9. Και η μεν φύσις της χώρας τοιαύτη είναι· από δε της Ηλιουπόλεως εις τας Θήβας ο πλους είναι εννέα ημερών, και η απόστασις τέσσαρες χιλιάδες οκτακόσια εξήκοντα στάδια, ή σχοίνοι ογδοήκοντα και είς. Μη λησμονήσωμεν δε ότι η παραλία, ως υπέδειξα ανωτέρω, έχει μήκος τρισχιλίων και εξακοσίων σταδίων· ώστε από της θαλάσσης εις τας Θήβας προς τα μεσόγεια είναι έξ χιλιάδες εκατόν είκοσι στάδια, και από τας Θήβας εις την Ελεφαντίνην λεγομένην πόλιν είναι στάδια χίλια οκτακόσια.

10. Το μεγαλείτερον μέρος λοιπόν της χώρας είναι, ως λέγουσιν οι ιερείς και ως φαίνεται και εις εμέ, επίκτητον εις τους Αιγυπτίους. Τωόντι, άνωθεν της Μέμφιδος, το μεταξύ των δύο σειρών περί ων ωμίλησα διάστημα είναι προφανώς εις τα όμματά μου αρχαίος κόλπος θαλάσσης, ως ήσαν αι περί την Τρωάδα, την Τευθρανίαν και την Έφεσον γαίαι, ή ως η πεδιάς του Μαιάνδρου, εφ' όσον δύναταί τις να συγκρίνη τα μικρά προς τα μεγάλα, διότι ουδείς των ποταμών των προσχωσάντων τα μέρη ταύτα είναι άξιος να παραβληθή με έν μόνον εκ των πέντε στομίων του Νείλου. Υπάρχουσι δε και άλλοι ποταμοί οίτινες, καίπερ μη όντες μεγάλοι ως ο Νείλος, έκαμον όμως εργασίαν μεγάλην. Δύναμαι δε να ονομάσω πολλούς, μάλιστα δε τον Αχελώον όστις ρέων διά της Ακαρνανίας και χυνόμενος εις την θάλασσαν συνήνωσεν ήδη με την ήπειρον τας ημισείας των Εχινάδων νήσων.

11. Ου μακράν της Αιγύπτου, εις την Αραβίαν, επί της Ερυθράς θαλάσσης, υπάρχει κόλπος εισερχόμενος εις την ξηράν και έχων τας εξής διαστάσεις. Από τον μυχόν του κόλπου μέχρι του πελάγους πρέπει να δαπανήση τις κωπηλατών τεσσαράκοντα ημερών πλουν, διά να διέλθη δε τον κόλπον κατά το μέγιστον πλάτος χρειάζεται ημίσειαν ημέραν· καθημερινώς γίνεται παλίρροια εις αυτόν. Φρονώ λοιπόν ότι το πάλαι τοιούτος τις κόλπος πρέπει να ήτο και η Αίγυπτος, φέρων μέχρι της Αιθιοπίας τα ύδατα της βορείου θαλάσσης 14(14), ενώ ο της Αραβίας, περί ου ωμίλησα, έφερε μέχρι της Συρίας τα ύδατα της νοτίου θαλάσσης (15) αμφότεροι γείτονες, ανοίγοντες μυχούς αντιθέτους και μόλις χωριζόμενοι απ' αλλήλων. Ας υποθέσωμεν τώρα ότι το ρεύμα του Νείλου εστρέφετο προς τον Αράβιον κόλπον δεν ήρκουν είκοσι χιλιάδες έτη διά να προσχώσωσιν αυτόν; Εγώ νομίζω ότι διά την πρόσχωσιν ταύτην ήρκουν δέκα χιλιάδες έτη Πώς λοιπόν εις τόσον καιρόν όστις παρήλθε προ της γεννήσεώς μου να μη χωσθή κόλπος, έστω και μεγαλείτερος του υπάρχοντος σήμερον, πληρούμενος από της ύλης τοσούτον μεγάλου και ορμητικού ποταμού;

12. Περί της Αιγύπτου λοιπόν και τους λέγοντας αυτά πιστεύω και εγώ αυτός εσχημάτισα την γνώμην ταύτην, πρώτον μεν διότι είδον ότι η Αίγυπτος εκτείνεται εν τη θαλάσση περισσότερον ή αι μετ' αυτής συνεχόμεναι χώραι, δεύτερον διότι ευρίσκονται κογχύλια εις τα όρη, και εις την επιφάνειαν αυτών τόσον άλας επανθεί ώστε βλάπτει τας πυραμίδας, τρίτον διότι το υπεράνω της Μέμφιδος όρος είναι το μόνον όπερ έχει άμμον. Επί πάσι δε η γη της Αιγύπτου δεν ομοιάζει μήτε με την της συνορευούσης Αραβίας, μήτε με την της Λιβύας, μήτε με την της Συρίας (διότι οι Σύριοι κατοικούσι τα παραθαλάσσια της Αραβίας), αλλ' είναι μέλαινα και αυχμηρά, ως πηλός, ως πρόχυσις παρασυρθείσα εκ της Αιθοπίας υπό του ποταμού, ενώ, καθώς ηξεύρομεν, η γη της Λιβύας είναι μάλλον ερυθρά και μάλλον αμμώδης, η δε της Αραβίας και της Συρίας μάλλον αργιλώδης και μάλλον πετρώδης.

13. Μοι είπον προς τούτοις οι ιερείς πολύτιμόν τινα μαρτυρίαν περί της χώρας ταύτης· ότι επί της βασιλείας του Μοίριος, όταν ο ποταμός ανέβαινε τουλάχιστον οκτώ πήχεις, επότιζε την κάτωθεν της Μέμφιδος Αίγυπτον, και όταν μοι έλεγον ταύτα, δεν είχον παρέλθει ακόμη εννεακόσια έτη αφότου απέθανεν ο Μοίρις. Τώρα δε, εάν ο ποταμός δεν αναβαίνη τουλάχιστον δεκαπέντε ή δεκαέξ πήχεις, δεν εκχειλίζει επί των αγρών. Εάν λοιπόν κατά τον υπολογισμόν τούτον το έδαφος εξακολουθήση να υψούται και να αυξάνη κατά την αυτήν αναλογίαν, νομίζω ότι οι Αιγύπτιοι οι κατοικούντες παρά τας όχθας της λίμνης Μοίριος, οι της κάτωθεν κοιλάδος και οι του Δέλτα, μη δυναμένου του Νείλου να κατακλύζη τας γαίας των, θα πάθωσιν επί τέλους ό,τι είπον ότι μέλλουσι να πάθωσί ποτε οι Έλληνες· διότι ακούσαντες ότι βρέχει εις όλην την Ελλάδα και ότι ο τόπος ούτος δεν αρδεύεται υπό ποταμών ως ο ιδικός των, είπον ότι οι Έλληνες θα απατηθώσιν ημέραν τινά εις τας ελπίδας των και θα υποφέρωσι σκληράν πείναν. Ο λόγος ούτος σημαίνει ότι εάν ο θεός δεν θελήση να βρέξη εις αυτούς και διατηρήση την ξηρασίαν επί πολύ, οι Έλληνες θα καταστραφώσιν υπό του λιμού, αφού δεν έχουσιν άλλο καταφύγιον ειμή μόνον το καταπεμπόμενον υπό του Διός ύδωρ.

14. Και οι μεν Αιγύπτιοι δεν απατώνται τοιαύτα προλέγοντες διά τους Έλληνας· αλλ' ας μοι επιτραπή να είπω εις ποίαν κατάστασιν είναι και αυτοί. Εάν, ως και προηγουμένως είπον, η κάτω της Μεμφιδος χώρα (αυτή ήτις υψώθη) υψωθή κατά την αναλογίαν του παρελθόντος καιρού, τι άλλο θα συμβή εις τους κατοικούντας αυτήν ειμή να λιμοκτονήσωσιν, εάν μήτε βροχή θα πίπτη εις τους αγρούς των μήτε ο ποταμός θα δύναται να εχειλίζη; Βεβαίως όπως έχει το πράγμα, αυτοί πολύ απονώτερον από όλους τους άλλους ανθρώπους και τους άλλους Αιγυπτίους απολαμβάνουσι τους καρπούς της γης· διότι, ούτε κοπιάζουσιν ανοίγοντες αύλακας με το άροτρον, ούτε σκάπτουσιν, ούτε εργάζονται ως εργάζονται οι άλλοι άνθρωποι διά την καλλιέργειαν του σίτου. Αλλ' όταν ο ποταμός ποτίση αφ' εαυτού την γην και έπειτα αναχωρήση οπίσω, έκαστος ρίπτει τον σπόρον εις τον αγρόν του και εισάγει εις αυτόν χοίρους· αφού δε οι χοίροι καταπατήσωσι τον σπόρον, περιμένει έπειτα τον θερισμόν και έπειτα αλωνίσας διά των ιδίων χοίρων τον σίτον, τον κομίζει εις τας αποθήκας του.

