24) «Εν Θορικώ γαρ εστί μέταλλα και εν Λαυρείω». (Σχολ). Πρβ. Θουκ. 2,55.↩
25) «Πολεμίους επήλυδας».↩
26) «Κιόντων τοις τεκούσι». Ως εις Ευριπίδου Άλκηστη στ. 167.↩
27) «Πάντα ναμερτή λόγον».↩
28) Είδος κομμού, μυρολογιού.↩
29) Αι λυρικαί θρηνωδίαι του χορού έρχονται σαν αντιφωνίαι εις τα λόγια του αγγέλου.↩
30) «Η μακροβίοτος όδε γέ τις αιών εφάνθη γεραιοίς». Πρβ. στίχ. 713.↩
31) «Οτοτοτοΐ».↩
32) «Φέρεσθαι πλαγκτοίς εν σπιλάδεσσιν». Πρβ. Προμ. 482.↩
33) Ίυξε = Κραύγαζε Πρβ. Ικέτιδας στ. 884.↩
34) «Στυγναί γ' Αθάναι δαΐοις».↩
35) Ομοίως εις Προμ. στίχ 452.↩
36) Πρβ. Σοφ. Φιλ. 1316.↩
37) «Των αρχελείων» = αρχόντων λαών.↩
38) «Στυφλούς παρ' ακτάς θείνεται Σιληνιών». Αι Σιληνίαι ήσαν ακταί της Σαλαμίνος.↩
39) Νήσοι του Αίαντος = η Σαλαμίς.↩
40) «Λιγέα κωκύματα».↩
41) «Δεκάς δ' ην τώνδε χωρίς έκκριτος». Δηλαδή δέκα ήσαν πλοία χωριστά (εις αναπλήρωσιν εκείνων που θα επάθαιναν εις την μάχην).↩
42) «Ώδ' έχει λόγος». Όπως εις Επτά επί Θ. στ.211 και Χοηφ. στ. 519 = αυτή είναι η αριθμητική σχέσις.↩
43) «Τάλαντα βρίσας ουκ ισορρόπω τύχη».↩
44) «Δρασμώ κρυφαίω βίοτον εκσωσαίατο». Πρβ. διήγησιν Ηροδότου 8, 75.↩
45) «Κνέφας δε τέμενος αιθέρος λάβη». Πρβ. Ομ. Οδ. 9, 168.↩
46) «Αλιρρόθους ».↩
47) «Ευήρετμον».↩
48) Κώπης άναξ».↩
49) «Λευκόπωλος».↩
50) «Παιάν' εφύμνουν σεμνόν».↩
51) «Έπαισαν άλμην βρύχιον εκ κελεύσματος». Πρβ. Ευριπ. Ιφ. στ. 1387. — Ομήρ. Ιλιά. 16, 264.↩
52) «Θεών έδη» = τόποι, ιερά θεών με αγάλματα και ναούς. Πρβ. Πλατ. Τίμ. Νόμ.↩
53)«Περσίδος γλώσσης ρόθος υπηντίαζε». Πρβ. 836.↩
54) «Καποδραύει Φοινίσσης νεώς κόρυμβ'». Κόρυμβα = Τακροστόλια της πλώρης, οι φ ι γ ο ύ ρ ε ς.↩
55) «Επ' άλλην δ' άλλος ηύθυνε δόρυ». Δόρυ, δηλ νήιον. Σχολ. «Την ναυν είρηκεν».↩
56) «Ουκ αφρασμόνως κύκλω πέριξ έθεινον» Πρβ. 563.↩
57) Πρβ. Ηροδ. 8, 12. «Οι δε νεκροί (εν Αρτεμισίω) και τα ναυάγια εξεφορέοντο ες τας Αφέτας και περί τε τας πρώρας των νεών ειλέοντο και ετάρασσον τους ταρσούς των κωπέων».↩
58) «Ή τιν' ιχθύων βόλον».↩
59) Έως κελαινής νυκτός όμμ' αφείλετο» κατά αντίφρασιν και κατά το λεγόμενον οξύμωρον σχήμα.↩
60) «Πέλαγος έρρωγεν μέγα». Ο παρακείμενος έρρωγα (του ρήγνυμι) ευρίσκεται πάντα αμεταβάτως. Πρβ. και το σημερινόν «κακά εξέσπασαν στο κεφάλι μου».↩
