51. Ο δε Αρισταγόρας λαβών κλάδον ελαίας μετέβη εις την οικίαν του Κλεομένους, και εισελθών ως ικέτης παρεκάλει τον Κλεομένη να αποπέμψη το παιδίον του και να τον ακούση, διότι πλησίον του Κλεομένους ήτο η θυγάτηρ του ήτις ωνομάζετο Γοργώ. Αύτη ήτο το μόνον του τέκνον και ήτο οκτώ ή εννέα ετών την ηλικίαν. Ο δε Κλεομένης τω είπεν ότι ηδύνατο να ομιλήση ό,τι ήθελε χωρίς να τον εμποδίζη η παρουσία του παιδίου. Τότε ο Αρισταγόρας ήρχισεν υποσχόμενος αυτώ δέκα τάλαντα εάν εκτελέση όσα τω εζήτησεν. Επειδή δε ο Κλεομένης ηρνείτο, ο Αρισταγόρας, αυξάνων πάντοτε την προσφοράν του, έφθασε να υποσχεθή πεντήκοντα τάλαντα. Τότε το παιδίον εφώνησε· «Πάτερ, θα σε διαφθείρη ο ξένος εάν δεν τον αφήσης και φύγης.» Ο δε Κλεομένης, ευχαριστηθείς διά την συμβουλήν του παιδίου, μετέβη εις άλλο οίκημα· ο δε Αρισταγόρας ανεχώρησεν εκ της Σπάρτης ανεπιστρεπτί, και ούτε ηδυνήθη να είπη τι περισσότερον περί της οδού της αγούσης προς τον βασιλέα.
52. Τα περί της οδού δε ταύτης έχουσιν ούτω· πανταχού υπάρχουσι σταθμοί βασιλικοί και καταλύματα κάλλιστα· όλη δε η οδοιπορία γίνεται διά χώρας κατοικουμένης και ασφαλούς. Πρώτον διά της Λυδίας και της Φρυγίας είναι είκοσι σταθμοί και παρασάγγαι εννενήκοντα τέσσαρες και ήμισυ. Μετά την Φρυγίαν έρχεται ο Άλυς ποταμός όπου είναι μέγα φρούριον και πύλαι τας οποίας πρέπει να διέλθη, τις όπως διεκπεραιωθή. Αφού δε διαβή εις την Καππαδοκίαν, διέρχεται δι' αυτής μέχρις ου φθάση εις τα όρια των Κιλικίων, όπου είναι σταθμοί εικοσιοκτώ και παρασάγγαι εκατόν τέσσαρες. Επί των μεθορίων τούτων θα διέλθης δύο πύλας και δύο φρούρια. Ταύτα αφού διέλθης και διά της Κιλικίας εξακολουθών την πορείαν σου, έχεις ενώπιόν σου τρεις σταθμούς και παρασάγγας δεκαπέντε και ήμισυ. Μεταξύ της Κιλικίας και της Αρμενίας ρέει ποταμός ναυσίπορος, όστις ονομάζεται Ευφράτης. Εις δε την Αρμενίαν είναι σταθμοί μεν καταλυμάτων δεκαπέντε, παρασάγγαι δε πεντήκοντα έξ και ήμισυ και έν φρούριον. Τέσσαρες ποταμοί ναυσίποροι ρέουσι δι' αυτής τους oποίους ανάγκη πάσα να διαπορθμεύση τις. Ο πρώτος των ποταμών είναι ο Τίγρης· ο δεύτερος και ο τρίτος έχουσι το αυτό όνομα, μολονότι δεν είναι οι ίδιοι δεν τρέχουσιν από το αυτό μέρος, διότι ο μεν ρέει εκ των Αρμενίων, ο δε εκ των Ματιανών. Ο τέταρτος των ποταμών ονομάζεται Γύνδης, τον όποιον άλλοτε ο Κύρος διεμοίρασεν εις τριακοσίας εξήκοντα διώρυχας. Εκ ταύτης δε της Αρμενίας όταν εισέλθης εις την Ματιανήν χώραν είναι σταθμοί τέσσαρες· εκ ταύτης δε μεταβαίνεις εις την Κισσίαν χώραν, όπου είναι σταθμοί ένδεκα και παρασάγγαι τριάκοντα δύο και ήμισυ μέχρι του Χοάσπου ποταμού, τον οποίον επίσης πρέπει να διαπεράσης με πλοίον και επί του οποίου είναι εκτισμένη η πόλις Σούσα. Όλοι οι σταθμοί ούτοι είναι εκατόν ένδεκα. Άλλα τόσα δε καταλύματα είναι από τας Σάρδεις εις τα Σούσα.
53. Εάν δε εμετρήθη ορθώς η βασιλική οδός κατά παρασάγγας, και εάν ο παρασάγγης ισοδυναμή με τριάκοντα στάδια, ως και ισοδυναμεί τωόντι, εκ των Σάρδεων μέχρι των Μεμνονίων καλουμένων βασιλείων είναι στάδια δεκατρείς χιλιάδες πεντακόσια, ή τετρακόσια πεντήκοντα παρασάγγαι. Δι' εκείνους δε οίτινες δύνανται να διανύωσιν εκατόν πεντήκοντα στάδια την ημέραν, απαιτούνται ακριβώς εννενήκοντα ημέραι.
54. Ούτω λοιπόν ο Μιλήσιος Αρισταγόρας, ειπών εις τον Λακεδαιμόνιον Κλεομένη ότι μέχρι της διαμονής του βασιλέως ήτο τριών μηνών οδός, είπεν ορθώς. Εάν δε τις ζητή ακριβέστερον υπολογισμόν, τούτο θα πράξω αμέσως. Εις τούτο το διάστημα πρέπει να προσθέσωμεν και την οδόν όση είναι από την Έφεσον μέχρι των Σάρδεων. Όθεν λέγω ότι από την Ελληνικήν θάλασσαν μέχρι των Σούσων (διότι ούτω καλείται η πόλις του Μέμνονος) είναι δεκατέσσαρες χιλιάδες και τεσσαράκοντα στάδια. Και ούτω η τρίμηνος οδός γίνεται μακροτέρα κατά τρεις ημέρας.
55. Διωχθείς ο Αρισταγόρας εκ της Σπάρτης ήλθεν εις τας Αθήνας, ελευθερωθείσας από τους τυράννους των κατά τον ακόλουθον τρόπον. Αφού ο Αριστογείτων και ο Αρμόδιος, όντες ανέκαθεν εκ του γένους των Γεφυραίων, εφόνευσαν τον Ίππαρχον, υιόν του Πεισιστράτου και αδελφόν του τυράννου Ιππίου, ιδόντα εις τον ύπνον του όραμα αγγέλλον αυτώ εναργέστατα εκείνο το οποίον έμελλε να πάθη, πάλιν οι Αθηναίοι επί τέσσαρας ακόμη μήνας ετυραννεύθησαν όχι ολιγώτερον αλλά μάλιστα περισσότερον ή πρότερον.
56. Το δε δράμα του ενυπνίου του Ιππάρχου ήτο το εξής. Κατά την νύκτα της παραμονής των Παναθηναίων εφάνη εις τον Ίππαρχον ότι είδεν άνδρα μέγαν και ωραίον παρουσιασθέντα ενώπιόν του και ειπόντα τους εξής αινιγματώδεις λόγους· «Υπόμεινον, λέων, με καρδιάν υπομονητικήν, ό,τι πάθης ανυπόφορον. Δεν υπάρχει άνθρωπος αδικών όστις να μη αποτίση την αδικίαν.» Τούτων την εξήγησιν, άμα εγένετο ημέρα, τον είδον να προτείνη εις ονειροκρίτας· έπειτα εξορκίσας το όνειρον, μετέβη εις τον τόπον της πομπής όπου και εφονεύθη.
57. Οι δε Γεφυραίοι, εκ των οποίων κατήγοντο οι φονείς του Ιππάρχου, ως μεν λέγουσιν αυτοί, έχουσι την αρχήν των εκ της Ερετρείας, ως δε έμαθον εγώ εξετάσας, ήσαν Φοίνικες, εκ των Φοινίκων εκείνων οίτινες μετά του Κάδμου ήλθον εκ της Φοινίκης εις την γην την σήμερον καλουμένην Βοιωτίαν, και λαβόντες κλήραν τινα της χώρας ταύτης εγκατεστάθησαν εις την Ταναγρικήν μοίραν. Εντεύθεν αφού πρώτον εδιώχθησαν οι Καδμείοι υπό των Βοιωτών, εδιώχθησαν έπειτα και οι Γεφυραίοι υπό των Αργείων και κατέφυγον εις τους Αθηναίους. Οι δε Αθηναίοι τους εδέχθησαν ως πολίτας των, απαγορεύσαντες αυτοίς διάφορα δικαιώματα τα οποία δεν είναι άξια διηγήσεως.
