν των, τους έπεισε διά παρακλήσεων και δώρων να μη προχωρήσωσι περισσοτέρων αλλά να αναχωρήσωσιν. Εμακρύνθησαν λοιπόν και έφθασαν εις την πόλιν της Συρίας Ασκάλωνα. Ενώ δε οι περισσότεροι Σκύθαι διήλθον χωρίς να προξενήσωσιν ουδέ την παραμικράν βλάβην, ολίγοι τινές αυτών, μείναντες οπίσω, εσύλησαν διαβαίνοντες τον ναόν της ουρανίας Αφροδίτης. Είναι δε ο ναός ούτος, όπως εξετάσας έμαθον, ο αρχαιότατος από όλους τους ναούς όσους έχει η θεά αύτη· διότι ο μεν της Κύπρου εκτίσθη κατά το σχέδιον αυτού, ως λέγουσιν οι ίδιοι Κύπριοι· ο δε των Κυθήρων εκτίσθη από τους εκ του μέρους τούτου της Συρίας ελθόντας Φοίνικας. Εις εκείνους δε τους Σκύθας οίτινες εσύλησαν τον εν τη Ασκάλωνι ναόν, έρριψεν η θεά και εις αυτούς και εις τους απογόνους των γυναικείαν ασθένειαν. Οι Σκύθαι δεν κρύπτουσι την καταγωγήν της ασθενείας ταύτης, όσοι δε επισκέπτονται την χώραν των βλέπουσι τι πάσχουσιν οι εκεί καλούμενοι Εναρείς.

106. Επί εικοσιοκτώ έτη οι Σκύθαι ήσαν κύριοι της Ασίας, διά δε της θρασύτητός των και της αμαθείας των είχον αναστατώσει τα πάντα· διότι, εκτός των φόρων, απήτουν παρ' έκαστου ό,τι τοις εφαίνετο εύλογον να απαιτώσι, και προς τούτοις, περιτρέχοντες ακαταπαύστως εδώ και εκεί, ήρπαζον ό,τι εύρισκον. Τέλος ο Κυαξάρης και οι Μήδοι προσκαλέσαντες τους περισσοτέρους, τους εμέθυσαν και τους εθανάτωσαν. Τοιουτοτρόπως δε ανέλαβον πάλιν την ηγεμονίαν οι Μήδοι, ανέκτησαν τας αυτάς επαρχίας όσας είχον πρότερον και εκυρίευσαν την Νίνον (πώς δε την εκυρίευσαν, θα διηγηθώ εις άλλο βιβλίον)· τέλος υπέταξαν όλους τους Ασσυρίους, πλην του μέρους της Βαβυλώνος. Μετά τα συμβάντα δε ταύτα απέθανεν ο Κυαξάρης βασιλεύσας έτη τεσσαράκοντα, συμπεριλαμβανομένου και του χρόνου της Σκυθικής δυναστείας.

107. Διεδέχθη δε την βασιλείαν ο υιός του Αστυάγης, όστις εγέννησε θυγατέρα την οποίαν ωνόμασε Μανδάνην. Κοιμώμενος δέ ποτε ο Αστυάγης είδεν εις τον ύπνον του ότι η Μανδάνη αύτη ούρησε τόσον αφθόνως ώστε ου μόνον εγέμισε την πόλιν, αλλά κατέκλυσε και την Ασίαν ολόκληρον. Διηγήθη δε το όνειρον τούτο εις τους μάγους οίτινες εξηγούσι τα όνειρα και εφοβήθη διά την εξήγησιν την οποίαν τω έδωκαν. Επομένως, όταν η Μανδάνη έφθασεν εις γάμου ηλικίαν, δεν ηθέλησε να την υπανδρεύση με Μήδον τινα άξιον να συγγενεύση μετ' αυτού, αλλ' ενθυμούμενος το όνειρον, την υπάνδρευσε μέ τινα Πέρσην ονόματι Καμβύσην τον οποίον εύρισκεν ότι ήτο από καλήν οικογένειαν, χαρακτήρος ηπίου και πολύ κατώτερος από Μήδον μεσαίας τάξεως.

108. Κατά το πρώτον έτος του γάμου του Καμβύσου και της Μανδάνης, ο Αστυάγης είδεν άλλο όνειρον· τω εφάνη ότι εκ του αιδοίου της θυγατρός του εφύτρωσεν άμπελος και ότι η άμπελος αύτη εξετάθη εφ' όλης της Ασίας. Αφού δε ηρώτησε και περί του ονείρου τούτου τους εξηγητάς, έπεμψεν εις την Περσίαν και έφερε την θυγατέρα του ήτις επλησίαζε να γεννήση. Ελθούσαν δε την εφύλαττε θέλων να διαφθείρη το γεννηθησόμενον εξ αυτής, διότι εκ του ονείρου εκείνου εξήγαγον οι μάγοι ότι το παιδίον της θυγατρός του έμελλε να βασιλεύση αντ' αυτού. Ο δε Αστυάγης, διά να αποφύγη το δυστύχημα τούτο, άμα εγεννήθη ο Κύρος εκάλεσε τον Άρπαγον, άνθρωπον συγγενή του και μάλλον πιστόν από όλους τους άλλους Μήδους, έτι δε και επίτροπον πάντων των κτημάτων του, και τω είπε τα ακόλουθα· «Άρπαγε, μη αμελήσης την υπόθεσιν την οποίαν θα σοι αναθέσω· μη με προδώσης και φοβού μήπως καταστρέψης τον εαυτόν σου εάν προτιμήσης άλλον· λάβε το παιδίον το οποίον εγέννησεν η Μανδάνη, φέρε το εις την οικίαν σου και φόνευσον αυτό. Έπειτα θάψε το όπως θέλεις.» Ο δε Άρπαγος απεκρίθη· «Ω βασιλεύ, ου μόνον μέχρι τούδε δεν είδες εις εμέ αχαριστίαν τινά, αλλά και εις το μέλλον θα προσέχω να μη πταίσω προς σε. Εάν λοιπόν σοι ήναι ευάρεστον να γίνη ούτω το πράγμα, το καθήκον μου είναι να υπακούσω προθύμως.»