15. Εάν θελήσωμεν να παραδεχθώμεν διά την Αίγυπτον την γνώμην των Ιώνων οίτινες υποστηρίζουσιν ότι μόνον το Δέλτα είναι Αίγυπτος, λέγοντες διά την παραθαλασσίαν αυτής πλευράν ότι εκτείνεται από της σκοπιάς του Περσέως μέχρι της Πηλουσιακής Ταριχείας (ήτοι τεσσαράκοντα σχοίνοι), από δε την θάλασσαν προς τα μεσόγεια ότι εκτείνεται μέχρι της Κερκασώρου, πλησίον της οποίας ο Νείλος χωρίζεται εις δύο βραχίονας διά να χυθή προς το Πηλούσιον και προς τον Κάνωβον, και ότι τα άλλα μέρη ανήκουσιν άλλα μεν εις την Λιβύαν, άλλα δε εις την Αραβίαν, αν παραδεχθώμεν την γνώμην ταύτην, θα αποδείξωμεν ότι οι Αιγύπτιοι εξ αρχής ουδεμίαν χώραν είχον, καθότι το Δέλτα, ως λέγουσιν αυτοί και ως φρονώ και εγώ, είναι πρόσχωσις, και πρόσχωσις πρόσφατος. Αλλ' εάν δεν τοις ανήκεν εκ του προτέρου κανέν μέρος της χώρας, πόθεν η αξίωσίς των ότι είναι πρώτοι των ανθρώπων; Περιττή λοιπόν καθίστατο η δοκιμή εκείνη την οποίαν έκαμον εις τα δύο παιδία διά να ίδωσι ποίαν γλώσσαν ήθελον ομιλήσει ταύτα κατά πρώτον. Όθεν εγώ ου μόνον δεν φρονώ ότι η καταγωγή των Αιγυπτίων είναι σύγχρονος με τον σχηματισμόν του Δέλτα, αλλ' εξ εναντίας ότι είναι επίσης αρχαίοι ως το ανθρώπινον γένος, και ότι, προχωρούντος του τόπου των, οι μεν έμειναν όπου ήσαν, πολλοί δε κατέβησαν βαθμηδόν. Τωόντι αι Θήβαι το πάλαι εκαλούντο Αίγυπτος, και η περιφέρεια του νομού τούτου είναι έξ χιλιάδων εκατόν είκοσι σταδίων.

16. Εάν αι γνώσεις τας οποίας έχομεν περί της Αιγύπτου ήναι ακριβείς, οι Ίωνες έχουσιν εσφαλμένην γνώμην· εάν δε η γνώμη των Ιώνων ήναι ακριβής, δύναμαι να αποδείξω ότι και οι Έλληνες και αυτοί οι Ίωνες εσφαλμένως συλλογίζονται λέγοντες ότι η γη είναι εις τρία διηρημένη, Ευρώπην, Ασίαν και Λιβύαν. Τωόντι, κατ' αυτούς, θα υπήρχε και τέταρτον μέρος, το Δέλτα της Αιγύπτου, όπερ δεν ανήκει μήτε εις την Ασίαν μήτε εις την Λιβύαν· διότι κατά τούτον τον λόγον δεν είναι ο Νείλος όστις χωρίζει τας δύο ταύτας ηπείρους, αλλά σχίζεται εις την κορυφήν της γωνίας του Δέλτα και το περιλαμβανόμενον τούτο διάστημα είναι το χωρίζον την Ασίαν από της Λιβύας.

17. Ας αφήσωμεν λοιπόν την ιδέαν των Ιώνων και ας ομιλήσωμεν ημείς περί των πραγμάτων τούτων. Κατ' εμέ, όλη η υπό Αιγυπτίων κατοικουμένη χώρα είναι Αίγυπτος, όπως η Κιλικία των Κιλίκων και η Ασσυρία των Ασσυρίων. Κυρίως ειπείν δεν γνωρίζομεν μεταξύ Ασίας και Λιβύας άλλα όρια ειμή τα όρια της Αιγύπτου. Αλλ' εάν παραδεχθώμεν το νομιζόμενον υπό των Ελλήνων, πρέπει να είπωμεν ότι όλη η Αίγυπτος η αρχίζουσα από τα Κατάδουπα και την Ελεφαντίνην πόλιν διαιρείται εις δύο μέρη και ότι εκάτερον έχει όνομα διάφορον· δηλαδή ότι το έν μέρος είναι Λιβύα το δε άλλο Ασία. Διότι ο Νείλος, αρχίζων από τα Κατάδουπα, χύνεται εις την θάλασσαν και ρέει διά μέσου της Αιγύπτου. Και μέχρι μεν της Κερκασώρου, τα ύδατα αυτού είναι ηνωμένα· κάτωθεν δε της πόλεως ταύτης σχηματίζει τρεις βραχίονας, εξ ων ο μεν στρέφεται προς ανατολάς και καλείται Πηλούσιον στόμα, ο δε διευθύνεται προς δυσμάς και καλείται στόμα Κανωβικόν, ο δε τρίτος καταβαίνει κατ' ευθείαν γραμμήν, αναχωρεί από την γωνίαν του Δέλτα το οποίον σχίζει εις το μέσον, και χύνεται εις την θάλασσαν φέρων ούτε ελαχίστην μοίραν ύδατος ούτε ήκιστα ονομαστήν. Ο βραχίων ούτος καλείται Σεβεννυτικόν στόμα. Δύο άλλα στόματα αποσχισθέντα από του Σεβεννυτικού φέρουσι τα ύδατά των εις την θάλασσαν και καλούνται το μεν Σαϊτικόν, το δε Μενδήσιον. Το Βολβίτινον στόμα και το Βουκουλικόν δεν είναι φυσικά, αλλ' είναι διώρυχες χειροποίητοι.

18. Μαρτυρεί δε την γνώμην μου, ότι η Αίγυπτος είναι τόση όσην την περιέγραψα, και ο δοθείς χρησμός του Άμμωνος διά την Αίγυπτον, τον οποίον εγώ ήκουσα αφού εσχημάτισα αυτήν την ιδέαν. Οι κάτοικοι της Μαρέης και της Άπιδος, πόλεων κειμένων εις την Αίγυπτον επί των συνόρων της Λιβύας, νομίζοντες εαυτούς Λίβυας και όχι Αιγυπτίους, δυσαρεστούμενοι διά τας θρησκευτικάς λατρείας και θέλοντες να μη τους απαγορεύωσι να θυσιάζωσι δαμάλεις, έπεμψαν εις τον Άμμωνα διά να είπωσιν ότι ουδέν κοινόν είχον μετά των Αιγυπτίων, ότι κατοικούσιν έξω του Δέλτα, ότι δεν συμφωνούσι μετ' αυτών εις τας περί λατρείας δοξασίας και ότι επιθυμούσι να τοις δοθή η άδεια να τρώγωσιν από όλα. Αλλ' ο θεός δεν τοις επέτρεψε τούτο, ειπών ότι Αίγυπτος είναι παν ό,τι ο Νείλος εκχειλίζων ποτίζει, και Αιγύπτιοι, όσοι, οικούντες κάτω της Ελεφαντίνης πόλεως, πίνουσιν από του ποταμού τούτου. Ταύτα απεκρίθη το μαντείον.

19. Ο δε Νείλος όταν ήναι εις αύξησιν δεν καλύπτει μόνον το Δέλτα, αλλά καταπλημμυρίζει επίσης το μέρος της χώρας το λεγόμενον Λιβυκόν, ενίοτε μάλιστα το Αράβιον, μέχρι δύο ημερών οδόν κατά το μάλλον και ήττον. Περί της φύσεως του ποταμού τούτου ούτε από τους ιερείς ούτε από άλλους ηδυνήθην να μάθω τι. Πολύ επεθύμουν εν τούτοις να μάθω παρ' αυτών πρώτον μεν διατί ο Νείλος, αρχίζων να αυξάνη κατά τας θερινάς τροπάς, καταβαίνει αυξάνων ολονέν επί εκατόν ημέρας· δεύτερον δε διατί, πληρωθεισών των ημερών τούτων, αποσύρεται και αφίνει τους τόπους όπου έρρευσε, μένων επί όλον τον χειμώνα μικρός μέχρι της επανόδου των θερινών τροπών. Περί τούτων λοιπόν ουδέν ηδυνήθην να μάθω εξετάζων τους Αιγυπτίους ποίαν δύναμίν έχει ο Νείλος παράγων αποτελέσματα τόσον διάφορα των άλλων ποταμών. Περίεργος να μάθω τα πράγματα ταύτα, ηρεύνων και ηρώτων συγχρόνως διατί ο Νείλος είναι ο μόνος εξ όλων των ποταμών όστις ποσώς δεν εκβάλλει αύραν.

