Η βασίλισσα, ιδούσα την λαμπρότητα και την εν γένει τάξιν του στρατεύματος, εξέφρασε τον θαυμασμόν της προς τον Κύρον, όστις εξ άλλου λίαν ηυχαριστήθη ιδών τον εις τους Πέρσας υπό των Ελλήνων προξενηθέντα φόβον.

Εντεύθεν προχωρεί σταθμούς τρεις, παρασάγγας είκοσι και φθάνει εις το Ικόνιον, πόλιν κειμένην εις τα έσχατα όρια της Φρυγίας, όπου και έμεινεν ημέρας τρεις. Εντεύθεν προχωρεί διά μέσου της Λυκαονίας σταθμούς πέντε, παρασάγγας τριάκοντα. Την χώραν όμως ταύτην ως εχθράν της σατραπείας του επέτρεψεν εις τους Έλληνας να την διαρπάσουν (πλιάτσικο).

Ενταύθα ο Κύρος αποστέλλει διά της συντομωτέρας οδού την βασίλισσαν εις την πατρίδα της (την Κιλικίαν), ως τιμητικήν δε συνοδίαν της ορίζει τον στρατηγόν Μένωνα με όλους του τους άνδρας. Ο δε Κύρος με το επίλοιπον στράτευμα προχωρεί διά μέσου της Καππαδοκίας σταθμούς τέσσαρας, παρασάγγας είκοσι πέντε και φθάνει εις Δάνα, πόλιν κατοικουμένην, μεγάλην και πλουσίαν, όπου και έμεινεν ημέρας τρεις και όπου εθανάτωσε κάποιον Πέρσην ονομαζόμενον Μεγαφέρνην, αξιωματικόν της Περσικής αυλής, όστις εφρόντιζε περί της παρασκευής της πορφύρας, και κάποιον άλλον προϊστάμενον των υπάρχων, επί τω λόγω ότι ούτοι επεβουλεύοντο την ζωήν του.

Από του μέρους τούτου προσεπάθουν να εισβάλουν εις την Κιλικίαν, της οποίας το μόνον πέρασμα ήτον αμαξιτός δρόμος, τόσον όμως απόκρημνος, ώστε ήτον απολύτως αδύνατον να διέλθουν δι' αυτού τα στρατεύματα, εάν τις αιφνιδίως ήθελε τα εμποδίση. Προς τούτοις ελέγετο ότι και ο Συέννεσις ευρίσκετο επί των εκατέρωθεν κορυφών των ορέων, φυλάττων τα στενά. Διά τον λόγον δε τούτον και έμεινεν ο Κύρος μίαν ημέραν εις την πεδιάδα.

Την επομένην όμως έφθασεν εις το στράτευμα απεσταλμένος λέγων ότι είχεν εγκαταλείψη ο Συέννεσις τας κορυφάς, επειδή έμαθεν ότι ο στρατός του Μένωνος ευρίσκετο ήδη εντός της Κιλικίας διαβάς τα όρη, και ότι ο Ταμώς, κυβερνών τα πλοία των Λακεδαιμονίων και του Κύρου, περιέπλεε τα από Ιωνίας εις Κιλικίαν παράλια, απειλών απόβασιν.

Ο Κύρος λοιπόν ανέβη τα όρη, χωρίς ουδείς να του εμποδίση την διάβασιν, εντεύθεν δε είδε και το μέρος, όπου οι Κίλικες εφύλαττον. Κατόπιν καταβαίνει εις πεδιάδα μεγάλην και εύφορον, γεμάτην από νερά και διάφορα καρποφόρα δένδρα και αμπέλους, παράγουσαν δε αφθόνους δημητριακούς καρπούς, σουσάμι, κεχρί, αραβόσιτον, κριθήν και σίτον, περιβαλλομένην δε από του ενός άκρου της θαλάσσης εις το άλλο από όρη μεγάλα και υψηλά.

Κατελθών διά της πεδιάδος ταύτης διήνυσε σταθμούς τέσσαρας, παρασάγγας είκοσι πέντε και φθάνει εις Ταρσόν, πόλιν της Κιλικίας μεγάλην και πλουσίαν, όπου και ήσαν τα ανάκτορα του βασιλέως των Κιλίκων Συεννέσιος, και όπου, διά μέσου της πόλεως, ρέει ποταμός, ονομαζόμενος Κύδνος, έχων πλάτος δύο πλέθρων.

Την πόλιν ταύτην εγκατέλιπον οι κάτοικοι με τον βασιλέα των Συέννεσιν, καταφυγόντες επί των ορέων εις τόπον οχυρόν, έμειναν δε μόνον οι έχοντες καπηλεία καθώς και οι πλησίον της θαλάσσης εις Σόλους και εις Ισσούς κατοικούντες.

Η δε Επύαξα, η σύζυγος του Συεννέσιος, είχεν ήδη φθάση εις Ταρσούς πέντε ημέρας πριν ή φθάση ακόμη ο Κύρος. Κατά δε την διάβασιν των ορέων, προς το μέρος της πεδιάδος, κατεστράφησαν δύο λόχοι του Μένωνος. Και ως αιτία της καταστροφής αυτής φέρεται: κατ' άλλους μεν ότι κατεσφάγησαν, ενώ κάπου εκεί επάνω διήρπαζον, υπό των Κιλίκων, κατ' άλλους δε ότι, μείναντες οπίσω και μη δυνάμενοι ν' ανεύρουν το υπόλοιπον στράτευμα ουδέ την οδόν, εχάθησαν, περιπλανηθέντες, εις τα όρη. Ήσαν δ' εν όλω ούτοι οπλίται περί τους εκατόν.

Οι δε άλλοι Έλληνες, εξωργισμένοι διά την καταστροφήν αυτήν των συστρατιωτών των, μόλις έφθασαν εις την πόλιν, αμέσως και την διήρπασαν, καθώς και τα εν αυτή ανάκτορα του βασιλέως. Ο Κύρος δ' εξ άλλου, μετά την εις Ταρσούς είσοδόν του, έστειλεν αμέσως και προσεκάλεσε τον Συέννεσιν, όστις όμως απήντησεν ότι ούτε πρωτήτερα είχεν έλθη ποτέ εις ρήξιν με κανένα ανώτερόν του, ούτε τώρα επεθύμει να συγκρουσθή με τον Κύρον, έως ου επί τέλους επείσθη από την γυναίκα του να προσέλθη, αφού πρώτον έλαβε παρά του Κύρου υπόσχεσιν περί της ασφαλείας της ζωής του.

Κατόπιν τούτων, αφού συνηντήθησαν, ο μεν Συέννεσις εδώρησεν εις τον Κύρον άφθονα χρήματα διά το στράτευμα, ο δε Κύρος εδώρησεν εις τον Συέννεσιν δώρα, τα οποία οι της Περσίας βασιλείς θεωρούν άξια να τιμήσουν ένα βασιλέα, δηλαδή ίππον φέροντα χρυσούς χαλινούς και περιδέραιον χρυσούν και βραχιόλια χρυσά και ακινάκην (μάχαιραν καμπύλην) χρυσούν και στολήν Περσικήν, υποσχεθείς συγχρόνως εις αυτόν ότι δεν θα διαρπαγή πλέον εν τω μέλλοντι η χώρα του, τους δε αιχμαλωτισθέντας εκ των υπηκόων του, ότι δύναται να τους παραλάβη οπίσω, οπουδήποτε και εις οιουδήποτε χείρας ήθελε τους συναντήση.

Κεφάλαιον τρίτον.


Ενταύθα (εις την Κιλικίαν) έμεινεν ο Κύρος και ο στρατός του είκοσιν ημέρας. Διότι οι στρατιώται του δεν ήθελαν να προχωρήσουν πλέον, επειδή ήρχισαν ήδη να υποπτεύωνται ότι βαδίζουν εναντίον του μεγάλου βασιλέως. Έλεγαν δε ότι δεν είχαν προς τον σκοπόν τούτον μισθωθή. Πρώτος δε ο Κλέαρχος εβίαζε τους στρατιώτας του να προχωρούν. Ούτοι όμως, ότε ηναγκάσθησαν να βαδίσουν διά της βίας, και αυτόν τούτον τον Κλέαρχον ελιθοβόλησαν και τα υποζύγια του.

