XI. Περί μεν λοιπόν εκείνων των κατηγοριών, τας οποίας οι πρώτοι μου κατήγοροι έκαμαν εναντίον μου, αυτά ας είνε αρκετή απολογία μου προς σας· τόρα δε κατόπιν από αυτά, θα προσπαθήσω να απολογηθώ εις τον Μέλητον τον αγαθόν και φιλόπολιν, καθώς λέγει αυτός, και εις τους άλλους, τους τελευταίους κατηγόρους μου.

Πάλιν λοιπόν τόρα, επειδή είνε άλλοι οι κατήγοροι μου αυτοί, ας επαναλάβωμεν την τελευταίαν έγγραφον κατηγορίαν των, καθώς ανεγνώσαμεν και την πρώτην. Είνε δε αύτη περίπου: Λέγει ότι ο Σωκράτης είνε ένοχος, διότι και τους νέους διαφθείρει και διότι δεν πιστεύει εις τους θεούς, τους οποίους η πόλις πιστεύει και διότι αντ' αυτών παρουσιάζει άλλα νέα δαιμόνια (28) . Το μεν έγκλημά μου δα τοιούτον είνε. Ας εξετάσωμεν δε έν έκαστον σημείον αυτού χωριστά. Λέγει η κατηγορία ότι εγώ είμαι ένοχος αδικίας, διότι διαφθείρω την νεολαίαν. Εγώ όμως τουναντίον λέγω, ω άνδρες Αθηναίοι, ότι δικαίως ίσα-ίσα ο Μέλητος είνε ένοχος, διότι εις πράγμα τόσον σοβαρόν αστεΐζεται, κατηγορών ενώπιον του δικαστηρίου σας με μεγάλην αδιαφορίαν πολίτας, διά να φαίνεται ότι με σπουδαιότητα φροντίζει διά πράγματα, διά τα οποία διόλου έως τώρα δεν εφρόντισεν. Ότι δε τούτο έτσι είνε, θα προσπαθήσω και προς υμάς να το αποδείξω.

XII. Παρακαλώ λοιπόν, έλα εδώ τόρα συ, Μέλητε, είπε. Διά κανέν άλλο πράγμα δεν μεριμνάς τόσον πολύ παρά πώς να γίνουν οι νέοι όσον το δυνατόν χρηστότατοι;

Μέλητος.

Διά κανέν άλλο βέβαια.

Σωκράτης.

Έλα λοιπόν τόρα ειπέ εις τους δικαστάς, ποίος είνε εκείνος ο άνθρωπος οπού κάμνει τους νέους χρηστοτέρους; Είνε φανερόν ότι τον ηξεύρεις, αφού σε μέλει βέβαια δι' αυτά τα ζητήματα. Διότι, αφού ανεκάλυψες εμέ, καθώς λέγεις, ότι διαφθείρω τους νέους, με καταγγέλλεις προς αυτούς εδώ και απαγγέλλεις εναντίον μου κατηγορίαν διά την πράξιν μου ταύτην. Αλλ' όμως έλα ειπέ τόρα και εκείνον δα οπού κάμνει τους νέους χρηστοτέρους και φανέρωσον εδώ εις τους δικαστάς ποίος είνε αυτός. Ομίλησον . . . Βλέπεις, ω Μέλητε, ότι σιωπάς, και δεν ημπορείς να τον ονομάσης αυτόν; Και όμως δεν σου φαίνεται ότι αυτό είνε επαίσχυντον και ικανή απόδειξις εις εκείνο, το οποίον ακριβώς εγώ λέγω, ότι εσέ διόλου δεν σε μέλει διά την εκπαίδευσιν των νέων; Αλλ' ειπέ, καλέ Μέλητε, ποίος κάμνει αυτούς καλυτέρους;

Μέλητος.

Οι νόμοι.

Σωκράτης.
 
Μα δεν σε ερωτώ δι' αυτό, καλότυχε, αλλά ποίος άνθρωπος, όστις εν πρώτοις γνωρίζει και αυτό τούτο ακριβώς οπού είπες, τους νόμους.

Μέλητος.

Αυτοί εδώ οι δικασταί (29) , ω Σώκρατες.

Σωκράτης.

Τι λέγεις, ω Μέλητε; Αυτοί εδώ οι δικασταί είνε ικανοί να εκπαιδεύουν τους νέους και να τους κάμνουν χρηστοτέρους;

Μέλητος.

Μάλιστα.

Σωκράτης.

Τι από τα δύο, όλοι ομού οι δικασταί είνε ικανοί προς τούτο, ή μερικοί μεν από αυτούς μόνον, μερικοί δε όχι;

Μέλητος.

Όλοι οι δικασταί.

Σωκράτης.

Αυτά που λέγεις είνε θαυμάσια τωόντι, μα την Ήραν, και ανεκάλυψες έτσι μεγάλην αφθονίαν ανθρώπων, οι οποίοι ημπορούν να ωφελούν τους νέους. Αλλά τι λοιπόν; Αυτοί εδώ οι ακροαταί όλοι, οπού μας ακούουν, επίσης ημπορούν να κάμνουν τους νέους καλυτέρους ή όχι;

Μέλητος.

Και αυτοί ημπορούν επίσης.

Σωκράτης.

Αλλά και οι βουλευταί, (30) ημπορούν και αυτοί;

Μέλητος.

Και οι βουλευταί ομοίως.

Σωκράτης.

Αλλ' ω Μέλητε, μήπως λοιπόν εκείνοι οπού συνέρχονται εις την Εκκλησίαν του λαού, (31) οι Εκκλησιασταί, διαφθείρουν τους νέους; ή και εκείνοι όλοι είνε ομοίως ικανοί να κάμνουν αυτούς καλυτέρους;

Μέλητος.

Και εκείνοι είνε ομοίως ικανοί εις αυτό.

Σωκράτης.

Ως φαίνεται λοιπόν, όλοι οι Αθηναίοι ημπορούν να κάμουν τους νέους καλούς και αγαθούς, εκτός εμού, εγώ δε μόνος τους διαφθείρω. Αυτό εννοείς;

Μέλητος.
 
Μάλιστα. Αυτό ακριβώς εννοώ.

Σωκράτης

Με κρίνεις βέβαια ως ένα από τους πλέον δυστυχείς ανθρώπους. Αλλά σε παρακαλώ, απάντησον. Σου φαίνεται βεβαίως ότι το ίδιον είνε και όταν ομιλώμεν διά ίππους. Εκείνοι μεν οπού κάμουν αυτούς χρησιμωτέρους είνε όλος ο κόσμος, ένας δε μόνος είνε οπού τους διαφθείρει; ή όλως διόλου το εναντίον, ένας μεν μόνος υπάρχει, όστις είνε ικανός να κάμνη αυτούς χρησιμωτέρους, ή πολύ ολίγοι, εκείνοι οπού ονομάζονται ιππικοί, οι δε επίλοιποι άνθρωποι, εάν ίσα-ίσα καταγίνωνται με τους ίππους πάντοτε και μεταχειρίζωνται αυτούς εις χρήσιν των, τους διαφθείρουν; Δεν είνε έτσι, ω Μέλητε, και διά τους ίππους και δι' όλα τα άλλα ζώα; Βεβαιότατα αναμφιβόλως, κατ' εμέ, είτε συ και ο Άνυτος αρνηθήτε αυτό, είτε το παραδεχθήτε. Διότι πολύ μεγάλη ευτυχία και έκτακτον πλεονέκτημα θα ήτο διά τους νέους, αν αληθεία ένας μεν μόνος είνε ικανός να διαφθείρη αυτούς, καθώς συ λέγεις, οι δε λοιποί όλοι ημπορούσαν να τους ωφελούν και να τους κάμνουν χρηστοτέρους. Αλλ' όμως δεν είνε έτσι, ω Μέλητε. Διότι συ αρκετήν επίδειξιν έκαμες ειπών ότι έως τόρα ποτέ δεν εφρόντισες διά την εκπαίδευσιν των νέων και αδιστάκτως ομολογείς την αμέλειάν σου, ότι διόλου δεν έχεις μεριμνήσει διά τα ζητήματα αυτά, διά τα οποία εισάγεις εμέ εις δίκην.

XIII. Ακόμη δε απάντησον, σε παρακαλώ, ω δι' αγάπην του Διός, Μέλητε, ποίον είνε καλύτερον, να κατοική κανείς μετά πολιτών εναρέτων ή μετά κακών και διεφθαρμένων; Απάντησον, φίλε μου, διότι δεν σε ερωτώ βεβαίως κανέν πράγμα δύσκολον. Δεν είνε αληθές ότι οι μεν κακοί άνθρωποι προξενούν κάποιον κακόν βέβαια εις εκείνους, οι οποίοι διαρκώς συνδιαιτώνται με αυτούς, οι δε ενάρετοι προξενούν κάποιον καλόν εις εκείνους, οι οποίοι πάντοτε με αυτούς συζώσι;

Μέλητος.
 