109. Ταύτα ειπών έλαβε το παιδίον κεκοσμημένον διά τον θάνατον, και κλαίων επορεύετο εις την οικίαν του. Εισελθών δε διηγήθη εις την γυναίκα του όλα όσα τω είχεν ειπεί ο Αστυάγης. «Τώρα, ηρώτησεν εκείνη, ποίος είναι ο στοχασμός σου; τι σκοπεύεις να πράξης;» Ο δε απεκρίθη· «Όχι εκείνο το οποίον με διέταξεν ο Αστυάγης· έστω και αν παραφρονήση ή εκμανή περισσότερον, εγώ δεν θα συμμερισθώ την γνώμην του ούτε θα τον υπηρετήσω εις τοιούτον φόνον. Διά πολλάς αιτίας, δεν θα φονεύσω εγώ το παιδίον, πρώτον μεν διότι είναι εκ του αίματός μου και δεύτερον διότι ο Αστυάγης είναι γέρων και δεν έχει άρρενας απογόνους. Εάν αποθάνη, και η θυγάτηρ του διαδεχθή την βασιλείαν, η θυγάτηρ αύτη της οποίας θέλει σήμερον να φονεύσω τον υιόν, εις ποίους κινδύνους θα ευρεθώ εκτεθειμένος; Εν τούτοις, διά την ασφάλειάν μου, είναι μεν ανάγκη να φονευθή το παιδίον, αλλ' ο φονεύς ας ήναι εκ των ανθρώπων του Αστυάγους και ουχί εκ των ιδικών μου.»

110. Αφού ωμίλησεν ούτω έπεμψεν άνθρωπον προς ένα των βουκόλων του Αστυάγους, καλούμενον Μιτραδάτην, τον οποίον ήξευρεν ότι είχε νομάς αρμοδιωτάτας προς εκτέλεσιν του σχεδίου τούτου και όρη γέμοντα αγρίων θηρίων. Ο άνθρωπος εκείνος είχε νυμφευθή μίαν συνδούλην του ήτις ωνομάζετο ελληνιστί μεν Κυνώ μηδιστί δε Σπακώ, διότι την κύνα οι Μηδοί καλούσι σπάκα. Οι δε πρόποδες των ορέων, όπου τότε ο βουκόλος εκείνος έβοσκε τους βόας του, εκτείνονται προς βορράν των Εκβατάνων και προς τον Εύξεινον πόντον. Εκεί, από το μέρος των Σασπείρων, η Μηδική χώρα είναι υψηλή, ορεινή και δασώδης, το δε λοιπόν μέρος είναι πεδινόν. Ότε λοιπόν ο υπό του απεσταλμένου προσκληθείς βουκόλος έφθασε κατεσπευσμένως, ο Άρπαγος τω είπεν· «Ο Αστυάγης σε διατάττει να λάβης το παιδίον τούτο και να το εκθέσης εις το μάλλον έρημον μέρος των ορέων διά να απολεσθή ταχέως. Με παρήγγειλε δε να σου είπω και τα εξής· εάν δεν το φονεύσης, αλλά προσπαθήσης να το σώσης, σε περιμένει σκληροτάτη τιμωρία. Εγώ διετάχθην να ίδω εάν θα το ρίψης.»

