156. Παραλαβών ο Γέλων τας Συρακούσας, ολιγώτερον πλέον εφρόντιζε διά την Γέλαν, και επέτρεψεν αυτήν εις τον αδελφόν του Ιέρωνα· αυτός δε ενδυναμώσας τας Συρακούσας, περί αυτών μόνον εφρόντιζεν. Αι δε Συράκουσαι πάραυτα ηύξησαν και επληθύνθησαν, καθότι ο Γέλων αφ' ενός μεν κατέσκαψε την πόλιν Καμάριναν και έφερεν όλους τους Καμαριναίους εις τας Συρακούσας και τους έκαμε πολίτας· αφ' ετέρου δε έπραξε το αυτό και προς τους υπερημίσεις των Γελώων. Πλην τούτου, ενώ επολιόρκει τους Μεγαρείς της Σικελίας παρεδόθησαν ούτοι διά συνθήκης. Οι πλούσιοι ήσαν οι αίτιοι του πολέμου· περιέμενον λοιπόν να θανατωθώσιν· αλλ' ο Γέλων τους έφερεν εις τας Συρακούσας και τους έκαμε πολίτας· όσον δ' αφορά τον δήμον, όστις δεν ήτο αίτιος του πολέμου τούτου ουδέ υπέθετεν ότι ήθελε πάθει τι κακόν, έφερεν αυτούς ομοίως εις τας Συρακούσας και τους επώλησε διά να τους απαγάγωσιν εκ της Σικελίας. Το αυτό έπραξε και προς τους Ευβοείς της Σικελίας, χωρίσας τους πλουσίους από τους άλλους. Εφέρθη δε τοιουτοτρόπως προς αυτάς τας δύο πόλεις διότι ενόμισεν ότι ο δήμος είναι συνοίκημα οχληρότατον. Διά των μέσων τούτων ο Γέλων εγένετο τύραννος μέγας.

157. Τότε δε ελθόντες εις τας Συρακούσας οι πρέσβεις των Ελλήνων, ήλθον εις ομιλίαν μετ' αυτού και είπον τα εξής· «Οι Λακεδαιμόνιοι, οι Αθηναίοι και οι σύμμαχοι αυτών έπεμψαν ημάς όπως σε συμπαραλάβωμεν εις τον κατά του βαρβάρου πόλεμον· καθότι βεβαίως ήκουσες ότι στρατεύει κατά της Ελλάδος, ότι ο Πέρσης ενώσας διά πλοίων τας δύο παραλίας του Ελλησπόντου και επάγων όλον τον ανατολικόν στρατόν εκ της Ασίας μέλλει να επιτεθή κατά της Ελλάδος επί προφάσει μεν ότι κινείται κατά των Αθηνών, πράγματι όμως σκοπεύων να υποτάξη όλην την Ελλάδα. Επειδή δε συ έχεις μεγάλην δύναμιν, και ορίζων την Σικελίαν μετέχεις ουκ ολίγον της Ελλάδος, βοήθησον τους πολεμούντας υπέρ της ελευθερίας αυτής και υπεράσπισον σύναμα την ιδικήν σου ελευθερίαν· διότι εάν ενωθώμεν όλοι οι Έλληνες σχηματίζομεν μέγαν στρατόν και γινόμεθα ικανοί ν' αντιταχθώμεν κατά του επερχομένου πολεμίου, ενώ εάν τινές μεταξύ ημών προδίδωσιν, εάν άλλοι δεν θέλωσι να βοηθήσωσι και εάν ολίγον μόνον μέρος της Ελλάδος έχη αισθήματα υγιή, τότε είναι φόβος μήπως υποκύψη όλη η Ελλάς. Μη ελπίσης δε ότι αν ο Πέρσης μας νικήση εις τον πόλεμον και μας υποτάξη, δεν θα έλθη και κατά σου. Πριν λοιπόν συμβή τούτο φυλάχθητι· ημάς βοηθών, σαυτόν βοηθείς. Εις καλώς μελετηθείσαν υπόθεσιν, ως επί το πλείστον ακολουθεί τέλος αγαθόν.»

158. Οι μεν πρέσβεις ταύτα είπον, ο δε Γέλων τοις απεκρίθη ζωηρώς· «Άνδρες Έλληνες, ενώ ο λόγος σας δεν αποβλέπει ειμή εις ιδίαν σας πλεονεξίαν, ετολμήσατε να έλθετε διά να με παρακινήσετε να γίνω σύμμαχός σας εναντίον του βαρβάρου. Σεις δε, ότε εγώ πρότερον ων εις πόλεμον με τους Καρχηδονίους σας εζήτησα να με βοηθήσετε κατά βαρβαρικού στρατού και σας προέτρεπον να εκδικήσωμεν τον φόνον του Δωριέως του Αναξανδρίδου θανατωθέντος εις την Έγεσταν, και προσέτι προέτεινον να σας ανοίξω τους λιμένας μου εις τους οποίους θα ευρίσκετε μεγάλας ωφελείας και αναπαύσεις, ούτε χάριν μού ηθελήσατε να με βοηθήσετε ούτε διά να εκδικήσετε τον φόνον του Δωριέως· ώστε παρ' υμών εξηρτάτο να μη διατελώσιν οι τόποι ούτοι υπό την εξουσίαν των βαρβάρων. Αλλ' ευδόκησεν η τύχη να τακτοποιηθώσιν αι υποθέσεις μου· επειδή δε ήλθεν η σειρά σας να έχετε πόλεμον, ενθυμείσθε τώρα τον Γέλωνα. Εν τούτοις, μολονότι περιεφρονήθην από υμάς, δεν θα σας μιμηθώ, αλλ' είμαι έτοιμος να σας βοηθήσω και να σας δώσω διακοσίας τριήρεις, εικοσακισχιλίους οπλίτας, δισχιλίους ίππους, δισχιλίους τοξότας, δισχιλίους οφενδονήτας και δισχιλίους ιππείς ελαφρώς ωπλισμένους· αναδέχομαι προς τούτοις να παρέξω τροφάς εις όλον τον Ελληνικόν στρατόν εφ' όσον ήθελε διαρκέσει ο πόλεμος. Ταύτα πάντα όμως υπόσχομαι με μίαν συμφωνίαν, να γίνω αρχιστράτηγος των Ελλήνων κατά του βαρβάρου· με άλλην δε συμφωνίαν, ούτε εγώ δύναμαι να έλθω, ούτε άλλους να πέμψω.»

159. Ταύτα ακούσας ο Σύαγρος δεν ειμπόρεσε να κρατηθή αλλ' είπε· «Βεβαίως θα στενάξη ο Πελοπίδης Αγαμέμνων εάν μάθη ότι οι Σπαρτιάται εστερήθησαν της ηγεμονίας υπό του Γέλωνος και των Συρακουσίων. Τούτον τον λόγον, να σοι παραδώσωμεν ημείς την ηγεμονίαν, μη αναφέρης πλέον· αλλ' αν έχης διάθεσιν να βοηθήσης την Ελλάδα, ήξευρε ότι θα ήσαι υπό τας διαταγάς των Λακεδαιμονίων· εάν δε δεν εγκρίνης να άρχεσαι, μη μας βοηθήσης.»

160. Ιδών ο Γέλων ότι ο Σύαγρος ανθίστατο τόσον σταθερώς, είπε τον εξής τελευταίον λόγον· «Ω ξένε Σπαρτιάτα, αι ύβρεις διεγείρουσι τον θυμόν του ανθρώπου· συ όμως με όλα τα υβρίσματα τα οποία μετεχειρίσθης εις τον λόγον σου, δεν θα με πείσης να σοι αποκριθώ και εγώ απρεπώς. Αλλ' αφού σεις τόσον πολύ επιμένετε εις την ηγεμονίαν, δεν είναι δίκαιον να επιμένω και εγώ περισσότερον, εγώ όστις είμαι ηγεμών πολλαπλασίας στρατιάς και πλοίων πολύ περισσοτέρων; Επειδή όμως ο λόγος μου σας εφάνη βαρύς, μετριάζομεν την πρώτην πρότασιν. Εάν μεν θέλετε να έχετε την αρχηγίαν του κατά γην στρατού, ας έχω εγώ την αρχηγίαν του ναυτικού· εάν πάλιν ευχαριστήσθε να ηγεμονεύετε κατά θάλασσαν, ας ηγεμονεύω εγώ κατά ξηράν. Ή εις ταύτα λοιπόν πρέπει να αρκεσθήτε, ή να αναχωρήσετε εστερημένοι τοσούτων συμμάχων.» Ταύτα προέτεινεν ο Γέλων.