61) Αξιοσημείωτη εις το κείμενον η συχνή επανάληψις των λέξεων «συμφορά . . κακά» επίτηδες και ψυχολογικά διά την φανέρωσιν της ψυχικής ταραχής.↩
62) Κατά τον Στράβωνα ήτον η Ψυττάλεια νησί έρημο και πολύπετρο.↩
63) «Εμβατεύει ποντίας άλμης έπι». Ο Wecklein αποδίδει το «παντίας άλμης έπι» εις την νήσον, ήτοι νησί επάνω στα θαλάσσια κύματα, όχι ορθώς.↩
64) «Κακώς το μέλλον ιστορών».↩
65) «Εκ χερών πέτρησιν ηράσσοντο», υπονοείται το Πέρσαι.↩
66) Πρβ. Ηροδότου 8, 90. «Ξέρξης . . . κατηγμένος υπό τω όρεϊ τω αντίον Σαλαμίνος, το καλέεται Αιγάλεως».↩
67) Η λέξις δαίμων του κειμένου ελέγετο γενικώς φανερώνουσα την θεότητα από την οποίαν έρχεται η καλή ή κακή τύχη των ανθρώπων, συνήθως όμως ελέγετο επί κακού. Με μικράν μετατόπισιν εννοίας η λέξις υπάρχει και εις την σημερινήν γλώσσαν.↩
68) «Οίσθα σημήναι τορώς »↩
69) «Κατ' ούρον». Η φράσις εις το αρχαίον ειρωνική, αντίστοιχη με το σημερινόν «τα πρύμισαν».↩
70) «Υπεσπανισμένους βοράς».↩
71) «Βόλβης θ' έλειον δόνακα».↩
72) «Ηυτύχει δέ τοι όστις τάχιστα πνεύμ' απέρρηξε βίου».↩
73) «Ω δυσπόνητε δαίμον».↩
74) «Λαβούσα πέλανον εξ οίκων εμών». Τον πέλανον ή πελανόν εξηγεί ο Σχολ. «πεπεμμένον πλακούντα». Πρβ. Διονυσ. Αλικ. 2.74: «θύουσι πελάνους δημητρίους».↩
75) Οι νεώτεροι σχολιασταί συμφωνούν ότι οι στίχοι αυτοί είναι μετατοπισμένοι.↩
76) Μεγαλαύχων και πολυάνδρων», η μετάφρασις αναγκαστικά έγινε με πλατειασμόν.↩
77) «Αμαλαίς χερσί».↩
78) «Λέκτρων τ' ευνάς αβροχίτωνας».↩
79) «Χλιδανής ήβης τέρψιν».↩
80) «Καγώ δε μόρον των οιχομένων αίρω δοκίμως πολυπενθή».↩
81) «Ξέρξης μεν ήγαγεν, ποποί, Ξέρξης δ' απώλεσεν τοτοί, Ξέρξης δε πάντ' επέσπε»· έγινεν έτσι ο θρήνος με κάποιον ήχον βαρβαρικόν. Εις την μετάφρασιν έγινε προσπάθεια μιμήσεως του κειμένου με την χρησιμοποίησιν επιφωνημάτων όχι συνήθων και με την επανάληψιν της ονομαστικής Ξέρξης, όπως εις το πρωτότυπον.↩
82) «Ομόπτεροι, κυανώπιδες». Η διόρθωσις εις «λινόπτεροι» σύμφωνα με το του Προμ. 484 «λινόπτερα . . . ναυτίλων οχήματα» είναι φανερά άτοπος.↩
83) «Τοι δ' άρα πρωτομόροιο, φευ, ληφθέντες προς ανάγκαν, ηέ, ακτάς αμφί Κυχρείας, οά, (στέμβονται].» Εις την μετάφρασιν η περίοδος αναγκαστικώς απεδόθη ανεστραμμένη.↩
84) «Γναπτόμενοι δ' Αλοσύδνας»↩