111. Ο βουκόλος, αφού ήκουσε τους λόγους τούτους, έλαβε το παιδίον, επέστρεψεν οίκαδε και έφθασεν εις την έπαυλιν. Η γυνή του, ήτις περιέμενεν από ημέρας εις ημέραν να γεννήση, εγέννησε κατά τύχην τότε ότε ο βουκόλος ήτο εις την πόλιν. Ήσαν λοιπόν και οι δύο εις μεγάλην φροντίδα περί αλλήλων, ο μεν ανησυχών διά τον τοκετόν της γυναικός του, η δε ανησυχούσα διότι ο Άρπαγος έστειλε και εζήτησε τον άνδρα της, πράγμα ασύνηθες. Άμα δε ούτος επέστρεψεν, η γυνή, ιδούσα αυτόν σχεδόν ανελπίστως, τον ηρώτησε πρώτη διά ποίαν αιτίαν ο Άρπαγος τον εζήτησε με τόσην βίαν. Εκείνος δε απεκρίθη· «Ω γύναι, εκείνο το οποίον είδα και ήκουσα εις την πόλιν, είθε να μη συνέβαινεν εις τους δεσπότας μας! Όλος ο οίκος του Αρπάγου ήτο πλήρης κλαυθμών, εγώ δε εισήλθον εκπεπληγμένος. Άμα εισήλθον, είδον παιδίον κειτόμενον χαμαί, ασπαίρον και φωνάζον· ήτο εστολισμένον με χρυσά και εφόρει ένδυμα ποικιλοχρώματον. Ο Άρπαγος με είδε, με διέταξε να λάβω αμέσως το παιδίον, να αναχωρήσω κρατών αυτό και να το εκθέσω εις το μάλλον συχναζόμενον υπό των θηρίων μέρος των ορέων μας, λέγων ότι ο Αστυάγης διέταττε τούτο και προσθέτων τρομεράς απειλάς εάν δεν υπακούσω. Έλαβον λοιπόν το παιδίον και το έφερον, υποθέτων ότι θα ήτο υπηρέτου τινός, διότι ποτέ δεν θα ηδυνάμην να εικάσω τίνος ήτο. Ηπόρουν όμως διά τα τόσα χρυσά του κοσμήματα, διά την ωραίαν εσθήτα του και διά το μέγα πένθος εις το οποίον έβλεπον την οικίαν του Αρπάγου. Καθ' οδόν έμαθον τα πάντα· ο άνθρωπος όστις με έφερεν έξω της πόλεως και όστις μοι παρέδωκε το παιδίον, με είπεν ότι ήτο υιός της Μανδάνης, θυγατρός του Αστυάγους, και του Καμβύσου, υιού του Κύρου. Ο Αστυάγης διατάττει να το φονεύσωμεν, και ιδού αυτό.»

112. Τελειόνων τας λέξεις ταύτας ο βουκόλος απεκάλυψε και έδειξε το παιδίον εις την γυναίκα· αύτη δε, επειδή είδεν ότι ήτο ευτραφές και ωραίον, ήρχισε να κλαίη, και περιπτυχθείσα τα γόνατα του ανδρός της, τον παρεκάλεσε να μη το εκθέση κατ' ουδένα τρόπον. Αλλ' εκείνος είπεν ότι δεν ηδύνατο να πράξη άλλως, ότι κατάσκοποι του Αρπάγου θα έλθωσι να παρατηρήσωσι, και ότι ελεεινός θάνατος τον περιέμενεν εάν παρέβαινε την υπόσχεσίν του. Η δε γυνή, επειδή δεν ηδύνατο να τον πείση, επέμεινε και επανέλαβεν· «Αφού δεν ειμπορώ να σε πείσω να μη το ρίψης, και είναι απόλυτος ανάγκη να το ίδωσιν ερριμμένον, πράξε το εξής. Ως βλέπεις εγέννησα και εγώ, αλλ' εγέννησα παιδίον νεκρόν· λάβε λοιπόν αυτό, ρίψε το, και έπειτα ας αναθρέψωμεν τον υιόν της θυγατρός του Αστυάγους ως να ήτο ιδικός μας. Τοιουτοτρόπως δε και συ δεν θα φανής ότι αδικείς τους κυρίους μας ούτε τα συμφέροντά μας θα βλαφθώσι διά της αποφάσεως ταύτης, διότι και το νεκρόν παιδίον μας θα τύχη βασιλικής ταφής και εκείνο το οποίον μένει δεν θα αποθάνη.»

113. Ο βουκόλος εσκέφθη ότι η γυνή του ωμίλει φρονίμως προς την παρούσαν περίστασιν, και συνεμορφώθη αμέσως με τας συμβουλάς της. Παραδώσας εις την γυναίκα του το παιδίον το οποίον είχε φέρει διά να το θανατώση και λαβών το ιδικόν του το οποίον ήτο νεκρόν, το έθεσεν εις το κάνιστρον όπου ήτο το πρώτον, το εκόσμησε με όλα τα κοσμήματα του άλλου παιδίου και φέρων το απέθεσεν εις το ερημότατον μέρος των ορέων. Μετά τρεις δε ημέρας, ο βουκόλος ανεχώρησε διά την πόλιν, αφήσας να το φυλάττη είς των συντρόφων του, ήλθεν εις τον οίκον του Αρπάγου και τω είπεν ότι ήτο έτοιμος να δείξη το πτώμα του παιδίου. Έπεμψε τότε ο Αρπαγος τους πιστοτάτους των δορυφόρων του, εβεβαιώθη δι' αυτών περί του πράγματος, και έθαψε τον υιόν του βουκόλου. Και ούτος μεν ενταφιάσθη, ο δε άλλος, όστις βραδύτερον ωνομάσθη Κύρος, ανετράφη υπό της γυναικός του βουκόλου ήτις τον ωνόμαζεν άλλως και όχι Κύρον.