161. Προλαβών δε τον πρέσβυν των Λακεδαιμονίων ο πρέσβυς των Αθηναίων, απεκρίθη ως εξής· «Ω βασιλεύ των Συρακούσιων, ουχί ηγεμόνος αλλά στρατιάς έχουσα ανάγκην η Ελλάς μας έπεμψε προς σε· συ δε δεικνύεις ότι εάν δεν γείνης ηγεμών της Ελλάδος δεν θέλεις στείλει στρατεύματα και φροντίζεις πώς να ανακηρυχθής στρατηγός αυτής. Και ενόσω μεν εζήτεις να γίνης ηγεμών όλου του στρατού των Ελλήνων, ημείς οι Αθηναίοι ηρκούμεθα να σιωπώμεν, όντες βέβαιοι ότι ο Λάκων ήτο ικανός να απολογηθή υπέρ αμφοτέρων· επειδή όμως αποτυχών της όλης αρχής ζητείς να λάβης την της ναυτικής δυνάμεως, μάθε ότι και ο Λάκων αν σε δώση αυτήν ημείς όμως δεν την δίδομεν, διότι ανήκει εις ημάς εάν δεν θελήσωσιν οι Λακεδαιμόνιοι. Και αν μεν αυτοί θέλωσι να ήναι ηγεμόνες, δεν αντιτείνομεν· εις ουδένα όμως άλλον παραχωρούμεν την ναυαρχίαν, διότι εις μάτην θέλομεν έχει τόσον ναυτικόν στρατόν εάν παραχωρήσωμεν την ηγεμονίαν εις τους Συρακουσίους, ημείς όντες Αθηναίοι, συγκροτούντες έθνος αρχαιότατον και οι μόνοι εκ των Ελλήνων οίτινες δεν εγίνομεν μετανάσται. Δεν λέγει ο εποποιός Όμηρος ότι είς εκ των ημετέρων (23) μετέβη εις το Ίλιον και ελαμπρύνθη τακτοποιήσας και διακοσμήσας τον στρατόν; Δεν αισχυνόμεθα λοιπόν ποσώς λέγοντες ταύτα.»

162. Απεκρίθη δε ο Γέλων τα εξής· «Ξένε Αθηναίε, άρχοντας μεν φαίνεσθε ότι έχετε, αρχομένους όμως δεν έχετε παντάπασιν. Επειδή λοιπόν μη παραχωρούντες τίποτε, θέλετε να έχετε το παν, σπεύσατε να φύγετε τάχιστα και να αναγγείλετε εις την Ελλάδα ότι από τον ενιαυτόν της λείπει το έαρ.» Η έννοια του λόγου τούτου ήτο ότι καθώς το έαρ είναι το καλλίτερον μέρος του ενιαυτού, ούτω και ο καλλίτερος στρατός των Ελλήνων ήτο ο ιδικός του. Κατ' αυτόν λοιπόν η Ελλάς, στερουμένη της συμμαχίας του, ωμοίαζε με ενιαυτόν εκ του οποίου είναι αφηρημένον το έαρ.

163. Οι μεν πρέσβεις των Ελλήνων τόσα ειπόντες μετά του Γέλωνος απέπλευσαν. Ο δε Γέλων, φοβούμενος μεν περί των Ελλήνων ότι δεν θα δυνηθώσι να αποκρούσωσι τους βαρβάρους, αφ' ετέρου δε θεωρών σκληρόν και ανυπόφορον να υπάγη εις την Πελοπόννησον και ακούση εις τους Λακεδαιμονίους, ων τύραννος της Σικελίας, παρήτησεν εντελώς τα σχέδιον τούτο και εσκέφθη να λάβη άλλο. Τωόντι, άμα έμαθεν ότι ο Πέρσης διέβη τον Ελλήσποντον, έπεμψεν εις τους Δελφούς μετά τριών πεντηκοντόρων τον Κάδμον του Σκύθου, άνδρα Κώον, εις τον οποίον ενεπιστεύθη χρήματα πολλά και λόγους φιλικούς και τον παρήγγειλε να παρατηρή την μάχην προς ποίον μέρος ήθελε κλίνει· και εάν μεν νικά ο βάρβαρος, και τα χρήματα να δώση εις αυτόν, και γην και ύδωρ δι' όσα μέρη εξουσίαζεν ο Γέλων· εάν δε νικώσιν οι Έλληνες, να τα φέρη οπίσω.

164. Ο δε Κάδμος ούτος προ των γεγονότων τούτων παραλαβών παρά του πατρός του την βασιλείαν των Κώων καλώς εδραιωμένην, εκουσίως και χωρίς να απειλήται υπό κινδύνου τινός, αλλά εκ δικαιοσύνης του, κατέθεσε την αρχήν εις τους Κώους και ανεχώρησεν εις την Σικελίαν. Εκεί ηνώθη με τους Σαμίους και κατώκησε την πόλιν Ζάγκλην ήτις μετά ταύτα μετέβαλε το όνομα εις Μεσσήνην. Τούτον λοιπόν τον Κάδμον ελθόντα τοιουτοτρόπως εις την Σικελίαν, έπεμψεν ο Γέλων εις τους Δελφούς γνωρίζων την δικαιοσύνην του την οποίαν έδειξε και εις άλλας περιστάσεις. Και τωόντι, εκτός άλλων έργων δικαίων, έπραξε και τούτο όπερ δεν είναι μικρόν· καθότι ενώ είχεν εις χείρας του μεγάλην ποσότητα χρημάτων τα οποία τω ενεπιστεύθη ο Γέλων, και ενώ ηδύνατο να τα κρατήση, δεν ηθέλησεν, αλλ' αφού οι Έλληνες ενίκησαν εις την ναυμαχίαν και ο Ξέρξης έφυγε διωχθείς, τότε και ο Κάδμος επέστρεψεν εις την Σικελίαν φέρων όλα τα χρήματα.

165. Λέγεται δε και το εξής υπό των κατοικούντων εις την Σικελίαν, ότι έστω και επί τω όρω να διατελή υπό τας διαταγάς των Λακεδαιμονίων ο Γέλων θα εβοήθει τους Έλληνας, εάν κατά την αυτήν εποχήν ο Τήριλλος του Κρινίππου, τον οποίον τύραννον όντα της Ιμέρας εδίωξεν ο τύραννος των Ακραγαντίνων Θήρων του Αινησιδήμου, δεν εκίνει κατά της Σικελίας στρατόν εκ τριακοσίων χιλιάδων Φοινίκων, Λιβύων, Ιβήρων, Λιγύων, Ελισύκων, Σαρδονίων, Κυρνίων υπό των στρατηγόν Αμίλκαν του Άννωνος, βασιλέα των Καρχηδονίων, πεισθέντα εις τούτο από τον Τήριλλον διά την ιδιαιτέραν αυτού ξενίαν και την προθυμίαν του Αναξιλάου του Κρητίνου, όστις τύραννος ων του Ρηγίου έδωκεν αυτώ τα τέκνα του ως ομήρους και τον παρεκίνησε να έλθη κατά της Σικελίας και να εκδικήση τον πενθερόν του· καθότι ο Αναξίλαος του Κρητίνου είχε γυναίκα την θυγατέρα του Τηρίλλου, της οποίας το όνομα ήτο Κυδίππη. Ούτω λοιπόν, λέγουσιν οι Σικελοί, μη δυνάμενος ο Γέλων να βοηθήση τους Έλληνας, έπεμψε τα χρήματα εις τους Δελφούς.

166. Προς τούτοις λέγουσι και τα εξής, ότι συνέπεσε κατά την αυτήν ημέραν ο μεν Γέλων και ο Θήρων να νικώσι τον Αμίλκαν και τους Καρχηδονίους εις την Σικελίαν, οι δε Έλληνες τον Πέρσην εις την Σαλαμίνα. Ούτος δε ο Αμίλκας, όστις προς πατρός μεν ήτο Καρχηδόνιος, μητρόθεν δε Συρακούσιος και διά της ανδρίας του εγένετο βασιλεύς των Καρχηδονίων, άμα εγένετο η συμπλοκή και ενικήθη, εγένετο, ως ήκουσα να λέγωσιν, άφαντος, καθότι ούτε ζων ούτε φονευμένος, ευρέθη ουδαμού γης, μολονότι ο Γέλων τον εζήτησε πανταχού.

167. Λέγεται δε και το εξής υπό των Καρχηδονίων όπερ δεν φαίνεται απίθανον· ότι οι βάρβαροι εις την Σικελίαν, αρχίσαντες από πρωίας, επολέμουν με τους Έλληνας μέχρι δείλης οψίας, καθότι έως τότε λέγουσιν ότι διήρκεσεν η συμπλοκή. Ο δε Αμίλκας κατά τούτο το διάστημα μένων εις το στρατόπεδον εθυσίαζε και εζήτει αίσια σημεία, καίων επί μεγάλης πυράς σώματα ακέραια. Ιδών δε την τροπήν των στρατευμάτων του, ως ευρέθη σπεύδων επί των ιερείων, ερρίφθη εις το πυρ και ούτω κατακαυθείς εγένετο άφαντος. Εις τούτον δε τον Αμίλκαν γενόμενον άφαντον είτε κατά τον τρόπον τούτον, ως λέγουσιν οι Φοίνικες, είτε κατά τον άλλον τον οποίον λέγουσιν οι Συρακούσιοι, προσφέρουσι θυσίας οι Καρχηδόνιοι και τω ήγειρον μνημεία εις όλας τας πόλεις των αποικιών έν δε μέγιστον εν αυτή τη Καρχηδόνα. Και ταύτα μεν αρκούσι περί της Σικελίας.

