38. Αλλ' ο μεν θάνατος του Ηγησιστράτου συνέβη μετά τα Πλαταιικά· τότε δε εις τον Ασωπόν, μεμισθωμένος υπό του Μαρδονίου αντί μεγάλης ποσότητος, εθυσίαζε και ήτο πρόθυμος υπέρ αυτού τόσον διά την προς τους Λακεδαιμονίους έχθραν του, όσον και χάριν κέρδους. Επειδή δε τα θύματα δεν επέτρεπον την έναρξιν του πολέμου ούτε εις τους Πέρσας ούτε εις τους μετ' αυτών όντας Έλληνας (καθότι και ούτοι είχαν ωσαύτως ιδικόν των μάντιν, τον Λευκάδιον Ιππόμαχον) και επειδή συνέτρεχον πανταχόθεν οι Έλληνες και ηύξανεν ο αριθμός αυτών, ο Θηβαίος Τιμηγενίδης του Έρπυος συνεβούλευσε τον Μαρδόνιον να φυλάξη τας διόδους του Κιθαιρώνος, λέγων ότι ανά πάσαν ημέραν συρρέουσιν εκείθεν οι Έλληνες και ήτο ελπίς να συλλάβη πολλούς.
39. Ότε ο Μαρδόνιος έλαβε την συμβουλήν ταύτην είχον παρέλθει οκτώ ημέραι αφότου οι δύο στρατοί ήσαν εστρατοπεδευμένοι απέναντι αλλήλων. Ευρών δε ο Μαρδόνιος την συμβουλήν ταύτην καλήν άμα ενύκτωσεν, έπεμψε το ιππικόν εις τας διόδους του Κιθαιρώνος αίτινες απολήγουσιν εις τας Πλαταιάς. Ταύτας οι μεν Βοιωτοί καλούσι Τρεις κεφαλάς, αι δε Αθηναίοι Δρυός κεφαλάς. Πεμφθέντες οι ιππείς εκεί, δεν ήλθον ματαίως· καθότι συνέλαβον πεντακόσια υποζύγια, τα οποία εισήρχοντο εις την πεδιάδα φέροντα τροφάς εκ Πελοποννήσου εις το στρατόπεδον, και ανθρώπους οίτινες ηκολούθουν τα ζεύγη ταύτα. Οι Πέρσαι, γενόμενοι κύριοι τούτων, εφόνευον αφειδώς, μη φειδόμενοι ούτε υποζυγίου ουδενός ούτε ανθρώπου. Αφού δε εκορέσθησαν φονεύοντες, έβαλον εμπρός τα λοιπά και τα ήλαυνον προς τον Μαρδόνιον και εις το στρατόπεδον.
40. Μετά το έργον τούτο ετέρας δύο ημέρας δέτριψαν μη θέλοντες μήτε οι μεν μήτε οι δε ν' αρχίσωσι πρώτοι τον πόλεμον. Οι βάρβαροι επροχώρουν μόνον μέχρι του Ασωπού διά να προκαλέσωσι τους Έλληνας· δεν διέβαινον όμως τον ποταμόν ούτε αυτοί ούτε οι Έλληνες. Εν τούτοις το ιππικόν του Μαρδονίου δεν έπαυεν επιτιθέμενον και βλάπτον τους Έλληνας· καθότι οι Θηβαίοι μηδίζοντες μεγάλως, προθύμως διήγειρον τον πόλεμον και έδιδον αίτιον να αρχίση, έπειτα δε διεδέχοντο την μάχην οι Πέρσαι και οι Μήδοι και ούτοι ήσαν οι πράττοντες ανδραγαθίας.
41. Μέχρι μεν των δέκα ημερών ουδέν περισσότερον τούτων εγένετο· ήτο δε η ενδεκάτη ημέρα αφ' ης ήσαν αντιστρατοπεδευμένοι εις τας Πλαταιάς, και οι μεν Έλληνες είχον λάβει πολλάς επικουρίας, ο δε Μαρδόνιος ηγανάκτει απρακτών. Τότε συνωμίλησαν ο Μαρδόνιος του Γωβρύου και ο Αρτάβαζος του Φαρνάκους όστις έχαιρε παρά τω Ξέρξη υπόληψιν όσην ολίγοι Πέρσαι. Κατά την διάσκεψιν ταύτην, αι γνώμαι των υπήρξαν διάφοροι· ο μεν Αρτάβαζος εγνωμοδότησεν ότι έπρεπε να σηκώσωσι τάχιστα όλον τον στρατόν και να εισέλθωσιν εις τα τείχη των Θηβαίων όπου είχον αποθηκεύσει πολλάς τροφάς και χόρτον διά τα υποζύγια· εκεί δε καθήμενοι ήσυχοι να τελειώσωσι τον πόλεμον διά του ακολούθου τρόπου. Επειδή είχον πολύν χρυσόν εις νομίσματα, πολύν άργυρον και ποτήρια, μη φειδόμενοι ουδενός τούτων να πέμπωσιν, εις τους Έλληνας, και μάλιστα εις τους προεστώτας των πόλεων, οίτινες δεν θα βραδύνωσι να παραδώσωσι την ελευθερίαν των διά να αποφύγωσι τους κινδύνους νέας μάχης. Η γνώμη αύτη συνεφώνει με την των Θηβαίων, και ο Αρτάβαζος ήτο προνοητικώτερος του Μαρδονίου, του οποίου η γνώμη ήτο βιαιοτέρα, αποφασιστικωτέρα και ουδεμιάς διαπραγματεύσεως επιδεκτική. Ο Μαρδόνιος έλεγεν, ότι ο στρατός των ήτο πολυαριθμότερος του Ελληνικού και ότι έπρεπε να πολεμήσωσιν όσον τάχιον και όχι να παρορώσι τους Έλληνας εισχυομένους ολοέν· προσέτι να αδιαφορήσωσι διά τα σφάγια του Ηγησιστράτου, και μη παραβαίνοντες τα Περσικά έθιμα να επιτεθώσι φυλάττοντες αυτά.
42. Τούτου ταύτην την γνώμην εξενεγκόντος, ουδείς ετόλμησε να αντείπη, και τοιουτοτρόπως υπερίσχυσε, καθότι εις αυτόν και ουχί εις τον Αρτάβαζον είχεν αναθέσει ο βασιλεύς την αρχηγίαν του στρατεύματος. Όθεν καλέσας τους ταξιάρχους των ταγμάτων και τους στρατηγούς των ακολουθούντων αυτόν Ελλήνων, ηρώτα εάν εγνώριζον χρησμόν τινα προλέγοντα ότι οι Πέρσαι έμελλον να απολεσθώσιν εις την Ελλάδα. Επειδή δε οι προσκληθέντες εσιώπων άλλοι μεν διότι δεν ήξευρον τους χρησμούς, άλλοι δε διότι τους ήξευρον μεν, δεν είχον όμως την τόλμην να τους είπωσι, τότε ο Μαρδόνιος είπεν· «Αφού λοιπόν ή δεν ηξεύρεις τίποτε ή δεν τολμάτε να ειπήτε τίποτε, εγώ θα σας είπω εκείνο περί του οποίου είμαι βέβαιος. Υπάρχει χρησμός ότι είναι πεπρωμένον οι Πέρσαι ελθόντες εις την Ελλάδα να διαρπάσωσι τον ναόν των Δελφών, και μετά την διαρπαγήν να απολεσθώσιν όλοι. Ημείς λοιπόν γνωρίζοντες τούτο ούτε εις τον ναόν τούτον θα υπάγωμεν, ούτε θα επιχειρήσωμεν να τον διαρπάσωμεν· επομένως διά την αιτίαν ταύτην δεν θα απολεσθώμεν. Ώστε όσοι εξ υμών τυγχάνετε ευνοϊκώς διατεθειμένοι υπέρ των Περσών, χαρήτε διά τούτο, καθότι είμεθα προωρισμένοι να νικήσωμεν τους Έλληνας.» Αφού είπε ταύτα, διέταξεν έπειτα να ετοιμασθώσι και να θέσωσι τα πάντα εις τάξιν, λέγων ότι άμα τη πρωία της επομένης ημέρας έμελλε να γίνη η συμπλοκή.
43. Εκείνος δε ο χρησμός τον οποίον ο Μαρδόνιος είπεν ότι εδόθη εις τους Πέρσας, ενώ ηξεύρω ότι ανεφέρετο εις τους Ιλλυριούς και τον στρατόν των Εγχελέων και όχι εις τους Πέρσας. Υπάρχουσιν όμως οι εξής στίχοι του Βάκιδος αναφερόμενοι εις ταύτην την μάχην.
Επί του Θερμώδοντος και των χλοηφόρων οχθών του Ασωπού γενήσεται συνάθροισις Ελλήνων και βοή βαρβαρόφωνος. Εκεί, όταν φθάση η διωρισμένη ημέρα, πολλοί τοξοφόροι Μήδοι θα φονευθώσι παρακαίρως και πριν αποφασίσωσι, τούτο αι Μοίραι.
Ταύτα και άλλα παραπλήσια τούτων γνωρίζω αναφερόμενα εις τους Πέρσας. Ο δε Θερμώδων ποταμός ρέει μεταξύ Τανάγρας και Γλίσαντος.
