Το στρατήγημα τούτο (κόλπο) του Κλεάρχου ουδέν άλλο επεδίωκεν ή να δραπετεύσωμεν εν ανάγκη ή να φύγωμεν. Αλλ' η τύχη εφάνη στρατηγικωτέρα ημών. Διότι, αφού εξημέρωσεν, ήρχισαν να βαδίζουν έχοντες προς τα δεξιά τον ήλιον, υπολογίζοντες δε ότι κατά την δύσιν του ακριβώς, θα φθάσουν εις χωρία της Βαβυλωνίας χώρας. Και εις τούτο μεν δεν ηπατήθησαν.

Περί το δειλινόν όμως τους εφάνη ότι είδαν ιππείς του εχθρικού στρατού. Και όσοι εκ των Ελλήνων έτυχε να μην ήναι εις τας τάξεις των, έτρεξαν αμέσως εις αυτάς. Και ο Αριαίος, όστις μέχρις εκείνης της στιγμής εφέρετο εφ' αμάξης, διότι ήτο πληγωμένος, καταβάς αυτής ενεδύετο τον θώρακά του. Μετ' αυτού δε και οι στρατιώται του. Ενώ δε ούτω εξωπλίζοντο, ήλθαν οι προαποσταλέντες ήδη προς ανίχνευσιν σκοποί λέγοντες ότι δεν ήσαν ιππείς, αλλά φορτηγά ζώα κάπου εκεί βόσκοντα. Ευθύς δε τότε ενόησαν όλοι ότι εκεί που πλησίον ήτο στρατοπεδευμένος ο βασιλεύς. Άλλως τε ουχί πολύ μακράν εφαίνετο εις τα εν λόγω χωρία και καπνός.

Ο Κλέαρχος, εν τούτοις, δεν ωδήγησε τον στρατόν του κατά των πολεμίων, γνωρίζων ότι ούτος και κουρασμένος ήδη ήτο εκ της πορείας και νήστις. Είχε δε και εντελώς βραδυάση πλέον. Αλλ' ούτε και εξέκλινε του δρόμου του (δεν ήλλαξε διεύθυνσιν), προσέχων μήπως νομισθή (από τον βασιλέα) ότι φεύγει. Αλλά κατ' ευθείαν προχωρών με την εμπροσθοφυλακήν του, κατεσκήνωσεν, ενώ ήδη ο ήλιος εβασίλευεν, εις τα πλησιέστερον κείμενα χωρία, από τα οποία είχαν διαρπαγή υπό του βασιλικού στρατού και αυτά ακόμη τα ξύλα των οικιών.

Η μεν εμπροσθοφυλακή, λοιπόν, οπωσδήποτε εστρατοπέδευσεν. Οι δε ερχόμενοι κατόπιν, εν μέσω σκότους προχωρούντες, κατέλυον όπως ηδύνατο έκαστος, τόσον δε πολύ εθορύβουν, καλούντες αλλήλους, ώστε αι φωναί των ν' ακούωνται ακόμη και εις το εχθρικόν στρατόπεδον. Από το οποίον μάλιστα οι πληρέστεροι και εγκατέλειψαν (φοβηθέντες) τας σκηνάς των.

Τούτο δε έγεινε φανερόν την επομένην. Διότι τίποτε πλέον δεν εφαίνετο εις τα πέριξ, ούτε φορτηγόν ζώον, ούτε στρατόπεδον, ούτε καπνός. Ως φαίνεται δε και αυτός ο βασιλεύς ακόμη είχε τρομάξη διά την έφοδον εκείνην του στρατεύματος. Εφανέρωσε δε τον τρόμον του αυτόν με όσα ενήργει (έπραττε) την ακόλουθον ημέραν.

Αλλ' ενώ ήτο νυξ ακόμη, αίφνης καταλαμβάνονται από φόβον οι Έλληνες, κρότος δε και θόρυβος εγείρεται, όπως συμβαίνει όταν καταληφθή από φόβον αιφνίδιον, στρατόπεδον.

(Εις το άκουσμα του θορύβου τούτου) ο Κλέαρχος διέταξε Τολμίδην τον Ηλείον, όστις ήτον ο καλλίτερος των εν τω Ελληνικώ στρατώ κηρύκων, και τον οποίον τυχαίως είχε την στιγμήν εκείνην πλησίον του, να επιβάλη εις τους θορυβούντας σιωπήν, κηρύττων εις όλον το στράτευμα ότι οι αρχηγοί του υπόσχονται εις εκείνον, όστις θα καταγγείλη τον απολύσαντα τον όνον εις τα όπλα (εις το στρατόπεδον), ως αμοιβήν του έν τάλαντον.

Αφού όμως ταύτα εκηρύχθησαν, ενόησαν οι στρατιώται ότι μάταιος ήτον ο φόβος των και ότι οι στρατηγοί των τίποτε δεν έπαθαν. Ευθύς δε άμα εξημέρωσε, διέταξεν ο Κλέαρχος τους Έλληνας να εξοπλισθούν όλοι ως εις μάχην.

Κεφάλαιον τρίτον


Εκείνο, λοιπόν, το οποίον είχα προηγουμένως γράψη, ότι ετρόμαξεν ο βασιλεύς διά την έφοδον, εφάνη εκ του γεγονότος τούτου: Ότι την μεν προηγουμένην ημέραν, αποστέλλων αγγελιοφόρους του εις τους Έλληνας, τους διέτασσε να παραδώσουν τα όπλα. Τότε δε, μόλις ανέτειλεν ο ήλιος, τους απέστειλε κήρυκας, διά να κλείσουν ειρήνην μεταξύ των.