20. Έλληνές τινες, θέλοντες να διακριθώσιν επί σοφία, εξήγησαν την κίνησιν ταύτην των υδάτων κατά τρεις τρόπους εξ ων οι δύο ούτε μνείας θα ήσαν άξιοι εάν έπραττον πλειότερον ή να τους σημειώσω μόνον. Κατά την μίαν των λύσεων τούτων (16), οι ετησίαι άνεμοι είναι αίτιοι της εξογκώσεων του ποταμού εμποδίζοντες τα ύδατα αυτού να χυθώσιν εις την θάλασσαν. Πλην πολλάκις δεν πνέουσιν ετησίαι άνεμοι και μολαταύτα εκχειλίζει ο Νείλος εκτός τούτου, εάν οι ετησίαι είχον την δύναμιν ταύτην, οι άλλοι ποταμοί εναντίον των οποίων πνέουσιν έπρεπε να πάσχωσι τα αυτά με τον Νείλον, και τοσούτω μάλλον όσω είναι μικρότεροι και τα ρεύματα αυτών ασθενέστερα. Εν τούτοις υπάρχουσι πολλοί ποταμοί εις την Συρίαν και πολλοί εις την Λιβύαν οίτινες ουδέν τοιούτο πάσχουσιν οίον πάσχει ο Νείλος.

21. Η δευτέρα λύσις (17) δεικνύει πλειοτέραν αμάθειαν της πρώτης, και δύναταί τις να είπη ότι είναι παραδοξωτάτη. Αύτη αποδίδει εις τον Ωκεανόν την αρχήν και τας εκχειλίσεις του ποταμού κατ' αυτήν, ο Νείλος πηγάζει από τον Ωκεανόν και ο Ωκεανός στρέφεται περί την γην.

22. Η τρίτη (18) είναι μεν πολύ πιθανωτέρα, είναι όμως συγχρόνως ολιγώτερον αληθής διότι τίποτε δεν λέγει και αυτή όταν αποφαίνεται ότι ο Νείλος προέρχεται από την ανάλυσιν των χιόνων ποταμός όστις εκ της Λιβύας ρέει διά μέσου, της Αιθοπίας όπως ριφθή εις την Αίγυπτον! Πώς είναι δυνατόν λοιπόν να εξέρχεται από τας χιόνας, αφού από τόπους θερμοτάτους μεταβαίνει εις ψυχροτέρους; Δι' εκείνον όστις είναι ικανός να σκεφθή περί των τοιούτων, πολλοί λόγοι δεικνύουσιν ότι είναι όλως απίθανον να εξέρχεται ο Νείλος από χιόνας. Πρώτος και ισχυρότατος λόγος είναι ότι εκ των κλιμάτων εκείνων πνέουσιν άνεμοι θερμοί δεύτερος λόγος είναι ότι εκεί μήτε βροχή πίπτει μήτε κρύσταλλα σχηματίζονται. Πανταχού όπου πίπτει χιών, αναγκαίως βρέχει εντός των πέντε ακολούθων ημερών εάν λοιπόν έπιπτε χιών εις τα μέρη εκείνα, θα έπιπτεν επίσης και βροχή. Τρίτος λόγος είναι ότι εκεί οι άνθρωποι ένεκα του καύσωνος είναι μέλανες ότι οι περδικοϊέρακες και αι χελιδόνες δεν απολείπουσι καθ' όλον το έτος, και ότι οι γερανοί, φεύγοντες τα ψύχη της Σκυθίας, έρχονται να διαχειμάσωσιν εις τους τόπους τούτους. Εάν λοιπόν, έστω και ολιγίστη χιών έπιπτεν εις τα μέρη διά των οποίων ρέει ο Νείλος και εις εκείνα εκ των οποίων άρχεται το ρεύμα του, ουδέν τούτων θα συνέβαινε, και το πράγμα είναι προφανέστατον.

23. Εκείνος όστις ωμίλησε περί του Ωκεανού διά να βασίση την εξήγησίν του επί υποθέσεως σκοτεινής, ούτε εξελέγξεως είναι άξιος. Εγώ τουλάχιστον δεν ηξεύρω να υπάρχη ποταμός Ωκεανός, και νομίζω ότι ο Όμηρος ή αρχαιότερός τις ποιητής επενόησεν αυτό το όνομα και το εισήγαγεν εις τους στίχους του.

24. Εάν δε, αφού εμέμφθην τας προεκτεθείσας γνώμας, ήναι ανάγκη να εκθέσω και εγώ την ιδικήν μου επί των σκοτεινών τούτων ζητημάτων, θα είπω τι φρονώ περί της αυξήσεως του Νείλου κατά το θέρος. Ο ήλιος διωκόμενος κατά τον χειμώνα υπό της κακοκαιρίας από τον πρώτον δρόμον του, έρχεται εις τα άνω της Λιβύας. Και εν συντόμω μεν ταύτα είναι όσα είχα να ειπώ επί του αντικειμένου τούτου· διότι η χώρα πλησιέστατα της οποίας ή άνωθεν της οποίας διέρχεται ο θεός ούτος, φυσικόν είναι να διψά και να στειρεύωσιν οι ποταμοί αυτής.

25. Διά να δηλώσω δε το πράγμα μάλλον εκτεταμένως προσθέτω τα ακόλουθα. Ο ήλιος διαβαίνων άνωθεν της Λιβύας κάμνει τα εξής. Επειδή καθ' όλον τον χρόνον η ατμοσφαίρα εκείνων των μερών είναι ανέφελος και το έδαφος θερμόν, ο ήλιος διαβαίνων κάμνει και εκεί ότι συνειθίζεί να κάμνη εδώ κατά το θέρος όταν ευρίσκεται εις το μέσον του ουρανού· ελκύει προς εαυτόν όλα τα ύδατα, και αφού τα ελκύση, τα μεταφέρει εις χώρας υψηλοτέρας· τότε οι άνεμοι τα παραλαμβάνουσι, τα διασκορπίζουσι και τα διαλύουσιν εις ατμούς. Φυσικώς, εξ όλων των άνεμων εκείνοι οίτινες πνέουσιν εκ των χωρών τούτων, ο νότος και ο λιψ, είναι οι φέροντες περισσοτέραν βροχήν. Εν τούτοις ο ήλιος, κατ' εμέ, δεν αποβάλλει πάντοτε όλον το ύδωρ το οποίον ανέλκει κατ' έτος από τον Νείλον, αλλά διατηρεί επάνω και έν μέρος. Όταν δε ο χειμών μετριάση, επιστρέφει ο ήλιος προς το μέσον του ουρανού, ελκύων ομοίως προς εαυτόν ύδωρ από όλους τους ποταμούς. Και κατά μεν τον χειμώνα ούτοι ρέουσιν υπερχειλείς, διότι πολύ ύδωρ βροχής είναι αναμεμιγμένον εις αυτούς, κατά δε το θέρος, επειδή ελλείπουσιν αι βροχαί και ο ήλιος εξατμίζει αυτούς, είναι αδύνατοι. Ο Νείλος όμως, τον οποίον εξατμίζει ο ήλιος, μόνος εξ όλων των ποταμών ρέει κατά τον χειμώνα πολύ μικρότερος ή κατά το θέρος, διότι κατά την τελευταίαν ταύτην εποχήν δεν χάνει ούτε περισσότερον ούτε ολιγώτερον των άλλων ποταμών, ενώ κατά τον χειμώνα μόνος αυτός πάσχει. Ούτω λοιπόν κρίνω ότι ο ήλιος είναι αιτία των αποτελεσμάτων τούτων.

26. Εις την αυτήν αιτίαν πρέπει κατά την εμήν γνώμην να αποδώσωμεν και την ξηρότητα του αέρος εις τας χώρας ταύτας, διότι ο ήλιος καίει τα πάντα κατά την πορείαν του. Τοιουτοτρόπως δε εις τα άνω της Λιβύας επικρατεί θέρος παντοτεινόν. Εάν η τοποθέτησις των ζωνών μετεβάλλετο, εάν εις μεν την θέσιν του ουρανού όπου σήμερον είναι ο βοράς και ο χειμών μετέβαινεν ο νότος και η μεσημβρία, εις δε την του νότου ο βοράς, ο ήλιος, διωκόμενος εκ του μέσου του ουρανού υπό του βορά και του χειμώνος, θα ήρχετο εις την άνω Αίγυπτον, καθώς έρχεται σήμερον εις την Λιβύαν, και διερχόμενος όλην την Ευρώπην, υποθέτω ότι θα επενήργει επί του Ίστρου ως επενεργεί επί του Νείλου.

27. Όσον αφορά την αιτίαν διά την οποίαν ο Νείλος δεν αποπνέει ουδέ την ελαχίστην αύραν, ιδού τι φρονώ και περί τούτου· ότι δεν είναι φυσικόν να πνέη η αύρα από τας θερμάς χώρας, διότι αρέσκεται να πνέη από τας δροσεράς.