44. Μετά τας περί των χρησμών ερωτήσεις ταύτας και την παρακίνησιν του Μαρδονίου, επήλθεν η νυξ και ετοποθετήθησαν αι φυλακαί. Ότε δε επροχώρησεν η νυξ και εφαίνετο ότι ήτο ησυχία εις τα στρατόπεδα και οι άνθρωποι εκοιμώντο, τότε πλησιάσας έφιππος εις τας φυλακάς των Αθηναίων ο Αλέξανδρος του Αμύντου, όστις ήτο στρατηγός και βασιλεύς των Μακεδόνων, εζήτει να ομιλήση εις τους στρατηγούς. Οι μεν πλειότεροι φύλακες έμειναν εις τας θέσεις των τινές δε έδραμον προς τους στρατηγούς· ελθόντες δε είπον ότι έφθασεν άνθρωπος έφιππος εκ του στρατοπέδου των Μήδων, όστις τίποτε άλλο δεν εδήλου, ειμή μόνον αναφέρων τα ονόματα των στρατηγών έλεγεν ότι επεθύμει να ομιλήση εις αυτούς.
45. Οι δε στρατηγοί, άμα ήκουσαν ταύτα, αμέσως μετέβησαν εις τας φύλακας· ότε δε έφθασαν, τοις είπεν ο Αλέξανδρος τα εξής· «Άνδρες Αθηναίοι, σας εμπιστεύομαι τους λόγους τούτους και σας παρακαλώ να τους φυλάξετε μυστικούς, χωρίς να τους ειπήτε εις άλλον τινά ειμή εις τον Παυσανίαν, εκτός εάν θέλετε να με θανατώσετε. Δεν θα τους έλεγον δε εάν δεν εκηδόμην μεγάλως περί απάσης της Ελλάδος· καθότι είμαι Έλλην την καταγωγήν και δεν θέλω να βλέπω την Ελλάδα δεδουλωμένην αντί ελευθέρας. Σας λέγω λοιπόν ότι τα θύματα δεν ηδυνήθησαν να αποβώσιν αίσια προς τον Μαρδόνιον και τον στρατόν· άλλως προ πολλού ηθέλετε πολεμήσει. Τώρα όμως απεφάσισε να μη δώση προσοχήν εις τα θύματα και να προσβάλη άμα τη ημέρα υποφωσκούση, καθότι ως εικάζω φοβείται μήπως συναχθήτε περισσότεροι. Ηξεύρετε λοιπόν τούτο και ετοιμάζεσθε. Εάν δε τυχόν ο Μαρδόνιος αναβάλη την επίθεσιν και δεν επιχειρήση· αυτήν, εγκαρτερείτε προσμένοντες, καθότι μόνον δι' ολίγας ημέρας έχει τροφάς. Και εάν ο πόλεμος ούτος τελειώση κατ' ευχήν, ας ενθυμηθή έκαστος υμών και περί της ελευθερώσεως εμού όστις χάριν των Ελλήνων έπραξα υπό ζήλου τόσον επικίνδυνον έργον, θέλων να σας φανερώσω τους σκοπούς του Μαρδονίου διά να μη επιπέσωσιν οι βάρβαροι εξαίφνης καθ' υμών χωρίς ακόμη να τους περιμένετε. Ειμί δε Αλέξανδρος ο Μακεδών.»
Ούτος μεν ταύτα ειπών, έστρεψε τον ίππον και επανήλθεν εις το στρατόπεδον και εις την τάξιν του.
46. Οι δε στρατηγοί των Αθηναίων ελθόντες εις το δεξιόν κέρας είπον εις τον Παυσανίαν όσα ήκουσαν παρά του Αλεξάνδρου. Ο Παυσανίας ακούσας τούτο και φοβηθείς τους Πέρσας είπε τα εξής· «Επειδή λοιπόν η μάχη θα αρχίση από πρωίας, πρέπει υμείς μεν οι Αθηναίοι να σταθήτε απέναντι των Περσών, ημείς δε απέναντι των Βοιωτών και των λοιπών Ελλήνων οίτινες είναι παρατεταγμένοι απέναντί σας, διά την εξής αιτίαν. Υμείς πολεμήσαντες εις τον Μαραθώνα, γνωρίζετε τους Μήδους και την μάχην αυτών, ημείς δε είμεθα άπειροι και αδαείς των ανδρών τούτων, καθότι ουδείς Σπαρτιάτης εδοκίμασε τους Μήδους· εξ εναντίας δε είμεθα έμπειροι των Βοιωτών και των Θεσσαλών. Όθεν πρέπει αναλαβόντες τι όπλα υμείς μεν να έλθετε εις τούτο το κέρας, ημείς δε εις το ευώνυμον.» Προς ταύτα οι Αθηναίοι απεκρίθησαν τα εξής· «Εξ αρχής, ότε είδομεν τους Πέρσας παραταχθέντας απέναντί σας, διενοήθημεν να είπωμεν τούτο το οποίον επρολάβετε και επροτείνετε· αλλ' εφοβούμεθα μήπως δεν σας αρέση η πρότασις. Αφού λοιπόν υμείς αυτοί το εσκέφθητε και ημείς το ακούομεν με πολλήν ευχαρίστησιν, είμεθα έτοιμοι να το πράξωμεν.»
47. Αφού δε εδέχθησαν τούτο προθύμως αμφότεροι, ήρχισε να διαφαίνη η ηώς και αυτοί ήλλαξαν τας τάξεις μεταξύ των. Εννοήσαντες δε το πράγμα οι Βοιωτοί, ανέφερον τούτο εις τον Μαρδόνιον. Ούτος δε ακούσας, διέταξεν αμέσως ομοίαν μεταβολήν και έφερε τους Πέρσας απέναντι των Λακεδαιμονίων. Τότε ο Παυσανίας ιδών ότι ανεκαλύφθη το σχέδιόν του, επανήλθε μετά των Σπαρτιατών εις το δεξιόν κέρας και ο Μαρδόνιος επανέφερε τους Πέρσας εις το αριστερόν.
48. Αφού δε επανέλαβον τας πρώτας θέσεις των, πέμψας ο Μαρδόνιος κήρυκα εις τους Σπαρτιάτας έλεγε τα εξής· «Ω Λακεδαιμόνιοι, οι άνθρωποι των μερών τούτων λέγουσιν ότι είσθε ανδρειότατοι, και σας θαυμάζουσιν ότι ούτε φεύγετε από τον πόλεμον ούτε αφίνετε τας τάξεις σας, αλλά μένοντες ή φονεύετε τους εναντίους ή φονεύεσθε· αλλ ουδέν τούτων είνε αληθές, καθότι πριν ακόμη πλησιάσωμεν και έλθωμεν εις χείρας, σας είπομεν εγκαταλείποντας τας τάξεις σας, αφίνοντας εις τους Αθηναίους να κάμωσι την πρώτην απόπειραν, και τασσομένους απέναντι των ημετέρων δούλων. Ταύτα ουδόλως είναι έργα ανδρών γενναίων και βλέπομεν ότι πολύ εψεύσθημεν εις την ιδέαν την οποίαν είχομεν δι' υμάς. Τωόντι, ένεκα της φήμης σας, περιεμένομεν να πέμψετε κήρυκα εις ημάς προκαλούντες και θέλοντες να πολεμήσετε με μόνους τους Πέρσας· ενώ δε περιεμένομεν να δεχθώμεν τούτο, υμείς ουδέν τοιούτο είπετε, αλλ' εξ εναντίας σας εύρομεν τρέμοντας. Όθεν, επειδή δεν επροτείνατε πρώτοι τον λόγον τούτον, τον προτείνομεν ημείς. Διατί αφού φημίζεσθε ως ανδρειότατοι μεταξύ των Ελλήνων, ως και ημείς μεταξύ των βαρβάρων, διατί να μη πολεμήσωμεν ίσοι προς ίσους τον αριθμόν; Έπειτα δε, εάν μεν φανή εύλογον να πολεμήσωσι και οι άλλοι ας πολεμήσωσιν ύστερον εάν δε δεν φανή εύλογον, και μόνη η ιδική μας μάχη αρκή, ας πολεμήσωμεν ημείς, και εκείνοι εξ ημών οίτινες νικήσωσιν, αυτοί να θεωρούνται ότι ενίκησαν δι' όλον τον στρατόν.»
49. Ο μεν κήρυξ ταύτα ειπών, περιέμεινεν ολίγας στιγμάς, αλλ' ουδείς τω απεκρίθη και επέστρεψεν οπίσω· επιστρέψας δε ανέφερεν εις τον Μαρδόνιον τα διατρέξαντα. Ούτος δε περιχαρής γενόμενος και επαρθείς διά την ασήμαντον ταύτην νίκην, έπεμψε το ιππικόν κατά των Ελλήνων. Ορμήσαντες λοιπόν οι ιππείς έβλαπτον όλον τον Ελληνικόν στρατόν ακοντίζοντες και τοξεύοντες εις αυτόν, καθότι ήσαν ιπποτοξόται και δεν ηδύναντο οι Έλληνες να τους πλησιάσωσι και να τους κτυπήσωσι. Συνετάραξαν επίσης και συνέχωσαν την Γαργαφίαν κρήνην εξ ης υδρεύετο όλον το Ελληνικόν στράτευμα. Πλησίον της κρήνης ταύτης ήσαν παρατεταγμένοι μόνοι οι Λακεδαιμόνιοι· εις δε τους άλλους Έλληνας, αναλόγως εκάστης τάξεως, η μεν κρήνη ήτο απωτέρω, ο δε Ασωπός πλησιέστερον οσάκις όμως εμποδίζοντο να υδρεύσωσιν εκ του ποταμού τούτου, ήρχοντο εις την κρήνην. Κατ' εκείνην δε την στιγμήν οι ιππείς και τα τοξεύματα δεν τους άφινον να λάβωσιν τον Ασωπόν.