Ο Κλέαρχος τότε μεν μόλις διέφυγε τον εκ λιθοβολισμού θάνατον, κατόπιν δε, αφού ενόησεν ότι δεν θα ημπορέση να τους εξαναγκάση, προσεκάλεσεν εις γενικήν συνέλευσιν τους στρατιώτας του. Και κατ' αρχάς μεν επί αρκετήν ώραν εδάκρυεν ιστάμενος σιωπηλός ενώπιόν των οι δε στρατιώται, βλέποντες αυτόν ούτω δακρύοντα, εθαύμαζαν και αυτοί σιωπώντες. Μετ' ολίγον δε ωμίλησε προς αυτούς ως εξής:

«Άνδρες στρατιώται, μην απορήτε ότι με μεγάλην μου στενοχωρίαν φέρω την τοιαύτην των πραγμάτων κατάστασιν. Διότι ο Κύρος και φίλος καλός προς εμέ υπήρξε, και, διωκόμενον εκ της πατρίδος μου, με περιέβαλε διά πλείστων τιμών, και δέκα χιλιάδας δαρεικών μου έδωκε. Τους οποίους και παραλαβών δεν εκράτησα διά τον εαυτόν μου, ουδέ διά διασκεδάσεις μου εξώδευσα. αλλά πάντας προς χάριν σας κατεδαπάνησα.

Και πρώτον μεν επολέμησα κατά των Θρακών και μαζή σας τους ετιμώρουν υπέρ της Ελλάδος, εκδιώκων αυτούς από την Χερρόνησον, επειδή ήθελαν ν' αρπάσουν από τους ενοικούντας Έλληνας την γην των. Επειδή δε κατόπιν με προσεκάλεσε πλησίον του ο Κύρος, μετέβην και πάλιν μαζή σας προς αυτόν, όπως, εάν τυχόν ήθελε με χρειασθή, του φανώ χρήσιμος αντί των τόσων ευεργεσιών, τας οποίας παρ' αυτού έλαβον.

»Αλλά σεις τώρα δεν θέλετε πλέον να με ακολουθήσετε. Είμαι λοιπόν ηναγκασμένος ή να προδώσω σας, γενόμενος φίλος του Κύρου, ή να φανώ ψεύστης προς εκείνον, μένων με σας. Εάν λοιπόν θα πράξω πράξιν δικαίαν ή όχι δεν γνωρίζω, αποφασίζων να προτιμήσω σας και μαζή σας να υποστώ εκ καθήκοντος παν ό,τι ήθελον φέρη αι περιστάσεις. Κανείς δε δεν θα είπη ποτέ ότι εγώ, οδηγήσας Έλληνας εις βαρβαρικάς χώρας, επρόδωσα τα ελληνικά συμφέροντα, προτιμήσας την φιλίαν των βαρβάρων.

»Και αφού σεις δεν θέλετε να πεισθήτε εις εμέ, αρνούμενοι να με ακολουθήσετε, θ' ακολουθήσω τότε εγώ σας και ας γείνη ό,τι γείνη. Διότι δι' εμέ σεις είσθε και πατρίς και φίλοι και σύμμαχοι, με σας δε, όπου και αν ευρεθώ, νομίζω ότι θα είμαι πάντοτε σεβαστός και άξιος τιμών, ενώ μακράν σας νομίζω ότι ποτέ δεν θα ημπορέσω ούτε προς οιονδήποτε φίλον να φανώ ωφέλιμος, ούτε οιονδήποτε εχθρόν να αποκρούσω. Λοιπόν έχετε πεποίθησιν όλοι ότι εγώ θα σας ακολουθήσω όπου σεις θελήσετε».

Αφού είπε ταύτα, τόσον οι στρατιώται αυτού του ιδίου, όσον και οι άλλοι όλοι, ακούοντες ότι συμφώνως προς την επιθυμίαν των δεν επέμενε πλέον να βαδίση κατά του βασιλέως, επεδοκίμασαν τους λόγους του. Περισσότεροι δε των δύο χιλιάδων ανδρών εκ του στρατού του διοικουμένου υπό του Ξενίου και του Πασίωνος, λαβόντες τα όπλα και τας σκευοφόρους αμάξας εστρατοπέδευσαν παρά τον Κλέαρχον.

Ο δε Κύρος, δι' όλα αυτά απορών και λυπούμενος, έστειλε και προσεκάλεσε τον Κλέαρχον, αλλ' ούτος εν τω φανερώ μεν ηρνείτο να μεταβή, κρυφά όμως από τους στρατιώτας του παρήγγελλε να έχη θάρρος, επειδή εφρόνει ότι τα πράγματα θέλουν ησυχάση. Τον συνεβούλευε δε να στέλλη συχνά να τον προσκαλή. Αλλ' ούτος ηρνείτο πάντοτε να υπάγη προς συνάντησίν του.

Μετά ταύτα συναθροίσας και τους στρατιώτας του και όσους είχαν ήδη προσέλθη εις αυτόν και οιονδήποτε άλλον θέλοντα να τον ακούση, είπε τα εξής: «Άνδρες στρατιώται, είναι φανερόν πλέον ότι αι σχέσεις του Κύρου προς ημάς είναι τοιαύται, οποίαι είναι και αι ιδικαί μας προς αυτόν. Διότι ούτε ημείς είμεθα ήδη στρατιώται του, αφού δεν τον ακολουθούμεν, ούτε εκείνος μας δίδει πλέον μισθούς. Ότι όμως είναι της γνώμης πως τον αδικούμεν, το γνωρίζω πολύ καλά. Ώστε, αν και με προσκαλεί, όπως είδατε, αρνούμαι να υπάγω προς αυτόν, προ πάντων μεν διότι εντρέπομαι, αναγνωρίζων ότι εντελώς διέψευσα τας υποσχέσεις, τας οποίας του έδωκα (τον εξηπάτησα), έπειτα δε και διότι φοβούμαι μήπως, αφού με συλλάβη, με καταδικάση δι' όσα νομίζει ότι τον ηδίκησα.

»Εγώ λοιπόν φρονώ ότι δεν είναι ώρα πλέον να απρακτώμεν ούτε ν' αδιαφορούμεν διά τα συμφέροντά μας, αλλά να σκεφθώμεν τι πρέπει να αποφασίσωμεν διά το μέλλον. Και εφ' όσον μεν διαμένομεν ενταύθα, μου φαίνεται ότι πρέπει να σκεφθώμεν πώς όσον το δυνατόν να διαμείνωμεν ασφαλέστερον, ή, εάν μας φανή καλόν ν' απέλθωμεν τώρα, πώς όσον το δυνατόν ασφαλέστερον ν' απέλθωμεν, και πώς τα προς συντήρησίν μας αναγκαία να προμηθευθώμεν. Διότι χωρίς αυτά βεβαίως τίποτε δεν αξίζει ούτε ο στρατηγός ούτε ο στρατιώτης.

» Ο Κύρος δε είναι μεν έξοχος φίλος εις εκείνον, εις τον οποίον είναι όντως φίλος, εχθρός δε θανάσιμος εκείνου, εις τον οποίον εκήρυξε τον πόλεμον. Έχει δε υπό τας διαταγάς του δύναμιν και πεζικήν και ιππικήν και ναυτικήν, την οποίαν όλοι ανεξαιρέτως και βλέπομεν ενώπιόν μας και καλώς γνωρίζομεν. Διότι, άλλως τε, νομίζω ότι δεν είμεθα και πολύ μακράν αυτού. Ώστε είναι καιρός πλέον να λέγη τις παν ό,τι νομίζει ότι είναι καλλίτερον». Αφού είπε ταύτα, εσιώπησε.

Μετά ταύτα δε εσηκώνοντο άλλοι μεν μόνοι των, διά να ειπούν όσα ενόμιζαν ότι έπρεπε να είπουν, άλλοι δε εγκάθετοι (βαλτοί) από τον Κύρον, επιδεικτικώς εκφραζόμενοι εις ποίαν αμηχανίαν θα περιήρχοντο, εάν έμεναν ή ανεχώρουν χωρίς την συγκατάθεσίν του. Ένας μάλιστα εξ αυτών, προσποιούμενος ότι βιάζεται να επιστρέψη όσω το δυνατόν ταχύτερον εις την Ελλάδα, είπε να εκλέξουν όσον δύνανται τάχιστα άλλους στρατηγούς, εάν δεν θέλη να τους οδηγήση εις τας πατρίδας των ο Κλέαρχος. Ν' αρχίσουν δε ν' αγοράζουν τα προς συντήρησίν των αναγκαία — ήτο δε η αγορά εντός του βαρβαρικού στρατεύματος — και να ετοιμάζουν τας αποσκευάς των. Να έλθουν δε προς τον Κύρον και να του ζητήσουν πλοία προς αναχώρησιν. Εάν δε ηρνείτο να τους δώση τοιαύτα, να του ζητήσουν αρχηγόν (οδηγόν), ο οποίος να τους οδηγήση ως φίλος διά της χώρας του. Εάν δε και οδηγόν ακόμη αρνηθή να τους δώση, να προετοιμασθούν όσον δύνανται τάχιστα ως προς μάχην, να αποστείλουν δε ταυτοχρόνως άνδρας να προκαταλάβουν τας κορυφάς των ορέων, διά να μη προφθάσουν να τας καταλάβουν ούτε ο Κύρος, ούτε οι Κίλικες, από τους οποίους και πολλούς άνδρας και πολλά πράγματα έχομεν αρπάση. Και αυτός μεν τοιαύτα είπε περίπου. Μετά τούτον δε ο Κλέαρχος ωμίλησεν ως εξής:

«Κανείς από σας δεν πρέπει να προτείνη να γείνω εγώ ο στρατηγός της εκστρατείας ταύτης. Διότι πολλοί λόγοι υπάρχουν, διά τους οποίους δεν πρέπει να δεχθώ, θα υπακούσω όμως, όσον μου είναι δυνατόν, εις τον άνδρα εκείνον, τον οποίον ηθέλετε εκλέξη ως αρχηγόν, διά να μάθετε ότι γνωρίζω και να υποτάσσωμαι, περισσότερον από κάθε άλλον άνθρωπον».