Μάλιστα.

Σωκράτης.

Υπάρχει λοιπόν κανείς άνθρωπος, όστις προτιμά να βλάπτεται μάλλον από εκείνους, με τους οποίους συνήθως συζή, παρά να ωφελήται; Απάντησόν μοι, αγαπητέ. Διότι ο νόμος ίσα-ίσα διατάσσει να απαντούν οι αντίδικοι ο ένας εις τον άλλον. Υπάρχει κανείς, ο οποίος προτιμά να βλάπτεται μάλλον παρά να ωφελήται;

Μέλητος.
 
Όχι βέβαια. Δεν υπάρχει.

Σωκράτης.

Έλα λοιπόν ειπέ μου τόρα. Εμένα με κατήγγειλες εδώ, διότι φρονείς ότι διαφθείρω τους νέους και κάμνω αυτούς χειροτέρους. Απάντησον όμως, τι από τα δύο, εκουσίως τους διαφθείρω ή ακουσίως;

Μέλητος.

Εκουσίως βεβαιότατα.

Σωκράτης.

Μα πώς, ω Μέλητε, συ οπού είσαι τόσον νέος, είσαι λοιπόν τόσον πολύ σοφώτερος από εμέ, οπού έχω τόσον γεροντικήν ηλικίαν, ώστε συ μεν γνωρίζεις ότι οι μεν κακοί άνθρωποι κάποιον κακόν βέβαια προξενούν εκάστοτε εις εκείνους, οι οποίοι συζώσι με αυτούς, οι δε ενάρετοι προξενούν εις αυτούς καλόν. Εγώ δε τη αληθεία εις τοσαύτην αμάθειαν κατήντησα, ώστε και τούτο ακόμη αγνοώ, ότι εάν κάμω κακόν κανένα άνθρωπον από εκείνους, οπού με συναναστρέφωνται, θα διακινδυνεύσω τότε να πάθω κάποιον κακόν από αυτόν, ώστε τούτο το τόσον μέγα κακόν εκουσίως το προξενώ εις τον εαυτόν μου, καθώς συ διατείνεσαι; Ως προς αυτά εγώ δεν πείθομαι εις σε, ω Μέλητε, νομίζω δε και κανείς άλλος άνθρωπος δεν θα πεισθή· αλλ' ή δεν διαφθείρω τους νέους ή εάν τους διαφθείρω, το κάμνω αυτό χωρίς να θέλω· ώστε συ βεβαίως και εις τας δύο περιπτώσεις ψεύδεσαι και συκοφαντείς. Εάν όμως χωρίς να θέλω διαφθείρω τους νέους, διά τα τοιαύτα εγκλήματα, ως γνωστόν, δεν υπάρχει νόμος δημοσία ν' απαγγέλλεται κατηγορία εναντίον μου, αλλ' αφ' ού με λάβουν κατά μέρος εκείνοι οπού έχουν το δικαίωμα εις τούτο, να παραστήσουν εις εμέ την πλάνην μου και να με συμβουλεύσουν. Διότι είνε φανερόν ότι, εάν με την συμβουλήν των αυτήν καλώς οδηγηθώ, θα παύσω να κάμνω αυτό, το οποίον βέβαια χωρίς να θέλω κάμνω. Συ όμως απέφυγες και δεν ηθέλησες να με πλησιάσης και να μου παραστήσης την πλάνην μου αυτήν, αλλά δημοσία με καταγγέλλεις εδώ εις το δικαστήριον, όπου ο νόμος διατάσσει να δικάζωνται εκείνοι, οι οποίοι έχουν ανάγκην τιμωρίας και ποινής, αλλ' όχι διδασκαλίας και παραινέσεως.

XIV. Αλλ' όμως εκείνο το οποίον έλεγα εγώ, ω άνδρες Αθηναίοι, είνε φανερόν πλέον, ότι ο Μέλητος δι' αυτά τα ζητήματα δεν εφρόντισε ποτέ του, ούτε πολύ, ούτε ολίγον. Όμως απάντησόν μας τόρα, ω Μέλητε, με ποίον τρόπον εννοείς ότι εγώ διαφθείρω τους νέους; Αλλά διατί κάθημαι και σε ερωτώ, αφού είνε φανερώτατον βεβαίως ότι κατά το κατηγορητήριον οπού υπέγραψες εναντίον μου, λέγεις ότι εγώ διαφθείρω τους νέους διδάσκων αυτούς να μη πιστεύουν τους θεούς, τους οποίους η πόλις πιστεύει, αλλά άλλας νέας θεότητας; Δεν λέγεις ότι με την διδασκαλίαν μου αυτήν διαφθείρω τους νέους;

Μέλητος.
 
Βεβαιότατα τούτο ακριβώς λέγω.

Σωκράτης.

Εν ονόματι λοιπόν αυτών των ιδίων θεών, τους οποίους τόρα αναφέρομεν, σε εξορκίζω, ειπέ ολίγον σαφέστερον ακόμη, και δι' εμέ και διά τους δικαστάς αυτούς εδώ. Διότι εγώ δεν ημπορώ να εννοήσω καλά. Λέγεις ότι εγώ διδάσκω να πιστεύουν οι άνθρωποι ότι υπάρχουν κάποιοι θεοί· όθεν και εγώ ο ίδιος πιστεύω ότι υπάρχουν θεοί και δεν είμαι όλως διόλου άθεος, αλλά και δεν κατηγορούμαι ως ένοχος υπό την έποψιν ταύτην, όμως λέγεις ότι εγώ δεν πιστεύω εκείνους τους θεούς, τους οποίους η πόλις ακριβώς πιστεύει, αλλά άλλους διαφορετικούς, και αυτό είνε λοιπόν το έγκλημά μου, διά το οποίον με κατήγγειλες εις το δικαστήριον, ότι πιστεύω άλλους θεούς· ή λέγεις ότι εγώ όλως διόλου ούτε ο ίδιος πιστεύω θεούς και τους λοιπούς δε ανθρώπους διδάσκω αυτά;

Μέλητος.
 
Αυτά λέγω. Σε κατηγορώ ότι όλως διόλου δεν πιστεύεις εις κανένα θεόν.

Σωκράτης.

Ε, φίλτατε Μέλητε, προς ποίον σκοπόν τα λέγεις αυτά; Δεν πιστεύω λοιπόν ότι ούτε ο ήλιος, ούτε η σελήνη είνε θεοί, καθώς το πιστεύουν αυτό όλοι οι άνθρωποι;

Μέλητος.

Όχι, μα τον Δία, βεβαιότατα δεν πιστεύει αυτό, ω άνδρες δικασταί, αφού λέγει ότι ο μεν ήλιος είνε λίθος, η δε σελήνη γη.

Σωκράτης.

Μα, μήπως στοχάζεσαι ότι κατηγορείς τον Αναξαγόραν, καλέ Μέλητε; Και τόσον πολύ καταφρονείς λοιπόν αυτούς εδώ τους δικαστάς και νομίζεις ότι είνε τόσον άπειροι της φιλολογίας, ώστε να αγνοούν ότι τα βιβλία του Αναξαγόρου (32) του Κλαζομενίου είνε γεμάτα από αυτάς τας δοξασίας; Μάλιστα και οι νέοι, ακόμη και αυτοί, από εμέ τα μανθάνουν — δεν είνε παράδοξον και αυτό να είπη ο Μέλητος — αυτά όμως είνε δυνατόν ενίοτε να τα αγοράσουν οι νέοι, το πολύ-πολύ, αντί μιας δραχμής, από την ορχήστραν του θεάτρου (33) και να εμπαίζουν τον Σωκράτην, εάν προσποιήται ότι αυτά είνε ιδικαί του θεωρίαι, και μάλιστα αφού αυτά καθ' εαυτά ταύτα είνε τόσον άτοπα και παράδοξα. Μα δι' αγάπην του Διός, κατ' αυτόν τον τρόπον λοιπόν σου φαίνομαι ότι δεν πιστεύω ότι υπάρχει κανένας θεός; Και επιμένεις εις αυτό;

Μέλητος.

Ναι, βεβαιότατα, μα τον Δία, δεν πιστεύεις εις κανένα Θεόν, όλως διόλου.

Σωκράτης.