28. Και ταύτα μεν ας εξακολουθήσωσιν ως είναι και ως ήσαν εξ αρχής· περί δε των πηγών του Νείλου, κανείς, μήτε από τους Αιγυπτίους μήτε από τους Λίβυας μήτε από τους Έλληνας μεθ' ων συνωμίλησα, δεν ηδυνήθη να με είπη ότι τας ηξεύρει, εκτός μόνον εις την Σάιν της Αιγύπτου ο θησαυροφύλαξ του ναού της Αθηνάς. Και αυτός μοι εφάνη αστειευόμενος όταν ισχυρίσθη ότι είχε πολύ ακριβείς πληροφορίας. Επαναλαμβάνω όσα με είπε· κατ' αυτόν, υπάρχουσι δύο όρη των οποίων αι κορυφαί λήγουσιν εις οξύ, κείμενα μεταξύ της εν Θηβαΐδι Συήνης και της Ελεφαντίνης και καλούμενα το μεν Κρώφι το δε Μώφι. Μεταξύ αυτών αι πηγαί του Νείλου αναθρώσκουσιν εκ βαράθρου αβαθούς. Και το μεν ήμισυ των υδάτων καταβαίνει εις την Αίγυπτον, προς το μέρος του βορά, το δε άλλο ήμισυ εις την Αιθιοπίαν, προς το μέρος του νότου. Ότι δε αι πηγαί εξέρχονται εκ βαράθρου αβαθούς, το εύρεν εκ πείρας ο Ψαμμίτιχος· διότι, αφού διέταξε να πλέξωσι χονδρόν σχοινίον πολλών χιλιάδων οργυιών, το έρριψε και δεν ηδυνήθη να εύρη τον βυθόν. Ταύτα εβεβαίου ο θησαυροφύλαξ· εγώ όμως αγνοώ εάν έλεγεν αλήθειαν. Εκ της δοκιμής δε ταύτης συμπεραίνω ότι θα υπάρχωσιν εκεί ισχυραί δίναι αίτινες αναβαίνουσι και εξωθούσι το ύδωρ μεταξύ των ορέων μετά τοσαύτης ορμής ώστε η βολίς να μη δύναται να φθάση μέχρι του βυθού.

29. Παρ' ουδενός άλλου ηδυνήθην να μάθω τι· διά να μάθω δε περισσότερα, εξέτεινα τας αναζητήσεις μου· και μέχρι μεν της Ελεφαντίνης πόλεως μετέβην και τα είδον ιδίοις όμμασιν, απ' εκεί δε και πέραν τα παρέλαβον εξ ακοής. Άνωθεν της Ελεφαντίνης πόλεως το έδαφος είναι ανωφερές, και ο θέλων να αναπλεύση τον ποταμόν είναι ηναγκασμένος να δέση το πλοιάριον εξ αμφοτέρων των πλευρών και να το σύρη ως βουν. Εάν το σχοινίον κοπή, το πλοιάριον καταβαίνει παρασυρόμενον υπό της δυνάμεως του ρεύματος. Πλέουσι τοιουτοτρόπως επί τέσσαρας ημέρας, και εις το μέρος τούτο ο Νείλος είναι σκολιός ως ο Μαίανδρος· δώδεκα δε σχοίνους πρέπει κατ' αυτόν τον τρόπον να διαπλεύσης, και έπειτα θα φθάσης εις πεδιάδα ομαλήν εις την οποίαν ο Νείλος ρέει περί τινα νήσον ήτις καλείται Ταχομψώ. Αμέσως άνωθεν της Ελεφαντίνης η χώρα κατοικείται υπό των Αιθιόπων· εν τούτοις το ήμισυ της νήσου κατοικείται υπό Αιγυπτίων. Συνέχεται δε αύτη μετά μεγάλης λίμνης πέριξ της οποίας κατοικούσιν Αιθίοπες νομάδες. Ταύτην αφού διαπλεύσης, εισέρχεσαι εις το ρεύμα του ποταμού όπερ χύνεται εις την λίμνην. Εκεί πρέπει να αποβής από το πλοιάριον και να εξακολουθήσης την πορείαν σου εις την όχθην επί τεσσαράκοντα ημέρας, διότι εντός του Νείλου είναι διεσπαρμένοι σκόπελοι οίτινες εξέχουσι και ύφαλοι υπό το ύδωρ διά των οποίων είναι αδύνατον να πλεύσης. Μετά την τεσσαρακονθήμερον ταύτην πορείαν, εισέρχεσαι πάλιν εις άλλο πλοιάριον και μετά δώδεκα ημερών πλουν φθάνεις εις μεγάλην πόλιν της οποίας το όνομα είναι Μερόη και ήτις ως λέγουσιν είναι η μητρόπολις των άλλων Αιθιόπων. Εις την πόλιν ταύτην λατρεύουσι μόνους εξ όλων των θεών τον Δία και τον Διόνυσον, τους τιμώσιν υπερβαλλόντως και ο Ζευς έχει εκεί μαντείον. Εκστρατεύουσι δε όταν τους διατάττη ο θεός και πολεμούσιν όπου τους είπη.

30. Μακρυνόμενος από την πόλιν ταύτην πλέων φθάνεις εις τους Αυτομόλους εις τόσον καιρόν όσον εδαπάνησας διά να έλθης από την Ελεφαντίνην. Το όνομα του λαού τούτου είναι Ασμάχ, σημαίνει δε εις την γλώσσαν των Ελλήνων εκείνους οίτινες ίστανται πλησίον του βασιλέως προς τα αριστερά. Ιδού δε η καταγωγή των Αυτομόλων· διακόσιαι τεσσαράκοντα χιλιάδες πολεμισταί Αιγύπτιοι επανεστάτησαν και ήλθον εις τους Αιθίοπας δια την ακόλουθον αιτίαν. Επί της βασιλείας του Ψαμμιτίχου υπήρχον φρουραί εις την Ελεφαντίνην κατά των Αιθιόπων, εις τας Πηλουσιακάς Δάφνας κατά των Αραβίων και των Σύρων, τέλος εις την Μαρέαν κατά των Λιβύων. Έτι δε και εις την εποχήν μου οι Πέρσαι διατηρούσι τας αυτάς φρουράς όπως ήσαν επί Ψαμμιτίχου, και φυλάττουσι την Ελεφαντίνην και τας Δάφνας. Επειδή δε οι Αιγύπτιοι ούτοι εφρούρουν επί τρία έτη και δεν ήρχοντο άλλοι να τους αντικαταστήσωσι, συνεκρότησαν συμβούλιον και συμφωνήσαντες εγκατέλιπον τον Ψαμμίτιχον και μετέβησαν εις την Αιθιοπίαν. Μαθών τούτο ο Ψαμμίτιχος τους κατεδίωξε, και όταν τους έφθασε, τους παρεκάλει επί πολύ να μη αφήσωσι τους πατρίους θεούς, τα τέκνα και τας γυναίκας. Τότε είς εξ αυτών, ως λέγεται, δεικνύων το αιδοίον του, είπεν ότι όπου ήτο αυτό, εκεί θα εύρισκε και γυναίκα και τέκνα. Φθάσαντες εις την Αιθιοπίαν παρέδωσαν εαυτούς εις τον βασιλέα της χώρας ταύτης όστις εις αντάλλαγμα τοις έδωκε το ακόλουθον δώρον. Αιθίοπές τινες είχον σχηματίσει κόμμα εναντίον του· αυτούς τους Αιθίοπας είπεν ο βασιλεύς εις τους Αιγυπτίους να εξώσωσι και να κατοικήσωσι την γην των. Αφότου δε οι Αιγύπτιοι ούτοι κατώκησαν εκεί, εγένοντο οι Αιθίοπες ημερώτεροι παραλαβόντες ήθη Αιγυπτιακά.

31. Εκτός λοιπόν του μέρους το οποίον διατρέχει ο Νείλος αφού εισέλθη εις τον Αίγυπτον, είναι γνωστός μέχρι πλοός και οδοιπορίας τεσσάρων μηνών, διότι αυτόν τον αριθμόν ευρίσκομεν εάν προσθέσωμεν τους μήνας τους οποίους αναλίσκομεν διά να μεταβώμεν εκ της Ελεφαντίνης εις τους Αυτομόλους τούτους. Ρέει δε ο Νείλος από δυσμών. Από του μέρους τούτου και άνω ουδείς ηδυνήθη να με είπη τι θετικόν, ένεκα του καύματος όπερ καθιστά τον τόπον τούτον έρημον.

