106. Αι πλείσται των στηλών τας οποίας ο βασιλεύς Σέσωστρις έστησεν εις διαφόρους πόλεις δεν σώζονται πλέον· αλλ' εν τη Συριακή Παλαιστίνη, είδον τοιαύτας, καθώς και τας επιγραφάς τας οποίας ανέφερα και γυναικός απόκρυφα μέρη. Υπάρχουσιν επίσης εις την Ιωνίαν δύο εικόνες του ανδρός τούτου γεγλυμμέναι εις πέτρας, η μεν επί της από Εφέσου εις Φώκαιαν αγούσης οδού, η δε επί της από Σάρδεων εις Σμύρνην. Και εις τα δύο ταύτα μέρη ο ανήρ παρίσταται κατά πέντε σπιθαμάς υψηλός και κρατών εις μεν την δεξιάν χείρα λόγχην, εις δε την αριστεράν τόξον· η λοιπή σκευή αυτού είναι ομοίως μικτή, διότι είναι Αιγυπτιακή ενταυτώ και Αιθιοπική. Από του ενός ώμου μέχρι του άλλου, καθ' όλον το πλάτος του στήθους του, είναι γεγλυμμένοι ιεροί χαρακτήρες Αιγυπτιακοί λέγοντες· «Εγώ διά των εμών ώμων εκτησάμην την χώραν ταύτην.» Τις ούτος και πόθεν, ενταύθα μεν δεν αναφέρεται, αλλαχού όμως δηλούται. Τινές των ιδόντων τας εικόνας ταύτας υπέλαβον ότι είναι του Μέμνονος· αλλά πόρρω απέχουσι της αληθείας.

107. Κατά το λέγειν των ιερέων, επιστρέφων ο Σέσωστρις μετά πολλών ανθρώπων εκ των χωρών τας οποίας είχε κατακτήσει, έφθασεν εις τας Δάφνας της Πηλουσίας όπου ο αδελφός του, εις ον είχεν αναθέσει την διοίκησιν της Αιγύπτου, εφιλοξένησεν αυτόν και τους υιούς του. Περί την οικίαν όμως είχε συναθροίσει ξύλα και έθεσε πυρ. Ο Σέσωστρις συνωδεύετο υπό της γυναικός του και αύτη τον συνεβούλευσε να εξαπλώση επί της πυράς δύο εκ των εξ υιών του, να κατασκευάση δι' αυτών γέφυραν άνωθεν του καιομένου μέρους, να πατήση επί των σωμάτων των και ούτω να σωθή. Ο Σέσωστρις ηκολούθησε την συμβουλήν ταύτην, και δύο μεν παιδία του κατεκάησαν τοιουτοτρόπως, τα δε λοιπά εσώθησαν μετά του πατρός των.

108. Επιστρέψας εις την Αίγυπτον, ετιμώρησε τον αδελφόν του και μετεχειρίσθη το πλήθος των ανθρώπων τους οποίους έφερεν από τας κατακτηθείσας χώρας διά να σύρωσι τους μεγίστους λίθους οίτινες επί της βασιλείας τούτου μετεφέρθησαν εις τον ναόν του Ηφαίστου. Διέταξεν ακολούθως τους αιχμαλώτους τούτους να ορύξωσι τας διώρυχας όλας όσαι υπάρχουσι σήμερον εις την Αίγυπτον· ακουσίως λοιπόν ούτοι κατέστησαν την χώραν ταύτην αδιάβατον εις τους ίππους και τας αμάξας άτινα προηγουμένως διέτρεχον αυτήν καθ' όλας τας διευθύνσεις διότι από της εποχής εκείνης η Αίγυπτος καί τοι ούσα ομαλή, δεν έχει πλέον ούτε ίππους ούτε αμάξας. Αι πολλαί διώρυχες και αι διάφοροι αυτών περιστροφαί είναι αιτία τούτου. Ιδού δε διά ποίον λόγον ο βασιλεύς απεφάσισε να κατακόψη την χώραν του· οι Αιγύπτιοι όσοι είχον τας πόλεις ουχί επί του ποταμού αλλ' εις τα μεσόγεια, μη δυνάμενοι να αντλήσωσιν εκ του Νείλου και στερούμενοι ύδατος, έπινον ύδατα αλμυρά αντλούντες αυτά εκ φρεάτων. Διά να θεραπεύση λοιπόν το κακόν τούτο κατέκοψε την Αίγυπτον με διώρυχας.

109. Με είπον προσέτι οι ιερείς ότι ο βασιλεύς ούτος διεμοίρασε την χώραν μεταξύ όλων των Αιγυπτίων, δίδων εις έκαστον ίσον τετράγωνον γης, και ότι εκ τούτου έκαμε τας προσόδους του, προσδιορίσας τον ετήσιον εκάστου φόρον. Εάν συνέβαινε να παρασύρη ο ποταμός το μερίδιον κατοίκου τινός, μετέβαινεν ούτος προς τον βασιλέα και εφανέρονε το γεγονός. Τότε ο Σέσωστρις έπεμπεν επιθεωρητάς διά να μετρήσωσι κατά πόσον ο αγρός εμειώθη, όπως ελαττωθή ο φόρος και πληρόνη εις το εξής αναλόγως του μείναντος μέρους. Εις την περίστασιν ταύτην νομίζω ότι εφευρέθη η γεωμετρία ήτις εκ της Αιγύπτου ήλθεν εις την Ελλάδα. Το δε ηλιακόν ωρολόγιον, τον γνώμονα και τα δώδεκα μέρη της ημέρας παρέλαβον οι Έλληνες από τους Βαβυλωνίους.

110. Ο βασιλεύς ούτος υπήρξεν ο μόνος όστις εβασίλευσεν επί της Αιθιοπίας και όστις αφήκεν ως μνημεία τα λίθινα αγάλματα τα οποία βλέπομεν προ του ναού του Ηφαίστου, το ιδικόν του, τα της γυναικός του, αμφότερα τριάκοντα πήχεων, και τα των τεσσάρων υιών του, είκοσι πήχεων έκαστον. Μετά πολύν χρόνον ο ιερεύς του Ηφαίστου δεν επέτρεψε να στήση ο Δαρείος τα άγαλμα του έμπροσθεν αυτών, λέγων ότι ο Πέρσης δεν εξετέλεσε τόσα κατορθώματα όσα ο Αιγύπτιος. «Διότι, προσέθηκεν, ο Σέσωστρις κατέκτησε τόσα έθνη όσα και ο βασιλεύς, προς τούτοις δε τους Σκύθας τους οποίους ούτος δεν ηδυνήθη να νικήση. Δεν είναι λοιπόν δίκαιον να στήση ο Δαρείος τον ανδριάντα του έμπροσθεν του ανδριάντος άνδρας όστις τον υπερέβη εις τα κατορθώματα.» Οι ιερείς λέγουσιν ότι ο Δαρείος εσυγχώρησε τον λόγον τούτον.

111. Κατ' αυτούς, αποθανόντος του Σεσώστριος (28), διεδέχθη την βασιλείαν ο υιός του Φερών ο βασιλεύς ούτος ουδεμίαν επεχείρησεν εκστρατείαν, και συνέβη να τυφλωθή εκ της ακολούθου περιστάσεως. Ο ποταμός είχεν αναβή εις ύψος πολύ μέγα, πλειότερον των δεκαοκτώ πήχεων, και κατέκλυσε τους αγρούς, ότε σφοδρός άνεμος ηγέρθη και ο ποταμός ήρχισε να κυματίζη. Τότε ο βασιλεύς παραφερθείς υπό ανοήτου θυμού, ήρπασεν ακόντιον και το έρριψεν εις τας δίνας του ποταμού. Αλλ' αίφνης οι οφθαλμοί του εσκοτίσθησαν και εγένετο μετ' ολίγον τυφλός. Επί δέκα έτη διετέλει εις τοιαύτην κατάστασιν, κατά το ενδέκατον δε έτος τω εκομίσθη χρησμός εκ της πόλεως Βουτούς αναγγέλλων αυτώ ότι ο χρόνος της τιμωρίας του παρήλθε και ότι θα ανέκτα την όρασιν εάν έπλυνε τους οφθαλμούς του με το ούρος γυναικός τον άνδρα της μόνον γινωσκούσης και μη λαβούσης πείραν ετέρου ανδρός. Και πρώτον μεν εδοκίμασε το ούρος της ιδίας του γυναικός, επειδή δε δεν εθεραπεύθη, εδοκίμασεν αλληλοδιαδόχως όλων των άλλων γυναικών μέχρις ου εθεραπεύθη. Τότε εσύναξεν εις μίαν πόλιν, την οποίαν σήμερον καλούσιν Ερυθράν βώλον, όλας τας γυναίκας όσας είχε δοκιμάσει, πλην εκείνης με το ούρος της οποίας νιφθείς ανέβλεψεν. Αφού δε εκλείσθησαν όλαι εκεί, τας έκαυσε μετά της πόλεως, και έλαβεν ως γυναίκα του εκείνην της οποίας το ούρος τω απέδωκε την όρασιν. Απαλλαγείς δε του νοσήματος των οφθαλμών, αφιέρωσε διάφορα δώρα εις όλους τους ονομαστούς ναούς τα μάλλον δε άξια λόγου είναι τα θαυμαστά έργα τα οποία αφιέρωσεν εις τον ναόν του Ηλίου δύο οβελίσκους λιθίνους, εκάτερος των οποίων ήτο εξ ενός λίθου εκατόν πήχεων ύψους και οκτώ πλάτους.

