37. Αφού δε ετελείωσεν η εργασία των γεφυρών, και η του Άθω, και αι κρηπίδες περί τα στόματα της διώρυγος, αίτινες υψώθησαν διά να εμποδίζωσι την συσσώρευσιν της άμμου ως εκ της πλημμύρας, και ηγγέλθη εις τον Δαρείον ότι η διώρυξ καθ' όλα ετελείωσε, τότε ο στρατός όστις είχε διαχειμάσει εις τας Σάρδεις, ευθύς ητοιμάσθη την πρώτην άνοιξιν και εκίνησε διευθυνόμενος εις την Άβυδον. Ότε δε εκίνησεν, ο ήλιος αφήσας την θέσιν του από τον ουρανόν εγένετο άφαντος χωρίς να υπάρχωσι νέφη αλλ' εξ εναντίας ήτο άκρα αίθρια, και αντί ημέρας εγένετο νυξ (15). Ιδών το φαινόμενον τούτο ο Ξέρξης κατελήφθη υπό ανησυχίας και ηρώτησε τους μάγους τι εσήμαινεν. Οι δε μάγοι απεκρίθησαν ότι ο θεός προδεικνύει εις τους Έλληνας την καταστροφήν των πόλεών των, προστιθέντες ότι ο μεν ήλιος αναγγέλλει τα μέλλοντα εις τους Έλληνας, η δε σελήνη εις τους Πέρσας. Περιχαρής γενόμενος ο Ξέρξης διά την απόκρισιν ταύτην, εξηκολούθησε την πορείαν του.
38. Καθ' ην στιγμήν ο Ξέρξης εξεκίνησε το στράτευμα, φοβηθείς ο Λυδός Πύθιος διά το σημείον του ουρανού και ενθαρρυνόμενος εκ των δώρων τα οποία τω προσέφερεν ο βασιλεύς, ήλθε προς αυτόν και τω είπεν: «Ω δέσποτα, θέλεις να με χορηγήσης εκείνο το οποίον επιθυμώ να απολαύσω από σε, και το οποίον εις σε με είναι μικρόν εάν κάμης, εις εμέ δε μέγα εάν γίνη;» Ο μεν Ξέρξης υποθέτων ότι παν άλλο ηδύνατο να ζητήση ή εκείνο το οποίον εζήτησεν, είπεν ότι θα τον ευχαριστήση και τον διέταξε να φανερώση τι επεθύμει. Ακούσας ταύτα ο Πύθιος, ενεθαρρύνθη έτι μάλλον και επανέλαβε· «Δέσποτα, έχω πέντε υιούς και ούτοι αναχωρούσι μετά σου κατά της Ελλάδος. Λυπήθητί με, ω βασιλεύ, διά την μεγάλην μου ηλικίαν και απάλλαξον της στρατείας ένα εξ αυτών, τον πρεσβύτατον, διά να φροντίζη περί εμού και των πραγμάτων μου. Λάβε τους άλλους τέσσαρας και είθε να επιστρέψης αφού εκτελέσης όσα κατά νουν έχεις.»
39. Πολύ εθύμωσεν ο Ξέρξης και τω απεκρίθη ως εξής· «Ω κακέ άνθρωπε, ενώ εγώ στρατεύω κατά της Ελλάδος έχων μετ' εμού τους υιούς μου, τους αδελφούς μου, τους συγγενείς μου, τους φίλους μου, ετόλμησας συ ο δούλος μου να αναφέρης τον ιδικόν σου υιόν όστις έπρεπε να με ακολουθήση πανοικεί και με αυτήν την γυναίκα του; Τώρα μάθε καλώς ότι το πνεύμα του ανθρώπου οικεί εις τα ώτα του, και εάν μεν ακούση καλά πράγματα πληροί χαράς όλον το σώμα, εάν δε ακούση τα εναντία πληροί αυτό οργής. Ότε έπραξες πράξεις χρηστάς και επρότεινες να πράξης άλλας χρηστοτέρας, είδες κάλλιστα ότι δεν ηδυνήθης να καυχηθής ότι υπερέβης τον βασιλέα εις τας γενναιοδωρίας. Επειδή δε ακολούθως ετράπης προς την αναίδειαν, ναι μεν δεν θα λάβης την τιμωρίαν ης είσαι άξιος, θα λάβης όμως μικροτέραν. Σε μεν και τους παίδας σου σώζει η φιλοξενία σου, θα τιμωρηθής δε διά του θανάτου του ενός, τον οποίον αγαπάς πολύ.» Ταύτα ειπών, αμέσως διέταξεν εις εκείνους οίτινες είχαν τα καθήκοντα ταύτα, να συλλάβωσι τον πρεσβύτατον υιόν του Πυθίου και να τον σχίσωσιν εις δύο· αφού δε τον σχίσωσι, να θέσωσι το εν ημίτομον εις τα δεξιά και το άλλο εις τα αριστερά της οδού, και να διέλθη διά μέσου αυτών ο στρατός.
40. Αφού δε εκείνοι έπραξαν το προσταχθέν, διήλθε μετά ταύτα ο στρατός. Προηγούντο οι σκευοφόροι και τα υποζύγια, ακολούθως δε ήρχοντο τα στρατεύματα διαφόρων εθνών, αναμίξ και ουχί διακεκριμένως. Τα στρατεύματα ταύτα απετέλουν υπέρ το ήμισυ σχεδόν του όλου στρατού· μετά τούτο αφίνετο διάστημα αρκετόν ώστε να μη αναμιγνύωνται με τας τάξεις όπου ήτο ο βασιλεύς. Έμπροσθεν δε του βασιλέως επροχώρουν χίλιοι ιππείς εκλελεγμένοι μεταξύ όλων των Περσών, κατόπιν έτεροι χίλιοι αιχμοφόροι, εκλεκτοί και ούτοι, έχοντες την λόγχην εστραμμένην προς την γην· μετά ταύτα δέκα ίπποι ιεροί, καλούμενοι Νισαίοι, κεκοσμημένοι δε πολυτελώς. Ονομάζονται δε οι ίπποι ούτοι Νισαίοι διότι υπάρχει πεδίον μέγα εις την Μηδικήν καλούμενον Νίσαιον και εις αυτό το πεδίον τρέφονται μεγάλοι ίπποι. Όπισθεν τούτων των δέκα ίππων έσυρε το υπό οκτώ λευκών ίππων άρμα ιερόν του Διός, και όπισθεν αυτών ηνίοχος πεζός εκράτει τους χαλινούς, καθότι εις το θρανίον ουδείς άνθρωπος αναβαίνει. Έπειτα ήρχετο αυτός ο Ξέρξης επί άρματος συρομένου υπό ίππων Νισαίων (16), πλησίον του δε εβάδιζεν ηνίοχος όστις ωνομάζετο Πατιράμφης και ήτο υιός του Πέρσου Οτάνου.
41. Με ταύτην πομπήν εξήλθεν ο Ξέρξης εκ των Σάρδεων και μετέβαινεν, οσάκις ήθελεν, από του άρματος εις αρμάμαξαν. Όπισθεν αυτού ήσαν χίλιοι λογχοφόροι, οι ανδρειότατοι και εκλεκτότατοι των Περσών, έχοντες τας λόγχας προς τα άνω, έπειτα άλλοι χίλιοι ιππείς εκλεκτοί, και μετά τούτους δεκακισχίλιοι άνδρες εκλελεγμένοι μεταξύ των επιλοίπων Περσών. Ούτοι ήσαν πεζοί, και εκ τούτων χίλιοι μεν αντί σιδήρου εις το κάτω μέρος της λόγχης είχον ροιάν χρυσήν και περιεκύκλουν τους άλλους, οι δε εντός τούτων εννεάκις χίλιοι είχον ροιάς αργυράς. Επίσης και οι έχοντες εστραμμένας τας λόγχας προς την γην είχον ροιάς χρυσάς, οι δε πλησιέστατα ακολουθούντες τον Ξέρξην είχον μήλα χρυσά. Μετά τους δεκακιςχιλίους τούτους ήρχοντο δεκακιςχίλιοι ιππείς Πέρσαι αφίνοντες όπισθεν των κενόν διάστημα δύο σταδίων· τέλος ο επίλοιπος όμιλος επροχώρει αναμίξ.
42. Εξελθών δε της Λυδίας ο στρατός επορεύετο την οδόν την άγουσαν προς τον ποταμόν Κάικον και την Μυσίαν· κινήσας δε από του Καΐκου και έχων το όρος της Κάνης αριστερά, διήλθε τον Αταρνέα και έφθασεν εις την Καρίνην. Αναχωρήσας και από αυτήν επορεύετο διά της πεδιάδος της Θήβης, διερχόμενος τας πόλεις Ατραμύττειον και Άντανδρον την Πελασγικήν. Έπειτα στραφείς δεξιά της Ίδης εισήλθεν εις την Τρωικήν γην. Την πρώτην δε νύκτα την οποίαν διήλθεν εις τους πρόποδας της Ίδης, ηκολούθησαν βρονταί και έπεσαν εις το στρατόπεδον κεραυνοί οίτινες εφόνευσαν πολλούς ανθρώπους.