32. Έμαθον όμως τας ακολούθους λεπτομερείας παρά Κυρηναίων τινών οίτινες με είπον ότι μεταβάντες διά να ερωτήσωσι το μαντείον του Άμμωνος και συνομιλήσαντες μετά του Ετεάρχου βασιλέως των Αμμωνίων ανέφερον προς τοις άλλοις και περί του Νείλου και είπον ότι κανείς δεν εγνώριζε τας πηγάς του. Τότε ο Ετέαρχος τοις διηγήθη ότι Νασαμώνες τινες (έθνος Λιβυκόν κατοικούν την Σύρτιν και ολίγον μέρος της προς ανατολάς της Σύρτιος χώρας) ελθόντες προς αυτόν και ερωτώμενοι εάν ήξευρον να είπωσί τι περισσότερον περί των ερήμων της Λιβύας απεκρίθησαν ότι τολμητίαι τινές παίδες προυχόντων συνέλαβον την ιδέαν άμα έφθασαν εις ανδρικήν ηλικίαν να λαμπρυνθώσι δι' εκτάκτου τινός κατορθώματος. Ρίψαντες κλήρον διέταξαν πέντε εξ αυτών να υπάγωσι και να ερευνήσωσι τας ερήμους της Λίβυας μήπως ανακαλύψωσί τι περισσότερον από εκείνους οίτινες είδον τα μακρότατα μέρη· διότι τα μεν κατά την βόρειον θάλασσαν μέρη της Λιβύας, από της Αιγύπτου μέχρι του ακρωτηρίου Σολόεντος, όπου τελειόνει η Λιβύα, κατοικούσιν όλην αυτήν την παραλίαν Λίβυες και πολλά έθνη Λιβυκά, πλην των μερών τα οποία κατοικούσι Φοίνικες και Έλληνες. Από της παραλίας όμως ταύτης και των κατοικουμένων μερών η Λιβύα είναι κατοικητήριον θηρίων· πέραν δε υπάρχει έρημος άνευ ύδατος και κεκαλυμμένη υπό άμμου. Οι νεανίαι λοιπόν ούτοι οίτινες επέμφθησαν υπό των συνηλικιωτών των, λαβόντες μεθ' εαυτών πολλά τρόφιμα και ύδωρ, μετέβησαν πρώτον εις το κατοικούμενον μέρος. Αφού δε διήλθον αυτό, εισεχώρησαν εις το διαμονητήριον των θηρίων και εκείθεν ήλθον εις την έρημον διευθυνόμενοι προς δυσμάς. Διέβησαν τοιουτοτρόπως μέγα διάστημα αμμώδες, και μετά πολλών ημερών πορείαν, είδον εις την πεδιάδα δένδρα αυτοφυή, έδραμον προς αυτά και έδρεψαν καρπούς. Ενώ δε έδρεπον, μικροί τινες άνθρωποι, μικρότεροι του μετρίου αναστήματος, ήλθον, τους συνέλαβον και τους απήγαγον. Ουδείς των Νασαμώνων ενόει την γλώσσαν των και ουδείς εκείνων την των Νασαμώνων. Τους απήγον δε διά μέσου απεράντου έλους και επί τέλους έφθασαν εις πόλιν τινά όπου όλοι οι άνθρωποι είχον το αυτό ανάστημα με εκείνους οίτινες τους είχον συλλάβει· όλοι ήσαν μέλανες· πλησίον δε της πόλεως έρρεε μέγας ποταμός τρέχων από δυσμών προς ανατολάς, εντός του οποίου είδον κροκοδείλους.

33. Και περί μεν της διηγήσεως του Ετεάρχου αρκούσιν όσα είπα· θα προσθέσω δε μόνον ότι έλεγε, κατά την διήγησιν των Κυρηναίων, ότι οι Νασαμώνες επέστρεψαν και ότι όλοι οι άνθρωποι οι κατοικούντες εκεί ήσαν γόητες. Ο Ετέαρχος επίστευεν ότι ο ποταμός τον οποίον είχον ιδεί ήτο ο Νείλος, ο δε ορθός λόγος απαιτεί να παραδεχθώμεν την εικασίαν ταύτην· διότι ο Νείλος, ως εγώ φρονώ εικάζων εκ των γνωστών τα άγνωστα, έρχεται από την Λιβύαν διασχίζων αυτήν εις το μέσον και το διάστημα αυτού είναι ίσον με το του Ίστρου· και τωόντι ο Ίστρος αρχίζων από το Κελτούς και την πόλιν Πυρίνην, τρέχει σχίζων τη Ευρώπην εις το μέσον. Κατοικούσι δε οι Κελτοί πέραν των Ηρακλείων στηλών και συνορεύουσι με τους Κυνησίους οίτινες είναι οι τελευταίοι κάτοικοι προς δυσμάς, και ο Ίστρος, αφού διασχίση όλην την Ευρώπην, χύνεται εις τον Εύξεινον πόντον, εις το μέρος όπου οι άποικοι των Μιλησίων ίδρυσαν την Ιστρίαν.

34. Διέρχεται λοιπόν ο Ίστρος διά κατοικουμένων μερών· πολλοί άνθρωποι τον γνωρίζουσιν, ενώ περί των πηγών του Νείλου κανείς δεν ηξεύρει τίποτε, καθότι η Λιβύα, διά μέσου της οποίας ρέει, είναι έρημος και ακατοίκητος. Και περί μεν του ρεύματος αυτού είπον ό,τι ηδυνήθην να εξιχνιάσω κατά τας μακροτάτας ερεύνας μου· το δε στόμιον αυτού είναι εις την Αίγυπτον, και η Αίγυπτος κείται σχεδόν αντικρύ των ορέων της Κιλικίας. Από των ορέων τούτων μέχρι της Σινώπης του Ευξείνου πόντου είναι διά ταχύν οδοιπόρον πέντε ημερών οδός ευθεία. Η δε Σινώπη κείται αντικρύ των στομίων του Ίστρου. Διά τούτο νομίζω ότι δύναμαι να παραβάλω το εν τη Λιβύα ρεύμα του Νείλου με το εν τη Ευρώπη ρεύμα του Ίστρου. Αλλ' αρκούσιν όσα είπον περί του Νείλου.

35. Έρχομαι δε τώρα να ομιλήσω εκτενέστερον περί της Αιγύπτου, καθότι αύτη πλειότερον πάσης άλλης χώρας περικλείει θαυμάσια πράγματα και έργα άξια περιγραφής· διά τούτο λοιπόν θα ομιλήσω μάλλον εκτενώς περί αυτής. Οι Αιγύπτιοι ζώσιν υπό ουρανόν όλως ίδιον εις αυτούς· η χώρα των βρέχεται υπό ποταμού του οποίου η φύσις διαφέρει όλων των άλλων ποταμών· τέλος δε έχουσιν έθιμα και νόμους εναντία κατά το πλείστον από τους άλλους ανθρώπους. Εκεί αι γυναίκες υπάγουσιν εις την αγοράν και γίνονταν μεταπράτιδες, οι δε άνδρες μένουσιν εις τας οικίας και υφαίνουσι. Πανταχού αλλού ωθούσι την κρόκην προς τα άνω, οι Αιγύπτιοι προς τα κάτω. Οι άνδρες βαστάζουσι τα φορτία εις την κεφαλήν, αι γυναίκες επί των ώμων· αι γυναίκες ουρούσιν όρθιαι, οι άνδρες καθήμενοι. Αφοδεύουσιν εντός των οικιών και τρώγουσιν έξω εις τας οδούς, λέγοντες ότι τα μεν αισχρά πλην αναγκαία πρέπει να τα εκπληροί τις κρυφίως, τα δε μη αισχρά αναφανδόν. Ουδεμία γυνή γίνεται ιέρεια θεού ή θεάς, αλλ' οι άνδρες είναι ιερείς πάντων και πασών. Οι υιοί δεν είναι ηναγκασμένοι να θρέφωσι τους γονείς των εάν δεν θέλωσιν· αι θυγατέρες όμως είναι ηναγκασμέναι εις τούτο, έστω και εάν δεν θέλωσι.

36. Αλλαχού οι ιερείς των θεών έχουσι μακράν κόμην· εις την Αίγυπτον ξυρίζονται· οι άνθρωποι συνοιθίζουσι να κόπτωσι τα μαλλία όταν πενθώσιν αποθανόντας συγγενείς· οι Αιγύπτιοι, προς τιμήν των αποθανόντων, αφίνουσι να αυξήσωσιν αι τρίχες της κεφαλής και του πώγωνος τας οποίας προηγουμένως εξύριζον. Οι άλλοι άνθρωποι ζώσι κεχωρισμένοι από τα ζώα, οι Αιγύπτιοι ζώσι φύρδην μίγδην μετ' αυτών. Αλλαχού τρέφονται με σίτον και κριθήν· αλλ' οι Αιγύπτιοι θεωρούσιν αισχρότατον και υποβάλλωνται εις τοιαύτην δίαιταν, και μεταχειρίζονται όλυραν, την οποίαν τινές ονομάζουσι ζειάν. Ζυμόνουσι με τους πόδας, με τας χείρας δε ανακατόνουσι τον πηλόν και καθαρίζουσι την κόπρον. Οι άλλοι άνθρωποι, εκτός εκείνων οίτινες παρέλαβον το έθιμον τούτο από τους Αιγυπτίους, αφίνουσι το αιδοίον των όπως επλάσθη εκ φύσεως· οι Αιγύπτιοι περιτέμνονται. Έκαστος ανήρ φορεί δύο ενδύματα, η γυνή φορεί έν. Οι άλλοι δένουσιν έξωθεν τους κρίκους των ιστίων και τους κάλους, οι Αιγύπτιοι τους δένουσιν έσωθεν. Οι Έλληνες γράφουσι τα γράμματα και αριθμούσι με χαλίκια αρχίζοντες από τα αριστερά και φέροντες την χείρα των προς τα δεξιά· οι Αιγύπτιοι αρχίζουσιν από τα δεξιά και προχωρούσι προς τα δεξιά λέγοντες ότι αυτοί γράφουσι προς τα δεξιά και οι Έλληνες προς τα αριστερά. Έχουσι δε δύο είδη χαρακτήρων· τους ιερούς χαρακτήρας και τους δημώδεις.