58. Οι δε Φοίνικες ούτοι οι μετά του Κάδμου ελθόντες, μεταξύ των οποίων ήσαν οι Γεφυραίοι, οικήσαντες την χώραν ταύτην, εδίδαξαν πολλά πράγματα και προς τούτοις τα γράμματα τα οποία κατ' εμέ δεν υπήρχον πρότερον εις τους Έλληνας. Και κατ' αρχάς μεν οι Έλληνες μετεχειρίσθησαν όσα γράμματα μεταχειρίζονται οι Φοίνικες, ύστερον όμως με την πρόοδον του χρόνου ετροποποίησαν την φωνήν αυτών και το σχήμα. Εκ των Ελλήνων οι Ίωνες ήσαν οι κατ' εκείνην την εποχήν κατοικούντες εις τα πλείστα μέρη των πέριξ χωρών· αυτοί λοιπόν μαθόντες παρά των Φοινίκων τα γράμματα, μετεχειρίσθησαν αυτά και τα μετερρύθμισαν ολίγον. Μεταχειριζόμενοι δε αυτά είπον, ως ήτο και δίκαιον, διότι οι Φοίνικες τα εισήγαγον εις την Ελλάδα, να καλώνται Φοινικικά. Προσέτι δε και τας βίβλους καλούσιν οι Ίωνες διφθέρας κατά παλαιάν συνήθειαν, καθότι ούσης της βίβλου σπανίας μετεχειρίζοντο άλλοτε δέρματα αιγών και προβάτων. Ακόμη δε και εις την εποχήν μου πολλοί των βαρβάρων γράφουσιν εις τοιαύτας διφθέρας.
59. Είδον δε και εγώ αυτός Καδμικά γράμματα εις το ιερόν του Ισμηνίου Απόλλωνος εις τας Θήβας της Βοιωτίας, γεγλυμμένα επί τριών τριπόδων, κατά πολύ ομοιάζοντα προς τα Ιωνικά. Ο μεν είς των τριπόδων έχει το εξής επίγραμμα: «Ο ΑΜΦΙΚΤΥΩΝ ΜΕ ΑΝΕΘΗΚΕΝ, ΕΠΙΣΤΡΕΨΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΤΗΛΕΒΟΕΙΣ.» Τούτο θα χρονολογήται από την εποχήν του Λαΐου, υιού του Λαβδάκου, υιού του Πολυδώρου, υιού του Κάδμου.
60. Έτερος τρίπους φέρει το εξής επίγραμμα εις εξαμέτρους στίχους: «Ο ΣΚΑΙΟΣ, ΝΙΚΗΣΑΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΥΓΜΗΝ, ΜΕ ΑΝΕΘΗΚΕΝ ΕΙΣ ΣΕ ΤΟΝ ΜΑΚΡΑΝ ΡΙΠΤΟΝΤΑ ΤΑ ΒΕΛΗ ΑΠΟΛΛΩΝΑ, ΑΓΑΛΜΑ ΠΕΡΙΚΑΛΛΕΣ.» Ο Σκαίος δε ούτος θα ήτο ο υιός του Ιπποκόωντος, εάν αυτός είναι ο αφιερώσας και όχι άλλος, έχων τα ίδιον όνομα με τον υιόν του Ιπποκόωντος και σύγχρονος με τον Οιδίποδα του Λαΐου.
61. Ο δε τρίτος τρίπους λέγει και ούτος εν εξαμέτρω: «ΑΥΤΟΣ Ο ΜΟΝΑΡΧΩΝ ΛΑΟΔΑΜΑΣ ΑΦΙΕΡΩΣΕ ΤΡΙΠΟΔΑ ΕΙΣ ΣΕ ΤΟΝ ΚΑΛΟΝ ΤΟΞΟΤΗΝ ΑΠΟΛΛΩΝΑ, ΑΓΑΛΜΑ ΠΕΡΙΚΑΛΛΕΣ» Επί της μοναρχίας του Λαοδάμαντος τούτου υιού του Ετεοκλέους εδιώχθησαν οι Καδμείοι υπό των Αργείων και έφυγον εις τους Εγχέλεις, οι δε Γεφυραίοι μείναντες, εβιάσθησαν ύστερον υπό των Βοιωτών να αναχωρήσωσιν εις Αθήνας. Και υπάρχει ακόμη ο ναός αυτών εις τας Αθήνας, ουδείς δε των άλλων πολιτών εισέρχεται εις αυτόν. Διαφέρει των άλλων ναών και προ πάντων του ναού όπου τελούνται τα μυστήρια της Αχαίας Δήμητρος.
62. Διηγήθην λοιπόν το όνειρον το οποίον είδεν ο Ίππαρχος και πόθεν κατήγοντο οι Γεφυραίοι εκ των οποίων ήσαν οι φονείς του Ιππάρχου. Πρέπει λοιπόν τώρα να επαναλάβω την διήγησιν την οποίαν ήρχισα και να είπω πώς οι Αθηναίοι ηλευθερώθησαν των τυράννων. Τυραννεύοντες του Ιππίου και φερομένου σκληρώς προς τους Αθηναίους διά τον θάνατον του Ιππάρχου, οι Αλκμαιωνίδαι, Αθηναίοι το γένος και εξορισθέντες υπό του Πεισιστράτου ομού με άλλους Αθηναίους, απεπειράθησαν να επιστρέψωσιν εις τας Αθήνας διά της βίας, αλλ' απέτυχον και ηττήθησαν ολοσχερώς ζητήσαντες να καταβώσι και να ελευθερώσωσι τας Αθήνας. Τότε ετείχισαν το Λειψύδριον το οποίον είναι άνωθεν της Παιονίας· εκεί δε οι Αλκμαιωνίδαι, τα πάντα μηχανώμενοι κατά των Πεισιστρατιδών, συνεφώνησαν με τους Αμφικτύονας και έκτισαν ναόν εις τους Δελφούς, αυτόν όστις είναι σήμερον και δεν υπήρχε τότε. Επειδή δε ήσαν πλούσιοι και σημαντικοί ανέκαθεν, ωκοδόμησαν ναόν καλλίτερον του υποδείγματος, και μολονότι συνεφώνησαν να κτίσωσιν αυτόν εκ μαρμάρου κοινού, κατεσκεύασαν την πρόσοψιν αυτού εκ μαρμάρου Παρίου.
63. Ως λέγουσι λοιπόν οι Αθηναίοι, καθήμενοι οι άνθρωποι ούτοι εις τους Δελφούς εδελέαζον την Πυθίαν με χρήματα ώστε, οσάκις ήρχοντο οι Σπαρτιάται διά να ζητήσωσι χρησμόν είτε δι' ιδιωτικάς υποθέσεις είτε διά δημοσίας, να τοις λέγη πάντοτε ότι πρέπει να ελευθερώσωσι τας Αθήνας. Όθεν οι Λακεδαιμόνιοι, βλέποντες ότι η Πυθία τοις επανελάμβανε τον αυτόν χρησμόν, έπεμψαν μετά στρατού τον Αγχιμόλιον, υιόν του Αστέρος, Σπαρτιάτην έγκριτον, διά να διώξη από τας Αθήνας τους Πεισιστρατίδας, μολονότι ήσαν άκροι φίλοι των· διότι εσέβοντο πλειότερον την διαταγήν του θεού ή τας φιλίας των ανθρώπων. Έπεμψαν δε τον στρατόν τούτον με πλοία, και ο Αγχιμόλιος αγκυροβολήσας εις το Φάληρον απεβίβασε τους στρατιώτας. Εν τούτοις οι Πεισιστρατίδαι, ειδοποιηθέντες προηγουμένως περί τούτον, προσεκάλεσαν επικουρίαν εκ της Θεσσαλίας, διότι είχον συνθήκην συμμαχίας με τους Θεσσαλούς. Οι δε Θεσσαλοί, εις αυτήν την αίτησιν, αποφασίσαντες από κοινού τοις έστειλαν χίλιους ιππείς υπό τον βασιλέα Κινέαν, άνδρα Κονιαίον, τους οποίους αφού έλαβον ως συμμάχους οι Πεισιστρατίδαι εμηχανήθησαν τα εξής. Έκοψαν τα δένδρα της πεδιάδος του Φαλήρου και κατέστησαν αυτήν ιππάσιμον· έπειτα αφήκαν το ιππικόν κατά του στρατοπέδου των Λακεδαιμονίων. Εμπεσόν δε τούτο, άλλους μεν διέφθειρε, μεταξύ των οποίων και τον Αγχιμόλιον· τους δε περισωθέντας τους ηνάγκασε να καταφύγωσιν εις τα πλοία. Και η μεν πρώτη εκστρατεία των Λακεδαιμονίων τοιαύτην τύχην έλαβε· σώζεται δε ο τάφος του Αγχιμολίου εις τας Αλωπεκάς της Αττικής, πλησίον του εις το Κυνόσαργες ναού του Ηρακλέους.
64. Μετά ταύτα δε οι Λακεδαιμόνιοι ετοιμάσαντες μεγαλείτερον στρατόν έπεμψαν αυτόν κατά των Αθηνών, καταστήσαντες στρατηγόν αυτού τον βασιλέα Κλεομένη, υιόν του Αναξανδρίδου· έπεμψαν δε αυτόν ουχί πλέον διά θαλάσσης, αλλά διά ξηράς. Ενώ όμως εισήρχοντο εις την Αττικήν, επετέθησαν κατ' αυτών οι ιππείς των Θεσσαλών, οίτινες μετ' ου πολύ ετράπησαν εις φυγήν απολέσαντες άνδρας υπέρ τους τεσσαράκοντα. Οι λοιποί, όσοι εσώθησαν, έφυγον ως είχον κατ' ευθείαν προς την Θεσσαλίαν. Εισελθών δε εις την πόλιν ο Κλεομένης με τους Αθηναίους όσοι ήθελον να ήναι ελεύθεροι, επολιόρκησε τους τυράννους κλεισθέντας εις το Πελασγικόν τείχος.
