83. Τοσούτον δε ηρημώθη ανδρών το Άργος, ώστε οι δούλοι έλαβον όλην την εξουσίαν, άρχοντες και διοικούντες, μέχρις ου ηλικιώθησαν οι παίδες των φονευθέντων, οίτινες αναλαβόντες την κατοχήν του Άργους εδίωξαν τους δούλους. Διωχθέντες δε ούτοι, εκυρίευσαν με μάχην την Τίρυνθον. Και επί τινα μεν χρόνον τα δύο μέρη έζησαν ειρηνικώς· αλλά μάντις τις ονόματι Κλέανδρος, εκ της εν Αρκαδία Φιγαλείας καταγόμενος, υπήγεν εις τους δούλους και τους έπεισε να επιτεθώσι κατά των δεσποτών των. Από της στιγμής δε εκείνης μακρός πόλεμος ηκολούθησε, και μόλις επί τέλους επεκράτησαν οι Αργείοι.
84. Εις τα συμβάντα ταύτα αποδίδουσιν οι Αργείοι την μανίαν υπό της οποίας καταληφθείς ο Κλεομένης απώλετο κακώς. Οι δε Σπαρτιάται λέγουσιν ότι ουδείς θεός ετάραξε τας φρένας του, αλλ' ότι συναναστραφείς με Σκύθας εγένετο οινοπότης και εκ τούτου εξεμάνη. Τωόντι οι νομάδες Σκύθαι, μετά την εισβολήν του Δαρείου, εζήτουν πρόφασιν να τον εκδικηθώσιν. Όθεν πέμψαντες εις την Σπάρτην εζήτουν να κάμωσι συμμαχίαν και να συμφωνήσωσιν ώστε αυτοί μεν οι Σκύθαι να αποπειραθώσι την διάβασιν του Φάσιδος και να εισέλθωσιν εις την Μηδικήν, οι δε Σπαρτιάται να κινήσωσιν από την Έφεσον και να αναβώσι προς συνάντησίν των. Λέγουσι λοιπόν οι Σπαρτιάται ότι ότε ήλθον οι Σκύθαι εις την Σπάρτην δι' αυτήν την υπόθεσιν, ο Κλεομένης συνανεστράφη πολύ με τους Σκύθας και έμαθε παρ' αυτών να πίνη άκρατον οίνον. Αύτη ήτο η αιτία της μανίας του Κλεομένους ως νομίζουσιν οι Σπαρτιάται. Εκ τούτου όταν θέλωσι να πίωσιν οίνον καθαρόν, λέγουσιν ότι πίνουσιν ως οι Σκύθαι. Ταύτα τα περί του Κλεομένους παρά των Σπαρτιατών λεγόμενα· εγώ όμως φρονώ ότι τούτο ήτο θεία εκδίκησις γενομένη εις τον Κλεομένην διά τον Δημάρατον.
85. Άμα οι Αιγινήται έμαθον ότι απέθανεν ο Κλεομένης, έπεμψαν εις την Σπάρτην πρέσβεις να κατηγορήσωσι τον Λεωτυχίδην διά τους συμπολίτας των όσοι εφυλάσσοντο ως όμηροι εις τας Αθήνας. Οι δε Λακεδαιμόνιοι συγκαλέσαντες δικαστήριον έκρινον ότι μεγάλη ατιμία εγένετο εκ μέρους του Λεωτυχίδου προς τους Αιγινήτας και απεφάσισαν να παραδοθή ούτος εις τους εγκαλούντας προς αντάλλαγμα εκείνων οίτινες εκρατούντο εις τας Αθήνας. Ενώ δε οι Αιγινήται ήσαν έτοιμοι να λάβωσι τον Λεωτυχίδην, ο Θεασίδης του Λεωπρέπους, ανήρ έγκριτος της Σπάρτης, είπεν εις αυτούς· «Τι θέλετε να πράξετε ω Αιγινήται; να λάβετε τον βασιλέα των Σπαρτιατών τον οποίον σας παραδίδουσιν οι πολίται; Αλλ' εάν τώρα υπό θυμού οι Σπαρτιάται απεφάσισαν ούτω, προσέξατε μήπως ύστερον, εάν πράξετε ταύτα, έλθωσι και εξολοθρεύσωσι την χώραν σας.» Ταύτα ακούσαντες οι Αιγινήται παρητήθησαν του σκοπού των και συνεβιβάσθησαν ως εξής· να τους συνοδεύση ο Λεωτυχίδης εις τας Αθήνας και να τοις αποδώση τους ομήρους.
86. Ελθών ο Λεωτυχίδης εις τας Αθήνας απήτει την παρακαταθήκην, αλλ' οι Αθηναίοι απέφευγον το πράγμα υπό διαφόρους προφάσεις, λέγοντες μεταξύ άλλων ότι ότε παρεκατέθεσαν τους ανθρώπους εκείνους ήσαν δύο βασιλείς και ότι δεν ήτο εύλογον να τους αποδώσωσιν εις τον ένα άνευ της παρουσίας και του άλλου. 1. Επειδή λοιπόν οι Αθηναίοι είπον ότι δεν τους δίδουσιν, ο Λεωτυχίδης τους ωμίλησεν ως εξής. «Πράξατε, ω Αθηναίοι, ό,τι θέλετε εκ των δύο· εάν μεν τους αποδώσετε, θα πράξετε όσια, εάν δε δεν τους αποδώσετε, τα εναντία τούτων. Εγώ εν τούτοις θα σας διηγηθώ τι συνέβη εις την Σπάρτην σχετικόν ως πρός τινα παρακαταθήκην. Λέγομεν ημείς οι Σπαρτιάται ότι τρεις γενεάς προ εμού έζη εις την Λακεδαίμονα Γλαύκος ο Επικύδους. Ο άνθρωπος ούτος, ως λέγομεν ημείς, επρώτευε δι' όλα του τα προτερήματα, αλλά προ πάντων διά τον σεβασμόν του προς τους κανόνας της δικαιοσύνης προς τους οποίους υπήκουεν όσον ουδείς άλλος εκ των κατοικούντων τότε την Λακεδαίμονα. Εις τούτον λέγομεν ότι συνέβη τότε το εξής. Μιλήσιός τις ελθών εις την Σπάρτην εζήτησε να τω ομιλήση και τω προέτεινε τα εξής· Λυδός όστις και ήλθον, ω Γλαύκε, θέλων να απολαύσω την δικαιοσύνην σου· καθότι εις όλην την Ελλάδα και την Ιωνίαν ήκουσα να γίνεται λόγος πολύς διά την δικαιοσύνην σου. Εσκέφθην ότι η Ιωνία είναι πάντοτε εκτεθειμένη εις ταραχάς, ενώ η Πελοπόννησος ένεκα της θέσεώς της είναι ασφαλεστάτη· παρ' ημίν τα πλούτη δεν μένουσι πάντοτε εις τους αυτούς ανθρώπους. Ταύτα βλέπων και σκεφθείς έκρινα καλόν να μετατρέψω εις μετρητά το ήμισυ της περιουσίας μου και να το παρακαταθέσω εις σε, βέβαιος ων ότι θα το διαφυλάξης αβλαβές. Όθεν δέχθητι σε παρακαλώ τα χρήματα, και λαβών φύλαξον το σημείον τούτο· θέλεις δε τα αποδώσει εις εκείνον όστις σε τα ζητήσει δεικνύων όμοιον σημείον.» 2. Ούτως ωμίλησεν ο Μιλήσιος ξένος, ο δε Γλαύκος επ' αυτή τη συμφωνία εδέχθη την παρακαταθήκην. Μετά παρέλευσιν πολλού χρόνου ήλθον εις την Σπάρτην οι παίδες αυτού του παρακαταθέσαντος τα χρήματα· ευρόντες δε τον Γλαύκον και δεικνύοντες το σημείον, απήτουν παρ' αυτού τα χρήματα. Αλλ' ο Γλαύκος τους απέβαλεν αποκρινόμενος τα εξής· «Ούτε ενθυμούμαι την υπόθεσιν ταύτην, ούτε ελαχίστην έχω ιδέαν περί του πράγματος περί του οποίου με ομιλείτε. Εάν το ενθυμηθώ, θα πράξω ό,τι είναι δίκαιον· εάν έλαβον, θα αποδώσω αμέσως, και εάν δεν έλαβον τίποτε, θα μεταχειρισθώ καθ' υμών τους Ελληνικούς νόμους. Περί τούτου δε θέλω σας δώσει απόκρισιν μετά τέσσαρας μήνας από της σήμερον.» 3. Και οι μεν Μιλήσιοι ανεχώρησαν τεθλιμμένοι, ως στερηθέντες τα χρήματά των· ο δε Γλαύκος μετέβη εις τους Δελφούς διά να συμβουλευθή το χρηστήριον. Όταν δε ηρώτησεν εάν δύναταί τις να οικειοποιηθή τα χρήματα με όρκον, η Πυθία τον ετιμώρησε διά των εξής λόγων· «Γλαύκε, υιέ του Επικύδους, προς το παρόν τούτο είναι επικερδέστερον, να κερδήση τις την υπόθεσίν του δι' όρκου και να οικειοποιηθή τα ξένα χρήματα. Ας ομόση καθότι και ο φυλάττων και ο μη φυλάττων τον όρκον του οφείλει να αποθάνη. Αλλ' ο όρκος έχει υιόν ανώνυμον (12),όστις δεν έχει μεν μήτε χείρας μήτε πόδας, καταδιώκει όμως ταχέως τον άνθρωπον μέχρις ου καταστρέψη όλην την οικίαν και την γενεάν του. Η γενεά όμως του ανθρώπου όστις φυλάττει τον όρκον του ευδαιμονεί επί μάλλον και μάλλον.» Ταύτα ακούσας ο Γλαύκος παρεκάλεσε τον θεόν να συγχωρήση την ερώτησίν του· η δε Πυθία απεκρίθη ότι το να ερωτήση τις τον θεόν περί τοιούτου πράγματος είναι ως και να το έπραξε. 4. Ο Γλαύκος λοιπόν προσκαλέσας τους Μιλησίους ξένους, απέδωκεν αυτοίς τα χρήματα. Διά ποίαν δε αιτίαν, ω Αθηναίοι, παρεκινήθην να είπω τον λόγον τούτον, ακούσατε. Του Γλαύκου τούτου σήμερον ούτε απόγονός τις περιεσώθη ούτε εστία την οποίαν να δύναταί τις να είπη ότι είναι του Γλαύκου· όλα ταύτα πρόρριζα κατεστράφησαν εις την Σπάρτην. Είναι λοιπόν καλόν, προκειμένου περί παρακαταθήκης, να μη σκέπτεταί τις άλλο ειμή πώς να την αποδώση εις εκείνους οίτινες την ζητήσωσιν» Και ο μεν Λεωτυχίδης ταύτα είτε, και επειδή οι Αθηναίοι πάλιν δεν τον εισήκουον ανεχώρησεν.