85) «Προς αναύδων παίδων τας αμιάντου».↩
86) «Το παν απύουσιν άλγος».↩
87) «Ουκέτι περσονομούνται».↩
88) «Ουδ' έτι γλώσσα βροτοίσιν εν φυλακαίς».↩
89) «Ελεύθερα βάζειν» ελευθεροστομείν. Πρβ. Πρμ. 193.↩
90) «Εν όμμασιν τ' ανταία φαίνεται θεών, βοά δ' εν ωσί κέλαδος ου παιώνιος».↩
91) «Βοός τ' αφ' αγνής λευκόν εύποτον γάλα».↩
92) «Ακήρατον τε μητρός αγρίας από ποιόν» Σχολ. «αγρίας . . . της εν τω αγρώ ούσης»↩
93) «Τον τε δαίμονα Δαρείον αγκαλείσθαι».↩
94) «Πρέσβος Πέρσας».↩
95) «Φθιμένων πομπούς»↩
96) «Εύφρονας είναι κατά γαίας».↩
97) «Πέμψατ' ένερθεν ψυχήν ες φως» υπονοείται εύκολα «την Δαρείου»↩
98) «Ει γαρ τι κακών άκος οίδε πλέον». — Το κείμενον φαίνεται ταραγμένον. Ο Wecklein προτείνει την γραφήν: «ει γαρ τι κακών των δ' έστιν άκος μόνος αν θνητών άρος είποι» ήτοι εάν τι πλέον φάρμακον γνωρίζει ο Δαρείος μόνος αυτός 'μπορεί να 'πή τέλος και σταμάτημα των κακών.↩
99) Η φράσις ηχητική εις το κείμενον με τας λέξεις β ά ρ β α ρ α, β ά γ μ α τ α, β ο ά σ ω. Εις την μετάφρασιν έγινε προσπάθεια αποδόσεως με το β α ρ β α ρ ι κ ά, β ο υ ύ ζ ω βογγητά.
100) «Περσών Σουσιγενή θεόν».↩
101) «Πέμπετε δ' άνω τον οίον ούπω Περσίς αι εκάλυψεν».↩
102) «Φίλα γαρ κέκευθεν ήθη» υπονοείται ενεργητικώς ο όχθος· όπως εις τας Χοηφόρ. 683, και εις Σοφοκ. Ηλέκτραν 1120.↩
103) «Αϊδωνεύς δ' αναπομπός ανείης, Αϊδωνεύς»· η επιτατική επανάληψις απεδόθη διά του ε σ ύ.↩
104) «Θεομήστωρ δ' εκεκλήσκετο Πέρσαις, θεομήστωρ δ' έσκεν».↩
105) Επίκλησις προς τον Δαρείον να φανερωθή. Βαλήν εσήμαινε βασιλεύς εις την Φρυγικήν γλώσσαν. Σελ 32. Εμπειρ. σελ 672, 26. Εις τον Σοφοκλή λέγονται οι ποιμένες. Πρβλ. απόσπασμα 444. — Η λέξις σώζεται εις την Τουρκικήν γλώσσαν.↩
106) «Κροκόβαπτον ποδός εύμαριν αείρων».↩
107) «Τι τάδε δυνάτα, δυνάτα δίδυμα διαγόεν αμάρτια» κ.τ.λ — Δυνατά = δυνάστα· ανάλογων είναι το αφέντης εκ του αυθέντης.↩
108) «Άναες, άναες» επαναλαμβάνεται η λέξις θρηνητικώς.↩
109) Είδωλον = φάσμα.↩
110) «Χαράσσεται πέδον». Ο Weklein ερμηνεύει το χαράσσεται ως κείμενον αντί του νύσσεται, παραβάλων προς το του Ησιόδ. Ασπ. 62 και λαμβάνων υπ' όψιν του τον κτύπον των ποδών κατά την όρχησιν του Χορού. — Το «σέρνεται χάμω» εν τούτοις φαίνεται συμφωνότερον με τας λέξεις του κειμένου, με την απ' ευθείας αίσθησιν της ελληνικής γλώσσης και των ελληνικών εθίμων.↩