50. Τούτων ούτως εχόντων, οι στρατηγοί των Ελλήνων βλέποντες ότι ο στρατός εστερήτο ύδατος και εταράσσετο υπό του ιππικού, συνηθροίσθησαν περί τον Παυσανίαν εις το δεξιόν κέρας όπως συσκεφθώσι περί τούτου και περί άλλων πραγμάτων. Τωόντι είχον ακόμη και άλλας σπουδαιοτέρας φροντίδας· τα τρόφιμα είχον εκλείψει, οι δε υπηρέται τους οποίους είχον πέμψει εις την Πελοπόννησον διά να φέρωσι τροφάς, απεκλείσθησαν υπό του ιππικού και δεν ηδύναντο να έλθωσιν εις το στρατόπεδον.
51. Συσκεφθέντες λοιπόν οι στρατηγοί απεφάσισαν, εάν διέλθωσιν εκείνην την ημέραν οι Πέρσαι χωρίς να πολεμήσωσι, να υπάγωσιν αυτοί εις την νήσον την κειμένην απέναντι των Πλαταιών, δέκα στάδια μακράν του Ασωπού και της κρήνης Γαργαφίας, όπου κατ' εκείνην την στιγμήν ήσαν εστρατοπεδευμένοι. Ιδού δε πώς ευρίσκεται νήσος εν μέσω της ηπείρου· σχιζόμενος ο ποταμός άνωθεν εκ του Κιθαιρώνος, ρέει κάτω εις την πεδιάδα, τα δε ρεύματα απέχουσιν αλλήλων περίπου τρία στάδια, και έπειτα ενούνται πάλιν επί το αυτό. Όνομα δε της νήσου είναι Ωερόη, και λέγουσιν οι επιχώριοι ότι αύτη είναι θυγάτηρ του Ασωπού. Εις τούτο λοιπόν το μέρος ήθελον οι Έλληνες να μεταβώσι, διά να έχωσιν ύδωρ άφθονον και να μη ενοχλώνται υπό του ιππικού, ως συνέβαινε τότε ότε είχον αυτό απέναντί των. Συνεφώνησαν δε να μετακινηθώσι περί την δευτέραν φυλακήν της νυκτός, διά να μη τους ίδωσιν οι Πέρσαι αναχωρούντας και τους ταράττωσιν οι ιππείς ερχόμενοι κατόπιν των. Το σχέδιόν των επίσης ήτο, άμα φθάσωσιν εις το μέρος εκείνο όπου σχίζεται ο ποταμός ρέων εκ του Κιθαιρώνος και σχηματίζει την Ασωπίδα Ωερόην, να στείλωσι τους ημίσεις του στρατού προς τον Κιθαιρώνα διά να απαλλάξωσι τους υπηρέτας οίτινες είχον αναχωρήσει διά τροφάς και οίτινες ήσαν εκεί αποκεκλεισμένοι.
52. Αφού απεφάσισαν ταύτα, όλην μεν εκείνην την ημέραν ένεκα των αδιακόπων επιθέσεων του ιππικού υπέφερον πολύ. Ότε δε έληξεν η ημέρα, οι ιππείς έπαυσαν· γενομένης δε νυκτός και ελθούσης της ώρας καθ' ην είχον συμφωνήσει να αναχωρήσωσι, τότε εγερθέντες οι περισσότεροι έφυγον χωρίς να έχωσι παντάπασι κατά νουν να υπάγωσιν εις το συμπεφωνημένον μέρος· καθότι άμα εκινήθησαν, έφευγον ευχαρίστως από το ιππικόν, διευθυνόμενοι προς την πόλιν των Πλαταιέων. Φεύγοντες δε έφθασαν εις το Ηραίον. Είναι δε το Ηραίον απέναντι των Πλαταιών και απέχει είκοσι στάδια από της κρήνης Γαργαφίας. Εκεί φθάσαντες κατέθεσαν τα όπλα προ του ιερού.
53. Και ούτοι μεν εστρατοπεδεύσαντο περί το Ηραίον· ο δε Παυσανίας, βλέπων αυτούς αναχωρούντας εκ του στρατοπέδου, παρήγγειλεν εις τους Λακεδαιμονίους να αναλάβωσι τα όπλα και να ακολουθήσωσι τους προπορευομένους, νομίσας ότι μεταβαίνουσιν εις το συμφωνηθέν μέρος. Αμέσως οι μεν άλλοι ταξίαρχοι ητοιμάσθησαν να υπακούσωσιν εις τον Παυσανίαν, αλλ' ο Αμομφάρετος του Πολιάδου, διοικών τον λόχον των Πιτανατών, είπεν ότι ποτέ δεν θα φύγη τους ξένους, ούτε εκών θα καταισχύνη την Σπάρτην· μη παρευρεθείς εις την προλαβούσαν συνομιλίαν, εξεπλήττετο διά τα πραττόμενα. Ο δε Παυσανίας και ο Ευρυάναξ εστοχάζοντο μεν άτοπον την απείθειάν του, εστοχάζοντο όμως έτι μάλλον άτοπον, αφού εκείνος έκαμε τοιαύτην απόφασιν και δεν ήθελε να τους ακολουθήση, να αφήσωσι τον λόχον των Πιτανατών, φοβούμενοι μήπως, εάν τον αφήσωσι πράττοντες όσα είχον συμφωνήσει με τους άλλους Έλληνας, απολεσθώσι και ο Αμομφάρετος και οι μετ' αυτού, μείναντες μόνοι. Ταύτα αναλογιζόμενοι, εσταμάτησαν την αναχώρησι του Λακωνικού στρατοπέδου και επειρώντο να πείσωσιν αυτόν ότι δεν ήτο φρόνιμον αυτό το οποίον έπραττε.
54. Και ούτοι μεν συνεβούλευον τον Αμομφάρετον, όστις μόνος εκ των Λακεδαιμονίων και των Τεγεατών είχε μείνει. Οι δε Αθηναίοι έπραξαν τα εξής. Έμενον ήσυχοι εις τας τάξεις των, γνωρίζοντες τα φρονήματα των Λακεδαιμονίων ως άλλα φρονούντων και άλλα λεγόντων. Ότε δε εκινήθη ο στρατός, έπεμψαν ένα ιππέα των διά να ίδη εάν οι Σπαρτιάται ήρχισαν να κινώνται ή εάν εσκόπευον να μη μεταβάλωσι θέσιν, και εν πάση περιπτώσει να ζητήσωσι διαταγάς παρά του Παυσανίου.
55. Ότε δε έφθασεν ο κήρυξ εις τους Λακεδαιμονίους, τους εύρε τεταγμένους εις τας θέσεις των, τους δε πρώτους αυτών φιλονεικούντας καθότι ο Ευρυάναξ και ο Παυσανίας συνεβούλευον τον Αμομφάρετον να μη εκθέση τον λόχον του εις κίνδυνον αναπόφευκτον μένων εκεί μόνος εκ των Λακεδαιμονίων, και δεν ηδύναντο να τον πείσωσιν. Εξηκολούθει λοιπόν η φιλονεικία, ότε ήλθεν ο κήρυξ των Αθηναίων. Τότε ο Αμομφάρετος, φιλονεικών, λαμβάνει λίθον δι' αμφοτέρων των χειρών και ρίψας αυτόν προ των ποδών του Παυσανίου· «Διά ταύτης της ψήφου, είπε, ψηφίζω να μη φεύγωμεν τους ξένους.» Ξένους δε ενόει τους βαρβάρους. Ο δε Παυσανίας αποκαλών αυτόν μαινόμενον και παράφρονα, εστράφη προς τον κήρυκα και απεκρίνετο εις εκείνα τα οποία τον είχον επιφορτίσει οι Αθηναίοι να ερωτήση. Ο Παυσανίας τω παρήγγειλε να αναφέρη εις τους Αθηναίους τα διατρέχοντα και να τους παρακαλέση να πλησιάσωσι τους Λακεδαιμονίους διά να συμφωνώσι τα κινήματά των.
56. Και ο μεν κήρυξ επέστρεψεν εις τους Αθηναίους, τους Λακεδαιμονίους κατέλαβεν η ηώς εισέτι λογομαχούντας. Ο Παυσανίας μείνας αναποφάσιστος μέχρις εκείνης της ώρας εσκέφθη τέλος ότι εάν κινήσωσιν οι άλλοι Λακεδαιμόνιοι δε δυνηθή να μείνη μόνος ο Αμομφάρετος· είπε και εγένετο. Δους λοιπόν το σημείον της αναχωρήσεως, απήγαγεν όλους τους λοιπούς διά των λόφων. Οι Τεγεάται τον ηκολούθησαν, και οι Αθηναίοι εν τάξει έλαβον εναντίον διεύθυνσιν της των Λακεδαιμονίων· καθότι οι μεν Λακεδαιμόνιοι, φοβούμενοι το ιππικόν, δεν εμακρύνοντο από τους λόφους και τας υπωρείας του Κιθαιρώνος, οι δε Αθηναίοι ετράπησαν προς την πεδιάδα.