Απίστευτα όντως πράγματα λέγεις, ω Μέλητε, και προπάντων απίστευτα και διά τον εαυτόν σου βεβαίως, ως μου φαίνεται. Διότι εις εμέ, ω άνδρες Αθηναίοι, αυτός εδώ ο Μέλητος φαίνεται ότι είνε πολύ υβριστής και καταφρονητής με έργον και με λόγον, και όλως διόλου από μεγάλην ύβριν και περιφρόνησιν και αυθάδειαν νεανικήν υπέβαλεν εναντίον μου αυτήν την κατηγορίαν. Διότι ομοιάζει με άνθρωπον ο οποίος συνέθεσεν έν αίνιγμα, θέλων να με δοκιμάση, άρα γε θα εννοήση ο Σωκράτης, ο σοφός δα εκείνος, ότι εγώ χαριεντίζομαι και ότι αντιφάσκω εις τον εαυτόν μου, λέγων εναντία πράγματα, ή θα εξαπατήσω αυτόν και τους άλλους, οπού με ακούουν; Διότι αυτός μου φαίνεται ότι εις το κατηγορητήριόν του αντιφάσκει λέγων τα εναντία αυτός ο ίδιος εις τον εαυτόν του, καθώς εάν ήθελεν είπει: «Είνε ένοχος ο Σωκράτης διότι δεν πιστεύει εις θεούς, αλλά διότι πιστεύει εις θεούς». Αλλ' όμως τη αληθεία αυτό είνε ίδιον ανθρώπου, ο οποίος θέλει να παίζη.

XV. Εξετάσατε λοιπόν μετ' εμού, σας παρακαλώ, ω άνδρες, τον τρόπον, με τον οποίον φαίνεται ότι αυτός λέγει τα εναντία εις τον εαυτόν του. Συ δε, ω Μέλητε, απάντησον εις ημάς. Σεις δε, ω άνδρες, — διά το οποίον ίσα-ίσα και εις την αρχήν του λόγου μου σας παρεκάλεσα — ενθυμείσθε να μη οργίζεσθε εναντίον μου, αν ομιλώ κατά τον συνήθη εις εμέ διαλεκτικόν τρόπον. Απάντησον, ω Μέλητε. Υπάρχει κανείς άνθρωπος, όστις πιστεύει μεν ότι υπάρχουν ανθρώπινα πράγματα, δεν πιστεύει δε ότι υπάρχουν και άνθρωποι (34) ; . . . Διατάξατε, ω άνδρες, αυτόν να απαντά, εις τας ερωτήσεις μου, και να μη κάμνη τόσον θόρυβον. Υπάρχει κανείς άνθρωπος, όστις δεν πιστεύει μεν ότι υπάρχουν ίπποι, πιστεύει όμως ότι υπάρχουν κανονισμοί προς άσκησιν των ίππων; Ή αυλητάς μεν δεν πιστεύει κανείς, αυλητικάς δε μελωδίας πιστεύει; . . . (35) Δεν υπάρχει, ω εξοχώτατε Μέλητε. Αφού συ δεν θέλεις να απαντήσης, απαντώ εγώ διά σε και τους άλλους αυτούς εδώ, δικαστάς και ακροατάς. Αλλά τουλάχιστον απάντησον εις αυτό το κατόπιν. Είνε κανένας άνθρωπος, ο οποίος πιστεύει μεν ότι υπάρχουν θεία πράγματα, θεοί δε δεν πιστεύει ότι υπάρχουν;

Μέλητος.

Δεν είνε βεβαίως.

Σωκράτης.

Πόσον με ευχαρίστησες, διότι μόλις τέλος πάντων απήντησες, αφού σε εξηνάγκασαν οι δικασταί. Λοιπόν ομολογείς ότι εγώ δαιμόνια μεν πράγματα και πιστεύω ότι υπάρχουν και διδάσκω τούτο, είτε βεβαίως νέα, είτε παλαιά, αλλ' όμως δαιμόνια πράγματα βεβαιότατα πιστεύω κατά την ομολογίαν σου, και τούτο μάλιστα ενόρκως διεβεβαίωσες εις την ανάκρισιν· εάν δε πιστεύω ότι υπάρχουν πράγματα δαιμόνια, ανάγκη πάσα είνε βεβαίως, κατ' εμέ, να πιστεύω ότι υπάρχουν και δαίμονες. Δεν είνε έτσι; Βεβαιότατα έτσι είνε. Διότι, σε εκλαμβάνω ότι ομολογείς τούτο, αφού δεν απαντάς. Αλλ' αυτοί οι δαίμονες δεν πιστεύομεν ότι είνε ή θεοί βεβαίως, ή παίδες θεών; Συμφωνείς εις αυτό ή όχι;

Μέλητος.

Μάλιστα, συμφωνώ.

Σωκράτης.

Λοιπόν εάν τωόντι πιστεύω εις δαίμονας, καθώς συ ομολογείς, εάν μεν οι δαίμονες είνε κάποιοι θεοί, της πόλεως ή άλλοι, τότε τούτο, το να λέγης ότι εγώ πιστεύω ότι δεν υπάρχουν θεοί και πάλιν ότι πιστεύω ότι υπάρχουν, αφού βεβαίως πιστεύω ότι υπάρχουν δαίμονες, φανερόνει εκείνο οπού εγώ έλεγον, ότι δηλαδή συ προτείνεις αίνιγμα και χαριεντίζεσαι. Εάν δε πάλιν οι δαίμονες είνε παίδες θεών, κάποιοι νόθοι παίδες, αν προτιμάς, ή εκ νυμφών, ή έκ τινων άλλων θνητών γεννηθέντες, εκ των οποίων, ως γνωστόν, λέγονται ότι εγεννήθησαν, ποίος άνθρωπος θα επίστευεν ότι θεών μεν παίδες υπάρχουν, θεοί δε δεν υπάρχουν; Διότι επίσης παράλογον ήθελεν είνε καθώς εάν επίστευε κανείς απαράλλακτα ότι παίδες μεν, γεννηθέντες από ίππους και όνους υπάρχουν, οι ημίονοι, ίπποι δε και όνοι ότι δεν υπάρχουν. Αλλ' ω Μέλητε, εξάπαντος συ υπέβαλες αυτήν την κατηγορίαν εναντίον μου, διότι ήθελες να με δοκιμάσης με αυτά, ή διότι δεν είχες κανέν αληθινόν έγκλημα, διά το οποίον να με εγκαλέσης εις το δικαστήριον. Με κανέν δε μέσον ποτέ δεν θα δυνηθής να πείσης κανένα άνθρωπον, ο οποίος έχει και ολίγην φρόνησιν, ότι ο αυτός, άνθρωπος αρμόζει να πιστεύη ότι υπάρχουν δαιμόνια και θεία πράγματα και πάλιν ο αυτός να μη πιστεύη ούτε εις δαίμονας, ούτε εις θεούς, ούτε εις ήρωας.

XVI. Αλλ', ω άνδρες Αθηναίοι, ότι μεν εγώ δεν είμαι ένοχος κατά το κατηγορητήριον του Μελήτου, τούτο μου φαίνεται ότι δεν έχει ανάγκην μακροτέρας απολογίας, αλλ' είνε αρκετά και ταύτα, τα οποία είπον. Εκείνο δε, διά το οποίον ωμίλησα και προηγουμένως, ότι επί πολύν χρόνον και εκ μέρους πολλών ανθρώπων εγεννήθη μίσος εναντίον μου, πολύ καλά γνωρίζετε ότι είνε αληθές. Και αυτό είνε οπού θα με νικήση και θα καταδικασθώ, εάν βέβαια νικήση, όχι ο Μέλητος, ουδέ ο Άνυτος, αλλ' η κακή περί εμού υπόληψις του πλήθους και ο φθόνος, τα οποία, ως γνωστόν, έγιναν αιτία να απολεσθώσι και άλλοι πολλοί ενάρετοι άνδρες, νομίζω δε ότι και άλλους ακόμη εις το μέλλον αυτά θα εξαφανίσουν. Δεν είνε δε κανείς κίνδυνος μήπως το κακόν αυτό της συκοφαντίας και του μίσους δεν ήθελεν αυξήσει περισσότερον, αλλ' ήθελε ποτέ σταματήσει εις εμέ και καθησυχάσει.