43. Ο στρατός έφθασεν εις τον Σκάμανδρον ο ποταμός ούτος, αφότου εκίνησαν από τας Σάρδεις, ήτο ο πρώτος όστις ετελείωσε και δεν ήρκεσε το ύδωρ αυτού πινόμενον υπό του στρατού και των κτηνών. Εις τον ποταμόν τούτον ότε έφθασεν ο Ξέρξης, ανέβη εις το Πέργαμον του Πριάμου επιθυμίαν έχων να το θεωρήση. Θεωρήσας δε και ερωτήσας περί πάντων έθυσε χιλίας βους εις την Αθηνάν του Ιλίου και οι μάγοι έκαμον σπονδάς εις τους ήρωας. Με όλα όμως ταύτα, την νύκτα ενέπεσε φόβος εις το στρατόπεδον. Όθεν άμα εγένετο ημέρα αναχωρήσας εκείθεν ο στρατός επορεύετο έχων αριστερά μεν τας πόλεις Ροίτειον, Οφρύνειον και Δάρδανον ήτις συνορεύει με την Άβυδον, δεξιά δε τους Γέργιθας Τευκρούς.
44. Ότε δε έφθασαν εις την Άβυδον, ο Ξέρξης ηθέλησε να ίδη όλον τον στρατόν. Είχον προετοιμάσει επίτηδες εκεί προεξέδραν εκ λευκού λίθου (την είχον δε κατασκευάσει οι Αβυδηνοί κατά προλαβούσαν προσταγήν του βασιλέως). Ενώ δε εκάθησεν εκεί βλέψας κάτω εις το παράλιον, εθεώρησε μετά θαυμασμού το πεζικόν και τα πλοία. Θεωρών δε επιθύμησε να ίδη άμιλλαν των πλοίων. Γενομένου λοιπόν τούτου, ενίκησαν οι της Σιδόνος Φοίνικες· ο δε Ξέρξης ευχαριστήθη πολύ διά την άμιλλαν και τον στρατόν.
45. Ενώ δε έβλεπε τον Ελλήσποντον κεκαλυμμένον υπό πλοίων, και όλα τα παράλια και τας πεδιάδας της Αβύδου πλήρεις ανθρώπων, εμακάρισεν εαυτόν ο Ξέρξης, μετά ταύτα δε εδάκρυσε.
46. Ο πατρικός θείος του τον έβλεπεν· αυτός ήτο όστις εις την πρώτην συνεδρίασιν των Περσών είχεν εκφράσει ελευθέρως την γνώμην του και είχε συμβουλεύσει τον Ξέρξην να μη στρατεύση κατά της Ελλάδος· ούτος λοιπόν ιδών τον Ξέρξην δακρύσαντα, είπε τα εξής· «Ω βασιλεύ, πόσον διαφορετικά έπραξες τώρα και ολίγον προ τούτου· αφού εμακάρισες σεαυτόν, δακρύεις.» Ο δε Ξέρξης απεκρίθη· «Εσυλλογίσθην πόσον βραχύς είναι όλος ο ανθρώπινος βίος και ησθάνθην οίκτον εις την καρδίαν, διότι εξ αυτών των τόσων ανθρώπων δεν θα υπάρχη μήτε είς μετά εκατόν έτη.» Τότε ο Αρτάβανος επανέλαβε λέγων· «Υπάρχουσιν άλλα οικτρότερα εν τω βίω· καθότι, με όλην αυτού την βραχύτητα, δεν υπάρχει άνθρωπος τόσον ευτυχής όστις είτε διά τούτον τον λόγον είτε διά τον άλλον, να μη επεθύμησεν ουχί άπαξ αλλά πολλάκις να αποθάνη μάλλον ή να ζη. Αι αλλεπάλληλοι συμφοραί και αι νόσοι, συνταράττουσαι τον άνθρωπον, κάμνουσι τον βραχύν τούτον βίον να φαίνεται μακρός. Τοιουτοτρόπως ο θάνατος, όταν η ζωή ήναι τεθλιμμένη, γίνεται διά τον άνθρωπον το μάλλον επιθυμητόν καταφύγιον· ο δε θεός, αφού μας κάμη να γευθώμεν γλυκύτητάς τινας του κόσμου, δεικνύεται αμέσως φθονερός.»
47. Ο δε Ξέρξης απεκρίθη· «Αρτάβανε, ας παύσωμεν τώρα περί του ανθρωπίνου βίου όστις είναι τοιούτος ως τον περιγράφεις, και ας μη ενθυμώμεθα κακά ενώ κατά το παρόν έχομεν καλά. Ειπέ μοι δε το εξής· εάν το νυκτερινόν εκείνο όραμα δεν σοι εφαίνετο τόσον ζωηρόν, θα εξηκολούθεις να έχης την πρώτην γνώμην και να με εμποδίζης από την κατά της Ελλάδος στρατείαν, ή ήθελες μεταβληθή; Ομίλει, αποκρίθητι ειλικρινώς.» Ο δε Αρτάβανος απεκρίθη λέγων· «Ω βασιλεύ, τον μεν όραμα το οποίον είδομεν εις τον ύπνον μας είθε να αποβή ως επιθυμούμεν αμφότεροι, εγώ όμως είμαι εισέτι πλήρης φόβου και εκτός εμαυτού στοχαζόμενος και άλλα πολλά, και προς τούτοις βλέπων ότι δύο πράγματα σε είναι πολεμιώτατα.»
48. Ταύτα ακούσας ο Ξέρξης, απεκρίθη τα εξής· «Σκληρέ άνθρωπε, ποία είναι λοιπόν αυτά τα δύο πολεμιώτατα πράγματα τα οποία με λέγεις; Μήπως ο στρατός ούτος σε φαίνεται ότι δεν είναι αρκετός, και ότι ο Ελληνικός είναι περισσότερος του ιδικού μας; ή μήπως ο στόλος μας ήναι υποδεέστερος του ιδικού των; ή τέλος και τα δύο; Εάν αι δυνάμεις μας σοι φαίνονται ανεπαρκείς, αμέσως δυνάμεθα να συνάξωμεν και άλλον στρατόν.»
49. Ο δε Αρτάβανος απεκρίθη λέγων· «Βασιλεύ, ούτε τον στρατόν τούτον, ούτε το πλήθος των πλοίων δύναται να μεμφθή άνθρωπος έχων σύνεσιν. 1. Εάν συνάξης περισσότερα, τότε τα δύο τα οποία λέγω θα γίνωσι πολύ μάλλον πολεμιώτερα. Τα δύο ταύτα πολέμια είναι η γη και η θάλασσα, διότι ως νομίζω εις κανέν μέρος της θαλάσσης δεν ευρίσκεται λιμήν τόσον μέγας ώστε εν περιπτώσει τρικυμίας να δεχθή το ναυτικόν σου και να ήναι ικανός να διασώση αυτό· μολονότι δεν αρκεί να υπάρχη είς μόνον τοιούτος λιμήν, αλλά πρέπει να υπάρχωσι πολλοί τοιούτοι λιμένες εις όλα τα παράλια της ηπείρου πλησίον της οποίας θα πλεύσης. Επειδή λοιπόν δεν έχεις ασφαλείς λιμένας, μάθε ότι αι περιστάσεις εξουσιάζουσι τους ανθρώπους και ουχί οι άνθρωποι τας περιστάσεις. 2. Αφού ωνόμασα το έν των πραγμάτων τούτων, έρχομαι να ομιλήσω και περί του ετέρου. Η γη είναι εχθρά σου κατά τον εξής τρόπον· και επί τη υποθέσει ότι ευθύς εξ αρχής δεν εύρης καμμίαν αντίστασιν, πάλιν, ενόσω προχωρείς δελεαζόμενος από την επιθυμίαν του προχωρείν, αυτή θα γίνεται πολεμιωτέρα, επειδή ο άνθρωπος είναι άπληστος εις τας ευτυχίας. Και επί τη υποθέσει λοιπόν ότι κανείς δεν θα εναντιωθή εις την πορείαν σου, το μήκος όμως της οδού και η μακρά διαμονή σου θα γεννήσωσι πείναν. Η φρόνησις του ανθρώπου συνίσταται εις το να φοβήται μεν όταν σκέπτεται, αναλογιζόμενος όσα ήναι δυνατόν να πάθη, να ήναι δε τολμηρός όταν ενεργή.»