65. Βεβαίως οι Λακεδαιμόνιοι δεν ήθελον δυνηθή να εξώσωσι τους Πεισιστρατίδας, ούτε εσκέπτοντο να κάμωσι τακτικήν πολιορκίαν κατ' ανθρώπων εχόντων άφθονον προμήθειαν τροφών και ύδατος, μετά πολιορκίαν δε ολίγων τινών ημερών θα επέστρεφον εις την Σπάρτην· πλην επήλθε συμβάν τι δι' αυτούς μεν ευνοϊκόν, διά δε τους Πεισιστρατίδας ολέθριον. Πεμπόμενοι οι παίδες των Πεισιστρατιδών έξω της χώρας συνελήφθησαν· απ' εκείνης λοιπόν της στιγμής τα πράγματα περιεπλέχθησαν. Διά να λάβωσι δε τα τέκνα των οι Πεισιστρατίδαι εδέχθησαν τους όρους τους οποίους ήθελον οι Αθηναίοι, και ηναγκάσθησαν να εξέλθωσι της Αττικής εντός πέντε ημερών. Μετέβησαν λοιπόν εις το επί του Σκαμάνδρου ποταμού Σίγειον, αφού εκυβέρνησαν τας Αθήνας επί έτη τριάκοντα και έξ, όντες και αυτοί ανέκαθεν εκ της Πύλου και Νηλείδαι, και καταγόμενοι εκ των ιδίων προγόνων εξ ων κατήγοντο ο Κόδρος και ο Μέλανθος οίτινες μολονότι επήλυδες εγένοντο βασιλείς των Αθηναίων. Τούτου ένεκα ο Ιπποκράτης προς ανάμνησιν ωνόμασε τον υιόν του Πεισίστρατον, επονομάσας αυτόν από τον Πεισίστρατον τον υιόν του Νέστορος. Τοιουτοτρόπως οι Αθηναίοι απηλλάγησαν των τυράννων. Όσα δε αφού ηλευθερώθησαν έπραξαν και έπαθον άξια διηγήσεως, πριν ή αποστατήση η Ιωνία από τον Δαρείον και πριν έλθη εις τας Αθήνας ο Μιλήσιος Αρισταγόρας διά να ζητήση βοήθειαν, ταύτα πρώτα θέλω διηγηθή.
66. Αι Αθήναι αίτινες ήσαν και πρότερον μεγάλαι, ελευθερωθείσαι τότε από τους τυράννους εγένοντο μεγαλείτεραι. Εις αυτάς δύο άνδρες είχον μεγάλην δύναμιν, ο Κλεισθένης, ανήρ Αλκμαιωνίδης, όστις εφημίζετο ότι είχεν αγοράσει την Πυθίαν και ο Ισαγόρας του Τισάνδρου, όστις ήτο μεν από περιφανή οικογένειαν, δεν ηξεύρω όμως τίποτε περί της καταγωγής του ειμή μόνον ότι οι συγγενείς του θυσιάζουσιν εις τον Κάριον Δία. Οι δύο ούτοι άνδρες διήγειρον ταραχάς διαφιλονεικούντες την εξουσίαν. Ηττηθείς ο Κλεισθένης ενεκολπώθη το κόμμα του δήμου· μετά ταύτα δε, όντας διηρημένους τους Αθηναίους εις τέσσαρας φυλάς, διήρεσεν εις δέκα και απαλείψας τας επωνυμίας του Γελέοντος, του Αιγικόρους, του Αργάδου και του Όπλητος, οίτινες ήσαν παίδες του Ίωνος, έθεσεν επωνυμίας άλλων ηρώων επιχωρίων, πλην του Αίαντος τον οποίον, μολονότι ξένον, τον προσέθεσεν ως αστυγείτονα και σύμμαχον.
67. Ταύτα πράττων ο Κλεισθένης, εμιμείτο ως νομίζω τον προς μητρός πάππον του Κλεισθένη, τύραννον της Σικυώνος· διότι ο Κλεισθένης της Σικυώνος, ελθών εις πόλεμον προς τους Αργείους, αφ' ενός μεν απηγόρευσε τους ραψωδούς να ψάλλωσιν εις τους αγώνας εν Σικυώνι στίχους του Ομήρου, καθότι οι στίχοι ούτοι είναι ως επί το πλείστον έπαινος των Αργείων και του Άργους· αφ' ετέρου δε, επειδή υπήρχε και υπάρχει μέχρι της σήμερον εις την αγοράν των Σικυωνίων ηρώον προς τιμήν του Αδράστου υιού του Ταλαού, ο Κλεισθένης επεθύμησε να το εκβάλη της χώρας, καθότι ο Άδραστος ήτο Αργείος. Μετέβη λοιπόν εις τους Δελφούς και ηρώτησε το μαντείον, εάν πρέπη να εξώση τον Άδραστον· αλλ' η Πυθία απεκρίθη ότι ο μεν Άδραστος ήτο βασιλεύς των Σικυωνίων, αυτός δε άξιος λιθοβολήσεως. Επειδή λοιπόν ο θεός δεν τω έδωκε την άδειαν, επέστρεψεν οπίσω μηχανώμενος παν μέσον όπως απαλλαγή του Αδράστου. Ότε δε ενόμισεν ότι εύρε το μέσον τούτο, έπεμψεν εις τας Θήβας της Βοιωτίας διά να είπη ότι ήθελε να μεταφέρη εκείθεν εις την Σικυώνα τον Μελάνιππον του Αστακού. Επιτρεψάντων τούτο των Θηβαίων, ο Κλεισθένης έφερε τον Μελάνιππον και τω αφιέρωσε τέμενος εν αυτώ τω πρυτανείω και τον έστησεν εκεί εις το καλλίτερον μέρος. Έφερε δε τον Μελάνιππον εις την Σικυώνα ο Κλεισθένης (επειδή πρέπει να διηγηθώ και τούτο) ως όντα έχθιστον του Αδράστου, του οποίου εφόνευσε τον αδελφόν Μηκιστέα και τον γαμβρόν Τυδέα. Αφού δε τω αφιέρωσε το τέμενος τούτο, αφήρεσεν από τον Άδραστον τας θυσίας και τας εορτάς και τας έδωκεν εις τον Μελάνιππον. Οι δε Σικυώνιοι είχον συνειθίσει να τιμώσι πολύ τον Άδραστον, διότι η χώρα των ανήκεν άλλοτε εις τον Πόλυβον, ο δε Άδραστος ήτο υιός της θυγατρός του Πολύβου όστις αποθνήσκων άπαις, τω αφήκε την αρχήν. Και δι' άλλας ακόμη αιτίας οι Σικυώνιοι ετίμων τον Άδραστον, και προς τούτοις εώρταζον τα παθήματά του διά χορών τραγικών, προσφέροντες εις αυτόν τιμάς αίτινες ανήκον εις τον Διόνυσον. Ο δε Κλεισθένης τους μεν χορούς απέδωκεν εις τον Διόνυσον, τας δε λοιπάς θυσίας εις τον Μελάνιππον. Ταύτα έπραξεν ο Κλεισθένης διά τον Άδραστον.
68. Τα δε ονόματα των Δωρικών φυλών· διά να μη ήναι τα ίδια εις την Σικυώνα και εις το Άργος, μετέβαλεν εις άλλα με τα οποία περιέπαιξε παραπολύ τους Σικυωνίους· διότι λαβών τα ονόματα ταύτα εκ των ονομάτων του χοίρου και του όνου, εμήκυνε μόνον την κατάληξιν, πλην της ιδικής του φυλής εις την οποίαν έδωκεν όνομα παραγόμενον εκ της ιδίας εαυτού αρχής. Ούτοι μεν εκαλούντο Αρχέλαοι, οι άλλοι δε Υάται, Ονεάται και Χοιρεάται. Αυτά τα ονόματα των φυλών μετεχειριζοντο οι Σικυώνιοι και επί του Κλεισθένους και προσέτι επί εξήκοντα έτη μετά τον θάνατον αυτού. Μετά ταύτα όμως συσκεφθέντες τα μετέβαλον εις τους Υλλείς, Παμφύλους και Δυμανάτας· εις ταύτα τα ονόματα προσέθεσαν και τέταρτον, το των Αιγιαλέων, λαβόντες την επωνυμίαν εκ τον Αιγιαλέως, υιού του Αδράστου.
69. Ταύτα έπραξεν ο Σικυώνιος Κλεισθένης. Ο δε Αθηναίος Κλεισθένης, υιός ων της θυγατρός του Σικυωνίου τούτου και έχων το αυτό όνομα, προς περιφρόνησιν των Ιώνων και διά να μη έχωσιν αι φυλαί των Αθηναίων τα αυτά ονόματα με τα ιδικά των, εμιμήθη ως νομίζω τον ομώνυμόν του Κλεισθένη· διότι, άμα έλαβε με το μέρος του τον δήμον των Αθηναίων, όστις πρότερον ήτο αντίπαλός του, μετωνόμασε τας φυλάς και ηύξησε τον αριθμόν αυτών. Αντί τεσσάρων, κατέστησε δέκα αρχηγούς φυλών και διένειμε τους πολίτας εις τας δέκα φυλάς. Οικειοποιηθείς δε τον δήμον ήτο πολύ ισχυρότερος των αντιπάλων μερίδων.