Αλλ' ίσως βέβαια ήθελεν είπει κανείς· Δεν αισχύνεσαι λοιπόν, ω Σώκρατες, διότι μετήλθες τοιούτον επάγγελμα, από το οποίον κινδυνεύεις σήμερον δα να αποθάνης; Εγώ όμως ήθελον τον αντικρούσει με μίαν πολύ δικαίαν απάντησιν, ότι δεν ομιλείς ορθώς, ω άνθρωπε, εάν νομίζης ότι πρέπει να λογαριάζη κίνδυνον ζωής ή θανάτου άνθρωπος, ο οποίος έχει, έστω και παραμικράν αξίαν, και να μη στοχάζεται εις όλας τας πράξεις του εκείνο μόνον, αν είνε δίκαια ή άδικα όσα πράττει, και αν ταύτα είνε έργα χρηστού ανθρώπου ή κακού. Αλλέως, κατά την έννοιαν του ιδικού σου τουλάχιστον λόγου, ήθελον είνε φαύλοι όσοι από τους ημιθέους απέθανον εις την Τροίαν και οι λοιποί ήρωες και μάλιστα ο υιός της Θέτιδος, ο οποίος διά να αποφύγη το αίσχος, τόσον πολύ κατεφρόνησε τον κίνδυνον της ζωής του, ώστε, όταν η μήτηρ του, η οποία ήτο θεά, είδεν ότι αυτός εδείκνυε μεγάλην ανυπομονησίαν να φονεύση τον Έκτορα, ούτω περίπου ωμίλησε προς αυτόν, καθ' όσον εγώ τουλάχιστον ενθυμούμαι: Ω υιέ μου, αν λάβης εκδίκησιν διά τον φόνον του φίλου σου Πατρόκλου, και φονεύσης τον Έκτορα, συ ο ίδιος θα αποθάνης τότε, «διότι ευθύς αμέσως, του λέγει, μετά τον Έκτορα ο θάνατός σου είνε έτοιμος». Εκείνος αφού ήκουσε ταύτα, τον μεν θάνατον και τον κίνδυνον περιεφρόνησεν, επειδή δε πολύ περισσότερον εφοβήθη το να ζη δειλός ων και να μη δύναται να εκδικήται υπέρ των φίλων του, «Είθε παρευθύς να αποθάνω (36) , ανέκραξεν, αφού τιμωρήσω εκείνον, όστις με ηδίκησε φονεύσας τον Πάτροκλον, διά να μη απομείνω εδώ εις την Τροίαν καταγέλαστος, καθήμενος πλησίον εις τα καμπυλόπρυμνα πλοία μου, άχρηστον βάρος της γης (37) ». Μήπως νομίζεις ότι αυτός έδωσε καμμίαν σημασίαν εις τον θάνατον και τον κίνδυνον της ζωής του; Όχι. Διότι έτσι είνε αληθώς, ω άνδρες Αθηναίοι. Εις οποιανδήποτε θέσιν και αν τάξη κανείς τον εαυτόν του, ή κατ' εκλογήν του διότι έχει πεποίθησιν ότι είνε πολύ τιμητική δι' αυτόν η θέσις εκείνη, ή διότι διετάχθη υπό τινος εκ των στρατηγών του να λάβη την θέσιν εκείνην, εκεί χρεωστεί, κατά την κρίσιν μου, να μείνη αυτός ακλόνητος και να κινδυνεύση την ζωήν του, χωρίς να λογαριάζη κανέν, μήτε τον θάνατον, μήτε άλλο τι πλέον φοβερώτερον ακόμη, απέναντι της ατιμίας.

XVII. Παράδοξα δε βεβαίως ήθελον πράξει εγώ, ω άνδρες Αθηναίοι, εάν, όταν μεν οι στρατηγοί, τους οποίους σεις εξελέξατε να είνε αρχηγοί μου, με έταττον εις την Ποτείδαιαν και εις την Αμφίπολιν και εις το Δήλιον (38) , τότε μεν έμενον όπου εκείνοι με έταξαν, καθώς και κάθε άλλος, και εκινδύνευον να αποθάνω, τώρα δε ότε ο θεός με έταξε, καθώς εγώ έκρινα και εστοχάσθην, ότι πρέπει να ζω ενασχολούμενος με την φιλοσοφίαν και εξετάζων τον εαυτόν μου και τους άλλους ανθρώπους, εδώ διά τον φόβον του θανάτου ή κανενός άλλου κακού, ήθελον εγκαταλίπει αυτήν την θέσιν.

Φοβερόν δε βεβαίως ήθελεν είνε τούτο, και αληθώς τότε δικαίως ημπορούσε να με καταγγείλω κανείς εις το δικαστήριον, διότι δεν πιστεύω ότι υπάρχουσι θεοί, επειδή απειθώ εις τον χρησμόν και φοβούμαι τον θάνατον και νομίζω ότι είμαι σοφός, ενώ δεν είμαι. Διότι το να φοβήται βεβαίως κανείς τον θάνατον, ω άνδρες, ουδέν άλλο είνε παρά να πιστεύη ότι είνε σοφός, ενώ δεν είνε διότι τούτο σημαίνει ότι γνωρίζει εκείνα, τα οποία δεν γνωρίζει. Διότι κανείς δεν γνωρίζει αν ο θάνατος δεν τυχαίνη να είνε διά τον άνθρωπον το μέγιστον από όλα τα καλά, τον φοβούνται, δε, ως εάν εγνώριζαν με βεβαιότητα ότι είνε το μέγιστον από τα κακά. Και όμως τούτο, το να φοβήται κανείς τον θάνατον, πώς δεν είνε πολύ επαίσχυντος αμάθεια, η οποία εκ τούτου διακρίνεται, ώστε να πιστεύη κανείς ότι γνωρίζει όσα δεν γνωρίζει; Εγώ δε, ω άνδρες, ως προς τούτο και ενταύθα ίσως διαφέρω από όλους τους άλλους ανθρώπους, και αν, καθώς δα είπεν ο Απόλλων, ήθελον είπει ότι εγώ είμαι σοφώτερος από τους άλλους εις κάποιον πράγμα, κατά τούτο ήθελον είπει ότι είμαι σοφώτερος, ότι καθώς δεν γνωρίζω όσον είνε αρκετόν περί του Άδου και της εν αυτώ καταστάσεως των ψυχών, ούτω και πιστεύω ότι δεν γνωρίζω. Το δε να πράττη κανείς αδικίας ή να απειθή εις εκείνον ο οποίος είνε καλύτερός του και ανώτερός του, είτε θεός είνε αυτός είτε άνθρωπος, ότι είνε πολύ βλαβερόν και πολύ επαίσχυντον, τούτο το γνωρίζω. Ποτέ λοιπόν δεν θα φοβηθώ, ούτε θα θελήσω να υπεκφύγω τα κακά, τα οποία δεν γνωρίζω ότι είνε κακά, και τα οποία ίσως τυχαίνει να είνε τωόντι καλά, αλλά θα φοβηθώ και θα υπεκφύγω μάλλον τα κακά, τα οποία γνωρίζω ότι είνε όντως κακά. Ώστε και εάν σεις τόρα με αθωώσετε, χωρίς να δώσετε πίστιν εις την κατηγορίαν του Ανύτου, ο οποίος είπεν ή ότι δεν έπρεπεν όλως διόλου εγώ να καταγγελθώ εις το δικαστήριον, ή, αφού κατηγγέλθην, ότι δεν είνε δυνατόν να μη με καταδικάση εις θάνατον, διότι είπε προς υμάς ότι, αν αθωωθώ, όλα τα τέκνα σας πλέον, εάν ήθελαν εφαρμόζει όσα διδάσκει ο Σωκράτης, όλως διόλου θα διαφθαρούν — εάν λοιπόν ηθέλετε με αθωώσει τόρα και αθωόνοντές με ηθέλετε μου ειπεί, αποβλέποντες εις αυτά, ω Σώκρατες, τόρα μεν δεν θα δώσωμεν πίστιν εις όσα είπε κατά σου ο Άνυτος, αλλά σε κηρύττομεν αθώον, υπό τον όρον όμως τούτον, να μη ενασχολήσαι διόλου πλέον με αυτά τα ζητήματα, μήτε να καταγίνεσαι με την φιλοσοφίαν· εάν όμως και πάλιν ήθελες υποπέσει εις το ίδιον παράπτωμα, και ήθελες ανακαλυφθή, θα καταδικασθής εις θάνατον. Εάν λοιπόν, καθώς είπον, υπό τους όρους τούτους ηθέλετε με απολύσει, θα σας έλεγον, ότι, εγώ, ω άνδρες Αθηναίοι, σας εκτιμώ και σας αγαπώ, αλλά θα πεισθώ περισσότερον εις τον θεόν των Δελφών παρά εις σας, και ενόσω ζω και έχω δυνάμεις, δεν θα παύσω να ενασχολούμαι με την φιλοσοφίαν και να σας συμβουλεύω πάντοτε και να υποδεικνύω εις οιονδήποτε από σας εκείνα, οπού συνηθίζω πάντοτε, ότι, ω καλώτατε άνθρωπε, πώς, αφού είσαι Αθηναίος και πολίτης της πλέον μεγάλης πόλεως και επισημοτάτης και διά την σοφίαν της και διά την ισχύν της, διά πλούτον μεν δεν εντρέπεσαι να φροντίζης πώς να συνάξης όσον το δυνατόν περισσότερον και πώς να αποκτήσης δόξαν και τιμάς, αμελείς δε διά τους θησαυρούς της φρονήσεως και της αληθείας και δεν εργάζεσαι διά την ψυχήν σου πώς να γείνη όσον το δυνατόν χρηστοτάτη; Και αν κανείς το αρνηθή αυτό, και είπη ότι φροντίζει διά την ψυχήν του, δεν θα τον αφήσω αμέσως, αρκεσθείς εις την ομολογίαν του αυτήν, ουδέ θα απομακρυνθώ από πλησίον του, αλλά θα του υποβάλω διαφόρους ερωτήσεις και θα τον εξετάσω με ακρίβειαν και θα τον εξελέγξω, και αν μου φανή ότι αληθώς δεν έχει καμμίαν αρετήν και ικανότητα, αλλά φαντάζεται ότι έχει, θα τον ονειδίσω τότε και θα του είπω ότι εις μεν τα σπουδαιότατα πράγματα δίδει πολύ ελαχίστην προσοχήν, τα δε τόσον ευτελή και ανάξια λόγου πολύ εκτιμά. Με αυτόν τον τρόπον θα ομιλήσω και εις νέον και εις γέροντα, με τον οποίον ήθελον ανοίξει συζήτησιν, και εις ξένον και εις συμπολίτην μου, αλλά πολύ περισσότερον εις τους συμπολίτας μου, καθόσον μου είσθε σεις οικειότεροι ως προς την καταγωγήν. Διότι — γνωρίζετέ το καλά — αυτά μου τα παραγγέλλει ο θεός να τα κάμνω. Και εγώ στοχάζομαι ότι έως τόρα κανέν καλόν μεγαλύτερον δεν απέλαυσεν η πόλις σας, παρά την ιδικήν μου εις τον θεόν ακατάπαυστον αυτήν υπηρεσίαν. Διότι εγώ περιέρχομαι την πόλιν σας, χωρίς να καταγίνωμαι εις τίποτε άλλο, παρά να προσπαθώ να σας πείσω, νέους και γέροντας, ότι δεν πρέπει μήτε διά το σώμα σας να φροντίζετε, μήτε διά τα πλούτη και όλα τα λοιπά πράγματα πρωτύτερα από την ψυχήν σας, και μήτε τόσον πολύ όσον διά την ψυχήν σας, πώς να γείνη αύτη όσον το δυνατόν αρίστη· διότι δεν θα παύσω να σας λέγω ότι η αρετή δεν γίνεται από τα χρήματα, αλλά, το εναντίον, από την αρετήν τα χρήματα και τα λοιπά όλα, όσα είνε καλά και ωφέλιμα εις τους ανθρώπους και ιδιωτικώς και κοινώς. Εάν μεν λοιπόν με τας ομιλίας μου αυτάς διαφθείρω τους νέους, αυτά θα ήσαν βλαβερά και δηλητηριώδη· εάν όμως κανείς διατείνεται ότι εγώ λέγω άλλα και όχι αυτά, αυτός σας εξαπατά λέγων ψεύματα. Διά τούτο λοιπόν θα έλεγον, ω άνδρες Αθηναίοι, ή πεισθήτε εις τον Άνυτον ή όχι, και ή αθωώσατέ με ή μη με αθωόνετε, και να είσθε πεπεισμένοι ότι εγώ δεν ήθελον κάμει άλλα παρά αυτά, και εάν ακόμη είνε ανάγκη πολλαίς φοραίς να αποθάνω.