111) «Σέβομαι δ' αντία λέξαι σέθεν αρχαίω περί τάρβει».↩
112) «Δίεμαι μεν χαρίσασθαι». Κατά τον ν. Σχολ. = το σον θέλημα τελέσαι.↩
113) «Ο μάσσων βίος ην ταθή πρόσω». Πρβλ. Προμηθ. 553 και Αγαμέμ. 1361.↩
114) «Πάντα γαρ, Δαρεί', ακούση μύθον εν βραχεί λόγω». Πρβλ. Προμηθ. 521.↩
115) «Θούριος Ξέρξης κενώσας πάσαν ηπείρου πλάκα». Ν. Σχολ. «περιφραστικώς δε την γην των Περσών φησι πάσαν». Πρβλ. Ευμενίδ. 295· Σοφ. Οιδ. Τύρ. 1102, Φιλ 1430.↩
116) «Διπλούν μέτωπον ην δυοίν στρατευμάτοιν», υπονοείται ο Ξέρξης.↩
117) «. . . τις δαιμόνων ξυνήψατο». Η επαμφοτερίζουσα τότε έννοια της λέξεως δαίμων είναι εδώ εις κακήν σημασίαν, καθώς τώρα. ↩
118) «Κατέφθαρται δορί».↩
119) «Άσμενον μολείν γέφυραν γαιν δυοίν ζευκτηρίαν». Ο Αισχύλος λησμονεί ότι ο άγγελος δεν είχεν ειπεί και τούτο.↩
120) Υπήρχε χρησμός αποτρέπων την εκστρατείαν εις Ελλάδα, που τον αναφέρει ο Ηρόδ. 9, 42.↩
121) «Πώς τάδ' ου νόσος φρενών είχε παιδ' εμόν;»↩
122) «Τον δ' ανανδρίας ύπο ένδον αιχμάζειν». Πρβλ. Ευμεν. 868.↩
123) «Ταγείν, έχοντα σκήπτρον ευθυντήριον».↩
124) Το χειρόγραψον των Μεδίκων έχει Μάρδος. Ο Ηρόδοτος λέγει τον άρπαγα εκείνον του περσικού θρόνου Σμέρδιν 3, 61· ήτο δε αυτός ο εκ Μηδίας μάγος Γαουμάτα, αναφανείς ως αδελφός τάχα του φονευθέντος Καμβύσου (Ιουστ. 1, 9).↩
125) Τα της συνωμοσίας των επτά ευγενών αναφέρει ο Ηρόδ. 3, 70.↩
126) Υπαινίσσεται ο Αισχύλος το τέχνασμα του χρεμετισμού του ίππου, το οποίον είχε μεταχειρισθή ο Δαρείος, διά να εκλεγή αυτός βασιλεύς.↩
127) «Αλλ' ευσταλή τοι λεκτόν αρούμεν στόλον», Ώστε δηλαδή ολιγώτερος όντας δεν θα κινδυνεύση από πείναν. — Ψυχολογικά έτσι παρουσιάζονται οι νικημένοι σχεδιάζοντες κ' ελπίζοντες διά το μέλλον.↩
128) «Ει τι πιστεύσαι θεών χρη θεσφάτοισιν, ες τα νυν πεπραγμένα βλέψαντα».↩
129) «Τόσος γαρ έσται πέλανος αιματοσφαγής» = πέλανος (ζύμη) από σφραγής αίματος.↩
130) «Ύβρις γαρ εξανθούσ' εκάρπωσε στάχυν άτης όθεν πάγκλαυτον εξαμά θέρος». Είναι έν από τα θαυμασιώτερα λυρικά γνωμικά της τραγικής ποιήσεως.↩
131) «Έπεστιν εύθυνος, βαρύς». ↩
132) «Κόσμον όστις ευπρεπής λαβούσ' υπαντίαζε παιδί».↩