112. Οι ιερείς με είπον ότι διεδέχθη την βασιλείαν άνθρωπός τις της Μέμφιδος, του οποίου το όνομα κατά την των Ελλήνων γλώσσαν είναι Πρωτεύς (29). Το αφιερωμένον εις αυτόν τέμενος σώζεται ακόμη εις την Μέμφιν, προς νότον του ναού του Ηφαίστου, και είναι περικαλλέστατον και καλώς κεκοσμημένον. Πέριξ αυτού κατοικούσι Φοίνικες της Τύρου, και όλος αυτός ο τόπος καλείται στρατόπεδον των Τυρίων. Εις το τέμενος του Πρωτέως υπάρχει ναός αφιερωμένος εις την ξένην Αφροδίτην, εκ της παραδόσεως δε την οποίαν μοι διηγήθησαν ότι η Ελένη διέτριψε παρά τω Πρωτεί καθώς και εκ της επωνυμίας ξένης Αφροδίτης, εικάζω ότι ο ναός ούτος είναι ο της Ελένης της θυγατρός του Τυνδάρεω τωόντι, εις κανένα εκ των ναών της Αφροδίτης δεν επονομάζεται η θεά αύτη ξένη.

113. Όταν ηρώτησα τους ιερείς περί της Ελένης, μοι διηγήθησαν τα ακόλουθα· αρπάσας ο Αλέξανδρος την Ελένην εκ Σπάρτης, απέπλεεν εις την πατρίδα του· αλλ' άμα εισήλθεν εις το Αιγαίον πέλαγος, σφοδροί άνεμοι τον εξώθησαν εις το Αιγύπτιον πέλαγος. Εκείθεν δε, επειδή η τρικυμία δεν έπαυεν, επλησίασεν εις την παραλίαν και εισήλθεν εις τας Ταριχείας του Νείλου αίτινες σήμερον καλούνται Κανωβικόν στόμα. Υπήρχε τότε εις το παραθαλάσσιον, και υπάρχει ακόμη σήμερον, ναός του Ηρακλέους, όπου δεν εσυγχωρείτο να συλλάβη τις δούλον φυγάδα αδιάφορον τίνος δεσπότου εάν ούτος ελάμβανε τα θεία στίγματα και αφιερούτο εις τον θεόν· ο νόμος ούτος ίσχυεν επί των ημερών μου απαραλλάκτως ως εξ αρχής. Δούλοι τινες λοιπόν του Αλεξάνδρου, ακούσαντες το προνόμιον το οποίον είχεν ο ναός ούτος, έφυγον και καθίσαντες ικέται του θεού, κατηγόρουν τον Αλέξανδρον θέλοντες να τον βλάψωσι και διηγούντο όλα όσα συνέβησαν με την Ελένην και την προς τον Μενέλαον αδικίαν αυτού. Έλεγον δε ταύτα εις τους ιερείς και εις τον φύλακα του στόματος τούτου του Νείλου όστις ωνομάζετο Θώνις.

114. Ακούσας ταύτα ο Θώνις, πέμπει τάχιστα εις την Μέμφιν προς τον Πρωτέα άνθρωπον λέγοντα τα ακόλουθα· «Ήλθε ξένος τις Τεύκρος το γένος, όστις διέπραξεν εις την Ελλάδα ανόσιον έργον, διότι ηπάτησε την γυναίκα του φιλοξενήσαντος αυτόν, την ήρπασε μετά πολλών άλλων θησαυρών και ήλθεν εις την χώραν σου αναγκασθείς υπό των ανέμων. Τι πρέπει να πράξωμεν; να τον αφήσωμεν να αναχωρήση ατιμώρητος, ή να λάβωμεν όσα έφερεν ελθών;» ο δε Πρωτεύς απεκρίθη· Συλλαβόντες τον άνθρωπον τούτον όστις έπραξε τοιαύτην ανοσίαν πράξιν προς τον ξένον του, πέμψατέ τον προς εμέ διά να ακούσω τι θα είπη.»

115. Ακούσας ταύτα ο Θώνις, συλλαμβάνει τον Αλέξανδρον, κρατεί τα πλοία του και πέμπει εις την Μέμφιν αυτόν, την Ελένην, τους θησαυρούς του και προσέτι τους ικέτας. Όταν έφθασαν εκεί όλοι ηρώτα ο Πρωτεύς τον Αλέξανδρον τις ήτο και πόθεν ήρχετο. Ο δε Αλέξανδρος και το γένος του ωμολόγησε, και το όνομα της πατρίδος του είπε, και προσέτι τω διηγήθη τον πλουν του από του μέρους εκ του οποίου εξέπλευσεν. Αλλ' ο Πρωτεύς επέμενε να μάθη πόθεν έλαβε την Ελένην· επειδή δε ο Αλέξανδρος περιέπλεκε τους λόγους του και δεν έλεγε την αλήθειαν, οι παρόντες εις την συνδιάλεξιν ικέται εμαρτύρουν κατ' αυτού διηγούμενοι καταλεπτώς το έγκλημά του. Τέλος ο βασιλεύς εξήνεγκε την ακόλουθον απόφασιν. «Εάν δεν εθεώρουν ως μέγα έγκλημα να φονεύσω τινά εκ των ξένων όσοι βιαζόμενοι υπό των ανέμων έρχονται εις τον τόπον μου θα σε ετιμώρουν υπέρ του Έλληνος εκείνου, σε τον κάκιστον των ανθρώπων, όστις φιλοξενηθείς παρ' αυτού, έπραξες έργον ανοσιώτατον· επλησίασες την γυναίκα του ξένου σου, και δεν ηρκέσθης εις τούτο, αλλ' αποπλανήσας αυτήν την έκλεψες και έφυγες· και ούτε εις αυτό ακόμη ηρκέσθης, αλλ' ήλθες γυμνώσας την οικίαν του φιλοξενήσαντός σε. Εν τούτοις, επειδή θεωρώ ως αμάρτημα να φονεύσω ξένον, θα ζήσης· δεν σοι επιτρέπω όμως μήτε την γυναίκα να λάβης μήτε τους θησαυρούς· θα τα φυλάξω διά τον ξένον Έλληνα, μέχρις ου θέληση εκείνος να έλθη και να τα λάβη. Όσον δ' αφορά σε και τους συμπλωτήράς σου, σας διατάττω να φύγετε εντός τριών ημερών από τον τόπον τούτον εις άλλην γην οιανδήποτε, ειδεμή, θα σας μεταχειρισθώ ως πολεμίους.»

116. Τοιαύτη ήτο η διήγησις των ιερέων περί της αφίξεως της Ελένης εις του Πρωτέως· εγώ δε νομίζω ότι ο Όμηρος εγνώριζε μεν το γεγονός τούτο, δεν το έκρινεν όμως αρμόδιον διά την εποποιίαν όσον το άλλο, εκείνο το οποίον μετεχειρίσθη· το αφήκε λοιπόν κατά μέρος δείξας μόνον ότι το ήξευρεν. Είναι δε φανερόν εξ όσων εν τη Ιλιάδι (και ουδαμού αντιφάσκει) λέγει περί των πλανήσεων του Αλεξάνδρου· ότι δηλαδή αφού ήρπασε την Ελένην και ανεχώρησε, πλανηθείς μακράν έφθασεν εις την Σιδώνα της Φοινίκης. Αναφέρει δε ταύτα εις τα κατορθώματα του Διομήδους· και οι στίχοι λέγουσιν ούτω· «Εκεί ήσαν οι παμποίκιλοι πέπλοι, έργα Σιδωνίων γυναικών, τους οποίους ο θεόμορφος Αλέξανδρος έφερεν από την Σιδώνα όταν, διασχίζων την θάλασσαν, διήλθεν εκείθεν απάγων εις την Τρωάδα την ευγενή Ελένην.» Και άλλη μνεία τούτου γίνεται εν τη Οδυσσεία εις τους ακολούθους στίχους. «Η θυγάτηρ του Διός έχει πολλά φάρμακα ωφέλιμα και με πολλήν τέχνην κατεσκευασμένα, τα οποία τη έδωκεν η Πολυδάμνα, η σύζυγος του Θώνος, από την Αίγυπτον, όπου η ζωοπάροχος γη παράγει άφθονα φάρμακα, άλλα μεν επωφελή, άλλα δε επιβλαβή.» Ιδού δε και άλλοι στίχοι εις τους οποίους ο Μενέλαος λέγει προς τον Τηλέμαχον· «Με όλην την ανυπομονησίαν την οποίαν είχον να επανίδω την πατρίδα μου, οι θεοί με εκράτησαν ακόμη εις την Αίγυπτον, όπου είχον αμελήσει να θυσιάσω εις αυτούς εντελείς εκατόμβας.» Διά των στίχων τούτων καθίσταται δήλον ότι εγίνωσκε την άφιξιν του Αλεξάνδρου εις την Αίγυπτον, διότι η Συρία συνορεύει με την Αίγυπτον, και οι Φοίνικες, εις ους ανήκει η Σιδών, κατοικούσιν εις την Συρίαν.