XVIII. Μη θορυβήτε, ω άνδρες Αθηναίοι, αλλά επιμείνατε προς χάριν μου εις εκείνα, τα οποία σας παρεκάλεσα, να μη θορυβήτε δι' όσα και αν είπω, αλλά μόνον να ακούετε· διότι καθώς εγώ νομίζω, θα ωφεληθήτε μάλιστα, εάν με ακούετε. Επειδή μέλλω βεβαίως να σας είπω και μερικά άλλα πράγματα, διά τα οποία ίσως θα κραυγάσετε με πολύν θόρυβον, αλλά μη κάμνετε αυτό μηδαμώς. Ηξεύρετέ το καλά, εάν εμέ καταδικάσετε εις θάνατον, ενώ είμαι τοιούτος, οποίος λέγω εγώ ότι είμαι, δεν θα βλάψετε περισσότερον εμέ, παρά σας τους ιδίους. Διότι εμέ μεν διόλου δεν με ήθελαν βλάψει ούτε ο Μέλητος ούτε ο Άνυτος. Επειδή και δεν θα είχαν την δύναμιν αυτοί να με βλάψουν. Διότι νομίζω ότι δεν είνε σύμφωνον προς τους θείους νόμους ο πλέον ενάρετος άνθρωπος να βλάπτεται από τον πλέον κακόν. Να με καταδικάση όμως εις θάνατον ή εις εξορίαν ίσως θα ημπορούσεν, ή να με ατιμάση διά της δημεύσεως των υπαρχόντων μου και της στερήσεως των πολιτικών μου δικαιωμάτων. Αλλ' αυτά ο Μέλητος μεν ίσως και οι περί αυτόν, νομίζουν ως κακά, εγώ όμως δεν τα νομίζω, αλλά πολύ περισσότερον μάλιστα πιστεύω ότι είνε μέγα κακόν να κάμνη κανείς όσα σήμερον αυτός κάμνει, να επιζητή δηλαδή να καταδικάση ένα άνθρωπον αδίκως. Τόρα λοιπόν, ω άνδρες Αθηναίοι, πολύ απέχω εγώ να απολογούμαι από αγάπην προς τον εαυτόν μου, καθώς θα ημπορούσε κανείς να νομίση, αλλ' απολογούμαι από αγάπην προς υμάς, διότι, εάν με καταδικάσετε, φοβούμαι μήπως τύχη και εξυβρίσετε το δώρον τούτο του Απόλλωνος, το οποίον εχαρίσθη προς υμάς, όστις με διέταξε να σας εμποδίζω από τας πλάνας και τα ελαττώματα και να σας συμβουλεύω εις την σπουδήν της αρετής. Διότι αν εμέ καταδικάσετε εις θάνατον, δεν θα εύρετε εύκολα άλλον άνθρωπον τοιούτον, καθώς είμαι εγώ, τον οποίον ο θεός στενώς έχει προσκολλήσει εις την πόλιν σας — αν και είνε ολίγον γελοία η παρομοίωσις — απαράλλακτα καθώς εις κανένα ίππον ευγενή μεν και γενναίον, όστις όμως ένεκα του μεγαλείου του αυτού πολύ χαύνος είνε και νωθρός και έχει ανάγκην κανενός κεντρίσματος, διά να εξεγείρεται και εξυπνά. Δεν υπάρχει καμμία αμφιβολία, μου φαίνεται, ότι ο θεός με προσεκόλλησεν εις την πόλιν σας με τοιαύτην περίπου ιδιότητα, ώστε να μη παύσω διόλου ολόκληρον την ημέραν πανταχού να παρακάθημαι πλησίον σας και να μη σας αφίνω ποτέ ησύχους, προσπαθών να σας εξεγείρω από την νάρκην και να σας πείθω και να επιπλήττω τον καθένα χωριστά. Τοιούτον λοιπόν άλλον άνθρωπον δεν θα εύρετε εύκολα, ω άνδρες, όσον και αν κοπιάσετε, αλλ' εάν θέλετε να πεισθήτε εις εμέ, λυπηθήτε την ζωήν μου. Σεις δε, ίσως ωργισμένοι, καθώς είνε οι άνθρωποι, οι οποίοι νυστάζουν ακόμη, όταν τους εξυπνίση κανείς, ηθέλατε με κτυπήσει πεισθέντες εις τον Άνυτον, και έτσι ασκόπως ηθέλατε με φονεύσει, έπειτα δε κατά τον επίλοιπον χρόνον της ζωής σας ηθέλατε εξακολουθεί να ευρίσκεσθε εις μίαν βαθείαν νάρκην, αν δεν ήθελε σας ευσπλαγχνισθή ο θεός, προνοών διά σας και δεν ήθελε πέμψει κατόπιν μου κανένα άλλον όμοιόν μου. Ότι δε εγώ τυχαίνει να είμαι τοιούτος, ώστε να έχω δοθή εις την πόλιν σας υπό του θεού, από τα κατωτέρω ημπορείτε να εννοήσετε καλά. Δηλαδή δεν φαίνεται να είνε ανθρώπινον πράγμα το να έχω μεν εγώ παραμελήσει όλας τας ιδικάς μου υποθέσεις και να ανέχωμαι να μένουν απροστάτευτα τα οικιακά μου πράγματα επί τόσα έτη, να είμαι δε αφωσιωμένος εις υμάς και να εργάζωμαι πάντοτε διά το ιδικόν σας συμφέρον, παραλαμβάνων ιδιαιτέρως τον καθένα από σας, ως να είμαι πατέρας σας, ή ως μεγαλύτερος αδελφός σας και να προσπαθώ να σας πείσω να φροντίζετε διά την αρετήν. Και αν μεν βεβαίως από το έργον μου αυτό είχα καμμίαν ωφέλειαν και σας έδιδα τας συμβουλάς αυτάς με μισθόν, τότε θα είχα κάποιαν αφορμήν εις την τοιαύτην μου ενέργειαν· τόρα όμως βλέπετε δα και μόνοι σας, ότι οι κατήγοροί μου, αν και με τόσην αναισχυντίαν απέδωκαν εναντίον μου όλας τας λοιπάς συκοφαντίας, κατά τούτο τουλάχιστον δεν ημπόρεσαν να φανώσιν αναίσχυντοι και ν' αποδείξουν διά μαρτύρων ότι δήθεν εγώ ή έλαβά ποτε μισθόν από κανένα ή εζήτησα. Αλλ' εγώ εις επιβεβαίωσιν της αληθείας των λόγων μου σας παρουσιάζω ένα αναμφισβήτητον, ως φρονώ, μάρτυρα, την πενίαν μου.