Ούτοι, λοιπόν, αφού ήλθαν εις τας προφυλακάς, εζήτουν να ίδουν τους στρατηγούς. Και αφού ανήγγειλαν την έλευσίν των οι προφυλακές, ο Κλέαρχος, όστις έτυχε την ώραν εκείνην να επιθεωρή το στράτευμα, παρήγγειλεν εις τους προφύλακας να είπουν εις τους κήρυκας να περιμένουν, μέχρις ότου ευκαιρήση (τελειώση την επιθεώρησιν).

Αφού δε παρέταξε τον στρατόν, ώστε να ήναι η όλη φάλαγξ καθ' όλην την έκτασιν πυκνή και θεαματικωτάτη, εκ δε των αόπλων κανείς να μην ήναι θεατός, προσεκάλεσε τους αγγελιοφόρους, αυτός ο ίδιος προϋπαντήσας αυτούς με τους μάλλον καλώς ωπλισμένους και ωραιοτέρους εκ των στρατιωτών του, αφού προηγουμένως παρήγγειλε και εις τους άλλους στρατηγούς κατά τον αυτόν (επιδεικτικόν) τρόπον να προσέλθουν.

Ότε δε τους επλησίασε, τους ηρώτα τι θέλουν. Ούτοι δε απήντησαν ότι ήλθαν να διαπραγματευθούν περί ειρήνης, έχοντες εντολήν να διαβιβάσουν εις τους Έλληνας τους λόγους του βασιλέως και τους των Ελλήνων εις τον βασιλέα.

Ο δε Κλέαρχος απήντησεν: «Αναγγείλατε λοιπόν εις αυτόν ότι εν πρώτοις παρίσταται ανάγκη μάχης. Διότι δεν έχομεν τι να φάγωμεν, ούτε θα ετόλμα κανείς να διαπραγματευθή με τους Έλληνας περί ειρήνης, εάν δεν τους επρομήθευε πρωτήτερα τροφάς».

Ακούσαντες ταύτα οι αγγελιοφόροι άμέσως ανεχώρησαν και επανήλθον πάλιν ταχέως. Τούτο δ' εφανέρωνεν ότι ο βασιλεύς ήτον εκεί που πλησίον, ή άλλος τις, όστις ενήργει κατ' εντολήν του τας διαπραγματεύσεις. Απήντησαν, λοιπόν, ότι ο βασιλεύς φρονεί ότι έχει δίκαιον ο Κλέαρχος και ότι ήλθαν φέροντες μαζή των οδηγούς, οίτινες, εάν κλεισθή ειρήνη μεταξύ των, θα τους οδηγήσουν εις μέρη, όθεν θα προμηθευθούν τα προς τροφήν των αναγκαία.

Ο δε Κλέαρχος ηρώτα αν με μόνους τους ελθόντας και επιστρέψαντας (εις τον βασιλέα) άνδρας θα συνθηκολογήση ή και με τους άλλους (ή και με όλον τον στρατόν του βασιλέως) (11) .

Εκείνοι δε απήντησαν ότι «η ειρήνη κλείνεται με όλους, μέχρι της στιγμής καθ’ ήν θ' αναγγελθούν οι λόγοι σας εις τον βασιλέα».

Αφού δε είπαν ταύτα, ο Κλέαρχος, απομακρύνας αυτούς ολίγον, συνεσκέπτετο με τους στρατηγούς (περί του πρακτέου). Και εφάνη λοιπόν (εις τους στρατηγούς) καλόν ότι πρέπει να γείνη η ειρήνη όσον το δυνατόν ταχύτερον, εν ησυχία δε και ανενόχλητοι να έλθουν εις ο μέρος ήσαν αι τροφαί, διά να προμηθευθούν εξ αυτών.

Εις ταύτα ο Κλέαρχος απήντησε: «Και εγώ την αυτήν έχω γνώμην. Δεν θα την είπω όμως αμέσως (εις τους απεσταλμένους του βασιλέως), αλλά θα χρονοτριβήσω ολίγον, έως ότου φοβηθούν μήπως απεφασίσαμεν να μη γείνη ειρήνη. Νομίζω δε, προσέθηκεν, ότι από τον αυτόν φόβον θέλουν καταληφθή και οι στρατιώται μας». Όταν δε ενόμισεν ότι ήτο πλέον καιρός να επιστρέψη, είπεν εις αυτούς ότι δέχεται την ειρήνην, και ευθύς διέταξε να τους οδηγήσουν εις ο μέρος ήσαν αι τροφαί.

Και αυτοί μεν προηγούντο· ο δε Κλέαρχος επορεύετο, συνθηκολογήσας μεν ήδη, αλλ' έχων και τον στρατόν ως προς μάχην έτοιμον, εις την οπισθοφυλακήν του οποίου και ευρίσκετο. Συνήντων δε καθ' οδόν τάφρους και χάνδακας πλήρεις ύδατος, ώστε να μη τους ήναι δυνατόν να διέλθουν άνευ γεφυρών. Κατεσκεύαζαν λοιπόν τοιαύτας από φοίνικας ερριμμένους κατά γης ή από αυτούς τους ιδίους κοπτομένους.

Τότε δε ήτο ευκαιρία να γνωρίση τις κάλλιστα τον Κλέαρχον πώς επεστάτει, διά μεν της δεξιάς χειρός κρατών το δόρυ, διά δε της αριστεράς ράβδον. Ούτω, εάν του εφαίνετο κανείς των διά την εργασίαν ταύτην προωρισμένων οκνηρός, εκλέγων τον περισσότερον τιμωρίας άξιον τον εκτύπα (διά της ράβδου του) και συγχρόνως αυτός ο ίδιος ήρχετο εις βοήθειάν του, εισερχόμενος μέσα εις την λάσπην. Ώστε όλοι να εντρέπωνται μήπως δεν εκτελούν όπως αυτός την εργασίαν των.