117. Εκ των στίχων τούτων, και προ πάντων εκ των πρώτων, καταφαίνεται ότι τα Κύπρια έπη δεν είναι του Ομήρου, αλλ' άλλου τινός· διότι εις ταύτα μεν λέγεται ότι ο Αλέξανδρος, αφού ήρπασε την Ελένην από την Σπάρτην, έφθασε μετά τρεις ημέρας εις το Ίλιον βοηθούμενος υπό ούριου άνεμου και θαλάσσης γαληνιαίας· εις δε την Ιλιάδα λέγεται εξ εναντίας ότι άγων αυτήν επλανάτο τήδε κακείσε. Αλλ' ας αφήσωμεν τον Όμηρον και τα Κύπρια έπη.

118. Όταν ηρώτησα τους ιερείς εάν όσα λέγουσιν οι Έλληνες ότι συνέβησαν εις την Τρωάδα ήναι ψευδή ή αληθή, ιδού τι με απεκρίθησαν βεβαιούντες ότι τα είπεν εις αυτούς ο Μενέλαος. Μετά την αρπαγήν της Ελένης, πολυάριθμος στρατός Ελληνικός μετέβη εις την Τρωάδα διά να βοηθήση τον Μενέλαον· αποβάς εις την ξηράν ο στρατός ούτος, έστησε το στρατόπεδόν του και έπεμψεν εις το Ίλιον πρέσβεις μεταξύ των οποίων ήτο ο Μενέλαος· εισήλθον ούτοι εις την πόλιν, απήτησαν την απόδοσιν της Ελένης και τους θησαυρούς τους οποίους μετ' αυτής ήρπασεν ο Αλέξανδρος και εζήτησαν ικανοποίησιν διά τα αδικήματα ταύτα. Άλλοι Τρώες, και κατ' εκείνην την στιγμήν, και βραδύτερον, εβεβαίουν πάντοτε το αυτό πράγμα, είτε απλώς είτε μεθ' όρκου· ότι δεν είχον ούτε την Ελένην ούτε τους θησαυρούς, ότι όλα αυτά ήσαν εις την Αίγυπτον και ότι δεν τοις εφαίνετο εύλογον να δώσωσιν ικανοποίησιν διά πράγματα τα οποία είχεν ο βασιλεύς Πρωτεύς. Οι Έλληνες νομίσαντες ότι τους έσκωπτον οι Τρώες, επολιόρκησαν την πόλιν και την εκυρίευσαν. Αφού δε εκυρίευσαν την πόλιν, επειδή η Ελένη δεν εφαίνετο ουδαμού και οι Τρώες έλεγον τα αυτά όσα και πρότερον, τότε πιστεύσαντες εις τους πρώτους λόγους οι Έλληνες, απέστειλαν αυτόν τον Μενέλαον προς τον Πρωτέα.

119. Ελθών ο Μενέλαος εις Αίγυπτον και αναπλεύσας μέχρι της Μέμφιδος, διηγήθη όλην την αλήθειαν, έλαβεν άπειρα δώρα, και επανέλαβε την Ελένην όλως αβλαβή καθώς και όλους τους αρπαγέντας θησαυρούς του. Καίτοι δε ο Μενέλαος έτυχε τόσων περιποιήσεων, εφάνη όμως άδικος προς τους Αιγυπτίους. Επειδή ήθελε να αναχωρήση εκείθεν και ο καιρός τον εμπόδιζε, τούτο δε διήρκει πολλάς ημέρας, κατέφυγεν εις πράγμα ανόσιον· διότι λαβών δύο παιδία ανθρώπων εγχωρίων, τα έσφαξεν. Έπειτα, γενομένου γνωστού του πράγματος, εμισήθη και διωκόμενος έφυγε και ήλθε με τα πλοία του εις την Λιβύαν. Οι Αιγύπτιοι δεν ηδύναντο μεν να είπωσι πού μετέβη εκείθεν ο Μενέλαος, με εβεβαίουν όμως ότι άλλα μεν των συμβάντων εκείνων εξετάσαντες έμαθον, άλλα δε ότι τα εγίνωσκον και τα έλεγον μετά βεβαιότητος ως γενόμενα εις τον τόπον των.

120. Αυτά μεν έλεγον οι Αιγύπτιοι ιερείς· εγώ δε παραδέχομαι όσα διηγούνται περί της Ελένης προσθέτων την εξής σκέψιν. Εάν η Ελένη ήτο εις το Ίλιον βεβαίως θα απεδίδετο εις τους Έλληνας τη συγκαταθέσει ή άνευ της συγκαταθέσεως του Αλεξάνδρου, διότι ούτε ο Πρίαμος ούτε οι άλλοι συγγενείς του ήσαν τόσον ανόητοι ώστε να διακινδυνεύσωσι τα άτομά των, τα τέκνα των και την πόλιν των διά να έχη ο Αλέξανδρος γυναίκα την Ελένην. Και εάν υποθέσωμεν ότι η πρώτη απόφασίς των ήτο να μη ενδώσωσιν, όταν όμως είδον ότι πολεμούντες με τους Έλληνας έχανον πολλούς ανθρώπους, όταν είδον ότι δεν παρήρχετο μάχη (εάν βασισθώμεν εις τας μαρτυρίας των εποποιών) χωρίς να χάση ο Πρίαμος τουλάχιστον δύο ή τρεις των υιών του, επειδή ταύτα συνέβησαν ούτω, νομίζω ότι και αυτός ο Πρίαμος αν ήτο ο άρπαξ της Ελένης, θα έσπευδε να την αποδώση εις τους Ατρείδας διά να αποφύγη τόσα δυστυχήματα. Προς τούτοις ούτε διάδοχος της βασιλείας ήτο ο Αλέξανδρος, και με όλον το γήρας του Πριάμου η διοίκησις των κοινών δεν ήτο εις χείρας του Αλεξάνδρου· αλλ' ο Έκτωρ, όστις ήτο και πρεσβύτερος και γενναιότερος αυτού, έμελλε να παραλάβη την βασιλείαν μετά τον θάνατον του Πριάμου. Αυτός λοιπόν δεν θα επέτρεπεν εις τον αδελφόν του την αδικίαν, προ πάντων όταν ένεκα αυτού συνέβαιναν τόσα δυστυχήματα και εις αυτόν τον Έκτορα και εις άλλους Τρώας. Αλλά δεν ήτο εις την εξουσίαν των να αποδώσωσι την Ελένην, ούτε τους επίστευον οι Έλληνες λέγοντας την αλήθειαν. Κατά την εμήν γνώμην τούτο εγένετο συνεργεία των θεών, διά να απολεσθώσι κατά κράτος οι Τρώες και γίνη φανερόν εις όλους τους ανθρώπους ότι εις τα μεγάλα αδικήματα οι θεοί επιφυλάττουσι μεγάλας τιμωρίας. Και ταύτα μεν, ως είπον, φρονώ εγώ.