Μετά τον Κλέαρχον εσηκώθη άλλος, καταδείξας μεν την ανοησίαν εκείνου, όστις συνεβούλευσε να ζητήσουν πλοία από τον Κύρον, σαν να εσκόπευεν ούτος να κάμη ανάποδα την εκστρατείαν του (προς τας Σάρδεις), ειπών δε ότι «είναι εντελώς ανόητον να ζητούμεν οδηγόν από τον Κύρον, του οποίου τόσον πολύ εζημιώσαμεν την επιχείρησιν. Εάν δε δώσωμεν πίστιν και εις τον οδηγόν, τον οποίον ήθελε μας δώση, τι θα ημπόδιζε τούτον να διατάξη τον στρατόν να προκαταλάβη τας κορυφάς των ορέων, προς ζημίαν μας;

» Διότι εγώ αφ' ενός μεν θα εδίσταζα να εισέλθω εις τα πλοία, τα οποία θα μας έδιδε, και τούτο μήπως μαζή με τα πλοία μας καταβυθίση, εξ άλλου δε θα εφοβούμην να ακολουθήσω τον οδηγόν που θα μας ώριζεν, υποπτευόμενος μήπως μας οδηγήση εις μέρος, από το οποίον θα μας ήτον εντελώς αδύνατον πλέον να εξέλθωμεν. Θα επροτίμων μάλλον, αν επρόκειτο να φύγω παρά την θέλησιν του Κύρου, να φύγω χωρίς να με ίδη, το οποίον όμως δεν είναι δυνατόν.

» Αλλ' εγώ όσα μεν είπαμεν έως τώρα τα κρίνω ως φλυαρίας. Εκείνο δε το οποίον μοι φαίνεται ορθόν είναι να υπάγουν προς τον Κύρον οι καταλληλότεροι από ημάς μ' επί κεφαλής αυτών τον Κλέαρχον, και να τον ερωτήσουν πώς σκέπτεται να μας χρησιμοποιήση. Και εάν πρόκειται να μας χρησιμοποιήση καθ' ον τρόπον εχρησιμοποίει μέχρι προ ολίγου τους μισθοφόρους στρατιώτας του, να τον ακολουθήσωμεν και να φιλοτιμηθώμεν να μη φανώμεν χειρότεροι εκείνων, οι οποίοι ανέβησαν με αυτόν πρωτήτερα (5) .

» Εάν δε πρόκηται να υποβληθώμεν εις κόπους περισσοτέρους, μεγαλειτέρους και επικινδυνοτέρους εκείνων, τους οποίους μέχρι τούδε εδοκιμάσαμεν, ν' αξιώσωμεν από αυτόν ή να μας παραλάβη και πάλιν μαζή του, αφού, εννοείται, μας πείση περί τούτου, ή να μας επιτρέψη να αναχωρήσωμεν, αφού συγκατανεύση και πεισθή εις τους λόγους μας ως φίλος. Τοιουτοτρόπως, εάν μεν τον ακολουθήσωμεν, θα τον ακολουθήσωμεν προθυμότατα και ως φίλοι του. Εάν δε επιστρέψωμεν, να επιστρέψωμεν ασφαλώς εις την πατρίδα μας. Οιανδήποτε δε απάντησιν μας δώση, ν' αναγγελθή αύτη εδώ ενώπιον όλων. Και ημείς, αφού την ακούσωμεν, να εκφέρωμεν επ' αυτής την γνώμην μας με φρόνησιν».

Οι λόγοι ούτοι εφάνησαν καλοί εις όλους, και εκλέξαντες τους καλλιτέρους άνδρας τους αποστέλλουν μαζή με τον Κλέαρχον προς τον Κύρον. Ούτος δε, αφού του εζήτησαν την γνώμην περί των αποφασισθέντων εις το στράτευμα, τους απήντησεν ότι έμαθεν ότι ο εχθρός του Αβροκόμας είναι ήδη πλησίον του Ευφράτου ποταμού, εις απόστασιν δώδεκα σταθμών από του στρατοπέδου του. Εναντίον αυτού λοιπόν τους είπεν ότι θέλει να βαδίση. Και, εάν μεν πραγματικώς ευρίσκεται εκεί, είναι απόλυτος ανάγκη να τον τιμωρήση. Εάν δε έχει φύγη, τότε θα αποφασίσωμεν πλέον εκεί επί τόπου τι πρέπει να κάμωμεν.

Αφού δε ήκουσαν ταύτα οι εκλεχθέντες, επέστρεψαν και τα ανήγγειλαν εις τους στρατιώτας. Ούτοι δε, αν και υπωπτεύθησαν ότι ο Κύρος σκοπεύει να τους οδηγήση κατά του βασιλέως, εν τούτοις απεφάσισαν να τον ακολουθήσουν. Αλλά προ τούτου ζητούν να τους αυξήση τον μισθόν ο Κύρος, όστις και τους υπόσχεται να δώση εις όλους μισθόν κατά το ήμισυ μεγαλείτερον εκείνου, τον οποίον ελάμβανον πρωτήτερα. Δηλαδή εις έκαστον στρατιώτην ενάμισυ δαρικόν, αντί ενός, κατά μήνα. Ότι δε είχε σκοπόν να τους οδηγήση κατά του βασιλέως, περί τούτου, τουλάχιστον εν τω φανερώ, ούτε εδώ τίποτε από κανένα δεν ηκούσθη.

Κεφάλαιον τέταρτον.


Εντεύθεν προχωρεί σταθμούς δύο, παρασάγγας δέκα και φθάνει εις τον Ψάρον ποταμόν, του οποίου το πλάτος ήτο τρία πλέθρα. Εντεύθεν προχωρεί σταθμόν ένα, παρασάγγας πέντε και φθάνει εις τον Πύραμον ποταμόν, του οποίου το πλάτος ήτο έν στάδιον. Εντεύθεν προχωρεί σταθμούς δύο παρασάγγας δέκα πέντε και φθάνει εις Ισσούς, πόλιν κειμένην εις τα έσχατα όρια της Κιλικίας, παρά την θάλασσαν, κατοικουμένην δε, μεγάλην και πλουσίαν.

Ενταύθα έμειναν ημέρας τρεις. Και ήλθαν προς τον Κύρον τα εκ Πελοποννήσου προερχόμενα τριάκοντα πέντε πλοία με ναύαρχον τον Πυθαγόραν τον Λακεδαιμόνιον. Ωδήγει δε ταύτα εκ της Εφέσου ο Αιγύπτιος Ταμώς, έχων υπό τας διαταγάς του άλλα είκοσι πέντε πλοία του Κύρου, διά των οποίων επολιόρκει την Μίλητον, ότε ήτον ακόμη αύτη φίλη του Τισσαφέρνους, και επολέμει μετά του Κύρου εναντίον του.

Ήλθε δε μαζή με τα πλοία, προσκληθείς από τον Κύρον, και ο Χειρίσοφος ο Λακεδαιμόνιος, φέρων επτακοσίους οπλίτας, των οποίων ήτο στρατηγός, διατελών υπό τας διαταγάς του Κύρου. Τα πλοία προσωρμίσθησαν πλησίον της σκηνής του. Τότε δε και οι υπό τον στρατηγόν Αδροκόμαν υπηρετούντες μισθοφόροι Έλληνες, περί τους τετρακοσίους περίπου οπλίτας, αποσκιρτήσαντες ήλθαν προς τον Κύρον και συνεξεστράτευαν μαζή του κατά του βασιλέως.

Εντεύθεν προχωρεί σταθμόν ένα, παρασάγγας πέντε και φθάνει εις τας πύλας της Κιλικίας και της Συρίας. Ήσαν δε αι πύλαι αύται δύο τείχη, των οποίων το εσωτερικόν μεν, το προς τα μεθόρια της Κιλικίας, κατείχεν ο Συέννεσις και φρουρά εκ Κιλίκων, το εξωτερικόν δε, το προ της Συρίας, ελέγετο ότι εφυλάσσετο από φρουράν του βασιλέως. Διά μέσου δε των δύο αυτών τειχών ρέει ποταμός ονομαζόμενος Κάρσος, έχων πλάτος ενός πλέθρου. Το μεταξύ των τειχών διάστημα ήτο τριών σταδίων. Δεν ήτο δε δυνατόν να το διέλθη τις διά της βίας. Διότι η πάροδος ήτο στενή και τα εκατέρωθεν τείχη έφθαναν έως την θάλασσαν, άνωθεν δε ήσαν βράχοι απότομοι. Επί των δύο λοιπόν τειχών αυτών ήσαν αι πύλαι.

