11. Όταν οι Πέρσαι διαπεράσαντες την έρημον εστρατοπεδεύσαντο απέναντι των Αιγυπτίων και ητοιμάζοντο να συμπλακώσι, τότε οι επίκουροι του Ψαμμηνίτου, όντες Έλληνες και Κάρες, ωργισμένοι κατά του Φάνητος διότι ωδήγει κατά της Αιγύπτου στρατόν ξενικόν, τον ετιμώρησαν σκληρώς. Ο Φάνης είχεν αφήσει εις την Αίγυπτον τα παιδία του· αυτά τα παιδία αγαγόντες εις το στρατόπεδον και εις θέσιν ώστε να δύναται να τα βλέπη ο πατήρ, έστησαν κρατήρα μεταξύ των δύο στρατευμάτων έπειτα, λαμβάνοντες το έν μετά το άλλο, τα έσφαζον άνωθεν του κρατήρος και αφού εσφάγησαν όλα έχυσαν εις το αίμα των ύδωρ και οίνον. Πιόντες εκ του κράματος τούτου όλοι οι επίκουροι, συνεπλάκησαν. Μάχης δε γενομένης κρατεράς και πεσόντων πολλών εξ αμφοτέρων των στρατοπέδων, ετράπησαν εις φυγήν οι Αιγύπτιοι (43).
12. Είδον εκεί θαύμα μέγα το οποίον μοι εξήγησαν οι κάτοικοι. Τα οστά εκείνων οίτινες εκατέρωθεν εφονεύθησαν εν τη μάχη εκείνη, κείνται κεχωρισμένα (τα των Περσών αφ' ενός, τα των Αιγυπτίων αφ' ετέρου, εις την αυτήν απόστασιν ην είχον πριν έλθωσιν εις χείρας), και τα κρανία των Περσών είναι τόσον αδύνατα ώστε εάν θέλης να τα κτυπήσης με έν μόνον μικρόν χαλίκιον, τα διατρυπάς· εξ εναντίας τα των Αιγυπτίων είναι τόσον σκληρά ώστε δυσκόλως θα τα συνέτριβες εάν τα εκτύπας με μεγάλην πέτραν. Μοι είπον την αιτίαν τούτου, και δεν εδυσκολεύθην να τους πιστεύσω· οι Αιγύπτιοι εκ παιδικής ηλικίας αρχίζουσι να ξυρίζωσι την κεφαλήν, και το κρανίον των σκληρύνεται υπό της επιρροής του ηλίου· η αυτή αιτία προφυλάττει αυτούς από του να γίνωνται φαλακροί, και τωόντι ουδαμού αλλαχού υπάρχουσιν ολιγώτεροι φαλακροί ή εις την Αίγυπτον. Ιδού λοιπόν διατί το κρανίον των είναι τόσον σκληρόν. Τουναντίον δε το των Περσών είναι απαλόν διότι μένουσιν εις την σκιάν εκ νεαράς ηλικίας και φέρουσιν επί της κεφαλής τιάρας μαλλίνους. Είδον ταύτα ως είναι και έκαμον την αυτήν παρατήρησιν και εις την Πάπρημιν επί των οστών εκείνων οίτινες μετά του Αχαιμένους του υιού του Δαρείου εφονεύθησαν υπό του Λίβυος Ινάρου.
13. Διασπασθέντες οι Αιγύπτιοι, έφυγον εν αταξία. Όταν δε εκλείσθησαν εις την Μέμφιν, έπεμψεν εις αυτούς ο Καμβύσης διά του ποταμού πλοίον Μυτιληναίον με κήρυκα Πέρσην διά να τοις προτείνη να παραδοθώσι διά συνθήκης. Αυτοί όμως άμα είδον το πλοίον εισελθόν εις την Μέμφιν, ώρμησαν όλοι έξω του τείχους, κατέστρεψαν το πλοίον, εκρεούργησαν τους άνδρας και τους έφερον εις το τείχος. Και οι μεν Αιγύπτιοι μετά ταύτα πολιορκηθέντες παρεδόθησαν επί τέλους, οι δε γείτονες των Λίβυες, φοβηθέντες μη πάθωσι τα αυτά, παρεδόθησαν αμαχητί, υπεσχέθησαν να τελώσι φόρον και έπεμψαν δώρα. Επίσης και οι Κυρηναίοι και οι Βαρκαίοι, φοβηθέντες ως οι Λίβυες, έπραξαν το αυτό. Ο δε Καμβύσης εδέχθη μεν φιλοφρόνως τα δώρα των Λιβύων, κατεφρόνησεν όμως τα των Κυρηναίων καθότι ήσαν κατώτερα, ως εγώ φρονώ. Και τωόντι οι Κυρηναίοι δεν έπεμψαν ειμή πεντακοσίας μνας αργυράς. Ο Καμβύσης λοιπόν λαβών με τας χείρας του τα νομίσματά των τα διέσπειρεν εις τον στρατόν.
14. Την δεκάτην ημέραν αφ' ης εκυρίευσε την Μέμφιν ο Καμβύσης, εκάθισε προς περιφρόνησιν είς τι προάστειον μετ' άλλων Αιγυπτίων τον βασιλέα Ψαμμήνιτον βασιλεύσαντα έξ μήνας μόνον και εδοκίμαζε την γενναιότητα της ψυχής αυτού διά του ακολούθου τρόπου. Ενδύσας την θυγατέρα του με ενδύματα δούλης την έπεμψε με στάμνον εις την χείρα διά να φέρη ύδωρ· μετ' αυτής δε συναπέστειλε και άλλας παρθένους τας οποίας εξελέξατο μεταξύ των Θυγατέρων των πρώτων ανδρών του τόπου, όλας ενδεδυμένας ως η θυγάτηρ του βασιλέως. Ενώ δε διήρχοντο προ των πατέρων των κλαίουσαι και βοώσαι, οι μεν εβόων και έκλαιον βλέποντες την ταπείνωσιν των τέκνων των, ο δε Ψαμμήνιτος, μολονότι είδε και εγνώρισε την θυγατέρα του, ουδέν άλλο έπραξεν ή να ταπεινώση τα βλέμματα του προς την γην. Αφού διήλθαν αι υδροφόροι, έπεμψεν έπειτα ο Καμβύσης τον υιόν του Ψαμμηνίτου με άλλους δισχιλίους Αιγυπτίους, έχοντας την αυτήν ηλικίαν, δεδεμένους με σχοινιά από τον λαιμόν και χαλινωμένους από το στόμα· τους απήγον δε διά να τους θανατώσωσι προς εκδίκησιν των Μιτυληναίων οίτινες απώλοντο εις την Μέμφιν αυτοί και το πλοίον των. Τοιαύτη ήτο η απόφασις των βασιλικών δικαστών δι' ένα έκαστον Έλληνα να θανατωθώσι δέκα Αιγύπτιοι εκ των πρώτων. Ο Ψαμμήνιτος είδε και τούτους διαβαίνοντας και έμαθεν ότι απήγον και τον υιόν του διά να τον θανατώσωσιν· ενώ δε οι περικαθήμενοι Αιγύπτιοι έκλαιον και ελυπούντο, αυτός έπραξεν ό,τι είχε πράξει ότε διέβη η θυγάτηρ του. Μόλις διέβησαν οι νέοι, και άνθρωπός τις, ομοτράπεζός του τρόπον τινά, πρεσβύτερος αυτού κατά την ηλικίαν, όστις αφού έχασε την περιουσίαν του και δεν είχε πλέον ειμή ό,τι έχουσιν οι πτωχοί περιήρχετο επαιτών εις τον στρατόν, συνέβη να διέλθη προ του Ψαμμηνίτου και των εις το προάστειον συγκαθημένων Αιγυπτίων. Άμα τον είδεν ο Ψαμμήνιτος, έκλαυσε πολύ, εκάλεσε τον φίλον του ονομαστί και εκτύπησε την κεφαλήν. Ήσαν δε εκεί φύλακες οίτινες ειδοποίουν τον Καμβύσην ό,τι έπραττεν ο Ψαμμήνιτος εις εκάστην έξοδον. Εκπλαγείς ο Καμβύσης δι' όσα ήκουσεν, έπεμψεν άγγελον και τον ηρώτησεν ως ακολούθως· «Ο δεσπότης Καμβύσης, ω Ψαμμήνιτε, σε ερωτά διατί, βλέπων την θυγατέρα σου ταλαιπωρουμένην και τον υιόν σου φερόμενον εις θάνατον, ούτε ανεβόησας, ούτε έκλαυσας, ενώ εξεναντίας ετίμησας άνθρωπον πτωχόν, όστις, ως μανθάνει παρ' άλλων, ουδεμίαν συγγένειαν έχει μετά σου;» Ταύτα είπεν ο απεσταλμένος, ιδού δε τι απεκρίθη ο Ψαμμήνιτος· «ω υιέ του Κύρου, αι ίδιαί μου δυστυχίαι είναι μεγαλείτεραι ή ώστε να κλαύση τις, η δυστυχία όμως του φίλου μου ήτο αξία δακρύων, διότι από τον πλούτον και την ευδαιμονίαν περιέπεσεν εις την ένδειαν φθάσας εις τον ουδόν του γήρατος.» Οι λόγοι ούτοι διαβιβασθέντες εις τον Καμβύσην εφάνησαν ορθότατοι. Προσθέτουσι δε οι Αιγύπτιοι ότι ο Κροίσος, όστις έτυχε να ακολουθή τον Καμβύσην εις την Αίγυπτον, εδάκρυσε και αυτός, εδάκρυσαν δε και όλοι οι παρευρεθέντες Πέρσαι. Αυτός δε ο Καμβύσης εκινήθη εις οίκτον και αμέσως διέταξε και τον υιόν του να σώσωσιν εξαιρούντες αυτόν από τους άλλους καταδίκους και τον Ψαμμήνιτον να λάβωσιν από το προάστειον και να τον φέρωσιν εις την οικίαν του.