57. Ο δε Αμομφάρατος, νομίσας κατ' αρχάς ότι ο Παυσανίας δεν ήθελε τολμήση και να τους εγκαταλείψη επέμενε να μείνωσιν αυτού και να μη αφήσωσι τας τάξεις των· όταν όμως είδε τον Παυσανίαν και τους μετ' αυτού μακρυνομένους, πεισθείς πλέον ότι τον άφινον άνευ προσποιήσεως διέταξε τον λόχον του να αναλάβη τα όπλα και τον ωδήγησε βραδέως επί τα βήματα των άλλων Σπαρτιατών. Ούτοι είχον διανύσει ήδη δέκα στάδια, και σταθέντες περί τον ποταμόν Μολόεντα εις τόπον τινα καλούμενον Αρμόπιον, όπου ευρίσκεται και ιερόν της Ελευσινίας Δήμητρος, περιέμενον τον λόχον του Αμομφαράτου. Τον περιέμενον δε δια την εξής αιτίαν· εάν ο Αμομφάρετος και ο λόχος του δεν αφήσωσι την θέσιν εις ην είχον εξ αρχής ταχθή, αλλά μείνωσιν αυτό, να επιτρέψωσιν οπίσω εις βοήθειάν των. Μόλις δε ο Αμομφάρετος και οι μετ' αυτού έφθασαν, αμέσως εφάνη όλον το ιππικόν των βαρβάρων· καθότι οι ιππείς ήρχισαν πάλιν να κάμνωσιν εκείνην την ημέραν ό,τι συνείθιζον να πράττωσι κατά τας προλαβούσας. Ιδόντες δε κενόν τον χώρον όπου κατά τας προηγουμένας ημέρας ήσαν τεταγμένοι οι Έλληνες, ήλασαν τους ίππους επί τα πρόσω, και φθάσαντες τον Άμομφάρετον κατεδίωκον αυτόν.
58. Άμα ο Μαρδόνιος έμαθεν ότι οι Έλληνες απεχώρησαν κατά την νύκτα και είδε τον χώρον έρημον, καλέσας τον Λαρισσαίον Θώρακα και τους αδελφούς αυτού Ευρύπυλον και Θρασυδαίον, τοις είπε τα εξής· «Ω παίδες του Αλεύου, τι θα ειπήτε ακόμη βλέποντες το μέρος τούτο έρημον; Υμείς οι πλησιόχωροι ελέγετε ότι οι Λακεδαιμόνιοι δεν φεύγουσιν εις τας μάχας, αλλ' είναι πρώτοι άνδρες εις τα πολεμικά. Είδετε αυτούς πρότερον μετακινηθέντας από τας θέσεις των, και τώρα βλέπομεν όλοι ότι κατά την παρελθούσαν νύκτα έφυγον. Καθ' ην στιγμήν έπρεπε ν' αντιταχθώσι προς ανθρώπους αληθώς ανδρειοτάτους, έδειξαν φανερά ότι είναι μηδέν και ότι επεδεικνύοντο εις τους Έλληνας, ανθρώπους όντας ομοίως μηδέν. Και υμάς μεν, επειδή δεν εδοκιμάσατε τους Πέρσας, συγχωρώ εάν επαινήτε τους ανθρώπους τούτους των οποίων είδετε ποτέ πράξεις τινάς· εκπλήττομαι όμως πως ο Αρτάβαζος εφοβείτο τους Λακεδαιμονίους, και φοβούμενος αυτούς έδιδε συμβουλήν δειλοτάτην, να εγείρωμεν το στρατόπεδον και να υπάγωμεν εις την πόλιν των Θηβαίων να πολιορκηθώμεν. Αυτήν την συμβουλήν του θα αναφέρω και εις τον βασιλέα. Αλλά περί μεν τούτων και άλλοτε θα συνομιλήσωμεν. Τώρα δε δεν πρέπει να αφήσωμεν τους Έλληνας φεύγοντας, αλλ' ας τους καταδιώξωμεν μέχρις ού τους φθάσωμεν και τους τιμωρήσωμεν δι' όσα κακά έκαμον εις τους Πέρσας.»
59. Ταύτα ειπών διέβη τον Ασωπόν
(27) με τους Πέρσας τους οποίους ήγεν επί τα ίχνη των Ελλήνων, καθότι ενόμιζεν ότι έφευγον· διευθύνθη δε μόνον εναντίον των Λακεδαιμονίων και των Τεγεατών, καθότι ένεκα των όχθων δεν έβλεπε τους Αθηναίους καταβάντας εις την πεδιάδα. Οι λοιποί αρχηγοί των βαρβάρων, βλέποντες τους Πέρσας διώκοντας ζωηρώς τους Έλληνας, ύψωσαν όλοι τα σημεία και ήρχισαν να καταδιώκωσιν όσον ταχύτερον ηδύνατο έκαστος, άνευ τάξεως, άνευ κοσμιότητος. Και ούτοι μεν ώρμησαν μετά βοής και θορύβου, νομίζοντες ότι θα αναρπάσωσι τους Έλληνας.
60. Ο δε Παυσανίας, επειδή επιέζετο υπό του ιππικού, έπεμψε προς τους Αθηναίους ιππέα και τοις είπεν «Άνδρες Αθηναίοι, αγώνος μεγίστου προκειμένου, ή να μείνη ελευθέρα ή να δουλωθή η Ελλάς, ημείς οι Λακεδαιμόνιοι και υμείς οι Αθηναίοι επροδόθημεν υπό των συμμάχων φυγόντων κατά την προλαβούσαν νύκτα. Νομίζομεν λοιπόν ότι εις το εξής τούτο πρέπει να κάμωμεν αμυνόμενοι όσον δυνάμεθα καλλίτερον, ας υποστηρίζωμεν αλλήλους. Και επειδή, εάν το ιππικόν ώρμα πρώτον εναντίον σας, έπρεπε να σας βοηθήσωμεν ημείς και οι μεθ' ημών μη προδώσαντες την Ελλάδα Τεγεάται· τώρα, επειδή όλον το ιππικόν επέπεσεν εναντίον ημών, είναι δίκαιον υμείς να έλθετε προς υπεράσπισιν της βαρέως πιεζομένης μοίρας. Εάν δε ευρίσκεσθε εις ανάγκην και σας είναι αδύνατον να έλθετε εις βοήθειάν μας, κάμετέ μας την χάριν να μας πέμψετε τους τοξότας σας. Εκ των διαφόρων συμβάντων του παρόντος πολέμου εγνωρίσαμεν ότι είσθε προθυμότατοι, ώστε να εισακούσετε και την παράκλησιν ταύτην.»
61. Άμα ήκουσαν ταύτα οι Αθηναίοι απεφάσισαν αμέσως να υπάγωσι και να βοηθήσωσι τους Λακεδαιμονίους πάση δυνάμει. Ενώ όμως επορεύοντο, επετέθησαν κατ' αυτών οι μηδίζοντες Έλληνες όσοι ήσαν αντιτεταγμένοι εναντίον των και τους ημπόδισαν να βοηθήσωσι τους Λακεδαιμονίους· καθότι οι ενάντιοι ακολουθούντες έβλαπτον αυτούς. Τοιουτοτρόπως μονωθέντες οι Λακεδαιμόνιοι και οι Τεγεάται, όντες οι μεν πρώτοι ομού με τους ψιλούς πεντήκοντα χιλιάδες, οι δε δεύτεροι, οίτινες δεν απεχωρίζοντο από τους Λακεδαιμονίους, τρισχίλιοι, έκαμνον θυσίας δια να συμπλακώσι με τον Μαρδόνιον και τον στρατόν αυτού. Αλλά τα θύματα δεν απέβαινον αίσια δι' αυτούς, και εφονεύοντο πολλοί και ετραυματίζοντο πολύ περισσότεροι· καθότι Πέρσαι σχηματίζοντες ως φράκτην έμπροσθέν των τας ασπίδας, έρριπτον τόσον άφθονα τοξεύματα ώστε ο Παυσανίας, βλέπων τας απωλείας των Σπαρτιατών και τους κακούς οιωνούς των θυμάτων, έστρεψε τα βλέμματα προς το Ηραίον των Πλαταιών κα επεκαλέσατο την θεάν, ικετεύων αυτήν να μη ψευσθώσιν οι Έλληνες εις τας ελπίδας των.
62. Ενώ ακόμη ο Παυσανίας επικαλείτο την θεάν, πρώτοι, οι Τεγεάται αναστάντες εχώρησαν κατά των βαρβάρων· αμέσως δε μετά την ευχήν του Παυσανίου εφάνησαν και τα θύματα αίσια εις τους Λακεδαιμονίους. Αφού δε τέλος εγένοντο αίσια, εχώρησαν και ούτοι κατά των Περσών, οίτινες διά να αντισταθώσιν απέθεσαν τα τόξα. Εγένετο δε κατά πρώτον η μάχη περί το πρόφραγμα των ασπίδων· αφού δε τούτο ανετράπη, εξηκολούθησεν ισχυρά και επί πολλήν ώραν περί τον ναόν της Δήμητρος, μέχρις ου συνεπλάκησαν τέλος σώμα προς σώμα· καθότι οι βάρβαροι δράττοντες τα δόρατα τα έθραυον, και δεν ήσαν οι Πέρσαι κατώτεροι των Ελλήνων κατά το θάρρος και την δύναμιν· δεν είχον όμως αμυντικά όπλα, δεν εγνώριζον τον τρόπον του πολεμείν των Ελλήνων, και ήσαν ολιγώτερον επιτήδειοι των αντιπάλων των. Χωριζόμενοι ανά είς ή ανά δέκα, και γινόμενοι σώματα μάλλον ή ήττον πολυάριθμα, έπιπτον ατάκτως εις τας τάξεις των Σπαρτιατών και εφονεύοντο.