121. 1. Οι δε ιερείς λέγουσιν ότι τον Πρωτέα διεδέχθη ο Ραψίνιτος (30), όστις αφήκεν ως μνημείον τα προς δυσμάς προπύλαια του ναού του Ηφαίστου. Απέναντι των προπυλαίων τούτων έστησε δύο ανδριάντας εικοσιπέντε πήχεις υψηλούς οι Αιγύπτιοι καλούσι τον μεν προς άρκτον ιστάμενον Θέρος, τον δε προς μεσημβρίαν Χειμώνα και εκείνον μεν τον οποίον καλούσι Θέρος προσκυνούσι και περιποιούνται, προς δε τον άλλον τον καλούμενον Χειμώνα πράττουσι τα εναντία. Ο βασιλεύς ούτος είχεν άπειρα χρήματα, τόσα ώστε εκ των μεταγενεστέρων βασιλέων κανείς δεν ηδυνήθη μήτε να τον υπερβή μήτε να τον φθάση καν. Θέλων ούτος να θησαυρίζη εις ασφαλές μέρος, έκτισε δωμάτιον λίθινον, του οποίου είς των τοίχων ήτο εις το έξω μέρος της οικίας αλλ' ο οικοδόμος, επιβουλευόμενος τα πλούτη εκείνα, εμηχανεύθη το εξής προδιέθεσε μίαν πέτραν του τοίχου ούτως ώστε δύο άνθρωποι, ή και είς μόνος, να δύνανται ευκόλως να την εκβάλλωσιν. Αφού ετελείωσε το οίκημα, ο βασιλεύς απέθεσεν εν αυτώ τους θησαυρούς του. Μετά παρέλευσιν χρόνου, ο οικοδόμος αισθανθείς το τέλος της ζωής του εκάλεσε τους υιούς του (είχε δε δύο) και τοις είπε πως, μεριμνών δι' αυτούς διά να έχωσιν άφθονα αγαθά, έκαμε τέχνασμα τι ότε έκτιζε το θησαυροφυλάκιον του βασιλέως. Αφού δε τοις εξήγησε σαφώς πώς ηδύναντο να αφαιρέσωσι τον λίθον, τους έδωκε τα μέτρα αυτού και τους είπεν ότι εάν δεν τα λησμονήσωσι θα ήσαν διαχειρισταί των βασιλικών χρημάτων. Και εκείνος μεν απέθανεν, οι δε υιοί του δεν εβράδυνον να θέσωσιν εις ενέργειαν το πράγμα πορευθέντες διά νυκτός εις τα βασίλεια και ανευρόντες τον λίθον εις το οικοδόμημα, ευκόλως τον μετεκίνησαν και εξήγαγον πολλά χρήματα. 2. Όταν δε έτυχεν ο βασιλεύς να ανοίξη το οίκημα, ηπόρησεν ιδών ότι έλειπον χρήματα από τα αγγεία, και δεν ήξευρεν εις ποίον να αποδώση το πράγμα, καθότι αι σφραγίδες ήσαν ανέπαφοι και η θύρα κεκλεισμένη. Επειδή δε ανοίξας δις και τρις έβλεπεν ότι τα χρήματα ηλαττούντο πάντοτε (επειδή οι κλέπται δεν έπαυον εξάγοντες), εμηχανεύθη το εξής διέταξε να κατασκευάσωσι παγίδας και να τας στήσωσι πέριξ των αγγείων εντός των οποίων ήσαν τα χρήματα. Οι κλέπται ήλθον ως και πρότερον ο είς εξ αυτών εισήλθεν, επλησίασεν αγγείον τι, και αίφνης συνελήφθη εις την παγίδα. Εννοήσας δε αμέσως το δυστύχημα εις το οποίον είχεν εμπέσει, εκάλεσε τον αδελφόν του, είπε προς αυτόν το γεγονός και τον προέτρεψε να εισέλθη τάχιστα. Άμα δε εκείνος επλησίασε «Κόψε την κεφαλήν μου, προσέθηκε, διότι εάν με ίδωσι και με αναγνωρίσωσιν, εχάθημεν και εγώ και συ.» Ο αδελφός επείσθη ότι είχε δίκαιον και ηκολούθησε την συμβουλήν του έπειτα, εφαρμόσας τον λίθον εις την θέσιν του ήλθεν εις την οικίαν του με την κεφαλήν του αδελφού του. 3. Άμα εξημέρωσεν, εισήλθεν ο βασιλεύς εις το οίκημα και εξεπλάγη ευρών εις την παγίδα το σώμα του κλέπτου άνευ κεφαλής, το οίκημα αβλαβές και ουδεμίαν άλλην είσοδον ή έξοδον. Ευρισκόμενος δε εις απορίαν, επενόησεν άλλο στρατήγημα εκρέμασεν εις τον τοίχον το σώμα του κλέπτου, και θέσας περί αυτό φύλακας, τους διέταξε να συλλάβωσι και φέρωσιν ενώπιόν του οποιονδήποτε ήθελον ιδεί να κλαύση ή να στενάξη επί τω θεάματι εκείνω. Ενόσω δε εκρέματο το πτώμα, η μήτηρ, δεινώς λυπουμένη, συνωμίλει μετά του επιζώντος υιού της επί τέλους τον επρόσταξε να εφεύρη πάντα τρόπον να λύση το πτώμα όπως ηδύνατο και να το φέρη εις την οικίαν, απειλούσα αυτόν ότι εν περιπτώσει αμελείας θα μεταβή η ιδία προς τον βασιλέα και θα τον καταγγείλη ότι αυτός έχει τα χρήματα. 4. Επειδή λοιπόν η μήτηρ τον επίεζε πολύ, και αυτός δεν ηδύνατο να την μεταπείση με όλας τας παρατηρήσεις του, εσοφίσθη τα ακόλουθα έλαβεν όνους, έπειτα πληρώσας οίνου ασκούς, τους εφόρτωσεν επί των όνων και ήλαυνεν αυτούς. Όταν δε έφθασεν απέναντι των φυλάκων και πλησίον του κρεμαμένου σώματος, έσυρε προς εαυτόν δύο τρεις άκρας των ασκών και τους έλυσεν ενώ εκλονίζοντο τότε ο οίνος ήρχισε να χύνεται, και αυτός εκτύπα την κεφαλήν του εκβάλλων μεγάλας φωνάς, ως να μη ήξευρε προς ποίον όνον να τρέξη πρώτον. Οι φύλακες βλέποντες να χύνεται τόσος οίνος, ώρμησαν εις την οδόν με αγγεία διά να τον συνάξωσιν, ως να εχύνετο χάριν αυτών. Ο άνθρωπος προσεποιήθη ότι εθύμωνε, τους ύβριζεν όλους.

122. Μετά τούτο μοι είπον οι ιερείς ότι ο βασιλεύς ούτος κατέβη ζων όπου οι Έλληνες υποθέτουσιν ότι είναι ο άδης, ότι εκεί έπαιζε τους κύβους με την Δήμητρα, ότι άλλοτε μεν την ενίκα, άλλοτε δε ηττάτο υπ' αυτής, και ότι λαβών παρ' αυτής δώρον χειρόμακρον χρυσούν, ανέβη πάλιν εις την γην. Ένεκα της καταβάσεως ταύτης και μετά την επιστροφήν του Ραμψινίτου, οι Αιγύπτιοι εσύστησαν εορτήν ως με είπον, και ο ίδιος ηξεύρω ότι και εις τας ημέρας μου ακόμη την διετήρουν· δεν δύναμαι όμως να είπω εάν δι' άλλην τινά αιτίαν την εώρταζον ή δι' αυτήν. Κατά την ημέραν της εορτής, οι ιερείς, υφαίνοντες μανδύαν, δένουσι με ταινίαν τους οφθαλμούς ενός εκ των ιδικών των, και περιβάλλοντες αυτόν με τον μανδύαν εκείνον, τον φέρουσιν εις την οδόν ήτις άγει εις τον ναόν της Δήμητρος· έπειτα δε επιστρέφουσιν. Εν τούτοις ο ιερεύς, δεδεμένους έχων τους οφθαλμούς, οδηγείται υπό δύο λύκων εις τον ναόν τούτον όστις απέχει από την πόλιν είκοσι στάδια και φέρεται πάλιν οπίσω παρ' αυτών εις το ίδιον μέρος.

123. Τας διηγήσεις ταύτας των Αιγυπτίων ας δεχθή όστις νομίζει αυτάς πιθανάς. Το κατ' εμέ, εις όλην την διήγησίν μου ομολογώ ότι γράφω όσα ήκουσα. Οι Αιγύπτιοι λέγουσιν ότι η Δημήτηρ και ο Διόνυσος βασιλεύουσιν επί των νεκρών. Είναι λοιπόν οι πρώτοι οίτινες ωμίλησαν περί της δοξασίας ταύτης ότι η ψυχή του ανθρώπου είναι αθάνατος, και ότι, μετά την φθοράν του σώματος, εισέρχεται αύτη εις άλλο ον γεννώμενον· αφού δε διατρέξη όλα τα ζώα της γης και της θαλάσσης και όλα τα πτηνά, εισέρχεται πάλιν εις ανθρώπινον σώμα· η περιπλάνησις δ' αύτη της ψυχής γίνεται εις τρισχίλια έτη. Την δοξασίαν ταύτην τινές των Βλλήνων μετεχειρίσθησαν ως ιδικήν των, άλλοι μεν πρότερον, άλλοι δε εσχάτως (31) ηξεύρω τα ονόματα αυτών, πλην δεν τα γράφω.

124. Με είπον προσέτι οι ιερείς ότι μέχρι του Ραμψινίτου η ευνομία διετηρείτο εις την Αίγυπτον και ότι μεγάλως ηυδαιμόνει ο τόπος· αλλά μετ' αυτόν εβασίλευσεν ο Χέοψ (32) και τότε υπέφερον παν είδος δυστυχίας. Πρώτον έκλεισεν όλους τους ναούς και απηγόρευσε να θυσιάζωσιν έπειτα ηνάγκασε τους Αιγυπτίους να εργάζωνται δι' αυτόν. Και είς τινας μεν επέβαλε να σύρωσι μέχρι του Νείλου λίθους τους οποίους εξήγον από τα λατομεία του Αραβίου όρους εις άλλους δε ώρισε να μεταβιβάζωσιν εις πλοιάρια τους λίθους τούτους και να τους φέρωσιν εις το Λιβυκόν όρος. Ειργάζοντο δε αδιακόπως εκατόν χιλιάδες ανθρώπων αντικαθισταμένων κατά τριμηνίαν. Ταλαιπωρούμενος ο λαός εδαπάνησε δέκα μεν έτη διά την κατασκευήν της οδού διά της οποίας μετέφερον τους λίθους, έργον όπερ, κατ' εμέ, μόλις είναι μικρότερον της πυραμίδος, διότι το μήκος της οδού είναι πέντε στάδια, το πλάτος δέκα οργυιαί, και το μεγαλείτερον ύψος οκτώ οργυιαί και κατεσκευάσθη εκ λίθων ξεστών, κεκοσμημένων δι' εγγεγλυμμένων εικόνων. Κατανάλωσαν λοιπόν δέκα έτη διά την οδόν ταύτην, διά την εξομάλισιν του λόφου όπου ίστανται αι πυραμίδες, και διά τα υπό την γην οικήματα τα οποία ο Χέοψ προώρισε διά τάφον του αποκαταστήσας το μέρος εκείνο νήσον με διώρυχα την οποίαν έφερεν από τον ποταμόν. Είκοσι δε έτη εχρειάσθησαν διά την κατασκευήν της κυρίας πυραμίδος της οποίας, τετραγώνου ούσης, εκάστη πρόσοψις είναι οκτώ πλέθρα εις την βάσιν και άλλα τόσα κατά το ύψος σύγκειται δε όλη εκ λίθων ξεστών και καλώς συνηρμολογημένων και ουδείς λίθος αυτής είναι μικρότερος των τριάκοντα ποδών.