168. Οι δε Κερκυραίοι άλλα μεν απεκρίθησαν εις τους πρέσβεις άλλα δε έπραξαν καθότι οι αυτοί πρέσβεις οίτινες είχον μεταβή εις την Σικελίαν, ήλθον και εις την Κέρκυραν και επανέλαβον τους αυτούς λόγους τους οποίους είχον ειπή εις τον Γέλωνα. Οι δε Κερκυραίοι τότε μεν αμέσως υπεσχέθησαν ότι θα πέμψωσι βοηθείας λέγοντες ότι δεν πρέπει να αφήσωσι την Ελλάδα να απολεσθή, διότι εάν πέση η Ελλάς δεν μένει άλλο ειμή τας πρώτας ημέρας να γίνωσι και ούτοι δούλοι των βαρβάρων, και επομένως οφείλουσι να βοηθήσωσι δι' όλων των δυνάμεών των. Ταύτα απεκρίθησαν μετά παρρησίας. Ότε όμως επέστη η στιγμή να εκπέμψωσι βοηθείας, σκεπτόμενοι άλλα, εξώπλισαν εξήκοντα πλοία· μόλις δε αναχθέντες, εστάθησαν εις τας ακτάς της Πελοποννήσου και ηγκυροβόλησαν περί την Πύλον και το Ταίναρον της λακωνικής, περιμένοντες και ούτοι να ίδωσι προς ποίον μέρος ήθελε κλίνει ο πόλεμος, καθότι δεν ήλπιζον ότι ήθελον υπερισχύσει οι Έλληνες, αλλ' ότι ήθελε νικήσει ο Πέρσης και κυριεύσει όλην την Ελλάδα. Ενήργουν λοιπόν επίτηδες, διά να δύνανται να είπωσι προς τον Ξέρξην· «Ω βασιλεύ, οι Έλληνες εζήτουν να μας συμπεραλάβωσιν εις τον πόλεμον τούτον, αλλ' ημείς οίτινες έχομεν ουκ ολίγην δύναμιν και δυνάμεθα να παρέξωμεν πλοία όχι ολίγα αλλά τα πλείστα μετά τας Αθήνας, δεν ηθελήσαμεν να αντισταθώμεν, ούτε να σε δυσαρεστήσωμεν.» Ταύτα λέγοντες ήλπιζον ότι η θέσις των ήθελεν αποβή καλλιτέρα της των άλλων, και τούτο θα εγίνετο, ως εγώ φρονώ. Προς δε τους Έλληνας είχον προητοιμασμένην πρόφασιν, την οποίαν και μετεχειρίσθησαν διότι ότε οι Έλληνες τους εμέμφθησαν ότι δεν τους εβοήθησαν, είπον ότι εξώπλισαν μεν εξήκοντα τριήρεις, αλλ' ότι οι ετησίαι άνεμοι τους εμπόδισαν να κάμψωσι τον Μαλέαν. Αύτη ήτο η αιτία δι' ην δεν έφθασαν εις την Σαλαμίνα και έλειψαν από την ναυμαχίαν χωρίς να έχωσι κανένα κακόν σκοπόν. Ούτοι μεν τοιουτοτρόπως ηπάτησαν τους Έλληνας.

169. Οι δε Κρήτες, όταν οι επί τούτω διορισθέντες Έλληνες μετέβησαν να ζητήσωσι την συμμαχίαν των, έπραξαν το εξής. Πέμψαντες εξ ονόματος του κοινού εις τους Δελφούς θεοπρόπους, ηρώτων τον θεόν εάν τοις ήτο συμφερώτερον να βοηθήσωσι τους Έλληνας· η δε Πυθία τοις απεκρίθη «Μωροί άνθρωποι, σεις παραπονείσθε ακόμη διά τα δάκρυα τα οποία ο Μίνως σας έκαμε να χύσετε μνησικακών διά την βοήθειαν την οποίαν εδώσατε εις τον Μενέλαον· καθότι οι μεν Λακεδαιμόνιοι σας ηρνήθησαν την βοήθειάν των διά να εκδικήσετε τον εν Καμικώ γενόμενον θάνατόν του, σεις δε εβοηθήσατε εκείνους χάριν γυναικός την οποίαν ανήρ βάρβαρος ήρπασεν εκ της Σπάρτης.» Ελθούσης της αποκρίσεως τούτης εις την Κρήτην, απεποιήθησαν οι Κρήτες να βοηθήσωσι τους Έλληνας.

170. Λέγουσι δε ότι ο Μίνως, κατά ζήτησιν του Δαιδάλου, ήλθεν εις την Σικανίαν, την νυν Σικελίαν καλουμένην και εκεί απέθανε βιαίω θανάτω. Μετά καιρόν δε οι Κρήτες, κατά παρακίνησιν θεού τινος, όλοι πλην των Πολιχνιτών και των Πραισίων, πλεύσαντες μετά μεγάλου στόλου κατά της Σικελίας, επολιόρκουν επί πέντε έτη την πόλιν Καμικόν, την οποίαν εις τας ημέρας μου ενέμοντο οι Ακραγαντίνοι. Τέλος μη δυνάμενοι μήτε να την κυριεύσωσι μήτε να εξακολουθήσωσι την πολιορκίαν, ένεκα του επισυμβάντος λιμού, την άφησαν και ανεχώρησαν. Ενώ δε πλέοντες έφθασαν εις την Ιαπυγίαν, σφοδρά τρικυμία κατέλαβεν αυτούς και τους έρριψεν εις την ξηράν. Επειδή δε τα πλοία των συνετρίβησαν και είδον ότι δεν υπήρχε μέσον να επιστρέψωσιν εις την Κρήτην, έκτισαν την πόλιν Υρίαν, εγκατεστάθησαν εκεί και αντί μεν Κρητών μετωνομάσθησαν Ιάπυγες Μεσσάπιοι, αντί δε νησιωτών εγένοντο ηπειρώται. Εκ της πόλεως ταύτης Υρίας πολλαί αποικίαι εξήλθον, και πολύ μετά ταύτα οι Ταραντίνοι γενόμενοι εχθροί των, επετέθησαν κατ' αυτών εις τοιούτον τρόπον ώστε ο φόνος ούτος των Ελλήνων υπήρξεν ο μέγιστος εξ όσων ημείς γνωρίζομεν. Μόνοι οι Ρηγίνοι οίτινες αναγκασθέντες υπό του Μικύθου του Χοίρου ήλθον εις βοήθειαν των Ταραντίνων, απώλεσαν τρισχιλίους εις τον πόλεμον τούτον· όσον δ' αφορά αυτούς τους Ταραντίνους, ο αριθμός αυτών ήτο άπειρος. Ο δε Μίκυθος ούτος, υπηρέτης ων του Αναξιλάου, είχε μείνει επίτροπος εις το Ρήγιον. Ούτος δε είναι όστις διωχθείς εκ του Ρηγίου και κατοικήσας εις την Τεγέαν της Αρκαδίας, αφιέρωσεν εις την Ολυμπίαν πολλούς ανδριάντας.

171. Αλλά τα μεν κατά Ρηγίνους και Ταραντίνους ετέθησαν εν παρενθέσει εις την διήγησίν μου· εις δε την Κρήτην ερημωθείσαν, ως λέγουσιν οι Πραίσιοι, ήλθον και κατώκησαν άλλοι άνθρωποι, και προ πάντων Έλληνες. Τρεις γενεάς μετά τον θάνατον του Μίνωος συνέβησαν τα Τρωικά, εις τα οποία οι Κρήτες εφάνησαν ουχί ευκαταφρόνητοι βοηθοί του Μενελάου. Αλλ' ένεκα της βοηθείας ταύτης, κατά την επιστροφήν των εκ της Τρωάδος, ενέσκηψεν εις αυτούς και εις τα ποίμνιά των λιμός και λοιμός, ώστε ερημωθείσης της Κρήτης το δεύτερον, οι σήμερον νεμόμενοι αυτήν Κρήτες είναι ο τρίτος λαός όστις κατώκησεν εις αυτήν μετά των επιζησάντων. Ταύτα λοιπόν υπομνήσασα η Πυθία, εμπόδισε τους βουλομένους να βοηθήσωσι τους Έλληνας.

172. Οι δε Θεσσαλοί κατ' αρχάς εμήδισαν εξ ανάγκης, αλλ' ως έδειξαν σαφώς, δεν τοις ήρεσκον αι μηχανορραφίαι των Αλευαδών· καθότι άμα έμαθον ότι ο Πέρσης έμελλε να διαβή εις την Ευρώπην, έπεμψαν εις τον Ισθμόν κήρυκας. Ήσαν δε συνηθροισμένοι εις τον Ισθμόν άνθρωποι εκλελεγμένοι από των πόλεων όσαι επεθύμουν την σωτηρίαν της Ελλάδος. Φθάσαντες δε οι πρέσβεις των Θεσσαλών και παρουσιασθέντες εις αυτούς έλεγον τα εξής· «Άνδρες Έλληνες, πρέπει να φυλάξωμεν το στενόν του Ολύμπου διά να ήναι εν σκέπη του πολέμου η Θεσσαλία και όλη η Ελλάς. ημείς είμεθα πρόθυμοι να συνεργήσωμεν εις τούτο, αλλά πρέπει και ημείς να πέμψητε στρατόν πολύν. Εάν δεν πέμψητε, μάθετε ότι θα συμβιβασθώμεν μετά του Πέρσου, καθότι ευρισκόμενοι τοσούτον έμπροσθεν της άλλης Ελλάδος, δεν πρέπει να απολεσθώμεν μόνοι διά σας. Εάν δεν μας βοηθήσητε, ουδεμίαν υποχρέωσιν δύνασθε να μας επιβάλητε, διότι ουδεμία υποχρέωσις υπερισχύει της αδυναμίας, και επομένως ημείς αυτοί θα φροντίσωμεν να εύρωμεν σωτηρίαν τινά.» Ταύτα είπον οι Θεσσαλοί.