Και ετάχθησαν πλησίον του οι μέχρι τριάκοντα ετών (στρατιώται). Επειδή δε έβλεπαν οι πρεσβύτεροι ακόμη και τον Κλέαρχον με σπουδήν και προθυμίαν εργαζόμενον, ήρχοντο εις βοήθειάν του και αυτοί.

Πολύ περισσότερον όμως των άλλων εβιάζετο ο Κλέαρχος, επειδή υπώπτευεν ότι αι τάφροι δεν ήσαν πάντοτε ούτω πλήρεις ύδατος [διότι η ώρα του έτους (Οκτώβριος μην) δεν ήτο κατάλληλος προς άρδευσιν της πεδιάδος], αλλ' ότι ο βασιλεύς, θέλων ήδη να παρεμβάλη πολλά προσκόμματα εις την πορείαν των Ελλήνων, είχεν απολύση το ύδωρ εις την πεδιάδα.

Πορευόμενοι δε έφθασαν εις τα χωρία, από τα οποία υπέδειξαν οι οδηγοί ότι ηδύναντο να λάβουν τροφάς, και εις τα οποία υπήρχε πολύς σίτος και οίνος εκ φοινίκων, από τους αυτούς καρπούς δε και όξος βρασμένον.

Εκ των καρπών δ' αυτών οι μεν κατωτέρας ποιότητος, όμοιοι προς εκείνους τους οποίους ανευρίσκει τις και εις την Ελλάδα, ήσαν προωρισμένοι διά τους υπηρέτας, οι δε εκλεκτοί διά τους κυρίους των, θαυμάσιοι κατά το κάλλος και το μέγεθος, χρώματος δε ως το του ηλέκτρου. Εκ των οποίων και ουκ ολίγοι ξηραινόμενοι εχρησίμευαν ως τραγήματα (ξηροί καρποί) μετά το φαγητόν. Είτε δε μόνοι των είτε συνοδευόμενοι και από οίνον οι ξηροί αυτοί καρποί, αν και γλυκύτατοι την γεύσιν, επροξένουν πάντοτε, τρωγόμενοι, κεφαλαλγίαν.

Ενταύθα πρώτην φοράν έφαγαν οι στρατιώται από τον μυελόν (μελούδι) του φοίνικος, εθαύμασαν δε οι περισσότεροι εξ αυτών το είδος και την εντελώς ξεχωριστήν αυτού γλυκύτητα. Ως οι ξηροί καρποί δε και ούτος επροξένει κεφαλαλγίαν εις τον τρώγοντα. Ο δε φοίνιξ εκείνος, από του οποίου ήθελεν αφαιρεθή ο μυελός, όλος εξηραίνετο.

Ενταύθα έμειναν ημέρας τρεις. Και εκ μέρους του μεγάλου βασιλέως ήλθεν ο Τισσαφέρνης και ο γυναικάδελφος του βασιλέως και άλλοι τρεις Πέρσαι. Ηκολούθουν δε και δούλοι πολλοί. Αφού δε τους προϋπάντησαν οι στρατηγοί των Ελλήνων, πρώτος ο Τισσαφέρνης έλεγε διά διερμηνέως τα εξής:

«Εγώ, ω άνδρες Έλληνες, γειτονεύω με την Ελλάδα (ως γνωρίζετε), και επειδή σας είδα να περιέλθετε εις πολλάς αμηχανίας, ενόμισα ότι μου παρουσιάζετο ήδη μοναδική ευκαιρία να καταβάλω πάσαν δυνατήν προσπάθειαν όπως ζητήσω και λάβω παρά του βασιλέως την άδειαν να σας επαναφέρω και πάλιν σώους εις την πατρίδα σας, φρονών ότι ηθέλετε μ' ευγνωμονή διά τούτο τόσον σεις, όσον και πάσα η άλλη Ελλάς.

»Τοιαύτα λοιπόν φρονών παρεκάλουν τον βασιλέα λέγων ότι εδικαιούμην να λάβω παρ' αυτού τοιαύτην χάριν, διότι εγώ ήμην εκείνος, όστις τον ειδοποίησα πρώτος ότι εκστρατεύει ο Κύρος εναντίον του, και εγώ ήμην επίσης εκείνος, όστις, ευθύς ως τον ειδοποίησα περί της εκστρατείας, πρώτος του παρέσχον την βοήθειάν μου, εκ των απέναντι δε των Ελλήνων παραταχθέντων κατά την μάχην μόνος εγώ δεν έφυγα, αλλά τρέξας ηνώθην με τον στρατόν του βασιλέως εις το στρατόπεδόν σας, όπου ούτος ήλθεν, αφού εφόνευσε τον Κύρον και αφού τους μετά του Κύρου πολεμούντας Πέρσας έτρεψεν εις φυγήν με αυτούς εδώ, τους οποίους τώρα βλέπετε πλησίον μου και οίτινες είναι πιστότατοι και αφωσιωμένοι καθ' όλα εις αυτόν.

»Και περί όλων μεν αυτών μου υπέσχετο ότι θα σκεφθή. Με διέτασσε δε, αφού έλθω προς σας, να σας ερωτήσω διά ποίον λόγον εκστρατεύσατε εναντίον του. Σας συμβουλεύω, λοιπόν, να του απαντήσετε μετριοπαθώς, και τούτο, διά να ημπορέσω ευκολώτερον να επιτύχω καλόν τι παρ' αυτού υπέρ της υποθέσεώς σας».