50. Απεκρίθη δε ο Ξέρξης ως εξής· «Αρτάβανε, καλώς εξέθηκες τας ιδέας σου επί εκάστου πράγματος, αλλά μήτε όλα να φοβήσαι μήτε όλα να συλλογίζεσαι τόσον πολύ. 1. Εάν θέλης εις πάσαν υπόθεσιν να ακριβολογής παν ό,τι δύναται να ακολουθήση, ποτέ δεν θα κάμης τίποτε. Όθεν είναι προτιμότερον τολμών τις τα πάντα να πάθη το ήμισυ των δεινών μάλλον ή να μη πάθη τίποτε επειδή φοβείται τα πάντα. Εάν αντιτείνων εις πάντα λόγον δεν ειμπορείς να αποδείξης το βέβαιον, σφάλλεις και συ ομοίως ως εκείνος όστις ήθελεν ειπεί τα εναντία· ούτως έχει και διά τους δύο. Αλλά πώς είναι δυνατόν, ων τις άνθρωπος, να γνωρίση μετά βεβαιότητος τι πρέπει να πράξη; εγώ φρονώ ότι τούτο είναι αδύνατον. Όσοι όμως ενεργούσι μετ' αποφάσεως, αυτοί συνήθως επιτυγχάνουσιν, ενώ οι υπολογίζοντες τα πάντα και οκνούντες, αυτοί αποτυγχάνουσι. 2. Βλέπεις εις πόσην δύναμιν έφθασε το βασίλειον των Περσών· εάν οι προ εμού βασιλεύσαντες είχον ομοίας γνώμας με σε, ή εάν χωρίς να έχωσιν αυτάς ήκουον όμως άλλους συμβούλους ως σε, ουδέποτε ήθελες ιδεί το βασίλειον ταύτο να φθάση εις τόσην ακμήν. Αλλ' οι βασιλείς εκείνοι, αψηφούντες τους κινδύνους, προήγαγον αυτό εις το σημείον τούτο, καθότι τα μεγάλα πράγματα με μεγάλους κινδύνους καταρθούνται. Ημείς λοιπόν μιμούμενοι τους προγενεστέρους στρατεύομεν εις την καλλιτέραν εποχήν του έτους, και αφού υποτάξωμεν όλην την Ευρώπην θα επανέλθωμεν οπίσω χωρίς ούτε λιμόν να απαντήσωμεν ουδαμού ούτε δυσάρεστόν τι να πάθωμεν· καθότι πρώτον μεν πορευόμεθα φέροντες μεθ' ημών πολλάς τροφάς και δεύτερον διότι εις οιανδήποτε γην και έθνος αν πατήσωμεν, θα έχωμεν εις την εξουσίαν μας τον σίτον αυτών· εκστρατεύομεν δε κατ' ανθρώπων γεωργών και ουχί κατά νομάδων.»
51. Είπε δε ο Άρτάβανος μετά ταύτα· «Ω βασιλεύ, επειδή δεν φοβείσαι τίποτε, δέχθητι τουλάχιστον μίαν συμβουλήν, καθότι εις πολλά πράγματα είναι ανάγκη να λέγη τις πολλά. Ο Κύρος του Καμβύσου υπέταξεν όλους τους Ίωνας πλην των Αθηναίων και κατέστησεν αυτούς υποτελείς εις τους Πέρσας. Αυτούς τους ανθρώπους σε συμβουλεύω να μη συμπαραλάβης κατ' ουδένα τρόπον εις τον κατά των προγόνων των πόλεμον, καθότι και άνευ τούτων είμεθα ικανοί να υπερνικήσωμεν τους εχθρούς· Βεβαίως, εάν σε ακολουθήσωσι, πρέπει ή αδικώτατοι να γίνωσιν υποδουλούντες την μητρόπολίν των, ή δικαιότατοι συμπράττοντες εις την ελευθέρωσίν της. Και εάν μεν γίνωσιν αδικώτατοι, ουδέν μέγα κέρδος προσθέτουσιν εις ημάς· εάν όμως γίνωσι δικαιότατοι, δύνανται να βλάψωσι μεγάλως τον στρατόν σου. Ενθυμήθητι λοιπόν, ω βασιλεύ, το παλαιόν λόγιον πόσον ορθώς λέγει ότι άμα τη αρχή δεν καταφαίνεται όλον το τέλος.»
52. Προς ταύτα ο Ξέρξης απεκρίθη· «Αρτάβανε, από όσας γνώμας έδωκες, εις αυτήν σφάλλης περισσότερον, φοβούμενος τους Ίωνας μήπως μας προδώσωσι. Της προαιρέσεως των Ιώνων έχομεν απόδειξιν μεγίστην· υπέρ αυτών και συ μαρτυρείς και όσοι άλλοι συνεξεστράτευσαν μετά του Δαρείου κατά των Σκυθών· ότι εις τας χείρας αυτών ήτο να αφανίσωσι ή να σώσωσι τον Περσικόν στρατόν και ότι έδειξαν την πίστιν των και όχι απιστίαν. Πλην δε τούτου, επειδή άφησαν εις την χώραν ημών τέκνα, γυναίκας και πλούτη, δεν πρέπει ούτε να το στοχασθή τις ότι δυνατόν να νεωτερίσωσι. Μη φοβήσαι λοιπόν τίποτε από αυτούς, αλλ' έχων θάρρος φρόντιζε περί της διατηρήσεως της οικίας και την βασιλείας μου, καθότι εις σε μόνον μεταξύ όλων εμπιστεύομαι το σκήπτρον μου.»
53. Ταύτα ειπών και αποστείλας τον Αρτάβανον εις τα Σούσα, εκάλεσε μετά ταύτα τους σημαντικωτέρους των Περσών· αφού δε ήλθον, είπεν εις αυτούς τα εξής· «Ω Πέρσαι, σας συνήθροισα διά να σας παρακινήσω να φανήτε γενναίοι και να μη καταισχύνετε τα αρχαία κατορθώματα των Περσών, κατορθώματα μεγάλα και πολλού λόγου άξια. Έκαστος ιδιαιτέρως και όλοι ομού ας έχωμεν προθυμίαν, καθότι υπ' όψιν έχομεν το κοινόν καλόν. Τούτου ένεκα σας παροτρύνω να καταβάλετε πάντα ζήλον εις τον πόλεμον τούτον, διότι ως ακούω εκστρατεύομεν εναντίον ανθρώπων γενναίων τους οποίους εάν νικήσωμεν δεν θα ευρεθή πλέον άλλος στρατός ανθρώπων διά να μας εναντιωθή. Τώρα, ας διαβαίνωμεν την θάλασσαν αφού προσευχηθώμεν εις τους θεούς όσοι έχουσιν υπό την προστασίαν των την Περσίδα γην.»
54. Όλη εκείνη η ημέρα εδαπανήθη εις την ετοιμασίαν της διαβάσεως, την δε ακόλουθον περιέμενον ανυπομόνως την ανατολήν του ηλίου καίοντες επί των γεφυρών θυμιάματα διάφορα και στρώνοντες την οδόν με μυρσίνας. Ενώ δε ανέτελλεν ο ήλιος, ο Ξέρξης κάμνων σπονδάς εις την θάλασσαν με χρυσούν ποτήριον, ηύχετο εις αυτόν να μη τω συμβή περιστατικόν τι το οποίον να τον εμποδίση από του να καθυποτάξη την Ευρώπην, αλλά να τον βοηθήση να φθάση έως εις τα άκρα αυτής. Αφού δε ευχήθη έρριψε το ποτήριον εις τον Ελλήσποντον μεθ' ενός κρατήρος χρυσού και του Περσικού ξίφους το οποίον καλούσιν ακινάκην. Δεν δύναμαι να αποφανθώ ακριβώς εάν αφιερών αυτά εις τον ήλιον τα έρριψεν εις το πέλαγος, ή εάν μετανοήσας διότι εμαστίγωσε τον Ελλήσποντον προσέφερε τα δώρα ταύτα εις την θάλασσαν.
55. Αφού εγένοντο ταύτα, ήρχισεν η διάβασις· και διά μεν της γεφύρας της προς το μέρος του Ευξείνου διέβη όλον το πεζόν και το ιππικόν, διά δε της προς το Αιγαίον τα υποζύγια και η θεραπεία. Επορεύοντο δε πρώτοι οι δεκακισχίλιοι Πέρσαι, όλοι εστεφανωμένοι, και μετ' αυτού ο σύμμικτος στρατός των διαφόρων εθνών. Και ταύτην μεν την ημέραν ούτοι διέβησαν, την δε ακόλουθον, πρώτον μεν οι ιππείς και οι κρατούντες τας προς τα κάτω εστραμμένας λόγχας· ήσαν δε και ούτοι εστεφανωμένοι· μετ' αυτούς δε οι ιεροί ίπποι και το ιερόν άρμα· έπειτα αυτός ο Ξέρξης και οι αιχμοφόροι και οι χίλιοι ιππείς, και μετ' αυτούς ο επίλοιπος στρατός. Συγχρόνως και τα πλοία ανήγοντο αντικρύ· ήκουσα επίσης ότι ο Ξέρξης διέβη τελευταίος όλων.
56. Διαβάς ο Ξέρξης εις την Ευρώπην εθεάτο τον στρατόν διαβαίνοντα με μαστιγώσεις· διέβη δε ο στρατός εις επτά ημέρας και επτά νύκτας άνευ διακοπής. Τότε λέγουσιν ότι αφού ο Ξέρξης διέβη τον Ελλήσποντον, Ελλησπόντιός τις είπεν· «ω Ζευ, διατί υπό μορφήν ανδρός Πέρσου και λαβών το όνομα Ξέρξης θέλεις να αναστατώσης την Ελλάδα άγων κατ' αυτής όλους τους ανθρώπους; ηδύνασο και άνευ τούτων να πράξης ταύτα.»