87. Οι δε Αιγινήται πριν ακόμη τιμωρηθώσι διά τα προλαβόντα αδικήματα τα οποία έκαμαν εις τους Αθηναίους χαριζόμενοι εις τους Θηβαίους, προσέθεσαν και τα εξής. Μεμφόμενοι τους Αθηναίους και λέγοντες ότι ηδικούντο παρ' αυτών, ητοιμάζοντο να τους εκδικηθώσιν. Οι Αθηναίοι ετέλουν κατά παν πέμπτον έτος θυσίας εις το Σούνιον· λοχήσαντες δε οι Αιγινήται την θεωρίδα ναυν, συνέλαβον αυτήν πλήρη ανδρών εκ των πρώτων Αθηναίων και εδέσμευσαν τους άνδρας.
88. Παθόντες ταύτα οι Αθηναίοι παρά των Αιγινητών δεν ανέβαλον πλέον να επιχειρήσωσιν ό,τι ηδύναντο κατ' αυτών. Ευρίσκετο τότε εις την Αίγιναν Νικόδρομός τις ονομαζόμενος, υιός του Κνοίθου, ανήρ έγκριτος, όστις εμέμφετο τους Αιγινήτας διότι τον εξώρισαν προλαβόντως από την νήσον, και μαθών τότε ότι οι Αθηναίοι ητοιμάζοντο να βλάψωσι τους Αιγινήτας, συνεφώνησε με τους Αθηναίονς να τοις παραδώση την Αίγιναν, προσδιορίσας την ημέραν καθ' ην ήθελεν επιχειρήσει αυτός και καθ' ην οι άλλοι έμελλον να έλθωσι προς βοήθειάν του. Μετά ταύτα ο Νικόδρομος, αφού συνεφώνησε με τους Αθηναίους, κατέλαβε την παλαιάν καλουμένην πόλιν.
89. Οι Αθηναίαι όμως δεν έφθασαν εγκαίρως, καθ' ότι έτυχον να μη έχωσιν ικανά πλοία διά να αντιταχθώσιν εις τα των Αιγινητών. Ενώ λοιπόν διεπραγματεύοντο με τους Κορινθίους να τοις δανείσωσι πλοία, κατεστράφη η υπόθεσις. Οι δε Κορίνθιοι, επειδή κατ' εκείνην την εποχήν ήσαν στενοί φίλοι των Αθηναίων έδοσαν κατά την αίτησίν των εις τους Αθηναίους είκοσι πλοία, πωλήσαντες αυτά προς πέντε δραχμάς έκαστον, καθότι οι νόμοι της Κορίνθου δεν επέτρεπον να κάμνωσι δωρεάς. Ταύτα λοιπόν λαβόντες οι Αθηναίοι, και τα ιδικά των, άτινα εγένοντο εν όλοις εβδομήκοντα, συνεπλήρωσαν τα πληρώματά των και έπλευσαν κατά της Αιγίνης· έφθασαν όμως μίαν ημέραν βραδύτερον της συμφωνηθείσης.
90. Ο δε Νικόδρομος, μη βλέπων τους Αθηναίους φθάνοντας εγκαίρως, εμβάς εις πλοίον έφυγεν εκ της Αιγίνης μετά των οπαδών του, εις τους οποίους οι Αθηναίοι έδοσαν το Σούνιον διά να κατοικήσωσιν. Εντεύθεν δε ούτοι ορμώμενοι ήγον και έφερον τους εν τη νήσω Αιγινήτας. Αλλά ταύτα συνέβησαν βραδύτερον.
91. Οι δε πλούσιοι των Αιγινητών επεκράτησαν του μετά του Νικοδρόμου επαναστατήσαντος δήμου, και έπειτα συλλαμβάνοντες εξήγον αυτούς έξω της πόλεως και τους εθανάτονον. Τότε διέπραξαν και ασέβειάν τινα την οποίαν δεν ηδυνήθησαν να αποτίσωσι με όλους τους εξιλασμούς τους οποίους έκαμον, αλλ' εδιώχθησαν εκ της νήσου πριν εξιλεώσωσι την Δήμητραν. Συλλαβόντες ούτοι επτακοσίους εκ του δήμου, εξήγον διά να τους θανατώσωσιν· είς εξ αυτών, διαφυγών τα δεσμά, κατέφυγεν εις τα πρόθυρα της θεάς και λαβών το δακτύλιον της θύρας εκρατείτο εκεί. Οι δε Αιγινήται, επειδή έλκοντες δεν ηδυνήθησαν να τον αποσπάσωσιν, απέκοψαν τας χείρας αυτού και τοιουτοτρόπως τον έσυρον· αι χείρες δε εκείναι έμειναν προσκεκολλημέναι εις τον κρίκον.
92. Ταύτα έπραξαν οι Αιγινήται εις τους επαναστατήσαντας· προς δε τους Αθηναίους, ότε έφθασαν, εναυμάχησαν με εβδομήκοντα πλοία. Ηττηθέντες όμως εις την ναυμαχίαν, επεκαλέσθησαν και πάλιν τους Αργείους. Αλλ' ούτοι δεν τους εβοήθησαν ωργισμένοι διότι πλοία τινα Αιγινητικά αναγκασθέντα υπό του Κλεομένους προσέγγισαν εις την Αργολίδα και οι ναύται αυτών απέβησαν εις την ξηράν ομού με τους Λακεδαιμονίους. Κατά την αυτήν εκστρατείαν έκαμον απόβασιν καί τινες άνδρες από Σικυωνικά πλοία. Οι Αργείοι έπειτα επέβαλον εις τας δύο πόλεις να πληρώσωσι χίλια τάλαντα, πεντακόσια εκάστη. Και οι μεν Σικυώνιοι, αναγνωρίσαντες ότι ηδίκησαν, συνεφώνησαν να πληρώσωσιν εκατόν τάλαντα και να μείνωσιν ακαταδίωκτοι· οι δε Αιγινήται ου μόνον δεν ωμολόγησαν το άδικον, αλλ' εδείκνυον και αυθάδειαν τινά. Διά τούτο λοιπόν ότε έλαβον ανάγκην, ουδείς Αργείος εβοήθησεν αυτούς, ειμή μόνον χίλιοι περίπου εθελονταί. Ωδήγει δε αυτούς ο Ευρυβάτης, ανήρ όστις είχεν ασκηθή εις το πένταθλον. Οι πλείστοι όμως εξ αυτών δεν επέστρεψαν οπίσω, αλλ' εφονεύθησαν υπό των Αθηναίων εις την Αίγιναν. Αυτός δε ο στρατηγός Ευρυβάτης, ων επιτήδειος εις την μονομαχίαν, εφόνευσε τρεις Αθηναίους, αλλ' εφονεύθη υπό του τετάρτου, Σωφάνους του Δεκελέως.
93. Οι Αιγινήται, ενώ ήσαν οι Αθηναίοι εις αταξίαν επιτεθέντες τους ενίκησαν και συνέλαβον τέσσαρα πλοία μετά των πληρωμάτων. Είχε λοιπόν ανάψει ο πόλεμος μεταξύ των Αθηναίων και των Αιγινητών.
94. Ο δε Δαρείος εν τοσούτω επέμενεν εις το σχέδιόν του· και επειδή αφ' ενός μεν ο υπηρέτης του τω ενθύμιζε τους Αθηναίους, αφ' ετέρου δε οι Πεισιστρατίδαι τον επίεζον και δεν έπαυον να κατηγορώσι τους Αθηναίους, ενταυτώ δε ήθελε και αυτός με αυτήν την πρόφασιν να υποτάξη τους Έλληνας όσοι δεν τω έδωσαν γην και ύδωρ· διά ταύτα τον μεν Μαρδόνιον, μη ευδοκιμήσαντα εις την πρώτην εκστρατείαν έπαυσε της στρατηγίας, διορίσας άλλους στρατηγούς, τον Δάτιν, Μήδον το γένος, και τον ανεψιόν του Αρταφέρνην, υιόν του Αρταφέρνους, απέστειλεν αυτούς κατά της Ερετρίας και των Αθηνών, παραγγείλας να τας εξανδραποδίσωσι και να τω φέρωσι τα ανδράποδα.