63. Εις το μέρος δε όπου ευρίσκετο αυτός ο Μαρδόνιος και εμάχετο επί ίππου λευκού έχων περί εαυτόν χιλίους λογάδας Πέρσας τους αρίστους, εκεί προ πάντων επίεσαν τα μάλιστα τους εναντίους. Ενόσω έζη ο Μαρδόνιος, αντείχον και αμυνόμενοι κατέβαλλον πολλούς των Λακεδαιμονίων. Άμα όμως εφονεύθη ο Μαρδόνιος και έπεσαν οι περί αυτόν τεταγμένοι οίτινες ήσαν ισχυρότατοι πάντων, τότε και οι άλλοι έστρεψαν τα νώτα παραχωρήσαντες την νίκην εις τους Λακεδαιμονίους. Πάμπολυ δε τους έβλαπτεν η ενδυμασία των, καθότι δεν είχον ισχυρούς θώρακας, αλλ' όντες γυμνήται ηγωνίζοντο εναντίον οπλιτών.
64. Τότε εδόθη ικανοποίησις διά τον φόνον του Λεωνίδου, την οποίαν κατά τον χρησμόν ώφειλε να δώση ο Μαρδόνιος εις τους Σπαρτιάτας, και ο Παυσανίας του Κλεομβρότου του Αναξανδρίδου εκέρδισε την αρίστην των νικών από όσας ημείς ηξεύρομεν. Είπομεν ανωτέρω τα ονόματα των προγόνων του Λεωνίδου· είναι τα αυτά εις αμφοτέρους. Ο δε Μαρδόνιος εφονεύθη υπό του Αειμνήστου, πολίτου επιφανούς της Σπάρτης, όστις ύστερον, μετά τον Μηδικόν πόλεμον, έχων τριακοσίους άνδρας, επολέμησε με όλους τους Μεσσηνίους εις το Στενύκληρον, όπου απέθανε και αυτός και οι τριακόσιοι.
65. Οι δε Πέρσαι, άμα ενικήθησαν υπό των Λακεδαιμονίων εις τας Πλαταιάς, έφυγον ατάκτως εις το στρατόπεδόν των και εκλείσθησαν εις το ξύλινον τείχος το οποίον είχον κατασκευάσει εις μέρος τι της Θηβαΐδος. Θαυμάζω δε πώς, ενώ εγίνετο ο πόλεμος πλησίον του άλσους της Δήμητρος, δεν εφάνη κανείς Πέρσης, ούτε να εισέλθη εις το τέμενος, ούτε να φονευθή εντός αυτού· αλλ' οι περισσότεροι έπεσον περί το ιερόν, επί εδάφους βεβήλου. Εικάζω λοιπόν (εάν ήναι επιτετραμμένον να εκφράζη τις εικασίας επί πραγμάτων θείων) ότι αύτη ης θεά δεν τους εδέχθη, ως εμπρήσαντας τον εν Ελευσίνι σεβαστόν ναόν της. Τοιαύτη υπήρξεν η μεγάλη αύτη μάχη.
66. Ο δε Αρτάβαζος του Φαρνάκους, όστις και εξ αρχής είχεν αποδοκιμάσει την απόφασιν την οποίαν έλαβεν ο βασιλεύς να αφήση τον Μαρδόνιον εις την Ελλάδα, και βραδύτερον πολλάκις ζητήσας να μεταπείση τον Μαρδόνιον από το να δώση μάχην δεν κατώρθωσε τίποτε, ούτος λοιπόν μη αρεσκόμενος εις τας πράξεις του Μαρδονίου, έπραξε τα εξής· άμα ήρχισεν η μάχη, ο Αρτάβαζος ηξεύρων το αποβησόμενον, έθεσεν εις τάξιν τους υπό την στρατηγίαν του (είχε δε όχι ολίγην δύναμιν, αλλά τετρακισμυρίους περίπου άνδρας περί εαυτόν) εβάδιζε παραγγείλας να τον ακολουθήσωσιν όλοι όπου ήθελον τον ίδει διευθυνόμενον ταχέως. Ταύτα παραγγείλας εκίνησεν, ως να τους ωδήγει τάχα εις την μάχην προπορευόμενος δε είδε τους Πέρσας φεύγοντας. Τότε πλέον δεν εβάδισε με την αυτήν ευταξίαν, αλλ' ήρχισε να τροχάζη τάχιστα φεύγων ουχί εις το ξύλινον τείχος ούτε εις το τείχος των Θηβαίων, αλλ' εις τους Φωκείς, θέλων εκείθεν να φθάση τάχιστα εις τον Ελλήσποντον. Και ούτοι μεν ταύτην την οδόν ετράπησαν.
67. Εκ δε των Ελλήνων όσοι ήσαν με τον βασιλέα, οι μεν άλλοι εδεικνύοντο εκουσίως νωθροί, μόνοι δε οι Βοιωτοί επολέμησαν αρκετήν ώραν με τους Αθηναίους· καθότι οι μηδίζοντες εκ των Θηβαίων εδείκνυον υπερβάλλοντα ζήλον και δεν εφαίνοντο άνανδροι, τόσον ώστε τριακόσιοι εξ αυτών οι πρώτοι και ανδρειότατοι εφονεύθησαν εκεί υπό των Αθηναίων. Ότε δε ηττήθησαν και ούτοι, έφυγον εις τας Θήβας, και ουχί εις το αυτό μέρος όπου κατέφυγον οι Πέρσαι και όλον το πλήθος των άλλων συμμάχων, οίτινες ούτε επολέμησαν μετ' ουδενός ούτε έπραξαν λαμπρόν τι έργον.
68. Ότι δε η επιτυχία ή η αποτυχία των βαρβάρων εξηρτάτο από τους Πέρσας, το βλέπω και εκ τούτου, ότι τότε ούτοι, χωρίς να έλθωσιν εις χείρας με τους πολεμίους, ετράπησαν εις φυγήν βλέποντες τους Πέρσας φεύγοντας. Τοιουτοτρόπως δε έφυγον όλοι πλην του ιππικού, τόσον του άλλου όσον και του Βοιωτικού. Τούτο μάλιστα μεγάλην ωφέλειαν παρέσχε, καθότι ακολουθούν τους πολεμίους εκ του σύνεγγυς εβοήθει τους φίλους του φεύγοντας από τους Έλληνας. Οι Έλληνες λοιπόν νικώντες δεν έπαυον διώκοντες και φονεύοντες τους ηττηθέντας.
69. Διαρκούντος δε του διωγμού τούτου, αγγέλλεται εις τους Έλληνας τους τεταγμένους περί το Ηραίον και αποχωρήσαντας της μάχης, ότι οι μείναντες μετά του Παυσανίου εμάχοντο και ενίκων. Ταύτα ακούσαντες χωρίς να τεθώσιν εις καμμίαν τάξιν, οι μεν Κορίνθιοι ετράπησαν διά της υπωρείας και των λόφων κατ' ευθείαν προς το ιερόν της Δήμητρος· οι Μεγαρείς και οι Φλιάσιοι έλαβον διά της πεδιάδος την λειοτάτην των οδών· αλλ' όταν ούτοι επλησίαζον τους μαχομένους, οι ιππείς των Θηβαίων· των οποίων ίππαρχος ήτο ο Ασωπόδωρος του Τιμάνδρου, ιδόντες αυτούς ότι ήρχοντο με βίαν και χωρίς τάξιν, απέλυσαν εναντίον των τους ίππους, και επιπεσόντες κατ' αυτών εξακόσιους μεν εφόνευσαν, τους δε λοιπούς διώκοντες απέκλεισαν εις τον Κιθαιρώνα. Και ούτοι μεν απώλοντο αδόξως.