15. Αλλά τον μεν υιόν δεν εύρον ζώντα οι απεσταλμένοι, διότι είχε κατακοπή πρώτος, τον δε Ψαμμήνιτον λαβόντες έφερον προς τον Καμβύσην ένθα του λοιπού διητάτο εν πλήρει ανέσει. Εάν μάλιστα δεν τον υπώπτευον ότι ερραδιούργει, θα ελάμβανε πάλιν την διοίκησιν των υποθέσεων της Αιγύπτου ως επίτροπος, καθότι οι Πέρσαι συνειθίζουσι να τιμώσι τους υιούς των βασιλέων, τόσον ώστε και αν αποστατήσωσιν οι γονείς, αποδίδουσιν εις τους παίδας την αρχήν. Ότι έχουσι την συνήθειαν ταύτην δύναται τις να κρίνη εκ πολλών παραδειγμάτων και προσέτι εξ εκείνου το οποίον συνέβη εις τον υιόν του Λίβυος Ινάρου Θαννύραν όστις έλαβε πάλιν την αρχήν την οποίαν είχεν ο πατήρ του, και εξ εκείνου το οποίον συνέβη εις τον υιόν του Αμυρταίου Παύσιριν όστις και αυτός έλαβε πάλιν την αρχήν του πατρός του. Εν τούτοις ουδείς έβλαψε τόσον τους Πέρσας όσον ο Ίναρος και ο Αμυρταίος. Αλλ' ο Ψαμμήνιτος, κακά μηχανώμενος, έλαβε τον μισθόν· διότι φωραθείς ενώ εζήτει να επαναστατήση τους Αιγυπτίους και βλέπων ότι ανεκαλύφθη υπό του Καμβύσου, έπιεν αίμα ταύρου και απέθανεν αμέσως. Τοιουτοτρόπως λοιπόν ετελεύτησεν ούτος.
16. Ο δε Καμβύσης εκ της Μέμφιος ήλθεν εις την πόλιν Σάιν σκοπεύων να πράξη όσα και έπραξε· διότι άμα εισήλθεν εις τα βασίλεια του Αμάσιος, αμέσως διέταξε να εκβάλωσιν από τον τάφον το σώμα του Αμάσιος· τούτου γενομένου, διέταξε να το μαστιγώσωσι, να μαδήσωσι τας τρίχας του, να το διαπεράσωσι με κέντρα και να το υβρίσωσι με πάσαν τιμωρίαν. Αφού δε οι μαστιγωταί απέκαμον ταύτα πράττοντες, (επειδή το τεταριχευμένον εκείνο σώμα αντείχε και δεν απεσυντίθετο), επρόσταξεν ο Καμβύσης να το κατακαύσωσι, διατάξας πράγμα ανόσιον, καθότι οι Πέρσαι νομίζουσιν ότι το πυρ είναι θεότης και διά τούτο ούτε οι Πέρσαι ούτε οι Αιγύπτιοι κατ' ουδένα τρόπον δεν συνειθίζουσι να καίωσι τους νεκρούς, οι μεν Πέρσαι διά τον ανωτέρω λόγον λέγοντες ότι δεν είναι δίκαιον να χορταίνωσι θεόν με το πτώμα ανθρώπου, οι δε Αιγύπτιοι νομίζοντες ότι το πυρ είναι θηρίον ζων το οποίον καταβιβρώσει όσα τω δίδουσι και το οποίον αφού χορτασθή αποθνήσκει μετ' εκείνου το οποίον κατέφαγε. Δεν συγχωρείται δε παρ' αυτοίς κατ' ουδένα τρόπον να δίδωσι το πτώμα εις τα ζώα, και διά τούτο το ταριχεύουσιν ίνα μη το φάγωσιν οι σκώληκες εάν ταφή. Βεβαιούσιν όμως οι Αιγύπτιοι ότι ο ταύτα παθών δεν ήτο ο Άμασις, αλλά άλλος τις Αιγύπτιος, έχων το αυτό ανάστημα με τον Άμασιν, τον οποίον κακοποιούντες οι Πέρσαι ενόμιζον ότι εκακοποίουν τον Άμασιν. Κατ' αυτούς ο Άμασις μαθών έκ τινος χρησμού τι έμελλε να τω συμβή μετά θάνατον και θέλων να αποφύγη τα απειλούμενα, διέταξε να θάψωσι πλησίον της θύρας, εντός του ιδίου τάφου, τον μαστιγωθέντα εκείνον άνθρωπον, το δε ιδικόν του σώμα παρήγγειλεν εις τον υιόν του να αποθέση εις το μάλλον σκοτεινόν μέρος του τάφου. Αι παραγγελίαι όμως αύται του Αμάσιος περί της ταφής και του ανθρώπου εκείνου δεν μοι φαίνονται αληθείς, αλλ' απλώς οι Αιγύπτιοι έπλασαν αυτάς διά να καλύψωσι την γενομένην ατιμίαν.
17. Κατόπιν ο Καμβύσης εσχεδίασε τρεις εκστρατείας, κατά των Καρχηδονίων, κατά των Αμμωνίων και κατά των μακροβίων Αιθιόπων οίτινες οικούσι τα νότια παραθαλάσσια της Λιβύας. Τούτο σκοπεύων, απεφάσισε να ετοιμάση στόλον κατά των πρώτων, να προσβάλη τους δευτέρους διά ξηράς με στρατόν εκλεκτόν, και να πέμψη πρώτον εις τους Αιθίοπας κατασκόπους διά να ίδωσι την λεγομένην ηλίου τράπεζαν, εάν υπήρχεν αληθώς, και να κατασκοπεύσωσι τα άλλα πράγματα, προφασιζόμενοι ότι μετέβησαν εκεί διά να προσφέρωσι δώρα εις τον βασιλέα.
18. Η δε τράπεζα του ηλίου τοιαύτη τις λέγεται ότι είναι. Υπάρχει λειμών εις προάστειόν τι έμπλεως κρεάτων οπτών πάντων των τετραπόδων. Εις τούτον τον λειμώνα την μεν νύκτα μεταφέρουσι τα κρέατα εκείνοι εις ους είναι ανατεθειμένη η φροντίς αύτη, λαμβάνοντες παρά των πολιτών το αναλογούν εις έκαστον μερίδιον, την δε ημέραν έρχεται όστις θέλει και τρώγει· οι εγχώριοι όμως λέγουσιν ότι αναδίδει ταύτα εκάστοτε η γη. Και η μεν καλουμένη τράπεζα του ηλίου τοιαύτη λέγονται ότι είναι.
19. Ο δε Καμβύσης, άμα απεφάσισε να πέμψη τους κατασκόπους, έφερεν εκ της Ελεφαντίνης Ιχθυοφάγους γινώσκοντας την Αιθιοπικήν γλώσσαν. Ενώ δε οι απεσταλμένοι μετέβησαν να μεταφέρωσιν αυτούς, διέταξε τον ναυτικόν στρατόν να πλεύση κατά της Καρχηδόνος. Οι Φοίνικες όμως ηρνήθησαν να πράξωσι τούτο, λέγοντες ότι ήσαν συνδεδεμένοι διά μεγάλων όρκων και ότι ήθελεν είσθαι ανόσιον να εκστρατεύσωσι κατά των ιδίων των απογόνων. Αποχωρησάντων των Φοινίκων, οι λοιποί δεν ήρκουν διά να πολεμήσωσι, και τοιουτοτρόπως οι Καρχηδόνιοι διέφυγον τον ζυγόν των Περσών. Ο Καμβύσης δεν έκρινε πρέπον να εξαναγκάση τους Φοίνικας, καθότι ούτοι εκουσίως εδόθησαν εις τους Πέρσας και όλος ο ναυτικός στρατός εξηρτάτο από αυτούς. Και οι Κύπριοι ομοίως εδόθησαν εις τους Πέρσας και εστράτευσαν κατά της Αιγύπτου.
20. Αφού έφθασαν οι Ιχθυοφάγοι εκ της Ελεφαντίνης εις τον Καμβύσην, τους έπεμψεν ούτος εις την Αιθιοπίαν παραγγείλας τι ώφειλον να είπωσι, και φέροντας δώρα, ένδυμα πορφυρούν, περιδέραιον στρεπτόν εκ χρυσού, ψέλια, αλαβάστρινον αγγείον με μύρραν και κάδον με οίνον φοινίκων. Οι Αιθίοπες δε ούτοι προς τους οποίους έπεμπε τα δώρα ο Καμβύσης, λέγονται ότι είναι μέγιστοι και ωραιότατοι πάντων των ανθρώπων. Έχουσι δε, ως λέγεται, έθιμα διάφορα των άλλων χωρών, και ιδίως το ακόλουθον ως προς την εκλογήν του βασιλέως. Εκείνον εκ των αστών τον οποίον κρίνωσιν ότι υπερβαίνει τους άλλους κατά το ύψος και η δύναμίς του είναι ανάλογος με το ύψος του, αυτόν εκλέγουσιν ως βασιλέα των.