95. Οι παρά του βασιλέως διορισθέντες και εκπεμφθέντες ούτοι στρατηγοί έφθασαν εις το Αληίον πεδίον της Κιλικίας, έχοντες μεθ' εαυτών στρατόν πολύν και καλώς συγκεκροτημένον. Ενώ δε ήσαν εστρατοπεδευμένοι, έφθασε και ο ναυτικός στρατός όστις επίσης ήτο υπό τας διαταγάς των, και προσέτι τα ιππαγωγά πλοία τα οποία κατά το προλαβόν έτος ο Δαρείος είχε παραγγείλει εις τας φορολογουμένας πόλεις να ναυπηγήσωσιν. Αφού δε εισεβίβασαν τους ίππους και εισήλθεν ο στρατός εις τα πλοία, διευθύνθησαν με εξακοσίας τριήρεις προς την Ιωνίαν. Εκείθεν ο στόλος δεν ηκολούθησε την ακροθαλασσίαν ώστε να πλεύση κατ' ευθείαν προς τον Ελλήσποντον και την Θράκην, αλλ' αναχωρήσας εκ της Σάμου έπλεε το Ικάριον πέλαγος και διά των νήσων, φοβούμενοι τα μάλιστα, ως νομίζω, τον περίπλουν του Άθωνος, καθότι το προλαβόν έτος, θέλοντες να διέλθωσιν εκείθεν, υπέστησαν πολλάς ζημίας. Εκτός τούτου, τους ηνάγκαζεν εις τούτο και η Νάξος, ήτις εισέτι δεν είχε κυριευθή.
96. Ερχόμενοι από το Ικάριον πέλαγος οι Πέρσαι ήραξαν εις την Νάξον, κατά της οποίας ώφειλον κατά πρώτον να εκστρατεύσωσιν. Οι Νάξιοι ενθυμούμενοι τα προλαβόντα γεγονότα, άφησαν τας κατοικίας των και έφυγον εις τα όρη. Οι δε Πέρσαι ανδραποδίσαντες όσους επρόφθασαν να συλλάβωσιν, ενέπρησαν την πόλιν και τα ιερά. Ταύτα πράξαντες, εστράφησαν κατά των άλλων νήσων.
97. Ενώ δε ούτοι έπραττον ταύτα, οι Δήλιοι αφήσαντες και ούτοι την Δήλον, κατέφυγον εις την Τήνον. Όταν όμως τα πλοία επλησίασαν εις την Δήλον, ο Δάτις όστις προέπλεε δεν τα άφησε να εισέλθωσιν εις τον λιμένα της νήσου, άλλα τα διέταξε να αράξωσιν αντικρύ εις την Ρηνέαν. Μαθών δε πού ήσαν οι Δήλιοι, έπεμψε κήρυκα και τοις είπε τα εξής· «Άνδρες ιεροί, διατί φεύγετε μη κρίνοντές με ορθώς; διότι εγώ και ο ίδιος τοιαύτα φρονώ και τοιαύτας μοι έδωκεν ο βασιλεύς προσταγάς, να μη βλάψω τον τόπον όπου εγεννήθησαν οι δύο θεοί
(13), μήτε αυτήν την γην μήτε τους κατοίκους αυτής. Επιστρέψατε λοιπόν εις τας οικίας σας και έχετε την κατοχήν της νήσου σας.» Ταύτα εμήνυσε διά κήρυκος εις τους Δηλίους· μετά δε ταύτα συσσωρεύσας τριακόσια τάλαντα λιβανωτού τα έκαυσεν επί του βωμού.
98. Αφού έπραξε ταύτα ο Δάτις, ακολουθούμενος υπό των Ιώνων και των Αιολέων, διευθύνθη πρώτον κατά των Ερετριέων. Αμέσως μετά την αναχώρησίν του εσείσθη η Δήλος, διά πρώτην και τελευταίαν φοράν μέχρι της εποχής μου, ως έλεγον οι Δήλιοι. Και τούτο βεβαίως ήτο σημείον διά του οποίου ο θεός ηθέλησε να δείξη εις τους ανθρώπους τα κακά όσα έμελλον να συμβώσι· διότι επί της εποχής του Δαρείου του Υστάσπους, και του Ξέρξου του Δαρείου, και του Αρταξέρξου του Ξέρξου, των τριών τούτων γενεών κατά συνέχειαν, συνέβησαν εις την Ελλάδα πλειότερα κακά ή όσα κατά τας άλλας είκοσι γενεάς τας προ του Δαρείου, τα μεν υπό των Περσών γενόμενα, τα δε υπ' αυτών των κορυφαίων Ελλήνων εριζόντων περί της αρχής. Ώστε ουδόλως παράδοξον εάν εσείσθη η Δήλος, ούσα πρότερον ακίνητος. Προσέτι και εις χρησμόν τινα ήτο γεγραμμένον περί αυτής το εξής «Θ α - κ ι ν ή σ ω - κ α ι - τ η ν - Δ ή λ ο ν - ή τ ι ς - δ ε ν - ε κ ι ν ή θ η - π ρ ό τ ε ρ ον.» Σημαίνουσι δε τα ονόματα ταύτα εις την Ελληνικήν γλώσσαν, το μεν Δαρείος ισχυρός, το δε Ξέρξης πολεμικός, το δε Αρταξέρξης πολεμικώτατος. Τοιουτοτρόπως θα ηδύναντο οι Έλληνες να ονομάσωσιν ορθώς κατά την γλώσσαν των τους βασιλείς τούτους.
99. Οι δε βάρβαροι αναχθέντες εκ της Δήλου προσήγγιζον εις τας νήσους, και εντεύθεν παρελάμβανον στρατόν και ελάμβανον ομήρους τους παίδας των νησιωτών. Ότε δε περιπλεύσαντες τας νήσους έφθασαν εις την Κάρυστον, επειδή οι Καρύστιοι δεν έδιδον ομήρους και είπον ότι δεν στέλλουσι στρατόν εναντίον πόλεων γειτονικών, ως ωνόμαζον την Ερέτριαν και τας Αθήνας τότε επολιόρκησαν αυτούς και κατέστρεφον την χώραν των, μέχρις ου υπέκυψαν εις την θέλησιν των Περσών.
100. Οι δε Ερετριείς ακούσαντες ότι ο Περσικός στόλος έπλεε κατ' αυτών, εζήτησαν συνδρομήν παρά των Αθηναίων· οι δε Αθηναίοι δεν ηρνήθησαν την επικουρίαν, αλλά τοις έπεμψαν βοηθούς τους τετρακισχιλίους άνδρας οίτινες είχον λάβει διά κλήρου την χώραν των ιπποβοτών Χαλκιδέων. Τα βουλεύματα όμως των Ερετριέων δεν ήσαν συνετά· αφ' ενός εμήνυον τους Αθηναίους να έλθωσιν εις βοήθειάν των, αφ' ετέρου είχον άλλα διάφορα σχέδια. Οι μεν ήθελον να αφήσωσι την πόλιν και να φύγωσιν εις τα όρη της Ευβοίας, οι δε, ελπίζοντες να ανταμειφθώσιν από τους Πέρσας, ητοιμάζοντο εις προδοσίαν. Ιδών δε τι συνέβαινεν εις αυτούς ο Αισχίνης του Νόθωνος, είς των πρώτων της πόλεως, εφανέρωσεν εις τους Αθηναίους όλην την παρούσαν των κατάστασιν και τους παρεκάλεσε να αναχωρήσωσι διά να μη απολεσθώσι και αυτοί. Οι Αθηναίοι επείσθησαν εις τον Αισχίνην ταύτα συμβουλεύσαντα, και αυτοί μεν περάσαντες εις τον Ωρωπόν, εξησφάλισαν την σωτηρίαν των.
101. Οι δε Πέρσαι, ελθόντες διά θαλάσσης, ηγκυροβόλησαν εις τας Ταμύνας, Χοιρέας και Αιγίλια της Ερετρικής χώρας· προσεγγίσαντες δε εις ταύτα τα μέρη, εξέβαλον αμέσως τους ίππους και ητοιμάζοντο να επιτεθώσι κατά των εχθρών. Οι Ερετριείς μήτε να αντεπεξέλθωσι μήτε να πολεμήσωσιν εσκέφθησαν, αλλά μόνον πώς να διαφυλάξωσιν ει δυνατόν τα τείχη των, καθότι η γνώμη των περισσοτέρων ήτο να μη αφήσωσι την πόλιν. Κρατεράς δε προσβολής γενομένης κατά του τείχους, πολλοί έπιπτον εκατέρωθεν επί έξ ημέρας, τη δε εβδόμην ο Εύφορβος του Αλκιμάχου και ο Φίλαγρος του Κυνέου, άνδρες έγκριτοι μεταξύ των πολιτών, προδίδουσι την πόλιν εις τους Πέρσας, οίτινες εισελθόντες τα μεν ιερά εσύλησαν και έκαυσαν, εκδικούμενοι διά τα καυθέντα εις τας Σάρδεις ιερά, τους δε ανθρώπους εξηνδραπόδισαν κατά τας εντολάς του Δαρείου.