37. Επειδή δε είναι θεοσεβείς πολύ περισσότερον από όλους τους ανθρώπους, έχουσι τα εξής έθιμα. Πίνουσιν από ποτήρια χάλκινα τα οποία πλύνουσι καθ' ημέραν· τούτο δε πράττουσιν όλοι, και όχι τινές μόνον. Φορούσιν ενδύματα λινά πάντοτε νεόπλυτα, και προσέχουσιν εις τούτο πολύ. Περιτέμνονται χάριν καθαριότητος, και θεωρούσι προτιμότερον να φαίνωνται καθαροί ή ωραίοι. Ανά πάσαν τρίτην ημέραν οι ιερείς ξυρίζουσιν όλον το σώμα διά να μη τύχη και ευρεθή επ' αυτών μήτε φθείρα μήτε άλλο τι έντομον μυσαρόν όταν υπηρετώσι τους θεούς. Λινά μόνον ενδύματα φορούσιν οι ιερείς και υποδήματα κατεσκευασμένα από φλοιόν παπύρου· δεν τοις είναι δε επιτετραμμένον να φορώσιν άλλου είδους. Νίπτονται με ύδωρ δροσερόν, δις της ημέρας και δις της νυκτός. Και άλλα ούτως ειπείν άπειρα θρησκευτικά έθιμα εκπληρούσιν· απολαμβάνουσιν όμως και όχι ολίγα αγαθά. Μήτε φθείρουσι μήτε δαπανώσιν όσα ανήκουσιν εις αυτούς· τροφαί ιεραί ετοιμάζονται δι' αυτούς, και άπειρα κρέατα βοών και χηνών προσφέρονται εις αυτούς καθημερινώς· προς τούτοις τοις δίδεται οίνος σταφυλής. Δεν τοις επιτρέπεται όμως να τρώγωσιν ιχθύας. Εις όλην την Αίγυπτον δεν σπείρουσι κυάμους, εάν δε τύχη να φυτρώσωσι, δεν τους τρώγουσι μήτε ωμούς μήτε μαγειρευμένους. Οι ιερείς ούτε να τους ίδωσιν ανέχονται θεωρούντες το όσπριον τούτο ως ακάθαρτον. Έκαστος θεός δεν υπηρετείται μόνον παρ' ενός ιερέως, αλλά παρά πολλών, και είς εξ αυτών είναι μέγας ιερεύς· όταν αποθάνη τον διαδέχεται ο υιός του.

38. Φρονούσιν ότι οι άρρενες βόες είναι του Επάφου, και τούτου ένεκα τους δοκιμάζουσι διά του ακολούθου τρόπου. Εάν επί του βοός ανακαλύψωσι μίαν μόνην τρίχα λευκήν, υποθέτουσιν αυτόν ακάθαρτον. Είς των ιερέων, επιτετραμμένος τούτο, εξετάζει το πράγμα, κρατουμένου του ζώου ορθίου ή ριπτομένου υπτίου. Έλκει δε συγχρόνως την γλώσσαν του διά να ίδη έκ τινων προσδιωρισμένων σημείων περί των οποίων θα ομιλήσω αλλαχού εάν ήναι καθαρά· τέλος παρατηρεί τας τρίχας της θύρας και βεβαιούται εάν φύωνται φυσικώς. Αφού δε το ζώον αποδειχθή υπό όλας τας επόψεις καθαρόν, το σημειοί τυλίσσων περί τα κέρατα αυτού φλοιόν παπύρου, έπειτα ο ιερεύς το αλείφει με σημαντρίδα γην, επιθέτει την σφραγίδα του και τοιουτοτρόπως το απάγουσιν. Όστις θυσιάζει βουν μη σημειωμένον τιμωρείται με θάνατον. Κατά τούτον λοιπόν τον τρόπον δοκιμάζεται το ζώον.

39. Ιδού δε πώς γίνεται η θυσία· όταν φέρωσι το σημειωμένον ζώον προ του βωμού όπου θέλουσι να το θυσιάσωσιν, ανάπτουσι πυρ, έπειτα πλησίον αυτού κάμνουσι σπονδάς με οίνον και επικαλούνται τον θεόν· ακολούθως σφάζουσι το θύμα, και αφού το σφάξωσιν, αποκόπτουσι την κεφαλήν αυτού. Εκδαίρουσι το σώμα, και αφού είπωσι κατά της κεφαλής εκείνης πολλάς αράς, την φέρουσιν εις την αγοράν, εάν υπάρχη τοιαύτη, και την πωλούσιν εις Έλληνά τινα έμπορον, εάν ευρίσκεται τοιούτος εις την πόλιν· ει δε και δεν ευρίσκεται Έλλην έμπορος, την ρίπτουσιν εις τον ποταμόν. Αι βλασφημίαι τας οποίας προφέρουσι κατά της κεφαλής εκείνης είναι αι ακόλουθοι· «Εάν μέλλωσι να συμβώσι δυστυχίαι εις εκείνους οίτινες προσφέρουσι την θυσίαν ταύτην, είθε αι δυστυχίαι αύται να στραφώσι και πέσωσι κατά της κεφαλής ταύτης.» Όλοι οι Αιγύπτιοι τηρούσι τας αυτάς συνήθειας προκειμένου περί των κεφαλών των θυμάτων και των σπονδών του οίνου· εις όλας δε τας θυσίας μεταχειρίζονται τους αυτούς νόμους, και συμφώνως με τους νόμους τούτους ουδέποτε Αιγύπτιος τρώγει την κεφαλήν ουδενός ζώου.

40. Η εξαγωγή των εντοσθίων και ο τρόπος του καίειν τα θύματα διαφέρουσι κατά τας θυσίας. Εγώ θα αναφέρω ποία είναι κατ' αυτούς η μεγίστη θεότης προς τιμήν της οποίας τελούσι την μεγίστην εορτήν. Αφού εκδείρωσι τον βουν, αποσπώσι την κοιλίαν κενήν, αφίνοντες εντός του σώματος τα σπλάγχνα και το πάχος. Κόπτουσι τους πόδας, την άκραν της ουράς, τους ώμους και τον τράχηλον. Τούτων γενομένων, γεμίζουσι το εναπομείναν σώμα με άρτους καθαρούς, με μέλι, με σταφίδας, με σύκα, με λιβανωτόν, με σμύρναν και με άλλα μύρα. Αφού δε το γεμίσωσι τοιουτοτρόπως, το καίουσιν επί του βωμού χύνοντες επ' αυτού άφθονον έλαιον. Θυσιάζουσι δε νήστεις έτι, και ενώ το θύμα καίεται, τύπτουσιν εαυτούς όλοι· τέλος, αφού κτυπηθώσι καλώς, κάθηνται και τρώγουσι τα μέλη του ζώου τα οποία εχώρισαν πρότερον.

41. Όλοι λοιπόν οι Αιγύπτιοι θυσιάζουσιν άρρενας βόας καθαρούς και μόσχους, δεν τοις είναι όμως επιτετραμμένον να θυσιάζωσι θηλείας διότι αύται θεωρούνται ιεραί της Ίσιδος. Το δε άγαλμα της Ίσιδος, ον γυναικείον, έχει κέρατα αγελάδος, όπως οι Έλληνες παριστώσι την Ιώ, και όλοι οι Αιγύπτιοι σέβονται ομοίως τας αγελάδας πολύ περισσότερον από όλα τα λοιπά ζώα. Τούτου ένεκα, ούτε ανήρ Αιγύπτιος ούτε γυνή Αιγυπτία στέργει να φιλήση Έλληνα εις το στόμα, ή να μεταχειρισθή την μάχαιραν, ή τους οβελούς, ή την χύτραν αυτού, ή να φάγη κρέας βοός καθαρού κοπέν υπό μαχαίρας Έλληνος. Θάπτουσι τους νεκρούς βόας διά του ακολούθου τρόπου· ρίπτουσα εις τον ποταμόν τας θηλείας, τους δε άρρενας τους ρίπτουσιν εντός εσκαμμένων βόθρων εις τα προάστειά των, αφίνοντες έξω του τάφου το έν κέρατον ή τα δύο ως σημείον. Όταν γίνη εντελής η σήψις και παρέλθη ο προσδιωρισμένος χρόνος, έρχεται εις εκάστην πόλιν έν πλοιάριον εκ της Προσωπίτιδος καλουμένης νήσου· είναι δε η νήσος αύτη εις το Δέλτα και έχει περιφέρειαν εννέα σχοίνων. Εν ταύτη τη Προσωπίτιδι νήσω υπάρχουσι και άλλαι πολλαί πόλεις. Εκείνη δε εκ της οποίας έρχονται τα πλοιάρια τα οποία συνάζουσι τα οστά των βοών, ονομάζεται Ατάρβηχις, και υπάρχει εν αυτή ναός αφιερωμένος εις την Αφροδίτην. Από την πόλιν ταύτην εξερχόμενοι οι άνθρωποι με πολλά πλοιάρια περιφέρονται εις όλας τας άλλας πόλεις διά να λάβωσι τα οστά, να τα φέρωσιν εις έν μέρος και τα θάψωσιν· εκεί όλα. Όπως θάπτουσι δε τους βόας ούτω θάπτουσι και τα άλλα αποθνήσκοντα κτήνη. Τοιούτον έθιμον λοιπόν επικρατεί εις αυτούς περί των κτηνών, διότι κανέν εκ τούτων των ζώων δεν φονεύουσιν οι Αιγύπτιοι.