Σκοπεύων ο Κύρος να περάση διά μέσου αυτών έστειλε και προσεκάλεσε τον στόλον, διά να αποβιβάση έσω και έξω των πυλών στρατόν, όστις θα εξεβίαζε τους πολεμίους, εάν τυχόν παρά τας πύλας της Συρίας παρεμόνευαν τοιούτοι, πράγμα το οποίον υπωπτεύετο ο Κύρος ότι ήθελε πράξη ο Αβροκόμας, φέρων μαζή του πολύν στρατόν. Ο Αβροκόμας όμως απέφυγε να πράξη τούτο, αφού δε έμαθεν ότι ο Κύρος ευρίσκεται εν Κιλικία, στρέψας προς τα οπίσω εβάδιζεν εκ της Φοινίκης προς τον βασιλέα με στρατόν, ως ελέγετο, τριακοσίων χιλιάδων.

Εντεύθεν προχωρεί διά μέσου της Συρίας σταθμόν ένα, παρασάγγας πέντε και φθάνει εις Μυρίανδον, πόλιν κατοικουμένην υπό των Φοινίκων και κειμένην παρά την θάλασσαν. Ήτο δε αύτη εμπορικός λιμήν και ήσαν εν αυτώ προσωρμισμένα πολλά εμπορικά πλοία.

Ενταύθα έμειναν ημέρας επτά. Και Ξενίας ο Αρκάς, στρατηγός, και Πασίων ο Μεγαρεύς εισελθόντες εις πλοίον και θέσαντες εντός αυτού τα πολυτιμότερα αυτών πράγματα απέπλευσαν κατά την γνώμην μεν των περισσοτέρων προσβληθέντες εις την φιλοτιμίαν των, διότι ο Κύρος επέτρεπεν εις τον Κλέαρχον να έχη υπό τας διαταγάς αυτού τους στρατιώτας των, οι οποίοι εντούτοις ήλθαν προς αυτόν (τον Κλέαρχον) νομίζοντες ότι θα επιστρέψουν εις την Ελλάδα, όχι δε ότι θα εκστρατεύσουν εναντίον του βασιλέως. Επειδή δε ουδαμού οι στρατηγοί ούτοι εφαίνοντο, διεδόθη ότι τους καταδιώκει ο Κύρος με τα πλοία του. Και άλλοι μεν ηύχοντο να συλληφθούν, αφού τόσον δειλοί εδείχθησαν, άλλοι δε τους ώκτειρον, εάν τυχόν συνελαμβάνοντο.

Ο Κύρος όμως συγκαλέσας τους στρατηγούς είπε: «Μας εγκατέλειψαν οι στρατηγοί Ξενίας και Πασίων. Ας μάθουν όμως ότι ούτε να κρυφθούν είναι δυνατόν, διότι γνωρίζω πολύ καλά πού ευρίσκονται, ούτε να μου διαφύγουν, διότι δύναμαι όποτε θέλω να συλλάβω το πλοίον των με τα πλοία μου. Σας ορκίζομαι, εν τούτοις, εις τους θεούς ότι δεν θα τους καταδιώξω, ούτε θα είπη κανείς ότι, εφ' όσον μεν ευρίσκεταί τις εκ των στρατιωτών μου εις τον στρατόν, τον χρησιμοποιώ εις τας ανάγκας μου, όταν δε θελήση να απέλθη, ότι τον συλλαμβάνω και τον κακομεταχειρίζομαι και του παίρνω οπίσω τα χρήματά του. Ας υπάγουν όπου θέλουν, συναισθανόμενοι ότι αυτοί μάλλον εφάνησαν κακοί προς ημάς ή ημείς προς εκείνους. Αν και έχω δε υπό την εξουσίαν μου και τα τέκνα των και τας γυναίκας των, φυλασσομένας εις τας Τράλλεις, εν τούτοις ούτε αυτών θέλω τους στερήση, αλλά θα τους επιτρέψω να τας παραλάβουν και πάλιν, ένεκα της προ της φυγής αυτών αρίστης προς εμέ διαγωγής των».

Και ο μεν Κύρος είπε ταύτα. Εκ των Ελλήνων δε, εάν τις ήτο ακόμη όχι και πολύ πρόθυμος διά την ανάβασιν, βλέπων την προς τους αποστατήσαντας τοιαύτην μεγαλοψυχίαν του Κύρου, συνεξεστράτευε μαζή του έτι ευχαριστότερον και προθυμότερον.

Μετά ταύτα ο Κύρος προχωρεί σταθμούς τέσσαρας, παρασάγγας είκοσι και φθάνει εις τον Χάλον ποταμόν, όστις είχε πλάτος ενός πλέθρου και ήτο πλήρης μεγάλων και ημέρων ιχθύων, τους οποίους οι Σύροι ελάτρευαν ως θεούς και δεν επέτρεπαν εις κανένα να τους βλάπτη, όπως επίσης και τας περιστεράς. Αι δε κώμαι, εις τας οποίας είχαν τας σκηνάς των, ήσαν ιδιοκτησία της Παρυσάτιδος, προωρισμέναι εις το να εισφέρουν ωρισμένον φόρον διά τας δαπάνας της ζώνης {;} της.

Εντεύθεν προχωρεί σταθμούς πέντε, παρασσάγγας τριάκοντα και φθάνει εις τας πηγάς του ποταμού Δάρδατος, του οποίου το πλάτος ήτο ενός πλέθρου. Ενταύθα ήσαν τα ανάκτορα του Βελέσυος, άλλοτε άρχοντος της Συρίας, και κήπος εκτεταμένος και ωραίος, εις τον οποίον ευρίσκοντο καρποφόρα δένδρα και των τεσσάρων εποχών του έτους. Εκ τούτων ο Κύρος τον μεν κήπον κατέκοψε, τα δε ανάκτορα κατέκαυσεν.

Εντεύθεν προχωρεί σταθμούς τρεις, παρασάγγας δέκα πέντε και φθάνει εις τον Ευφράτην ποταμόν, έχοντα πλάτος τεσσάρων σταδίων. Και πόλις εκεί υπήρχε μεγάλη και πλουσία, ονομαζομένη Θάψακος. Ενταύθα έμεινε πέντε ημέρας. Και ο Κύρος, αφού έστειλε και προσεκάλεσε τους Έλληνας στρατηγούς, τους ανήγγειλεν ότι η εκστρατεία γίνεται εναντίον του μεγάλου βασιλέως και ότι ο δρόμος των είναι προς την Βαβυλώνα. Τους λέγει δε να αναγγείλουν ταύτα εις τους στρατιώτας και να τους πείσουν με κάθε τρόπον να τον ακολουθήσουν.

Οι στρατηγοί συγκαλέσαντες τους στρατιώτας ανήγγειλαν τους λόγους του Κύρου. Οι δε στρατιώται δυσηρεστούντο κατά των στρατηγών και τους έλεγαν ότι, αν και εγνώριζαν ταύτα προ πολλού, τους τα απέκρυπτον. Ηρνούντο δε να προχωρήσουν, εάν δεν τους επλήρωναν, όπως άλλοτε επλήρωσαν και εκείνους, οίτινες είχαν αναβή μαζή με τον Κύρον προς τον πατέρα του. Αν και τότε δεν μετέβαιναν διά να πολεμήσουν, αλλ' απλώς και μόνον διότι είχε προσκαλέση τον Κύρον ο πατήρ του.

Οι στρατηγοί ανήγγειλαν ταύτα εις τον Κύρον. Ούτος δε υπεσχέθη να δώση εις έκαστον στρατιώτην πέντε αργυράς μνας, άμα ως φθάσουν εις την Βαβυλώνα, ολόκληρον δε τον μισθόν από της Βαβυλώνος μέχρις ου επαναφέρη τους Έλληνας εις την Ιωνίαν. Και οι περισσότεροι μεν εκ των Ελλήνων επείσθησαν, κατόπιν των υποσχέσεων αυτών. Αλλ' ο στρατηγός Μένων, πριν ή ακόμη γείνη γνωστόν τι θ' αποφασίσουν οι άλλοι στρατιώται (οι μη πεισθέντες), δηλ. αν θ' ακολουθήσουν ή όχι τον Κύρον, συνήθροισε ξεχωριστά από αυτούς το στράτευμά του και είπε προς αυτό τα εξής:

«Ω άνδρες, εάν πεισθήτε εις εμέ, θα προτιμηθήτε από τον Κύρον πολύ περισσότερον από τους άλλους στρατιώτας, χωρίς ούτε να κινδυνεύσετε, ούτε να κοπιάσετε. Τι πρέπει, λοιπόν, να σας συμβουλεύσω να κάμετε; Τώρα ο Κύρος έχει ανάγκην να τον ακολουθήσουν οι Έλληνες βαδίζοντα κατά του βασιλέως. Η γνώμη μου λοιπόν είναι ότι πρέπει να διαβήτε τον Ευφράτην ποταμόν, πριν ακόμη γείνη γνωστόν ποίαν απάντησιν θα δώσουν οι άλλοι Έλληνες εις τον Κύρον.