57. Αφού διέβησαν όλοι και ήρχισαν να οδεύωσιν, εφάνη εις αυτούς μέγα θαύμα περί του οποίου ο Ξέρξης δεν εφρόντισε ποσώς, μολονότι ήτο ευεξήγητον. Ίππος εγέννησε λαγόν, εξ ου ευκόλως ηδύνατό τις να εννοήση ότι ο Ξέρξης έμελλε να ελάση στρατόν κατά της Ελλάδος υπερηφανώτατα και μεγαλοπρεπέστατα και ότι θα επέστρεφεν οπίσω, αναγκαζόμενος χάριν της σωτηρίας του να τρέχη. Και άλλο θαύμα είχε φανή εις τας Σάρδεις· ημίονος εγέννησεν ημίονον διπλά έχουσαν αιδοία, τα μεν άρρενος τα δε θηλείας· τα του άρρενος δε ήσαν υπεράνω των της θηλείας.
58. Μη φροντίσας λοιπόν μήτε περί του ενός μήτε περί του άλλου, επορεύετο επί τα πρόσω, συν αυτώ δε ο πεζός στρατός. Ο δε ναυτικός στρατός, έξω του Ελλησπόντου, έπλεε παρακολουθών την ακτήν και έχων εστραμμένην την πρύμνην προς τον πεζόν, καθότι έπλεε προς δυσμάς διευθυνόμενος εις το Σαρπηδόνιον ακρωτήριον όπου ήτο διατεταγμένος να φθάση και να περιμένη, ενώ ο στρατός της ξηράς εξηκολούθει τον δρόμον του διά της χερσονήσου διευθυνόμενος προς ανατολάς του ηλίου και έχων εις τα δεξιά μεν τον τάφον της Έλλης, θυγατρός του Αδάμαντος, αριστερά δε την πόλιν Καρδίαν. Διελθών διά μέσου πόλεώς τινος ης το όνομα ήτο Αγορά και κάμψας τον καλούμενον Μέλανα κόλπον και τον Μέλανα ποταμόν του οποίου το ύδωρ δεν εξήρκεσεν εις τον στρατόν αλλ' εξηντλήθη, τούτον τον ποταμόν διαβάς, εξ ου και ο κόλπος έχει την επωνυμίαν, επορεύετο προς δυσμάς μέχρις ου έφθασεν εις τον Δορίσκον, πέραν της Αιολίδος πόλεως Αίνου και της Στεντορίδος λίμνης.
59. Ο δε Δορίσκος είναι αιγιαλός της Θρακικής και πεδιάς μεγάλη, διά μέσου της οποίας ρέει ποταμός μέγας ο Έβρος. Εκεί ήτο εκτισμένον τείχος βασιλικόν, όπερ εκαλείτο Δορίσκος και φρουρά Περσική κατασταθείσα υπό του Δαρείου το κατείχεν από της εποχής της εναντίον των Σκυθών εκστρατείας. Εφάνη δε εις τον Ξέρξην επιτήδειος ο χώρος εκείνος όπως θέση εις τάξιν και αριθμήση τον στρατόν· όπερ και έπραξεν. Αφού δε ήλθον όλα τα πλοία εις τον Δορίσκον, οι ναύαρχοι, διατάξαντος του Ξέρξου, τα έφερον εις τον πλησιέστερον αιγιαλόν του Δορίσκου όπου είναι αι Σαμοθρακικαί πόλεις Σάλη και Ζώνη, εις το τέλος δε αυτού του αιγιαλού είναι το ονομαστόν ακρωτήριον Σέρρειον. Ο χώρος ούτος ήτο άλλοτε των Κικόνων. Εις τούτον λοιπόν τον αιγιαλόν καταπλεύσαντες οι Πέρσαι, έσυρον έξω τα πλοία και τα εξήραινον. Κατ' αυτό δε το διάστημα ο Ξέρξης έκαμνε την απαρίθμησιν του στρατού εις τον Δορίσκον.
60. Πόσον πλήθος ευρέθη εις την απαρίθμησιν ταύτην ότι έδωκεν έκαστον έθνος δεν δύναμαι να είπω ακριβώς, διότι ουδείς το είπεν. Όλος δε ο πεζός στρατός ανέβη εις έν εκατομμύριον και επτακοσίας χιλιάδας, και ηριθμήθη κατά τον ακόλουθον τρόπον. Συναγαγόντες εις ένα χώρον δεκακισχίλιους ανθρώπους και συσφίγξαντες αυτούς όσον το δυνατόν περισσότερον, περιεχάραξαν έξωθεν κύκλον· περιχαράξαντες δε τον κύκλον και εξαγαγόντες τους μυρίους έκαμον περίτραγμα του οποίου το ύψος έφθανεν έως τον ομφαλόν ανθρώπου. Τούτα ποιήσαντες, εισεβίβασαν άλλους εις την περιοχήν ταύτην, μέχρις ου ηρίθμησαν όλους κατ' αυτόν τον τρόπον. Αφού δε τους ηρίθμησαν, κατέταξαν αυτούς κατά έθνη.
61. Τα δε έθνη όσα έλαβον μέρος εις την εκστρατείαν ήσαν τα εξής. Οι Πέρσαι οίτινες είχον την ακόλουθον σκευήν· περί τας κεφαλάς έφερον πίλους όχι στερεούς, καλουμένους τιάρας, περί δε το σώμα θώρακας χειριδωτούς εκ ποικίλων τεμαχίων και ομοίων την όψιν με λέπια ιχθύων, και περί τα σκέλη αναξυρίδας· αντί δε ασπίδων είχον γέρρα, υποκάτω των οποίων εκρέμαντο φαρέτραι. Τα ακόντιά των ήσαν μικρά, τα τόξα μεγάλα και τα βέλη καλάμινα· εκρέματο δε προς τον δεξιόν μηρόν εγχειρίδιον δεδεμένον εις την ζώνην. Αρχηγός αυτών ήτο ο Οτάνης, πατήρ της Αμήστριος γυναικός του Ξέρξου. Οι Έλληνες ωνόμαζον αυτούς άλλοτε Κηφήνας, αυτοί δε οι ίδιοι εκαλούντο Αρταίοι και οι περίοικοί των τους εκάλουν ούτω. Ότε δε ο Περσεύς της Δανάης και του Διός ήλθεν εις τον Κηφέα του Βήλου και έλαβε την θυγατέρα του Ανδρομέδαν, εγέννησεν εξ αυτής υιόν τον οποίον ωνόμασε Πέρσην και τον οποίον άφησεν εκεί, διότι ο Κηφεύς ετύγχανε μη έχων άρρενα τέκνα. Από τούτου δε του Πέρσου έλαβον την επωνυμίαν.
62. Οι δε Μήδοι εστρατεύοντο έχοντες την αυτήν στολήν με τους Πέρσας, διότι κυρίως ειπείν η στολή αύτη ήναι Μηδική και ουχί Περσική. Αρχηγός αυτών ήτο ο Τιγράνης εκ της οικογενείας των Αχαιμενιδών. Άλλοτε ούτοι εκαλούντο παρ' όλων Άριοι· αλλ' ελθούσης της Κολχίδος Μηδείας εξ Αθηνών εις την χώραν των, μετέβαλαν και αυτοί το όνομά των. Τούτο τουλάχιστον λέγουσι περί εαυτών οι Μήδοι. Οι δε Κίσσιοι κατά μεν τα άλλα ήσαν εσκευασμένοι ως οι Πέρσαι, μόνον δε εις την κεφαλήν αντί πίλων είχον μίτρας. Αρχηγός αυτών ήτο ο Ανάφης του Οτάνου. Οι δε Υρκάνιοι ήσαν ωπλισμένοι ως οι Πέρσαι και είχον ηγεμόνα τον Μεγάπανον όστις μετά τα συμβάντα ταύτα εγένετο διοικητής της Βαβυλώνος.
63. Οι δε Ασσύριοι εις μεν τας κεφαλάς εφόρουν περικεφαλαίας χαλκίνας και πεπλεγμένας κατά τρόπον τινά βάρβαρον ουχί εύκολον να περιγραφή· ασπίδας δε και ακόντια και εγχειρίδια είχον όμοια με τους Αιγυπτίους· προς τούτοις είχον ρόπαλα ξύλινα με τύλους σιδηρούς και θώρακας λινούς. Ούτοι υπό μεν των Ελλήνων εκαλούντο Σύριοι, υπό δε των βαρβάρων Ασσύριοι, Μεταξύ αυτών ήσαν οι Χαλδαίοι, και είχον αρχηγόν τον Οτάσπην, υιόν του Αρταχαίου.
64. Οι Βάκτριοι δε εστρατεύοντο έχοντες εις τας κεφαλάς ό,τι σχεδόν και οι Μήδοι· τόξα δε καλάμινα εντόπια και ακόντια βραχέα. Οι δε Σάκαι, φυλή Σκυθική, περί μεν τας κεφαλάς είχον κυρβασίας ορθάς και ληγούσας εις οξύ, εφόρουν δε αναξυρίδας, τόξα δε είχον επιχώρια και εγχειρίδια, προς τούτοις και αξίνας καλουμένας σαγάρεις. Τούτους δε όντας Σκύθας, Αμυργίους, εκάλουν Σάκας, διότι οι Πέρσαι όλους τους Σκύθας καλούσι Σάκας. Τούτων δε των Σακών και των Βακτρίων αρχηγός ήτο ο Υστάσπης, υιός του Δαρείου και της Ατόσης, θυγατρός του Κύρου.