102. Αφού δε εγένοντο κύριοι της Ερετρίας και έμειναν εκεί ολίγας ημέρας, έπλευσαν έπειτα προς την Αττικήν σπεύδοντες και ελπίζοντες να μεταχειρισθώσι τους Αθηναίους ως μετεχειρίσθησαν τοις Ερετριείς. Επειδή δε ο Μαραθών ήτο μέρος της Αττικής επιτηδειότατον διά το ιππικόν και έκειτο πλησιέστατα της Ερετρίας, ωδήγησεν αυτούς εκεί ο Ιππίας του Πεισιστράτου.
103. Άμα δε έμαθον τούτο οι Αθηναίοι, έδραμον και αυτοί εις τον Μαραθώνα. Ωδήγουν δε αυτούς στρατηγοί δέκα, και ο δέκατος ήτο ο Μιλτιάδης του οποίου, ο πατήρ, Κίμων του Στησαγόρου, είχεν εξορισθή εκ των Αθηνών υπό του Πεισιστράτου του Ιπποκράτους. Ούτος, ενώ ήτο φυγάς, συνέβη να νικήση εις τα Ολύμπια με τέθριππον, την δε νίκην ταύτην μολονότι εκέρδησεν αυτός, έδωκεν εις τον ομομήτριον αδελφόν του Μιλτιάδην. Κατά την ακόλουθον Ολυμπιάδα, νικήσας πάλιν με τας ιδίας ίππους, παρεχώρησεν εις τον Πεισίστρατον να ανακηρυχθή νικητής, και τοιουτοτρόπως αφήσας εις αυτόν την νίκην, εφιλιώθη και κατέβη εις την πατρίδα του. Κερδίσας δε και άλλην Ολυμπιάδα με τας αυτάς ίππους εφονεύθη υπό των υιών του Πεισιστράτου, ότε δεν έζη πλέον αυτός ο Πεισίστρατος. Τον εφόνευσαν δε διά νυκτός προς το μέρος του πρυτανείου, κρύψαντες εκεί ανθρώπους. Και ετάφη ο Κίμων προ του άστεως, πέραν της οδού της καλουμένης διά Κοίλης αντικρύ δε αυτού ετάφησαν αι ίπποι εκείναι, αίτινες ενίκησαν τρεις Ολυμπιάδας. Τοσάκις είχον νικήσει άλλοτε και αι ίπποι του Ευαγόρου υιού του Λάκωνος, αλλ' ήσαν αι μόναι. Και ο μεν πρεσβύτερος των υιών του Κίμωνος Στησαγόρας ευρίσκετο τότε παρά τω πατρικώ θείω του Μιλτιάδη εις την Χερσόνησον, ο δε νεώτερος παρ' αυτώ τω Κίμωνι εις τας Αθήνας, έχων το όνομα Μιλτιάδης από του οικιστού της Χερσονήσου Μιλτιάδου.
104. Ούτος λοιπόν ο Μιλτιάδης, ελθών εκ της Χερσονήσου, ήτο τότε στρατηγός των Αθηναίων αφού διέφυγε δις τον θάνατον· πρώτον ότε οι Φοίνικες, έχοντες μεγάλην επιθυμίαν να τον συλλάβωσι και τον φέρωσιν εις τον βασιλέα, τον κατεδίωξαν μέχρι της Ίμβρου· δεύτερον ότε αποφυγών αυτούς έφθασεν εις την πατρίδα του όπου ενόμισεν ότι εσώθη, οι δε εχθροί του τον υπεδέχθησαν ενάξαντες εις το δικαστήριον και κατηγορήσαντες αυτόν ότι ετυράννευσε της Χερσονήσου. Διαφυγών όμως και τούτους, εγένετο στρατηγός των Αθηναίων εκλεχθείς υπό του δήμου.
105. Και πρώτον μεν, ενώ οι στρατηγοί ήσαν ακόμη εις την πόλιν, έπεμψαν εις Σπάρτην τον κήρυκα Φειδιππίδην, Αθηναίον, όστις ήτο και ταχυδρόμος επιτηδειότατος. Εις τούτον — ως ο ίδιος Φειδιππίδης διηγείτο και ανήγγειλεν εις τους Αθηναίους — ενεφανίσθη ο Παν περί το Παρθένιον όρος το υπεράνω της Τεγέας, και προσαγορεύσας αυτόν ονομαστί, τον διέταξε να ερωτήση τους Αθηναίους διατί δεν φροντίζουσι περί αυτού ποσώς, ενώ είναι εύνους προς αυτούς και εις πολλάς περιστάσεις τοις εφάνη χρήσιμος και θα τους ωφελήση και εις αυτήν την περίστασιν. Οι Αθηναίοι επίστευσαν εις τα λεχθέντα, και όταν ησύχασαν τα πράγματα έκτισαν κάτωθεν της ακροπόλεως ναόν του Πανός, τιμώντες αυτόν δι' επετείων θυσιών και αγώνων λαμπαδικών.
106. Ούτος δε ο Φειδιππίδης πεμφθείς τότε υπό των στρατηγών όπως εκτελέση την υπηρεσίαν εκείνην εις την οποίαν, ως διηγήθη, τω επεφάνη ο Παν, έφθασεν εις δύο ημέρας από την πόλιν των Αθηναίων εις την Σπάρτην. Παρουσιασθείς δε εις τους άρχοντας είπεν· «Ω Λακεδαιμόνιοι, οι Αθηναίοι σας παρακαλούσι να τους βοηθήσετε και να μη αφήσετε αρχαιοτάτην πόλιν της Ελλάδος να δουλωθή υπό βαρβάρων. Η Ερέτρια ηνδραποδίσθη και η Ελλάς εγένετο ασθενεστέρα ένεκα της απωλείας αξιολόγου πόλεως.» Είπε λοιπόν τα εντεταλμένα, και εκείνοι ενέκρινον μεν να βοηθήσωσι τους Αθηναίους, πλην ήτο αδύνατον να πράξωσι τούτο αμέσως, καθότι δεν ήθελον να παραβιάσωσι τον νόμον. Ήτο τωόντι εννάτη του μηνός, και είπον ότι δεν ηδύναντο να εκστρατεύσωσι πριν γίνη πλήρης ο κύκλος της σελήνης. Και ούτοι μεν περιέμενον την πανσέληνον.
107. Ο δε Ιππίας του Πεισιστράτου ωδήγησε τους βαρβάρους εις τον Μαραθώνα, ιδών την προλαβούσαν νύκτα το εξής όνειρον. Τω εφάνη ότι συνεκοιμήθη μετά της μητρός του και εκ του ονείρου τούτου εσυμπέρανεν ότι θα επανέλθη εις τας Αθήνας, ότι θα αναλάβη πάλιν την αρχήν, και ότι θα αποθάνη εις την κατοικίαν του γηραιός. Ταύτα εσυμπέρανεν εκ του δράματος. Τότε δε οδηγών τον στρατόν αφ' ενός μεν εξήγαγε τους αιχμαλώτους της Ερετρίας εις την νήσον των Στυρέων την καλουμένην Αιγίλιαν, αφ' ετέρου δε προσώρμιζε τα πλοία εις τον Μαραθώνα και παρέτασσε τους βαρβάρους εις μάχην καθ' όσον απέβαινον. Ενώ επεστάτει ταύτα τω επήλθε πταρμός και βηξ ισχυρότερος του συνήθους, και επειδή ήτο πλέον γέρων οι περισσότεροι οδόντες του εσείσθησαν· υπό της βίας δε του βηχός ετινάχθη είς εξ αυτών και έπεσεν εις την άμμον. Ο Πεισίστρατος πολλήν φροντίδα κατέβαλε διά να τον εύρη, αλλ' επειδή δεν ευρίσκετο ουδαμού, αναστενάξας είπε προς τους παρισταμένους. «Η γη αύτη δεν είναι ημετέρα ούτε θα δυνηθώμεν να την υποτάξωμεν· όσον δε μέρος μοι ήτο επιτετραμμένον να ελπίζω, το κατέχει ο οδούς.»