Αφού είπε ταύτα, οι Έλληνες παραμερίσαντες ολίγον συνεσκέπτοντο. Επ' ονόματι δε αυτών απήντησεν ο Κλέαρχος ως εξής: «Ημείς ούτε συνήλθομέν ποτε επί τω σκοπώ να πολεμήσωμεν τον βασιλέα, ούτε καν εφαντάσθημεν ότι εκστρατεύοντες με τον Κύρον εβαδίζαμεν κατά του βασιλέως. Διότι, όπως και συ πολύ καλά γνωρίζεις, πολλάς προφάσεις εύρισκεν ούτος (ο Κύρος) καθ' οδόν, ίνα και υμάς καταλάβη απροετοιμάστους (προς μάχην) και ημάς οδηγήση εις τούτο εδώ το μέρος.

»Όταν όμως, επί τέλους, είδαμεν να περιέρχεται ο Κύρος εις πολύ δύσκολον θέσιν, ησχύνθημεν και θεούς και ανθρώπους να φανώμεν προδόται προς αυτόν, ενώ πρωτήτερα με τόσην προθυμίαν εδεχόμεθα τας ευεργεσίας του.

»Αφού δε απέθανεν ο Κύρος, ούτε εσκέφθημέν ποτε να διεκδικήσωμεν την βασιλικήν εξουσίαν από τον βασιλέα, ούτε ποτέ είχαμεν καμμίαν αφορμήν, ένεκα της οποίας ηθέλαμεν να βλάψωμεν την χώραν του, πολύ δε ολιγώτερον να τον φονεύσωμεν, θα ηθέλαμεν δε μόνον να επιστρέψωμεν εις την πατρίδα μας, εάν δεν ήθελε κανείς μας ενοχλήση.

»Εάν όμως επιτεθή τις εναντίον μας, θα προσπαθήσωμεν και ημείς με την βοήθειαν των Θεών να τον εκδικηθώμεν. Αλλ' εάν και είς μόνος υπάρχη, όστις θα ήθελε να μας ευεργετήση, ακόμη και τούτου δεν θέλομεν φανή κατώτεροι, αντευεργετούντες αυτόν με κάθε τρόπον».

Και ο μεν Κλέαρχος ούτως ωμίλησεν. Ακούσας δε ταύτα ο Τισσαφέρνης απήντησεν ως εξής: «Όσα μου είπατε θέλω διαβιβάση εις τον βασιλέα, και εις σας πάλιν θέλω διαβιβάση όσα εις απάντησίν σας ήθελε μου παραγγείλη ούτος. Έως ότου δε εγώ επιστρέψω, ας κρατή ειρήνη μεταξύ μας, θέλομεν δε σας παράσχη κάθε ευκολίαν προς προμήθειαν τροφών».

Και την μεν ακόλουθον ημέραν ο Τισσαφέρνης δεν ήλθε, πράγμα τα οποίον ενέβαλεν εις ανησυχίαν τους Έλληνας. Την τρίτην όμως ελθών είπεν ότι, αφού διεπραγματεύθη το ζήτημα μετά του βασιλέως, έρχεται ήδη έχων την άδειαν παρ' αυτού πώς να επιτύχη την επιστροφήν των Ελλήνων εις τας πατρίδας των, αν και πολλοί εκ των περί τον βασιλέα είχαν εις τούτο όλως εναντίαν γνώμην, ότι δηλαδή δεν θα ήτο πρέπον εις ένα βασιλέα ν' αφήση ούτω ελευθέρους εκείνους, οίτινες εξεστράτευσαν εναντίον του.

Τέλος δε είπε: «Και τώρα σας είναι πλέον επιτετραμμένον (δύνασθε) να βασισθήτε εις τον λόγον μας, ότι πράγματι κατά την μέχρι της πατρίδος σας πορείαν θα σας παράσχωμεν εντελώς φιλικήν την χώραν και χωρίς κανένα δόλον θα σας οδηγήσωμεν μέχρι της Ελλάδος, παρέχοντες τακτικώς τρόφιμα προς αγοράν εις τον στρατόν σας. Όπου δε δεν θα ήτο δυνατόν ν' αγοράσετε τοιαύτας, θα σας επιτρέψωμεν να λαμβάνετε τα προς τροφήν σας εκ της χώρας.

»Σεις δε εξ άλλου είναι ανάγκη να μας ορκισθήτε ότι πράγματι θα βαδίζετε ως διά μέσου χώρας φιλικής, χωρίς ουδεμίαν να προξενήσετε ζημίαν ή ουδένα να βλάψετε εις τον δρόμον σας, προμηθευόμενοι τροφάς ή ποτά, καθ’ ήν περίπτωσιν δεν θα ήναι δυνατόν ημείς αυτοί να σας παρέχωμεν τοιαύτας προς αγοράν. Εάν όμως σας παρουσιάζωμεν τροφάς, θα προμηθεύεσθε τα προς διατροφήν του στρατού σας αναγκαία αγοράζοντες».

Αφού παρεδέχθησαν ταύτα οι Έλληνες, ωρκίσθησαν και έδωκαν τας δεξιάς των εις τους Έλληνας στρατηγούς και λοχαγούς ο Τισσαφέρνης και ο γυναικάδελφος του βασιλέως, λαβόντες και αυτοί τας των Ελλήνων (εις πίστωσιν των όρκων των).

Μετά ταύτα δε ο Τισσαφέρνης, είπε: «Και τώρα μεν λοιπόν εγώ απέρχομαι προς τον βασιλέα, ευθύς δε ως τελειώσω τας υποθέσεις μου (άμα ως επιτύχω όσα χρειάζομαι), θα επανέλθω, διά να προετοιμασθώ, όπως σάς μεν οδηγήσω εις την Ελλάδα, εγώ δε απέλθω εις την έδραν της, ην εξουσιάζω, επαρχίας μου».