133) «Λακίδες . . . . στημορραγούσι . . . . εσθημάτων». Ν. Σχολ. «Υπό της θλίψεως διέρρηξε τα ιμάτια αυτού ο Ξέρξης».↩
134) «Ω πόποι, ή μεγάλας, αγαθάς τε πολισσονόμου βιοτάς επεκύρσαμεν».↩
135) «Πολίσματα πύργινα πάντ' επέρθομεν».↩
136) «. . . εκ πολέμων απόνους, απαθείς . . . »↩
137) Ο ποταμός Άλυς ήτο πολύ γνωστός εις τους Έλληνας εκ του χρησμού του Κροίσου: «Κροίσος Άλυν διαβάς μεγάλην αρχήν διαλύσει».↩
138) «Και νηριτοτρόφους εκράτυνε μετάκτους». Νηριτοτρόφοι = αι τρέφουσαι θαλάσσια όστρακα. Αθην. 3. 86 Β «Αισχύλος δ' εν Πέρσαις τας αναριτας (θολασσίους κοχλίας) τρεφούσας νηριτοτρόφους είρηκεν».↩
139) Πρβλ. Ηροδ. 3, 19: «δόντες και Κύπριοι σφέας αυτούς Πέρσησι εστρατεύοντο επ' Αίγυπτον».↩
140) «Τας νυν ματρόπολις τώνδ' αιτία στεναγμών». Ο Σχολ. εξηγεί «άποικοι γαρ εισιν οι εν Κύπρω Σαλαμίνιοι των εν τη Αττική».↩
141) «Ακάματον δε παρήν σθένος ανδρών τευχηστήρων» κλπ.↩
142) «Πλαγαίσι ποντίαισιν».↩
143) Έ ξ ο δ ο ς. Διαιρείται δε η έ ξ ο δ ο ς εις τρία μέρη. Το πρώτον (στιχ. κειμ. 911 — 92) είναι ο χαιρετισμός του Ξέρξου και των γερόντων. Ο βασιλεύς πρωτοφαίνεται επάνω εις άρμα και κατεβαίνοντας έπειτα προχωρεί με κλονούμενον βήμα. Σταματά δε αντιμέτωπος του χορού στιχ. κειμ. 934 .↩
144) «Τήνδ' ηλικίαν επιδόντα . . . »↩
145) Δεύτερον μέρος της Ε ξ ό δ ο υ, το οποίον εις το κείμενον έχει προοίμιον θρηνητικούς αναπαίστους. Ο θρήνος αυτός ξεχωρίζει από τα άλλα χορικά, γραμμένος εντονώτερα εις την Δωρικήν διάλεκτον. Εις την μετάφρασιν έγινε προσπάθεια να αποδοθή ο διά του α δωρικός πλατειασμός.↩
146) «Άιδου σάκτορι Περσάν». Ήτοι τον Άδην εσαμάρωσε κ' εφόρτωσε με Πέρσας. Σάκτωρ (σάττω, σάγμα = σαμαρωτής, φορτωτής).↩
147) «Αδοβάται» ως αδοφοίται, ελειοβάται, σημαίνει δε οδοιπορούντες προς τον Άδην.↩
148) Σχολ. «Μαρυανδυνοί ακμή θέρους . . . . εθρήνουν . . . Τον δε Μαρυανδυνόν αυξήσαι μάλιστα την θρηνητικήν αυλωδίαν».↩
149) «Ίετ' αιανή πάνδυρτον δύσβροον αυδάν».↩
150) «Ιάων γαρ απηύρα. Ιάων ναύφρακτος Άρης ετεραλκής».↩
151) «Λίλαιος ευπάτωρ».↩
152) «Εή εή, τλάμονες ασπαίρουσι χέρσω».↩
153) «Των σον πιστόν πάντ' οφθαλμόν μυρία μυρία πεμπαστάν Βατανώχου παιδ' άλπνιστον». Οφθαλμός εσήμαινεν υπάλληλος επόπτης. Σχολ. «σημείωσαι ότι βασιλέως οφθαλμός αριθμεί στρατιάς».