108. Ο μεν Ιππίας λοιπόν ούτως ενόμισεν ότι ηλήθευσε το όνειρόν του· εις δε τους Αθηναίους, παρατεταγμένους εις το τέμενος του Ηρακλέους, ήλθον πανδημεί οι Πλαταιείς ως επίκουροι, καθότι οι Πλαταιείς είχον αφιερωθή εις τους Αθηναίους οίτινες πολλούς αγώνας είχον αναλάβει δι' αυτούς. Αφιερώθησαν δε κατά τον ακόλουθον τρόπον· πιεζόμενοι υπό των Θηβαίων, κατ' αρχάς μεν προσεφέρθησαν εις τον Κλεομένη του Αναξανδρίδου και τους Λακεδαιμονίους οίτινες έτυχον να ευρίσκωνται εις τα περίχωρα. Αλλ' ούτοι δεν τους εδέχθησαν και τοις είπον τα εξής· «Ημείς κατοικούμεν μακράν και η βοήθειά μας πιθανόν να σας βλάψη, καθότι πολλάκις ειμπορείτε να υποδουλωθήτε πριν το μάθωμεν ημείς. Σας συμβουλεύομεν λοιπόν να αφιερωθήτε εις τους Αθηναίους οίτινες είναι πλησιόχωροι και ισχυροί διά να σας βοηθήσωσι.» Συνεβούλευον δε ταύτα οι Λακεδαιμόνιοι ουχί τόσον υπό ευνοίας προς τους Πλαταιείς, αλλ' επί τω σκοπώ να προξενήσωσι κόπους εις τους Αθηναίους φέροντες αυτούς εις θέσιν να συμπλακώσι με τους Βοιωτούς. Οι μεν Λακεδαιμόνιοι λοιπόν ταύτα συνεβούλευον τους Πλαταιείς, ούτοι δε δεν εδυσπίστησαν, και περιμείναντες την στιγμήν καθ' ην οι Αθηναίοι ετέλουν θυσίας εις τους δώδεκα θεούς εκάθισαν ως ικέται εις τον βωμόν και αφιέρωσαν εαυτούς. Μαθόντες ταύτα οι Θηβαίοι εξεστράτευσαν κατά των Πλαταιέων· αλλ' οι Αθηναίοι έσπευσαν εις βοήθειάν των. Ενώ δε έμελλον να συμπλακώσι, τους εμπόδισαν οι Κορίνθιοι, διότι παρατυχόντες εκεί και γενόμενοι δεκτοί υπ' αμφοτέρων των μερών ως διαιτηταί τους συνεβίβασαν και έθεσαν τα όρια της χώρας υπό τας εξής συμφωνίας· οι Θηβαίοι να αφίνωσιν ελευθέρους τους Βοιωτούς, όσοι δεν ήθελον να ανήκωσιν εις την Βοιωτίαν. Και οι μεν Κορίνθιοι ταύτα αποφασίσαντες ανεχώρησαν· τους δε Αθηναίους επιστρέφοντας εκτύπησαν οι Βοιωτοί, αλλ' ενικήθησαν εις την μάχην, και τότε οι νικηταί ηύξησαν μέχρι του Ασωπού ποταμού και των Υσιών τα όρια τα οποία οι Κορίνθιοι είχον προσδιορίσει διά την χώραν των Πλαταιέων. Είχον λοιπόν παραδοθή οι Πλαταιείς εις τους Αθηναίους κατά τον τρόπον τον οποίον ανέφερα, και τότε ήλθαν εις τον Μαραθώνα ως βοηθοί των.
109. Δύο γνώμαι υπήρχον μεταξύ των Αθηναίων στρατηγών· οι μεν δεν ήθελον να πολεμήσωσι λέγοντες ότι ήσαν ολίγοι διά να συμπλακώσι με τον στρατόν των Μήδων, οι άλλοι ήθελον τούτο, και μεταξύ αυτών ήτο και ο Μιλτιάδης. Ήσαν λοιπόν διηρημένοι και τούτου ένεκα μάλιστα, ενίκα η χείρων των γνωμών· ευτυχώς έμενεν ενδέκατος ψηφοφόρος, εκείνος όστις διά της ψήφου του δήμου ανελάμβανε το αξίωμα του πολεμάρχου, και ήτο τότε πολέμαρχος ο Καλλίμαχος ο Αφιδναίος. Προς αυτόν παρευθείς ο Μιλτιάδης είπε τα εξής· «Παρά σού εξαρτάται, ω Καλλίμαχε, ή να καταδουλώσης τας Αθήνας ή να καταστήσης αυτάς ελευθέρας και να αφήσης μνήμην αιωνίαν οποίαν δεν άφησαν ο Αρμόδιος και ο Αριστογείτων, διότι αφότου υπάρχουσιν οι Αθηναίοι ουδέποτε διέτρεξαν τοιούτον μέγιστον κίνδυνον. Εάν μεν υποκύψωσιν εις τους Μήδους, είναι γνωστόν τι θα πάθωσι παραδεδομένοι εις τον Ιππίαν, αλλ' εάν περισωθή η πόλις είναι αρκετά ισχυρά ώστε να γίνη πρώτη των Ελληνίδων πόλεων. Πώς θα συμβώσι ταύτα και πώς παρά σου εξαρτάται η εκτέλεσις αυτών, θα σε είπω αμέσως. Δύο γνώμαι υπάρχουσι μεταξύ των στρατηγών· οι μεν θέλουσι να πολεμήσωμεν, οι δε να μη πολεμήσωμεν. Εάν μεν δεν πολεμήσωμεν, φοβούμαι μήπως αναφυή διχόνοιά τις και κλονίση τας πεποιθήσεις των Αθηναίων ώστε να μηδίσωσιν· εάν όμως πολεμήσωμεν πριν διαφθαρή η καρδία πολιτών τίνων, δυνάμεθα, εάν οι θεοί μείνωσιν ουδέτεροι, να νικήσωμεν εις την μάχην. Εις σε λοιπόν στηρίζονται όλα ταύτα και από σου εξαρτώνται. Εάν προστεθής τη εμή γνώμη, έχεις πατρίδα ελευθέραν και πόλιν πρώτην των Ελληνίδων· εάν όμως προτιμήσης την γνώμην των μη σπευδόντων την μάχην, θέλεις έχει τα εναντία εκείνων τα οποία ανέφερα.»
110. Ταύτα λέγων ο Μιλτιάδης προσλαμβάνει με το μέρος του τον Καλλίμαχον· προστεθείσης δε της γνώμης του πολεμάρχου, απεφασίσθη να πολεμήσωσι. Μετά ταύτα οι στρατηγοί, οι ψηφίσαντες υπέρ της μάχης, καθ' όσον ήρχετο η σειρά εκάστου να έχη την αρχηγίαν της ημέρας, παρέδιδον αυτήν εις τον Μιλτιάδην όστις καίπερ δεχόμενος δεν έδιδε μάχην μέχρις ου έφθασεν η ημέρα της ιδικής του αρχηγίας.
111. Ότε δε περιήλθεν η αρχηγία εις αυτόν, τότε παρέταξε τους Αθηναίους εις μάχην κατά τον ακόλουθον τρόπον· του μεν δεξιού κέρατος ηγεμών ήτο ο πολέμαρχος Καλλίμαχος, διότι ούτως είχε τότε παρά τοις Αθηναίοις ο νόμος, να έχη ο πολέμαρχος το δεξιόν κέρας· κατόπιν δ' αυτού ήσαν αι φυλαί, η μία πλησίον της άλλης· τελευταίοι δε ετάχθησαν οι Πλαταιείς, έχοντες το αριστερόν κέρας. Από ταύτης της μάχης, όταν οι Αθηναίοι τελώσι τας θυσίας και τας πανηγύρεις αίτινες επαναλαμβάνονται κατά πενταετίαν, ο Αθηναίος κήρυξ εύχεται λέγων· «Είθε να δίδωσιν οι θεοί τα αγαθά εις τους Αθηναίους και εις τους Πλαταιείς ομού.» Όταν ο στρατός των Αθηναίων παρετάχθη εις μάχην, αι τάξεις αυτού εξηπλώθησαν όσον και αι τάξεις των Μήδων· τοιουτοτρόπως το κέντρον εσχηματίζετο υπό ολίγων μόνον τάξεων κατά βάθος και ήτο το ασθενέστερον μέρος του στρατού, αμφότερα όμως τα κέρατα είχον αρκετόν πλήθος και ήσαν ισχυρά.
112. Αφού έλαβον τας θέσεις των και οι οιωνοί εφάνησαν αίσιοι, οι Αθηναίοι αφέθησαν και επροχώρησαν κατά των βαρβάρων με βήμα ταχύ· το δε μεταξύ των δύο στρατών διάστημα δεν ήτο ολιγώτερον των οκτώ σταδίων. Οι Πέρσαι βλέποντες τους εναντίους ερχομένους με βήμα ταχύ, ητοιμάζοντο να δεχθώσι την επίθεσιν και ενόμιζον ότι τους κατέλαβε παραφροσύνη, και παραφροσύνη ολεθρία, διότι έβλεπον ότι ήσαν ολίγοι, και τόσοι όντες ήρχοντο με σπουδήν, χωρίς να έχωσιν ούτε ιππικόν ούτε τοξότας. Ταύτα εσυμπέραινον οι βάρβαροι. Οι δε Αθηναίοι, άμα επλησίασαν αθρόοι τους βαρβάρους, ήρχισαν την μάχην και επολέμησαν με ανδρίαν αξίαν μνήμης, διότι πρώτοι πάντων των Ελλήνων όσους ημείς γνωρίζομεν επέπεσαν με βήμα ταχύ κατά των πολεμίων, και πρώτοι επίσης είδον αταράχως την Μηδικήν ενδυμασίαν και τους φορούντας αυτήν άνδρας. Μέχρι τότε, και το όνομα μόνον των Μήδων ακουόμενον επροξένει φόβον εις τους Έλληνας.