65. Οι δε Ινδοί εφόρουν ενδύματα κατεσκευασμένα εκ βάμβακος· είχον τόξα καλάμινα και βέλη καλάμινα με αιχμάς σιδηράς. Εστρατεύοντο δε υπό την αρχηγίαν του Φαρναζάθρου, υιού του Αρταβάτου.
66. Οι δε Άριοι τόξα μεν είχον Μηδικά, κατά δε τα λοιπά ήσαν ως οι Βάκτριοι. Αρχηγός αυτών ήτο ο Σισάμνης, υιός του Υδάρνους. Οι δε Πάρθιοι και οι Χοράσμιοι και οι Σογδοί και οι Γανδάριοι και οι Δαδίκαι εστρατεύοντο έχοντες τον αυτόν οπλισμόν ως οι Βάκτριοι. Τούτων αρχηγοί ήσαν οι εξής· των μεν Πάρθων και Χορασμίων ο Αρτάβαζος του Φαρνάκους, των δε Σογδών ο Αζάνης του Αρταίου, των δε Γανδαρίων και Δαδικών ο Αρτύφιος του Αρταβάνου.
67. Οι δε Κάσπιοι εστρατεύοντο ενδεδυμένοι επανωφόρια εκ δέρματος αιγός και έχοντες επιχώρια τόξα καλάμινα και ακινάκας. Και ούτοι μεν ούτως ήσαν ωπλισμένοι, και είχον ηγεμόνα τον Αριόμαρδον, αδελφόν του Αρτυφίου· οι δε Σαράγγαι διέπρεπον διά την βαφήν των ενδυμάτων των, και είχον πέδιλα αναβαίνοντα εις το γόνυ, τα δε τόξα και τα ακόντιά των ήσαν Μηδικά. Αρχηγός των αρχηγών ήτο ο Φαρενδάτης του Μεγαβάζου. Οι Πάκτυες δε είχαν τα αυτά ενδύματα και είχον τόξα επιχώρια και εγχειρίδια· αρχηγός δε αυτών ήτο ο Αρτύντης του Ιθαμάτρου.
68. Οι δε Ούτιοι, οι Μύκοι και οι Παρικάνιοι ήσαν ωπλισμένοι ως οι Πάκτυες. Τούτων αρχηγοί ήσαν οι εξής· των μεν Ουτίων και των Μύκων ο Αρσαμένης του Δαρείου, των δε Παρικανίων ο Σιρομίτρης του Οιοβάζου.
69. Οι δε Αράβιοι εφόρουν μακρά επανωφόρια και εις τα δεξιά των είχον παλίντονα τόξα μακρά. Οι δε Αιθίοπες εφόρουν παρδαλάς και λεοντάς, τόξα δε είχαν μακρά μέχρι τεσσάρων πήχεων κατεσκευασμένα από κλάδους φοινίκων προς τούτοις βέλη καλάμινα μικρά, εις την άκραν των οποίων αντί σιδήρου ήτα λίθος οξύς εξ εκείνου με τον οποίον σκαλίζουσι τας σφραγίδας των· Είχον δε ακόντια εις την άκραν των οποίων ήτο κέρας δορκάδος οξύ κατεσκευασμένον εις τρόπον λόγχης· είχον δε και ρόπαλα τυλωτά· και το μεν ήμισυ του σώματος όταν εξέρχωνται εις πόλεμον αλείφουσι με γύψον, το δε άλλο ήμισυ με μίλτον. Των Αραβίων δε και των υπεράνω της Αιγύπτου κατοικούντων Αιθιόπων αρχηγός ήτο ο Αρσάμης, υιός του Δαρείου και της Αρτυστώνης, θυγατρός του Κύρου, την οποίαν ο Δαρείος ηγάπησε πλειότερον όλων των άλλων γυναικών του και διέταξε να κατασκευάσωσι την εικόνα της εκ χρυσού σφυρηλατημένου. Των μεν λοιπόν Αραβίων και των υπέρ την Αίγυπτον κατοικούντων Αιθιόπων αρχηγός ήτο ο Αρσάμης.
70. Οι δε ανατολικοί Αιθίοπες (διότι και οι μεν και οι δε εστρατεύοντο) ήσαν κατατεταγμένοι μεταξύ των Ινδών. Ούτοι δεν διαφέρουσιν ουδόλως από τους άλλους κατά την μορφήν, αλλά μόνον κατά το ιδίωμα της γλώσσης και τα τρίχωμα, διότι των μεν ανατολικών Αιθιόπων αι τρίχες ήναι ευθείαι, των δε Αιθιόπων της Λιβύας η κόμη είναι η μάλλον ουλόθριξ όλων των ανθρώπων. Ούτοι δε οι εκ της Ασίας Αιθίοπες ήσαν κατά το πλείστον ωπλισμένοι ως οι Ινδοί, και εις τας κεφαλάς είχον προμετωπίδια ίππων εκδεδαρμένα ομού με τα ώτα και τας χαίτας. Αι χαίται αύται επείχον τόπον λόφου, τα δε ώτα των ίππων ήσαν εστημένα ορθά. Τα αμυντήρια δε όπλα των ήσαν δοραί γερανών εν είδει ασπίδων.
71. Οι Λίβυες ηκολούθουν έχοντες στολήν δερματίνην και ωπλισμένοι με ακόντια σκληρυνθέντα εις το πυρ. Αρχηγός δε αυτών ήτο ο Μασσάγης του Οαρίζου.
72. Οι δε Παφλαγόνες εστράτευον έχοντες επί της κεφαλής κράνη πλεκτά, ασπίδας μικράς, λόγχας όχι μεγάλας, και προς τούτοις ακόντια και εγχειρίδια· είχον δε περί τους πόδας πέδιλα επιχώρια, αναβαίνοντα εις το μέσον της κνήμης. Οι Λίγυες δε, οι Ματιανοί, οι Μαριανδυνοί και οι Σύριοι ήσαν ωπλισμένοι ως οι Παφλαγόνες. Οι Σύριοι ούτοι υπό των Περσών καλούνται Καππαδόκαι. Και των μεν Παφλαγόνων και των Ματιανών αρχηγός ήτο ο Δώτος του Μεγασίδρου, των δε Μαριανδυνών, των Λιγύων και των Συρίων ο Γωβρύας του Δαρείου και της Αρτυστώνης υιός.
73. Οι δε Φρύγες είχον σχεδόν τον αυτόν οπλισμόν με τους Παφλαγόνας. Οι Φρύγες ούτοι, ως λέγουσιν οι Μακεδόνες, εκαλούντο Βρίγες εφ' όσον χρόνον Ευρωπαίοι όντες ήσαν σύνοικοι των Μακεδόνων μετοικήσαντες δε εις την Ασίαν, ομού με την χώραν μετέβαλον και το όνομα εις Φρύγας. Οι δε Αρμένιοι ήσαν οπλισμένοι ως οι Φρύγες διότι είναι άποικοι των Φρυγών. Αμφοτέρων τούτων αρχηγός ήτο ο Αρτόχμης, γαμβρός του Δαρείου.
74. Οι Λυδοί δε είχον όπλα ομοιότατα με τα Ελληνικά. Άλλοτε οι Λυδοί εκαλούντο Μήονες, μεταβαλόντες δε το όνομα έλαβον την επωνυμίαν ταύτην από του Λυδού, υιού του Άτυος. Οι δε Μυσοί εις μεν τας κεφαλάς είχον κράνη επιχώρια, ασπίδας δε μικράς, μετεχειρίζοντο δε ακόντια σκληρυνθέντα εις το πυρ. Ούτοι οι Μυσοί είναι άποικοι των Λυδών και από του όρους Ολύμπου καλούνται Ολυμπιανοί. Αρχηγός δε των Λυδών και των Μυσών ήτο ο Αρταφέρνης του Αρταφέρνους εκείνου όστις μετά του Δάτιδος εισέβαλεν εις τον Μαραθώνα.
75. Οι δε Θράκες εστράτευον έχοντες εις μεν τας κεφαλάς των αλωπεκάς, περί δε το σώμα χιτώνας και άνωθεν αυτών επανωφόρια ποικιλόστικτα· περί τους πόδας και τας κνήμας είχον πέδιλα εκ δέρματος ελάφου, και προς τούτοις ακόντια, μικράς ασπίδας και εγχειρίδια μικρά. Οι Θράκες ούτοι ότε διέβησαν εις την Ασίαν εκλήθησαν Βιθυνοί. Άλλοτε, ως αυτοί λέγουσιν εκαλούντο Στρυμόνιοι, καθότι κατώκουν περί τον Στρυμόνα· λέγουσι δε ότι τους εδίωξαν εκ της χώρας των οι Τευκροί και οι Μυσοί. Τούτων δε των εν τη Ασία Θρακών αρχηγός ήτο ο Βασσάκης του Αρταβάνου.