21. Εις τούτους λοιπόν τους ανθρώπους όταν ήλθον οι Ιχθυοφάγοι, έδοσαν τα δώρα εις τον βασιλέα λέγοντες ταύτα· «Ο βασιλεύς των Περσών Καμβύσης, θέλων να ήναι φίλος και ξένος σου, έπεμψεν ημάς να ομιλήσωμεν μετά σου και σοι προσφέρει τα δώρα ταύτα τα οποία ευχαριστείτο πολύ ο ίδιος μεταχειριζόμενος.» Αλλ' ο Αιθίοψ, εννοήσας ότι ήλθον ως κατάσκοποι, τοις απεκρίθη· «Ο βασιλεύς των Περσών δεν σας έπεμψε να μοι φέρετε δώρα επιθυμών την φιλίαν μου, και δεν λέγετε την αλήθειαν. Ο σκοπός σας είναι να κατασκοπεύσετε το βασίλειόν μου, και ο άνθρωπος αυτός δεν είναι δίκαιος. Τωόντι, εάν ήτο τοιούτος, δεν θα επεθύμει άλλας χώρας πλην της ιδικής του και δεν θα υπεδούλωνεν ανθρώπους οίτινες ποτέ δεν τον αδίκησαν. Τώρα φέρετε προς αυτόν το τόξον τούτο και επαναλάβετε αυτώ τους λόγους τούτους· «Ο βασιλεύς των Αιθιόπων συμβουλεύει τον βασιλέα των Περσών, όταν οι πέρσαι δυνηθώσι να έλκωσιν ευκόλως τόξα τοιούτου μεγέθους, τότε να στρατεύση κατά των μακροβίων Αιθιόπων με στρατόν περισσότερον· μέχρι τότε όμως ας γνωρίζη χάριν εις τους θεούς ότι δεν ενέπνευσαν εις τους υιούς των Αιθιόπων την ιδέαν να ενώσωσι και άλλην γην πλησίον της ιδικής των.»
22. Ταύτα ειπών και χαλαρώσας το τόξον, το έδωκεν εις τους απεσταλμένους· έπειτα λαβών το πορφυρούν ένδυμα, ηρώτησε τι ήτο και πώς κατεσκευάσθη. Ειπόντων των Ιχθυοφάγων την αλήθειαν περί της πορφύρας και της βαφής, απεκρίθη· «Και τα ενδύματά σας είναι δολερά ως είσθε και υμείς δολεροί.» Κατόπιν τους ηρώτησε περί του περιδεραίου και των ψελίων. Εξηγούντων δε των Ιχθυοφάγων τους κόσμους εκείνους, ο βασιλεύς γελάσας και νομίσας ότι ήσαν πέδαι τοις είπεν ότι οι Αιθίοπες είχον πέδας δυνατωτέρας. Η τρίτη ερώτησις αυτού ήτο περί της μύρρας, και όταν τω εξήγησαν την κατασκευήν και την χρήσιν αυτής, τοις επανέλαβε τα αυτά όσα είπε περί των ενδυμάτων. Τέλος έφθασεν εις τον οίνον, έμαθε τον τρόπον πώς εγίνετο, και ευχαριστηθείς από το ποτόν τούτο, ηρώτησε τι έτρωγεν ο βασιλεύς και πόσον χρόνον μακρότατον ζη είς Πέρσης. Εκείνοι τω είπον ότι ο βασιλεύς έτρωγεν άρτον, τω εξήγησαν την φύσιν του σίτου και προσέθηκαν ότι εις την Περσίαν το μακρότατον πλήρωμα της ζωής του ανθρώπου είναι έτη ογδοήκοντα. «Δεν εκπλήττομαι λοιπόν, είπεν ο Αιθίοψ, εάν τοιαύτην τρώγοντες κόπρον ζώσι τόσον ολίγα έτη· αλλ' ούτε τόσα δεν θα έζων, εάν δεν τους εκράτει το ποτόν εκείνο.» Ταύτα λέγων ενόει τον οίνον, και ως προς τα αντικείμενον τούτο συνεφώνει ότι οι Πέρσαι ήσαν ανώτεροι.
23. Οι δε Ιχθυοφάγοι ηρώτησαν και αυτοί τον βασιλέα περί της ζωής και της διαίτης των Αιθιόπων· τοις είπε δε ούτος ότι οι πλειότεροι φθάνουσι τα εκατόν είκοσι έτη καί τινες υπερβαίνουσιν αυτά, και ότι η μεν τροφή των ήτο κρέατα βραστά το δε ποτόν των γάλα. Και επειδή οι κατάσκοποι εφαίνοντο θαυμάζοντες περί των ετών, τους ωδήγησεν εις κρήνην εκ της οποίας, αφού ελούσθησαν, εξήλθον λιπαροί ως αν ήτο από έλαιον· ανεδίδετο δε εξ αυτής ευωδία τις ίων. Το ύδωρ της κρήνης ταύτης είναι τόσον ελαφρόν ώστε κατά το λέγειν των κατασκόπων ουδέν δύναται να επιπλεύση επ' αυτού, μήτε ξύλον μήτε όσα είναι ελαφρότερα των ξύλων, αλλ' όλα χωρούσιν εις τον βυθόν. Εάν το ύδωρ τούτο ήναι αληθώς ως το λέγουσιν οι Αιθίοπες, ίσως είναι μακρόβιοι διότι μεταχειρίζονται αυτό πάντοτε. Από της κρήνης έφερον τους απεσταλμένους εις δεσμωτήριον ανδρών όπου πάντες ήσαν δεδεμένοι με πέδας χρυσάς. Είναι δε εις τους Αιθίοπας τούτους σπανιώτατον και πολυτιμότατον πάντων των μετάλλων ο χαλκός. Θεωρήσαντες δε και το δεσμωτήριον, εθεάσαντο έπειτα και την του ηλίου λεγομένην τράπεζαν.
24. Μετά ταύτην τελευταίον εθεώρησαν τους τάφους οίτινες ως λέγεται κατασκευάζονται εκ κρυστάλλου ως ακολούθως. Αφού ξηράνωσι το πτώμα, είτε κατά τον τρόπον των Αιγυπτίων, είτε άλλως πως, το περικαλύπτουσι με γύψον και το ζωγραφίζουσιν, αποτυπούντες, όσον το δυνατόν, τους χαρακτήρας του αποθανόντος. Το περικλείουσιν έπειτα εντός στήλης κρυσταλλίνης την οποίαν κοιλαίνουσιν· η τοιαύτη δε ύλη είναι άφθονος εις αυτούς και ευκόλως ορύσσεται· υπάρχων δε εν μέση τη στήλη ο νεκρός διαφαίνεται χωρίς να αποφέρη ουδεμίαν κακήν οσμήν ούτε άλλο αηδές, και φαίνονται όλα τα μέλη αυτού απαράλλακτα ως ήσαν. Οι πλησιέστατοι συγγενείς φυλάττουσι την στήλην επί έν έτος εις την οικίαν των, προσφέροντες εις αυτήν απαρχάς όλων των πραγμάτων και κάμνοντες θυσίας· μετά δε ταύτα μεταφέρουσιν αυτήν εις τους τάφους της πόλεως.
25. Θεωρήσαντες όλα ταύτα οι κατάσκοποι, ανεχώρησαν οπίσω. Όταν δε τα ανέφερον, οργισθείς ο Καμβύσης, εξεστράτευσεν αμέσως επί τους Αιθίοπας, ούτε προμήθειαν τροφίμων παραγγείλας, ούτε σκεφθείς ότι έμελλε να μεταβή εις την μάλλον μεμακρυσμένην χώραν της γης, αλλ' ανεχώρησεν άμα ήκουσε τους ιχθυοφάγους ως τρελός, ως άφρων, διατάξας τους εις την Αίγυπτον Έλληνας να μείνωσιν εκεί και λαβών μεθ' εαυτού όλον τον πεζόν στρατόν. Ότε δε έφθασεν εις τας Θήβας, απέσπασεν από τον στρατόν πεντήκοντα περίπου χιλιάδας άνδρας και τους επρόσταξε να εξανδραποδίσωσι τους Αμμωνίους, και έπειτα να καύσωσι το μαντείον του Διός. Αυτός δε, μετά του υπολοίπου στρατού, εξηκολούθησε να προχωρή προς την Αιθιοπίαν. Αλλά πριν ή ο στρατός διανύση το πέμπτον της οδού, εξηντλήθησαν όσα τρόφιμα είχον φέρει μεθ' εαυτών· μετά τα τρόφιμα δε έλειψαν τα υποζύγια, διότι τα έφαγον. Εάν ο Καμβύσης, ιδών αυτά, ήλλασσε γνώμην και επανέφερεν οπίσω τα στρατεύματα, ήθελεν είσθαι φρόνιμος άνθρωπος, με όλον το πρώτον σφάλμα του· καταφρονών όμως πάντα ταύτα, εχώρει πάντοτε εις τα πρόσω. Οι δε στρατιώται, εφόσον μεν εύρισκόν τι να ανασπώσιν εκ της γης, έζων τρεφόμενοι με χόρτα· φθάσαντες όμως εις τα αμμώδη μέρη, εστερήθησαν και του καταφυγίου τούτου· τότε τινές εξ αυτών έπραξαν έργον αποτρόπαιον. Ρίπτοντες κλήρον μεταξύ των έτρωγον ένα εις τους δέκα. Ο βασιλεύς το έμαθε και εφοβήθη μήπως τους ίδη να καταφαγωθώσι μεταξύ των όλοι· παραιτηθείς λοιπόν της εναντίον των Αιθιόπων εκστρατείας, επέστρεψεν οπίσω και έφθασεν εις τας Θήβαις αφού απώλεσε πολλούς του στρατού. Εκ των Θηβών κατέβη εις την Μέμφιν και επέτρεψεν εις τους Έλληνας να αποπλεύσωσι. Τοιαύτην έκβασιν έτυχεν η κατά των Αιθιόπων εκστρατεία.