114. Όταν το παιδίον έφθασε το δέκατον έτος της ηλικίας του, συνέβη εις αυτό το ακόλουθον γεγονός το οποίον απεκάλυψεν εκ ποίων γονέων ήτο. Εις το χωρίον όπου ήσαν οι σταύλοι των βοών, έπαιζεν εν μέσω της οδού με άλλους παίδας συνηλικιώτας του. Τα παιδία, παίζοντα, εξελέξαντο βασιλέα τον καλούμενον υιόν του βουκόλου· τότε αυτός διέταξε τους μεν να τω κτίσωσιν ανάκτορον, τους δε να γίνωσι δορυφόροι του· τον μεν διώρισεν οφθαλμόν του βασιλέως, εις τον δε απένειμε το αξίωμα να φέρη τας αγγελίας, και εν συντόμω ο καθείς έλαβεν έν υπούργημα. Μεταξύ όμως των παιδίων τα οποία συνείθιζον να παίζωσιν ομού ευρίσκετο και ο υιός του Αρτεμβάρους, ανδρός επισήμου μεταξύ των Περσών, όστις δεν εξετέλεσεν εκείνο το οποίον είχε διατάξει ο Κύρος. Τότε ο Κύρος διέταξε τα άλλα παιδία να τον συλλάβωσι· τα παιδία υπήκουσαν και ο υιός του Αρτεμβάρους εμαστιγώθη απηνώς. Αλλ' άμα απηλλάγη από τας χείρας των, αγανακτών δι' όσα είχε πάθει και οργής έμπλεως, έδραμεν εις την πόλιν προς τον πατέρα του και παρεπονέθη δι' όσα επαθεν ουχί υπό του Κύρου (διότι το όνομα τούτο δεν υπήρχεν ακόμη) αλλ' υπό του υιού του βουκόλου του Αστυάγους. Μανιώδης ο Αρτεμβάρης μετέβη μετά του υιού του προς τον Αστυάγη, τω διηγήθη την ύβριν ην υπέστη, και δεικνύων εις αυτόν τους ώμους του παιδίου, έκραξεν·

«Ω βασιλεύ, ο δούλος σου, ο υιός του βουκόλου σου, μας ύβρισε κατ' αυτόν τον τρόπον.»

115. Ο Αστυάγης, ακούσας και ιδών, απεφάσισε να εκδικήση το παιδίον χάριν της υπολήψεως του Αρτεμβάρους· προσεκάλεσε λοιπόν τον βουκόλον και τον υιόν του. Άμα δε παρουσιάσθησαν και οι δύο, ο Αστυάγης, ατενίσας προς τον Κύρον, τω είπε· «Συ λοιπόν, υιός τοιούτου άνθρωπου, ετόλμησες να φερθής τόσον αυθαδώς προς τον υιόν τούτου όστις είναι μεταξύ των πρώτων οίτινες με πλησιάζουσιν;» Ο δε Κύρος απεκρίθη· «Δέσποτα, έπραξα συμφώνως με το δίκαιον· τα παιδία του χωρίου, μεταξύ των οποίων ήτο και αυτός, παίζοντα, με εξέλεξαν βασιλέα, διότι τοις εφάνην ο μάλλον επιτήδειος διά να τους διοικήσω. Και τα άλλα μεν παιδία εξετέλουν τα διαταττόμενα, ούτος δε εξ εναντίας δεν υπήκουε και περιεφρόνει τας διαταγάς μου, τούτου δε ένεκα ετιμωρήθη. Εάν λοιπόν διά τούτο είμαι άξιος τιμωρίας, ιδού εγώ.»

116. Ενώ το παιδίον έλεγε ταύτα, ο Αστυάγης το ανεγνώρισεν· εύρεν εις τους χαρακτήρας του προσώπου του την ιδίαν εαυτού ομοιότητα, εις την απόκρισίν του ετοιμότητα ανδρός ελευθέρου, εις την ηλικίαν του εντελή συμφωνίαν με τον χρόνον της εκθέσεως. Εκπλαγείς δι όλα αυτά, έμεινεν επί τινας στιγμάς άφωνος· έπειτα, συνελθών εις εαυτόν μετά τινος δυσκολίας, και θέλων να απομακρύνη τον Αρτεμβάρη διά να εξετάση τον βουκόλον μόνος προ μόνον· «Αρτεμβάρη, είπε, θα πράξω ώστε και συ και ο υιός σου να μείνετε ευχαριστημένοι.» Απέπεμψε λοιπόν τον Αρτεμβάρη, και αφ' ενός μεν οι υπηρέται, κατά τας διαταγάς του, έλαβον τον Κύρον εις τα ένδον του ανακτόρου. Όταν δε έμεινε μόνος μετά του βουκόλου, ο Αστυάγης τον ηρώτησε πόθεν έλαβε το παιδίον εκείνο και ποίος το παρέδωκεν εις αυτόν. Ο βουκόλος εβεβαίωσεν ότι ήτο ιδικόν του, και ότι η μήτηρ ήτις το εγέννησεν έζη ακόμη εις την οικίαν του. Ο δε Αστυάγης επανέλαβεν ότι δεν ήθελε το συμφέρον του, αλλ' ότι επεθύμει να βασανισθή. Συγχρόνως δε με τας λέξεις ταύτας ένευσεν εις τους δορυφόρους να τον συλλάβωσι. Φερόμενος εις τας βασάνους ο βουκόλος ωμολόγησε την αλήθειαν, και αρχίσας την διήγησιν απ' αρχής, είπε τα πάντα, χωρίς να κρύψη τίποτε. Τέλος δε ικέτευσε και εζήτησε να τω δοθή χάρις.