70. Ο δε Ισαγόρας, νικηθείσης της μερίδος του, αντέταξε το εξής μηχάνημα, εις τον νικητήν. Επεκαλέσθη τον Λακεδαιμόνιον Κλεομένη όστις είχε γίνει ξένος του από της εποχές καθ' ην επολιόρκησαν τους Πεισιστρατίδας, και όστις εκατηγορείτο μάλιστα ότι είχε σχέσεις με την γυναίκα του Ισαγόρου. Όθεν ο Κλεομένης πέμψας πρώτον κήρυκα εις τας Αθήνας εζήτει να εξώσωσι τον Κλεισθένη και άλλους πολλούς Αθηναίους μετ' αυτού, αποκαλών αυτούς εναγείς. Έπεμψε δε και έλεγε ταύτα εκ διδαχής του Ισαγόρου· διότι οι μεν Αλκμαιωνίδαι και οι οπαδοί αυτών ήσαν ένοχοι του φόνου τον οποίον θα διηγηθώ αμέσως, αυτός όμως δεν μετέσχεν, ουδέ οι φίλοι αυτού.
71. Οι δε εναγείς των Αθηναίων ωνομάσθησαν διά την εξής αιτίαν. Ήτο Κύλων τις Αθηναίος Ολυμπιονίκης· αυτός επόθησε να τυραννεύση· όθεν εταιρείαν ποιησάμενος μετ' άλλων ηλικιωτών απεπειράθη να καταλάβη την ακρόπολιν. Επειδή όμως δεν ηδυνήθη να την κυριεύση, εκάθισεν ικέτης προ του αγάλματος της Αθηνάς. Και ανήγειρον μεν αυτόν και τους μετ' αυτού οι πρυτάνεις των ναυκράρων οίτινες τότε είχον την διοίκησιν των Αθηνών, κατηγορούνται δε ότι εφόνευσαν αυτούς οι Αλκμαιωνίδαι. Ταύτα εγένοντο προ της εποχής του Πεισιστράτου.
72. Επειδή λοιπόν πέμψας ο Κλεομένης εζήτει να εξώσωσι τον Κλεισθένη και τους εναγείς, ο μεν Κλεισθένης έφυγεν· ουχ ήττον όμως μετ' ολίγον ήλθεν ο Κλεομένης εις τας Αθήνας όχι με μεγάλας δυνάμεις, και ελθών εξώρισεν επτακοσίας οικογενείας Αθηναίων τας οποίας τω επέδειξεν ο Ισαγόρας. Τούτου γενομένου, επειράθη έπειτα να διαλύση την βουλήν και να αναθέση την αρχήν εις τριακοσίους οπαδούς του Ισαγόρου. Αντισταθείσης δε της βουλής και μη θελούσης να υπακούση, ο Κλεομένης, ο Ισαγόρας και η μερίς αυτού καταλαμβάνουσι την ακρόπολιν· τότε οι λοιποί Αθηναίοι ομοφρονήσαντες επολιόρκησαν αυτούς επί δύο ημέρας, την δε τρίτην, όσοι εξ αυτών ήσαν Λακεδαιμόνιοι, εξήλθον της χώρας διά συνθήκης, και τοιουτοτρόπως εξεπληρώθη εκείνο το οποίον είχεν ειπεί η ιέρεια εις τον Κλεομένη· διότι ότε ούτος ανέβη εις την ακρόπολιν, σκοπεύων να εγκατασταθή εκεί και ηθέλησε να εισέλθη εις το άδυτον της θεάς διά να την χαιρετίση, η ιέρεια εξαναστάσα εκ του θρόνου, πριν ή εκείνος υπερβή το κατώφλιον της θύρας, είπεν· «Ω ξένε Λακεδαιμόνιε, ύπαγε οπίσω και μη εισέλθης εις το ιερόν, διότι δεν είναι επιτετραμμένον εις τους Δωριείς να εισέρχωνται ενταύθα.» Ο δε Κλεομένης απεκρίθη· «Ω γύναι, δεν είμαι Δωριεύς, αλλ' Αχαιός.» Αψηφήσας λοιπόν τον χρησμόν έμεινεν εις την ακρόπολιν, αλλά και τότε πάλιν εδιώχθη μετά των Λακεδαιμονίων. Τους δε άλλους έδεσαν οι Αθηναίοι διά να τους θανατώσωσι· μεταξύ δε αυτών και τον Τιμησίθεον τον Δελφόν του οποίου δύναμαι να απαριθμήσω πολλά έργα δεικνύοντα δύναμιν και γενναιότητα μεγάλην. Αυτοί λοιπόν δεθέντες εθανατώθησαν.
73. Μετά ταύτα δε οι Αθηναίοι, μετακαλέσαντες τον Κλεισθένη και τας επτακοσίας οικογενείας τας διωχθείσας υπό του Κλεομένους, πέμπουσι πρέσβεις εις τας Σάρδεις, θέλοντες να συνδέσωσι συμμαχίαν μετά των Περσών, καθότι έβλεπον ότι ο πόλεμος προς τους Λακεδαιμονίους και τον Κλεομένη ήτο άφευκτος. Ελθόντων δε των πρέσβεων εις τας Σάρδεις και ειπόντων όσα ήσαν διατεταγμένοι να είπωσιν, ο Αρταφέρνης του Υστάσπους, ύπαρχος των Σάρδεων, τους ηρώτησε τίνες όντες και ποίαν χώραν κατοικούντες ζητούσι την συμμαχίαν των Περσών. Ακούσας τας αποκρίσεις αυτών τοις είπε μετά συντομίας ότι εάν μεν οι Αθηναίοι δίδωσι γην και ύδωρ εις τον βασιλέα Δαρείον, τοις υπόσχεται συμμαχίαν, εάν δε δεν δίδωσι τους διατάττει να φύγωσι. Τότε οι πρέσβεις συσκεφθέντες μεταξύ των, είπον ότι δίδουσι, διότι ήθελον την συμμαχίαν ταύτην. Όταν όμως επέστρεψαν εις τας Αθήνας, εκατηγορήθησαν αυστηρώς.
74. Ο δε Κλεομένης αισθανόμενος ότι περιυβρίσθη από τους Αθηναίους και με λόγους και με έργα, εσύναζεν εξ όλης της Πελοποννήσου στρατόν χωρίς να λέγη προς ποίον σκοπόν· η μόνη του δε επιθυμία ήτο να τιμωρήση τον δήμον των Αθηναίων και να καταστήση τύραννον τον Ισαγόραν, διότι ούτος είχε συνεξέλθει μετ' αυτού εκ της ακροπόλεως. Άγων λοιπόν μέγα στράτευμα εισέβαλεν ο Κλεομένης εις την Ελευσίνα, και συγχρόνως οι Βοιωτοί, εις δοθέν σύνθημα, εκυρίευσαν την Οινόην και τας Υσιάς, δήμους εις τα άκρα της Αττικής, οι δε Χαλκιδείς εισέβαλαν εξ άλλου μέρους δηούντες και καταστρέφοντες. Οι δε Αθηναίοι, μολονότι επιέζοντο εκ δύο μερών, τους μεν Βοιωτούς και τους Χαλκιδείς επεφυλάχθησαν να τιμωρήσωσι βραδύτερον, όλας δε τας δυνάμεις των έστρεψαν τότε κατά των Πελοποννησίων των κατεχόντων την Ελευσίνα.
75. Καθ' ην στιγμήν όμως έμελλον να έλθωσιν εις χείρας οι στρατοί, πρώτοι οι Κορίνθιοι σκεφθέντες ότι έπραττον αδικίαν, μετέβαλον γνώμην και ανεχώρησαν. Μετ' αυτούς ανεχώρησε και ο Δημάρατος του Αρίστωνως, βασιλεύς και αυτός των Σπαρτιατών, όστις ωδήγει τον στρατόν μετά του Κλεομένους και μέχρι της στιγμής εκείνης καθ' όλα σύμφωνος μετ' αυτού. Ένεκα της διχογνωμίας ήτις αναφύη κατά την περίστασιν ταύτην ετέθη νόμος εις την Σπάρτην, όταν γίνεται εκστρατεία, να μη ακολουθώσι και οι δύο βασιλείς, καθότι έως τότε ηκολούθουν και οι δύο. Απαλλαγέντος λοιπόν του χρέους τούτου του ενός των βασιλέων, απεφασίσθη ομοίως να μένη εις την πόλιν το έτερον των αγαλμάτων των Τυνδαριδών τα οποία πρότερον ηκολούθουν αμφότερα τον στρατόν, καθότι οι Σπαρτιάται επικαλούνται εις τας μάχας τους Τυνδαρίδας. Τότε δε εις την Ελευσίνα ιδόντες οι λοιποί των συμμάχων ότι και οι βασιλείς των Λακεδαιμονίων δεν συνεφώνουν και οι Κορίνθιοι εγκατέλιπον τας τάξεις των, εγκατέλιπον και αυτοί τας ιδικάς των και ανεχώρησαν.
76. Ήτο δε τότε η τετάρτη φορά καθ' ην οι Δωριείς ήλθον εις την Αττικήν, δις μεν ως πολέμιοι, δις δε προς το συμφέρον του πλήθους των Αθηναίων. Την πρώτην φοράν αποίκισαν τα Μέγαρα
(1) (ορθώς δε δύναται να ονομασθή εκστρατεία το επί του Κόδρου, βασιλέως των Αθηνών, συμβάν τούτο)· την δευτέραν και την τρίτην ανεχώρησαν εκ της Σπάρτης διά να εξώσωσι τους Πεισιστρατίδας· και την τετάρτην ο Κλεομένης, άγων τους Πελοποννησίους, εισέβαλεν εις την Ελευσίνα. Τοιουτοτρόπως οι Δωριείς διά τετάρτην τότε φοράν εξεστράτευσαν κατά των Αθηνών.