76. Οι δε Χάλυβες (17) είχον ασπίδας μικράς εκ δέρματος βοός ακατεργάστου, και έκαστος δύο ακόντια ως εκείνα τα οποία κατασκευάζουσιν εις την Λυκίαν. Εις τας κεφαλάς των είχον κράνη χάλκινα προ των οποίων υψούντο κέρατα και ώτα βοός χάλκινα και επ' αυτών λόφοι. Περί τας κνίμας είχον τεμάχια υφάσματος πορφυροβαφή. Εις την χώραν δε αυτών υπάρχει χρηστήριον του Άρεως.
77. Οι δε Καβηλείς, άποικοι των Μηόνων, καλούμενοι Λασόνιοι, είχον οπλισμόν όμοιον με τους Κίλικας, τον οποίον θα εκθέσω όταν φθάσει η σειρά να ομιλήσω διά τους Κίλικας (18). Οι δε Μιλύαι είχον αιχμάς κοντάς και ενδύματα εμπεπορπημένα. Τινές εξ αυτών είχον τόξα Λύκια, εις δε τας κεφαλάς περικεφαλαίας δερματίνας. Τούτων όλων αρχηγός ήτο ο Βάδρης του Υστάνους.
78. Οι Μόσχοι δε είχον περικεφαλαίας μεν ξυλίνας, ασπίδας δε μικράς και ακόντια βραχέα των οποίων όμως αι λόγχαι ήσαν μακραί. Οι δε Τιβαρηνοί, οι Μάκρωνες και οι Μοσύνοικοι εστράτευον εσκευασμένοι ως οι Μόσχοι. Τούτους δε ωδήγουν οι εξής αρχηγοί· τους μεν Μόσχους και τους Τιβαρηνούς ο Αριόμαρδος, υιός του Δαρείου και της Πάρμυος, θυγατρός του Σμέρδιος, υιού του Κύρου· τους δε Μάκρωνας και τους Μοσυνοίκους ο Αρταΰκτης του Χοράσμιος, όστις ήτο διοικητής της εν Ελλησπόντω Σηστού.
79. Οι δε Μάρες είχον κράνη μεν επιχώρια πλεκτά, ασπίδας δε δερματίνας μικράς και ακόντια. Οι δε Κόλχοι είχον κράνη ξύλινα, ασπίδας εκ δέρματος βοός ακατεργάστου, αιχμάς βραχείας και προσέτι μαχαίρας. Τούτων των Μαρών και των Κόλχων αρχηγός ήτο ο Φαρανδάτης του Τεάσπιδος. Οι δε Αλαρόδιοι και οι Σάσπειρες εστρατεύοντο ωπλισμένοι ως οι Κόλχοι. Τούτων αρχηγός ήτο ο Μασίστιος του Σιρομίτρου.
80. Τα δε νησιωτικά έθνη τα ακολουθούντα εκ της Ερυθράς Θαλάσσης και των νήσων όπου ο βασιλεύς πέμπει τους εκπατριζομένους, είχον ενδύματα και όπλα ομοιότατα με τα Μηδικά. Τούτων των νησιωτών αρχηγός ήτο ο Μαρδόντης του Βαγαίου όστις κατά το δεύτερον έτος έπεσεν εις την εν Μυκάλη μάχην, είς ων των στρατηγών.
81. Ταύτα ήταν τα έθνη άτινα εστρατεύοντο διά ξηράς και απετέλουν το πεζόν, αρχηγοί δε αυτών ήσαν οι ανωτέρω ρηθέντες οίτινες και τα ωργάνωσαν και τα ηρίθμησαν δίδοντες αυτοίς χιλιάρχας και μυριάρχας· οι δε μυριάρχαι διώρισαν εκατοντάρχας και δεκάρχας· Άλλοι αξιωματικοί ιθαγενείς επεστάτουν τα τάγματα εκάστου έθνους, αλλά και ούτοι υπήκουον εις τους ανωτέρω ρηθέντας αρχηγούς.
82. Τούτων δε και σύμπαντος του πεζού στρατού εστρατήγουν ο Μαρδόνιος του Γωβρύου, ο Τριτανταίχμης του Αρταβάνου του συμβουλεύσαντος να μη στρατεύσωσι κατά της Ελλάδος, ο Σμερδομένης του Οτάνου (αμφότεροι ούτοι ήταν παίδες αδελφών του Δαρείου και επομένως εξάδελφοι του Ξέρξου), ο Μασίστης, υιός του Δαρείου και της Ατόσσης, ο Γέργις του Αρίζου και ο Μεγάβυζος του Ζωπύρου.
83. Ούτοι ήσαν οι στρατηγοί όλου του πεζού χωρίς των μυρίων· των δε μυρίων λογάδων τούτων Περσών εστρατήγει μεν ο Υδάρνης του Υδάρνους, εκαλούντο δε αθάνατοι διά την εξής αιτίαν. Εάν τις εξ αυτών ήθελε λείψει είτε, ένεκα θανάτου είτε ένεκα ασθενείας, εξελέγετο άλλος και ουδέποτε ήσαν ούτε πλείονες των μυρίων ούτε ελάσσονες. Μεταξύ όλου του στρατού διεκρίνοντο οι Πέρσαι διά τον οπλισμόν των, ούτοι δε οι μύριοι ήσαν υπέρτεροι των άλλων Περσών. Ωπλισμένοι ως είπα, διεκρίνοντο διά την αφθονίαν των χρυσών κοσμημάτων των· έφερον μεθ' εαυτών αρμαμάξας εντός των οποίων είχον τας παλλακάς των και την πολλήν και πλουσίως κεκοσμημένην θεραπείαν των. Ιδιαίτεραι δε κάμηλοι και άλλα υποζύγια ζώα έφερον τας τροφάς των.
84. Τα έθνη ταύτα έχουσι και ιππικόν, εν τούτοις δεν έδωκαν ιππείς όλα, αλλά μόνον τα εξής. Οι Πέρσαι, των οποίων οι ιππείς ήσαν ωπλισμένοι ως οι πεζοί· μόνον εις τας κεφαλάς είχον τινες ελάσματα σιδηρά ή χαλκά.
85. Υπάρχουσι νομάδες τινές καλούμενοι Σαγάρτιοι φυλή Περσική καθ' όλα και κατά την γλώσσαν, η ενδυμασία των δε είναι μεταξύ της Περσικής και της Πακτυικής. Ούτοι είχον δώσει οκτακισχιλίους ιππείς. Οι άνθρωποι ούτοι απαξιούσι να έχωσιν άλλα όπλα χάλκικα ή σιδηρά και μεταχειρίζονται μόνον σχοινία δερμάτινα πεπλεγμένα, εις τα οποία έχουσιν όλον το θάρρος των όταν εξέρχωνται εις πόλεμον. Ο τρόπος δε της μάχης των ανθρώπων τούτων είναι ο εξής: Όταν συμπλακώσι με τους πολεμίους, ρίπτουσι τα σχοινία τα οποία εις την άκραν έχουσι βρόχον, όντινα δε τύχωσιν, ίππον ή άνθρωπον, τον έλκουσι προς εαυτούς· ούτοι δε εμπλεκόμενοι ως εις δίκτυα διαφθείρονται. Τούτων λοιπόν τοιούτος είναι ο τρόπος του πολεμείν, και ήσαν τεταγμένοι εις τους Πέρσας.
86. Οι δε Μήδοι ιππείς είχον την ιδίαν σκευήν με τους πεζούς, και οι Κίσσιοι ομοίως· έτι δε και το ιππικόν των Ινδών είχε την ιδίαν σκευήν με το πεζόν· οι Ινδοί όμως ήλαυνον και κέλητας και άρματα· εις δε τα άρματα ήταν εζευγμένοι ίπποι και όνοι άγριοι. Οι δε Βάκτριοι ιππείς ήσαν ωπλισμένοι ως οι πεζοί· ομοίως και οι Κάσπιοι, ομοίως και οι Λίβυες. Όλοι δε ούτοι ήλαυνον άρματα. Προσέτι δε και οι Κάσπειροι και οι Παρικάνιοι ήσαν ωπλισμένοι ως οι πεζοί. Οι δε Αράβιοι ιππείς σκευήν μεν είχον ως οι πεζοί, ήλαυνον δε όλοι καμήλους αίτινες δεν είναι υποδεέστεραι των ίππων κατά την ταχύτητα.
87. Ταύτα μόνα τα έθνη είχον ιππικόν, ο αριθμός δε των ίππων εγένετο ογδοήκοντα χιλιάδες, πάρεξ των καμήλων και των αρμάτων. Είχον οργανωθή κατά τάγματα και οι Αράβιοι ετάχθησαν τελευταίοι· επειδή οι ίπποι δεν ανέχονται τας καμήλους, διά τούτο ετάχθησαν ύστεροι ίνα μη φοβήται το ιππικόν.