154) «Ίυγγά μοι δήτ' εσθλών ετάρων υπορίνεις». Καθώς εις Πινδ. Νεμ. 4, 35 «ίυγγι δ' έλκομαι ήτορ» και Σοφοκλ. Αποσπ. 433 κ.τ.λ Ίυγξ δε κυρίως είναι πουλί, που έλαβε το όνομα από τα συχνά στριφογυρίσματα που κάνει του λαιμού. Επίστευαν οι αρχαίοι, εξ αιτίας αυτών των κινήσεων, ότι ήτο πουλί μαγικόν και ότι δενόμενον εις κύκλον ή τροχόν εκινείτο εκεί, ενεργούσε δε η κίνησίς του ερωτικάς και άλλας γοητείας. Ίδε και Πινδ. Πυθ. 4.513 κ. ε. — Ανάλογον διά κάποιες μαγείες πουλί έχει η λαϊκή παράδοσις το κ α κ ο π ο ύ λ ι.
155) «Ουκ αμφί σκηναίς τροχηλάτοισιν όπισθεν επομέναις»↩
156) Το τρίτον μέρος της Ε ξ ό δ ο υ, ο κομμός (ή ιάλεμος ίδε στιχ. κ. 128). Ο Τζέτζης π. τραγ. 66 «κομμός δε θρήνου πενθικώτερον πλέον ο θρήνος δ' εστίν ηρεμέστερον μέλος». Έκαμνε δε ο κομμός μεγαλυτέραν αίσθησιν διά της μουσικής συνθέσεώς του.
157) «Πεπλήγμεθ'· εύδηλα γαρ».↩
158) «Οράς το λοιπόν τόδε τας εμάς στολάς». — Σχολ. «Λείψανον της όλης στρατιάς». Κακώς ερμήνευσαν μερικοί το σ τ ο λ ά ς ως το ξεσχισμένον ένδυμα, διότι ο Ξέρξης, ως ανεφέρθη (στιχ. 85), είχεν αλλάξει στολήν κατά φροντίδα της μητέρας του και κατά την συνηθισμένην άλλως ευκοσμίαν και μεγαλοπρέπειαν εις τας αρχαίας τραγωδίας.
159) «Τάνδε τ' οϊστοδέγμονα».↩
160) «Ιάων λαός ου φυγαίχμας».↩
161) «Και πλέον ή παπαί μεν ουν».↩
162) «Δίδυμα γαρ έστι και τριπλά». Πρβλ. Ομήρ. Ιλιά. 1, 128.↩
163) «Και σθένος γ' εκολούθη». Πρβλ. Ηροδ. 7,10. «Φιλέει γαρ ο θεός τα υπερέχοντα πάντα κολούειν».
164) «Διαίνομαι γοέδνος ων».↩
165) «Βόα νυν αντιδουπά μοι». Διά ν' αποδοθή εις την μετάφρασιν το βαρύ και βαρβαρικόν του ήχου, ετέθη η όχι συνήθης λέξις «χουγιάξτε». Ανάλογοι προσπάθειαι έχουν γίνει εις όλον τον κομμόν, διά να είναι η μετάφρασις αντίλαλος κάπως της θαυμαστά ηχητικής φράσεως του Αισχύλου.
166) «Δόσιν κακάν κακών κακοίς». Διά την παρήχησιν πρβλ. Χοηφόρ. 403.↩
167) Γνωστόν εις τους αρχαίους ασιατικόν μυρολόγι. Σχολ. «Οι γαρ Μυσοί και οι Φρύγες εισί μάλιστα θρηνητικοί».
168) «Διαίνου δ' όσσε».↩
169) «Τέγγομαι τοι».↩
170) «Αιακτός ες δόμους κίε». — Αιακτός εις ενεργητ. σημασίαν, ο οδυρόμενος».
171) «Γοάσθ' αβροβάται». Γίνεται υπαινιγμός του καλού των Περσών ποδεμού. Πρβλ. 42.
172) «Ιή ιή, τρισκάλμοισι βάρισι φθιτοί». Πρβλ. 681 και 556.↩
173) Οι τελευταίοι στίχοι του κειμένου, αποτελούντες μικρούς θρηνητικούς αναπαίστους, διεσώθησαν φθαρμένοι. Διά την μετάφρασιν ελήφθη υπ' όψιν η κριτική αποκατάστασις του Wecklein.