77. Διαλυθέντος δε του στρατού τούτου ακλεώς, οι Αθηναίοι απεφάσισαν να εκδικηθώσι, και κατά πρώτον εστράτευσαν κατά των Χαλκιδέων· αλλ' οι Βοιωτοί ήλθον εις τον Εύριπον προς βοήθειαν των Χαλκιδέων. Οι δε Αθηναίοι, ιδόντες τους βοηθούς, ενέκρινον να κτυπήσωσι πρώτον τους Βοιωτούς και έπειτα τους Χαλκιδείς. Συνήψαν λοιπόν μάχην μετ' αυτών και ενίκησαν ολοσχερώς· διότι αφού εφόνευσαν παμπόλλους, συνέλαβον και επτακοσίους αιχμαλώτους, την αυτήν ημέραν οι Αθηναίοι διαβάντες εις την Εύβοιαν συνεπλάκησαν με τους Χαλκιδείς· νικήσαντες δε και τούτους, αφήκαν τετρακισχιλίους αποίκους εις τας γαίας των ιπποβοτών· ιπποβόται δε καλούνται οι πλούσιοι των Χαλκιδέων. Επίσης όσους εζώγρησαν εκ τούτων τους εφυλάκισαν ομού με τους ζωγρηθέντας Βοιωτούς, δέσαντες αυτούς με πέδας. Μετά ταύτα, λαβόντες λύτρα δι' έκαστον δύο μνας, τους ηλευθέρωσαν· τας δε πέδας με τας οποίας τους είχον δεδεμένους, τας εκρέμασαν εις την ακρόπολιν, όπου και σήμερον ακόμη σώζονται κρεμάμεναι εκ των υπό του Μήδου περικεκαυμένων τειχών, απέναντι της δυτικής προσόψεως του ναού. Προσέτι δε αφιέρωσαν και το δέκατον εκ των λύτρων, κατασκευάσαντες εξ αυτού τέθριππον χάλκινον άρμα. Τούτο το άρμα είναι εστημένον προς τα αριστερά άμα εισέλθη τις εις την ακρόπολιν, και έχει την ακόλουθον επιγραφήν:
«Οι παίδες των Αθηναίων νικήσαντες τα έθνη των Βοιωτών και των Χαλκιδέων, έσβεσαν την αυθάδειαν αυτών με δεσμά και ζοφεράν φυλακήν· εκ του δεκάτου δε των λύτρων αφιέρωσαν εις την Παλλάδα τας ίππους ταύτας.»
78. Η δύναμις λοιπόν των Αθηναίων ηύξανε, φαίνεται ου μόνον εξ ενός παραδείγματος αλλ' εκ πολλών ότι η ισηγορία (2) είναι εξαίρετον πράγμα· διότι οι Αθηναίοι, ενόσω εκυβερνώντο τυραννικώς, δεν ήσαν εις τα πολεμικά ανώτεροι των γειτονικών εθνών, ελευθερωθέντες όμως από τους τυράννους εγένοντο πρώτιστοι όλων. Τούτο σημαίνει ότι ενόσω εστερούντο της ελευθερίας των, δεν εφιλοτιμούντο να φαίνωνται γενναίοι· διότι όσα και αν έπραττον, θα τα έπραττον προς το συμφέρον δεσπότου· άμα όμως ηλευθερώθησαν, πάντες επροθυμήθησαν να φανώσιν άξιοι, σκεπτόμενοι ότι ειργάζοντο δι' εαυτούς. Και οι μεν Αθηναίοι ταύτα έπραττον.
79. Οι δε Θηβαίοι, μετά τα συμβάντα ταύτα, θέλοντες να εκδικηθώσι τους Αθηναίους, έπεμψαν να ερωτήσωσι τον θεόν. Η Πυθία τοις είπεν ότι υπό μόνων αυτών ουδεμία εκδίκησις ηδύνατο να γίνη, τους συνεβούλευσε δε να αναθέτωσι το πράγμα εις τον λαόν και έπειτα να ζητήσωσι βοήθειαν από τους πλησιεστάτους των. Οι ερωτήσαντες λοιπόν το μαντείον επέστρεψαν και εκοινοποίησαν την απόκρισιν εις την συνέλευσιν του λαού. Όταν δε το πλήθος ήκουσε τας λέξεις ταύτας «να ζητήσητε βοήθειαν από τους πλησιεστάτους σας,» είπε· «τάχα δεν κατοικούσι πλησιέστατα ημών οι Ταναγραίοι, οι Κορωναίοι και οι Θεσπιείς; αυτοί πάντοτε δεν πολεμούσιν εις το πλευρόν μας; δεν μας βοηθούσι πάντοτε προθύμως εις όλας τας μάχας; τις η ανάγκη να τους παρακαλέσωμεν; Ως φρονούμεν, άλλην έννοιαν θα έχη ο χρησμός»
80. Ενώ συνεζήτουν ταύτα, είς εξ αυτών, νοημονέστερος, τοις είπε· «Με φαίνεται ότι ενόησα τι θέλει να μας ειπή το μαντείον. Λέγουσιν ότι η Θήβη και η Αίγινα ήσαν θυγατέρες του Ασωπού· επειδή λοιπόν είναι αδελφαί, συμπεραίνω ότι ο θεός εχρησμοδότησεν εις ημάς να ζητήσωμεν παρά των Αιγινητών να γίνωσι βοηθοί μας.» Και επειδή ουδεμία άλλη γνώμη εφαίνετο καλλιτέρα ταύτης, πέμψαντες αμέσως παρεκάλουν τους Αιγινήτας ως συγγενείς, επικαλούμενοι την βοήθειαν των κατά την διαταγήν του χρησμού. Οι δε Αιγινήται εις την αίτησιν επικουρίας τοις απεκρίθησαν ότι τοις πέμπουσι τους Αιακίδας (3).
81. Οι Θηβαίοι έχοντας τους Αιακίδες βοηθούς εδοκίμασαν, αλλά πάλιν έπαθον πολλά δεινά από τους Αθηναίους· τότε απέδωσαν τους Αιακίδας και εζήτησαν στρατιώτας. Οι δε Αιγινήται επαιρόμενοι διά την μεγάλην των ευτυχίαν και ενθυμηθέντες παλαιάν έχθραν την οποίαν είχον κατά των Αθηναίων, ενέδωκαν εις τας παρακλείσεις των Θηβαίων και εκίνησαν πόλεμον ακήρυκτον κατά των Αθηναίων· καθότι, ενώ οι Αθηναίοι επίεζον τους Βοιωτούς, οι Αιγινήται πλεύσαντες με μακρά πλοία διήρπασαν το Φάληρον και πολλούς άλλους παραθαλασσίους δήμους. Διά των επιδρομών δε τούτων έβλαψαν μεγάλως τους Αθηναίους.
82. Η δε έχθρα η προσφειλομένη υπό των Αιγινητών εις τους Αθηναίους τοιαύτην είχε την αρχήν. Εις τους Επιδαυρίους η γη δεν έδιδε κανένα καρπόν· διά την συμφοράν δε ταύτην οι Επιδαύριοι ηρώτησαν το μαντείον των Δελφών και η Πυθία τους διέταξε να στήσωσιν αγάλματα της Δαμίας και της Αυξησίας (4), βεβαιούσα ότι τούτου γενομένου τα πράγματά των θα εβελτιούντο. Ηρώτησαν λοιπόν εκ δευτέρου οι Επιδαύριοι εάν έπρεπε να κατασκευάσωσι τα αγάλματα εκ χαλκού ή εκ λίθου, η δε Πυθία δεν άφινε μήτε εκ του ενός μήτε εκ του άλλου, άλλα τοις είπε να τα κατασκευάσωσιν εκ ξύλου ελαίας ημέρου. Παρεκάλεσαν λοιπόν οι Επιδαύριοι τους Αθηναίους να τοις επιτρέψωσι να κόψωσιν ελαίαν, νομίζοντες ότι τα ελαιόδενδρα των Αθηνών ήσαν ιερώτατα. Λέγουσι προς τούτοις ότι κατ' εκείνον τον καιρόν ουδαμού αλλαχού υπήρχον ελαίαι ειμή μόνον εις τας Αθήνας. Οι δε Αθηναίοι τοις απεκρίθησαν ότι τοις δίδουσι μίαν, αλλά με την συμφωνίαν να φέρωσι κατ' έτος θύματα εις την προστάτιδα της πόλεως Αθηνάν και εις τον Ερεχθέα. Δεχθέντες τας συμφωνίας ταύτας οι Επιδαύριοι έλαβον ό,τι εζήτουν και κατασκευάσαντες αγάλματα εκ ξύλου ελαίας τα έστησαν. Έκτοτε δε και η γη των εκαρποφόρει, και εις τους Αθηναίους έστελλον τα συμφωνηθέντα.