88. Ίππαρχοι ήσαν ο Αρμαμίθρης και ο Τίθαιος, υιοί του Δάτιδος· ο τρίτος συνίππαρχος Φαρνούχης είχε μείνει ασθενής εις τας Σάρδεις, καθότι ότε ανεχώρουν εκ της πόλεως ταύτης τω συνέβη συμφορά δυσάρεστος. Ενώ ίππευε, κύων διήλθεν υπό τους πόδας του ίππου, και ο ίππος μη προϊδών εφοβήθη και στας ορθός έρριψε κάτω τον Φαρνούχην, όστις πεσών ήμεσεν αίμα και η ασθένεια του μετετράπη εις φθίσιν. Οι υπηρέται του έκαμον τον ίππον ως επρόσταξεν· απαγαγόντες αυτόν εις τον τόπον όπου έρριψε τον δεσπότην του, τω έκοψαν τους πόδας μέχρι γονάτων. Τοιουτοτρόπως ο Φαρνάκης εστερήθη της αρχηγίας.
89. Των δε τριήρεων ο αριθμός συνεποσώθη εις χιλίας διακοσίας, και παρέσχον αυτάς οι εξής. Οι μεν Φοίνικες και οι της Παλαιστίνης Σύριοι τριακοσίας, ωπλισμένοι όντες οι άνδρες κατά τον ακόλουθον τρόπον· εις μεν τας κεφαλάς είχον περικεφαλαίας κατεσκευασμένας σχεδόν ως τας των Ελλήνων· ενδεδυμένοι δε θώρακας λινούς, είχον ασπίδας μη πέρικεκοσμημένας και ακόντια. Ούτοι δε οι Φοίνικες άλλοτε κατώκουν, ως αυτοί λέγουσιν, εις τα παράλια της Ερυθράς θαλάσσης· εκείθεν δε αναχωρήσαντες ήλθον εις την Συρίαν και εγκατεστάθησαν εις τα παραθαλάσσια. Όλον τούτο το μέρος της Συρίας μέχρι της Αιγύπτου καλείται Παλαιστίνη. Οι δε Αιγύπτιοι παρέσχον πλοία διακόσια. Ούτοι είχον περί τας κεφαλάς κράνη πλεκτά, ασπίδας κοίλας με πλατέα περικοσμήματα και δόρατα ναυμαχίας, και πελέκεις μεγάλους. Οι πλείστοι δε εξ αυτών ήσαν θωρακοφόροι και είχον μαχαίρας μεγάλας. Και ούτοι μεν ούτως ήσαν ωπλισμένοι.
90. Οι δε Κύπριοι παρέσχον εκατόν πεντήκοντα πλοία και ήσαν ωπλισμέναι ως εξής. Οι μεν βασιλείς αυτών είχον εις τας κεφαλάς μίτρας περιτετυλιγμένας (19), οι δε άλλοι εφόρουν χιτώνας, κατά τα λοιπά δε ήταν ωπλισμένοι ως οι Έλληνες. Τα δε έθνη των Κυπρίων, ως αυτοί οι Κύπριοι λέγουσιν, είναι τα εξής. Οι από της Σαλαμίνος των Αθηνών καταγόμενοι, οι από της Αρκαδίας, οι από της Κύθνου, οι από της Φοινίκης και οι από της Αιθιοπίας.
91. Οι δε Κίλικες παρέσχον εκατόν πλοία. Ούτοι δε πάλιν περί τας κεφαλάς μεν είχον κράνη επιχώρια, μικράς ασπίδας εκ δέρματος βοείου ακατεργάστου και χιτώνας μαλλίνους· έκαστος δε είχε δύο ακόντια και ξίφος ομοιότατον με τας Αιγυπτιακάς μαχαίρας. Ούτοι πάλαι μεν εκαλούντο Υπαχαιοί, έλαβον δε έπειτα την επωνυμίαν Κίλικες εκ του Κίλικος, υιού του Φοίνικος Αγήνορος. Οι Πάμφυλοι δε παρέσχον τριάκοντα πλοία και ήσαν ωπλισμένοι με Ελληνικά όπλα. Οι Πάμφυλοι ούτοι κατάγονται εκ των Ελλήνων εκείνων οίτινες επιστρέφοντες εκ της Τροίας αποπλανήθησαν μετά του Αμφιλόχου και του Κάλχαντος.
92. Οι δε Λύκιοι έδοσαν πλοία πεντήκοντα και εφόρουν θώρακας και κνημίδας· τόξα είχον εκ ξύλου κρανέας, βέλη καλάμινα, άνευ πτερών, και ακόντια. Προς τούτοις είχον δέρματα αιγών ερριμμένα εις τους ώμους, εις δε τας κεφαλάς πίλους περιεστεφανωμένους με πτερά· είχον δε και εγχειρίδια και δρέπανα. Οι Λύκιοι ούτοι, καταγόμενοι εκ της Κρήτης, εκαλούντο Τερμίλαι, έλαβον δε την επωνυμίαν Λύκιοι εκ του Λύκου, υιού του Αθηναίου Πανδίονος.
93. Οι δε Δωριείς της Ασίας έδοσαν τριάκοντα πλοία έχοντες όπλα Ελληνικά και καταγόμενοι εκ της Πελοποννήσου. Οι Κάρες δε παρέσχον εβδομήκοντα πλοία· και ήσαν ωπλισμένοι κατά τα άλλα ως οι Έλληνες, είχον δε δρέπανα και εγχειρίδια. Πώς εκαλούντο δε ούτοι πρότερον, το είπον εις τα προλαβόντα βιβλία (20).
94. Οι δε Ίωνες ωπλισμένοι ως οι Έλληνες έδοσαν εκατόν πλοία. Ούτοι ενόσω κατώκουν εν τη Πελοποννήσω την χώραν ήτις καλείται σήμερον Αχαΐα, και πριν έλθωσιν εις την Πελοπόννησον ο Δαναός και ο Ξούθος, εκαλούντο, ως λέγουσιν οι Έλληνες, Πελασγοί Αιγιαλείς· μετωνομάσθησαν δε Ίωνες από του Ίωνος, υιού του Ξούθου.
95. Οι δε νησιώται έδοσαν δεκαεπτά πλοία και ήσαν ωπλισμένοι ως οι Έλληνες. Και ούτοι είναι έθνος Πελασγικόν, ύστερον δε εκλήθη Ιωνικόν, διά τον αυτόν λόγον δι' ον οι κατέχοντες τας δώδεκα πόλεις εκλήθησαν Ίωνες, άποικοι όντες των Αθηνών. Οι δε Ελλησπόντιοι πλην των Αβυδηνών (διότι οι Αβυδηνοί διετάχθησαν παρά του βασιλέως να μείνωσιν εις τον τόπον των και να φυλάττωσι τας γεφύρας) οι λοιποί οι εκ του πόντου στρατευόμενοι έδοσαν μεν πλοία εκατόν, ήσαν δε ωπλισμένοι ως οι Έλληνες. Ήσαν δε ούτοι άποικοι, των Ιώνων και των Δωριέων.
96. Εις όλα δε τα πλοία είχον επιβιβασθή Πέρσαι, Μήδοι και Σάκαι. Τα πλοία των Φοινίκων ήσαν τα άριστα του στόλου, και τα των Σιδωνίων τα άριστα μεταξύ των Φοινίκων. Όλοι δε ούτοι ως και οι τεταγμένοι εις το πεζόν είχον αρχηγούς επιχωρίους τους οποίους εγώ δεν αναφέρω επειδή ούτε είναι άξιοι μνημονεύσεως. Όσαι πόλεις ήσαν εις έκαστον έθνος, τόσοι αρχηγοί ήσαν, αλλ' ούτοι ακολούθησαν ουχί τόσον ως στρατηγοί, αλλά μάλλον ως δούλοι στρατιώται. Και τους μεν στρατηγούς του πεζού όσοι είχον πάσαν της εξουσίαν και τους Πέρσας όσοι ώριζον έκαστον έθνος, ανέφερα ανωτέρω.
97. Του δε ναυτικού στρατηγοί ήσαν οι εξής· ο Αριαβίγνης του Δαρείου, ο Πρηξάσπης του Ασπαθίνου, ο Μεγάβαζος του Μεγαβάτου και ο Αχαιμένης του Δαρείου. Της μεν Ιωνικής και Καρικής μοίρας αρχηγός ήτο ο Αριαβίγνης, υιός του Δαρείου και της θυγατρός του Γωβρύου· της δε Αιγυπτιακής ο Αχαιμένης, αδελφός του Ξέρξου εκ πατρός και μητρός· του δε λοιπού στόλου ήσαν οι άλλοι δύο. Τριακόντοροι δε και πεντηκόντοροι και κέρκουροι και πλοία ιππαγωγά μικρά περιληφθέντα εις την απαρίθμησιν, ευρέθησαν τρεις χιλιάδες.
98. Μετά τους στρατηγούς, οι μάλλον ονομαστοί εκ των ευρισκομένων εις τον στόλον ήσαν οι εξής· ο Σιδώνιος Τετράμνηστος του Ανύσου, ο Τύριος Μάπην του Σιρώμου, ο Αράδιος Μέρβαλος του Αγβάλου, ο Κίλιξ Συέννεσις του Ωρομέδοντος, ο Λύκιος Κυβερνίσκος του Σίκα, οι Κύπριοι Γόργος του Χέρσιος και Τιμώναξ του Τιμαγόρου, οι Κάρες Ιστιαίος του Τύμνου, Τίγρης του Σελδώμου και Δαμασίθυμος του Κανδαύλου.