125. Κατεσκευάσθη δε η πυραμίς αύτη κατά το σχήμα βαθμίδων, τας οποίας άλλοι μεν καλούσι κρόσσας, άλλοι δε βωμίδας. Αφού δε έκτισαν την βάσιν, ύψωσαν τας λοιπάς πέτρας διά μηχανών κατεσκευασμένων εκ μικρών ξύλων· η δύναμις της μηχανής ενήργει πρώτον από του εδάφους μέχρι του πρώτου στοίχου των βαθμίδων· εκεί ήτο εστημένη άλλη μηχανή εφ' ης ετίθετο ο λίθος και μετεφέρετο εις τον δεύτερον στοίχον των βαθμίδων όπου ήτο εστημένη τρίτη μηχανή, διότι όσοι στοίχοι ήσαν τόσαι και μηχαναί. Πιθανόν όμως να υπήρχε μια μόνη μηχανή, την οποίαν, καθό ευκίνητον, μετέφερον από στοίχου εις στοίχον, αφού προηγουμένως αφήρουν απ' αυτής τον λίθον, διότι πρέπει να αναφέρω και τους δύο τρόπους καθώς με τους είπον. Και προ των άλλων μεν ετελείωσεν η κορυφή της πυραμίδος, κατόπιν ο ακόλουθος στοίχος και ούτω καθεξής μέχρι του τελευταίου όστις ήγγιζε το έδαφος. Είναι δε σημειωμένα με χαρακτήρας Αιγυπτιακούς πόσα εξωδεύθησαν διά τους εργάτας εις ράπανα, κρόμμυα και σκόροδα· και καθ' όσον δύναμαι να ενθυμηθώ, η επιγραφή, την οποίαν μοι εξήγησεν ο διερμηνεύς, εδείκνυεν ότι το ποσόν ανέβη μέχρι χιλίων εξακοσίων αργυρών ταλάντων. Εάν τωόντι τόσα εδαπανήθησαν εις τοιαύτα πράγματα, πόσα άρα γε να εδαπανήθησαν εις σιδηρά σύνεργα, εις τρόφιμα και εις ενδύματα καθ' όλον τον προς οικοδομήν δαπανηθέντα χρόνον όστις ήτο όσος είπον, εκτός εκείνων τα οποία εξωδεύθησαν, ως νομίζω, κατά τον χρόνον όστις εχρειάσθη προς τομήν των λίθων, μεταφοράν αυτών και κατασκευήν του υπογείου ορύγματος;

126. Εις τοιούτον βαθμόν κακοηθείας έφθασεν ο Χέοψ ώστε έχων ανάγκην χρημάτων εισήγαγεν, ως λέγουσι, την θυγατέρα του εις πορνείον και την διέταξε να συνάξη ποσότητα τινα, αγνοώ πόσην διότι δεν με την είπον οι ιερείς. Υπήκουσεν αύτη και εσύναξε την παρά του πατρός της ορισθείσαν ποσότητα· θέλουσα δε να αφήση και ίδιον εαυτής μνημείον, εζήτει παρά παντός εισερχομένου προς αυτήν να τη χαρίζη μίαν πέτραν δι' αυτό το έργον. Από αυτάς δε τας πέτρας λέγουσιν ότι εκτίσθη εκείνη των πυραμίδων ήτις είναι εν τω μέσω των τριών, ολίγον προ της μεγαλειτέρας, και της οποίας εκάστη πλευρά είναι έν και ήμισυ πλέθρον εις την βάσιν.

127. Ως λέγουσιν οι Αιγύπτιοι ο Χέοψ ούτος εβασίλευσε πεντήκοντα έτη· μετά τον θάνατόν του δε εκληρονόμησε την βασιλείαν ο αδελφός του Χεφρήν (33) όστις τον εμιμήθη καθ' όλα έκτισε και αυτός πυραμίδα ως εκείνος, μικροτέραν όμως την εμέτρησα εγώ ο ίδιος μήτε υπόγεια οικήματα έχει, μήτε διώρυχα φέρουσαν μέχρι της βάσεώς της το ύδωρ του ποταμού, ως έχει η άλλη την οποίαν η παροχέτευσις του Νείλου καθίστα νήσον εν τη οποία ως λέγεται κείται το σώμα του Χέοπος. Αφού έκτισε την πρώτην βαθμίδα εκ λίθου Αιθιοπικού ποικίλου, ύψωσε την πυραμίδα κατά τεσσαράκοντα πόδας ολιγώτερον της πρώτης ήτις είναι πλησίον αμφότεραι δε ίστανται επί του αυτού λόφου όστις έχει ύψος περίπου εκατόν πόδας. Έλεγον προσέτι οι ιερείς ότι ο Χιφρήν εβασίλευσεν έτη πεντήκοντα και έξ.

128. Αριθμούσι λοιπόν εκατόν εξ έτη κατά τα οποία οι Αιγύπτιοι υπέστησαν πάσαν ταλαιπωρίαν· οι ναοί, εις το διάστημα τούτο, εκλείσθησαν και δεν τους ήνοιξαν ουδέ προς στιγμήν. Τούτων δε των βασιλέων τα ονόματα ο λαός μήτε τα αναφέρει υπό μίσους, αλλ' ονομάζει τας πυραμίδας ταύτας πυραμίδας Φιλιτίωνός τινος ποιμένος όστις έβοσκε τότε τα ποίμνιά του εις τούτο το μέρος.

129. Μετά τον Χεφρήνα οι ιερείς με είπον ότι ανέβη επί του θρόνου ο υιός του Χέοπος Μυκερίνος (34). Αι πράξεις του πατρός του δεν ήρεσκον εις αυτόν όθεν και τους ναούς ήνοιξε, και τον λαόν, όστις εις άκρον εταλαιπωρείτο, απέλυσε διά να καταγίνεται εις τας θυσίας του και τα ίδιά του έργα, και τέλος εδίκαζε δικαιότερον όλων των βασιλέων. Τον επαινούσι λοιπόν διά τούτο πλειότερον από όλους όσοι εβασίλευσαν επί της Αιγύπτου, διότι ου μόνον έκρινε καλώς, αλλά και εις εκείνον όστις παρεπονείτο διά την απόφασιν έδιδε δώρον τι κατευνάζον την δυσαρέσκειάν του. Εν τούτοις εις τον Μυκερίνον τούτον, τον τόσον ήπιον, τον τόσον μεριμνώντα διά την ευτυχίαν των Αιγυπτίων, συνέβησαν πολλά δυστυχήματα, και πρώτον πάντων ο θάνατος της θυγατρός του, ήτις ήτο το μόνον τέκνον το οποίον είχεν εις την οικίαν του. Αισθανθείς λύπην άφατον διά το δυστύχημα τούτο και θέλων να θάψη την θυγατέρα του μεγαλοπρεπέστερον παρ' ό,τι θάπτουσι τους άλλους, διέταξε να κατασκευάσωσι βουν ξυλίνην κοίλην, την οποίαν κατεχρύσωσε και έθεσεν εντός αυτής την αποθανούσαν θυγατέρα του.

130. Η βους αύτη δεν ετάφη· εσώζετο ακόμη εις τας ημέρας μου εις την Σάιν κειμένη εις δωμάτιον πλουσίως κεκοσμημένον εντός της βασιλικής κατοικίας· πλησίον αυτής εκαίοντο καθ' ημέραν παντός είδους αρώματα, καθ' όλην δε την νύκτα ήτο αναμμένος λύχνος διαρκώς. Ου μακράν της βοός ταύτης, εις άλλο δωμάτιον, είναι εκτεθειμέναι αι εικόνες των παλλακίδων του Μυκερίνου, ως με είπον οι ιερείς της Σάιος. Αληθώς υπάρχουσιν εκεί είκοσι μεγάλα ξύλινα αγάλματα παριστώντα γυναίκας γυμνάς· ποίαι είναι; δεν ειμπορώ να είπω ειμή ό,τι ήκουσα.