173. Οι δε Έλληνες ακούσαντες ταύτα απεφάσισαν να πέμψωσι διά θαλάσσης εις την Θεσσαλίαν πεζόν στρατόν διά να φυλάξη το στενόν. Αφού δε συνελέγη ο στρατός, έπλευσε διά του Ευρίπου και φθάσας εις την Άλον της Αχαΐας απέβη εκ των πλοίων και επορεύετο προς την Θεσσαλίαν, αφήσας αυτού τα πλοία. Έφθασε δε εις τα Τέμπη, όπου ευρίσκεται το στενόν το οποίον από την κάτω Μακεδονίαν φέρει εις Θεσσαλίαν, κατά μήκος του Πηνειού, μεταξύ Ολύμπου και Όσσης. Ενταύθα εστρατοπεδεύσαντο μυρίοι οπλίται Έλληνες και οι ιππείς των Θεσσαλών. Εστρατήγει δε των μεν Λακεδαιμονίων ο Ευαίνετος του Καρήνου εκλεχθείς υπό των πολεμάρχων, μη ων όμως εκ γένους βασιλικού, των δε Αθηναίων ο Θεμιστοκλής του Νεοκλέους. Ολίγας ημέρας έμειναν εκεί, καθότι ελθόντες απεσταλμένοι εκ μέρους του Μακεδόνος Αλεξάνδρου του Αμύντου, τους συνεβούλευσαν να αναχωρήσωσι διά να μη καταπατηθώσιν υπό του επερχομένου στρατού εάν μείνωσιν εις το στενόν· τοις έλεγον δε το πλήθος του στρατού και των πλοίων. Αφού οι απεσταλμένοι συνεβούλευσαν ταύτα, κρίνοντες οι Έλληνες ότι η συμβουλή αύτη ήτο προς καλόν των και ότι ο Μακεδών εφαίνετο εύνους προς αυτούς επείσθησαν· ως εγώ νομίζω, έπεισεν αυτούς ο φόβος, διότι έμαθον ότι κατά την άνω Μακεδονίαν, διά των Περραιβών και κατά την πόλιν Γόννον, υπήρχε και άλλο στενόν εις την Θεσσαλίαν, εκείνο διά του οποίου τωόντι εισήλθεν η στρατιά του Ξέρξου. Όθεν καταβάντες οι Έλληνες εις τα πλοία επέστρεψαν εις τον Ισθμόν.

174. Τοιαύτη υπήρξεν η εις την Θεσσαλίαν στρατεία, ότε ο βασιλεύς, έμελλε να διαβή εκ της Ασίας εις την Ευρώπην και ήτο ήδη εις την Άβυδον. Οι δε Θεσσαλοί μείναντες άνευ συμμάχων, εμήδισαν τότε προθύμως χωρίς πλέον να διστάσωσι και εφάνησαν πράγματι χρησιμώτατοι εις τον βασιλέα.

175. Οι δε Έλληνες επιστρέψαντες εις τον Ισθμόν συνεσκέφθησαν περί εκείνων τα οποία τοις εμήνυσεν ο Αλέξανδρος και περί του μέρους όπου έπρεπε να συγκροτήσωσι τον πόλεμον. Η υπερισχύσασα γνώμη ήτο να φυλάξωσι το στενόν των Θερμοπυλών, διότι εφαίνετο ότι ήτο στενώτερον του εν Θεσσαλία και πλησιέστερον εις την χώραν των. Την δε ατραπόν διά της οποίας απώλοντο οι εν Θερμοπύλαις απολεσθέντες Έλληνες ούτε ήξευρον ότι υπήρχε μέχρις ου ελθόντες εις τας Θερμοπύλας το έμαθον από τους Τραχινίους. Απεφάσισαν λοιπόν εις τον Ισθμόν να φυλάξωσι το στενόν τούτο και να μη αφήσωσι τον βάρβαρον να εισέλθη εις την Ελλάδα, ο δε ναυτικός στρατός να πλεύση εις το Αρτεμίσιον της Ιστιαιήτιδος χώρας· διότι αι Θερμοπύλαι και το Αρτεμίσιον τόσον είναι πλησίον αλλήλων, ώστε ευκόλως ο είς στρατός ηδύνατο να έχη ειδήσεις περί του άλλου. Ο δε χώροι ούτοι έχουσιν ως εξής.

176. Πρώτον μεν το Αρτεμίσιον από το μέρος του Θρακικού πελάγους, ον πλατύ κατ' ολίγον στενεύει και σχηματίζει τον μεταξύ της νήσου Σκιάθου και της ηπείρου της Μαγνησίας πόρον· εκ δε του στενού τούτου, διαδέχεται το Αρτεμίσιον αιγιαλός της Ευβοίας όπου είναι ιερόν της Αρτέμιδος. Δεύτερον, η είσοδος εις την Ελλάδα, διά της Τραχίνος, κατά το στενώτατον αυτής μέρος είναι ήμισυ πλέθρον· πλην τούτο δεν είναι το στενώτατον μέρος, καθότι υπάρχουσιν άλλα πολύ στενώτερα, ως το έμπροσθεν και το όπισθεν των Θερμοπυλών. Όπισθεν μεν, προς τους Αλπηνούς, δεν υπάρχει θέσις ειμή δι' έν μόνον άρμα· έμπροσθεν δε, προς τον Φοίνικα ποταμόν και πλησίον της πόλεως Ανθηλής, όπου πάλιν ο δρόμος είναι διά μίαν μόνην άμαξαν. Των δε Θερμοπυλών, το μεν προς δυσμάς μέρος είναι όρος υψηλόν, απρόσιτον και κρημνώδες, οψούμενον μέχρι τις Οίτης· το δε προς ανατολάς είναι θάλασσα και τενάγη· εις δε την είσοδον ταύτην υπάρχουσι θερμά λουτρά τα οποία οι επιχώριοι καλούσι Χύτιους και όπου είναι ιδρυμένος βωμός του Ηρακλέους. Η δίοδος αύτη κλείεται διά τείχους και εις την αρχαιότητα ήσαν και πύλαι. Το τείχος τούτο έκτισαν οι Φωκείς φοβηθέντες, όταν οι Θεσσαλοί ήλθον εκ της χώρας των Θεσπρωτών διά να κατοικήσωσι την Αιολίδα γην την οποίαν κατέχουσι σήμερον. Επειδή δε οι Θεσσαλοί προσεπάθουν να τους υποτάξωσιν, οι Φωκείς έκτισαν τούτο χάριν προφυλάξεως. Τότε άφησαν το θερμόν ύδωρ εις την είσοδον διά να πλημμυρίση το μέρος εκείνο, τα πάντα μηχανώμεναι διά να μη εισβάλωσιν οι Θεσσαλοί εις την χώραν των. Το μεν τείχος λοιπόν το αρχαίον ήτο εκ παλαιού εκτισμένον, και το πλέον αυτού ήδη υπό του χρόνου είχε καταρρεύσει· τότε δε απεφάσισαν οι Έλληνες να το ανοικοδομήσωσι και εκεί να υπερασπίσωσι την Ελλάδα κατά του βαρβάρου. Πλησιέστατα δε της οδού ταύτης υπάρχει κώμη τις καλουμένη Αλπηνοί· εκ ταύτης της κώμης εσκέπτοντο οι Έλληνες να λαμβάνωσι τας αναγκαίας τροφάς.

177. Ούτοι λοιπόν οι χώροι εφαίνοντο εις τους Έλληνας ότι ήσαν επιτήδειοι, καθότι προϊδόντες όλα και υπολογίσαντες ότι οι βάρβαροι δεν θα δυνηθώσι να μεταχειρισθώσιν εις το στενόν ούτε πλήθος ούτε ιππικόν, απεφάσισαν να δεχθώσιν εκεί τον επερχόμενον κατά της Ελλάδος στρατόν. Όθεν, άμα έμαθον ότι ο Πέρσης ήτο εις την Πιερίαν, διαλυθέντες εκ του Ισθμού μετέβησαν άλλοι μεν διά ξηράς εις τας Θερμοπύλας, άλλοι δε διά θαλάσσης εις το Αρτεμίσιον.

178. Ενώ οι Έλληνες έσπευδον προς άμυναν εις τα δύο ταύτα μέρη, οι Δελφοί κατά το διάστημα τούτο εζήτουν χρησμόν παρά του θεού, φοβηθέντες δι' εαυτούς και διά την Ελλάδα· τοις εδόθη δε χρησμός να προσευχηθώσιν εις τους ανέμους, καθότι αυτοί έμελλον να γίνωσι μεγάλοι σύμμαχοι της Ελλάδος. Όθεν οι Δελφοί αφού ήκουσαν τον χρησμόν πρώτον μεν ανήγγειλον τα χρησθέντα εις τους Έλληνας τους θέλοντας να ώσιν ελεύθεροι, και αναγγείλαντες ταύτα καθ' ην στιγμήν οι Έλληνες ήσαν έμπλεοι φόβου διά τον βάρβαρον, εγένοντο άξιοι αιωνίας ευγνωμοσύνης. Μετά ταύτα δε οι Δελφοί στήσαντες βωμόν εις τους ανέμους, ου μακράν του τεμένους της Θυίας, θυγατρός του Κηφισσού, εξ ης έλαβε το όνομα η χώρα, εξιλέωναν αυτούς διά θυσιών. Και οι μεν Δελφοί ένεκα του χρησμού τούτου προσεύχονται μέχρι σήμερον ες τους ανέμους.