»Διότι, εάν μεν αποφασίσουν να τον ακολουθήσουν, θα φανήτε ότι σεις εγείνατε η αφορμή τούτου, διότι και πρώτοι σεις αρχίσατε να διαβαίνετε τον ποταμόν. Διά την προθυμίαν σας δε ταύτην ο Κύρος θα σας γνωρίζη χάριν, διά την οποίαν και θέλει εν καιρώ σας ανταμείψη. Αναγνωρίζει δε περισσότερον από κάθε άλλον ο Κύρος την χάριν την οποίαν του κάμνει τις. Εάν δε αρνηθούν να τον ακολουθήσουν οι άλλοι Έλληνες, τότε επιστρέφομεν μεν όλοι μαζή, σεις όμως, ως οι μόνοι εις τους λόγους του υπακούσαντες, (ως οι μόνοι εις αυτόν πιστοί) θέλετε χρησιμοποιηθή από τον Κύρον και εις φρούρια και εις αρχηγίας λόχων, οιουδήποτε δε πράγματος θέλετε λάβη ανάγκην, είμαι εις θέσιν να σας βεβαιώσω ότι, ως φίλοι του Κύρου, θα το έχετε».

Ακούσαντες ταύτα οι στρατιώται επείσθησαν και διέβησαν τον Ευφράτην, πριν ή ακόμη οι άλλοι απαντήσουν. Ο δε Κύρος, αφού έμαθεν ότι είχαν διαβή ήδη τον ποταμόν, ηυχαριστήθη και διά του (Αιγυπτίου) Γλου διεβίβασε τα εξής εις τον στρατόν: «Εγώ μεν, ω άνδρες, επί του παρόντος σας ευχαριστώ. Θα προσπαθήσω δε με κάθε τρόπον πώς και σεις εν καιρώ να μ' ευχαριστήσετε, άλλως να χάσετε κάθε ιδέαν περί εμού ως Κύρου (άλλως να μη με λένε Κύρον)».

Οι μεν στρατιώται λοιπόν, πολλά ελπίζοντες, ηύχοντο ν' αποβή ευτυχής η εκστρατεία του, εις τον Μένωνα δε ελέγετο ότι και πλούσια δώρα του απέστειλε μετά μεγαλοπρεπείας και τιμών. Αφού δε έπραξε ταύτα, ήρχισε να διαβαίνη τον ποταμόν· τον ηκολούθει δε και όλον το άλλο στράτευμα. Εξ όσων δε τον διέβησαν, ουδείς εβράχη υπεράνω των μαστών.

Οι δε κάτοικοι της Θαψάκου έλεγαν ότι ουδείς ποτε άλλοτε διέβη τον ποταμόν αυτόν πεζή, παρά μόνον τότε. Πάντοτε δε μόνον διά πλοίων ήτο διαβατός, τα οποία όμως τότε προχωρών ο Αβροκόμας κατέκαυσε, διά να μη διαβή ο Κύρος. Ενόμιζε δε (ο Κύρος) ότι εκ θείας προνοίας συνέβαινε τούτο και ότι φανερώς υπεχώρει εις αυτόν ο ποταμός ως μέλλοντα ποτέ να βασιλεύση.

Εντεύθεν προχωρεί διά μέσου της Συρίας σταθμούς εννέα, παρασάγγας πεντήκοντα. Και φθάνει εις τον ποταμόν Αράξην. Ενταύθα ήσαν κώμαι πολλαί πλούσιοι εις σίτον και οίνον. Όπου και έμεινεν ο στρατός τρεις ημέρας, διά να προμηθευθή τροφάς.

Κεφάλαιον πέμπτον


Εντεύθεν προχωρεί διά μέσου της Αραβίας σταθμούς ερήμους πέντε, παρασάγγας τριάκοντα πέντε, έχων από τα δεξιά του τον Ευφράτην ποταμόν. Εις την χώραν δ' αυτήν όλη μεν η γη ήτο πεδιάς ομαλή ως θάλασσα, πλήρης δε αψίνθου. Εάν δε εις αυτήν εφύετο και κανέν άλλο είδος θαμνώδους φυτού ή καλάμου, ευωδίαζαν όλα ως αρώματα.

Ουδέν υπήρχε δένδρον, αλλά θηρία παντός είδους, πλείστοι άγριοι όνοι και πολλαί στρουθοκάμηλοι. Υπήρχον ακόμη και αγριόγαλλοι και δορκάδες. Όλα δε αυτά τα θηρία κάποτε οι ιππείς τα κατεδίωκον. Και οι μεν όνοι, καταδιωκόμενοι, εις τας αρχάς μεν προέτρεχον, κατόπιν όμως εσταμάτων. Διότι έτρεχαν πολύ ταχύτερον των ίππων. Μόλις δε ούτοι τους επλησίαζαν, πάλιν ήρχιζαν να τρέχουν. Και δεν θα ήτο δυνατόν να τους συλλάβουν, εάν δεν τους κατεδίωκον ο είς μετά τον άλλον οι ιππείς, κατ' αποστάσεις. Τα δε κρέατά των ωμοίαζαν με το της ελάφου, ήσαν όμως τρυφερώτερα.

Στρουθοκάμηλον δε κανείς δεν κατώρθωσε να συλλάβη. Όσοι δε εκ των ιππέων απεπειράθησαν να τας καταδιώξουν, πολύ ταχέως έπαυσαν την καταδίωξιν. Διότι αμέσως απεμακρύνοντο φεύγουσαι, τους μεν πόδας μεταχειριζόμεναι προς δρόμον, ανοίγουσαι δε τας πτέρυγας ως ιστία. Τους δε αγριογάλλους, αν δυνηθή τις να τους σηκώση ταχέως από την κοίτην των, τους συλλαμβάνει ευκόλως. Διότι πετούν ολίγον μόνον, καθώς αι πέρδικες, και ευκόλως κουράζονται. Το δε κρέας των είναι γλυκύτατον.

Πορευόμενοι δε διά της χώρας ταύτης φθάνουν εις τον Μάσκαν ποταμόν, έχοντα πλάτος ενός πλέθρου. Ενταύθα ήτο πόλις μεγάλη, ονομαζομένη Κορσωτή, εγκαταλελειμμένη όμως υπό των κατοίκων, περιεβρέχετο δε γύρω υπό του Μάσκα, όπου και έμειναν ημέρας τρεις, διά να προμηθευθούν τροφάς.

Εντεύθεν προχωρεί σταθμούς ερήμους δέκα τρεις, παρασάγγας ενενήκοντα, έχων πάντοτε από τα δεξιά τον Ευφράτην ποταμόν, και φθάνει εις τας Πύλας. Εις τους σταθμούς αυτούς πολλά εκ των ζώων απωλέσθησαν εκ πείνης. Διότι ούτε χόρτον υπήρχεν ουδαμού, ούτε κανέν άλλο δένδρον, όλη δε η χώρα ήτο γυμνή βλαστήσεως. Οι δε κάτοικοι αυτής, εξορύσσοντες και κατασκευάζοντες παρά τας όχθας του ποταμού μυλοπέτρας, τας μετέφερον εις την Βαβυλώνα, όπου τας επώλουν, διά του εκ της πωλήσεως δε χρήματος αγοράζοντες σίτον έζων.

Ετελείωσε δε πλέον ο σίτος του στρατεύματος και εις κανέν άλλο μέρος δεν εύρισκαν να αγοράσουν παρά εις την Λυδίαν αγοράν, εντός του βαρβαρικού στρατού του Κύρου. Αλλά και εδώ ακριβώτατα, αντί τεσσάρων σίγλων (6) εκάστην καπίθην (7) σίτου ή κριθής. Έκαστος δε σίγλος ισοδυναμεί προς επτάμισυ Αττικούς οβολούς. Εκάστη δε καπίθη εχώρει δύο χοίνικας (8) Αττικάς. Οι στρατιώται λοιπόν έζων (επερνούσαν) τρώγοντες κρέατα.