70. Οι δε Πέρσαι και το άλλο πλήθος των βαρβάρων, άμα κατέφυγον εις το ξύλινον τείχος, επρόφθασαν και ανέβησαν εις τους πύργους πριν έλθωσιν οι Λακεδαιμόνιοι· αναβάντες δε ησφάλισαν το τείχος όσον ηδύναντο καλλίτερον. Ότε επλησίασαν οι Λακεδαιμόνιοι, συνεκροτήθη τειχομαχία με πολλήν επιμονήν. Ενόσω οι Αθηναίοι έλειπον, οι βάρβαροι ημύνοντο και υπερίσχυον των Λακεδαιμονίων, οίτινες δεν ήξευρον να τειχομαχώσιν· ότε όμως προσήλθον οι Αθηναίοι, τότε ήρχισε τειχομαχία ισχυρά ήτις διήρκεσε πολλήν ώραν. Τέλος οι Αθηναίοι, ανδρείως και επιμόνως, πολεμήσαντες, ανέβησαν εις το τείχος και το εκρήμνισαν. Πρώτοι εισήλθον οι Τεγεάται, και ούτοι ήσαν οι διαρπάσαντες την σκηνήν του Μαρδονίου, όπου μεταξύ άλλων ήτο και η φάτνη των ίππων, όλη χαλκίνη και θαυμασμού αξία. Ταύτην την φάτνην του Μαρδονίου αφιέρωσαν οι Τεγεάται εις τον ναόν της Αλέας Αθηνάς, τα δε άλλα έφερον αμέσως εις το μέρος όπου οι άλλοι Έλληνες απέθετον τα λάφυρα. Πεσόντος του τείχους, οι βάρβαροι δεν συνεκρότησαν πλέον σώμα διά να αντισταθή, ούτε τις αυτών εφρόντιζε να φανή, ανδρείος, αλλά περιέπεσαν εις φόβον πολύν, ως συμβαίνει όταν περιορισθώσιν εις τόπον ολίγον πολλαί μυριάδες ανθρώπων. Ο Έλληνες λοιπόν δεν είχον ή να φονεύωσιν, εις τρόπον ώστε εκ τριάκοντα μυριάδων στρατού, πλην των τεσσάρων τας οποίας έλαβεν ο Αρτάβαζος και έφυγεν, εκ των λοιπών δεν εσώθησαν μήτε τρεις χιλιάδες. Εκ των εκ Σπάρτης Λακεδαιμονίων απέθανον εις την μάχην ταύτην όλοι εννενήκοντα και είς, εκ των Τεγεατών δεκαέξ και εκ των Αθηναίων πεντήκοντα δύο.
71. Ηρίστευσε εκ των βαρβάρων το πεζόν των Περσών και το ιππικόν των Σακών, εκ των ανδρών δε ιδιαιτέρως ο Μαρδόνιος. Εκ των Ελλήνων μολονότι οι Τεγεάται και οι Αθηναίοι εφάνησαν ανδρείοι, υπερέβησαν όμως όλους οι Λακεδαιμόνιοι κατά την ανδρίαν. Λέγω δε τούτο ουχί δι' άλλο τι, καθότι όλοι ενίκων εκείνους εναντίον των οποίων ετάχθησαν αλλά διότι οι Λακεδαιμόνιοι εκτυπήθησαν με το ισχυρότατον μέρος του εχθρικού στρατού και το ενίκησαν. Κατά την γνώμην μου, ο Αριστόδημος, ο μόνος εκ των τριακοσίων όστις εσώθη εις τας Θερμοπύλας και ένεκα τούτου είχεν όνειδος και ατιμίαν, εφάνη ανδρειότατος. Μετά τούτον ηρίστευσαν ο Ποσειδώνιος, ο Φιλοκύων και ο Σπαρτιάτης Αμομφάρετος. Εν τούτοις εις την συνδιάλεξιν ήτις εγένετο διά να γνωσθή τις εφάνη όλων ανδρειότατος, οι παρευρεθέντες Σπαρτιάται έκρινον ότι ο μεν Αριστόδημος θέλων αναμφιβόλως να αποθάνη διά να εκπλύνη το αρχαίον στίγμα, διά τούτο ως λυσσών αφήσας την τάξιν του έπραξεν έργα μεγάλα· ο δε Ποσειδώνιος, χωρίς να θέλη να αποθάνη, εφάνη ανδρείος, και διά τούτο αυτός έπρεπε να προτιμηθή. Ίσως όμως είπον ταύτα εκ φθόνου. Εκ των αποθανόντων λοιπόν εις την μάχην ταύτην, ετιμήθησαν ούτοι τους οποίους απηρίθμησα, πλην του Αριστοδήμου. Δεν ετιμήθη δε ο Αριστόδημος, καθότι ήθελε να αποθάνη διά την προειρημένην αιτίαν.
72. Ούτοι ήσαν οι ονομαστότατοι των εν Πλαταιαίς πεσόντων· καθότι ο Καλλικράτης εφονεύθη έξω της μάχης. Ήτο ούτος ο ωραιότατος άνθρωπος του στρατού, ου μόνον μεταξύ των Λακεδαιμονίων, αλλά και μεταξύ όλων των Ελλήνων. Ούτος ότε έσφαζε τα θύματα ο Παυσανίας, καθήμενος εις την τάξιν του, ετραυματίσθη υπό βέλους εις τα πλευρά. Και οι μεν άλλοι εμάχοντο, αυτός δε εκκομισθείς απέθνησκε λυπημένος, και έλεγε προς Πλαταιέα Αρίμνηστον ότι δεν τον έμελε διότι απέθνησκεν υπέρ της Ελλάδος, αλλά διότι δεν μεταχειρίσθη τον βραχίονά του, ούτε έπραξέ τι άξιον εαυτού και της προθυμίας ην είχε να πράξη.
73. Εκ δε των Αθηναίων λέγουσιν ότι ευδοκίμησεν ο Σωφάνης του Ευτυχίδου εκ του δήμου της Δεκελείας. Οι δε Δεκελείς, ως λέγουσιν αυτοί οι Αθηναίοι, έπραξαν έργον διά παντός ωφέλιμον εις εαυτούς. Ότε το πάλαι οι Τυνδαρίδαι ζητούντες την Ελένην εισέβαλον εις την Αττικήν μετά στρατού πολυαρίθμου και ανεστάτονον τους δήμους μη ηξεύροντες πού ήτο κεκρυμμένη, τότε λέγεται ότι ο δήμος της Δεκελείας, ή κατ' άλλους αυτός ο Δέκελος, αγανακτών διά την θρασύτητα του Θησέως και φοβούμενος δι' όλην την χώραν των Αθηναίων, απεκάλυψεν όλην την υπόθεσιν εις τους Τυνδαρίδας και τους ωδήγησεν εξ τας Αφίδνας τας οποίας τοις παρέδωκεν είς των αυτοχθόνων ο Τιτακός. Από της εποχής ταύτης οι Δεκελείς εν Σπάρτη εισίν απηλλαγμένοι φόρου και έχουσι θέσιν τιμής· το δε προνόμιον τούτο διατηρείται μέχρι σήμερον, ούτως ώστε κατά τον πόλεμον όστις εγένετο πολλά έτη ύστερον μεταξύ Αθηναίων και Πελοποννησίων, οι Λακεδαιμόνιοι, δηώσαντες όλην την Αττικήν, εφείσθησαν της Δεκελείας.
74. Εκ τούτου του δήμου ήτο ο Σωφάνης όστις ηρίστευσε τότε μεταξύ των Αθηναίων. Διηγούνται δε την αρίστευσιν του κατά δύο τρόπους· οι μεν είπον ότι εκ του ζωστήρος του θώρακος είχε δεδεμένην άγκυραν σιδηράν με άλυσιν χαλκίνην· ταύτην δε, ότε ερχόμενος επλησίαζε τους πολεμίους, έρριπτε και εστήριζεν εις την γην, διά να μη δύνανται οι εναντίοι εις τας εφόδους των να τον μετακινώσιν εκ της τάξεως· ότε δε εγίνετο φυγή των πολεμίων και ήθελεν ο ίδιος, εσήκονε την άγκυραν και ούτω τους κατεδίωκεν. Ούτος λέγουσιν ότι ήτο ο είς τρόπος· ο δε άλλος διέφερεν από τον πρότερον λεχθέντα. Λέγουσιν ότι δεν είχεν άγκυραν σιδηράν δεδεμένην εκ του θώρακος, αλλ' έμβλημα αγκύρας επί της ασπίδος του την οποίαν περιέστρεφε πανταχού και δεν άφινεν ουδ' επί στιγμήν ακίνητον.
75. Ο Σωφάνης ούτος έχει πράξει και έτερον έργον. Ότε οι Αθηναίοι επολιόρκουν την Αίγιναν, εφόνευσεν εις μονομαχίαν τον Αργείον Ευρυβάτην, νικητήν πεντάθλου. Αυτός ούτος ο Σωφάνης όστις εφάνη τόσον γενναίος, εφονεύθη βραδύτερον υπό των Ηδωνών εις την Δάτον, ότε διοικών τους Αθηναίους μετά του Λεάγρου του Γλαύκωνος, εμάχετο περί των χρυσών μεταλλείων.
76. Ότε οι βάρβαροι κατετροπώθησαν εις τας Πλαταιάς υπό των Ελλήνων, ήλθεν εκεί αυτόμολος εις τους τελευταίους τούτους γυνή τις, ήτις ούσα παλλακή του Πέρσου Φαρανδάτου του Τεάσπιος, άμα έμαθεν ότι κατεστράφησαν οι Πέρσαι και ενίκησαν οι Έλληνες, κοσμηθείσα διά πολλών χρυσών κοσμημάτων και φορέσασα τα κάλλιστα ενδύματά της, αύτη και αι θεράπαιναί της, κατέβη εκ της αρμαμάξης και ήλθεν εις τους Λακεδαιμονίους, εισέτι ασχολουμένους να φονεύωσιν. Είδεν ότι ο Παυσανίας διεύθυνεν εκεί τα πάντα και εκ τούτου, τον ανεγνώρισεν, ηξεύρουσα προηγουμένως το όνομά του και την πατρίδα του, καθό ακούσασα πολλάκις να γίνεται λόγος περί αυτών εναγκαλισθείσα λοιπόν τα γόνατά του, τω είπε· «Βασιλεύ της Σπάρτης, λύτρωσον την ικέτιδά σου εκ της δουλείας της αιχμαλωσίας· με ωφέλησας ήδη μεγάλως καταστρέψας τους ανθρώπους τούτους οίτινες δεν εσέβοντο ούτε δαίμονας ούτε θεούς. Εγεννήθην εις την Κω και είμαι θυγάτηρ του Ηγητορίδου υιού του Ανταγόρου· με ήρπασε δε βιαίως ο Πέρσης εκ της πατρίδος μου και με είχεν.» Ο δε Παυσανίας απεκρίθη ούτω· «Γύναι, μη φοβού, πρώτον μεν ως ικέτις, και προς τούτοις, εάν ήναι, αληθή όσα λέγεις, ως θυγάτηρ του Κώου Ηγητορίδου, όστις εξ όλων των εις την νήσον ταύτην κατοικούντων είναι ο προσφιλέστατος ξένος μου.» Ταύτα ειπών, τότε μεν την παρέδωκεν εις τους ευρισκομένους εις το στρατόπεδον εφόρους, ύστερον δε την απέπεμψεν εις την Αίγιναν όπου αυτή ήθελε να μεταβή.