179. Ο δε ναυτικός στρατός του Ξέρξου κινήσας εκ της Θέρμης προεξέπεμψε δέκα ταχυπλοώτατα πλοία εις την Σκίαθον όπου ως προφύλακες εστάθμευον τρία Ελληνικά· έν Τροιζήνιον, έν Αιγινητικόν, και έν Αττικόν. Οι δε επί των τριών τούτων πλοίων, άμα είδον τα πλοία των βαρβάρων, ώρμησαν εις φυγήν.

180. Και το μεν Τροιζήνιον, του οποίου πλοίαρχος ήτο ο Πρηξίνος, διώξαντες εκυρίευσαν οι βάρβαροι αμέσως· άμα δε εγένοντο κύριοι αυτού, αγαγόντες εις την πρώραν τον ωραιότατον των επιβατών έσφαξαν αυτόν, θεωρούντες ως αίσιον οιωνόν να θυσιάσωσι τον πρώτον και ωραιότατον των Ελλήνων τους οποίους συνέλαβον. Το όνομα δε του θυσιασθέντος ήτο Λέων· ώστε ίσως και το όνομα συνέτρεξε κατά τι εις την δυστυχίαν του.

181. Η δε Αιγιναία ναυς της οποίας τριήραρχος ήτο ο Ασωνίδης, αύτη επροξένησεν εις τους βαρβάρους κόπον τινά, καθότι εντός αύτης ήτο ο Πύθης του Ισχενόου, ανήρ όστις την ημέραν εκείνην εφάνη ανδρειότατος. Ο Πύθης ούτος ενώ εκυριεύθη πλέον η ναυς, αντείχε μαχόμενος μέχρις ου κατεκρεουργήθη. Επειδή δε πεσών δεν απέθανεν αλλ' ανέπνεεν εισέτι, οι Πέρσαι οίτινες ήσαν εις τα πλοία, θαυμάσαντες την ανδρίαν του, εφιλοτιμήθησαν να τον περιποιηθώσιν ιατρεύοντες τας πληγάς του με σμύρναν και τυλίσσοντες αυτάς με λωρία εκ βύσσου. Και ότε επέστρεψαν εις το στρατόπεδον, επεδείκνυον αυτόν ως ον έκτακτον εις όλον τον στρατόν και τω εδείκνυον μέγα σέβας, ενώ τους άλλους όσους συνέλαβον εις το πλοίον εκείνο, τους μετεχειρίζοντο ως ανδράποδα.

182. Τα μεν δύο των πλοίων τοιουτοτρόπως εκυριεύθησαν· το δε τρίτον το οποίον εκυβέρνα ο Αθηναίος Φόρμιος, φεύγον εξώκειλεν εις τας εκβολάς του Πηνειού· και το μεν σκάφος εκυρίευσαν οι βάρβαροι, τους δε ανθρώπους όχι· καθότι άμα έρριψαν έξω το πλοίον οι Αθηναίοι, πηδήσαντες εις την ξηράν επορεύθησαν διά της Θεσσαλίας εις τας Αθήνας. Οι δε εις το Αρτεμίσιον εστρατοπεδευμένοι Έλληνες μαθόντες ταύτα εκ των πυρών των αναφθέντων εις την Σκίαθον και καταφοβηθέντες, άφησαν ημεροσκόπους εις τα υψηλά της Ευβοίας και έπλευσαν εις την Χαλκίδα διά να φυλάξωσι τον Εύριπον.

183. Εκ δε των δέκα πλοίων των βαρβάρων τρία επλησίασαν τον σκόπελον όστις υπάρχει μεταξύ Σκιάθου και Μαγνησίας και όστις καλείται Μύρμηξ. Ενταύθα οι βάρβαροι έστησαν στήλην λιθίνην την οποίαν είχον κομίσει. Τούτου δε γενομένου, ο εκ της Θέρμης κινήσας στόλος, μη έχων άλλο εμπόδιον να φοβηθή, έπλευσεν αφού αφήκε να παρέλθωσιν ένδεκα ημέραι από της αναχωρήσεως του Ξέρξου εκ της Θέρμης. Τον δε σκόπελον όστις ήτο εις το μέσον του στενού έδειξεν εις αυτούς ο Πάμμων ο Σκύριος. Πλεύσαντες δε όλην την ημέραν οι βάρβαροι έφθασαν εις το ακρωτήριον της Μαγνησίας Σηπιάδα και εις τον αιγιαλόν όστις είναι μεταξύ της Σηπιάδος και της πόλεως Κασθαναίας.

184. Μέχρι του μέρους τούτου και μέχρι των Θερμοπυλών ο στρατός των βαρβάρων ουδέν κακόν έπαθε, και την στιγμήν ταύτην ακόμη, κατά τον υπολογισμόν μου, ο αριθμός των πολεμιστών ήτο ο εξής. Επί των χιλίων διακοσίων επτά πλοίων της Ασίας, υπήρχον αρχήθεν, εξ όλων των εθνών, εικοσιτέσσαρες μυριάδες και χίλιοι τετρακόσιοι άνδρες, εάν υπολογίσωμεν διακόσιους εις έκαστον πλοίον. Εκτός δε του επιχωρίου πληρώματος, υπήρχον εις έκαστον των πλοίων τούτων τριάκοντα Πέρσαι, Μήδοι ή Σάκαι. Ούτος δε ο άλλος όμιλος αποτελεί τριάκοντα έξ χιλιάδας και διακοσίους δέκα άνδρας. Εις τούτους και εις τους πρώτους προσθέτω ακόμη και εκείνους οίτινες ήσαν εις τας πεντηκοντόρους, ογδοήκοντα άνδρας κατά μέσον όρον εις εκάστην πεντηκόντορον. Τοιαύτα δε πλοία, ως είπα προηγουμένως, συνελέχθησαν τρισχίλια και εν αυτοίς θα ήσαν περίπου διακόσιαι τεσσαράκοντα χιλιάδες άνδρες. Ώστε το όλον των εκ της Ασίας ναυτικών δυνάμεων ανέβαινεν εις πεντακοσίας δεκαεπτά χιλιάδας και εξακοσίους δέκα άνδρας· του δε πεζού ο αριθμός ανέβαινεν εις έν εκατομμύριον και επτακοσίας χιλιάδας· των δε ιππέων εις ογδοήκοντα χιλιάδας. Εις τούτους τους αριθμούς πρέπει να ενώσωμεν τους Αραβίους με τας καμήλους και τους Λίβυας με τα άρματα, το πλήθος των οποίων ήτο είκοσι χιλιάδες. Ώστε εάν προσθέσωμεν τας δυνάμεις της ξηράς και της θαλάσσης, έχομεν εν όλοις δύο εκατομμύρια τριακοσίας δεκαεπτά χιλιάδας και εξακοσίους δέκα άνδρας. Ούτος ήτο ο στρατός όστις εκίνησεν εξ αυτής της Ασίας, χωρίς να συμπεριλάβωμεν τους ακολουθούντας υπηρέτας και τα σιταγωγά πλοία και τους ναύτας αυτών.

185. Εις όλον τούτον τον απαριθμηθέντα στρατόν πρέπει να προσθέσωμεν ακόμη και όσον έλαβον εκ της Ευρώπης, περί του οποίου όμως μόνον κατ' εικασίαν δύναμαι να ομιλήσω. Πλοία μεν οι Έλληνες της Θράκης και των πλησίον αυτής νήσων έδοσαν εκατόν είκοσιν· εκ τούτων λοιπόν των πλοίων εκ μεν άνδρας εικοσιτέσσαρας χιλιάδας. Πεζόν δε, όσον έδοσαν οι Θράκες, οι Παίονες, οι Εορδοί, οι Βοττινίοι, το Χαλκιδικόν γένος, οι Βρύγοι, οι Πίερες, οι Μακεδόνες, οι Περραιβοί, οι Αινιάνες, οι Δόλοπες, οι Μάγνητες, οι Αχαιοί και όσοι νέμονται τα Θρακικά παράλια, όλων των εθνών τούτων το πεζόν νομίζω ότι ήτο τριακόσιοι χιλιάδες. Ο αριθμός ούτος προστιθέμενος εις τον της Ασίας, δίδει ολικόν ποσόν δύο εκατομμύρια εξακοσίας τεσσαράκοντα μίαν χιλιάδας και εξακοσίους δέκα πολεμιστάς.

186. Τοσούτου όντος του αριθμού των μαχίμων ανδρών, νομίζω ότι οι ακολουθούντες τον στρατόν υπηρέται και όσοι ήσαν εις τα σιταγωγά ακάτια, και μάλιστα οι εις τα άλλα πλοία, ούτοι δεν νομίζω να ήσαν ολιγώτεροι των μαχίμων, αλλά περισσότεροι· μολοντούτο υποθέτω ότι ήσαν ίσοι μ' εκείνους, και ούτε ολιγώτεροι ούτε περισσότεροι. Εξισούμενοι λοιπόν με τους μαχίμους, απαρτίζουσιν ίσας μυριάδας με εκείνους και τοιουτοτρόπως όλος ο στρατός τον οποίον ο Ξέρξης του Δαρείου έφερεν εις την Σηπιάδα και τας Θερμοπύλας είναι πέντε εκατομμύρια διακόσιαι ογδοήκοντα τρεις χιλιάδες και διακόσιοι είκοσι άνδρες.