XIX. Ίσως λοιπόν ήθελε φανή παράλογον ότι πραγματικώς εγώ ιδιαιτέρως μεν δίδω αυτάς τας συμβουλάς, περιερχόμενος την πόλιν σας και αναμιγνυόμενος περιέργως εις ξένας υποθέσεις, δημοσία δε δεν τολμώ, εμφανιζόμενος εις την Εκκλησίαν του δήμου σας, από του βήματος να δώσω συμβουλάς εις την πόλιν. Αίτιον δε ταύτης της ατολμίας μου είνε εκείνο, τα οποίον σεις οι ίδιοι με τα ώτα σας πολλάκις με ηκούσατε εις πολλά μέρη να λέγω, ότι συμβαίνει εις εμέ κάποιον θείον πράγμα και δαιμόνιον, το οποίον, ως γνωστόν, και εις το κατηγορητήριον χλευαστικώς συμπεριέλαβεν ο Μέλητος. Αλλ' εις εμέ αυτό το δαιμόνιον ήρχισε να εμφανίζεται από της παιδικής ηλικίας, ως μία φωνή, η οποία οσάκις ακουσθή εντός μου, πάντοτε με αποτρέπει από εκείνο, οπού ήθελον αποφασίσει να πράξω, ποτέ όμως δεν με προτρέπει τι να πράξω. Το δαιμόνιον αυτό είνε εκείνο, οπού πάντοτε εναντιούται εις εμέ να αναμιγνύωμαι εις τα πολιτικό, και μου φαίνεται ότι πολύ καλά κάμνει και εναντιούται. Διότι, να το ηξεύρετε καλά, ω άνδρες Αθηναίοι, εάν εγώ προ πολλού επεχείρουν να αναμιγνύωμαι εις τα πολιτικά πράγματα, προ πολλού τόρα δεν θα υπήρχον πλέον εις την ζωήν και ούτε εις υμάς δεν ήθελον φανή διόλου ωφέλιμος ούτε εις τον εαυτόν μου. Και, παρακαλώ, μη οργίζεσθε εναντίον μου, διότι λέγω την αλήθειαν. Επειδή κανείς άνθρωπος δεν θα ημπορέση ποτέ να μείνη ατιμώρητος, όστις μετά παρρησίας εναντιούται είτε εις την ιδικήν σας δημοκρατίαν, είτε εις καμμίαν άλλην πολιτείαν, και παρεμποδίζει να γίνωνται εις την πόλιν διάφορα αδικήματα και παρανομίαι, αλλά εκείνος οπού τωόντι θέλει να αγωνισθή υπέρ του δικαίου, και πολύ ολίγον καιρόν εάν μέλλη να ζήση χωρίς να πάθη κανέν κακόν, πρέπει εξ ανάγκης να ζη ως απλούς ιδιώτης και ποτέ να μη αναμιγνύεται εις τα πολιτικά.

XX. Περί τούτου δε θα σας φέρω σπουδαιοτάτας αποδείξεις, όχι με λόγια, αλλά με πράγματα, το οποίον ίσα-ίσα σεις πολύ προτιμάτε. Ακούσατε λοιπόν τόρα εκείνα, οπού συνέβησαν εις εμέ, διά να μάθετε ότι ούτε εις ένα άνθρωπον δεν ημπορώ να υποχωρήσω, και κατ' ελάχιστον, εναντίον του δικαίου, από φόβον προς τον θάνατον και ότι, αν δεν ήθελα υποχωρήσει, πάραυτα ήθελα χαθή. Θα σας είπω δε δυσάρεστα μεν πράγματα και ενοχλητικά, ως άνθρωπος ηναγκασμένος να υποστηρίξω την απολογίαν μου, πολύ αληθινά όμως. Εγώ, ω άνδρες Αθηναίοι, καμμίαν μεν άλλην αρχήν ποτέ έως τόρα δεν ανέλαβον εις την πόλιν, έγινα όμως άπαξ βουλευτής (39) . Και έτυχε να πρυτανεύη η φυλή η Αντιοχίς, εις την οποίαν ανήκω, ότε σεις τους δέκα στρατηγούς, οι οποίοι δεν συνέλεξαν τα πτώματα των φονευθέντων εν τη γνωστή ναυμαχία (40) , επεμένατε όλους ομού συγχρόνως με μίαν ψηφοφορίαν να δικάσετε (41) παρά τον νόμον, καθώς βραδύτερον τωόντι ωμολογήσατε όλοι σας, ότι παρανόμως ενηργήσατε (42) . Τότε εις την περίστασιν εκείνην μόνος εγώ εκ των πρυτάνεων ετόλμησα να εναντιωθώ εις την επιθυμίαν εκείνην του δήμου και είπα ότι δεν έπρεπε να παραβιάσετε τον νόμον και έδωκα αντίθετον ψήφον (43) · και εν ώ οι ρήτορες ήσαν έτοιμοι να με καταγγείλουν εις την δικαστικήν αρχήν ως ένοχον και διά συνοπτικής διαδικασίας να με παραδώσουν εις τους Ένδεκα προς τιμωρίαν, όλοι δε σεις τους επροτρέπατε εις τούτο με απειλάς και με βοήν, επροτίμησα να διακινδυνεύσω την ζωήν μου με τον νόμον και με το δίκαιον, παρά να συμφωνήσω με σας, οι οποίοι δεν απεφασίζατε δικαίως, χωρίς να φοβηθώ το δεσμωτήριον και τον θάνατον. Και ταύτα μεν εγίνοντο ότε εκυβερνάτο ακόμη δημοκρατικώς η πόλις.

Αφού δε εγκαθιδρύθη ολιγαρχία, τότε οι Τριάκοντα (44) πάλιν διά της βίας, αφού με προσεκάλεσαν μετά πέντε άλλων εις την θόλον (45) , με προσέταξαν να συλλάβω και φέρω από την Σαλαμίνα τον Λέοντα τον Σαλαμίνιον (46) , διά να καταδικασθή εις θάνατον· τοιαύτας δε εκείνοι διαταγάς πολλάς, ως γνωστόν, και εις άλλους πολλούς εκοινοποίησαν, θέλοντες όσον το δυνατόν περισσοτέρους από τους πολίτας να καταστήσουν συνενόχους εις τας αδικίας των (47) · Όμως εγώ πάλιν τότε όχι με λόγους αλλά με έργα τους έκαμα να εννοήσουν ότι διά τον θάνατον εμέ, αν δεν ήτο πολύ υπερήφανον να το είπω — δεν με μέλει όλως διόλου, να μη πράξω όμως κανέν άδικον μήτε ασεβές, δι' αυτό βεβαίως παρά πολύ με μέλει με κάθε τρόπον. Εκείνη λοιπόν η αρχή των Τριάκοντα, η οποία τόσον τρόμον ενέπνεεν εις όλους, εμέ δεν με εφόβισε διόλου, αν και ήτο τόσον ισχυρά, ώστε να μιανθώ με μίαν τόσον ανόσιον αδικίαν, αλλ' αφού εξήλθομεν από την θόλον, οι μεν άλλοι τέσσαρες μετέβησαν εις την Σαλαμίνα και συλλαβόντες ωδήγησαν τον Λέοντα ενώπιον των Τριάκοντα, εγώ δε κατ' ευθείαν απήλθον εις τον οίκον μου. Και δεν υπάρχει καμμία αμφιβολία ότι διά την απείθειάν μου αυτήν θα ετιμωρούμην με θάνατον, εάν η αρχή εκείνη ταχέως μετ' ολίγον δεν κατελύετο. Υπάρχουσι δε πολλοί μάρτυρες από τους συμπολίτας μας, οι οποίοι ημπορούν να μαρτυρήσουν διά την αλήθειαν των λόγων μου.