83. Τότε δε ακόμη ως και προτού οι Αιγινήται υπήκουον εις τους Επιδαυρίους· δι' όλας των τας υποθέσεις και ιδίως διά να δικάζωνται μεταξύ των μετέβαινον εις την Επίδαυρον. Μετά ταύτα όμως, κατασκευάσαντες πλοία, και φανέντες αγνώμονες, απεστάτησαν από τους Επιδαυρίους. Έχοντες λοιπόν διαφοράς με αυτούς και όντες δυνατοί κατά θάλασσαν, τοσούτον τους εκακοποίησαν ώστε τοις ήρπασαν και τα δύο ταύτα αγάλματα της Δαμίας και της Αυξησίας, τα οποία έφερον και έστησαν εις τα μεσόγαια της χώρας των, εις τόπον τινά καλούμενον Οίαν, απέχοντα δε από της πόλεως περί τα είκοσι στάδια. Αφού έστησαν τα αγάλματα εις τούτον τον τόπον, τα ελάτρευον με θυσίας και με ασέμνους χορούς γυναικών. Δι' εκάστην θεάν διωρίζοντο δέκα χορηγοί, οι δε χοροί δεν περιέπαιζον κανένα άνδρα, αλλά τας εγχωρίας γυναίκας. Τας αυτάς ιερουργίας έχουσιν οι Επιδαύριοι, οίτινες έχουσι και άλλας ιερουργίας τας οποίας δεν αναφέρουσιν.
84. Αφού τοις ηρπάγησαν τα αγάλματα ταύτα, οι Επιδαύριοι έπαυσαν να πληρώνωσιν εις τους Αθηναίους τον συμφωνηθέντα φόρον. Οργισθέντες δε κατ' αυτών οι Αθηναίοι, έπεμψαν και τους επέπληττον, αλλ οι Επιδαύριοι απέδειξαν ότι δεν τους ηδίκουν, καθότι εφ' όσον είχον τα αγάλματα εις τον τόπον των τοις έπεμπον τα θύματα, αφότου όμως τα εστερήθησαν δεν είναι δίκαιον να πληρώνωσιν ακόμη. Παρακίνησαν λοιπόν τους Αθηναίους να απαιτήσωσι τα συμφωνηθέντα από τους Αιγινήτας, διότι αυτοί είχον την Δαμίαν και την Αυξησίαν. Ακούσαντες δε τας αποκρίσεις ταύτας οι Αθηναίοι, έπεμψαν εις την Αίγιναν και απήτουν τας προσφοράς τας οφειλομένας διά τα αγάλματα· οι δε Αιγινήται απήντησαν ότι δεν είχον καμμίαν υπόθεσιν με τους Αθηναίους.
85. Οι Αθηναίοι λέγουσιν ότι μετά την απαίτησιν ταύτην εστάλησαν υπό του λαού ένοπλοι άνδρες μετά τριήρους και ότι οι άνδρες ούτοι φθάσαντες εις την Αίγιναν προσεπάθουν να καταβιβάσωσιν από τα βάθρα των τα αγάλματα, καθό κατασκευασμένα από ξύλα ανήκοντα εις τους Αθηναίους. Το σχέδιόν των ήτο να τα λάβωσι μεθ' εαυτών, αλλά δεν το κατώρθωσαν· τότε τα έδεσαν με σχοινία και τα έσυρον αλλ' ενώ τα έσυρον, εγένετο βροντή, και μετά την βροντήν σεισμός. Τούτου ένεκα οι κωπηλάται παρεφρόνησαν, και εν τη μανία των εφόνευον αλλήλους ως πολεμίους μέχρις ου είς έμεινε ζων, και επέστρεψεν εις το Φάληρον.
86. Οι μεν Αθηναίοι ούτω λέγουσιν ότι συνέβη το πράγμα· οι δε Αιγινήται λέγουσιν ότι οι Αθηναίοι μετέβησαν ουχί με έν μόνον πλοίον (διότι και αν ακόμη δεν είχον πλοία εις την Αίγιναν, πάλιν θα εδίωκον ευκόλως ουχί έν αλλά και περισσότερα.) αλλ' απέπλευσαν εκ της χώρας των με πολύν στόλον· διά τούτο αυτοί ενέδοσαν και δεν εναυμάχησαν. Δεν δύνανται όμως να είπωσι μετά βεβαιότητος εάν ενέδοσαν διότι ησθάνοντο εαυτούς υποδεεστέρους ή διότι εσκόπευον να πράξωσιν ό,τι έπραξαν. Οι Αθηναίοι λοιπόν, μη ευρόντες αντίστασιν, απέβησαν από τα πλοία και εβάδισαν προς τα αγάλματα· επειδή δε δεν ηδύναντο να τα ανασπάσωσιν εκ των βάθρων των, δέσαντες αυτά με σχοινία τα έσυρον προς το μέρος των· ενώ δε τα έσυρον, τότε τα αγάλματα ήρχισαν και αυτά να πράττωσι το ίδιον και να σύρωσι τους Αθηναίους προς το μέρος των. Και εγώ μεν δεν πιστεύω τον λόγον τούτον, αλλ' όμως πιθανόν να τον πιστεύση άλλος. Τα αγάλματα, σύροντα, έπεσαν εις τα γόνατα και έκτοτε διατελούσιν ούτως έχοντα. Ταύτα λέγουσιν οι Αιγινήται· προσθέτουσι δε ότι μαθόντες ότι οι Αθηναίοι έμελλον να εκστρατεύσωσιν εναντίον των, έπεισαν τους Αργείους να τοις πέμψωσιν επικουρίαν. Απέβη λοιπόν ο στρατός των Αθηναίων εις την Αίγιναν και συγχρόνως έφθασαν κρυφίως διά της Επιδαύρου οι εκ του Άργυος επίκουροι οίτινες, λαθόντες τους Αθηναίους, επέπεσαν εξαίφνης κατ' αυτών και τους εχώρισαν από τα πλοία. Τότε συγχρόνως εγένετο η βροντή και ο σεισμός.
87. Ταύτα λέγουσιν οι Αργείοι και οι Αιγινήται. Ομολογούσι δε και οι Αθηναίοι ότι είς μόνος περιεσώθη εκ των ιδικών των και επέστρεψεν εις την Αττικήν. Πλην οι μεν Αργείοι λέγουσιν ότι αυτοί κατέστρεψαν το αττικόν στρατόπεδον εκ του οποίου εσώθη ο είς· οι δε Αθηναίοι ότι κατέστρεψε τον στρατόν ο θεός, και ότι ούτε ο είς ούτος επέζησεν, αλλ' απέθανε κατά τον ακόλουθον τρόπον. Επανελθών εις τας Αθήνας, διηγήθη την επελθούσαν καταστροφήν· μαθούσαι τούτο αι γυναίκες των ανδρών όσοι εστράτευσαν εις την Αίγιναν, και μη υποφέρουσαι να βλέπωσιν ότι εκείνος μόνος μεταξύ όλων εσώθη, τον περιεκύκλωσαν, και κεντώσαι αυτόν με τας περόνας των ιματίων, τον ηρώτων πού ήσαν οι άνδρες των. Και ούτος μεν τοιουτοτρόπως απέθανεν· οι δε Αθηναίοι, κρίναντες ότι το έργον των γυναικών ήτο δεινότερον του παθήματος και μη έχοντες πώς άλλως να τιμωρήσωσι τας γυναίκας, μετέβαλον την ενδυμασίαν των εις Ιωνικήν· διότι μέχρις εκείνης της εποχής αι γυναίκες των Αθηναίων εφόρουν ενδυμασίαν Δωρικήν, ήτις πολύ ομοιάζει με την Κορινθιακήν. Την αντικατέστησαν λοιπόν διά του λινού χιτώνος, διά να μη μεταχειρίζωνται πλέον περόνας.
88. Διά να είπη τις όμως ακριβώς, η τοιαύτη ενδυμασία δεν είναι Ιωνική ανέκαθεν, αλλά Καρική, διότι η παλαιά ελληνική ενδυμασία όλων των γυναικών ήτο μία, η σήμερον καλούμενη Δωρική. Οι δε Αργείοι και οι Αιγινήται, ένεκα του αυτού συμβάντος, έθεσαν νόμον να κατασκευάζωσιν αι γυναίκες τας περόνας κατά το έν τρίτον μεγαλειτέρας παρ' όσον τας είχον πρότερον, να αφιερώνωσιν εις το ιερόν της Δήμητρος και της Περσεφόνης περόνας προ πάντων και να μη μεταχειρίζονται τίποτε προερχόμενον εκ της Αττικής, μήτε αγγεία πήλινα, αλλά να πίνωσιν εντός του ιερού από πήλινα αγγεία επιχώρια. Αι μεν γυναίκες λοιπόν των Αργείων και των Αιγινητών από της έριδος ταύτης προς τους Αθηναίους εφόρουν μέχρι της εποχής μου περόνας μεγαλειτέρας ή άλλοτε.
89. Η δε έχθρα των Αργείων και των Αιγινητών ήτο αυτή την οποίαν διηγήθην. Τότε δε, επειδή εκάλεσαν αυτούς οι Θηβαίοι εις βοήθειάν των, ενθυμηθέντες τα ένεκα των αγαλμάτων γενόμενα, εβοήθησαν τους Βοιωτούς. Ελεηλάτουν λοιπόν οι Αιγινήται τα παράλια της Αττικής. Ότε δε οι Αθηναίοι ητοιμάζοντο να στρατεύσωσι κατά των Αιγινητών, τοις ήλθε χρησμός από τους Δελφούς να περιμείνωσι τριάκοντα έτη από της αδικίας των Αιγινητών, κατά δε το τριακοστόν πρώτον, αφού αφιερώσωσι τέμενος εις τον Αιακόν, να αρχίσωσι τον πόλεμον, όστις τότε θα αποβή κατά την επιθυμίαν των. Αν όμως αμέσως κινήσωσι στρατεύματα κατά των Αιγινητών, θα υποστώσι και θα επιφέρωσι κατά το διάστημα τούτο πολλάς ζημίας. Άμα λοιπόν ήλθεν ο χρησμός ούτος και τον ήκουσαν οι Αθηναίοι, αφιέρωσαν εις τον Αιακόν το τέμενος το οποίον και σήμερον υπάρχει πλησίον της αγοράς, αλλά δεν ηθέλησαν να περιμείνωσι τριάκοντα έτη μολονότι ήκουσαν ότι έπρεπε να υπομείνωσιν επί τοσούτον χρόνον τας ύβρεις των Αιγινητών.