77. Αμέσως μετά την άφιξιν της γυναικός έφθασαν οι Μαντινείς, αφού τα πάντα είχον τελειώσει. Μαθόντες δε ότι ήλθον μετά την μάχην, ελυπήθησαν πολύ και είπον ότι είναι άξιοι τιμωρίας· έπειτα δε ακούσαντες ότι έφυγεν ο Αρτάβαζος με τους Μήδους, κατεδίωξαν αυτούς μέχρι Θεσσαλίας, μολονότι οι Λακεδαιμόνιοι απαγόρευσαν την καταδίωξιν των φευγόντων. Επιστρέψαντες εις την χώραν των, κατεδίκασαν τους στρατηγούς των εις εξορίαν. Μετά τους Μαντινείς δε ήλθον οι Ηλείοι, οίτινες ωσαύτως ανεχώρησαν λυπηθέντες, και επιστρέψαντες εις την πατρίδα των εξώρισαν τους στρατηγούς των. Ταύτα τα κατά τους Μαντινείς και τους Ηλείους.
78. Εις δε το εν Πλαταιαίς στρατόπεδον των Αιγινητών ήτο ο Λάμπων του Πύθου, εις των προκρίτων της Αιγίνης, όστις συλλαβών σκέψεων ανοσιωτάτην, ηθέλησε να ομιλήση προς τον Παυσανίαν πλησιάσας λοιπόν εύρον μετά σπουδής τω είπεν· «Ω παι του Κλεομβρότου, κατωρθώσας έργον υπερφυές διά το μέγεθος και το κάλλος· θεός τις βεβαίως ηθέλησε να λυτρώσης την Ελλάδα και να αφήσης την λαμπροτέραν φήμην από όσας ημείς ηξεύρομεν. Αλλ' εις τα γενόμενα πρόσθες και τούτο όπερ μένει να πράξης, διά να προσκτήσης φήμην μεγαλειτέραν και να μη τολμά εις το εξής κανείς βάρβαρος να πράττη κατά των Ελλήνων έργα ανόσια. Αποθανόντος του Λεωνίδου εις τας Θερμοπύλας, ο Μαρδόνιος και ο Ξέρξης αποκόψαντες την κεφαλήν του ανήρτησαν αυτήν εις πάσσαλον. Αποδίδων λοιπόν συ τα ίσα εις τον Μαρδόνιον, θα επαινεθής πρώτον μεν υπό πάντων των Σπαρτιατών, έπειτα δε και υπό των άλλων Ελλήνων· καθότι εάν ανασκολοπίσης τον Μαρδόνιον, εκδικείσαι τον θείον σου Λεωνίδαν.» Ο μεν Λάμπων ταύτα έλεγε, νομίζων ότι ευαρεστεί τον Παυσανίαν.
79. Αλλ' ο Παυσανίας απεκρίθη ως εξής· «Ω ξένε μου Αιγινήτα, επαινώ μεν την ένδοιαν και την πρόβλεψίν σου, η συμβουλή σου όμως δε είναι αγαθή τωόντι, αφού ανύψωσας και εμέ και την πατρίδα και το έργον, με ρίπτεις έπειτα εις το μηδέν, παραινών με να ατιμάσω νεκρόν, και λέγων ότι εάν πράξω τούτο θα επαινεθώ περισσότερον. Τοιαύται όμως πράξεις αρμόζουσι μάλλον εις τους βαρβάρους ή εις τους Έλληνας, και πάλιν τους μεμφόμεθα όταν τας πράττωσι. Ποτέ να μη αξιωθώ να φανώ ευάρεστος διά τοιούτων ανοσιοτήτων εις τους Αιγινήτας και εις τους αρεσκομένους εις ταύτας· με αρκεί να ευαρεστώ εις τους Σπαρτιάτας, όσια πράττων και όσια λέγων. Ο δε Λεωνίδας τον οποίον με παραινείς να εκδικήσω, ούτος εξεδικήθη λαμπρώς· αυτός και οι μετ' αυτού εν Θερμοπύλαις τελευτήσαντες εξεδικήθησαν διά του θανάτου απείρου πλήθους βαρβάρων. Συ δε εάν έχης τοιαύτας συμβουλάς, μη πλησιάσης άλλοτε εις εμέ, και γνώριζε χάριν ότι δεν ετιμωρήθης.»
80. Και ούτος μεν ταύτα ακούσας ανεχώρησεν· ο δε Παυσανίας εκήρυξε να μη εγγίσωσι τα λάφυρα, και διέταξε τους είλωτας να συγκομίσωσιν όλα τα πράγματα εις έν μέρος. Ούτοι δε περιερχόμενοι εις το στρατόπεδον εύρισκον σκηνάς χρυσάς και αργυράς, κλίνας επιχρύσους και επαργύρους, κρατήρας χρυσούς, φιάλας, και άλλα ποτήρια· προσέτι εύρισκον επί αμαξών σάκκους εντός των οποίων εφαίνοντο ότι ήσαν λέβητες χρυσοί και αργυροί, και εκ των φονευμένων ανθρώπων ελάμβανον ψέλια, περιδέραια και ακινάκας χρυσούς, καθότι διά τα πεποικιλμένα ενδύματα ουδείς εφρόντιζε. Τότε οι είλωτες κλέπτοντες πολλά επώλουν ταύτα εις τους Αιγινήτας, όσα δε δεν ηδύναντο να κρύψωσι τα εφανέρονον. Ώστε τα μεγάλα πλούτη των Αιγινητών ταύτην την αρχήν έχουσιν, επειδή ηγόραζον από τους είλωτας τον χρυσόν ως αν ήτο χαλκός.
81. Αφού λοιπόν εσύναξαν όλα τα πολύτιμα πράγματα και εχώρισαν την δεκάτης διά τον εν Δελφοίς θεόν, εξ ης κατεσκευάσθη ο χρυσούς τρίπους όστις εστήθη πλησίον του βωμού, επί του τρικεφάλου χαλκίνου όφεως· αφού εχώρισαν την δεκάτην διά τον εν Ολυμπία θεόν, εξ ης κατεσκευάσθη ο δεκάπηχυς χάλκινος Ζευς· αφού εχώρισαν και άλλην δεκάτην διά τον εν τω Ισθμώ θεόν, εξ ης κατεσκευάσθη χάλκινος Ποσειδών επτάπηχυς· αφού εχώρισαν ταύτας τας δεκάτας, εμοιράσθησαν όλα τα λοιπά, τας παλλακάς των Περσών, τον χρυσόν, τον άργυρον, τούς άλλους θησαυρούς και τα υποζύγια και έκαστος έλαβε το μερίδιον του οποίου εκρίθη άξιος. Ουδείς αναφέρει πόσα κατ' εξαίρεσιν εδόθησαν εις ους αριστεύσαντας εν τη μάχη ταύτη των Πλαταιών· εικάζω όμως ότι εδόθησαν. Εις δε τον Παυσανίαν εδόθησαν δέκα εξ όλων γυναίκες, ίπποι, κάμηλοι, τάλαντα και άλλα πράγματα.
82. Λέγουσι δε ότι εγένετο και το εξής· ότι ο Ξέρξης, φεύγων εκ της Ελλάδος, άφησεν εις τον Μαρδόνιον, όλην την αποσκευήν του, συγκειμένην εκ χρυσού, αργύρου και παραπετασμάτων ποικίλων. Ιδών τα πλούτη ταύτα ο Παυσανίας διέταξε τους αρτοκόπους και τους οψοποιούς να τω ετοιμάσωσι δείπνον απαραλλάκτως ως το ητοίμαζον διά τον Μαρδόνιον. Αφού ούτοι υπήκουσαν, ο Παυσανίας ιδών κλίνας χρυσάς και αργυράς καλώς εστρωμένας, και τραπέζας χρυσάς και αργυράς, και την ετοιμασίαν δείπνου μεγαλοπρεπούς, κατεπλάγη δι' όσα έβλεπε προ των οφθαλμών του, και γελάσας διέταξε τους υπηρέτας του να τω ετοιμάσωσι δείπνον Λακωνικόν. Αφού ητοιμάσθη το δείπνον, επειδή η μεταξύ των δύο διαφορά ήτο μεγάλη, ο Παυσανίας γελών πάντοτε προσεκάλεσε τους στρατηγούς των Ελλήνων. Συνελθόντων δε τούτων, είπε δεικνύων αυτοίς τα δύο ετοιμασθέντα δείπνα· «Άνδρες, Έλληνες, σας συνήγαγον θέλων να σας δείξω την αφροσύνην του Μήδου, όστις τοιαύτην δίαιταν έχων, ήλθε να μας αφαιρέση ταύτην την ευτελή τροφήν. Ταύτα λέγουσιν ότι είπεν ο Παυσανίας εις τους στρατηγούς των Ελλήνων.