Τινές δε εκ των σταθμών, τους οποίους διήρχετο ο Κύρος, εις τους οποίους όμως έπρεπε να παραμείνη προς προμήθειαν ύδατος ή χόρτου ξηρού διά τους ίππους (σανού), ήσαν εις μεγάλας απ' αλλήλων αποστάσεις. Όταν δε κάποτε παρέστη ανάγκη να διέλθη ο στρατός λασπώδη και στενήν οδόν, δυσκολοδιάβατον ένεκα τούτου υπό των αμαξών, παρουσιάσθη αίφνης ο Κύρος με τα καλλίτερα και πλουσιώτερον στολισμένα μέλη του επιτελείου του και διέταξε τον Γλουν και τον Πίγρητα, αφού λάβουν απόσπασμα του Περσικού στρατού, να εξαγάγουν εκ του πηλού τας αμάξας. Επειδή όμως του εφάνησαν ότι ειργάζοντο με βραδύτητα, διέταξεν ωργισμένος τους περί αυτόν κρατίστους εκ των Περσών να συμβοηθήσουν εις την ταχυτέραν εξαγωγήν των αμαξών.

Τότε θα ηδύνατό τις να λάβη μικράν τινα ιδέαν της στρατιωτικής πειθαρχίας του Περσικού στρατού. Διότι, αφού έρριψαν τα πορφυρά των ιμάτια (επανωφόρια), όπου έτυχε να ίσταται έκαστος, έτρεχαν σαν να επρόκειτο περί σπουδαίας τινός νίκης, και μάλιστα εις κατήφορον λόφου, φορούντες εκείνους τους πολυτελείς χιτώνας και τας πλουσίως κεντητάς περισκελίδας, τινές δε εξ αυτών και περιδέραια εις τον λαιμόν και βραχιόλια εις τας χείρας. Μαζή λοιπόν μ' αυτά όλα αμέσως πηδήσαντες εις τον πηλόν έβγαλαν τας αμάξας σηκωτάς ταχύτερον παρ' όσον κανείς θα εφαντάζετο.

Εν γένει δε ο Κύρος εφαίνετο εις όλους ως άνθρωπος, όστις εβιάζετο εις τον δρόμον του και όστις δεν έχανε τον καιρόν του παντού όπου δεν ήτον ηναγκασμένος να χρονοτριβή προς προμήθειαν τροφών ή άλλου τινός αναγκαίου διά τον στρατόν, νομίζων ότι όσον ταχύτερον έφθανε, τόσω περισσότερον απροετοίμαστον προς μάχην θα συνήντα τον βασιλέα, όσω δε βραδύτερον, τόσω περισσότερον στρατόν ήθελε συναθροίση κατ' αυτού ο βασιλεύς. Εις τον προσεκτικώς δε εξετάζοντα τα πράγματα ήτο φανερόν ότι το Κράτος του βασιλέως ήτο μεν ισχυρόν κατά την έκτασιν της χώρας και τον πληθυσμόν, ως εκ του μήκους όμως των αποστάσεων και του διασκορπισμού των στρατιωτικών του δυνάμεων ήτον ασθενέστατον, εάν τις επολέμει τον βασιλέα όσον το δυνατόν ταχύτερον.

Πέραν δε του Ευφράτου ποταμού, κατά τους ερήμους σταθμούς, ήτο πόλις πλουσία και μεγάλη, ονομαζομένη Χαρμάνδη. Από αυτήν οι στρατιώται ηγόραζον τα προς τροφήν αναγκαία, διαβαίνοντες με σχεδίας τον ποταμόν κατά τον εξής τρόπον: Αφού πρώτον εγέμιζαν με ξηρόν χόρτον τα δέρματα, με τα οποία εστεγάζοντο αι σκηναί, τα συνεμάζευαν κατόπιν από τας τέσσαρας άκρας των και τα συνέσφιγγαν κατά τοιούτον τρόπον, ώστε από κανέν μέρος να μη βρέχεται το χόρτον από το ύδωρ. Επ' αυτών λοιπόν επιβαίνοντες διέβαινον τον ποταμόν και ελάμβανον τας τροφάς, δηλαδή οίνον κατασκευασμένον από φοίνικας, και άρτον από αραβόσιτον, από τον οποίον η χώρα ήτο γεμάτη.

Επειδή δ' ενταύθα εμάλωσαν (ελογόφεραν) στρατιώται του Μένωνος και του Κλεάρχου, ο Κλέαρχος, νομίσας ότι είχεν άδικον ο στρατιώτης του Μένωνος, τον έδειρεν. Ούτος δε ελθών εις τον λόχον του κατήγγειλε την πράξιν. Οι δε συστρατιώται του ακούσαντες αυτόν ηγανάκτουν και ωργίζοντο εις βαθμόν μέγαν κατά του Κλεάρχου.

Την αυτήν δε ημέραν ο Κλέαρχος, αφού ήλθεν εις ο σημείον διέβη ο στρατός τον ποταμόν και αφού επεσκέφθη την αγοράν (επεθεώρησε τα αγορασθέντα τρόφιμα), απέρχεται έφιππος με ολίγους μόνον εκ των στρατιωτών του εις την σκηνήν του διά μέσου του στρατεύματος του Μένωνος. Ο Κύρος δεν είχεν ακόμη φθάση, ευρισκόμενος έτι καθ' οδόν. Ενώ λοιπόν διήρχετο (ο Κλέαρχος), κάποιος εκ των στρατιωτών του Μένωνος, σχίζων κάπου εκεί ξύλα, μόλις τον είδε ρίπτει κατ' αυτού την αξίνην του. Και αυτός μεν δεν τον επέτυχεν. Ευθύς αμέσως όμως άλλος τον κτυπά με λίθον και κατόπιν άλλος και άλλος και έπειτα πολλοί, επειδή είχεν εγερθή ήδη μεγάλη βοή (κατακραυγή) εις το στράτευμα.

Ο Κλέαρχος λοιπόν αμέσως καταφεύγει εις τους ιδικούς του και τους διατάσσει ευθύς να λάβουν τα όπλα των. Και τους μεν οπλίτας του διέταξε να μείνουν επί τόπου εκεί, κρατούντες τας ασπίδας επί των γονάτων. Αυτός δε παραλαβών τους Θράκας και τους ιππείς, οι οποίοι ήσαν εις το στράτευμά του υπέρ τους τεσσαράκοντα, και εξ αυτών δε οι πλείστοι επίσης Θράκες, εβάδιζε κατά των στρατιωτών του Μένωνος, ώστε ούτος να εκπλαγή και να τρέξη και αυτός ευθύς να λάβη με τους στρατιώτας του τα όπλα. Όχι ολίγοι δε και εστάθησαν απορούντες περί του ποίαν έκβασιν θα ελάμβανε το πράγμα.

Ο δε Πρόξενος, ο οποίος έτυχε να έρχεται κατόπιν, ακολουθούμενος από τάγμα οπλιτών, αφού ωδήγησεν αυτό ευθύς εις το μέσον των διαμαχομένων, κατέθεοεν (ως προς ανάπαυσιν) κατά γης τα όπλα και παρεκάλει τον Κλέαρχον να μην επιτεθή κατά του Μένωνος. Ούτος όμως (ο Κλέαρχος) ηγανάκτει, διότι, ενώ αυτός ολίγον έλειψε να φονευθή από τους λιθοβολισμούς, ο Πρόξενος του συνίστα ήδη γαλήνην εις το πάθημά του. Του είπε λοιπόν να απομακρυνθή από το μέσον (να φύγη από τη μέση) Εν τω μεταξύ δε τούτω, ιδού έρχεται και ο Κύρος και μανθάνει τα γενόμενα. Ευθύς αμέσως δε έλαβε τα μικρά ακόντια εις τας χείρας και με τους πλησιεστέρους των πιστών του τρέχων ήλθεν εις το μέσον και λέγει προς αμφοτέρους τους αντιπάλους τα εξής: «Κλέαρχε και Πρόξενε και όσοι άλλοι Έλληνες είσθε παρόντες, δεν γνωρίζετε τι κάμνετε. Διότι, εάν σκέπτεσθε να συνάψετε μάχην τινά προς αλλήλους, πιστεύσατε ότι την ημέραν αυτήν και εμέ θα καταστρέψετε και σας μετ' ου πολύ. Διότι εάν τα ημέτερα πράγματα ευρίσκωνται εις κακήν κατάστασιν, τότε όλοι αυτοί, τους οποίους βλέπετε τριγύρω σας, θα είναι δι' ημάς εχθρικώτεροι βάρβαροι εκείνων, οίτινες είναι πλησίον του βασιλέως (του βαρβαρικού στρατού του βασιλέως)».

Ακούσας ταύτα ο Κλέαρχος ήλθεν εις τον εαυτόν του (συνήλθε). Και ούτω, αφού κατέπαυσε και από τα δύο μέρη η φιλονεικία, κατέθεσαν τα όπλα.