Κεφάλαιον τέταρτον


Μετά ταύτα επερίμεναν τον Τισσαφέρνην και οι Έλληνες και ο Αριαίος, εστρατοπεδευμένοι πλησίον αλλήλων επί είκοσι και πλέον ημέρας. Κατά το διάστημα δε αυτό έρχονται εις τον Αριαίον και οι αδελφοί του και όλοι όσοι (του) ήσαν αναγκαίοι, επίσης δε καί τινες εκ των Περσών (έρχονται) εις τους συντρόφους του, οίτινες (Πέρσαι) ενεθάρρυναν και υπέσχοντο είς τινας επ' ονόματι του βασιλέως, ότι δεν θα μνησικακήση ούτος κατ' αυτών διά την μετά του Κύρου εκστρατείαν των, ουδέ δι' οιονδήποτε άλλο εξ όσων μέχρι τούδε συνέβησαν.

Εφ' όσον δε εγίνοντο ταύτα, οι περί τον Αριαίον εφωρώντο ελάχιστα προσέχοντες (λαμβάνοντες υπ' όψει) τους Έλληνας. Διά τον λόγον δε τούτον και οι περισσότεροι των Ελλήνων ήσαν μαζή των δυσηρεστημένοι, προσερχόμενοι δε εις τον Κλέαρχον και εις τους άλλους στρατηγούς έλεγαν:

«Τις ο λόγος, δι' ον εξακολουθούμεν ακόμη να μένωμεν ενταύθα; Ή μήπως τάχα δεν γνωρίζομεν ότι με κάθε τρόπον θα προσπαθήση ο βασιλεύς να μας καταστρέψη, διά να εμπνεύση και εις τους άλλους Έλληνας τον φόβον να μην εκστρατεύουν πλέον του λοιπού εναντίον του μεγάλου βασιλέως; Και τώρα μεν απαιτεί από ημάς να μένωμεν εδώ, επειδή ο στρατός του έχει ήδη διασκορπισθή. Όταν όμως συναθροισθή πάλιν, τίποτε δεν θα τον εμποδίση να επιτεθή εναντίον μας.

Ίσως δε (ταύτην την στιγμήν) κάπου εδώ ανασκάπτει τάφρον ή ανεγείρει τείχος (οχυρώνει), διά να μας εμποδίση την προς τα πρόσω πορείαν μας. Διότι βεβαίως ποτέ δεν θα θελήση εκουσίως του (ποτέ δεν θα συγκατανεύση), επιστρέφοντες εις την Ελλάδα, ν' αναγγείλωμεν ότι ημείς, αν και είμεθα τόσον ολίγοι, ενικήσαμεν τον βασιλέα μέσα εις την χώραν του και, αφού τον ενεπαίξαμεν ούτω νικηθέντα, επεστρέψαμεν εις την πατρίδα μας».

Ο δε Κλέαρχος εις τους λέγοντας ταύτα απεκρίθη τα εξής: «Κ' εγώ, όπως σεις, έχω υπ' όψει όλα όσα μου είπατε. Σκέπτομαι όμως ότι, εάν αναχωρήσωμεν τώρα (χωρίς την θέλησιν του βασιλέως), θα φανώμεν ότι αναχωρούμεν ως εχθροί του (με τον σκοπόν αργότερα να τον πολεμήσωμεν) και ότι ενεργούμεν παρά τας συνθήκας. Εκτός τούτου, πρώτον μεν κανείς δεν θα μας φέρη τροφάς διά να αγοράσωμεν, ουδέ θα εύρωμεν κανέν μέρος, διά να προμηθευθώμεν τοιαύτας. Εξ άλλου δε δεν θα έχωμεν κανένα να μας οδηγήση κατά την οδοιπορίαν μας. Συγχρόνως δε, εάν τοιαύτας λάβωμεν αποφάσεις, οποίας σεις προ ολίγου αναφέρατε, αμέσως ο Αριαίος ήθελεν αποσκιρτήση εις το εχθρικόν στρατόπεδον. Ούτω δε, όχι μόνον κανείς πλέον φίλος δεν θα μας απομείνη, αλλά θα κηρυχθούν εχθροί μας και όλοι οι μέχρι τούδε φίλοι μας.

»Εάν δε υπάρχη και κανείς άλλος, εκτός του Ευφράτου, ποταμός, τον οποίον πρέπει (θα έπρεπε) να διαβώμεν, δεν ηξεύρω. Ως προς τον Ευφράτην όμως τούτον, όλοι γνωρίζομεν ότι δεν δυνάμεθα να τον διαβώμεν, εάν τυχόν ήθελαν μας εμποδίση οι πολέμιοι. Εάν δε παρίστατο ανάγκη να πολεμήσωμεν, στερούμεθα συμμάχου ιππικού, ενώ οι πλείστοι των εχθρών μας είναι ιππείς και μάλιστα αξιόλογοι. Ώστε, εάν μεν ηθέλαμεν νικήση, θα ενικώμεν χωρίς κανένα να φονεύσωμεν. Εάν δε ηθέλαμεν νικηθή, κανείς από ημάς δεν θα εσώζετο (12) .

»Εγώ μεν λοιπόν, εάν έχη ο βασιλεύς, του οποίου τόσον πολλαί είναι (ως γνωρίζετε) αι συμμαχικαί δυνάμεις, να μας καταστρέψη, δεν γνωρίζω διά ποίον λόγον θα ευρίσκετο εις την ανάγκην να ορκισθή και να ομολογήση επισήμως πίστιν προς ημάς, κατόπιν δε να φανή επίορκος εις τους Θεούς και τον δοθέντα περί πίστεως και φιλίας λόγον του ενώπιον Ελλήνων και Περσών να μη τηρήση». Και άλλα πολλά τοιαύτα έλεγεν (ο Κλέαρχος).