117. Μετά τας αποκαλύψεις του βουκόλου ο Αστυάγης δεν εφρόντισε πλέον περί αυτού, αλλ' η οργή του εστράφη κατά του Αρπάγου και διέταξε τους δορυφόρους του να τον φέρωσιν. Όταν δε ο Άρπαγος ενεφανίσθη ενώπιον του, τω είπεν· «Άρπαγε, τίνι τρόπω εθανάτωσες το παιδίον το οποίον σοι παρέδωκα, τον υιόν τον οποίον εγέννησεν η θυγάτηρ μου;» Ο δε Άρπαγος, ιδών εις το ανάκτορον τον βουκόλον, δεν ετράπη την οδόν του ψεύδους, διά να μη εξελεγχθή ανακρινόμενος, αλλ' απεκρίθη ως εξής·» ω βασιλεύ, όταν έλαβον το παιδίον, εσκέφθην πώς να εκτελέσω το σχέδιόν σου και πώς, χωρίς να προσκρούσω εις σε, να απαλλαγώ της ευθύνης από του να καταστώ ένοχος φόνου προς την θυγατέρα σου και προς σε. Έπραξα λοιπόν το εξής, προσεκάλεσα τον βουκόλον, τω παρέδωκα το παιδίον και τω είπον ότι συ διέταξες να το φονεύση. Δεν εψευδόμην λέγων ταύτα, διότι αυτό τωόντι με είχες διατάξει. Παρέδωκα λοιπόν το παιδίον εις αυτόν και τον διέταξα να το εκθέση εις έρημον όρος και να προσέχη μέχρις ου εκπνεύση· τέλος δε τον ηπείλησα με τρομεράς τιμωρίας εάν ήθελε παρακούσει εις τας εντολάς μου. Αφού δε τας εξετέλεσεν ακριβώς και το παιδίον απέθανεν, έπεμψα τους πιστοτάτους των ευνούχων μου, εβεβαιώθην δι' αυτών περί του πράγματος, και έθαψα το σώμα. Ταύτα είναι, ω βασιλεύ, τα της υποθέσεως ταύτης και τοιούτον θάνατον έλαβε το παιδίον.»

118. Και ο μεν Άρπαγος ουδέν είπε μη αληθές, ο δε Αστυάγης, κρύπτων τον θυμόν του, διηγήθη εις τον Άρπαγον όσα ήκουσεν από τον βουκόλον, έπειτα δε ετελείωσε λέγων· «Αφού το παιδίον υπάρχει, όλα έχουσι καλώς, διότι πολύ είχον λυπηθή δι' εκείνο το οποίον ενόμισα καθήκον μου να πράξω προς το παιδίον εκείνο, και μεγάλην ησθανόμην αμηχανίαν εκτεθείς εις τας υποψίας της θυγατρός μου. Επειδή όμως η τύχη καλώς ωκονόμησε το πράγμα, πρώτον μεν πέμψον τον υιόν σου προς τον νεοελθόντα παίδα, έπειτα δε, επειδή θέλω χάριν της διασώσεώς του να προσφέρω θυσίαν εις τους θεούς εις ους ανήκει η τιμή αύτη, ελθέ να δειπνήσης μετ' εμού.»

119. O Άρπαγος λοιπόν, ως ήκουσε ταύτα, προσεκύνησε και επέστρεψεν εις την οικίαν του μακαρίζων εαυτόν εν τω βάθει της καρδίας του ότι το σφάλμα του εστράφη εις καλόν και ότι επί χρησταίς ελπίδες τον προσεκάλουν να δειπνήση. Εισήλθε λοιπόν εσπευσμένως εις την οικίαν και καλέσας τον υιόν του (είχε δε ένα μόνον υιόν σχεδόν τρισκαιδεκαετή) τον διέταξε να μεταβή εις το ανάκτορον του Αστυάγους και να συμμορφωθεί καθ' όλα με τας διαταγάς του κυρίου του. Συγχρόνως δε διηγήθη όλος περιχαρής τα συμβάντα της ημέρας εις την γυναίκα του. Ο Αστυάγης όμως, άμα έφθασεν ο υιός του Αρπάγου, τον έσφαξε, τον κατέκοψεν εις τεμάχια, έψησε τα μεν, έβρασε τα άλλα και περιέμενεν έχων τα πάντα έτοιμα. Κατά την ώραν του δείπνου ήλθον και οι άλλοι διαιτυμόνες και ο Άρπαγος· και ενώπιον μεν των πρώτων και του Αστυάγους παρετέθησαν τράπεζαι εστρωμέναι με κρέατα προβάτου, επί δε της του Αρπάγου είχον θέσει το σώμα ολόκληρον του παιδίου του, εκτός της κεφαλής και των δακτύλων των ποδών και των χειρών, τα οποία είχον κατά μέρος εντός κανίστρου σκεπασμένου. Άμα ο Αστυάγης έκρινεν ότι ο Άρπαγος εχόρτασε· «Δεν ευρίσκεις εις το φαγητόν τούτο, τον ηρώτησε, γλυκύτητά τινα ιδιαιτέραν;» Ο Άρπαγος εβεβαίωσεν ότι το εύρεν εξαίρετον. Τότε οι υπηρέται, κατά τας διαταγάς τας οποίας είχον, τω παρουσίασαν την κεφαλήν και τα δάκτυλα του υιού του τα οποία ήσαν σκεπασμένα, και τον προσεκάλεσαν να τα αποκαλύψη και να λάβη εξ αυτών ό,τι ήθελε τω αρέσει. Πεισθείς δε ο Άρπαγος και αποκαλύψας το κάνιστρον, είδε τα μέλη του παιδίου του. Αλλ' εις το θέαμα τούτο δεν εταράχθησαν αι φρένες του και συνέσχεν εαυτόν· ότε δε ο Αστυάγης τον ηρώτησεν εάν εγνώριζε τίνος ζώου τα κρέατα είχε φάγει, απεκρίθη ότι το γνωρίζει και ότι τω είναι ευάρεστον παν ό,τι πράττει ο βασιλεύς. Μετά την απόκρισιν ταύτην εσύναζε τα λοιπά κρέατα και επέστρεψεν εις την οικίαν του όπου, ως υποθέτω, εσκόπευε να τα ενώση και να τα θάψη.