131. Τινές διά την βουν και τα κολοσσιαία αγάλματα λέγουσι τα εξής· ότι ο Μυκερίνος ηράσθη της εαυτού θυγατρός και εμίγη μετ' αυτής ακούσης· μετά ταύτα δε ότι η κόρη από την λύπην της επνίγη και εκείνος την έθαψεν εντός της βοός ταύτης, ότι η μήτηρ έκοψε τας χείρας των υπηρετριών αίτινες παρέδωκαν την νέαν κόρην εις τον πατέρα της, και ότι διά τούτο αι εικόνες αυτών είναι άχειρες θέλουσαι να παραστήσωσιν ό,τι έπαθον εις τον βίον των. Κατ' εμέ οι λέγοντες ταύτα φλυαρούσι, και προ πάντων εις τα περί των χειρών των αγαλμάτων, διότι το είδομεν και ημείς ιδίοις όμμασιν ότι υπό του χρόνου απώλεσαν τας χείρας των, αίτινες κείνται ακόμη προ των ποδών των.

132. Η βους έχει το σώμα κεκαλυμμένον υπό επιστρώματος πορφυρού, πλην του αυχένος και της κεφαλής εις τα οποία είναι επιτεθειμένος παχύτατος χρυσός· μεταξύ των κεράτων αυτής είναι απομεμιμημένος εκ χρυσού ο κύκλος του ηλίου. Ίσταται δε αυτή ουχί επί των ποδών της, αλλά γονατισμένη, και το μέγεθος αυτής είναι όσον μεγάλης βοός ζωντανής. Κατ' έτος την εκβάλλουσιν από το οίκημα, όταν οι Αιγύπτιοι κτυπώνται χάριν του θεού τον οποίον εγώ δεν ειμπορώ να ονομάσω εις τοιαύτην διήγησιν· τότε λοιπόν εκφέρουσι και την βουν εις το φως, διότι, ως λέγουσιν, η θυγάτηρ του Μυκερίνου αποθνήσκουσα εζήτησεν από τον πατέρα της να βλέπη τον ήλιον άπαξ του ενιαυτού.

133. Μετά τον θάνατον της θυγατρός του δευτέρα συμφορά ηκολούθησεν εις τον βασιλέα, η εξής· χρησμός τις ήλθεν εκ της πόλεως Βουτούς λέγων ότι έξ μόνον έτη έμελλεν ακόμη να ζήση και το έβδομον να αποθάνη. Οδυνηράν θλίψιν αισθανθείς έπεμψε να επιπλήξη το μαντείον, παραπονούμενος ότι ο μεν πατήρ του και ο θείος του κλείσαντες τους ναούς, αποβαλόντες της μνήμης των τους θεούς, πιέζοντες τους ανθρώπους, έζησαν πολύν χρόνον, αυτός δε, ευσεβής ων, μέλλει να αποθάνη ταχέως. Τότε ήλθε προς αυτόν δεύτερος χρησμός εκ του μαντείου λέγων ότι τούτου ένεκα συντετμήθη ο βίος του· ότι δεν έπραξεν ό,τι ώφειλε να πράξη· ότι η Αίγυπτος ήτο προωρισμένη να υποφέρη επί εκατόν πεντήκοντα έτη· ότι οι δύο προκάτοχοι αυτού βασιλείς ενόησαν τούτο, εκείνος δε όχι. Ταύτα ακούσας ο Μυκερίνος, επειδή είδεν ότι ήτο καταδεδικασμένος, διέταξε να κατασκευάσωσι πολλούς λύχνους τους οποίους ήναπτε την νύκτα, πίνων και εντρυφών, χωρίς να παύη μήτε ημέραν μήτε νύκτα· περιήρχετο δε τας λίμνας και τα άλση και όπου ήθελε μάθει ότι υπήρχον ευάρεστοι διασκεδάσεις. Εμηχανάτο δε ταύτα διά να αποδείξη ψευδόμενον το μαντείον κάμνων τας νύκτας ημέρας, ώστε τα έξ έτη να γίνωσι δώδεκα δι' αυτόν.

134. Αφήκε δε και ούτος πυραμίδα πολύ μικροτέραν του πατρός του, ήτις ούσα επίσης τετράγωνος έχει εκάστην πλευράν τριών πλέθρων μείον είκοσι ποδών και είναι εκτισμένη κατά το ήμισυ εκ λίθου Αιθιοπικού. Έλληνες τινες ισχυρίζονται ότι η πυραμίς αύτη είναι εταίρας τινός, της Ροδώπιδος· πλην δεν λέγουσιν ορθώς, και βλέπω μάλιστα ότι ομιλούσι περί αυτής χωρίς ούτε να ηξεύρωσι ποία ήτο η Ροδώπις, διότι δεν θα απέδιδον εις αυτήν την κατασκευήν τοιαύτης πυραμίδος εις την οποίαν δύναταί τις να είπη ότι εδαπανήθησαν αναρίθμητοι χιλιάδες ταλάντων. Εκτός τούτου πρέπει να παρατηρήσωμεν ότι η Ροδώπις ήκμασεν ουχί επί των χρόνων του Μυκερίνου, αλλ' επί του βασιλέως Αμάσιος· ώστε είναι πολλά έτη μεταγενεστέρα των βασιλέων οίτινες έκτισαν τας πυραμίδας ταύτας. Γεννηθείσα εις Θράκην, δούλη του Ιάδμονος, υιού του Ηφαιστοπόλιδος, υπήρξε σύνδουλος του μυθοποιού Αισώπου· διότι τωόντι ούτος ανήκεν εις τον Ιάδμονα, ως εφάνη ακριβώς εκ του ακολούθου γεγονότος. Όταν οι Δελφοί, υπακούοντες εις τον χρησμόν, εκήρυττον τις ήθελε να λάβη το οφειλόμενον πρόστιμον διά τον φόνον του Αισώπου, ουδείς άλλος επαρουσιάσθη ειμή Ιάδμων τις εγγονός του προηγουμένου Ιάδμονος. Ανήκε λοιπόν ο Αίσωπος εις τον Ιάδμονα.

135. Η δε Ροδώπις ήλθεν εις την Αίγυπτον κομισθείσα υπό του Ξάνθου του Σαμίου. Ελθούσα δε διά το έργον της, εξηγοράσθη διά πολλών χρημάτων υπό τινος Μυτιληναίου Χαράξου, υιού του Σκαμανδρωνύμου και αδελφού της ποιήτριας Σαπφούς. Ούτω λοιπόν η Ροδώπις ηλευθερώθη από την δουλείαν και έμεινεν εις την Αίγυπτον, και επειδή είχε πολλά θέλγητρα, εκτήσατο μεγάλην περιουσίαν, όσον διά μίαν Ροδώπιν, αλλ' όχι τόσην ώστε να δυνηθή να κτίση τοιαύτην πυραμίδα. Το δέκατον της περιουσίας της και σήμερον ακόμη είναι εύκολον να ίδη όστις θέλει· και δεν ειμπορεί να αποδώση εις αυτήν πολλά πλούτη. Επιθυμήσασα η Ροδώπις να εγκαταλίπη εις την Ελλάδα ανάμνησιν εαυτής, έκαμε πράγμα το οποίον μήτε εφαντάσθη κανείς μήτε αφιέρωσεν άλλο όμοιον εις ναόν, και το αφιέρωσεν εις τους Δελφούς εις μνημόσυνόν της. Παρήγγειλε και επλήρωσε διά του δεκάτου της περιουσίας της πολλούς οβελούς σιδηρούς διά τους οπτομένους βόας, τόσους όσους τη επέτρεπεν η τιμή του δεκάτου, και τους έστειλεν εις τους Δελφούς. Υπάρχουσιν ακόμη συνεσωρευμένοι όπισθεν του βωμού τον οποίον αφιέρωσαν οι Χίοι, απέναντι του ναού. Συνήθως αι εταίραι της Ναυκράτιος είναι επαφρόδιτοι· μία δε των πρώτων, αυτή περί ης ο λόγος, τοσούτον ονομαστή εγένετο, ώστε όλοι οι Έλληνες γινώσκουσι το όνομα της Ροδώπιδος. Βραδύτερον, το όνομα της Αρχιδίκης εγένετο μεν επίσης διάσημον ανά την Ελλάδα, αλλ' ουχί τόσον διάσημον ως το της πρώτης και αντικείμενον συνδιαλέξεων. Ότε δε ο Χάραξος, ελευθερώσας την Ροδώπιν, επέστρεψεν εις την Μυτιλήνην, η Σαπφώ πολλάκις τον έσκωψεν εις τα ποιήματά της. Αλλά είναι καιρός να αφήσωμεν την Ροδώπιν.