26. Εκείνοι δε οίτινες εστάλησαν κατά των Αμμωνίων, αφού εξήλθον από τας Θήβας έλαβον οδηγούς και έφθασαν, ως είναι θετικώς γνωστόν, δι' αμμώδους ερήμου εις την πόλιν Όασιν την οποίαν κατοικούσι Σάμιοι εκ της φυλής της λεγομένης Αισχρωνίας. Ο τόπος ούτος απέχει επτά ημερών οδόν από τας Θήβας, καλείται δε ελληνιστί Μακάρων νήσος. Μέχρις αυτού του τόπου λέγουσιν ότι έφθασεν ο στρατός· πέραν δε, εκτός των Αμμωνίων και εκείνων όσοι ήκουσαν τους Αμμωνίους, κανείς άλλος δεν δύναται να είπη τι περί αυτών, διότι ούτε επέστρεψαν οπίσω. Λέγουσι δε οι Αμμώνιοι τα ακόλουθα· αφού ανεχώρησαν εκ της Οάσεως πορευόμενοι εναντίον των διά γης αμμώδους, έφθασαν εις τον ήμισυν περίπου δρόμον μεταξύ αυτών και της Οάσεως· εκεί δε, ενώ εστάθησαν διά να γευματίσωσιν, ισχυρός και παράδοξος νότος πνεύσας επ' αυτών, ανήγειρε τοσούτους σωρούς άμμου ώστε τους εκάλυψε και διά του τρόπου τούτου εγένοντο άφαντοι. Και οι μεν Αμμώνιοι ταύτα λέγουσιν ότι ηκολούθησαν εις τον στρατόν εκείνον.
27. Ότε δε έφθασεν ο Καμβύσης εις την Μέμφιν, εφάνη εις τους Αιγυπτίους ο Άπις, τον οποίον οι Έλληνες καλούσιν Έπαφον. Εις την περίστασιν λοιπόν ταύτην όλοι εφόρεσαν τα κάλλιστα αυτών ενδύματα και επανηγύριζον. Ο βασιλεύς τους είδε και νομίσας ότι έχαιρον διά τας δυστυχίας του, προσεκάλεσε τους άρχοντας της πόλεως. Όταν δε επαρουσιάσθησαν ενώπιόν του τους ηρώτησε διατί ότε προηγουμένως ήτο εις την Μέμφιν οι Αιγύπτιοι δεν έπραξαν τοιούτο τι, αλλ' εξελέξαντο την στιγμήν καθ' ην επέστρεψεν αφού απώλεσε το πλείστον μέρος του στρατού του. Εκείνοι δε τω είπον ότι εφάνη εις αυτούς ο θεός εκείνος όστις σπανίως συνειθίζει να εμφανίζεται, και ότι, όταν εμφανίζεται, όλοι οι Αιγύπτιοι χαίροντες τελούσιν εορτήν. Ακούσας ταύτα ο Καμβύσης είπεν ότι ψεύδονται, και ως ψεύστας τους ετιμώρησε με θάνατον.
28. Αποκτείνας δε τούτους εκάλεσεν έπειτα τους ιερείς. Λεγόντων δε των ιερέων τα αυτά· «Θέλω, είπε, να βεβαιωθώ εάν θεός χειροήθης ήλθεν εις τους Αιγυπτίους·» ταύτα ειπών διέταξε να τω φέρωσι τον Άπιν εκείνον, και οι ιερείς εξήλθον διά να τον φέρωσιν. Ο δε Άπις ή Έπαφος είναι μόσχος γεννώμενος εκ βοός ήτις μετά ταύτα δεν ειμπορεί πλέον να συλλάβη. Οι Αιγύπτιοι λέγουσιν ότι καταβαίνει επ' αυτής σέλας εκ του ουρανού και εκ του σέλαος τούτου συλλαμβάνει τον Άπιν. Έχει δε ο μόσχος ούτος, ο Άπις καλούμενος, τα ακόλουθα σημεία· μέλας ων επί μεν του μετώπου έχει λευκόν τετράγωνον, επί δε των νώτων το ομοίωμα αυτού, εν δε τη ουρά τρίχας διπλάς, υπό την γλώσσαν δε κάνθαρον.
29. Άμα έφερον οι ιερείς τον Άπιν, ο Καμβύσης, ως εάν κατελήφθη υπό τρέλλας, έσυρε το εγχειρίδιον, και θέλων να πληγώση τον Άπιν εις την κοιλίαν επλήγωσεν αυτόν εις τον μηρόν. Γελάσας δε είπε προς τους ιερείς· «Ω ανόητοι κεφαλαί, γίνονται τοιούτοι θεοί έχοντες σώμα και σάρκα, αισθανόμενοι τα κτυπήματα του σιδήρου; Ο θεός ούτος είναι τωόντι άξιος των Αιγυπτίων. Δεν θα χαρήτε όμως ότι με επεριπαίξατε» Ταύτα ειπών διέταξεν εκείνους εις ους ήσαν ανατεθειμένα τα τοιαύτα έργα να μαστιγώσωσι τους ιερείς και να φονεύσωσι τους άλλους Αιγυπτίους όσους ήθελεν εύρει πανηγυρίζοντας. Ούτω λοιπόν διελύθη η εορτή των Αιγυπτίων και οι ιερείς εμαστιγώθησαν, ο δε Άπις, πληγωμένος εις τον μηρόν, απέθανεν εις τον ναόν όπου έκειτο. Και αυτόν μεν αποθανόντα εκ του τραύματος έθαψαν οι ιερείς κρυφίως από τον Καμβύσην.
30. Ο δε Καμβύσης, ως λέγουσιν οι Αιγύπτιοι, ένεκα του αδικήματος τούτου, παρεφρόνησεν αμέσως, μολονότι και πρότερον δεν είχε τας φρένας του. Και πρώτον μεν κακόν έπραξε θανατώσας τον Σμέρδιν, αδελφόν του εκ του αυτού πατρός και της αυτής μητρός. Τον Σμέρδιν τούτον είχεν αποπέμψει εκ της Αιγύπτου εις την Περσίαν υπό φθόνου, καθότι αυτός μόνος από όλους τους Πέρσας ετάνυσε με δύο δακτύλους τα τόξον των Αιθιόπων το κομισθέν υπό των Ιχθυοφάγων· εκ των άλλων δε Περσών κανείς δεν ηδυνήθη να πράξη τούτο. Μετά την αναχώρησιν του Σμέρδιος είδεν ο Καμβύσης εις τον ύπνον του το εξής όνειρον· τω εφάνη ότι ήρχετο απεσταλμένος εκ της Περσίας διά να τω αναγγείλη ότι ο Σμέρδις, καθήμενος επί του βασιλικού θρόνου, ήγγιζε με την κεφαλήν του τον ουρανόν. Ένεκα του ονείρου τούτου φοβηθείς μήπως ο αδελφός του τον φονεύση και λάβη το βασίλειόν του, πέμπει εις την Περσίαν τον Πρηξάσπη, όστις ήτο εξ όλων των Περσών ο μάλλον πιστός εις αυτόν, με την διαταγήν να τον φονεύση. Φθάσας δε ο Πρηξάσπης εις τα Σούσα, εφόνευσε τον Σμέρδιν, ως μεν λέγουσι τινές εξαγαγών αυτόν εις κυνήγιον, ως λέγουσι δε άλλοι πνίξας αυτόν εις την Ερυθράν θάλασσαν.