XXI. Φρονείτε λοιπόν ότι ήθελα φθάσει εις τόσην ηλικίαν, εάν ανεμιγνυόμην εις τα πολιτικά και υπεστήριζα όσα είνε δίκαια, ενεργών προς τον σκοπόν αυτόν καθώς εμπρέπει εις άνθρωπον χρηστόν και έντιμον, και αν, καθώς αρμόζει τωόντι, δι' αυτό και μόνον εφρόντιζον; Ουδαμώς, ω άνδρες Αθηναίοι. Ούτε εγώ βεβαίως ούτε κανείς άλλος άνθρωπος ήθελε κατορθώσει τούτο, να ζήσω πολλά έτη. Αλλ' εγώ καθ' όλον τον βίον μου, και κατά τον δημόσιον, αν καμμίαν φοράν ανεμίχθην εις καμμίαν υπόθεσιν πολιτικήν, ωσαύτως τοιούτος θα φανώ, και κατά τον ιδιωτικόν μου ο ίδιος, ότι εις κανένα ποτέ έως τόρα κατ' ουδέν υπεχώρησα εναντίον του δικαίου, ούτε εις κανένα άλλον, ούτε εις κανένα από αυτούς, τους οποίους οι συκοφαντούντες με ονομάζουν μαθητάς μου (48) . Αλλ' εγώ ποτέ δεν έκαμα τον διδάσκαλον εις κανένα. Αν όμως κανείς επιθυμή ν' ακούη τας ομιλίας μου, ή να με βλέπη εις το έργον μου τούτο, είτε νέος είτε γέρων, εις κανένα ποτέ δεν απηγόρευσα από φθόνον αυτήν την ευχαρίστησιν. Αλλ' ουδέ όταν μεν λαμβάνω χρήματα, ομιλώ, όταν δε δεν λαμβάνω, σιωπώ· αλλ' επίσης και εις πλούσιον και εις πτωχόν ευχαρίστως επιτρέπω να με ερωτούν, και εις κάθε άνθρωπον, ο οποίος προτιμά καλλίτερον να απαντά εις τας ερωτήσεις μου, και ν' ακούη όσα ήθελον είπει. Και είτε γίνεται χρηστός κανείς είτε όχι, εγώ δικαίως δεν θα ήμουν ο αίτιος, διότι ούτε υπεσχέθην εις κανένα ποτέ έως τόρα κανέν μάθημα, ούτε εδίδαξα· εάν δε κανείς καυχάται ότι έμαθε τίποτε από εμέ καμμίαν φοράν, ή ήκουσε τίποτε από εμέ ιδιαιτέρως, το οποίον δεν ήκουσαν, ή δεν έμαθαν συγχρόνως και όλοι οι άλλοι, να είσθε βέβαιοι ότι αυτός δεν λέγει την αλήθειαν.

XXII. Αλλά διατί επί τέλους μερικοί ευχαριστούνται να με ακούουν και να συνομιλούν μαζί μου τόσον πολύν καιρόν; Ηκούσατε, ω άνδρες Αθηναίοι· όλην την αλήθειαν, εγώ σας είπα· Πράττουσι τούτο, διότι αισθάνονται ιδιαιτέραν χαράν να ακούουν, επειδή αποδεικνύονται ηπατημένοι εκείνοι, οι οποίοι ισχυρίζονται μεν ότι είνε σοφοί, δεν είνε όμως. Είνε δε τούτο βεβαίως τερπνότατον και χαριέστατον πράγμα. Προς τούτοις, καθώς εγώ προ ολίγου είπα, τούτο διετάχθη εις εμέ από αυτόν τον θεόν των Δελφών να το κάμνω, και διά χρησμών μαντικών και δι' ενυπνίων, και διά παντός άλλου μέσου, διά του οποίου και πάσα άλλη επί τέλους θεία βούλησις ημπορεί να φανερόνεται εις τους ανθρώπους να πράττουν οποιονδήποτε πράγμα. Ταύτα, ω άνδρες Αθηναίοι, και αληθινά είνε και ευκόλως ημπορούν ν' αποδειχθούν. Διότι αν εγώ τωόντι άλλους μεν από τους νέους διαφθείρω, άλλους δε έχω έως τόρα διαφθείρει, έπρεπε προδήλως, καθώς φρονώ, όσοι από αυτούς, οι οποίοι επροχώρησαν πλέον, πολύ εις την ηλικίαν, γνωρίζουν ότι εγώ τους έδωκά ποτε ολεθρίας συμβουλάς, όταν ήσαν νέοι, τόρα ακριβώς να έλθουν αυτοί εδώ εις το δικαστήριον και να με κατηγορήσουν, διά να τιμωρηθώ. Και αν δεν ήθελαν αυτοί να το πράξουν, τότε θα ήτο αυτό καθήκον των συγγενών των, πατέρων και αδελφών και άλλων οικείων των, εάν τωόντι έχουν πάθει κανέν κακόν οι συγγενείς των από εμέ, να το ενθυμηθούν τόρα και να έλθουν να ζητήσουν την τιμωρίαν μου διότι διέφθειρα τους υιούς των, τους ανεψιούς των και τους αδελφούς των. Αληθώς δε βλέπω ότι είνε παρόντες εδώ πολλοί από αυτούς, τους οποίους εγώ πολύ καλά διακρίνω. Πρώτον ο Κρίτων αυτός εδώ, συνηλικιώτης μου και συνδημότης (49) ο οποίος είνε πατήρ τούτου εδώ του Κριτοβούλου. Έπειτα ο Λυσανίας ο Σφήττιος (50) , ο οποίος είνε πατήρ αυτού εδώ του Αισχίνου. Ακόμη ο Αντιφών ο Κηφισιεύς (51) αυτός εδώ, όστις είνε πατήρ του Επιγένους. Άλλοι δε πάλιν αυτοί, των οποίων οι αδελφοί είχον σχέσεις μαζί μου, καθώς ο Νικόστρατος ο υιός του Θεοζοτίδου και αδελφός του Θεοδότου — και ο μεν Θεόδοτος έχει αποθάνει, ώστε αυτός τουλάχιστον δεν έχει ανάγκην της βοηθείας του αδελφού του. — Βλέπω ακόμη και τον Πάραλον τούτον εδώ, τον υιόν του Δημοδόκου, του οποίου αδελφός ήτο ο Θεάγης· και αυτός εδώ ο Αδείμαντος, ο υιός του Αρίστωνος, του οποίου αδελφός είνε αυτός εδώ ο Πλάτων (52) , και ο Αιαντόδωρος, του οποίου αδελφός είνε αυτός εδώ ο Απολλόδωρος (53) . Και άλλους πολλούς εγώ ημπορώ να σας ονομάσω, από τους οποίους έναν έπρεπεν ο Μέλητος να παρουσιάση μάρτυρα εις την κατηγορίαν του, μάλιστα μεν όταν ωμίλησεν· εάν δε τότε ελησμόνησε να πράξη τούτο, ας τον προτείνη τόρα· είνε ακόμη καιρός· και εγώ υποχωρώ να ομιλήση αυτός αντ' εμού την ώραν, την οποίαν έχω από τον νόμον εις την διάθεσίν μου. Ας έλθη λοιπόν ο Μέλητος να είπη ό,τι ημπορεί εναντίον μου. Αλλ' όλως διόλου το εναντίον από αυτό θα συμβή, ω άνδρες· θα ίδητε ότι όλοι, όσοι είνε εδώ παρόντες, είνε πρόθυμοι να με υπερασπίσουν, εμέ οπού διέφθειρα, εμέ οπού κατέστρεψα εξ ολοκλήρου τους συγγενείς των, καθώς ψευδόμενοι λέγουν ο Μέλητος και ο Άνυτος. Διότι αυτοί οι ίδιοι οπού έχουν διαφθαρή από εμέ, θα είχαν ίσως αφορμήν να υπερασπίσουν τον εαυτόν τους· αλλ' εκείνοι όμως, οπού δεν έχουν διαφθαρή, οι συγγενείς αυτών, άνθρωποι γηραλέοι πλέον, ποίον άλλον λόγον έχουν και με υπερασπίζουν, παρά τον ορθόν και δίκαιον, ότι γνωρίζουν δηλαδή ότι ο μεν Μέλητος ψεύδεται, εγώ δε λέγω την αλήθειαν;

XXIII. Ας είνε τέλος πάντων, ω άνδρες. Εκείνα μεν, τα οποία εγώ θα ημπορούσα να είπω εις υπεράσπισίν μου, σχεδόν είνε αυτά· και άλλα ίσως ακόμη όμοια, τα οποία αποσιωπώ. Αλλ' ίσως κανένας από σας θα ενθυμηθή ότι είχε καμμίαν φοράν ευρεθή εις αυτήν την θέσιν, εις την οποίαν ευρίσκομαι εγώ σήμερον και ήθελεν αγανακτήσει εναντίον μου, διότι αυτός τότε, καίτοι εδικάζετο μάλιστα εις δίκην ολιγώτερον επικίνδυνον από την παρούσαν, όμως και παρεκάλεσε τότε και ικέτευσε τους δικαστάς με πολλά δάκρυα, ακόμη δε και διά να κινήση όσον το δυνατόν μεγαλυτέραν διά τον εαυτόν του την συμπάθειαν των δικαστών, έφερε και παρουσίασεν εδώ εις το δικαστήριον και τα παιδιά του, και είπε και ήλθαν και άλλοι πολλοί από τους συγγενείς του και φίλους, εγώ δε, καθώς και ήτο πρέπον δι' εμέ να το περιμένετε, τίποτε από αυτά δεν θα κάμω, και μάλιστα αφού κατά τα φαινόμενα διατρέχω τον έσχατον κίνδυνον της ζωής μου.