Εν τω μεταξύ δε τούτω ήλθεν ο Τισσαφέρνης με τον στρατόν του, σκοπεύων δήθεν να επιστρέψη εις την χώραν του, και ο Ορόντας, διευθυνόμενος με τον στρατόν του και αυτός εις Αρμενίαν, γαμβρός δε επί θυγατρί του βασιλέως.

Εντεύθεν δε, προηγουμένου του Τισσαφέρνους και παρέχοντος τροφάς προς αγοράν διά τους Έλληνας, επορεύοντο. Συνεπορεύετο δε και ο Αριαίος, έχων τον βαρβαρικόν στρατόν του Κύρου, μαζή με τον Τισσαφέρνην και Ορόνταν, συστρατοπεδευόμενος δε με τον στρατόν των.

Οι δ' Έλληνες, υποπτεύοντες αυτούς, επροχώρουν μόνοι των, έχοντες ιδίους οδηγούς. Οσάκις δ' εστρατοπέδευον, απείχον πάντοτε αλλήλων ένα παρασάγγην και ολιγώτερον. Και ως να ήσαν εχθροί εφυλάσσοντο ο είς από τον άλλον. Εννοείται δε ότι και τούτο τους ενέβαλεν εις όχι ολίγην υποψίαν μεταξύ των.

Κάποτε δε και συνέβαινεν, ενώ συνέλεγαν ξύλα από το ίδιον μέρος ή χόρτα ή άλλα παρόμοια, ν' αλληλοδέρνωνται αμειλίκτως, ώστε και τούτο ν' αποτελή μίαν πάρα 'πάνω αφορμήν προς έχθραν.

Διελθόντες δε τρεις σταθμούς έφθασαν εις το καλούμενον τείχος της Μηδίας, το οποίον και επέρασαν. Ήτο δε οικοδομημένον το τείχος τούτο με ψημένας πλίνθους, συνδεομένας με άσφαλτον, έχον πλάτος μεν είκοσι ποδών, ύψος δε εκατόν. Το μήκος του δε (διήκον από του Ευφράτου μέχρι του Τίγρητος) ελέγετο ότι ήτον είκοσι παρασαγγών. Και απείχεν όχι πολύ της Βαβυλώνος.

Εντεύθεν επορεύθησαν σταθμούς δύο, παρασάγγας οκτώ. Και διέβησαν δύο διώρυγας, την μίαν μεν επί γεφύρας, την άλλην δε επί επτά προς άλληλα συνδεδεμένων (εζευγμένων) πλοίων. Ήρχιζαν δε αύται από του Τίγρητος ποταμού. Και εξ αυτών πάλιν, εις διάφορα αυτών σημεία, διηνοίγοντο τάφροι προωρισμέναι προς ποτισμόν της χώρας, εξ ων αι μεν πρώται ήσαν μεγάλαι, αι δε κατόπιν μικρότεραι. Τέλος δε υπήρχον και μικροί οχετοί (αυλάκια), όπως οι εν Ελλάδι χρησιμεύοντες προς ποτισμόν των αραβοσιτοσπάρτων αγρών. Και φθάνουν εις τον Τίγρητα ποταμόν, πλησίον του οποίου ήτο πόλις μεγάλη και πολυάνθρωπος, ονομαζομένη Σιττάκη, απέχουσα από τον ποταμόν δέκα πέντε στάδια.

Οι μεν Έλληνες λοιπόν κατεσκήνωσαν παρ' αυτήν, πλησίον κήπου μεγάλου και ωραίου και καταφύτου από παντός είδους δένδρα, οι δε Πέρσαι είχαν διέλθη τον Τίγρητα και δεν εφαίνοντο πλέον.

Μετά το γεύμα δε ο Πρόξενος και ο Ξενοφών έτυχε να περιπατούν προ του μέρους, εις το οποίον είχαν καταθέση τα όπλα, (έξωθεν των όπλων). Ότε πλησιάσας άνθρωπός τις ηρώτησε τους προφύλακας πού δύναταί τις να ίδη τον Πρόξενον ή τον Κλέαρχον. Τον Μένωνα εν τούτοις δεν εζήτει, αν και ο άνθρωπος εκείνος ήρχετο εκ μέρους του Αριαίου, όστις ήτο φίλος του Μένωνος.

Αφού δε ο Πρόξενος του απεκρίθη: «Εγώ είμαι εκείνος τον οποίον ζητείς», ο άνθρωπος αυτός του είπε τα εξής: «Με απέστειλεν ο Αριαίος και ο Αρτάοζος, πιστοί φίλοι του Κύρου, ευνοϊκώς δε διακείμενοι προς σας, οίτινες σας συνιστούν να προφυλάττεσθε μήπως επιτεθούν εναντίον σας την νύκτα οι βάρβαροι. Υπάρχει δε στρατός πολύς εντός του πλησίον κειμένου κήπου.

»Και σας συνιστούν ακόμη ν' αποστείλετε φρουράν εις την γέφυραν του Τίγρητος ποταμού, διότι σκοπεύει ο Τισσαφέρνης να την καταστρέψη, αν ημπορή, την νύκτα, διά να μη διαβήτε, αλλά να αποκλεισθήτε μεταξύ του ποταμού και της διώρυγος».

Ακούσαντες ταύτα οι στρατηγοί τον οδηγούν εις τον Κλέαρχον και του ανακοινούν όσα τους είπεν. Ο δε Κλέαρχος, αφού τους ήκουσεν, εταράχθη πολύ και εφοβείτο.