120. Ούτως ο Αστυάγης ετιμώρησε τον Άρπαγον. Έπειτα δε, σκεπτόμενος περί του Κύρου, προσεκάλεσε τους ιδίους μάγους οίτινες άλλοτε είχον εξηγήσει το ενύπνιόν του. Ελθόντας δε τους ηρώτησε πώς ενόησαν το όνειρόν του, και εκείνοι επανέλαβον όσα είχον ειπεί άλλοτε, ήτοι ότι το παιδίον θα εβασίλευεν, εάν έζη και εάν δεν απέθνησκεν άμα γεννηθέν. «Αλλά, επανέλαβεν ο βασιλεύς, το παιδίον ζη, το παιδίον εσώθη· ενώ δε διητάτο εις τους αγρούς, τα άλλα παιδία του χωρίου το εξέλεξαν βασιλέα, και αυτό έπραξεν ό,τι πράττουσιν εκείνοι οίτινες τωόντι είναι βασιλείς. Διώρισε φύλακας, θυρωρούς, αγγελιαφόρους και όλα τα λοιπά. Τώρα λοιπόν, πώς σας φαίνονται αυτά;» Οι δε μάγοι είπον «Εάν το παιδίον ζη, εάν εβασίλευσεν άνευ ουδεμίας προμελέτης, θάρρει και μη φοβείσαι τίποτε, διότι δεν θα βασιλεύση πλέον· τινές των προρρήσεων ημών συνέβη να εκτελεσθώσιν ουχί απαραλλάκτως, πόσον μάλλον τα ονείρατα τα οποία διαλύονται ως καπνός; — Και εγώ, ω μάγοι, επανέλαβεν ο Αστυάγης, συμμερίζομαι καθ' ολοκληρίαν την γνώμην ταύτην· το όνειρον εγένετο αλήθεια, αφού το παιδίον εξελέχθη βασιλεύς, και δεν πρέπει πλέον να φοβούμαι. Εν τούτοις σκεφθήτε, εξετάσατε τι είναι ασφαλέστερον διά τον οίκον μου και δι' υμάς.» Οι μάγοι απεκρίθησαν· «Ω βασιλεύ, και ημείς επίσης φροντίζομεν μεγάλως να διατηρήται η βασιλεία σου, διότι εάν περιέλθη εις το παιδίον τούτο το οποίον είναι Πέρσης, τότε αποξενούται, και ημείς οι Μήδοι γινόμεθα δούλοι και ευκαταφρόνητοι ως ξένοι. Ενόσω όμως βασιλεύεις συ ο συμπολίτης ημών, μετέχομεν και ημείς της αρχής και μεγάλας τιμάς λαμβάνομεν παρά σου. Οφείλομεν λοιπόν κατά καθήκον να αγρυπνώμεν υπέρ της ασφαλείας σου και της αρχής σου· εάν εβλέπομεν κίνδυνόν τινα, βεβαίως ηθέλομεν σοι προειπεί τούτο. Αλλά σήμερον, αφού το όνειρόν σου έληξεν εις μηδαμινόν γεγονός, διά τούτο και ημείς είμεθα ήσυχοι και συμβουλεύομεν και σε να μιμηθής το παράδειγμά μας. Απομάκρυνον όμως το παιδίον τούτο από τα βλέμμαάα σου και πέμψον αυτό εις την Περσίαν προς τους γονείς του.»

121. Ταύτα ακούσας ο Αστυάγης εχάρη, και καλέσας τον Κύρον τω είπεν· «Ω παι, ένεκα ονείρου τινός το οποίον είδον, έπραξα προς σε αδικίαν ήτις δεν έσχεν αποτέλεσμα, διότι η καλή σου τύχη σε έσωσε. Τώρα, αναχώρησον χαίρων εις την Περσίαν όπου θα σε στείλω μετά συνοδίας· εκεί θα εύρης πατέρα και μητέρα οίτινες δεν ομοιάζουσι μήτε με τον Μιτραδάτην μήτε με την γυναίκα του.