187. Ούτος μεν είναι ο αριθμός σύμπαντος του στρατού του Ξέρξου· των δε αρτοποιών γυναικών, των παλλακών και των ευνούχων ουδείς δύναται να προσδιορίση τον αριθμόν ακριβώς. Ούτε των υποζυγίων και άλλων κτηνών αχθοφόρων και των Ινδικών κυνών των ακολουθούντων τον στρατόν, ούτε τούτων δύναταί τις να προσδιορίση τον αριθμόν, διότι ήσαν άπειροι. Ουδόλως λοιπόν θαυμάζω εάν δεν εξήρκεσαν εις αυτούς τα ύδατα ποταμών τινων, αλλά μάλλον θαυμάζω πώς ήρκεσαν αι τροφαί εις τοσαύτας μυριάδας· διότι υπολογίζων ευρίσκω ότι, εάν έκαστος ελάμβανεν ένα χοίνικα σίτου την ημέραν και ουχί πλειότερον, η καθημερνή κατανάλωσις θα ήτο εκατόν δέκα χιλιάδες και τριακόσιοι τεσσαράκοντα μέδιμνοι, και δεν υπολογίζω την τροφήν των γυναικών, των ευνούχων, των κυνών και των υποζυγίων. Μεταξύ δε τόσων μυριάδων ανθρώπων ουδείς διά το κάλλος και το μέγα ανάστημα ήτο αξιώτερος του Ξέρξου να έχη το απόλυτον κράτος.

188. Αφού δε ο ναυτικός στρατός κινήσας έπλευσε και προσήγγισεν εις τον αιγιαλόν της Μαγνησίας χώρας όστις είναι μεταξύ της πόλεως Κασθαναίας και της ακτής Σηπιάδος, τα μεν πρώτα των πλοίων εδέθησαν πλησίον της ξηράς, τα δε άλλα έμειναν επί των αγκυρών των. Επειδή δε ο αιγιαλός δεν είχεν έκτασιν, τα πλοία εστάθμευσαν κλιμακηδόν, ανά οκτώ εις εκάστην σειράν. Και εκείνην μεν την νύκτα έμειναν εκεί· άμα δε τω όρθρω, ενώ ήτο αιθρία και νηνεμία, αίφνης εγένετο αναβρασμός της θαλάσσης και επέπεσε κατά των Περσών τρικυμία βιαία και πολύς άνεμος απηλιώτης, τον οποίον οι περί ταύτα τα μέρη κατοικούντες καλούσιν Ελλησποντίαν. Όσοι λοιπόν εξ αυτών προείδον την αύξησιν του ανέμου και η θέσις εις ην ήσαν αγκυροβολημένοι το συνεχώρει, προέλαβον τα αποτελέσματα της τρικυμίας και είλκυσαν τα πλοία εις την ξηράν, ώστε και αυτοί εσώθησαν και τα πλοία των. Όσα δε πλοία κατέλαβεν η τρικυμία εις το πέλαγος, άλλα μεν ήρπασε και έρριψεν εις τους καλουμένους Ιπνούς του Πηλίου όρους, άλλα δε εκεί εις τον αιγιαλόν. Τινά συνετρίβησαν περί αυτήν την Σηπιάδα, άλλα δε εξέβρασεν η θάλασσα εις την πόλιν Μελίβοιαν και άλλα εις την Κασθαναίαν. Ήτο δε η ορμή του ανέμου αφόρητος.

189. Διηγούνται ότι οι Αθηναίοι κατά χρησμόν τινα επεκαλέσαντο τον Βορέαν· καθότι, πλην των προηγουμένων χρησμών, τοις είχεν έλθει και χρησμός να επικαλεσθώσι τον γαμβρόν των. Ο δε Βορέας, ως λέγουσιν οι Έλληνες, έχει γυναίκα Αττικήν, την Ωρείθυιαν, θυγατέρα του Ερεχθέως. Ένεκα λοιπόν της επιγαμίας ταύτης οι Αθηναίοι, άμα ήκουσαν τον χρησμόν, ενθυμήθησαν ότι γαμβρός των ήτο ο Βορέας. Εναυλόχουν δε τότε εις την Χαλκίδα της Ευβοίας· όθεν άμα είδον αυξάνουσαν την τρικυμίαν, ή και προ αυτής, έκαμον θυσίαν και επεκαλούντο τον Βορέαν και την Ωρείθυιαν να τους βοηθήσωσι και να καταστρέψωσι τα πλοία των βαρβάρων, ως τα είχον καταστρέψει προηγουμένως περί τον Άθωνα. Εάν μεν διά την αιτίαν ταύτην επέπεσεν ο Βορέας εις τους σταθμεύοντας βαρβάρους, δεν δύναμαι να βεβαιώσω· λέγουσιν όμως οι Αθηναίοι ότι γενόμενος πρότερον βοηθός των τους εβοήθησε και εις εκείνην την περίστασιν. Διά τούτο, αφού ανεχώρησαν εκείθεν, ήγειραν ιερόν εις τον Βορέαν παρά τας όχθας του ποταμού Ιλισσού.

190. Εις ταύτην την συμφοράν, κατ' εκείνους οίτινες λέγουσι το ολιγώτατον, κατεστράφησαν πλοία ουχί ολιγώτερα των τετρακοσίων και άνθρωποι αναρίθμητοι. Τόση δε αφθονία πραγμάτων εχάθη ώστε εκ του ναυαγίου εκείνου ωφελήθη μεγάλως Μάγνης τις, ο Αμεινοκλής του Κρητίνου, έχων κτήματα περί την Σηπιάδα. Ούτος συνήθροισε πολλά ποτήρια χρυσά και αργυρά τα οποία ύστερον ερρίφθησαν εις το παράλιον, και εύρε θησαυρούς των Περσών και άλλα χρυσά αντικείμενα άπειρα. Και ούτος μεν εκ των ευρημάτων τούτων εγένετο πλουσιώτατος, μολονότι κατά τα άλλα δεν ήτο ευτυχής, καθότι συμφορά απαραμύθητος τον έθλιβεν ο φόνος του υιού του.

191. Τας δε σιταγωγούς ολκάδας και τα άλλα πλοιάρια ούτε να αριθμήση τις δύναται. Ώστε φοβηθέντες οι στρατηγοί του ναυτικού στρατού μήπως επιτεθώσι κατ' αυτών οι Θεσσαλοί εις τοιαύτην κατάστασιν, περιεκυκλώθησαν με υψηλόν πρόφραγμα κατασκευασθέν εκ των ναυαγίων. Η τρικυμία διήρκεσεν ημέρας τρεις· τέλος οι μάγοι προσέφεραν θυσίας εις τον άνεμον και έκραξαν προς αυτόν γοερώς· προσέτι δε θυσιάσαντες εις την Θέτιδα και εις τας Νηρηίδας, τον έπαυσαν την τετάρτην ημέραν, ή και απλώς αφ' εαυτού εκόπασεν. Εθυσίασαν δε εις την Θέτιδα, καθότι έμαθον από τους Ίωνας ότι εκ του μέρους εκείνου ήρπασεν αυτήν ο Πηλεύς και ότι όλη η ακτή της Σηπιάδος ήτο εκείνης και των άλλων Νηρηίδων. Ο μεν άνεμος λοιπόν έπαυσε την τετάρτην ημέραν.

192. Την δε δευτέραν ημέραν της τρικυμίας οι ημεροσκόποι της Ευβοίας έδραμον να αναγγείλωσιν εις τους Έλληνας τα συμβάντα και τας καταστροφάς της τρικυμίας αφότου ήρχισεν αύτη. Ούτοι δε άμα ήκουσαν τούτο ευχηθέντες εις τον Ποσειδώνα σωτήρα και χύσαντες σπονδάς, έσπευσαν τάχιστα να επιστρέψωσιν εις το Αρτεμίσιον, ελπίζοντες ότι ολίγιστα μόνον εχθρικά πλοία θα εύρισκον εκεί. Οι μεν Έλληνες λοιπόν ελθόντες το δεύτερον περί το Αρτεμίσιον εναυλόχουν, έκτοτε λαβόντες την μέχρι σήμερον διατηρουμένην συνήθειαν να καλώσι σωτήρα τον Ποσειδώνα.

193. Οι δε βάρβαροι αφού έπαυσεν ο άνεμος και τα κύματα έστρωσαν, καταβιβάσαντες τα πλοία έπλεον παρά την ήπειρον· κάμψαντες δε το ακρωτήριον της Μαγνησίας, έπλεον κατ' ευθείαν προς τον κόλπον όστις φέρει εις τας Παγασάς. Είναι δε εις τον κόλπον τούτον της Μαγνησίας μέρος τι όπου λέγουσιν ότι εγκατέλιπον τον Ηρακλέα ο Ιάσων και οι άλλοι αργοναύται, πέμψαντες αυτόν να φέρη ύδωρ, ότε έπλεον διά το χρυσούν δέρας εις την Αίαν της Κολχίδος· καθότι εντεύθεν έμελλον να προμηθευθώσιν ύδωρ και να εξέλθωσιν εις το πέλαγος. Ένεκα του γεγονότος τούτου το μέρος εκείνο καλείται Αφεταί, και εκεί ωρμίσθησαν τα πλοία του Ξέρξου.