113. Η μάχη αύτη του Μαραθώνος διήρκεσε πολύ· και εις μεν το μέσον του στρατοπέδου, όπου ήσαν τεταγμένοι οι Πέρσαι και οι Σάκαι, ενίκων οι βάρβαροι, και ρήξαντες τους αντιπάλους εδίωκον αυτούς προς τα μεσόγεια· εις τα δύο όμως κέρατα ενίκων οι Αθηναίοι και οι Πλαταιείς. Νικώντες δε, τους μεν τραπέντας βαρβάρους άφινον να φεύγωσιν, αυτοί δε ενώσαντες τα δύο κέρατα εστράφησαν κατ' εκείνων οίτινες είχον ρήξει το μέσον. Η νίκη των Αθηναίων υπήρξε τελεία. Ακολουθούντες τούς Πέρσας φεύγοντας έκοπτον αυτούς, και όταν έφθασαν εις την θάλασσαν, εζήτησαν πυρ και ώρμησαν κατά των πλοίων.
114. Εις την μάχην ταύτην πρώτος εφονεύθη ο πολέμαρχος Καλλίμαχος, αγωνισθείς ανδρείως, και εκ τον στρατηγών εφονεύθη ο Στησίλαος του Θρασύλου. Αφ' ετέρου ο Κυνέγειρος του Ευφορίωνος, καθ' ην στιγμήν έδραξε την πρύμνην ενός πλοίου, πίπτει αποκοπείς την χείρα διά πελέκεως· έπεσαν δε και άλλοι Αθηναίοι πολλοί και ονομαστοί.
115. Τοιουτοτρόπως οι Αθηναίοι εκυρίευσαν επτά πλοία, οι δε βάρβαροι αναχωρήσαντες με τα υπολειπόμενα και αναλαβόντες τα εκ της Ερετρίας ανδράποδα εκ της νήσου οπού τα είχον αφήσει περιέπλεον το Σούνιον, θέλοντες να προλάβωσι τους Αθηναίους και να φθάσωσιν εις την πόλιν. Ελέχθη έπειτα εις τας Αθήνας ότι εκ ραδιουργίας των Αλκμαιωνιδών έπραξαν τούτο οι Πέρσαι, και ότι αυτοί συνεννοηθέντες με τους βαρβάρους όντας ήδη εντός των πλοίων, ύψωσαν ασπίδα.
116. Και ούτοι μεν περιέπλεον το Σούνιον· οι δε Αθηναίοι όσον το δυνατόν ταχύτερον έτρεχον εις την πόλιν και έφθασαν πριν έλθωσιν οι βάρβαροι. Αναχωρήσαντες εκ του Ηρακλείου του εν Μαραθώνι, εστρατοπεδεύσαντες εις άλλο Ηράκλειον το εν Κυνοσάργει. Οι δε βάρβαροι ελθόντες με τα πλοία ανωτέρω του Φαλήρου (διότι τούτο ήτο τότε το επίνειον των Αθηναίων) και ανακωχεύσαντες εκεί επί τινα χρόνον, απέπλευσαν οπίσω εις την Ασίαν.
117. Εις την μάχην ταύτην του Μαραθώνος απώλεσαν οι βάρβαροι έξ χιλιάδας και τετρακοσίους, οι δε Αθηναίοι εκατόν εννενήκοντα δύο· τοιούτος ήτο ο αριθμός των πεσόντων εκατέρωθεν. Συνέβη δε κατά την μάχην το εξής θαύμα. Αθηναίος τις ο Επίζηλος του Κουφαγόρου, εμάχετο ανδρειότατα εις την θέσιν του, όταν χωρίς να κτυπηθή μήτε μακρόθεν μήτε εγγύθεν, έχασεν αίφνης την όρασίν του και απ' εκείνης της στιγμής μέχρι τέλους της ζωής του έμεινε τυφλός. Ήκουσα δε ότι ο ίδιος εξήγει το πάθημά του ως εξής. «Μοι εφάνη, έλεγεν, ότι υψηλόσωμος οπλίτης ήτο πλησίον μου· το μακρόν γένειόν του εσκίαζεν όλην την ασπίδα του. Το φάσμα τούτο εμέ μεν παρέτρεξεν, εφόνευσε δε τον παραστάτην μου.» Ταύτα με είπον ότι διηγείτο ο Επίζηλος.
118. Ο Δάτις επιστρέφων εις την Ασίαν μετά του στρατού, ότε έφθασεν εις την Μύκονον είδεν όνειρον εις τον ύπνον του. Και τι μεν ήτο το όνειρον δεν λέγουσιν· άμα όμως εγένετο ημέρα, έκαμεν έρευναν εις τα πλοία και ευρών εις πλοίον Φοινικικόν έν άγαλμα του Απόλλωνος κεχρυσωμένον ηρώτησε πόθεν εσυλήθη· μαθών δε εκ ποίου ιερού, έπλευσε με το πλοίον του εις την Δήλον· και επειδή τότε οι Δήλιοι είχον επιστρέψει εις την νήσον, κατέθεσε το άγαλμα εις το ιερόν και παρήγγειλε τους Δηλίους να το μεταφέρωσιν εις το Δήλιον των Θηβαίων· κείται δε ο ναός ούτος εις την παραθαλασσίαν καταντικρύ της Χαλκίδος. Και ο μεν Δάτις ταύτα εντειλάμενος απέπλευσεν· οι Δήλιοι όμως δεν μετέφερον τον ανδριάντα αλλά μετά είκοσιν έτη αυτοί οι Θηβαίοι, κατά τινα χρησμόν, τον εκόμισαν εις το Δήλιον.
119. Ο δε Δάτις και ο Αρταφέρνης, άμα απέβησαν εις την Ασίαν, ανεβίβασαν εις τα Σούσα τους αιχμαλώτους της Ερετρίας. Ο Δαρείος, πριν αιχμαλωτευθώσιν οι Ερετριείς, ήτο κατ' αυτών σφόδρα ωργισμένος, καθότι αυτοί είχον αρχίσει να αδικώσιν· αλλ' ότε τους είδε φερθέντας ενώπιόν του και όντας υποχειρίους του, δεν τους εκακοποίησε και τους αποκατέστησεν εις κτήμα τι ιδικόν του κείμενον εις την Κισσίαν χώραν και καλούμενον Αρδέρικκα. Το χωρίον τούτο από μεν των Σούσων απέχει διακόσια δέκα στάδια, τεσσαράκοντα δε από του φρέατος τα οποίον παρέχει τρεις ιδίας ουσίας, καθότι αντλούσιν εξ αυτού άσφαλτον, άλας και έλαιον κατά τον ακόλουθον τρόπον. Καταβιβάζουσιν εις αυτό κηλώνιον εις το οποίον είναι δεδεμένον αντί υδρίας το ήμισυ ασκού· αφού δε το βυθίσωσιν εις το φρέαρ, το ανασύρουσιν έπειτα και το κενούσιν εις δεξαμενήν, εκ της οποίας χύνεται εις άλλο μέρος και εκεί λαμβάνει τρεις μορφάς. Και η μεν άσφαλτος και το άλας πήγνυνται αμέσως, το δε έλαιον συνάγουσιν εις αγγεία και οι Πέρσαι καλούσιν αυτό ραδινάκην· είναι δε μέλαν και εκβάλλει οσμήν βαρείαν. Εκεί εγκατέστησεν ο βασιλεύς τους Ερετριείς, οίτινες και μέχρι της εποχής μου είχον το χωρίον τούτο φυλάσσοντες την αρχαίαν γλώσσαν. Ταύτα τα αφορώντα τους Ερετριείς.
120. Εις δε τας Αθήνας ήλθον μετά την πανσέληνον δισχίλιοι Λακεδαιμόνιοι, τόσην σπουδήν έχοντες να προφθάσωσιν ώστε την τρίτην ημέραν από της αναχωρήσεώς των ήσαν εις την Αττικήν. Φθάσαντες όμως μετά την μάχην, επεθύμησαν να ίδωσι τουλάχιστον τους Μήδους· όθεν μετέβησαν εις τον Μαραθώνα και τους είδον. Μετά ταύτα επαινέσαντες τους Αθηναίους και το κατόρθωμα αυτών, επέστρεψαν εις την Σπάρτην.
121. Θαύμα φαίνεται εις εμέ και δεν πιστεύω εις τα λεγόμενα ότι οι Αλκμαιωνίδαι ήτο δυνατόν εκ συνεννοήσεως με τους Πέρσας να υψώσωσιν ασπίδα, θέλοντες να υποτάξωσι τας Αθήνας εις τους βαρβάρους και τον Ιππίαν, αυτοί οίτινες ήσαν μισοτύραννοι, αν όχι περισσότερον, τουλάχιστον όσον και ο Καλλίας ο υιός του Φαινίππου και πατήρ του Ιππονίκου, ο μόνος εξ όλων των Αθηναίων όστις, όταν ο Πεισίστρατος εξωρίσθη από τας Αθήνας και ο κήρυξ του δημοσίου επώλει τα πράγματά του, ετόλμησε να αγοράση εξ αυτών και ουδεμίαν παρέλειψε περίστασιν διά να δείξη την προς αυτόν έχθραν του.