Κάποιος δε νεανίας εκ των παρευρισκομένων εκεί, εννοήσας καλώς περί τίνος επρόκειτο, είπεν ότι «είναι εντελώς ανακόλουθα (αντιφατικά προς άλληλα) το να επιτεθούν και να καταστρέψουν ταυτοχρόνως και την γέφυραν. Διότι πας τις αντιλαμβάνεται ότι, επιτιθέμενοι καθ' ημών, ή θα νικήσουν, κατ' ανάγκην, ή θα νικηθούν. Και εάν μεν νικήσουν, ποίος ο λόγος να καταστρέψουν την γέφυραν; Διότι, και εάν πολλαί γέφυραι υπάρχουν, δεν θα ήτο δυνατόν πλέον να εύρωμεν μέρος εις το οποίον, καταφυγόντες, να σωθώμεν.

»Εάν δε νικήσωμεν ημείς, τότε, καταστρεφομένης της γεφύρας, δεν θα έχουν αυτοί μέρος, εις το οποίον, καταφυγόντες, να σωθούν. Ουδέ θα ήναι δυνατόν εν τοιαύτη περιπτώσει να τους βοηθήση κανείς εκ των πέραν του ποταμού ευρισκομένων βαρβάρων, εκ των οποίων πάντως θα μένουν εκείσε ουκ ολίγοι».

Ακούσας δε ο Κλέαρχος ταύτα, ηρώτησε τον απεσταλμένον: «Πόση είναι η έκτασις της μεταξύ του Τίγρητος και της διώρυγος ευρισκομένης χώρας». Ούτος δε είπεν: «ότι είναι πολλή και ότι υπάρχουν εν αυτή και κώμαι και πολλαί και μεγάλαι πόλεις».

Εγνώσθη όμως τότε, ότι οι βάρβαροι έστειλαν τον άνθρωπον αυτόν από σκοπού, φοβούμενοι μήπως οι Έλληνες, διελθόντες την γέφυραν, μείνουν εν τη (υπό του Τίγρητος και των διωρύγων σχηματιζομένη) νήσω, έχοντες οχυρώματα αφ' ενός μεν τον Τίγρητα, αφ' ετέρου δε την διώρυγα, λαμβάνουν δε τα προς τροφήν αναγκαία εκ της εν τω μέσω χώρας, ήτις και αρκετή είναι και εύφορος, και εκ των εν αυτή οικούντων καλλιεργητών της. Εκτός τούτου, ηδύνατο να χρησιμεύση (η νήσος αύτη) και ως ορμητήριον, από του οποίου να ενοχλή (βλάπτη) κανείς τον βασιλέα.

Μετά ταύτα δε ανεπαύοντο. Εις την γέφυραν όμως απέστειλαν φρουράν προς φύλαξιν, αλλ' από κανέν μέρος ούτε κανείς επετέθη κατά των Ελλήνων, ούτε προς την γέφυραν ήλθε κανείς εκ των εχθρών, ως εβεβαίωσαν (την επαύριον) οι φύλακες.

Άμα δε εξημέρωσε, διέβαιναν με όσον το δυνατόν περισσότεραν προφύλαξιν την γέφυραν, κατασκευασμένην διά τριάκοντα επτά συνδεδεμένων προς άλληλα πλοίων. Διότι μερικοί των μετά του Τισσαφέρνους Ελλήνων τους ειδοποίησαν (αίφνης) ότι οι εχθροί έχουν σκοπόν να επιτεθούν κατ' αυτών, ενώ διαβαίνουν την γέφυραν. Αλλά ταύτα μεν ήσαν ψευδή. Ενώ όμως διέβαιναν, εφάνη προ αυτών μέ τινας άλλους ο Γλους, παρατηρών, αν (πράγματι) διαβαίνουν τον ποταμόν. Αφού δε είδεν, επέστρεψε δρομαίως εις το βασιλικόν στρατόπεδον).

Από δε του Τίγρητος ποταμού επορεύθησαν σταθμούς τέσσαρας, παρασάγγας είκοσι και φθάνουν εις τον Φύσκον ποταμόν, έχοντα πλάτος ενός πλέθρου, και επ' αυτού γέφυραν. Και ενταύθα κατοικείτο πόλις μεγάλη ονομαζομένη Ώπις, πλησίον της οποίας απήντησε τους Έλληνας ο νόθος αδελφός του Κύρου και Αρταξέρξου, φέρων από τα Σούσα και Εκβάτανα στρατόν πολύν, διά να βοηθήση τον βασιλέα. Ούτος, σταματήσας τον στρατόν του, εθεώρει διαβαίνοντας τους Έλληνας.

Ο δε Κλέαρχος ωδήγει τον στρατόν εις δύο (διηρημένον), και άλλοτε μεν επορεύετο, άλλοτε δε ίστατο. Όσον δε χρόνον ίστατο η πρωτοπορεία του στρατεύματος, τοσούτον χρόνον ήτον ανάγκη να ίσταται και όλον το στράτευμα. Ώστε και εις αυτούς τους Έλληνας να φανή ο στρατός πάρα πολύς, και ο Πέρσης εκείνος να θεωρή αυτόν με θαυμασμόν.

Εντεύθεν δ' επορεύθησαν διά της Μηδίας σταθμούς ερήμους έξ, παρασάγγας τριάκοντα και φθάνουν εις τας κώμας της Παρυσάτιδος, της μητρός του Κύρου και του βασιλέως. Ταύτας ο Τισσαφέρνης, προς καταφρόνησιν του Κύρου, επέτρεψεν εις τους Έλληνας να τας διαρπάσουν, χωρίς όμως να προβούν και εις εξανδραποδισμόν των κατοίκων. Υπήρχε δ' εκεί πολύς σίτος και πρόβατα και άλλα χρήσιμα πράγματα.