122. Ταύτα ειπών ο Αστυάγης απέπεμψε τον Κύρον. Επιστρέψαντα δε εις την οικίαν του Καμβύσου, εδέχθησαν αυτόν οι γονείς του, και άμα τοις είπε ποίος ήτο, τον ενηγκαλίσθησαν μετά χαράς, ως τέκνον το οποίον ενόμιζον ως αποθανόν άμα τεχθέν. Τον ηρώτησαν ακολούθως πώς διεσώθη, και εκείνος τοις είπεν ότι κατ' αρχάς μεν δεν ήξευρε τίποτε, ότι παρεγνώριζεν εαυτόν και ότι καθ' οδόν τω εφανέρωσαν τα παθήματά του· διότι ανεχώρησε πιστεύων ακόμη ότι ήτο υιός του βουκόλου του Αστυάγους, αλλ' οι φύλακες του, ενώ συνεβάδιζον, τω διηγήθησαν την ιστορίαν του. Είπε λοιπόν ότι ανετράφη υπό της γυναικός του βουκόλου, και δεν έπαυεν εις πάσαν λέξιν να την επαινή, και το όνομα Κυνώ επανήρχετο κατά πάσαν στιγμήν εις την ομιλίαν του. Οι γονείς του ήρπασαν το όνομά τούτο, και διά να φανή εις τους Πέρσας ότι ο υιός των εσώθη κατά θείαν πρόνοιαν, εκοινολόγησαν ότι μία κύων έθρεψε τον Κύρον εκτεθειμένον όντα. Και έκτοτε επικρατεί η παράδοσις αύτη.

123. Ο Κύρος, φθάσας εις ανδρικήν ηλικίαν ήτο ο ανδρειότατος και αγαπητότατος των συνηλικιωτών του, ο δε Άρπαγος δεν έπαυε να τω πέμπη δώρα και να τον περιποιήται, διότι επεθύμει να εκδικηθή τον Αστυάγη και έβλεπεν ότι αυτός, ως ιδιώτης, ουδεμίαν τιμωρίαν ηδύνατο να επιβάλη εις τον βασιλέα. Παρετήρει λοιπόν τον Κύρον αυξάνοντα και επροσπάθει να τον κάμη σύμμαχόν του εξομοιών τα ίδιά του δυστυχήματα με τα του Κύρου. Προ τούτου όμως ήρχισε να διαθέτη τα πράγματα κατά τον εξής τρόπον· επειδή ο Αστυάγης εφέρετο σκληρώς προς τους Μήδους, επλησίαζεν ο Άρπαγος τον ένα μετά τον άλλον όλους τους πρώτους των Μήδων και τους έπειθεν ότι έπρεπε να καταβιβάσωσι τον Αστυάγη από τον θρόνον και να αναβιβάσωσιν εις αυτόν τον Κύρον. Αφού δε προδιέθεσε τα πνεύματα και ητοίμασε τα πάντα, ο Άρπαγος, επιθυμών να ανακοινώση τα σχέδιά του εις τον Κύρον όστις διέτριβεν εις την Περσίαν και μη έχων κανέν άλλο μέσον καθότι όλαι αι οδοί εφυλάσσοντο, επενόησε το ακόλουθον· σχίσας επιδεξίως την κοιλίαν λαγωού χωρίς να τον βλάψη μήτε να τον εκμαδίση, εισήγαγεν επιστολήν εν τη οποία έγραψεν ό,τι ήθελεν· έπειτα έρραψε πάλιν το δέρμα, έδωκε δίκτυα εις τον πιστότατον των υπηρετών του, ως να τον έπεμπεν εις το κυνήγιον, και τον απέστειλεν εις την Περσίαν παραγγείλας αυτόν διά ζώσης να εγχειρίση τον λαγωόν εις τον Κύρον και να τω είπη να τον ανοίξη διά της ιδίας του χειρός, χωρίς να ήναι άλλος κανείς παρών.

124. Όλα ταύτα εξετελέσθησαν ακριβώς· ο Κύρος, λαβών τον λαγωόν, τον έσχισεν, εύρε την περιεχομένην επιστολήν και την ανέγνωσεν, ιδού δε τι διελάμβανεν αύτη· «Ω υιέ του Καμβύσου, βεβαίως οι θεοί σε προστατεύουσι, διότι άλλως δεν ήθελες φθάσει εις την παρούσαν ευτυχίαν. Εκδικήθητι λοιπόν τον φονέα σου Αστυάγην, διότι κατά την θέλησιν μεν αυτού συ απέθανες, χάρις δε εις τους θεούς και εις εμέ έζησας. Υποθέτω ότι προ πολλού έμαθες τα αφορώντά σε και τι έπαθα εγώ εκ μέρους του Αστυάγους, διότι αντί να σε φονεύσω, σε παρέδωκα εις τον βουκόλον. Συ λοιπόν, εάν θέλης να με πιστεύσης, θα βασιλεύσης επί όλων των χωρών όσαι υπακούουσιν εις τον Αστυάγη. Πείσον τους Πέρσας να αποστατήσωσι και οδήγησον αυτούς εναντίον των Μήδων. Εάν ο Αστυάγης εκλέξη ως αρχηγόν εμέ ή άλλον τινά εκ των πρώτων του λαού, τότε κατορθούται ό,τι επιθυμείς. Όλοι συνωμόσαμεν κατά του Αστυάγους· θα τον εγκαταλείψωμεν διά να έλθωμεν με το μέρος σου και θα προσπαθήσωμεν να καθαιρέσωμεν αυτόν. Τα πάντα είναι έτοιμα εδώ, ενέργησον λοιπόν και πράξον ταχέως.»