42. Όσοι ίδρυσαν ναούς εις τον Θηβαιέα Δία, ή όσοι είναι από τον Θηβαίον νομόν, απέχονται προβάτων και θυσιάζουσιν αίγας. Διότι όλοι οι Αιγύπτιοι δεν τιμώσι τους αυτούς διά του αυτού τρόπου, πλην της Ίσιδος και του Οσίριδος (όστις λέγουσιν ότι είναι ο Διόνυσος), τους οποίους τιμώσι πανταχού ομοίως. Όσοι δε έχουσι ναόν του Μένδητος, απέχονται αιγών και θυσιάζουσι πρόβατα. Οι δε Θηβαίοι και όσοι ως αυτούς απέχονται προβάτων, λέγουσιν ότι το έθιμον τούτο επεκράτησε παρ' αυτοίς διά την ακόλουθον αιτίαν. Ο Ηρακλής ηθέλησεν αφεύκτως να ίδη τον Δία, όστις δεν ήθελε να τον ίδη ο Ηρακλής· τέλος, επειδή επέμενεν ο Ηρακλής, εμηχανεύθη ο Ζευς το εξής. Εκδείρας κριόν και αποταμών την κεφαλήν αυτού, την εκράτει προ του προσώπου του, αφού εφόρεσε πρότερον την δοράν του κριού. Εν τοιαύτη δε καταστάσει ευρισκόμενος, έδειξεν εαυτόν εις τον Ηρακλέα. Διά την αιτίαν ταύτην οι Αιγύπτιοι κάμνουσι το άγαλμα του Διός κριοπρόσωπον· εμιμήθησαν δε αυτούς οι Αμμώνιοι, οίτινες είναι άποικοι των Αιγυπτίων και των Αιθιόπων και η γλώσσα των είναι κράμα της Αιγυπτιακής και της Αιθιοπικής. Κατ' εμέ τούτου ένεκα έλαβον και την επωνυμίαν Αμμώνιοι, διότι Αμμούν ονομάζουσιν οι Αιγύπτιοι τον Δία. Δεν θυσιάζουσι λοιπόν οι Αιγύπτιοι κριούς, και ένεκα της παραδόσεως ταύτης θεωρούσιν αυτούς ως ιερούς· άπαξ μόνον του έτους, κατά την εορτήν του Διός, σφάξαντες και εκδείραντες κριόν περιβάλλουσι με το δέρμα του το άγαλμα του Διός, σύροντες ενώπιον αυτού το άγαλμα του Ηρακλέους. Γενομένης της τελετής ταύτης, όλοι οι ιερείς του ναού τύπτουσιν εαυτούς εις ένδειξιν πένθους διά τον θάνατον του κριού, και έπειτα θάπτουσιν αυτόν εις θήκην ιεράν.

48. Προκειμένου περί του Ηρακλέους, ήκουσα ότι ήτο είς των δώδεκα θεών· όσον δ' αφορά τον Ηρακλέα τον οποίον γνωρίζουσιν οι Έλληνες, ουδαμού της Αιγύπτου ηδυνήθην να μάθω τι. Ότι δε οι Αιγύπτιοι δεν έλαβον το όνομα Ηρακλής από τους Έλληνας, αλλά μάλλον οι Έλληνες από τους Αιγυπτίους, και ιδίως εκείνοι οίτινες τον ωνόμασαν υιόν του Αμφιτρύωνος, έχω πολλά τεκμήρια περί τούτου, και προσέτι το ακόλουθον, ότι αμφότεροι οι γονείς του Ηρακλέους τούτου Αμφιτρύων και Αλκμήνη κατήγοντο ανέκαθεν από την Αίγυπτον, και διότι οι Αιγύπτιοι λέγουσιν ότι ούτε του Ποσειδώνος, ούτε των Διοσκούρων γνωρίζουσι τα ονόματα, ούτε εγένοντό ποτε δεκτοί οι θεοί ούτοι μεταξύ των θεοτήτων των. Ώστε, εάν ελάμβανον από τους Έλληνας το όνομα θεού τίνος, θα ενθυμούντο προ παντός άλλου το του Ποσειδώνος και το των Διοσκούρων· διότι και τότε εγίνοντο ταξίδια, και ήσαν Έλληνές τινες ναυτίλοι. Τούτο φρονώ εγώ και πρέπει να ήναι ορθή η γνώμη μου· ώστε αυτών των θεών τα ονόματα θα εμάνθανον μάλλον ή το του Ηρακλέους. «Ο Ηρακλής των Αιγυπτίων είναι αρχαιότατος θεός, και οι ίδιοι λέγουσα ότι δεκαεπτά χιλιάδες έτη πριν βασιλεύση ο Άμασις, ο αριθμός των θεών των ανεβιβάσθη από οκτώ εις δώδεκα, μεταξύ των οποίων ήτο και ο Ηρακλής.

44. Θέλων δε να μάθω περί αυτών σαφές τι παρ' ούτινος δήποτε ήθελον δυνηθή, έπλευσα εις την Τύρον της Φοινίκης, ακούσας ότι υπήρχεν εκεί ναός αφιερωμένος εις τον Ηρακλέα, και είδον τον ναόν τούτον πλουσίως κεκοσμημένον από πολλά αναθήματα. Περιείχε δύο στήλας· την μεν εκ χρυσού απέφθου, την δε εκ σμαράγδου λίθου, λάμπουσαν κατά την νύκτα ζωηρώς. Συνομιλήσας με τους ιερείς τους ηρώτησα πόσος χρόνος είχε παρέλθει αφότου εκτίσθη ο ναός των· εύρον δε ότι μήτε αυτοί συνεφώνουν με τους Έλληνας· διότι, κατ' αυτούς, ο ναός εκτίσθη συγχρόνως με την κατοίκισιν της Τύρου, η δε Τύρος κατοικείται προ δισχιλίων και τριακοσίων ετών. Είδον προσέτι εις την πόλιν ταύτην έτερον ναόν του Ηρακλέους, του οποίου η επωνυμία εδείκνυεν ότι ήτο Θάσιος. Έπλευσα λοιπόν και εις την Θάσον, όπου εύρον ναόν του Ηρακλέους κτισθέντα υπό των Φοινίκων οίτινες ενώ έπλεον προς αναζήτησιν της Ευρώπης, αφήκαν εκεί την αποικίαν ταύτην. Τούτο δε συνέβη πέντε γενεάς πριν γεννηθή ο Ηρακλής του Αμφιτρύωνος εις την Ελλάδα. Το συμπέρασμα των αναζητήσεων τούτων αποδεικνύει σαφώς ότι ο Ηρακλής είναι αρχαίος θεός, και νομίζω ότι πράττουσιν ορθότατα εκείνοι εκ των Ελλήνων όσοι έχουσι δύο ναούς του Ηρακλέους· και εις μεν τον ένα προσφέρουσι θυσίας ως εις αθάνατον, καλούντες αυτόν Ολύμπιον, εις δε τον άλλον τον τιμώσιν ως ήρωα.

45. Αλλ' οι Έλληνες λέγουσι περί αυτού πολλά και απερίσκεπτα. Ούτω δε και ο εξής μύθος τον οποίον αναφέρουσι περί του Ηρακλέους είναι ολίγον ευήθης. Κατά την άφιξιν αυτού εις την Αίγυπτον, λέγουσι, στέψαντες αυτόν με φύλλα οι Αιγύπτιοι, τον έφερον μετά πομπής διά να τον θυσιάσωσιν εις τον Δία. Και μέχρι μέν τινος ο Ηρακλής έμενεν ήσυχος, ότε δε έφθασαν πλησίον του βωμού και ητοιμάζοντο να τον θυσιάσωσιν, έδειξε την δύναμίν του και τους εφόνευσεν όλους. Οι διηγούμενοι ταύτα με φαίνεται ότι αγνοούσιν ολοτελώς την φύσιν και τα έθιμα των Αιγυπτίων. Τωόντι, αφού δεν επιτρέπεται εις αυτούς να θυσιάζωσι κτήνη άλλα ειμή πρόβατα, βόας άρρενας και μόσχους, όταν ήναι καθαροί, και χήνας, πώς είναι δυνατόν να θυσιάζωσιν ανθρώπους; Εκτός τούτου, ο Ηρακλής ήτο μόνος, και ως λέγουσιν άνθρωπος θνητός· πώς εξηγείται λοιπόν να εφόνευσε πολλάς μυριάδας ανθρώπων; Και περί τούτων μεν τοσαύτα ειπόντας, ας μας συγχωρήσωσιν οι θεοί και οι ήρωες.

46. Οι δε Αιγύπτιοι περί ων ωμίλησα προ ολίγου δεν θυσιάζουσι μήτε αίγας μήτε τράγους διά την εξής αιτίαν. Οι Μενδήσιοι συγκαταριθμούσι τον Πάνα μεταξύ των οκτώ θεών οίτινες εγένοντο πρότεροι των δώδεκα. Επειδή δε οι ζωγράφοι και οι γλύπται ζωγραφίζουσι και γλύφουσι το άγαλμα του Πανός όπως οι Έλληνες, αιγοπρόσωπον και τραγοσκελές, όχι διότι τον φαντάζονται τοιούτον, αλλά τον νομίζουσιν όμοιον με τους άλλους θεούς (θα ήτο δε δυσάρεστον εις εμέ να είπω διατί τον παριστώσι τοιούτον), διά τούτο οι Μενδήσιοι σέβονται όλον το γένος των αιγών, και πλειότερον τους άρρενας ή τας θηλείας· τούτων δε των αρρένων οι βοσκοί απολαμβάνουσι μεγαλειτέρας τιμάς.