122. Τον Καλλίαν τούτον πρέπει πολλάκις να αναφέρη τις τόσον διά τα προλελεγμένα και διά τον ζήλον του υπέρ της απελευθερώσεως της πατρίδος του, όσον και δι εκείνα τα οποία έκαμεν εις την Ολυμπίαν, νικήσας εις την ιππηλασίαν και λαβών τα δευτερεία εις τον διά τεθρίππου αγώνα· προ τούτων δε νικήσας εις τα Πύθια εγένετο γνωστός εις όλους τους Έλληνας διά τας μεγάλας δαπάνας του. Έτι δε πώς εφέρθη εις τας τρεις θυγατέρας του. Όταν αύται έφθασαν εις ώραν γάμου, ου μόνον τας επροίκισε μεγαλοπρεπέστατα, αλλά διά να τας ευχαριστήση ταις επέτρεψε να εκλέξωσιν εξ όλων των Αθηναίων τους συζύγους τους οποίους ήθελον.
123. Και οι Αλκμαιωνίδαι ομοίως και ουχί ολιγώτερον ήσαν μισοτύραννοι. Θαυμάζω λοιπόν και δεν δέχομαι την διαβολήν ότι υψώσαντες ασπίδα έκαμον σημείον εις τους βαρβάρους, αυτοί οίτινες ένεκα των τυράννων ήσαν φυγάδες από την πατρίδα των και διά των ενεργειών των έχασαν την τυραννίδα οι Πεισιστρατίδαι. Ώστε, κατά την εμήν κρίσιν, πολύ περισσότερον αυτοί ηλευθέρωσαν τας Αθήνας ή ο Αρμόδιος και ο Αριστογείτων καθότι ο Αρμόδιος και ο Αριστογείτων, φονεύσαντες τον Ίππαρχον, εξηγρίωσαν τους υπολοίπους Πεισιστρατίδας και ουδόλως έπαυσαν αυτούς της τυραννίας, ενώ οι Αλκμαιωνίδαι ηλευθέρωσαν αναντιρρήτως την πόλιν των, εάν ήναι αληθές ότι αυτοί ανέπεισαν την Πυθίαν να παραγγείλη τους Λακεδαιμονίους να ελευθερώσωσι τας Αθήνας, ως πρότερον διηγήθην.
124. Αλλ' ίσως είπη τις ότι παρεκινήθησαν να προδώσωσι την πατρίδα έχοντες παράπονά τινα κατά του δήμου των Αθηναίων· αλλ' είναι γνωστόν ότι εις τας Αθήνας ούτε άλλοι σημαντικώτεροι ήσαν, ούτε ετιμώντο άλλοι περισσότερον. Ώστε ο ορθός λόγος δεν επιτρέπει να πιστεύσωμεν ότι ύψωσαν ασπίδα με τοιούτον σκοπόν. Και ασπίς μεν ότι εφάνη υψωμένη, ουδείς δύναται να αρνηθή, καθότι εγένετο· τις όμως την ύψωσε, δεν έχω τι να προσθέσω.
125. Οι δε Αλκμαιωνίδαι ήσαν μεν ανέκαθεν επιφανείς εις τας Αθήνας, από του Αλκμαίωνος όμως και του Μεγακλέους εγένοντο επιφανέστατοι. Ο Αλκμαίων, υιός του Μεγακλέους, απεδέχθη ποτέ και υπηρέτησε προθύμως τους Λυδούς των Σάρδεων τους οποίους ο Κροίσος είχε στείλει διά να συμβουλευθώσι το μαντείον των Δελφών. Μαθών δε ο Κροίσος από τους επιστρέψαντας Λυδούς τας εκδουλεύσεις αυτού, τον εκάλεσεν εις τας Σάρδεις και τω εχάρισε τόσον χρυσίον όσον ηδύνατο να φέρη επάνω του άπαξ. Ο δε Αλκμαίων προς τοιαύτην δωρεάν τοιούτον τι εμηχανεύθη· φορέσας χιτώνα μέγαν και αφήσας πολλήν ευρυχωρίαν περί το στήθος, και υποδησάμενος τους μάλλον ευρείς κοθόρνους τους οποίους ηδυνήθη να εύρη, εισήλθεν εις το θησαυροφυλάκιον όπου τον ωδήγησαν. Εισπεσών δε εις σωρόν ψήγματος, πρώτον μεν εγέμισε τους κοθόρνους περί τας κνήμας, όσον ηδύναντο να χωρήσωσιν· έπειτα δε γεμίσας όλον τον κόλπον και σκορπίσας και εις τας τρίχας της κεφαλής και άλλο λαβών εις το στόμα εξήλθε του θησαυροφυλακίου, μόλις σύρων τούς κοθόρνους και ομοιάζων παν άλλο ή άνθρωπον, καθότι και το στόμα ήτο πεφραγμένον και το σώμα όλον εξωγκωμένον. Ιδών αυτόν ο Κροίσος κατελήφθη υπό γέλωτος, και ου μόνον εκείνα τω εχάρισεν, αλλά και άλλα ουχί ολιγώτερα εκείνων. Τοιουτοτρόπως επλούτησεν η οικία αύτη μεγάλως, και ο Αλκμαίων ούτος ηδυνήθη να συντηρή ίππους και να κερδίζη νίκας εις τα Ολύμπια αγωνιζόμενος με τέθριππον.
126. Έπειτα, κατά την επομένην γενεάν, ο τύραννος της Σικυώνος Κλεισθένης τοσούτον ύψωσε την οικίαν ταύτην ώστε εγένετο μεταξύ των Ελλήνων πολύ ονομαστοτέρα ή πρότερον. Ο Κλεισθένης του Αριστωνύμου, του Μύρωνος, του Ανδρέου, είχε θυγατέρα της οποίας το όνομα ήτο Αγαρίστη και ήθελε να εύρει τον άριστον πάντων των Ελλήνων και με τούτον να συζεύξη αυτήν. Ήλθεν η εορτή των Ολυμπίων· νικήσας ο Κλεισθένης με τέθριππον, εδημοσίευσε διά κήρυκος, όστις των Ελλήνων νoμίζει εαυτόν άξιον να γίνη γαμβρός του Κλεισθένους ας μεταβή εις την Σικυώνα κατά την εξηκοστήν ημέραν ή και πρότερον, καθότι μετά έν έτος αρχόμενον από της εξηκοστής ημέρας ήθελεν ο Κλεισθένης να τελεσθή ο γάμος. Τότε όσοι των Ελλήνων εμεγαλοφρόνουν ή διά τα ίδια προτερήματά των ή διά την πατρίδα των, έσπευσαν ως μνηστήρες, και ο Κλεισθένης διατάξας να ετοιμάσωσι στάδιον και παλαίστραν είχεν αυτά επί τω σκοπώ να αγωνισθώσι.
127. Και από μεν της Ιταλίας ήλθεν ο Συβαρίτης Σμινδυρίδης υιός του Ιπποκράτους όστις είχε φθάσει εις ύψιστον βαθμόν τρυφής (ήτο δε η Σύβαρις κατ' εκείνην την εποχήν ακμαιοτάτη) και ο Σιρίτης Δάμασος, υιός του Αμύριος του επιλεγομένου σοφού. Ούτοι ήλθον εκ της Ιταλίας. Από δε του Ιονίου κόλπου ο Αμφίμνηστος του Επιστρόφου Επιδάμνιος. Από της Αιτωλίας ήλθεν ο Μάλης αδελφός του Τιτόρμου εκείνου όστις υπερέβη πάντας τους Έλληνας εις την δύναμιν και διά να φύγη την μετά των ανθρώπων κοινωνίαν ανεχώρησεν εις τας εσχατίας της Αιτωλίδος χώρας. Από της Πελοποννήσου ήλθεν ο Λεωκήδης, απόγονος του τυράννου των Αργείων Φείδωνος· του Φείδωνος όστις εκανόνισε τα μέτρα των Πελοποννησίων και υπήρξεν ο μάλλον θρασύς από όλους τους Έλληνας, καθότι διώξας τους αγωνοθέτας των Ηλείων, ερρύθμιζεν αυτός τα των αγώνων των Ολυμπίων. Τούτου ο απόγονος ήλθε, και προσέτι ο Αμίαντος του Λυκούργου Αρκάς εκ της Τραπεζούντος και ο Αζήνιος Λαφάνης εκ της πόλεως Παίου, υιός του Ευφορίωνος όστις, ως λέγεται εις την Αρκαδίαν, εδέχθη εις την οικίαν του τους Διοσκούρους και έκτοτε εφιλοξένει όλους τους ανθρώπους, και ο Ηλείος Ονομαστός, υιός του Αγαίου. Ούτοι ήλθον εκ της Πελοποννήσου. Εκ δε των Αθηνών ήλθον ο Μεγακλής, υιός του Αλκμαίωνος εκείνου όστις είχε μεταβή προς τον Κροίσον, και είς άλλος, ο Ιπποκλείδης του Τισάνδρου, όστις υπερέβαινε τους Αθηναίους κατά τα πλούτη και το κάλλος. Από δε της Ερετρίας, ανθούσης τότε, ήλθεν ο Λυσανίας. Ούτος μόνος ήτο εκ της Ευβοίας. Εκ δε της Θεσσαλίας ήλθεν από μεν τους Σκοπάδας ο Κραννώνιος Διακτορίδης, από δε τους Μολοσσούς ο Άλκων. Ούτοι ήσαν οι μνηστήρες.