83. Πολύν χρόνον μετά ταύτα διάφοροι Πλαταιείς εύρον θήκας πλήρεις χρυσού, αργύρου και άλλων πολυτίμων πραγμάτων. Παρετηρήθη δε και τούτο ύστερον από τας ανακαλύψεις ταύτα, αφού διελύθησαν αι σάρκες των νεκρών και έμειναν τα οστέα γυμνά, οι Πλαταιείς εσύναξαν αυτά εις έν μέρος· μεταξύ τούτων, λοιπόν ευρέθη κεφαλή ουδεμίαν έχουσα ραφήν, αλλ' ούσα εξ ενός μόνου οστού· ευρέθη προσέτι γνάθος, και το άνω μέρος της γνάθου, έχουσα οδόντας μονοφυείς, ήτοι όλους εξ ενός οστού, και τους εμπροσθίους και τους γομφίους. Εφάνησαν και τα οστά ανδρός πενταπήχεως.
84. Την δευτέραν ημέραν το σώμα του Μαρδονίου εγένετο άφαντον. Ποίος το ήρπασε, δεν ηξεύρω να είπω ακριβώς· ήκουσα όμως παρά πολλών και διαφόρων εθνών ανθρώπων ότι έθαψαν τον Μαρδόνιον, και ηξεύρω ότι πολλοί έλαβον μεγάλα δώρα παρά του Αρτόντου, υιού του Μαρδονίου, διά τούτο το έργον. Δεν ηδυνήθην όμως να εξακριβώσω τις εξ αυτών έκλεψε τωόντι και έθαψε τον νεκρόν του Μαρδονίου. Επικρατεί εν τούτοις φήμη τις ότι ήτο ο Εφέσιος Διονυσοφάνης. Οπωσδήποτε ο μεν Μαρδόνιος τοιουτοτρόπως ετάφη.
85. Οι δε Έλληνες αφού εμοιράσθησαν τα λάφυρα εις τας Πλαταιάς έθαψαν τους αυτών νεκρούς, ιδιαιτέρως έκαστον έθνος. Και οι μεν Λακεδαιμόνιοι έκαμον τρεις τάφους· εις τον ένα έθαψαν τους ιρένας (28), εκ των οποίων ήσαν ο Ποσειδώνιος, ο Αμομφάρετος, ο Φιλοκύων και ο Καλλικράτης. Εις τον ένα λοιπόν ετέθησαν οι ιρένες· εις τον δεύτερον οι λοιποί Σπαρτιάται, και εις τον τρίτον οι είλωτες. Ούτοι μεν ούτως ετάφησαν· οι δε Τεγεάται έθαψαν τους δικούς των όλους ομού, ομοίως οι Αθηναίοι, και ομοίως οι Μεγαρείς και οι Φλιάσιοι τους φονευθέντας υπό του ιππικού. Και τούτων δεν όλων οι τάφοι ήσαν πλήρεις· όσοι δε τάφοι των άλλων Ελλήνων φαίνονται εις τας Πλαταιάς, ούτοι ως μανθάνω είναι κενοτάφια τα οποία αισχυνόμενοί τινες διά την εκ της μάχης απουσίαν των έκαμον διά να απατώσι τους μεταγενεστέρους, μεταξύ άλλων υπάρχει και τάφος καλούμενος των Αιγινητών, περί του οποίου ήκουσα ότι δέκα έτη μετά την μάχην ταύτην, κατά παράκλησιν των Αιγινητών, έκαμεν ο Πλαταιεύς Κλεάδης του Αυτοδίκου, ων πρόξενος αυτών.
86. Αφού λοιπόν έθαψαν οι Έλληνες τους νεκρούς εις τας Πλαταιάς, αμέσως έκαμον συμβούλιον εις το οποίον απεφάσισαν να στρατεύσωσι κατά των Θηβαίων και να απαιτήσωσι τους μηδίσαντας εξ αυτών, ιδίως τον Τιμαγενίδην και τον Ατταγίνον, οίτινες ήσαν οι αρχηγοί του κόμματος· εάν δε δεν τους δώσωσι, να μη λύσωσι την πολιορκίαν πριν κυριεύσωσι την πόλιν. Αφού απεφάσισαν ταύτα, την ενδεκάτην ημέραν μετά την μάχην έφθασαν και επολιόρκησαν τους Θηβαίους, ζητούντες να τοις παραδώσωσι τους ανθρώπους τούτους· επειδή δε οι Θηβαίοι δεν ήθελον να τους παραδώσωσιν, εδήουν την χώραν των και επετίθεντο κατά του τείχους.
87. Την δε εικοστήν ημέραν, επειδή οι Έλληνες δεν έπαυον βλάπτοντες τους πολιορκουμένους, ο Τιμαγενίδης είπεν εις τους Θηβαίους τα εξής· «Άνδρες Θηβαίοι, επειδή οι Έλληνες έκαμον τοιαύτην απόφασιν, να μη λύσωσι την πολιορκίαν πριν ή τας Θήβας κυριεύσωσιν ή ημάς παραδώσετε εις αυτούς, ας μη πάθη πλειότερα ένεκα ημών η Βοιωτία γη. Εάν χρησιμεύωμεν πρόφασις, εάν κυρίως θέλωσι χρήματα, ας τοις δώσωμεν χρήματα εκ του κοινού, καθότι μετά του κοινού εμηδίσαμεν και ουχί μόνοι· εάν δε τωόντι ζητούσιν ημάς τότε ημείς υπάγομεν προς αυτούς διά να απολογηθώμεν.» Ορθότατοι και έγκαιροι εφάνησαν οι λόγοι των. Όθεν αμέσως οι Θηβαίοι έπεμψαν κήρυκα εις τον Παυσανίαν διά να τω είπωσιν ότι ήσαν έτοιμοι να τω παραδώσωσι τους ανθρώπους.
88. Αφού έκαμαν συνθήκας επί τούτω τω όρω, ο μεν Ατταγίνος απέδρα εκ της πόλεως· αντ' αυτού δε συνέλαβον τα τέκνα του και τα έφερον εις τον Παυσανίαν, όστις τα απέλυσεν ειπών ότι τα τέκνα δεν είναι ένοχα μηδισμού. Οι δε άλλοι όσους παρέδοσαν οι Θηβαίοι, ούτοι μεν ενόμιζον ότι θα λάβωσι την άδειαν να απολογηθώσι και ήλπιζαν να σωθώσι διά χρημάτων· ο Παυσανίας όμως, άμα τους παρέλαβεν, υποπτεύσας ταύτα, διέλυσεν όλον τον στρατόν των συμμάχων, τους δε αιχμαλώτους έφερεν εις την Κόρινθον και τους εθανάτωσε. Ταύτα τα εν Πλαταιαίς και εν Θήβαις γενόμενα.
89. Ο δε Αρτάβαζος του Φαρνάκους, φυγών εκ των Πλαταιών, είχεν ήδη προχωρήσει πολύ· ότε δε έφθασεν εις την Θεσσαλίαν, προσεκάλεσαν αυτόν εις φιλοξενίαν οι Θεσσαλοί και τον ηρώτησαν περί του άλλου στρατού, μη ηξεύροντες τι συνέβη εις τας Πλαταιάς. Ο Αρταβάζος ενόησεν ότι εάν τοις έλεγεν όλην την αλήθειαν περί της μάχης, και αυτός θα κινδυνεύση να απολεσθή και το μετ' αυτού στράτευμα, καθότι ουδεμία αμφιβολία υπήρχεν ότι έκαστος ήθελε σπεύσει να κινηθή εναντίον των. Ταύτα σκεπτόμενος ούτε προς τους Φωκείς εμαρτύρησέ τι, και προς τους Θεσσαλούς είπε τα εξής· «Εγώ μεν, ω άνδρες Θεσσαλοί, τρέχω ως βλέπετε να φθάσω όσον τάχιστα εις την Θράκην, και σπεύδω σταλείς εκ του στρατοπέδου μετά των στρατιωτών τούτων δι' υπόθεσιν σπουδαίαν. Αυτός δε ο Μαρδόνιος και ο στρατός αυτού ερχόμενος κατόπιν μου θέλουν φθάσει εντός ολίγου. Τούτον ξενίσατε· και εις αυτόν φανήτε πρόθυμοι, καθότι τούτο πράττοντες δεν θα μεταμεληθήτε εις το μέλλον.» Ταύτα ειπών έλαβε τον στρατόν και ανεχώρησε ταχέως διά της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας κατ' ευθείαν εις την Θράκην· σπεύδων δε άφινε τας μεγάλας οδούς και διήρχετο διά των αγρών. Έφθασε δε τοιουτοτρόπως εις το Βυζάντιον, αφού υπέστη πολλάς απωλείας· καθότι άλλοι μεν εκ των στρατιωτών του κατεκόπησαν υπό των Θρακών, άλλοι δε απέθανον υπό του λιμού και του καμάτου. Εκ του Βυζαντίου δε διέβη με πλοιάρια. Ούτος μεν τοιουτοτρόπως επέστρεψεν εις την Ασίαν.