Ταύτα λοιπόν αφού συλλογισθή κανείς από σας τους δικαστάς, ήθελεν ίσως εξερεθισθή περισσότερον εναντίον μου και επάνω εις την αγανάκτησίν του εξ αιτίας αυτών τούτων των αναμνήσεων, ήθελε δώσει με οργήν την ψήφον του. Εάν όμως κανείς από σας — αν και δεν ημπορώ να το πιστεύσω — τοιαύτην γνώμην έχει, νομίζω ότι εις αυτόν ημπορώ να είπω δικαίως· ω αγαθέ άνθρωπε, εγώ μεν ίσως δεν είμαι μόνος εις τον κόσμον, αλλ' έχω και κάποιους συγγενείς, διότι ακριβώς κατά τον ομηρικόν στίχον «εγώ δεν εγεννήθην ούτε από πέτραν ούτε από δρυν» (54) αλλ' από ανθρώπους, ώστε και συγγενείς έχω και υιούς (55) , ω άνδρες Αθηναίοι, τρεις, από τους οποίους ο ένας μεν, ο μεγαλύτερος, είνε μειράκιον πλέον, οι δε άλλοι δύο παιδία. Αλλ' όμως κανένα από αυτούς δεν θα φέρω εδώ, διά να σας παρακαλέσω να με αθωώσητε από ευσπλαγχνίαν. Διατί δε ακριβώς τίποτε από αυτά δεν θα κάμω; Όχι από φαντασμένην ισχυρογνωμοσύνην μου, ω άνδρες Αθηναίοι, ούτε από καταφρόνησιν προς σας· αλλ' εάν μεν εγώ με θαρραλέαν ψυχήν ατενίζω προς τον θάνατον ή όχι, αυτά είνε άλλο ζήτημα. Το βέβαιον όμως είνε ότι, ως προς την ιδικήν μου τιμήν και την ιδικήν σας και όλης της πόλεως, δεν μου φαίνεται ότι είνε ούτε ωραίον ούτε έντιμον να κάμω κανέν από αυτά, αφού μάλιστα και τόσον μεγάλην ηλικίαν έχω και φέρω αυτήν την ένδοξον φήμην του σοφού, είτε αληθινήν τέλος πάντων, είτε ψευδή. Αλλ' όπωςδήποτε και αν είνε, βεβαίως ο Σωκράτης πιστεύεται γενικώς ότι έχει κάποιαν υπεροχήν από τους περισσοτέρους άλλους ανθρώπους. Εάν λοιπόν εκείνοι, οι οποίοι μεταξύ σας φαίνονται ότι υπερέχουν είτε κατά την σοφίαν, είτε κατά την ανδρείαν, είτε κατά οποιανδήποτε άλλην αρετήν, ήσαν τοιούτοι, αυτό θα ήτο πολύ επαίσχυντον πράγμα να το λέγη κανείς. Αλλ' εγώ πολλάκις είδα πολλούς τοιούτους ανθρώπους, οι οποίοι φαντάζονται μεν ότι είνε μεγάλοι άνδρες, πράττουν όμως αηδούς δουλοπρεπείας πράγματα, οσάκις τύχη να δικάζωνται, ωσάν να ήσαν πεπεισμένοι ότι θα τους εύρισκε κανέν πολύ φοβερόν κακόν, αν ήθελον καταδικασθή εις θάνατον, διότι έχουν την ιδέαν ότι θα εγίνοντο αθάνατοι, αν σεις ηθέλατε τους αθωώσει. Αυτοί οι άνθρωποι, εάν είνε τοιούτοι, σας λέγω ότι αισχύνην προσάπτουσιν εις την πόλιν, ώστε και από τους ξένους κανείς να ήθελε νομίσει ότι εκείνοι, οπού εξέχουν μεταξύ των Αθηναίων κατά την αρετήν, τους οποίους αυτοί προτιμούν από τον εαυτόν τους και εις τας αρχάς και εις τα λοιπά αξιώματα, αυτοί δεν διαφέρουν διόλου ούτε από γυναίκας.

Αυτά, ω άνδρες Αθηναίοι, ούτε ημείς πρέπει να κάμνωμεν, ημείς οι οποίοι φαινόμεθα ότι έχομεν και την παραμικράν αρετήν, ούτε σεις πρέπει να τα επιτρέπετε, εάν ημείς θέλωμεν να τα κάμνωμεν, αλλά πρέπει να κάμνετε γνωστόν αυτό τούτο ακριβώς, ότι πολύ περισσότερον θα δώσετε καταδικαστικήν ψήφον εναντίον εκείνου, ο οποίος εν τω δικαστηρίω καταφεύγει εις τοιαύτας τραγικάς σκηνάς, διά να κινήση τον έλεον και οίκτον υμών και κάμνει την πόλιν σας καταγέλαστον, παρά εναντίον εκείνου, ο οποίος ήσυχα-ήσυχα περιμένει ν' ακούση την απόφασίν σας.

XXIV. Εκτός δε τούτου, το οποίον αφορά εις την υπόληψιν και τιμήν σας, μου φαίνεται ότι και δίκαιον δεν είνε να παρακαλή ο κατηγορούμενος τους δικαστάς και με τας παρακλήσεις του να αθωόνεται, αλλά πρέπει να αναπτύσση μόνον την υπόθεσίν του και να προσπαθή διά των πραγμάτων να πείση τους δικαστάς ότι είνε αθώος. Διότι ο δικαστής δεν κάθηται επί της καθέδρας του δι' αυτόν τον σκοπόν, δηλαδή να αποδίδη κατά χάριν το δίκαιον, αλλά διά να ανευρίσκη αυτό με μεγάλην προσοχήν· και όρκον δε έδωκεν ότι δεν θα χαρισθή εις όσους ήθελε του φανή καλόν, αλλ' ότι θα εκδώση την απόφασίν του κατά τους νόμους. Δεν πρέπει λοιπόν ούτε ημείς να σας συνειθίζωμεν να επιορκήτε, ούτε σεις να συνειθίζετε εις αυτό. Διότι και ημείς και σεις επίσης ηθέλαμεν είσθε τότε ένοχοι ενώπιον των θεών ως ασεβείς. Μη περιμένετε λοιπόν, ω άνδρες Αθηναίοι, να μεταχειρισθώ εγώ τοιούτου είδους μέσα προς υμάς, τα οποία πιστεύω ότι μήτε έντιμα είνε, μήτε δίκαια, μήτε ευσεβή και εις άλλας εν γένει περιστάσεις, προ πάντων όμως τόρα, μα τον Δία, ότε καταγγέλλομαι ως ασεβής υπό του Μιλήτου αυτού. Διότι επί τη υποθέσει ότι ήθελα σας κάμψει και με τας παρακλήσεις μου ήθελα σας εξαναγκάσει, αφού εδώσατε όρκον, να παραβήτε αυτόν και να μου αποδώσητε το δίκαιον κατά χάριν, είνε σαφές πλέον ότι εγώ ήθελα σας διδάσκη να μη πιστεύετε ότι υπάρχουν θεοί, και ενώ θέλω να απολογηθώ διά τας εναντίον μου κατηγορίας, ασφαλώς ήθελα κατηγορεί τότε τον εαυτόν μου ότι δεν πιστεύω εις θεούς. Αλλά το πράγμα δεν έχει διόλου ούτως. Διότι και πιστεύω, ω άνδρες Αθηναίοι, ότι υπάρχουν θεοί, όσον κανείς από τους κατηγόρους μου, και εις την κρίσιν ημών αφίνομαι, και εις τον θεόν των Δελφών εύχομαι να αποφασίσετε περί εμού, όπως θα είνε καλύτερον και δι' εμέ και διά σας.