136. Οι ιερείς με είπον ότι μετά τον Μυκερίνον εγένετο βασιλεύς της Αιγύπτου ο Άσυχις (35), όστις ήγειρε τα προς ανατολάς του ηλίου προπύλαια του ναού του Ηφαίστου τα οποία είναι τα κάλλιστα και τα μέγιστα πάντων διότι όλα μεν τα προπύλαια είναι κεκοσμημένα δι' ανθέων γεγλυμμένων και έχουσι ποικιλωτάτην οικοδομικήν θέαν, εκείνα όμως είναι ποικιλώτερα και ωραιότερα. Επί της βασιλείας αυτού, είπον, εγένετο μεγάλη σπάνις χρημάτων επομένως οι Αιγύπτιοι εξέδωκαν νόμον επιτρέποντα να δανείζεταί τις ενεχυριάζων το πτώμα του πατρός του. Εις τούτον τον νόμον λέγεται ότι προσετέθη και η ακόλουθος διάταξις ο δανείζων ήτο κύριος του επιταφίου θαλάμου του λαμβάνοντος το δάνειον, εις εκείνον δε όστις ηρνείτο να πληρώση το χρέος επεβάλλετο η εξής τιμωρία όταν απέθνησκε, δεν εσυγχωρείτο να ταφή μήτε εις τον πατρικόν τάφον μήτε εις κανένα άλλον προς τούτοις δεν εσυγχωρείτο μήτε συγγενή του να θάψη. Θέλων δε ο Άσυχις να υπερβή τους προγενεστέρους βασιλείς της Αιγύπτου, έκτισεν εκ πλίνθων πυραμίδα με την ακόλουθον επί πέτρας γεγραμμένην επιγραφήν «Μη με καταφρονής ένεκα των λιθίνων πυραμίδων τας υπερτερώ τόσον όσον ο Ζευς υπερτερεί τους άλλους θεούς, διότι βυθίζοντες ακόντιον εις την λίμνην και συνάζοντες τον πηλόν όστις προσεκολλάτο εις αυτό, κατασκεύασαν τους πλίνθους με τους οποίους με έκτισαν.» Τοιαύτα είναι όσα έπραξεν ο βασιλεύς ούτος.

137. Μετ' αυτόν εβασίλευσε τυφλός τις εκ της πόλεως Ανύσιος, ονομαζόμενος Άνυσις 36(36) επί τούτου βασιλεύοντος οι Αιθίοπες και ο βασιλεύς αυτών Σαβακώς εισέβαλον εις την Αίγυπτον μετά στρατού πολλού. Και ο μεν τυφλός έφυγε και διεσώθη εις τα έλη, ο δε Αιθίοψ εβασίλευσεν εις την Αίγυπτον πεντήκοντα έτη, κατά το διάστημα των οποίων έπραξε τα ακόλουθα έργα. Όταν Αιγύπτιός τις διέπραττεν έγκλημα, επειδή δεν ήθελε να θανατόνη κανένα, εδίκαζεν έκαστον κατά το μέγεθος του εγκλήματός του και τον κατεδίκαζε να φέρη χώμα και να το ρίπτη εις την γενέθλιον πόλιν του. Τοιουτοτρόπως δε αι πόλεις εγένοντο υψηλότεραι παρ' όσον ήσαν διότι πρώτον μεν υψώθησαν υπό των ορυξάντων τας διώρυχας επί του βασιλέως Σεσώστριος, δεύτερον δε επί του Αιθίοπος έφθασαν εις το σήμερινόν ύψος. Ως νομίζω η υψηλοτέρα πόλις είναι η Βούβαστις όπου ευρίσκεται και ναός της Βουβάστιος (37), άξιος μνείας, διότι όσον μεγάλοι, όσον πολυδάπανοι και αν ήναι οι άλλοι, κανείς όμως δεν ηδύνει τα βλέμματα όσον ούτος. Βούβαστις δε ελληνιστί είναι η Άρτεμις.

138. Ο δε ναός αυτής είναι τοιούτος. Πλην της εισόδου, το άλλο μέρος είναι νήσος, διότι δύο διώρυχες του Νείλου χωρίς να ενωθώσι προχωρούσι μέχρι της εισόδου ταύτης, και έπειτα περικυκλούσι τον ναόν, η μεν δεξιόθεν η δε αριστερόθεν· το πλάτος εκάστης είναι εκατόν ποδών, και δένδρα καλύπτουσιν αυτάς διά της σκιάς των. Τα προπύλαια έχουσι δέκα οργυιών ύψος, κεκοσμημένα με έκτυπα έξ πήχεων αξιόλογα· ο ναός, ευρισκόμενος εις το κέντρον της πόλεως, είναι πανταχόθεν καταφανής παρ' εκείνων οίτινες περιέρχονται αυτόν, καθότι, επειδή η πόλις υψώθη, το δε έδαφος του ναού έμεινε το ίδιον, φαίνεται τοιούτος οίος εκτίσθη απ' αρχής. Περιτρέχει αυτόν τοίχος έχων εγγεγλυμμένας εικόνας, έσωθεν δε είναι άλσος εκ δένδρων μεγίστων πεφυτευμένων πέριξ ναού μεγάλου εντός του οποίου είναι το άγαλμα της θεάς. Το όλον οικοδόμημα είναι τετράγωνον και εκάστη πλευρά είναι ενός σταδίου. Προς την είσοδον υπάρχει λιθόστρωτος οδός τριών σταδίων, διερχομένη την αγοράν προς ανατολάς και πλάτος έχουσα τεσσάρων πλέθρων· εκατέρωθεν της οδού ταύτης είναι πεφυτευμένα δένδρα ουρανομήκη· φέρει δε αύτη εις τον ναόν του Ερμού. Και ο μεν ναός της Αρτέμιδος τοιούτος είναι.

139. Έλεγον δε οι ιερείς ότι ο Αιθίοψ ανεχώρησε τοιουτοτρόπως από την Αίγυπτον· ενώ εκοιμάτο είδε το εξής όνειρον το οποίον τον ηνάγκασε να αναχωρήση· τω εφάνη ότι άνθρωπός τις, ιστάμενος πλησίον του, τον παρεκίνει να συναθροίση όλους τους ιερείς της Αιγύπτου και να τους κόψη εις το μέσον του σώματος. Αφού δε είδε το όνειρον τούτο, εσκέφθη, ως λέγεται, ότι οι θεοί έπλασαν την διαταγήν ταύτην διά να ασεβήση εις τα ιερά και να ελκύση εφ' εαυτού δυστυχίαν τινά εκ μέρους των θεών ή των ανθρώπων. Απεφάσισε λοιπόν να μη πράξη τούτο, αλλ' εξ εναντίας να αναχωρήση, αφού μάλιστα παρήλθεν ο χρόνος τον οποίον προείπον τα μαντεία ότι θα εβασίλευεν επί της Αιγύπτου. Τωόντι, όταν ήτο ακόμη εις την Αιθιοπίαν, τα μαντεία τα οποία ερωτώσιν οι Αιθίοπες τω είπον ότι έμελλε να βασιλεύση πεντήκοντα έτη εις την Αίγυπτον· επειδή δε τα έτη ταύτα συνεπληρώθησαν και τον ετάραζε το όνειρον, ο Σαβακώς ανεχώρησεν εκουσίως.

140. Αφού ανεχώρησεν εκ της Αιγύπτου ο Αιθίοψ, εβασίλευσε πάλιν ο τυφλός αφήσας τα έλη όπου διέμεινε πεντήκοντα έτη κατά το διάστημα των οποίων εσχημάτισε μίαν νήσον με χώματα και στάκτην διότι οσάκις οι Αιγύπτιοι, εν αγνοία του Αιθίοπος, τω εκόμιζον τροφάς όπως είχαν διαταχθή, αυτός τοις εζήτει ομού με τα άλλα δώρα να τω φέρωσι και ολίγην σποδόν. Την νήσον ταύτην ουδείς ηδυνήθη να την εύρη προ του Αμυρταίου· αλλ' επί επτακόσια έτη, οι προ του Αμυρταίου βασιλεύσαντες δεν ήσαν ικανοί να την ανακαλύψωσι. Το όνομα της νήσου ταύτης είναι Ελβώ, η δε έκτασις αυτής είναι δέκα σταδίων πανταχόθεν.