194. Δεκαπέντε εκ των πλοίων τούτων, τα οποία έτυχον να αναχθώσιν ύστερον των άλλων, παρετήρησαν τα πλοία των Ελλήνων εις το Αρτεμίσιον. Νομίσαντες δε οι βάρβαροι ότι ήσαν ιδικά των, διευθύνθησαν προς το μέρος εκείνο και έπεσαν εις το μέσον του εχθρικού στόλου. Των δεκαπέντε εκείνων πλοίων εστρατήγει ο εκ της Αιολικής Κύμης ύπαρχος Σανδώκης του Θαμασίου, τον οποίον όντα εκ των βασιλικών δικαστών, ο βασιλεύς Δαρείος συνέλαβε και ανεσταύρωσε διά την εξής αιτίαν· ο Σανδώκης, δωροδοκηθείς, εδίκασε δίκην άδικον. Ήτο δε ήδη ο Σανδώκης επί του σταυρού, ότε ο Δαρείος σκεπτόμενος εύρεν ότι αι προς τον βασιλικόν οίκον εκδουλεύσεις του ήσαν πλειότεραι των σφαλμάτων του· ευρών δε τούτο και ενοήσας ότι η απόφασίς του ήτο εσπευσμένη μάλλον ή σοφή, διέταξε να τον απολύσωσι. Τοιουτοτρόπως ο Σανδώκης, διαφυγών την οργήν του βασιλέως Δαρείου έζησεν· αλλ' ότε επλησίασε με τα πλοία εις τους Έλληνας, δεν ήτο πεπρωμένον να διαφύγη εκ δευτέρου· διότι οι Έλληνες, άμα τους είδον πλησιάζοντας, εννοήσαντες το λάθος των, έπλευσαν εναντίον των και τους συνέλαβον ευκόλως.

195. Εις έν των πλοίων τούτων συνελήφθη ο Αρίδωλις, τύραννος των εν Καρία Αλαβάνδων· εις έτερον δε ο Πάριος στρατηγός Πενθύλος, υιός του Δημονόου, όστις είχε μεν δώδεκα πλοία ότε εκίνησαν εκ της Πάφου, τα ένδεκα όμως απώλεσε κατά την τρικυμίαν την συμβάσαν περί την Σηπιάδα, και με έν μόνον, το περισωθέν, πλέων εις το Αρτεμίσιον συνελήφθη. Τούτους οι Έλληνες, ερωτήσαντες και μαθόντες όσα ήθελον περί του στρατού του Ξέρξου, έπεμψαν δεδεμένους εις τον ισθμόν της Κορίνθου.

196. Ο ναυτικός λοιπόν στρατός των βαρβάρων, πλην των δεκαπέντε πλοίων των οποίων στρατηγός είπον ότι ήτο ο Σανδώκης, έφθασεν εις τας Αφετάς. Ο δε Ξέρξης μετά του πεζού πορευθείς διά της Θεσσαλίας και της Αχαΐας, έφθασε την τρίτην ημέραν εις τους Μαλιείς. Εις την Θεσσαλίαν διέταξε να γίνη άμιλλα μεταξύ των ίππων του και των της Θεσσαλίας, καθότι ήκουεν ότι οι Θεσσαλικοί ίπποι εθεωρούντο ως οι άριστοι εις την Ελλάδα, και εις ταύτην την δοκιμασίαν οι Ελληνικοί ίπποι εφάνησαν πολύ κατώτεροι. Και εκ μεν των ποταμών της Θεσσαλίας μόνος ο Ονόχωνος δεν εξήρκεσε διά να πίη ο στρατός· εκ δε των ποταμών όσοι ρέουσιν εις την Αχαΐαν, ουδέ ο μέγιστος αυτών ο Απιδανός, ουδέ ούτος εξήρκεσεν, ειμή μόλις και μετά βίας.

197. Ότε δε έφθασεν ο Ξέρξης εις την Άλον της Αχαΐας, οι οδηγοί θέλοντες να τον πληροφορήσωσι περί πάντων, τω διηγήθησαν επιχωρίαν τινά παράδοσιν περί του ιερού του Λαφυστίου Διός· ότι ο Αθάμας του Αιόλου συμφωνήσας με την Ινώ εμηχανεύθη τον θάνατον του Φρίξου, και ότι μετά ταύτα κατά τινα χρησμόν οι Αχαιοί επέβαλον εις τους απογόνους του Αθάμαντος τας εξής δοκιμασίας· απηγόρευσαν εις τον πρωτότοκον της οικογενείας ταύτης να εισέρχεται εις το πρυτανείον φυλάσσοντες επιμελώς την είσοδον αυτού (καλούσι δε το πρυτανείον οι Αχαιοί λήιτον). Εάν δε τολμήση και εισέλθη, να μη εξέρχεται ειμή διά να θανατωθή. Οι οδηγοί προσέθετον ότι πολλοί από τους κινδυνεύοντας τούτους να θανατωθώσι, φοβηθέντες έφυγον εις άλλην χώραν· επειδή δε με τον καιρόν επέστρεψαν, πάλιν ο νόμος φυλάττεται, και όστις συλληφθή ότι εισήλθεν εις το πρυτανείον, τον στολίζουσιν όλον με ταινίας και τον θυσιάζουσιν, εξάγοντες αυτόν μετά πομπής. Εις την αυτήν δε ποινήν κατεδικάσθησαν και οι απόγονοι του Κυτισσώρου, υιού του Φρίξου· καθότι ετοιμαζομένων κατά χρησμόν τινα των Αχαιών να κάμωσιν εξιλαστήριον θυσίαν προς καθαρισμόν της χώρας και μελλόντων να θυσιάσωσι τον Αθάμαντα του Αιόλου, φθάσας ο Κυτίσσωρος ούτος εκ της Αίας της Κολχίδος, τον έσωσε. Διά ταύτης δε της πράξεως επέσυρεν εις τους απογόνους του την οργήν των θεών. Ταύτα ακούσας ο Ξέρξης, όταν ήλθε πλησίον του άλσους, και αυτός απέφυγε να εισέλθη εις αυτό, και εις τον στρατόν όλον παρήγγειλε τα ίδια· εσεβάσθη δε ομοίως την οικίαν και το τέμενος των απογόνων του Αθάμαντος.

198. Ταύτα μεν τα εν Θεσσαλία και τα εν Αχαΐα· εκ τούτων δε των επαρχιών ο βασιλεύς μετέβη εις την Μαλίδα, ακολουθών τα άκρα κόλπου τινός όπου καθ' ημέραν γίνεται παλίρροια. Περί τον κόλπον τούτον εκτείνεται πεδιάς οτέ μεν πλατεία, οτέ δε στενωτάτη, περικυκλουμένη υπό ορέων υψηλών και αβάτων, τα οποία περικλείουσιν όλην την Μαλίδα γην και καλούνται Τραχίνιαι πέτραι. Όταν έρχεται τις εκ της Αχαΐας εις τον κόλπον, η πρώτη πόλις είναι η Αντικύρα, πλησίον της οποίας ο ποταμός Σπερχειός, ρέων εκ των Αινιάνων, χύνεται εις την θάλασσαν. Είκοσι περίπου στάδια μακράν αυτού είναι άλλος ποταμός, ο Δύρας, όστις ως λέγουσιν ανεφάνη διά να βοηθήση τον Ηρακλέα καιόμενον. Μετά άλλα δε είκοσι στάδια απ' αυτού είναι άλλος ποταμός όστις καλείται Μέλας.

199. Η δε πόλις Τραχίς απέχει από του Μέλανος τούτου ποταμού πέντε στάδια· είναι δε εκτισμένη επί του πλατυτάτου μέρους όλης της χώρας, μεταξύ των ορέων και της θαλάσσης· καθότι η πεδιάς είναι είκοσι δύο χιλιάδων πλέθρων. Τα δε όρη τα οποία περικλείουσι την Τραχινίαν γην έχουσι προς μεσημβρίαν της Τραχίνος διασφάγα, διά δε της διασφάγος ρέει ο ποταμός Ασωπός παρά τους πρόποδας του όρους.

200. Προς μεσημβρίαν του Ασωπού υπάρχει και άλλος ποταμός όχι μέγας, ο Φοίνιξ, όστις καταβαίνων εκ των ορέων τούτων χύνεται εις τον Ασωπόν. Κατά το μέρος τούτου του Φοίνικος ποταμού η δίοδος είναι στενωτάτη, και μόνον μία άμαξα δύναται να διέλθη δι' αυτής. Από δε του Φοίνικος ποταμού εις τας Θερμοπύλας είναι στάδια δεκαπέντε· και εις μεταξύ του Φοίνικος ποταμού και των Θερμοπυλών είναι κώμη καλουμένη Ανθήλη, πλησίον της οποίας ρέων ο Ασωπός χύνεται εις την θάλασσαν. Περί αυτήν ο χώρος ευρύνεται, και εκεί υπάρχει ναός της Αμφκτυονίδος Δήμητρος και έδραι διά τους Αμφικτύονας, και ιερόν αυτού του Αμφικτύονος.