31. Αυτό λέγουσιν ότι υπήρξε το πρώτον κακόν το οποίον έπραξεν ο Καμβύσης, δεύτερον δε εφόνευσε την αδελφήν του ήτις τον ηκολούθει εις την Αίγυπτον και την οποίαν είχε γυναίκα, μολονότι ήτο αδελφή του εκ πατρός και μητρός. Ιδού δε πώς την ενυμφεύθη· πρότερον δεν υπήρχεν αυτή η συνήθεια, να λαμβάνωσιν οι Πέρσαι γυναίκας τας αδελφάς των. Αλλ' ο Καμβύσης ερασθείς μιας των αδελφών του ηθέλησε να την νυμφευθή, και επειδή δεν το επέτρεπεν η συνήθεια, συνεκάλεσε τους βασιλικούς δικαστάς και τους ηρώτησεν εάν υπήρχε νόμος επιτρέπων εις εκείνον όστις το ήθελε να νυμφεύεται την αδελφήν του. Οι βασιλικοί δικασταί είναι άνδρες εκλεκτοί μεταξύ των Περσών, εξασκούσι δε τα καθήκοντά των διά βίου, εκτός εάν υποπέσωσιν εις αδικίαν τινά· δικάζουσι τας υποθέσεις των πολιτών και είναι οι διερμηνείς των πατρίων νόμων, και όλα τα ζητήματα εις αυτούς υποβάλλονται. Εις εκείνο δε το οποίον τοις προέτεινεν ο Καμβύσης απεκρίθησαν δικαίως και συνετώς· είπον ότι δεν εύρισκον μεν νόμον επιτρέποντα εις τον αδελφόν να λαμβάνη γυναίκα την αδελφήν, αλλ' ότι εγνώριζον ένα άλλον συγχωρούντα εις τον βασιλέα των Περσών να πράττη ό,τι θέλει. Τοιουτοτρόπως, ο φόβος του Καμβύσου δεν τους παρέσυρε να καταλύσωσι νόμον τον οποίον δεν ηδύναντο να υπερασπίσωσι χωρίς να εκθέσωσι την ζωήν των, αλλ' εύρον άλλον, σύμφωνον με την θέλησιν του βασιλέως· Ενυμφεύθη λοιπόν ο Καμβύσης εκείνην την οποίαν ηγάπα· μετ ολίγον δε ενυμφεύθη άλλην αδελφήν του και εκ τούτων εφόνευσε την νεωτέραν ήτις ηκολούθει αυτόν εις την Αίγυπτον.
32. Διηγούνται δε κατά δύο τρόπους τον θάνατον αυτής, καθώς και τον του Σμέρδιος. Οι Έλληνες λέγουσιν ότι ο Καμβύσης και η γυνή του εθεώρουν ποτέ σκύμνον λέοντος πολεμούντα με ένα μικρόν σκύλον· επειδή δε ενικήθη ο σκύλαξ, άλλος σκύλαξ, ο αδελφός αυτού, θραύσας την άλυσόν του έδραμεν εις βοήθειαν, ώστε ενωθέντες οι δύο σκύλακες ενίκησαν τον λεοντιδέα. Και ο μεν Καμβύσης ετέρπετο εις το θέαμα τούτο, αλλ' η γυνή του, καθημένη πλησίον του, εδάκρυε. Παρετήρησε τούτο ο Καμβύσης και την ηρώτησε διατί εδάκρυε. «Δακρύω, είπεν εκείνη, ιδούσα τον σκύλακα τούτον ότι εβοήθησε τον αδελφόν του και ενθυμηθείσα τον Σμέρδιν όστις δεν είχε κανένα να τον βοηθήση.» Οι Έλληνες προσθέτουσιν ότι ένεκα των λόγων τούτων η γυνή εθανατώθη από τον Καμβύσην. Οι δε Αιγύπτιοι λέγουσιν ότι ενώ εκάθηντο εις την τράπεζαν, η γυνή έλαβε θρίδακα, την απεφύλλισε και είπεν εις τον σύζυγόν της· «Ποία είναι ωραιοτέρα θρίδαξ, η έχουσα φύλλα ή η μη έχουσα; — Η έχουσα φύλλα, απεκρίθη εκείνος. — Ω! επανέλαβεν εκείνη, η γεγυμνωμένη αύτη θρίδαξ είναι η εικών της οικίας του Κύρου την οποίαν συ απεγύμνωσας.» Θυμώσας δε ο Καμβύσης την ελάκτισεν εις την κοιλίαν ενώ ήτο έγκυος, ώστε αποβαλούσα απέθανε.
33. Ταύτα έπραξεν ο Καμβύσης προς τους συγγενείς του υπό μανίας ήτις τον ηκολούθησεν είτε ένεκα του Άπιος, είτε ένεκα άλλης τινός αιτίας, τόσον πολλαί είναι αι συμφοραί αι καταλαμβάνουσαι τους ανθρώπους. Λέγουσιν άλλως τε ότι ο Καμβύσης εκ γενετής είχε μεγάλην νόσον, την οποίαν τινές ονομάζουσιν ιεράν νόσον (44) ώστε επειδή το σώμα έπασχεν υπό τοιαύτης μεγάλης νόσου, δεν είναι απίθανον να ήσαν βεβλαμμέναι και αι φρένες.
34. Μεταβαίνω εις εκείνα τα οποία η μανία του τον ώθησε να πράξη εναντίον των άλλων Περσών. Λέγουσιν ότι είπεν εις τον Πρηξάσπη τον οποίον ετίμα πολύ (αυτός ήτο ο φέρων τας αγγελίας του, ο δε υιός του ήτο οινοχόος του Καμβύσου, τιμή και αύτη ου μικρά), «ω Πρήξασπες, ποίον τινά με νομίζουσιν οι Πέρσαι και τι λέγουσι περί εμού; — Βασιλεύ, απεκρίθη ο Πρηξάσπης, κατά μεν τα άλλα πάντα μεγάλως επαινείσαι, λέγουσιν όμως ότι είσαι καθ' υπερβολήν έκδοτος εις τον οίνον.» Και ο μεν Πρηξάσπης ταύτα έλεγε περί των Περσών, ο δε Καμβύσης οργισθείς απεκρίθη τα εξής· «Τώρα οι Πέρσαι θα λέγωσι βεβαίως ότι έκδοτος ων εις τον οίνον παραφρονώ και δεν έχω πλέον τον νουν μου. Άρα οι πρότεροι λόγοι των δεν ήσαν αληθείς.» Τωόντι πρότερον ενώ εκάθηντό ποτε περί αυτόν οι Πέρσαι και ο Κροίσος, τους ηρώτησεν ο Καμβύσης τι άνθρωπος τοις εφαίνετο παραβαλλόμενος με τον πατέρα του Κύρον, εκείνοι δε τω απεκρίθησαν ότι ήτο καλλίτερος του πατρός, αφού ήτο κύριος ου μόνον όσων ήτο εκείνος κάτοχος, αλλά προσεκτήσατο και την Αίγυπτον και την θάλασσαν. Και οι μεν Πέρσαι ταύτα είπον, ο δε Κροίσος, εις ον απήρεσκεν η κρίσις αύτη, είπε προς τον Καμβύσην ταύτα, «Εις εμέ όμως, υιέ του Κύρου, δεν φαίνεσαι όμοιος με τον πατέρα σου, διότι δεν έχεις ακόμη υιόν τοιούτον οίον εκείνος μας άφησε.» Ταύτα ακούσας ο Καμβύσης ευχαριστήθη και επήνεσε την κρίσιν του Κροίσου.
35. Ταύτα λοιπόν ενθυμούμενος ο Καμβύσης είπε μετ' οργής προς τον Πρηξάσπη· «Πληροφορήθητι αμέσως ο ίδιος εάν οι Πέρσαι είπον την αλήθειαν, ή εάν αυτοί παραφρονώσι λέγοντες ταύτα. Ιδέ, σκοπεύω τον υιόν σου όστις ίσταται όρθιος εις τα πρόθυρα της οικίας· εάν τον επιτύχω εις το μέσον της καρδίας, οι Πέρσαι θα φανώσιν ότι μωρολογούσιν· εάν δε αποτύχω, θα ήναι φανερόν ότι οι Πέρσαι λέγουσιν αληθή και ότι εγώ είμαι παράφρων.» Ταύτα ειπών, ετάνυσε το τόξον και εκτύπησε το παιδίον, αφού δε τούτο έπεσε, διέταξε να το σχίσωσι και να εξετάσωσι την πληγήν. Και επειδή το βέλος ευρέθη εμπεπηγμένον εις την καρδίαν, είπε προς τον πατέρα γελών και περιχαρής γενόμενος· «Πρήξασπες, βλέπεις καλώς ότι δεν είμαι τρελλός και ότι οι Πέρσαι είναι παράφρονες· τώρα αποκρίθητι, είδες ποτέ σου άνθρωπον να τοξεύη τόσον ευστόχως;» O Πρηξάσπης είδεν ότι ο άνθρωπος εκείνος ήτο έξω φρενών, και φοβούμενος δι' εαυτόν· «Δέσποτα, είπε, νομίζω ότι ούτε θεός δεν θα ηδύνατο να σκοπεύση με τόσην ευστοχίαν.» Ταύτα έπραξε τότε· άλλοτε δε συλλαβών άνευ ευλόγου αιτίας δώδεκα Πέρσας, πρώτου επίσης βαθμού, τους έθαψε ζώντας με την κεφαλήν προς τα κάτω.