125. Ειδοποιηθείς τοιουτοτρόπως ο Κύρος, εσκέπτετο με ποίον τρόπον επιτηδειότερον να παρασύρη τους Πέρσας εις αποστασίαν· ιδού δε τι ενόμισεν αρμοδιώτερον το οποίον και εξετέλεσε. Γράψας εις πάπυρον ό,τι ήθελε, συνεκάλεσε τους Πέρσας εις συμβούλιον, ήνοιξε το γράμμα και το ανέγνωσεν· ανήγγελλε δε το γράμμα ότι ο Αστυάγης τον διώρισεν αρχηγόν των Περσών. «Τώρα, είπε, σας διατάττω να συναθροισθήτε και να φέρετε έκαστος έν δρέπανον.» Τοιαύτη ήτο η διαταγή την οποίαν έδωκεν εις τους Πέρσας. Υπάρχουσι δε εις το έθνος τούτο πολλαί φυλαί, αλλ' ο Κύρος συνήθροισε μέρος μόνον αυτών και τας έπεισε να αποστατήσωσιν. Αι φυλαί δε εκείναι, παρ' ων αι άλλαι εξηρτώντο, ήσαν οι Πασαργάδαι, οι Μαράφιοι, οι Μάσπιοι. Εκ τούτων δε πάλιν, οι Πασαργάδαι είναι οι άριστοι, και μεταξύ αυτών είναι η οικογένεια των Αχαιμινιδών εξ ης κατάγονται οι βασιλείς της Περσίας. Αι άλλαι φυλαί είναι οι Πανθιαλαίοι, οι Δηρουσιαίοι, οι Γερμάνιοι, φυλαί γεωργικαί, έπειτα οι Δάοι, οι Μάρδοι, οι Δροπικοί, οι Σαγάρτιοι, φυλαί νομάδες.

126. Όταν συνηθροίσθησαν όλοι με τα δρέπανά των, καθώς διετάχθησαν, ο Κύρος τοις είπε να εκχερσώσωσι την ημέραν εκείνην ένα τόπον της χώρας ακανθώδη δεκαοκτώ ή είκοσι σταδίων τετραγωνικών. Αφού ετελείωσαν το έργον εκείνο, τους διέταξε να επιστρέψωσι την επιούσαν αφού λουσθώσιν. Εν τούτοις ο Κύρος έφερεν εις το μέρος εκείνο όλα τα ποίμνια του πατρός του, αίγας, πρόβατα και βόας, τα έσφαξε και τα ητοίμασε διά να εστιάση τον στρατόν των Περσών· εκτός δε τούτου επρομηθεύθη αρκετήν ποσότητα άρτου και οίνου. Την επιούσαν λοιπόν έφθασαν οι Πέρσαι και εκάθισαν επί λειμώνος όπου τοις προσέφερε φαγητόν. Αφού δε ευωχήθησαν, τους ηρώτησε ποία διασκέδασις τοις εφαίνετο προτιμοτέρα, η χθεσινή ή η παρούσα. Εκείνοι δε είπον ότι μεταξύ των δύο η διαφορά ήτο μεγίστη, ότι η προηγουμένη ημέρα ήτο κοπιαστική ενώ η σημερινή τοις εφαίνετο λίαν ευχάριστος. Ο Κύρος ωφελήθη εκ της αποκρίσεώς των και είπεν· «Ω Πέρσαι, ιδού η τύχη σας· εάν με υπακούσετε, θα απολαύσετε τα αγαθά ταύτα και άπειρα άλλα χωρίς να εργάζεσθε δουλικώς· εάν όμως δεν θελήσετε να με ακούσετε, θα επιφορτίζεσθε αδιακόπως με εργασίας ομοίας της χθεσινής. Ακολουθήσατέ με από σήμερον και γενήτε ελεύθεροι. Φαίνεται ότι εγεννήθην διά να καταστήσω υμάς με την προστασίαν των θεών ευδαίμονας και ελευθέρους. Δεν σας νομίζω κατωτέρους των Μήδων ούτε εις τα πολεμικά ούτε εις τα άλλα. Επαναστατήσατε λοιπόν αμέσως κατά του Αστυάγους.»

127. Οι Πέρσαι, επιτυχόντες αρχηγόν, μετά χαράς εδέχθησαν να ελευθερωθώσι, διότι προ πολλού εδυσφόρουν δουλεύοντες υπό τους Μήδους. Εν τούτοις ο Αστυάγης έμαθε τι έπραττεν ο Κύρος, και πέμψας απεσταλμένον εκάλεσεν αυτόν πλησίον του· ο δε Κύρος είπεν εις τον απεσταλμένον να επιστρέψη και να αναγγείλη εις τον Αστυάγη ότι θα φθάση ταχύτερον παρ' όσον επεθύμει ο Αστυάγης. Ακούσας την απόκρισιν ταύτην ο Αστυάγης ώπλισεν όλους τους Μήδους, και ως να τον ετύφλωσαν οι θεοί διώρισε στρατηγόν αυτών τον Άρπαγον, λησμονήσας όσα είχε πράξει προς αυτόν. Εις την πρώτην συμπλοκήν με τους Πέρσας, Μήδοι τινες, οίτινες δεν ήσαν μεμυημένοι εις την συνωμοσίαν, επολέμησαν, άλλοι δε ηυτομόλησαν προς τους Πέρσας, οι περισσότεροι όμως εδειλίασαν και ετράπησαν εις φυγήν.