201. Ο μεν βασιλεύς Ξέρξης είχε το στρατόπεδόν του εις την Μαλίδα της Τραχινίας, οι δε Έλληνες εις το στενόν. Καλείται δε ο χώρος ούτος υπό μεν των περισσοτέρων Ελλήνων Θερμοπύλαι, υπό δε των επιχωρίων και των περιοίκων Πύλαι. Εις ταύτα τα μέρη ήσαν εστρατοπεδευμένοι οι δύο στρατοί. Είχον δε ο μεν βασιλεύς τα προς βοράν μέρη όλα μέχρι της Τραχίνος, οι δε Έλληνες τα προς νότον και μεσημβρίαν της ηπείρου ταύτης.

202. Οι Έλληνες δε οίτινες περιέμενον τον Ξέρξην εις τούτο το μέρος, ήσαν οι εξής· εκ των Σπαρτιατών τριακόσιοι οπλίται· εκ των Τεγεατών και Μαντινέων χίλιοι, ήτοι πεντακόσιοι εξ εκατέρου έθνους· εκ του Ορχομενού της Αρκαδίας εκατόν είκοσι, και εκ της λοιπής Αρκαδίας χίλιοι. Τοσούτοι ήσαν εκ των Αρκάδων. Εκ δε της Κορίνθου τετρακόσιοι, εκ του Φλιούντος διακόσιοι και εκ των Μυκηναίων ογδοήκοντα. Ούτοι ήλθον εκ της Πελοποννήσου· εκ δε της Βοιωτίας ήλθον επτακόσιοι Θεσπιείς και τετρακόσιοι Θηβαίοι.

203. Προς τούτοις προσεβλήθησαν και ήλθον οι Οπούντιοι Λοκροί πανστρατιά, και χίλιοι Φωκείς. Τους εκάλεσαν δε εις βοήθειαν οι Έλληνες, λέγοντες διά πρέσβεων ότι αυτοί μεν ήλθον προς το παρόν, οι δε λοιποί σύμμαχοι περιμένονται ημέρα τη ημέρα και ότι η θάλασσα ήτο ησφαλισμένη και εφυλάσσετο υπό των Αθηναίων, των Αιγινητών και των άλλων των τεθέντων εις τον ναυτικόν στρατόν· προσέτι δε ότι δεν είχον τίποτε να φοβηθώσι, καθότι ο κατά της Ελλάδος επερχόμενος δεν ήτο θεός, αλλ' άνθρωπος· δεν υπάρχει δε ουδέ θα υπάρξη ποτέ θνητός εις τας τύχας του οποίου από της γεννήσεώς του να μη ανεμίχθησαν και δυστυχίαι· μάλιστα δε εις τας τύχας των μεγάλων ανεμίχθησαν μέγισται. Είναι λοιπόν άφευκτον, έλεγον, και ο καθ' ημών επερχόμενος, καθό θνητός, να εκπέση ποτέ της δόξης του. Ταύτα ακούσαντες εκείνοι έσπευσαν να πέμψωσιν επικουρίας εις την Τραχίνα.

204. Είχον μεν και άλλους στρατηγούς οι Έλληνες, εκάστη πόλις τον ίδιον εαυτής, ο υπέρ πάντας όμως θαυμαζόμενος και έχων την αρχηγίαν όλου του στρατεύματος ήτο ο Λακεδαιμόνιος Λεωνίδας, υιός του Αναξανδρίδου, υιού του Λέοντος, του Ευρυκρατίδου, του Αλεξάνδρου, του Ευρυκράτους, του Πολυδώρου, του Αλκαμένους, του Τηλέκλου, του Αρχελάου, του Αγησιλάου, του Δορύσσου, του Λεωβότου, του Εχεστράτου, του Άγιδος, του Ευρυσθένους, του Αριστοδήμου, του Αριστομάχου, του Κλεοδαίου, του Ύλλου, του Ηρακλέους. Έλαβε δε την βασιλείαν της Σπάρτης απροσδοκήτως.

205. Ο Λεωνίδας είχε δύο αδελφούς πρεσβυτέρους, τον Κλεομένη και τον Δωριέα· μακράν ήτο λοιπόν να φαντασθή ότι ήτο δυνατόν να γίνη βασιλεύς. Αλλ' επειδή ο μεν Κλεομένης απέθανεν άνευ τέκνου άρρενος, ο δε Δωριεύς δεν υπήρχε πλέον αλλ' είχεν αποθάνει εις την Σικελίαν, τοιουτοτρόπως έλαχεν η βασιλεία εις τον Λεωνίδαν· διότι είχε γεννηθή προ του Κλεομβρότου, όστις ήτο ο μικρότατος υιός του Αναξανδρίδου, και προσέτι είχε νυμφευθή την θυγατέρα του Κλεομένους. Ούτος λοιπόν ο Λεωνίδας μετέβη τότε εις τας Θερμοπύλας εκλέξας και λαβών μεθ' εαυτού τριακοσίους άνδρας εις την ακμήν της ηλικίας και έχοντας τέκνα. Διερχόμενος δε παρέλαβε τους Θηβαίους τους οποίους ανέφερα εις την απαρίθμησιν και των οποίων στρατηγός ήτο ο Λεοντιάδης του Ευρυμάχου. Εφρόντισε δε ο Λεωνίδας να παραλάβη εκ των Ελλήνων μόνον τους Θηβαίους, καθότι εκατηγορούντο πολύ ότι εμήδιζον. Όθεν προσεκάλεσεν αυτούς εις τον πόλεμον διά να ίδη εάν θα πέμψωσι μετ' αυτού στρατόν, ή θα αρνηθώσιν αναφανδόν την συμμαχίαν των Ελλήνων. Οι δε Θηβαίοι, μολονότι είχον άλλα φρονήματα, έδοσαν όμως στρατόν.

206. Οι Σπαρτιάται έπεμψαν πρώτους τούτους τους τριακοσίους και τον Λεωνίδαν, διά να λάβωσι τα όπλα και οι άλλοι σύμμαχοι, και να μη μηδίσωσιν, εάν μάθωσι τον δισταγμόν αυτών. Μετά ταύτα δε, επειδή τους εμπόδιζεν η εορτή των Καρνείων, εσκόπευον, αφού εορτάσωσι και αφήσωσι φύλακας εις την Σπάρτην, να σπεύσωσι τάχιστα προς βοήθειαν πανδημεί. Τούτο εσκόπευον να πράξωσι και οι άλλοι σύμμαχοι, καθότι συγχρόνως με ταύτας τας περιστάσεις συνέπεσε να ήναι Ολυμπιάς. Φρονούντες δε ότι ο πόλεμος των Θερμοπυλών δεν ήθελε διεξαχθή τόσον ταχέως, έπεμψαν τους προδρόμους. Αυτοί μεν ταύτα εσκέφθησαν να πράξωσι.

207. Οι δε εν Θερμοπύλαις Έλληνες, όταν ο Πέρσης επλησίασεν εις το στενόν, εφοβήθησαν και εσκέπτοντο να αναχωρήσωσι. Και οι μεν άλλοι Πελοποννήσιοι γνωμάτευον να επιστρέψωσιν εις την Πελοπόννησον και να φυλάξωσι τον Ισθμόν· ο δε Λεωνίδας, ιδών ότι οι Φωκείς και οι Λοκροί δυσαρεστήθησαν δι' αυτήν την γνώμην, εψήφισε να μείνωσιν εκεί, και πέμψαντες κήρυκας εις τας πόλεις να τας παρακινήσουν να πέμψουν βοηθείας, λέγοντες ότι αυτοί είναι ολίγοι διά να αποδιώξωσι τον στρατόν των Μήδων.

208. Ενώ δε ούτοι εβουλεύοντο ταύτα, ο Ξέρξης έπεμψε κατάσκοπον ιππέα διά να ίδη πόσοι ήσαν και τι έπραττον· καθότι ων ακόμη εις την Θεσσαλίαν είχεν ακούσει ότι ολίγιστοι ήσαν συνηθροισμένοι εις εκείνο το μέρος, και ότι αρχηγοί αυτών ήσαν οι Λακεδαιμόνιοι και ο Λεωνίδας όστις κατήγετο από τον Ηρακλέα. Όταν δε επλησίασεν ο ιππεύς προς το στρατόπεδον, εθεώρησεν αλλά δεν είδεν ακριβώς όλον το στρατόπεδον· καθότι εκείνους μεν οίτινες ήσαν τεταγμένοι έσωθεν και εφύλαττον το τείχος το οποίον είχον ανεγείρει δεν ηδύνατο να ίδη, είδε δε μόνον τους έξω, των οποίων τα όπλα εστηρίζοντο επί του τείχους. Έτυχον δε κατ' εκείνην την στιγμήν να ήναι τεταγμένοι έξω οι Λακεδαιμόνιοι. Είδε λοιπόν άλλους μεν εξ αυτών γυμναζομένους, άλλους δε κτενιζομένους τας κόμας. Ταύτα ιδών εθαύμασε και εμέτρησεν αυτούς. Αφού δε παρετήρησε τα πάντα ακριβώς, επέστρεψεν οπίσω ησύχως· καθότι κανείς δεν τον κατεδίωξε· μόλις μάλιστα επρόσεξαν εις αυτόν. Επιστρέψας δε είπεν είς τον Ξέρξην όλα όσα είδε.