90. Ενώ δε αυτοί παρεσκευάζοντο να εκδικηθώσι, τους εμπόδισεν άλλη τις υπόθεσις την οποίαν εκίνησαν οι Λακεδαιμόνιοι. Μαθόντες ούτοι τας μηχανορραφίας των Αλκμαιωνιδών όπως προσελκύσωσι την Πυθίαν και όσα η Πυθία έπραξε προς αυτούς και τους Πεισιστρατίδας, εθεώρησαν τούτο ως διπλήν συμφοράν, επειδή είχον εξώσει προηγουμένως άνδρας οίτινες ήσαν ξένοι των και επειδή οι Αθηναίοι ουδεμίαν εδείκνυον ευγνωμοσύνην διά την υπηρεσίαν ταύτην. Δεν ήρκει τούτο· χρησμοί τοις ανεκοινώθησαν, προλέγοντες ότι έμελλον να υποστώσι πολλάς ύβρεις εκ μέρους των Αθηναίων· οι χρησμοί ούτοι, επί πολύ αγνοούμενοι, δεν εγένοντο εις αυτούς γνωστοί ειμή όταν επέστρεψεν ο Κλεομένης εις την Σπάρτην. Εύρε δε τους χρησμούς τούτους ο Κλεομένης εις την ακρόπολιν των Αθηναίων· πρότερον είχον αυτούς οι Πεισιστρατίδαι, διωχθέντες όμως τους άφησαν εις το ιερόν και ο Κλεομένης τους έλαβε καταλειφθέντας εκεί.
91. Τότε δε λαβόντες εις χείρας των οι Λακεδαιμόνιοι τους χρησμούς και βλέποντες αυξάνοντας τους Αθηναίους και μη θέλοντας κατ' ουδένα τρόπον να γίνωσιν υπήκοοί των, ενόησαν ότι ελεύθερος μεν ο λαός της Αττικής ηδύνατο να γίνη ισοδύναμός των, αποτεταγμένος όμως εις τύραννον ήθελεν απολέσει την δύναμίν του και καταστή ευπειθώς. Ταύτα λοιπόν σκεπτόμενοι έπεμψαν και έφερον τον Ιππίαν, του Πεισιστράτου από του εν Ελλησπόντω Σιγείου, όπου είχον καταφύγει οι Πεισιστρατίδαι. Αφού δε εκάλεσαν τον Ιππίαν και ήλθε, μηνύσαντες να έλθωσι πρέσβεις και εκ των συμμάχων πόλεων, είπον προς αυτούς οι Σπαρτιάται τα εξής· «Αναγνωρίζομεν, ω σύμμαχοι, ότι δεν εφέρθημεν καλώς διότι παρακινηθέντες υπό χρησμών απατηλών, εδιώξαμεν εκ της πατρίδος των άνδρας οίτινες ήσαν συνδεδεμένοι μεθ' ημών διά στενωτάτης ξενίας και οίτινες μας είχον υποσχεθή να υποτάξωσιν εις ημάς τας Αθήνας· έπειτα, ενεπιστεύθημεν την πόλιν ταύτην εις λαόν αχάριστον όστις μείνας ελεύθερος χάρις εις ημάς, ύψωσε την κεφαλήν και μας εδίωξεν υβριστικώς, ημάς και τον βασιλέα ημών. Η υπόληψις αυτού ήρξατο προβαίνουσα και ήδη η δύναμίς του αυξάνει, ως το έμαθον προ πάντων οι περίοικοι αυτού Βοιωτοί και Χαλκιδείς, ως θα το μάθωσιν όλοι εκείνοι όσοι περιπέσωσιν εις το αυτό λάθος εις το οποίον περιεπέσαμεν ημείς. Αλλ' εάν εσφάλομεν εκείνα πράξαντες, θα προσπαθήσωμεν τώρα ομού με σας να διορθώσωμεν το λάθος μας και να τους τιμωρήσωμεν. Επί τω σκοπώ τούτω προσεκαλέσαμεν τον Ιππίαν τούτον και υμάς από τας πόλεις, ίνα διά κοινής αποφάσεως και κοινής εκστρατείας εισαγάγωμεν αυτόν εις τας Αθήνας και τω αποδώσωμεν όσα τω αφηρέσαμεν.»
92. Οι μεν Σπαρτιάται ταύτα είπον, οι πλειότεροι όμως των συμμάχων δεν επεδοκίμασαν τους λόγους τούτους. Ενώ δε οι άλλοι εσιώπων, ο Κορίνθιος Σωσικλής είπε τα εξής.
1. «Βεβαίως ο ουρανός θα καταβή υπό την γην, και η γη θα αναβή υπεράνω του ουρανού, και οι άνθρωποι θα ζήσωσιν εν τη θαλάσση, και οι ιχθύες όπου ήσαν πρότερον οι άνθρωποι, αφού υμείς, ω Λακεδαιμόνιοι, ανατρέποντες τας ισοκρατίας, ετοιμάζεσθε να εισαγάγετε την τυραννίαν εις τας πόλεις, από το οποίον ούτε αδικώτερον άλλο έργον υπάρχει εις τον κόσμον, ούτε μιαιφονώτερον. Εάν σας φαίνεται ότι είναι καλόν να κυβερνώνται αι πόλεις υπό τυρράνων, υμείς πρώτοι καταστήσατε τύραννον εις την πόλιν σας και έπειτα προσπαθήσατε να καταστήσετε και εις τας άλλας. Τώρα δε χωρίς να δοκιμάσετε τι είναι τύραννος και προσέχοντες επιμελώς μη γίνη τοιούτο τι εις την Σπάρτην, θέλετε να δωρήσετε τοιούτους εις τους συμμάχους. Εάν όμως είχετε πείραν του πράγματος ως ημείς, θα ηδύνασθε να μας δώσετε περί του αντικειμένου τούτου συμβουλάς καλλιτέρας εκείνης την οποίαν μας εδώσατε προ ολίγου.
2. «Ενθυμηθήτε την διοίκησιν ήτις είχεν εγκατασταθή εις την πόλιν των Κορινθίων· ήτο ολιγαρχία και οι καλούμενοι Βακχιάδαι είχον την αρχήν· έδιδον δε αυτοί και ελάμβανον γυναίκας πάντοτε μεταξύ των. Είς των ανδρών τούτων, ο Αμφίων, εγέννησε θυγατέρα χωλήν, ήτις ωνομάσθη Λάβδα. Ο Ηετίων, υιός του Εχεκράτους, εκ του δήμου της Πέτρας, μολονότι κατήγετο εκ των Λαπιθών και του Καινέως, ενυμφεύθη αυτήν, διότι κανείς των Βακχιάδων δεν την ήθελε διά γυναίκα. Επειδή όμως μήτε εξ αυτής μήτε εξ άλλης ετεκνοποίει, ήλθεν εις τους Δελφούς διά να ερωτήση περί τέκνου· ενώ δε εισήρχετο ευθύς η Πυθία τον προσηγόρευσε διά των εξής λόγων.
Ηετίων ουδείς σε τιμά και είσαι άξιος πολλών τιμών· η γυνή σου είναι έγκυος και θα γεννήση τροχοειδή πέτραν ήτις θα πέση επί των μοναρχών και θα εκδικήση την Κόρινθον.
ταύτα τα εις τον Ηετίωνα χρησμοδοτηθέντα δεν ηξεύρω πώς εκοινοποιήθησαν εις τους Βακχιάδας, οι οποίοι και αυτοί είχον λάβει πρότερον χρησμόν περί της Κορίνθου, όστις όμως ήτο ανεξήγητος και είχε την αυτήν έννοιαν την οποίαν είχε και ο χρησμός του Ηετίωνος. Έλεγε δε ούτω·
Ο αετός συλλαμβάνει εις τας πέτρας· θα γεννήση δε λέοντα ισχυρόν, ωμοφάγον, όστις πολλών θα κόψη τα γόνατα. Προσέξατε λοιπόν, ω Κορίνθιοι, οίτινες κατοικείτε περί την ωραίαν Πειρήνην και την υψηλήν ακρόπολιν της Κορίνθου.