141. Μετά τον Άνυσιν εβασίλευσεν ο ιερεύς του Ηφαίστου Σεθών (38). Ούτος περιφρονών παρημέλησε τους πολεμιστάς των Αιγυπτίων, διότι δεν είχεν ουδεμίαν ανάγκην αυτών. Επέβαλε λοιπόν εις αυτούς πολλάς ατιμίας και μεταξύ άλλων τοις αφήρεσε τους εξαιρέτους αγρούς, οίτινες είχον δοθή επί των πρώτων βασιλέων ανά δώδεκα στρέμματα εις έκαστον οικογενειάρχην. Μετά ταύτα ο βασιλεύς των Αραβίων και των Ασσυρίων Σαναχάριβος ωδήγησε πολύν στρατόν κατά της Αιγύπτου, και οι Αιγύπτιοι πολεμισταί δεν ηθέλησαν να πολεμήσωσιν. Όθεν ο ιερεύς, ευρισκόμενος εις αμηχανίαν, εισήλθεν εις τον ναόν, και ενώπιον του αγάλματος ωδύρετο διά τους κινδύνους τους οποίους διέτρεχεν. Ενώ δε εθρήνει, τω ήλθεν ύπνος και τω εφάνη εις το όνειρόν του ότι θεός τις, ιστάμενος πλησίον του, τον ενεθάρρυνε και τω υπέσχετο ότι δεν έμελλε να πάθη τίποτε ανθιστάμενος εις τον στρατόν των Αραβίων, καθότι αυτός θα τω έπεμπε βοηθούς. Πεποιθώς εις το όνειρον τούτο, παρέλαβεν εκ των Αιγυπτίων εκείνους όσοι ήθελον να τον ακολουθήσωσι και τους ωδήγησεν ενόπλους εις το Πηλούσιον όπου είναι η εκ της Αραβίας εις την Αίγυπτον είσοδος. Και εκ μεν των πολεμιστών ουδείς τον ηκολούθει, αλλ' οι κάπηλοι, οι χειρώνακτες και οι αγοραίοι άνθρωποι. Αφού έφθασαν εκεί, άπειροι ποντικοί των αγρών εχύθησαν την νύκτα εις το εχθρικόν στρατόπεδον και κατέφαγον τας φαρέτρας των εναντίων, τα τόξα και τας λαβάς των ασπίδων, ώστε την ακόλουθον ημέραν φεύγοντες ούτοι γυμνοί όπλων, έπεσαν πολλοί. Και σήμερον είναι εστημένος εν τω ναώ του Ηφαίστου ο λίθινος ανδριάς του βασιλέως τούτου, κρατών εις την χείρα μυν και λέγων διά γραμμάτων τα εξής «Εις εμέ βλέπων τις έστω ευσεβής.»

142. Εις τω σημείον τούτο της διηγήσεως οι ιερείς μοι παρετήρησαν ότι από του πρώτου βασιλέως μέχρι του Σεθώνος, του τελευταίου πάντων, παρήλθον τριακόσιαι τεσσαράκοντα μία γενεαί ανθρώπων και ισάριθμοι βασιλείς και αρχιερείς. Τριακόσιαι δε γενεαί ανθρώπων ισοδυναμούσι με δέκα χιλιάδες έτη, λογιζομένων τριών γενεών διά πάσαν εκατονταετηρίδα· αι δε περιπλέον τεσσαράκοντα και μία γενεαί δίδουσι χίλια τριακόσια τεσσαράκοντα έτη. Ούτω λοιπόν με είπον ότι ένδεκα χιλιάδες τριακόσια τεσσαράκοντα έτη παρήλθον κατά τα οποία ουδείς θεός έλαβε μορφήν ανθρώπου και ουδέν παρόμοιον συνέβη από του πρώτου μέχρι του τελευταίου των βασιλέων της Αιγύπτου. Καθ' όλον τούτο το διάστημα, προσέθηκαν, ο ήλιος εφάνη τετράκις έξω της συνήθους θέσεώς του, δις μεν ανατείλας εκ του μέρους όπου τώρα δύει, δις δε δύσας εις το μέρος εκ του οποίου τώρα ανατέλλει· εκ τούτου όμως ουδεμία μεταβολή επήλθεν εις την Αίγυπτον ούτε ως προς τα προϊόντα της γης, ούτε ως προς τα αποτελέσματα του ποταμού, ούτε ως προς τας ασθενείας, ούτε ως προς τους θανάτους.

143. Προ εμού, ότε ο ιστορικός Εκαταίος εγενεαλόγει εαυτόν εις τας Θήβας και έλεγεν ότι κατήγετο από θεόν τινα, δέκατον έκτον προπάτορά του, οι ιερείς του Διός έπραξαν προς αυτόν ό,τι και προς εμέ χωρίς να γενεαλογήσω εμαυτόν. Αφού με ωδήγησαν εις ευρύχωρον εσωτερικόν οίκημα, μοι εμέτρων και μοι εδείκνυον μεγάλα ξύλινα αγάλματα των οποίων ο αριθμός ήτο ως είπον ανωτέρω, καθότι έκαστος αρχιερεύς επί ζωής του θέτει εκεί την εικόνα του. Αριθμούντες λοιπόν οι ιερείς και δεικνύοντές μοι τας εικόνας από του εσχάτως αποθανόντος, με εβεβαίουν ότι έκαστος των αρχιερέων εκείνων ήτο υιός του προκατόχου του, και τους διήρχοντο ένα προς ένα διά να τους ίδω όλους. Και εις τον Εκαταίον δε, ότε εγενεαλόγει εαυτόν και έλεγεν ότι κατήγετο από θεόν, δέκατον έκτον προπάτορά του, τω αντέταξαν την απαρίθμησιν, μη παραδεχόμενοι ότι είναι δυνατόν να γεννηθή άνθρωπος από θεόν και ιδού εις τι εστήριζον την αντίρρησιν ταύτην· εκάστη εικών, έλεγον, παριστά πίρωμιν γεννηθέντα από πίρωμιν· έδειξαν λοιπόν τριακόσιους τεσσαράκοντα πέντε, και πάντοτε πίρωμις εγεννάτο από πίρωμιν, χωρίς να αναμιχθή εις την γέννησίν των μήτε θεός μήτε ήρως· ελληνιστί δε πίρωμις σημαίνει καλός και αγαθός.

144. Τοιούτοι ήσαν τωόντι ως με είπον εκείνοι των οποίων μοι εδείκνυον τας εικόνας και όλως διαφορετικοί από τους θεούς. Προ των ανδρών τούτων, οι θεοί εβασίλευον εις την Αίγυπτον συνοικούντες μετά των ανθρώπων, και εξ αυτών είς πάντοτε είχε την ηγεμονίαν. Τελευταίος εβασίλευσεν ο Ώρος, υιός του Οσίριδος, τον οποίον οι Έλληνες ονομάζουσιν Απόλλωνα· ούτος, αφού εξεθρόνισε τον Τυφώνα, εβασίλευσε τελευταίος εις την Αίγυπτον. Όσιρις δε ελληνιστί είναι ο Διόνυσος.

145. Οι μεν Έλληνες νομίζουσιν ότι νεώτατοι των θεών είναι ο Ηρακλής, ο Διόνυσος και ο Παν, παρά τοις Αιγυπτίοις δε ο μεν Παν είναι αρχαιότατος και είς εξ εκείνων τους οποίους καλούσιν οκτώ πρώτους θεούς, ο δε Ηρακλής είναι εκ των δευτέρων τους οποίους καλούσι δώδεκα, και ο Διόνυσος εκ των τρίτων οίτινες εγεννήθησαν εκ των δώδεκα θεών. Ανέφερα ήδη πόσα έτη κατά τους Αιγυπτίους παρήλθον από του Ηρακλέους μέχρι του βασιλέως Αμάσιος· πολύ δε περισσότερα αριθμούσιν από του Πανός, και ολιγώτερα (δεκαπέντε χιλιάδες μόνον) από του Διονύσου. Λέγουσι δε οι Αιγύπτιοι ότι ηξεύρουσι τους αριθμούς τούτους μετά βεβαιότητος, διότι πάντοτε αριθμούσι και σημειούσι τα έτη. Από δε του Διονύσου, όστις λέγεται ότι εγεννήθη εκ της θυγατρός του Κάδμου Σεμέλης, μέχρις εμού, παρήλθον χίλια εξακόσια περίπου έτη, και ουχί περισσότερα των εννεακοσίων από του υιού της Αλκμήνης Ηρακλέους. Από του Πανός δε του υιού της Πηνελόπης (διότι οι Έλληνες λέγουσιν ότι εγεννήθη εκ ταύτης και του Ερμού) μέχρι της εποχής μου, παρήλθον έτη ολιγώτερα παρ' όσα παρήλθον από των Τρωικών, ήτοι οκτακόσια περίπου.

146. Εκ των δύο τούτων γνωμών είναι ελεύθερος ο καθείς να παραδεχθή εκείνην την οποίαν ήθελε πιστεύσει ως πιθανωτέραν· εγώ εφανέρωσα ήδη την εμήν. Τωόντι εάν οι θεοί ούτοι, εάν ο Διόνυσος ο υιός της Σεμέλης, εάν ο Παν ο υιός της Πηνελόπης εδοξάζοντο και εγήρασκον εις την Ελλάδα, ως και ο Ηρακλής ο υιός του Αμφιτρύωνος, ηδύνατό τις να είπη ότι γεννηθέντες άνθρωποι, έλαβον τα ονόματα θεών, οίτινες υπήρξαν προγενέστεροι αυτών κατά πολλά έτη. Αλλ' οι Έλληνες διηγούνται διά μεν τον Διόνυσον ότι άμα εγεννήθη τον έρραψεν ο Ζευς εις τον μηρόν του και τον έφερεν εις την Νύσαν ήτις είναι υπεράνω της Αιγύπτου εις την Αιθιοπίαν, διά δε τον Πάνα δεν ηξεύρουσι να είπωσι τι τω συνέβη. Είναι λοιπόν προφανές εις εμέ ότι οι Έλληνες μαθόντες τα ονόματα των θεών τούτων ύστερον από τα των άλλων θεών, γενεαλογούσι την γένεσιν αυτών αφότου έμαθον τα ονόματά των.