Ένα τράγον σέβονται περισσότερον από όλους, και όταν ούτος αποθάνη μέγα πένθος επιβάλλεται εις όλον τον νομόν. Αιγυπτιστί και ο τράγος και ο Παν λέγεται Μένδης. Επί της εποχής μου, εγένετο εις τον νομόν τούτον το ακόλουθον τεράστιον· τράγος συνευρίσκετο μετά γυναικός αναφανδόν. Εις όλους τους ανθρώπους εγένετο γνωστόν τούτο.

47. Οι Αιγύπτιοι θεωρούσι τον χοίρον ως ζώον ακάθαρτον· επομένως, εάν τις αυτών διαβαίνων πλησίον χοίρου εγγίση αυτόν, καταβαίνει με όλα τα ενδύματά του εις τον ποταμόν και λούεται· αφ' ετέρου οι Αιγύπτιοι χοιροβοσκοί, μολονότι ιθαγενείς, δεν εμβαίνουσιν εις κανένα ναόν της χώρας, ούτε δίδει τις την θυγατέρα του εις αυτούς, ούτε λαμβάνει από αυτούς γυναίκα, αλλά δίδουσι και λαμβάνουσι γυναίκας οι χοιροβοσκοί μεταξύ των. Οι Αιγύπτιοι δεν νομίζουσι πρέπον να θυσιάζωσι χοίρον εις άλλους θεούς ή την Σελήνην και τον Διόνυσον (19) εις αυτούς μόνους θυσιάζουσι και τρώγουσι το κρέας των θυμάτων. Δεν κρύπτουσι την αιτίαν διά την οποίαν, ενώ αποστρέφονται τους χοίρους εις τας άλλας εορτάς, τους θυσιάζουσιν εις αυτήν εγώ όμως, καίτοι γνωρίζων την αιτίαν ταύτην, δεν νομίζω ευπρεπές να την είπω. Ιδού δε πώς γίνεται η θυσία των χοίρων εις την Σελήνην άμα το ζώον σφαγή, λαμβάνουσι την άκραν της ουράς, τον σπλήνα, την σκέπην των εντέρων, και αφού τα περιτυλίξωσιν όλα ομού με όλον το πάχος το οποίον εύρον εις την κοιλίαν, τα καίουσιν επί του βωμού. Τα λοιπά κρέατα τρώγονται κατ' αυτήν εκείνην την ημέραν της πανσελήνου καθ' ην εγένετο η θυσία. Άλλην δε ημέραν δεν δύνανται να γευθώσι χοιρείου κρέατος. Όσοι μεταξύ αυτών είναι πτωχοί, δι' απορίαν μέσων πλάττουσι χοίρους εκ ζύμης τους οποίους ψήσαντες θυσιάζουσι.

48. Εις το εσπερινόν δείπνον, κατά την παραμονήν της εορτής του Διονύσου, σφάξας έκαστος προ της θύρας του χοίρον, τον δίδει οπίσω και τον λαμβάνει ο ίδιος χοιροβοσκός όστις τω τον επώλησε. Πλην των χορών, οι Αιγύπτιοι εκτελούσι τα λοιπά της εορτής ως οι Έλληνες. Αντί δε του φαλλού επενόησαν αγάλματα νευρόσπαστα, πηχυαία το μέγεθος, και περιφέρουσίν αυτά αι γυναίκες εις τας κώμας, έχοντα το αιδοίον κινούμενον και μόλις μικρότερον του όλου σώματος. Προηγείται αυλητής, ακολουθούσι δε αι γυναίκες άδουσαι τον Διόνυσον. Διατί το αιδοίον είναι τόσον υπερμέτρως μέγα, και διατί αυτό μόνον το μέλος του σώματος κινείται; Περί τούτου υπάρχει ιερά τις παράδοσις.

49. Νομίζω ότι ο Μελάμπους, ο υιός του Αμυθέωνος, εγνώρισε και μάλιστα είδε τας τελετάς ταύτας, διότι αυτός εδίδαξεν εις τους Έλληνας το όνομα του Διονύσου, την εορτήν αυτού και την πομπήν του φαλλού. Τους εδίδαξεν όμως πράγμα το οποίον και αυτός δεν είχεν εννοήσει καλώς, οι δε μεταγενέστεροι αυτού σοφοί εσαφήνισαν αυτό εντελέστερον. Εδίδαξε λοιπόν ο Μελάμπους να περιφέρωσι τον φαλλόν προς τιμήν του Διονύσου, και οι Έλληνες μαθόντες τούτο παρ' αυτού πράττουσίν όσα πράττουσιν. Εγώ νομίζω ότι ο Μελάμπους υπήρξεν άνθρωπος σοφός, αφ' εαυτού σύστησας την μαντικήν τέχνην, αλλ' ότι εισήγαγεν εις τους Έλληνας διάφορα τα οποία έμαθεν εις την Αίγυπτον, και μεταξύ άλλων την λατρείαν του Διονύσου αφού επέφερεν εις αυτήν ολίγας παραλλαγάς. Και τωόντι, πώς είναι δυνατόν να πιστεύσωμεν ότι τα προς τιμήν του θεού τούτου γινόμενα εις την Αίγυπτον και εις τους Έλληνας κατά σύμπτωσιν ομοιάζουσιν; Εάν δεν ήσαν νεωστί εισηγμένα, θα ήσαν όμοια προς παν ό,τι συμφωνεί με τα ήθη των Ελλήνων. Επίσης δεν πιστεύω ότι οι Αιγύπτιοι παρέλαβον από τους Έλληνας τούτο το έθιμον ή άλλο οιονδήποτε. Ως φρονώ δε εγώ, ο Μελάμπους θα έμαθε τα περί της τελετής του Διονύσου από τον Κάδμον τον Τύριον και από τους μετ' αυτού ελθόντας εκ της Φοινίκης εις την χώραν ήτις καλείται σήμερον Βοιωτία.

50. Σχεδόν όλα τα ονόματα των θεών ήλθον εκ της Αιγύπτου εις την Ελλάδα· αι έρευναί μου με πείθουσιν ότι τα παρελάβομεν από χώρας βαρβάρους, και νομίζω ότι προ πάντων ήλθον εκ της Αιγύπτου. Εκτός του Ποσειδώνος και των Διοσκούρων, περί ων ωμίλησα, εκτός της Ήρας, της Εστίας, της Θέμιδος, των Χαρίτων και των Νηρηίδων, τα ονόματα όλων των άλλων θεών υπήρξαν πάντοτε παρά τοις Αιγυπτίοις. Επαναλαμβάνω ενταύθα ό,τι αυτοί οι ίδιοι με είπον. Οι Θεοί, ων τα ονόματα λέγουσιν οι Αιγύπτιοι ότι αγνοούσιν, ωνομάσθησαν νομίζω από τους Πελασγούς, πλην του Ποσειδώνος· αυτόν δε τον θεόν έμαθον οι Έλληνες από τους Λίβυας. Ουδείς προ αυτών είχε προφέρει το όνομά του, και αυτοί τον ετίμων πάντοτε ως θεόν. Οι Αιγύπτιοι ουδεμίαν λατρείαν αποδίδουσιν εις τους ήρωας.

51. Έλαβον λοιπόν οι Έλληνες παρά των Αιγυπτίων τα έθιμα τα οποία είπα, και άλλα τα οποία θα είπω κατόπιν· δεν εδίδαξαν όμως οι Αιγύπτιοι τους Έλληνας να κατασκευάζωσι τα αγάλματα του Ερμού με το αιδοίον ορθόν. Πρώτοι όλων των Ελλήνων οι Αθηναίοι παρέλαβον το έθιμον τούτο από τους Πελασγούς και το μετέδωκαν εις όλους τους άλλους. Διότι οι Πελασγοί κατώκουν την αυτήν χώραν με τους Αθηναίους όταν ούτοι ηριθμούντο ήδη μεταξύ των Ελλήνων, και τούτου ένεκα ήρχισαν και οι Πελασγοί να νομίζωνται Έλληνες. Όστις δε εμυήθη τα μυστήρια των Καβείρων τα οποία τελούσιν οι Σαμοθράκες παραλαβόντες αυτά από τους Πελασγούς, εκείνος γνωρίζει τι λέγω. Οι δε Πελασγοί, πριν μεταβώσιν εις την Αττικήν, κατώκουν την Σαμοθράκην, και από τούτους παρέλαβον τα μυστήρια οι Σαμοθράκες. Πρώτοι λοιπόν των Ελλήνων οι Αθηναίοι διδαχθέντες παρ' αυτών, έκαμον τα αγάλματα του Ερμού με το αιδοίον ορθόν. Οι Πελασγοί αποδίδουσιν εις τούτο αιτίαν ιεράν, την οποίαν εξηγούσι τα μυστήρια της Σαμοθράκης.