3. «Αυτός λοιπόν ο χρησμός ο δοθείς προηγουμένως εις τους Βακχιάδας ήτο ακατανόητος· τότε όμως, άμα ήκουσαν τον του Ηετίωνος ενόησαν και τον προλαβόντα· διότι ήτο σύμφωνος με τον του Ηετίωνος. Καίτοι όμως εννοήσαντες αυτόν, εσιώπων, διότι είχον απόφασιν να θανατώσωσι το εκ του Ηετίωνος, γεννηθησόμενον τέκνον. Άμα λοιπόν εγέννησεν η γυνή, έπεμψαν εις τον δήμον όπου κατώκει ο Ηετίων δέκα από τους ιδικούς των διά να φονεύσωσι το παιδίον. Φθάσαντες ούτοι εις την Πέτραν και εισελθόντες εις την αυλήν του Ηετίωνος, εζήτουν το παιδίον. Η Λάβδα, μη γνωρίζουσα ποσώς τον σκοπόν διά τον οποίον ήλθον και νομίζουσα ότι εκ φιλίας προς τον πατέρα επεθύμουν να το ίδωσι, το έφερε και το ενεχείρισεν εις ένα εξ αυτών. Είχον δε ούτοι συμφωνήσει καθ' οδόν, όστις πρώτος λάβη το παιδίον να το κτυπήση καταγής. Αλλ' όταν η Λάβδα φέρουσα το παρέδωκε, κατά θείαν τύχην το παιδίον εμειδίασε προς τον άνθρωπον όστις το έλαβεν· ούτος δε παρατηρήσας τούτο κατελήφθη υπό οίκτου όστις τον εμπόδισε να το θανατώση, και όλος συγκεκινημένος παρέδωκεν αυτό εις τον δεύτερον, ο δεύτερος εις τον τρίτον και τοιουτοτρόπως παραδιδόμενον διεξήλθε διά πάντων των δέκα, μηδενός θέλοντος να το θανατώση. Αφού δε απέδωκαν το παιδίον εις την μητέρα, και εξήλθον έξω, εστάθησαν προ της θύρας και επέπληττον αλλήλους αιτιώμενοι προ πάντων εκείνου όστις πρώτος έλαβεν αυτό, διότι δεν έπραξε συμφώνως προς τα αποφασισθέντα. Τέλος, αφού παρήλθε χρόνος τις, απεφάσισαν να εισέλθωσι και να μεθέξωσι του φόνου όλοι.
4. «Ήτο όμως πεπρωμένον να αναβλαστήσωσι συμφοραί εις την Κόρινθον εκ του υιού του Ηετίωνος. Η Λάβδα, ισταμένη πλησίον της θύρας, ήκουσε πάντα ταύτα και φοβηθείσα μήπως μετανοήσαντες διά την πρώτην των συμπάθειαν ζητήσωσιν εκ δευτέρου το παιδίον διά να το φονεύσωσι, το έλαβε και το έκρυψεν εις μέρος το οποίον ενόμιζε δυσκολώτατον να φαντασθώσιν, εις κυψέλην, βεβαία ούσα ότι εάν επέστρεφον διά να το ζητήσωσι θα ηρεύνων πανταχού, όπερ και εγένετο. Εισήλθον, ηρεύνησαν αλλά δεν εύρον το παιδίον· τέλος απεφάσισαν να αναχωρήσωσι και να είπωσιν εις εκείνους οίτινες τους έπεμψαν ότι έπραξαν όλα όσα τους παρήγγειλαν. Και ούτοι μεν απελθόντες ταύτα είπον.
5. «Ο δε υιός του Ηετίωνος μετά ταύτα ηύξανε, και επειδή κρυφθείς εις την Κυψέλην διέφυγε τον κίνδυνον τούτον, επωνομάσθη Κύψελος. Ότε δε ο Κύψελος εγένετο ανήρ, ηρώτησε το μαντείον των Δελφών και έλαβεν απόκρισιν διφορουμένην, εις την οποίαν πεισθείς επεχείρησε την καθυπόταξιν της Κορίνθου. Ήτο δε ο χρησμός ο εξής.
Ευδαίμων ο ανήρ ούτος όστις εισέρχεται εις την κατοικίαν μου, ο Κύψελος Ηετίδης, βασιλεύς της ενδόξου Κορίνθου, αυτός και οι παίδες αυτού, ουχί όμως και οι παίδες των παίδων αυτού.
Τοιούτος ήτο ο χρησμός. Τυραννεύσας δε ο Κύψελος, τοιούτος ανήρ εγένετο· πολλούς μεν των Κορινθίων εξώρισε, πολλούς απεστέρησε των χρημάτων των, πολλοτάτους δε απέκτεινεν.
6. «Αφού εβασίλευσεν επί τριάκοντα έτη και ετελείωσε τον βίον καλώς, διάδοχος της τυραννίδος εγένετο ο υιός αυτού Περίανδρος· Ούτος ο Περίανδρος κατ' αρχάς μεν ήτο ηπιώτερος του πατρός· αφού όμως διά πρέσβεων εσχετίσθη με τον τύραννον της Μιλήτου Θρασύβουλον, εγένετο πολύ μιαιφονώτερος του Κυψέλου· καθότι πέμψας κήρυκα προς τον Θρασύβουλον, ηρώτα ποίον τρόπον πολιτεύματος ασφαλέστατον να μεταχειρισθή διά να διοική την πόλιν ασφαλώς. Ο δε Θρασύβουλος λαβών τον παρά του Περιάνδρου αποσταλέντα, εξήγαγεν αυτόν έξω της πόλεως και εισελθών εις γην εσπαρμένην διήρχετο διά των αγρών ερωτών εκ νέου και εξετάζων τον κήρυκα το αίτιον της εκ Κορίνθου αφίξεώς του· εν τούτοις έκοπτε και έρριπτε κατά γης όπου έβλεπε στάχυν τινά υπερέχοντα των άλλων, και τοιουτοτρόπως εξηκολούθησε μέχρις ου κατέστρεψε τους αξιολογωτάτους και υψηλοτάτους των σταχύων του αγρού. Αφού δε διέτρεξεν όλον τον εσπαρμένον τόπον, απέπεμψε τον κήρυκα χωρίς να δώση εις αυτόν ουδεμίαν απόκρισιν. Επιστρέψαντος δε του κήρυκος εις την Κόρινθον, ο Περίανδρος πολλήν προθυμίαν είχε να μάθη την συμβουλήν την οποίαν τω έφερεν· αλλ' ο κήρυξ είπεν ότι ο Θρασύβουλος ουδεμίαν συμβουλήν τω έδωκε και ότι απορεί πώς τον έστειλε προς τοιούτον άνθρωπον παράφρονα όστις καταστρέφει τα ίδια κτήματά του.
7. «Εννοήσας ο Περίανδρος τα πραχθέντα και αποφασίσας, ως συνεβούλευσεν αυτόν ο Θρασύβουλος, να φονεύση τους επισημοτέρους των πολιτών, έδειξε τότε πάσαν σκληρότητα προς αυτούς, διότι όσους εφείσθη ο Κύψελος, τούτους απετελείωσεν ο Περίανδρος θανατώσας ή εξορίσας. Ημέραν τινά, ένεκα της γυναικός του Μελίσσης (5), εγύμνωσεν όλας τας γυναίκας της Κορίνθου· είχεν αποστείλει εις τους παρά τον Αχέροντα ποταμόν Θεσπρωτούς απεσταλμένους διά να ερωτήσωσι το νεκρομαντείον περί τινος παρακαταθήκης γενομένης υπό τινος ξένου· φανείσα η Μέλισσα είπεν εις αυτούς ότι ούτε διά σημείων ούτε διά λόγου δεν θα φανερώση εις ποίον μέρος είναι ο θησαυρός· «διότι, είπε, ριγώ, είμαι γυμνή· τα φορέματα τα οποία συγκατέθαψαν μετ' εμού δεν με ωφελούσιν εις τίποτε, καθότι δεν εκάησαν.» Προς απόδειξιν ότι έλεγεν αλήθειαν, προσέθηκεν ότι ο Περίανδρος έθεσε τον άρτον της εις κάμινον ψυχράν. Όταν οι λόγοι ούτοι ανεκοινώθησαν εις τον Περίανδρον (και δι' αυτόν υπεστηρίζοντο υπό μαρτυρίας την οποίαν δεν ηδύνατο να αμφισβητήση, καθότι εμίγη με την Μέλισσαν νεκράν ούσαν), αμέσως μετά την αγγελίαν εξέδωκε κήρυγμα να μεταβώσιν όλαι αι γυναίκες των Κορινθίων εις τον ναόν της Ήρας. Αύται λοιπόν, ως εις εορτήν, μετέβησαν εστολισμέναι με όλα τα καλλίτερα ενδύματά των· ο δε Περίανδρος θέσας τους δορυφόρους τας εγύμνωσεν όλας, και τας ελευθέρας και τας δούλας, και συναθροίσας όλα τα φορέματα εις λάκκον κατέκαυσεν αυτά επικαλούμενος την Μέλισσαν. Αφού έπραξε τούτο, έπεμψεν εκ δευτέρου τους απεσταλμένους του, και η σκιά της Μελίσσης τοις είπεν εις ποίον μέρος έκρυψε τον θησαυρόν του ξένου. Τοιαύτη λοιπόν, ω Λακεδαιμόνιοι, είναι η τυραννίς, και τοιαύτα τα έργα αυτής. Ημείς οι Κορίνθιοι κατ' αρχάς μεγάλως εθαυμάσαμεν ότε σας είδομεν να προσκαλέσητε τον Ιππίαν, τώρα δε θαυμάζομεν πολύ περισσότερον ακούοντες τους λόγους σας. Όθεν επικαλούμενοι τους θεούς των Ελλήνων, σας ικετεύομεν να μη καταστήσητε τυραννίδας εις τας πόλεις. Εάν όμως δεν παύσητε, αλλ' εξακολουθήσετε παρά το δίκαιον προσπαθούντες να καταβιβάσητε τον Ιππίαν εις τας Αθήνας, μάθετε ότι οι Κορίνθιοι δεν είναι σύμφωνοι με την γνώμην σας.»