Κεφάλαιον έκτον


Ενώ δε επροχώρουν εντεύθεν, εφάνησαν ίχνη ίππων και κόπρος. Από τα πατήματά των δε συνεπέραινε κανείς ότι θα ήσαν ίχνη ιππέων ως δύο χιλιάδων. Ούτοι, εφ' όσον επροχώρουν, έκαιον και χόρτον και ό,τι άλλο διά τον στρατόν χρήσιμον συνήντων εις τον δρόμον των. Ο Ορόντας δε, Πέρσης ανήρ, εκ βασιλικού γένους καταγόμενος και φημιζόμενος εις τα πολεμικά μεταξύ των αρίστων εκ των Περσών, επιβουλεύει τον Κύρον και, ενώ πρότερον τον επολέμει, ήδη υποκρίνεται φιλίαν προς αυτόν.

Ούτος λοιπόν λέγει εις τον Κύρον ότι, εάν ήθελε του δώση χιλίους ιππείς, ή θα εφόνευε δι' ενέδρας τους προκατακαίοντας ιππείς, ή θα συνελάμβανε πολλούς εξ αυτών ζώντας, εμποδίζων αυτούς από του να καίουν πλέον εφ' όσον προχωρούν, ότι θα κατώρθωνε δε, ώστε να μην ημπορέσουν ποτέ, εάν τυχόν που έβλεπαν το στράτευμα του Κύρου, να το αναγγείλουν εις τον βασιλέα.

Ο δε Κύρος, αφού ήκουσε ταύτα, τα ηύρεν επωφελή εις τον σκοπόν του, και διέταξε να λάβη από έκαστον των στρατηγών μίαν ίλην ιππικού.

Ο δε Ορόντας, όταν είδεν ότι ήσαν έτοιμοι οι ιππείς, τους οποίους ήθελε, γράφει επιστολήν προς τον βασιλέα, δι' ης του αναγγέλλει ότι όσον ούπω φθάνει με ιππικόν όσον δύναται περισσότερον. Του παρήγγειλεν όμως να διατάξη το ιππικόν του να τον υποδεχθή ως φίλον. Προσθέτως δε του υπενθύμιζεν εις την επιστολήν του και την προτέραν προς αυτόν φιλίαν και αφοσίωσιν. Την επιστολήν λοιπόν αυτήν δίδει εις στρατιώτην, τον οποίον αυτός ενόμιζε πιστόν. Αλλ' ούτος, λαβών αυτήν, την παραδίδει εις τον Κύρον.

Ο Κύρος δε, αφού την ανέγνωσε, συλλαμβάνει τον Ορόνταν και συγκαλεί εις την σκηνήν του επτά εκ των περί αυτόν αρίστων Περσών, διατάσσει δε και τους Έλληνας στρατηγούς να φέρουν στρατιώτας, οι οποίοι να τοποθετηθούν περί την σκηνήν του με προτεταμένα τα όπλα. Οι δε στρατηγοί, συμφώνως προς τας διαταγές του ταύτας ενεργήσαντες, έφεραν ως τρεις χιλιάδας στρατιώτας.

Τον δε Κλέαρχον, τον οποίον τόσον αυτός, όσον και το λοιπόν στράτευμα ενόμιζεν άξιον προτιμήσεως μεταξύ πάντων των άλλων Ελλήνων, προσεκάλεσε και να εισέλθη εις την σκηνήν και λάβη μέρος εις το συμβούλιον. Άμα δε, μετά το πέρας του συμβουλίου, εξήλθεν, ανήγγειλεν εις τους φίλους του την κατά του Ορόντα κρίσιν, όπως έγεινε. Διότι δεν ήτο το πράγμα μυστικόν. Διηγήθη λοιπόν, ότι ο Κύρος ωμίλησεν ως εξής: «Σας εκάλεσα εδώ, φίλοι μου, όπως διασκεφθώμεν μαζή, παν ό,τι είναι δίκαιον ενώπιον Θεών και ανθρώπων, τούτο και να αποφασίσω περί του Ορόντα τούτου. Τον άνθρωπον αυτόν, εις τας αρχάς, ο πατήρ μου διέταξε να είναι υπήκοός μου. Κατόπιν, επειδή, όπως έλεγε, διετάχθη από τον αδελφόν μου, μ' επολέμησε κατέχων την ακρόπολιν των Σάρδεων. Αλλά κ' εγώ αντιπολεμών αυτόν βήμα προς βήμα κατώρθωσα ώστε να νομίση ούτος ότι θα ήτο προτιμότερον να παύση τον κατ' εμού πόλεμον, ούτω δε και εδώκαμεν ο είς προς τον άλλον χείρα φιλίας (συνδιηλλάγημεν)».

Μετά τους λόγους τούτους ο Κύρος, αποτεινόμενος προς τον Ορόνταν, είπεν: «Ειπέ μου, ω Ορόντα, σε ηδίκησα ως τώρα εις τίποτε;». «Όχι» απήντησεν αυτός. Και πάλιν ο Κύρος τον ηρώτησεν: «Αν και, κατά την ομολογίαν σου, εις τίποτε ως τώρα δεν σ' ηδίκησα, δεν είσαι συ, εν τούτοις, όστις απεστάτησες κατόπιν εις τους Μυσούς, βλάπτων όσον σου ήτο δυνατόν την χώραν μου;» «Μάλιστα» είπεν ο Ορόντας. «Όταν δε πάλιν ησθάνθης την αδυναμίαν σου, δεν είσαι συ όστις ήλθες εις τον βωμόν της Εφεσίας Αρτέμιδος και ωμολόγεις εκεί την μετάνοιάν σου, και, αφού με κατέπεισες, δεν είσαι συ όστις ενόρκως με διεβεβαίωσες και πάλιν περί της φιλίας σου και προς τον οποίον κ' εγώ παρομοίαν έδωκα διαβεβαίωσιν;». «Μάλιστα» απήντησεν ο Ορόντας.

«Εις τι λοιπόν σε ηδίκησα, ώστε να φωραθής ήδη διά τρίτην φοράν επιβουλευόμενος την ζωήν μου;». «Εις τίποτε» απεκρίθη ο Ορόντας. «Ομολογείς, λοιπόν» τον ηρώτησεν ο Κύρος ότι με ηδίκησες;». «Δεν δύναμαι παρά να το ομολογήσω» είπεν ο Ορόντας. Και πάλιν τον ηρώτησεν ο Κύρος: «θα ηδύνασο αρά γε να γείνης εις το εξής εχθρός μεν του αδελφού μου, εις εμέ δε πιστός και αφωσιωμένος φίλος;». Και ο Ορόντας απήντησε: «Και εάν εγενόμην, ω Κύρε, φίλος σου, δεν θα ήτο δυνατόν ποτε να με πιστεύσης πλέον ως τοιούτον».

Απαντών εις ταύτα ο Κύρος, είπεν εις τους παρισταμένους: «Ο μεν ανήρ τοιαύτα μεν έχει πράξη, τοιαύτα δε λέγει. Εξ υμών δε συ πρώτος, ω Κλέαρχε, ειπέ την γνώμην σου, ό,τι κρίνεις εύλογον». Ο δε Κλέαρχος είπε τα εξής: «Η γνώμη μου είναι, τον άνθρωπον αυτόν να φονεύσωμεν (να βγάλουμε από πάνω μας), όσω το δυνατόν ταχύτερον, διά να μην ευρισκώμεθα πλέον εις την ανάγκην να προφυλαττώμεθα από αυτόν, τον καιρόν δε, τον οποίον θα διεθέτομεν προς φύλαξίν του, να χρησιμοποιήσωμεν προς περιποίησιν εκείνων, οι οποίοι είναι πάντοτε πρόθυμοι φίλοι μας». Την γνώμην μου ταύτην, είπεν (ο Κλέαρχος), επεδοκίμασαν και όλοι οι άλλοι.

Μετά ταύτα δε, κατά διαταγήν του Κύρου, εγερθέντες όλοι, και αυτοί ακόμη οι συγγενείς του, έπιασαν από την ζώνην τον Ορόνταν, φανερώνοντες διά της πράξεώς των ταύτης την εις θάνατον καταδίκην του. Κατόπιν εξήγαγον αυτόν της σκηνής εκείνοι, οι οποίοι είχαν επί τούτω διαταχθή. Ότε δε, ούτω απαγόμενον, τον είδαν όσοι και πρότερον τον είχαν ήδη προσκυνήση, τον προσεκύνησαν και τότε, αν και εγνώριζαν ότι απάγεται προς θάνατον.

Αφού δε εισήχθη εις την σκηνήν του Αρταπάτου, του μάλλον πιστού εκ των σκηπτούχων του Κύρου, κατόπιν κανείς δεν είδε πλέον τον Ορόνταν, ούτε ζώντα, ούτε αποθανόντα. Όπως επίσης κανείς δεν εβεβαίωσεν έκτοτε τον τρόπον με τον οποίον εθανατώθη, αλλ' έκαστος εφαντάζετο αυτόν κατά συμπερασμόν. Ουδέ καν εφάνη ποτέ εις κανέν μέρος ο τάφος του.