36. Ταύτα πράττοντα ενόμισε καθήκον του ο Κροίσος ο Λυδός να τον νουθετήση διά των ακολούθων λόγων. «Ω βασιλεύ, μη αφίνεσαι ολοτελώς εις την ορμήν της νεότητος και του θυμού, αλλά κράτει και μετρίαζε σεαυτόν· είναι ωφέλιμον πράγμα να έχη τις σύνεσιν, και σοφόν να ήναι προβλεπτικός. Συ θανατόνεις ανθρώπους συμπολίτας σου τους οποίους συλλαμβάνεις άνευ ευλογοφανούς αιτίας, φονεύεις δε και τα τέκνα αυτών. Εάν εξακολουθήσης ούτω, πρόσεξον μήπως οι Πέρσαι επαναστατήσωσιν εναντίον σου. Ο πατήρ σου Κύρος μοι παρήγγειλε πολλά, να σε νουθετώ και να σοι λέγω ό,τι νομίζω ωφέλιμον διά σε.» Και ο μεν Κροίσος υπό ευμενείας κινούμενος συμβούλευε ταύτα, ο δε τω απεκρίνετο ως ακολούθως· «Πώς, τολμάς να με συμβουλεύης συ όστις τόσον καλώς εκυβέρνησας το βασίλειόν σου και τόσον καλώς παρεκίνησας τον πατέρα μου να διαβή τον Αράξην ποταμόν και να βαδίση κατά των Μασσαγετών, ενώ εκείνοι ήθελον να έλθωσιν επί της χώρας μας! Και αφ' ενός μεν απώλεσας σεαυτόν, διευθύνας κακώς τας υποθέσεις της πατρίδος σου, αφ' ετέρου δε απώλεσας τον Κύρον, επειδή σε ήκουσεν. Αλλά δεν θα χαρής δι' αυτό, διότι προ πολλού εζήτουν πρόφασιν διά να σε αφανίσω.» Ταύτα ειπών έλαβε το τόξον του διά να τοξεύση αυτόν, αλλ' ο Κροίσος αναπηδήσας έφυγε ταχέως. Ιδών ο Καμβύσης ότι δεν ηδύνατο πλέον να τον τοξεύση, διέταξε τους υπηρέτας του να τον συλλάβωσι και να τον φονεύσωσιν. Οι δε θεράποντες γνωρίζοντες τας έξεις αυτού έκρυψαν τον Κροίσον επί τω εξής συλλογισμώ· εάν μεν ο Καμβύσης μεταμεληθή και ζητήση τον Κροίσον, να παρουσιάσωσιν αυτόν και να λάβωσι δώρα ως φεισθέντες της ζωής αυτού· εάν δε μήτε μεταμεληθή μήτε τον ποθήση, τότε να τον φονεύσωσι. Τωόντι ο Καμβύσης δεν εβράδυνε να ποθήση τον Κροίσον, και οι θεράποντες ιδόντες τούτο τω είπον ότι έζη. O δε Καμβύσης είπεν ότι έχαιρε μεν διά την σωτηρίαν του, αλλ' ότι εκείνοι οίτινες ανέλαβον να τον σώσωσι δεν έπρεπε να μείνωσιν ατιμώρητοι και ότι θα θανατωθώσι. Τούτο και έπραξε.
37. Πολλά λοιπόν τοιαύτα έπραττε κατά των Περσών και των συμμάχων ο μαινόμενος Καμβύσης. Ενόσω διέμενεν εις την Μέμφιν, ήνοιγεν αρχαίους τάφους και παρετήρει τους νεκρούς. Προς τούτοις εισήλθεν εις τον ναόν του Ηφαίστου και εκάγχασεν ιδών το άγαλμα, διότι ήτο ομοιότατον με τους Παταικούς τους οποίους οι Φοίνικες θέτουσιν εις τας πρώρας των τριήρεων. Εις εκείνον όστις δεν τους είδεν εγώ θα τω είπω οποίοι είναι· οι Πάταικοι είναι ομοιώματα ανδρών πυγμαίων. Εισήλθεν επίσης εις τον ναόν των Καβείρων, όπου κανείς, πλην του ιερέως, δεν έχει δικαίωμα να εισέρχεται, και έκαυσε τα αγάλματα αυτών αφού τα εχλεύασεν. Είναι δε και αυτά όμοια με τα του Ηφαίστου, και λέγεται ότι οι Κάβειροι είναι υιοί του θεού τούτου.
38. Εξ όλων λοιπόν βλέπω ότι ο Καμβύσης είχε περιπέσει εις μεγάλην μανίαν· άλλως πώς ήθελε τολμήσει να σκώπτη τα έθιμα και τα ιερά πράγματα; διότι εάν τις επρότεινεν εις όλους τους λαούς να εκλέξωσι τους καλλίστους εκ πάντων των νόμων, έκαστος λαός καλώς σκεφθείς ήθελεν εκλέξει τους ιδικούς του· τόσον ο καθείς νομίζει ότι οι νόμοι του είναι ανώτεροι των άλλων νόμων. Τούτου ένεκα λοιπόν λέγω ότι ουδείς άλλος δύναται να σκώπτη τα τοιαύτα ή μαινόμενός τις. Είναι δε εύκολον να κρίνη τις εκ πολλών τεκμηρίων ότι τοιαύτη είναι η γνώμη των ανθρώπων διά τα έθιμα των· εις έν μόνον θα αρκεσθώ. Ο Δαρείος, επί της βασιλείας του, καλέσας τους εις την Περσίαν ευρισκομένους Έλληνας, τους ηρώτησε ποίαν πληρωμήν ήθελον διά να τρώγωσι τους πατέρας των αποθνήσκοντας· οι δε Έλληνες απεκρίθησαν ότι κατ' ουδένα τρόπον δεν συγκατετίθεντο να πράξωσι τούτο. Έπειτα ο Δαρείος εκάλεσε τους Ινδούς τους καλουμένους Καλατίας οίτινες τρώγουσι τους γονείς των, και τους ηρώτησεν ομοίως παρόντων των Ελλήνων και μανθανόντων τα λεγόμενα διά διερμηνέως τι εζήτουν διά να καίωσι τους αποθνήσκοντας γονείς των· εκείνοι δε αναβοήσαντες τον παρεκάλεσαν να μη βλασφημή. Τοιαύτα είναι τα νόμιμα των ανθρώπων, και ορθώς νομίζω είπεν ο Πίνδαρος ότι το έθιμον είναι βασιλεύς όλων.
39. Ότε ο Καμβύσης εξεστράτευε κατά της Αιγύπτου οι Λακεδαιμόνιοι συγχρόνως εξεστράτευον κατά της Σάμου και του Πολυκράτους, υιού του Αιάκους, όστις είχε γίνει κύριος της νήσου ταύτης επαναστατήσας αυτήν. Και πρώτον μεν την διήρεσεν εις τρία μέρη και την εμοιράσθη με τους αδελφούς του Παντάγνωτον και Συλοσώντα· ύστερον δε φονεύσας τον πρώτον και διώξας τον νεώτερον Συλοσώντα κατέλαβεν όλην την Σάμον. Αφού δε κατέλαβεν αυτήν συνέδεσε συμμαχίαν με τον βασιλέα της Αιγύπτου Άμασιν, πέμψας δώρα και δεχθείς παρ' αυτού άλλα. Εντός ολίγου χρόνου η δύναμις του Πολυκράτους ηύξησε και διεφημίζετο εις όλην την Ιωνίαν και την άλλην Ελλάδα, διότι όπου διεύθυνε τα στρατεύματά του τα πάντα εχώρουν κατ' ευχήν. Είχεν εκατόν πεντηκοντόρους και χιλίους τοξότας, ελεηλάτει δε όλους άνευ εξαιρέσεως «διότι, έλεγε, περισσότερον θα φανώ ευάρεστος εις ένα φίλον εάν του αποδώσω όσα τω ήρπασα, ή να μη λάβω παρ' αυτού τίποτε εξ αρχής.» Εκυρίευσε λοιπόν, πολλάς νήσους και πολλάς πόλεις της ηπείρου. Προς τούτοις δε και τους Λεσβίους, βοηθήσαντας τους Μιλησίους πανστρατιά, τους ενίκησεν εις ναυμαχίαν και τους ηχμαλώτευσεν. Αυτοί είναι οι κατά την αιχμαλωσίαν των σκάψαντες την τάφρον περί το τείχος της Σάμου.
40. Ο Άμασις δεν ηγνόει την μεγάλην ευτυχίαν του Πολυκράτους και ανησύχως έβλεπεν αυτήν· και επειδή αύτη έβαινεν αδιακόπως αυξάνουσα, έγραψεν επιστολήν και διεβίβασε τα ακόλουθα εις την Σάμον. «Ο Άμασις προς τον Πολυκράτη λέγει τα εξής. Είναι ευχάριστον να μανθάνη τις ότι ο φίλος και σύμμαχός του ευτυχεί· η μεγάλη όμως ευτυχία σου δεν μοι αρέσκει, διότι ηξεύρω ότι το θείον είναι φθονερόν. Δι' εμέ και δι' εκείνους τους οποίους αγαπώ, εύχομαι είς τινα μεν πράγματα ευτυχίαν, είς τινα δε αποτυχίαν, και προτιμώ βίον παρερχόμενον με τας εναλλαγάς ταύτας ή διαρκή ευτυχίαν. Τωόντι ποτέ δεν ήκουσα κανένα άνθρωπον, όστις ευτυχών κατά πάντα, να μη ετελείωσε τον βίον κακώς. Συ λοιπόν σήμερον, άκουσον και ακολούθησον την συμβουλήν ταύτην διά την παρούσαν ευτυχίαν σου. Ζήτησον τι έχεις πολυτιμότατον, του οποίου η στέρησις ήθελε λυπήσει την ψυχήν σου καθ' υπερβολήν· ρίψον το αντικείμενον τούτο ώστε να μη αναφανή πλέον μεταξύ των ανθρώπων, και εάν μετά ταύτα αι ευτυχίαι σου εξακολουθήσωσι σταθερώς χωρίς να διακόπτωνται εναλλάξ υπό δυστυχιών, επανάλαβε την δοκιμήν και κάμνε χρήσιν του θεραπευτικού μέσου το οποίον σοι υπαγορεύω.»