99. Τους μεν άλλους ταξιάρχους δεν είναι ανάγκη να αναφέρω, αλλά μόνον την Αρτεμισίαν, ήτις εστράτευσε κατά της Ελλάδος και την οποίαν μεγάλως θαυμάζω. Η γυνή αύτη, αφού απέθανεν ο σύζυγός της, ανέλαβε την βασιλείαν και την κηδεμονίαν του ανήλικος υιού της και ενώ δεν ήτο ουδεμία ανάγκη, ηκολούθησεν εις την εκστρατείαν μετά θάρρους ανδρικού. Εκαλείτο Αρτεμισία, και ήτο θυγάτηρ του Λυγδάμιδος· κατά δε το γένος πατρόθεν μεν ήτο εκ της Αλικαρνασού, μητρόθεν δε Κρήσσα. Ηγεμόνευε δε των Αλικαρνασέων, των Κώων, των Νισυρίων και των Καλυδνίων, δώσασα πέντε πλοία, άτινα ήσαν τα μάλλον αξιοπαρατήρητα όλου του στόλου, μετά τα πλοία των Σιδωνίων, εξ όλων δε των συμμάχων αυτή έδιδε τας αρίστας συμβουλάς εις τον βασιλέα. Αι πόλεις τας οποίας είπα ότι εκυβέρνα, είναι όλαι Δωρικαί· καθότι οι μεν Αλικαρνασείς είναι Τροιζήνιοι, οι δε άλλοι Επιδαύριοι. Και όσα μεν είπα διά τον ναυτικόν στρατόν αρκούσιν.
100. Ο δε Ξέρξης αφού ηριθμήθη και διετάχθη ο στρατός, επεθύμησε να περιέλθη ο ίδιος τας τάξεις του και να τον επιθεωρήση. Όθεν αναβάς επί άρματος διήρχετο έμπροσθεν εκάστου έθνους αποτείνων διαφόρους ερωτήσεις, οι δε γραματείς εσημείωνον τας αποκρίσεις, μέχρις ου μετέβη από την μίαν εις την άλλην άκραν του ιππικού και του πεζού. Τούτου γενομένου, και των πλοίων καθελκυσθέντων εις την θάλασσαν, ο Ξέρξης κατέβη από του άρματος, εισήλθεν εις πλοίον Σιδώνιον το οποίον εσκίαζε χρυσή σκηνή, και παρέπλευσεν έμπροσθεν των πρωρών των πλοίων, ερωτών αυτά ως είχε πράξει διά τον πεζόν στρατόν και καταγράφων τας αποκρίσεις. Οι ναύαρχοι είχον μακρυνθή τέσσαρα πλέθρα από του αιγιαλού, έπειτα έστρεψαν όλοι τας πρώρας προς την γην μετωπηδόν και εξώπλισαν τους επιβάτας ως εις πόλεμον. Ο δε Ξέρξης πλέων μεταξύ των πρωρών και του αιγιαλού, τα επεθεώρει.
101. Αφού δε επεθεώρησε και τον στόλον και εξήλθεν εις την ξηράν, προσεκάλεσε τον Δημάρατον του Αρίστωνος, όστις ηκολούθει αυτόν εις την κατά της Ελλάδος εκστρατείαν. Καλέσας δε αυτόν τον ηρώτησε τα εξής· «Δημάρατε, ευχαριστούμαι να σε ερωτήσω κατ' αυτήν την στιγμήν περί τινος πράγματος· είσαι Έλλην, και ως ήκουσα από σε και από τους άλλους Έλληνας μεθ' ων συνωμίλησα, είσαι εκ πόλεως ουχί μικράς ούτε ασθενούς. Τώρα λοιπόν ειπέ μοι εάν οι Έλληνες θα τολμήσωσι να άρωσι χείρας εναντίον μου· διότι, ως μεν φρονώ εγώ, όλοι οι Έλληνες και όλοι οι λοιποί άνθρωποι όσοι κατοικούσι προς δυσμάς εάν ενωθώσι, δεν είναι ικανοί να με αντισταθώσι, διότι δεν είναι σύμφωνοι μεταξύ των. Θέλω όμως ν' ακούσω και παρά σου τι φρονείς περί αυτών.» Ο μεν Ξέρξης ταύτα ηρώτα, ο δε Δημάρατος αποκριθείς είπεν· «ω βασιλεύ, τι προτιμάς; την αλήθειαν να σε ειπώ ή εκείνο το οποίον σε είναι αρεστόν;» Εκείνος δε τον διέταξε να είπη την αλήθειαν, λέγων ότι δεν ήθελε τον αγαπήσει διά τούτο ολιγώτερον ή πρότερον.
102. Αφού ήκουσε ταύτα ο Δημάρατος, είπε τα εξής· «Βασιλεύ, αφού με διατάττεις να σε είπω όλην την αλήθειαν, ώστε να μη φωραθώ ύστερον παρά σου ψευδόμενος, μάθε ότι η πενία είναι πάντοτε η πιστή φίλη των Ελλήνων, εις αυτήν δε προστίθεται η αρετή ήτις κτάται διά της φρονήσεως και των σταθερών νόμων. Ταύτην την αρετήν μεταχειριζομένη η Ελλάς, υπερασπίζεται κατά της πενίας και της τυραννίας. Και επαινώ μεν όλους τους Έλληνας τους κατοικούντας περί εκείνους τους Δωρικούς τόπους, ο σκοπός μου όμως είναι να μη σε ομιλήσω περί όλων αλλά μόνον περί των Λακαδαιμονίων. Πρώτον μεν ότι δεν είναι δυνατόν να δεχθώσι τους λόγους σου προτείνοντας την δούλωσιν της Ελλάδος, έπειτα δε ότι θα εξέλθωσιν εναντίον σου εις μάχην, έστω και αν όλοι οι άλλοι Έλληνες ταχθώσι με το μέρος σου. Όσον αφορά διά τον αριθμόν αυτών, μη ερωτάς πόσοι όντες δύνανται να πράξωσι ταύτα, διότι και χίλιοι εάν εκστρατεύσωσι θα σε πολεμήσωσι· και ολιγώτερρι τούτων ή και περισσότεροι.»
103. Ταύτα ακούσας ο Ξέρξης εγέλασε και είπε· «Δημάρατε, τι λέγεις; χίλιοι άνθρωποι να πολεμήσωσιν εναντίον τοσούτου στρατού! Έλα, ειπέ μοι· συ λέγεις ότι υπήρξες βασιλεύς τούτων των ανθρώπων· δέχεσαι λοιπόν τώρα αμέσως να πολεμήσης με δέκα; καθότι αν οι πολίται σας ήναι τοιούτοι οίους τους περιγράφεις, συ ο βασιλεύς εκείνων πρέπει να αντιτάσσεται κατά διπλασίου αριθμού αντιπάλων, συμφώνως με τους νόμους σας· ώστε, εάν έκαστος αυτών ήναι αντάξιος να πολεμήση με δέκα εκ των ιδικών μου στρατιωτών, κρίνω ότι συ πρέπει να ήσαι αντάξιος να πολεμήσης με είκοσι, και τότε ειμπορεί να ήναι ορθός ο λόγος ο παρά σου ειρημένος. Αλλ' εάν ήσθε όλοι του αυτού αναστήματος ως συ και οι άλλοι Έλληνες μεθ' ων συνωμίλησα, καυχάσαι. Πρόσεξε λοιπόν μήπως όσα λέγεις είναι κομπορρημοσύνη. Φέρε να εξετάσωμεν το πιθανόν· χίλιοι ή και μύριοι ή και πεντακισμύριοι, όλοι ελεύθεροι και ίσοι, μη υποτασσόμενοι εις ένα μόνον αρχηγόν, πώς είναι δυνατόν να αντισταθώσιν εις τοσούτον στρατόν; θα ήμεθα τουλάχιστον χίλιοι προς ένα, εάν εκείνοι αντιτάξωσι πέντε χιλιάδας. Προσέτι οι ιδικοί μας στρατιώται, κατά τους ημετέρους νόμους, διοικούμενοι παρ' ενός μόνου, θα εδεικνύοντο εκ φόβου γενναιότεροι παρ' όσον είναι εκ φύσεως· μαστιγούμενοι, δε θα ηδύναντο να ορμήσωσι και κατά περισσοτέρων. Οι ιδικοί σας όμως, αφειμένοι ελεύθεροι, δεν είναι δυνατόν να πράξωσιν ουδέν τούτων. Νομίζω λοιπόν ότι και ισάριθμοι αν ήσαν οι Έλληνες, δυσκόλως θα ηδύναντο να πολεμήσωσι με τους Πέρσας μόνους. Αυτό το οποίον λέγεις, ευρίσκεται παρ' ημίν, ουχί μεταξύ του πλήθους, αλλά μεταξύ των λογάδων ανδρών· διότι έχω περί εμέ φύλακας Πέρσας οίτινες δεν θα εδίσταζον να πολεμήσωσι με τρεις Έλληνας συγχρόνως. Επειδή όμως δεν τους εδοκίμασες, λεγεις πολλάς φλυαρίας.»