128. Ελθόντων δε τούτων κατά την ωρισμένην ημέραν, ο Κλεισθένης πρώτον μεν ηρώτησεν έκαστον περί της πατρίδος και της οικογενείας του, μετά ταύτα δε κρατήσας αυτούς επί ένα χρόνον πλησίον του εδοκίμαζε την ανδρίαν των, τον χαρακτήρα των, την ανατροφήν των, τα ήθη των, συνδιαλεγόμενος μεθ' εκάστου ιδιαιτέρως ή μεθ' όλων ομού και φέρων εις τα γυμνάσια τους νεωτέρους αυτών· προ πάντων όμως τους εδοκίμαζεν εις την τράπεζαν, διότι εφ' όσον χρόνον τους είχε πλησίον του τοις έδιδε τα πάντα και τους εξένιζε μεγαλοπρεπώς. Εξ όλων δε των μνηστήρων προ πάντων ήρεσκον εις αυτόν οι εξ Αθηνών ελθόντες, και εκ τούτων περισσότερον ο Ιπποκλείδης του Τισάνδρου τον οποίον επροτίμα διά την ανδρίαν του και διότι κατήγετο από τους Κυψελίδας της Κορίνθου.
129. Ότε δε έφθασεν η προσδιορισθείσα διά την τελετήν του γάμου ημέρα και να είπη ο Κλεισθένης ποίον εξέλεγεν ως γαμβρόν του, εθυσίασεν ο Κλεισθένης εκατόν βόας και ευώχησεν ου μόνον τους μνηστήρας αλλά και όλους τους Σκυωνίους. Περαιωθέντος του δείπνου, οι μνηστήρες συνεζήτησαν περί μουσικής και περί άλλων αντικειμένων τα οποία έφερεν η συνομιλία. Προβαίνοντος δε του πότου, ο Ιπποκλείδης όστις υπερείχε των άλλων διέταξε τον αυλητήν να παίξη χορόν. Ο αυλητής υπήκουσεν, ο δε Ιπποκλείδης εξετέλεσε χορόν τινα της αρεσκείας του. Αλλ' ο Κλεισθένης, ων θεατής, έβλεπε δυσαρέστως όλον το πράγμα. Μετά ταύτα, σταθείς ολίγον ο Κλεισθένης, διέταξε να τω φέρωσι τράπεζαν· ελθούσης δε της τραπέζης, πρώτον μεν εχόρευσεν επ' αυτής κατά τρόπους Λακωνικούς, έπειτα δε κατά τρόπους Αττικούς και επί τέλους στηρίξας την κεφαλήν επί της τραπέζης ανετίναξε τα σκέλη. Ο δε Κλεισθένης, ενόσω μεν ο Ιπποκλείδης εχόρευε τα πρώτα και τα δεύτερα είδη, μολονότι τα εύρισκεν απρεπή και απεφάσισε να μη τον κάμνη γαμβρόν του, συνείχεν όμως εαυτόν και δεν ήθελε να εκραγή κατ' αυτού. Αλλ' ότε τον είδεν ανατινάσσοντα τα σκέλη εις τον αέρα, μη δυνάμενος πλέον να υποφέρη είπεν· «Ω υιέ του Τισάνδρου διά του χορού απελάκτισας τον γάμον» ο δε Ιπποκλείδης υπολαβών είπεν: «Ου φροντίς Ιπποκλείδη.» Και έκτοτε ο λόγος ούτος έμεινε παροιμιώδης.
130. Τότε ο Κλεισθένης ζητήσας να σιωπήσωσιν είπεν εις το μέσον τα εξής· «Ω μνηστήρες της θυγατρός μου, εγώ όλους σας επαινώ, και εάν ήτο δυνατόν ήθελον σας ευχαριστήσει όλους χωρίς να προτιμήσω ένα μόνον εξ υμών και να απορρίψω τους άλλους. Επειδή όμως τούτο είναι αδύνατον να ευχαριστήσω όλους προκειμένου να αποφασίσω περί μιας κόρης, δίδω εις έκαστον εξ υμών των αποπεμπομένων έν τάλαντον αργυρίου διά την τιμήν την οποίαν με εκάματε θελήσαντες να λάβητε γυναίκα την θυγατέρα μου και διά τα έξοδα της αποδημίας σας, μνηστεύω δε την θυγατέρα μου Αγαρίστην με τον υιόν του Αλκμαίωνος Μεγακλέα κατά τους νόμους των Αθηναίων.» Ειπόντος τότε του Μεγακλέους ότι την λαμβάνει ως γυναίκα, επεκυρώθη ο γάμος υπό του Κλεισθένους.
131. Τοιαύτη ήτο η εκλογή του Κλεισθένους και ούτως οι Αλκμαιωνίδαι εφημίσθησαν ανά την Ελλάδα, Εκ του γάμου δε τούτου εγεννήθη ο Κλεισθένης όστις έχων το όνομα του Σικυωνίου μητροπάτορός του κατέστησε τας φυλάς και την δημοκρατίαν εις τας Αθήνας. Ούτος ο υιός εγεννήθη εις τον Μεγακλέα και ο Ιπποκράτης, εκ δε του Ιπποκράτους εγεννήθη άλλος Μεγακλής και άλλη Αγαρίστη λαβούσα το όνομα από τις Αγαρίστης του Κλεισθένους· αύτη δε συζευχθείσα τον Ξάνθιππον του Αρίφρονος και εγκυμονήσασα είδεν όνειρον εν τω ύπνω· τη εφάνη ότι έτεκε λέοντα· και μετ' ολίγας ημέρας τίκτει τω Ξανθίππω τον Περικλέα,
132. Μετά την εν Μαραθώνι δε καταστροφήν των Περσών, ο Μιλτιάδης ήδη έγκριτος μεταξύ των Αθηναίων, εγένετο τότε σημαντικώτερος. Εζήτησε λοιπόν παρά του δήμου εβδομήκοντα πλοία, στρατόν και χρήματα, χωρίς να είπη κατά τίνων ήθελε να εκστρατεύση, αλλά μόνον ότι θα καταπλουτίση αυτούς εάν έστεργον να τον ακολουθήσωσι, διότι θα τους φέρη εις τοιούτον τόπον από τον οποίον ευκόλως θα λάβωσιν άφθονον χρυσόν. Ταύτα λέγων εζήτει τα πλοία, οι δε Αθηναίοι παρασυρθέντες υπό των λόγων τον τα έδοσαν.
133. Παραλαβών ο Μιλτιάδης τον στρατόν έπλευσε κατά της Πάρου επί προφάσει μεν ότι οι Πάριοι είχον αρχίσει πρώτοι τον πόλεμον πέμψαντες μετά του περσικού στόλου μίαν τριήρη εις τον Μαραθώνα, πράγματι δε διότι είχεν έχθραν κατά των Παρίων ένεκα του Λυσαγόρου, υιού του Τισίου, όστις Πάριος ων το γένος τον διέβαλεν εις τον Πέρσην Υδάρνη. Φθάσας ο Μιλτιάδης εις την οποίαν έπλεε νήσον, επολιόρκησε διά του στρατού τους Παρίους κεκλεισμένους εις τα τείχη των, και πέμψας εντός της πόλεως κήρυκα εζήτει εκατόν τάλαντα λέγων ότι εάν δεν τα δώσωσι δεν θα λύση την παλιορκίαν πριν τους καταστρέψη. Αλλ' οι Πάριοι ούτε καν εσκέφθησαν να δώσωσι χρήματα εις τον Μιλτιάδην, το μόνον δε όπερ απεφάσισαν ήτο πώς να φυλάξωσι την πόλιν· όθεν και άλλα μέτρα ελάμβανον, και συγχρόνως όπου έβλεπον ότι το τείχος ήτο ευπρόσβλητον αμέσως την ιδίαν νύκτα ύψωνον τα μέρος διπλάσιον του παλαιού.
134. Και όσα μεν είπα μέχρι του σημείου τούτου της διηγήσεως, λέγουσιν αυτά και όλοι οι Έλληνες· τα λοιπά δε, ως λέγουσιν οι Πάριοι συνέβησαν ως εξής. Ενώ ο Μιλτιάδης ηπόρει περί του πρακτέου, παρουσιάσθη εις αυτόν γυνή τις αιχμάλωτος, Παρία το γένος, καλουμένη Τιμώ, υποδιάκονος των χθονίων θεών, ήτις τον συνεβούλευσεν, εάν επεθύμει να κυριεύση την Πάρον, να πράξη όσα τον υπαγορεύση αυτή. Μετά ταύτα λέγουσιν ότι αυτή μεν έδωκε τας αναγκαίας συμβουλάς, ο δε Μιλτιάδης αναβάς εις τον λόφον όστις είναι προ της πόλεως, υπερεπήδησε το περίφραγμα και εισήλθεν εις τον ναόν της θεσμοφόρου Δήμητρος, καθότι δεν ήτο δυνατόν να ανοίξη τας θύρας. Υπερπηδήσας λοιπόν τον τοίχον, εβάδισε κατ' ευθείαν προς τον ναόν αγνοώ τίνα σκοπόν έχων, είτε διά να μετακινήση τι εξ εκείνων τα οποία πρέπει να μένωσιν ακίνητα, είτε διά να πράξη οτιδήποτε άλλο. Ότε όμως έφθασε προ της θύρας, αίφνης τον κατέλαβεν ιερός τρόμος και επέστρεψε διά της αυτής οδού· πηδήσας δε εκ δευτέρου τον φράκτην έθλασε τον μηρόν, κατ' άλλους δε εξήρθρωσε το γόνυ.