41. Αναγνώσας ο Πολυκράτης την επιστολήν ενόησεν ότι ο Άμασις καλώς τον συνεβούλευεν· εζήτησε λοιπόν να εύρη ποίον από τα τιμαλφή του πράγματα εάν έχανε θα ελυπείτο η ψυχή του καθ' υπερβολήν. Αφού δε εσκέφθη καλώς, εύρε το ακόλουθον· είχε χρυσοδεδεμένην σφραγίδα εκ λίθου σμαράγδου, έργον του Σαμίου Θεοδώρου, υιού του Τηλεκλέους. Κρίνας δε ότι αυτήν την σφραγίδα έπρεπε να χάση, έπραξε τα εξής. Ητοίμασε πεντηκόντορον και εισελθών εις αυτήν μετ' άλλων ανδρών διέταξε να αναχθώσιν εις το πέλαγος· αφού δε εμακρύνθη της νήσου, εξέβαλε το δακτυλίδιον και επί παρουσία όλων των συμπλωτήρων το έρριψεν εις την θάλασσαν, τούτο ποιήσας και επιστρέψας εις την οικίαν του ησθάνθη λύπην διά την συμφοράν.
42. Μετά πέντε όμως ή έξ ημέρας συνέβη εις τον Πολυκράτη το εξής· αλιεύς τις, συλλαβών ιχθύν μέγαν και ωραίον, έκρινε καλόν να τον προσφέρη εις τον Πολυκράτη. Κρατών λοιπόν αυτόν ήλθεν εις την θύραν του Πολυκράτους και εζήτει να εισαχθή εις την οικίαν· εισχωρήσας δε έδωκε τον ιχθύν εις τον Πολυκράτη και τω είπεν· «ω βασιλεύ, συλλαβών τοιούτον ιχθύν, δεν ενέκρινα να τον φέρω εις την αγοράν, μολονότι ζω εκ της εργασίας των χειρών μου, αλλά μοι εφάνη άξιος σου και του βαθμού σου· σοι τον έφερα λοιπόν και σε παρακαλώ να τον δεχθής.» Ευχαριστηθείς ο Πολυκράτης απεκρίθη τα εξής· «Βεβαίως έπραξας καλώς, και διπλή σοι οφείλεται χάρις διά τους λόγους και συγχρόνως διά το δώρον· καλούμεν δε και σε εις το δείπνον.» Και ο μεν αλιεύς μέγα φρονών διά την τιμήν ταύτην εισήλθεν εις τα δωμάτια, οι δε θεράποντες ανοίξαντες τον ιχθύν εύρον εις την κοιλίαν αυτού το δακτυλίδιον του Πολυκράτους, και αναγνωρίσαντες αυτό, το έλαβον αμέσως και το έφερον χαίροντες εις τον Πολυκράτη. Δίδοντες δε αυτό έλεγον με ποίον τρόπον το εύρον. Τότε ο Πολυκράτης εννοήσας ότι το πράγμα ήτο υπερφυσικόν, έγραψεν όλα όσα έπραξε, ποίαν έκβασιν έσχον, και τελειώσας την επιστολήν έπεμψεν αυτήν εις την Αίγυπτον.
43. Αναγνώσας δε ο Άμασις την εκ μέρους του Πολυκράτους ελθούσαν επιστολήν, έκρινεν ότι αδύνατον είναι εις άνθρωπον να αποτρέψη από άλλον άνθρωπον τας μελλούσας να επισκήψωσιν επ' αυτού δυστυχίας και ότι ο φίλος του δεν έμελλε να έχη ευτυχές τέλος αφού τοσούτον τον ευνόει η τύχη ώστε να επανευρίσκη εκείνο το οποίον είχε θυσιάσει. Έπεμψε λοιπόν εις την Σάμον κήρυκα διά να τω είπη ότι διαλύει την μεταξύ των συμμαχίαν. Έπραξε δε τούτο διότι εφοβήθη μήπως συμβή μεγάλη τις δυστυχία εις τον Πολυκράτη και λυπηθή ως λυπείται τις προκειμένου περί συμμάχου.
44. Κατά του Πολυκράτους τούτου ευτυχούντος κατά πάντα εξεστράτευσαν οι Λακεδαιμόνιοι παρακληθέντες υπό των Σαμίων οίτινες έκτισαν βραδύτερον την εν Κρήτη Κυδωνίαν. Προηγουμένως ο Πολυκράτης είχε πέμψει προς τον υιόν του Κύρου Καμβύσην, ενασχολούμενον τότε εις το να συναθροίζη στρατόν κατά της Αιγύπτου, και τον παρεκάλει να στείλη εις Σάμον και ζητήση παρ' αυτού στρατόν. Ταύτα ακούσας ο Καμβύσης προθύμως έπεμψεν εις την Σάμον και παρεκάλει τον Πολυκράτη να τω πέμψη ναυτικόν στρατόν διά την κατά της Αιγύπτου εκστρατείαν. Ο δε Πολυκράτης εκλέξας μεταξύ των πολιτών εκείνους τους οποίους υπώπτευε κλίνοντας προς επανάστασιν, τους απέπεμψε με τεσσαράκοντα τριήρεις. συνιστών εις τον Καμβύσην να μη τους αποστείλη οπίσω ποτέ.
45. Τινές λέγουσιν ότι οι αποπεμφθέντες Σάμιοι υπό του Πολυκράτους δεν έφθασαν εις την Αίγυπτον, αλλ' ότι διασκεφθέντες εν τη νήσω Καρπάθω απεφάσισαν όλοι εκ συμφώνου να μη προχωρήσωσι περαιτέρω. Κατ' άλλους, άμα έφθασαν εις την Αίγυπτον, καί τοι επιτηρούμενοι έφυγον· ενώ δε επλησίαζον εις την Σάμον, ο Πολυκράτης τους απήντησε με πλοία και τους επολέμησε· νικήσαντες όμως οι καταβαίνοντες απέβησαν εις την νήσον και πεζομαχήσαντες ενικήθησαν, και τοιουτοτρόπως έπλευσαν προς την Λακεδαίμονα. Υπάρχουσι δε καί τινες λέγοντες ότι ο Πολυκράτης ενικήθη υπ' αυτών των επιστρεφόντων εκ της Αιγύπτου· αλλ' η αξίωσις αυτών δεν μοι φαίνεται ορθή, διότι τότε δεν είχον ανάγκην να επικαλεσθώσι τοις Λακεδαιμονίους εάν αυτοί ήσαν αρκετά ισχυροί ώστε να νικήσωσι τον Πολυκράτη. Πώς άλλως τε να πιστεύσωμεν ότι εκείνος όστις είχεν επικούρους και μισθωτούς και τοξότας ιδικούς του, ήτο δυνατόν να νικηθή υπό των επιστρεφόντων Σαμίων οίτινες ήσαν ολίγοι; Εκτός τούτου ο Πολυκράτης συναθροίσας εις τους νεωσοίκους τας γυναίκας και τα τέκνα των πολιτών τους οποίους είχεν υπό την εξουσίαν του ήτο έτοιμος να τα καύση ομού με τους νεωσοίκους εάν τυχόν οι πολίται ούτοι εφαίνοντο διατεθειμένοι να τον προδώσωσι χάριν των εκ τις Αιγύπτου επιστρεφόντων.
46. Ότε δε οι διωχθέντες υπό του Πολυκράτους Σάμιοι έφθασαν εις την Σπάρτην, παρουσιασθέντες εις τους άρχοντας έλεγον πολλά, και ότι ήσαν εις μεγάλην ανάγκην. Οι δε Λακεδαιμόνιοι εις την πρώτην ακρόασιν απεκρίθησαν ότι ελησμόνησαν την αρχήν του λόγου και δεν ενόησαν το τέλος. Όθεν οι Σάμιοι παρουσιάσθησαν και εκ δευτέρου, την φοράν δε ταύτην ήσαν συντομώτεροι· ηρκέσθησαν να δείξωσι σάκκον κενόν και να είπωσιν ότι ο σάκκος έχει ανάγκην αλεύρου. Οι δε Λακεδαιμόνιοι τοις επεκρίθησαν πάλιν ότι η λέξις σάκκος ήτο περιττή· ενέκριναν όμως να τους βοηθήσωσι.
47. Μετά ταύτα οι Λακεδαιμόνιοι παρασκευασθέντες εξεστράτευσαν κατά της Σάμου· ως μεν οι Σάμιοι λέγουσιν, ένεκα ευγνωμοσύνης προς αυτούς οίτινες πρότερον τους είχον βοηθήσει με πλοία εναντίον των Μεσσηνίων· ως δε λέγουσιν οι Λακεδαιμόνιοι, ουχί τόσον διά να βοηθήσωσι τους εν ανάγκη Σαμίους, όσον διά να τιμωρήσωσι την κλοπήν του πεμφθέντος προς τον Κροίσον κρατήρος και του θώρακος τον οποίον τοις είχε πέμψει δώρον ο βασιλεύς της Αιγύπτου Άμασις· διότι έν έτος προ του κρατήρος οι Σάμιοι ελήστευσαν θώρακα λινούν, όστις είχε διαφόρους μορφάς ενυφασμένας καί ήτο πεποικιλμένος με χρυσόν και μαλλίον εκ δένδρου (45), ούτως ώστε έκαστον των νημάτων του καθίστα αυτόν αξιοθαύμαστον έκαστον δε νήμα μολονότι λεπτόν, περιείχεν άλλα τριακόσια εξήκοντα νήματα διακρινόμενα κάλλιστα. Απαράλλακτος είναι ο άλλος τον οποίον ο Άμασις αφιέρωσεν εις την Αθηνάν της Λίνδου.