Κεφάλαιον έβδομον


Εντεύθεν προχωρεί διά μέσου της Βαβυλωνίας σταθμούς τρεις, παρασάγγας δώδεκα. Εις δε τον τρίτον σταθμόν περί το μεσονύκτιον περίπου επιθεωρεί ο Κύρος εις την πεδιάδα τον Ελληνικόν και Περσικόν στρατόν. Διότι ενόμιζεν ότι την επομένην πρωίαν θα έλθη ο βασιλεύς με τον στρατόν του να πολεμήση. Διέταξε λοιπόν τον μεν Κλέαρχον να διοική το δεξιόν μέρος του στρατού, τον δε Μένωνα τον Θεσσαλόν το αριστερόν, αυτός δε ο ίδιος έβαλεν εις γραμμήν τους ιδικούς του.

Μετά δε την επιθεώρησιν, μόλις εξημέρωσεν, ελθόντες στρατιώται τινες αυτομολήσαντες από τον στρατόν του μεγάλου βασιλέως, έφεραν εις τον Κύρον ειδήσεις περί του στρατού του. Ούτος δε, συγκαλέσας τους στρατηγούς και λοχαγούς των Ελλήνων, εζήτει την γνώμην των περί του πώς θα κάμη την μάχην, και ο ίδιος τους συνεβούλευεν ενθαρρύνων αυτούς ως εξής:

«Ω άνδρες Έλληνες, αν και δεν εστερούμην βαρβάρων στρατιωτών, εζήτησα εν τούτοις την βοήθειάν σας, και σας προσέλαβα εις τον στρατόν μου ως συμμάχους μου, επειδή φρονώ ότι είσθε ανδρειότεροι και δυνατώτεροι πολλών βαρβάρων. Προσπαθήσατε λοιπόν να φανήτε άνδρες άξιοι της ελευθερίας, την οποίαν έχετε, και διά την οποίαν εγώ σας μακαρίζω. Την ελευθερίαν ταύτην μάθετε ότι εγώ θα επροτίμων αντί όλων των αγαθών τα οποία έχω, ακόμη και αντί απείρως περισσοτέρων τούτων.

»Επειδή δε γνωρίζω καλώς τα πράγματα, θα σας είπω εις ποίον αποδύεσθε αγώνα. Ο μεν στρατός του βασιλέως είναι μέγας και εφορμά με αλαλαγμούς πολλούς. Και αν δεν δειλιάσετε ως προς τούτο, κατά τα άλλα όλα νομίζω ότι πρέπει και να εντραπώ να σας είπω από τώρα ποίοι είναι οι άνθρωποι της χώρας ταύτης, τους οποίους μετ' ολίγον θέλετε γνωρίση. Εάν εμφανήτε γενναίοι και ευτυχήσωμεν εις τον αγώνα μας (νικήσωμεν), πάντα μεν, όστις θα ήθελε να επιστρέψη εις την πατρίδα του, θα καταβάλω πάσαν προσπάθειαν να επιστρέψη όσον το δυνατόν επίφθονος από τους συμπατριώτας του, πολλοί δε από σας νομίζω ότι θα προτιμήσουν να μείνουν πλησίον μου παρά να επιστρέψουν εις την πατρίδα των».

Παρών εκεί κατά τύχην ο εκ Σάμου φυγάς Γαυλίτης, πιστός του Κύρου φίλος, απαντών εις ταύτα είπε τα εξής: «Και εν τούτοις, ω Κύρε, λέγουν τινες ότι τώρα υπόσχεσαι πολλά ως εκ των περιστάσεων, υπό τας οποίας ευρίσκεσαι, βαθμηδόν του κινδύνου πλησιάζοντος. Εάν όμως τα πράγματα λάβουν καλήν έκβασιν, λέγουσιν ότι θα λησμονήσης ό,τι υπεσχέθης. Τινές δε ότι, και εάν ενεθυμείσο τας υποσχέσεις σου και είχες όλην την καλήν θέλησιν να τας εκπληρώσης, δεν θα είχες την δύναμιν».

Ακούσας ταύτα ο Κύρος είπεν: «Αλλά σας είναι γνωστόν, ω άνδρες, ότι η εξουσία του πατρός μου εκτείνεται προς μεσημβρίαν μεν τόσον ώστε να μη δύνανται να κατοικούν οι άνθρωποι ως εκ της θερμότητος, προς βορράν δε τόσον, ώστε να μη δύνανται να κατοικούν ως εκ του ψύχους. Ότι δε τας εν τω μεταξύ χώρας διοικούν οι φίλοι του αδελφού μου.

»Εάν δε νικήσωμεν, έχομεν την υποχρέωσιν να καταστήσωμεν σας, τους φίλους μας, κυρίως των χωρών αυτών. Ώστε δεν φοβούμαι μήπως δεν έχω επαρκή δώρα, διά να αμείψω έκαστον των φίλων μου, εάν τυχόν νικήσω, αλλά μήπως δεν έχω αρκετούς φίλους τότε, διά να τους τα δώσω. Εις έκαστον δ' εξ υμών των Ελλήνων θα προσφέρω προσθέτως και στέφανον χρυσούν.

Ακούσαντες ταύτα ούτοι και προθυμότεροι εφάνησαν προς δράσιν και εις τους άλλους έσπευσαν να τα αναγγείλουν. Παρά τους στρατηγούς δε, εφ' όσον ωμίλει εκείνος, είχαν εισχωρήση εις την συνέλευσιν και άλλοι Έλληνες αξιωματικοί, αξιούντες να μάθουν ποίαν αμοιβήν θα λάβουν, εάν νικήσουν.

Ο δε Κύρος, αφού ικανοποίησε την περιέργειαν όλων, τους απέλυσε. Τον παρώτρυναν δε όλοι, όσοι συνωμίλουν με αυτόν, να μη πολεμήση, αλλά να ταχθή όπισθέν των Ελλήνων. Τότε ο Κλέαρχος ηρώτησε τον Κύρον: «Φρονείς, ω Κύρε, ότι ο αδελφός σου θα πολεμήση μαζή σου (ατομικώς);» «Μα τον Δία, απήντησεν ο Κύρος, εάν είναι αληθώς υιός του Δαρείου και της Παρυσάτιδος, γνήσιος δε αδελφός μου, ποτέ δεν θα καταδεχθώ εγώ να λάβω όσα ανωτέρω ανέφερα, χωρίς να τον πολεμήσω (ως Κύρος)».

Κατά την επιθεώρησιν λοιπόν των στρατευμάτων ευρέθησαν οπλίται μεν Έλληνες δέκα χιλιάδες τετρακόσιοι και πελτασταί δύο χιλιάδες πεντακόσιοι, βάρβαροι δε υπό τας διαταγάς του Κύρου εκατόν χιλιάδες και άρματα δρεπανηφόρα είκοσιν. Ο δε στρατός του βασιλέως (μετά του ακολουθούντος αυτόν όχλου) ελέγετο ότι ανήρχετο εις ένα εκατομμύριον διακοσίας χιλιάδας και εις δρεπανηφόρα άρματα διακόσια. Εκτός αυτών δε ηκολούθουν και έξ χιλιάδες ιππέων, οίτινες ήσαν παρατεταγμένοι προ του βασιλέως και των οποίων στρατηγός ήτον ο Αρταγέρσης.

Ολοκλήρου του βασιλικού αυτού στρατεύματος άρχοντες και στρατηγοί και ηγεμόνες ήσαν τέσσαρες, έκαστος τριακοσίας οδηγών χιλιάδας, ο Αβροκόμας, ο Τισσαφέρνης, ο Γωβρύας και ο Αρβάκης. Εξ όλων όμως τούτων έφθασαν εις τον τόπον της μάχης εννεακόσιαι χιλιάδες και άρματα δρεπανηφόρα εκατόν πεντήκοντα. Ο δε Αβροκόμας ήλθε πέντε ημέρας μετά την μάχην εκ Φοινίκης ορμώμενος.

Τας πληροφορίας ταύτας έδωκαν εις τον Κύρον όσοι εκ των εχθρών είχαν αυτομολήση προ της μάχης και όσοι, μετά την μάχην, είχαν συλληφθή αιχμάλωτοι του Κύρου.

Εντεύθεν προχωρεί ούτος σταθμόν ένα, παρασάγγας τρεις, έχων συντεταγμένον ως προς μάχην όλον τον στρατόν του, Ελληνικόν και Περσικόν. Διότι ενόμιζεν ότι την ημέραν αυτήν θα του επιτεθή ο βασιλεύς. Τα σημεία, άλλως τε, τούτο εφανέρωναν. Διότι εν τω μέσω του σταθμού τούτου ήτον εσκαμμένη βαθεία τάφρος, έχουσα πλάτος μεν πέντε οργυιάς, βάθος δε τρεις.