48. Συνέπραξαν δε και οι Κορίνθιοι μετά προθυμίας εις την επιχείρησιν της εκστρατείας ταύτης κατά της Σάμου· διότι κατά την προγενεστέραν γενεάν, συγχρόνως με την αρπαγήν του κρατήρος, είχον υποστή ύβριν τινά εκ μέρους των Σαμίων. Ο υιός του Κυψέλου Περίανδρος έπεμψεν εις Σάρδεις προς τον Αλυάττην τριακοσίους νεανίας, υιούς των πρώτων της Κερκύρας, διά να τους ευνουχίσωσιν. Επειδή δε οι μεταφέροντες αυτούς Κορίνθιοι προσήγγισαν εις την Σάμον, μαθόντες οι Σάμιοι πρός τινα σκοπόν ήγοντο οι παίδες εκεί οι εις τας Σάρδεις, πρώτον μεν τους εσυμβούλευσαν να καταφύγωσιν εις τον ναόν της Αρτέμιδος, έπειτα δε ανέλαβον την υπεράσπισίν των και δεν άφινον ν' αποσπάσωσι τους ικέτας από το ιερόν· τέλος, επειδή οι Κορίνθιοι εμπόδιζον να δώση τις τροφήν εις τους παίδας, οι Σάμιοι εσύστησαν εορτήν την οποίαν και σήμερον ακόμη τελούσιν απαραλλάκτως. Άμα επήρχετο η νυξ, εφ' όσον χρόνον οι παίδες ήσαν ικέται, συνεκρότουν χορούς εκ παρθένων και νέων, και διαρκούντων των χορών οι πολίται παρηγγέλλοντο να φέρωσιν εις τον ναόν πλακούντια εκ μέλιτος και σησάμου, από τα οποία αρπάζοντες οι παίδες των Κερκυραίων ετρέφοντο. Και τούτο εξακολούθησε μέχρις ου οι Κορίνθιοι φύλακες ανεχώρησαν αφήσαντες τους παίδας, τους οποίους έπειτα οι Σάμιοι επανέφεραν εις την Κέρκυραν.
49. Εάν μετά τον θάνατον του Περιάνδρου οι Κερκυραίοι εφιλιόνοντο με τοις Κορινθίους, ηδύναντο οι Κορίνθιοι να μη συμπράξωσιν εις την κατά της Σάμου εκστρατείαν ταύτην. Τότε όμως, ως πάντοτε αφότου αποίκισαν την Κέρκυραν, είχον μεταξύ των διαφοράς. Οι Κορίνθιοι λοιπόν εμνησικάκουν κατά των Σαμίων, θεωρούντες άλλως τε ότι, εάν ο Περίανδρος έπεμψεν εις τας Σάρδεις διά να ευνουχίση τους παίδας των πρώτων Κερκυραίων, έπραξε τούτο προς εκδίκησιν, διότι πρώτοι οι Κερκυραίοι τον ύβρισαν πράξαντες πράξιν κακοήθη.
50. Ότε ο Περίανδρος εφόνευσε την γυναίκα του Μέλισσαν (46), εις την συμβάσαν δυστυχίαν προσετέθη και άλλη δυστυχία η εξής. Είχεν εκ της Μελίσσης δύο υιούς, τον μεν δεκαεξαετή, τον δε δεκαοκταετή. Τούτους ο προς μητρός πάππος των Προκλής, βασιλεύς της Επιδαύρου, προσεκάλεσε πλησίον του και τους επεριποιείτο όπως έπρεπε, καθότι ήσαν υιοί της θυγατρός του. Όταν δε τους απέπεμψε, τοις είπεν· «Ω παίδες, ηξεύρετε άρα γε ποίος εφόνευσε την μητέρα σας;» Ο λόγος ούτος εις μεν τον πρεσβύτερον ουδεμίαν επροξένησεν εντύπωσιν· αλλ' ο νεώτερος, όστις εκαλείτο Λυκόφρων, τόσον ελυπήθη ακούσας, ώστε επιστρέψας εις Κόρινθον ούτε εχαιρέτισε τον φονέα της μητρός του Περίανδρον, ούτε απεκρίνετο προς αυτόν ομιλούντα, ούτε τω ωμίλει εξετάζοντι. Τέλος ο Περίανδρος, πλήρης οργής, τον εδίωξεν από την οικίαν.
51. Αφού δε τον εδίωξεν ηθέλησε να μάθη από τον πρεσβύτερον τι είχεν ειπεί εις αυτούς ο Προκλής· ο νεανίας τω διηγήθη την φιλόφρονα υποδοχήν του πάππου του, αλλ' ουδεμίαν μνείαν έκαμε των λόγων τους οποίους είπε προπέμπων αυτούς, διότι ούτε τους ενθυμείτο. Αλλ' ο Περίανδρος επέμεινε, λέγων ότι ήτο αδύνατον να μη τους συνεβούλευσε τίποτε ο Προκλής. Τόσον δε τον εστενοχώρησε με τας ερωτήσεις του ώστε επί τέλους ο νέος ενθυμήθη τους λόγους και τους επανέλαβεν. Ο δε Περίανδρος δεν αφήκεν αυτούς τους λόγους να παρέλθουν απαρατήρητοι· εξ εναντίας απεφάσισε να μη δείξη ουδεμίαν ηπιότητα, και όπου ο εκδιωχθείς υιός του προσήρχετο να ζητήση καταφύγιον, έπεμπεν απεσταλμένους και επρόσταζε να μη τον δέχωνται εις τας οικίας των. Όταν δε ο Λυκόφρων διωκόμενος από μίαν οικίαν μετέβαινεν εις άλλην, απεδιώκετο πάλιν και εξ αυτής, διότι ο πατήρ ηπείλει εκείνους οίτινες τον εδέχοντο και τους διέτασσε να τον διώκωσιν. Ούτω δε διωκόμενος μετέβαινεν από οικίας εις οικίαν· οι δε φίλοι του, καί τοι φοβούμενοι, τον εδέχοντο ως υιόν του Περιάνδρου.
52. Τέλος ο βασιλεύς εκήρυξεν ότι όστις ήθελε τον δεχθή ή συνομιλήση μετ' αυτού να πληρόνη εις τον Απόλλωνα ιερόν πρόστιμον, του οποίου το ποσόν προσδιώριζε το κήρυγμα. Από της στιγμής δε ταύτης κανείς πλέον δεν ηθέλησε μήτε να συνομιλήση μετ' αυτού μήτε να τω δώση άσυλον. Ούτε αυτός δε ο ίδιος δεν έκρινε πλέον δίκαιον να πειράται την παραβίασιν των αυστηρών εκείνων διαταγών, και εσύρετο από στοάς εις στοάν. Την τετάρτην δε ημέραν, ιδών ο Περίανδρος αυτόν εξηντλημένον υπό της πείνης και ειδεχθή υπό της αλουσίας, τον ελυπήθη και μετριάσας την οργήν του επλησίασε προς αυτόν και τω είπε· «Τέκνον, τι εκ των δύο είναι προτιμότερον, η παρούσα κατάστασις εις ην ευρίσκεσαι, ή η εξουσία και τα πλούτη τα οποία έχω και τα οποία θα διαδεχθής εάν φερθής καλώς προς τον πατέρα σου; Συ, υιέ μου, βασιλεύς της ευδαίμονος Κορίνθου, καταδικάζεις σεαυτόν εις βίον πλάνητα διά της αντιστάσεώς σου και της οργής σου εναντίον εκείνου τον οποίον ώφειλες να σέβεσαι. Εάν εις τον οίκον μας συνέβη συμφορά διά την οποίαν με βλέπεις υπόπτως, η συμφορά αύτη ήλθεν εις εμέ· εγώ προ πάντων την αισθάνομαι, διότι εγώ την έπραξα. Αλλ' έμαθες πλέον ότι καλλίτερον είναι να φθονώσι τινα ή να τον οικτείρωσι, και ταυτοχρόνως τι κερδίζει τις οργιζόμενος εναντίον πατρός, εναντίον ισχυροτέρου. Επίστρεψον λοιπόν εις την οικίαν.» Και ο μεν Περίανδρος με τοιούτους λόγους προσεπάθει να τον καταπραΰνη· εκείνος δε ουδέν άλλο απεκρίθη ή ότι ώφειλε να πληρώση τι πρόστιμον εις τον θεόν διότι τω ωμίλησεν. Ιδών δε ο Περίανδρος ότι το μίσος του υιού του ήτο αμείλικτον και ακατανίκητον, τον εδίωξεν από τους οφθαλμούς του και τον έστειλε με πλοίον εις την Κέρκυραν, της οποίας τότε ήτο κύριος. Αφού δε τον έστειλεν εκεί, εξεστράτευσε κατά του πενθερού του Προκλέους, ως κυριωτάτου αιτίου της παρούσης αυτού καταστάσεως· και εκυρίευσε μεν την Επίδαυρον, συνέλαβε δε τον Προκλέα και τον έφερε μεθ' εαυτού ως αιχμάλωτον.