Εντεύθεν δ' επορεύθησαν σταθμούς ερήμους τέσσαρας, παρασάγγας είκοσιν, έχοντες αριστερά τον Τίγρητα ποταμόν. Εις δε τον πρώτον σταθμόν, πέραν του ποταμού, κατωκείτο πόλις μεγάλη και πλουσία, ονομαζομένη Καιναί, από την οποίαν οι βάρβαροι μετέφεραν επί σχεδίων κατασκευασμένων από δέρματα άρτους, τυρούς και οίνον.

Κεφάλαιον πέμπτον


Μετά ταύτα φθάνουν εις τον Ζαπάταν ποταμόν, έχοντα πλάτος τεσσάρων πλέθρων, όπου και έμειναν ημέρας τρεις. Κατά το διάστημα δ' αυτό υπήρχαν μεν υποψίαι τινες (περί εμφανίσεως του εχθρού), ουδεμία όμως εφαίνετο φανερά κατ' αυτών επιβουλή.

Έκρινε, λοιπόν, καλόν ο Κλέαρχος να έλθη εις συνεννόησιν με τον Τισσαφέρνην, διά να ίδη αν ήτο δυνατόν να παύσουν οπωσδήποτε αι υποψίαι αύται, πριν ή ακόμη γείνη ένεκα τούτων πόλεμος. Απέστειλε, λοιπόν, κάποιον να του είπη ότι είναι απόλυτος ανάγκη να του ομιλήση. Ο δέ Τισσαφέρνης προθυμότατα του παρήγγειλε να έλθη (εις συνάντησίν του).

Αφού δε συνηντήθησαν, είπεν ο Κλέαρχος τα εξής: «Εγώ, ω Τισσαφέρνη, γνωρίζω μεν πολύ καλά ότι έχουν γείνη μεταξύ μας όρκοι και ότι αντηλλάγησαν αμοιβαίως λόγοι πίστεως και φιλίας ότι ποτέ δεν θ' αδικήση ο είς τον άλλον. Εν τούτοις, και σέ βλέπω να φυλάττεσαι από ημάς, ως εάν ήμεθα εχθροί σου, και ημείς, βλέποντες ταύτα, αντιφυλαττόμεθα επίσης.

»Επειδή δε δεν δύναμαι διόλου να φαντασθώ ότι συ προσπαθείς να μας βλάψης, εγώ δε εξ άλλου είμαι εις θέσιν να σε διαβεβαιώσω ότι και ημείς ουδέποτε εσκέφθημεν τοιούτο τι εναντίον σας, ενόμισα καλόν να συνεννοηθώ μαζή σου πώς θα κατορθώσωμεν επί τέλους ν' απομακρύνωμεν (να βγάλουμε απ' τη μέση) την μεταξύ μας κρατούσαν δυσπιστίαν.

»Διότι εγνώρισα όχι ολίγους έως τώρα ανθρώπους, οίτινες, άλλοι μεν εκ διαβολών, άλλοι δε εξ υποψιών φοβούμενοι αλλήλους, θέλοντες όμως και να προλάβουν πριν ή ακόμη αυτοί πάθουν τίποτε, επροξένησαν ανηκέστους συμφοράς εις ανθρώπους, οίτινες ούτε εσκέφθησαν ποτέ, ούτε ποτέ ηθέλησαν να βλάψουν αυτούς και εις το ελάχιστον.

»Φρονών, λοιπόν, ότι αι τοιαύται αφροσύναι (καχυποψίαι) δύνανται να παύσουν, προ πάντων διά των απ' ευθείας συνεννοήσεων, ήλθα προς σε με την πρόθεσιν να σου αποδείξω ότι σφάλλεσαι μη εμπιστευόμενος εις ημάς.

«Διότι πρώτος μεν και σπουδαιότατος λόγος, δι ον εμποδιζόμεθα να ήμεθα πλέον πολέμιοι προς αλλήλους, είναι οι προς τους Θεούς δοθέντες όρκοι. Όστις δε εκ των δύο μας ελέγχεται από την συνείδησίν του ότι κατεπάτησε τους όρκους τούτους, ούτος, κατ' εμέ, δεν θα ημπορέση ποτέ να ευτυχήση. Διότι δεν γνωρίζω ούτε πώς θα ηδύνατό τις να αποφύγη την τιμωρίαν των Θεών, με οποιανδήποτε και αν φεύγη ταχύτητα, ούτε εις ποίον σκοτεινόν μέρος θα ηδύνατο να ζητήση καταφύγιον, ούτε πώς, έστω και εντός οχυρωτάτου ακόμη τόπου, να προφυλαχθή. Διότι πανταχού τα πάντα είναι εις την εξουσίαν των Θεών και πανταχού επί πάντων εξ ίσου δεσπόζουν οι Θεοί.

»Όσον μεν αφορά, λοιπόν, τους Θεούς και τους όρκους, τοιαύτην έχω γνώμην. Προ των Θεών δ' αυτών και κατεθέσαμεν (ως αφιέρωμά τι) την φιλίαν την οποίαν προς αλλήλους ωμολογήσαμεν. Εξ όλων δε των ανθρωπίνων αγαθών σε νομίζω εγώ ως το μεγαλήτερον, του οποίου ηδυνάμεθα να τύχωμεν εις τας παρούσας περιστάσεις.

»Διότι με σε μεν (με την βοήθειάν σου), όλη μεν η διανυθησομένη οδός θα ήναι εύκολος, κάθε δε ποταμός διαβατός, ουδεμίαν δε θα αισθανθώμεν έλλειψιν τροφίμων. Χωρίς σε δε, όλη μεν η οδός θα είναι σκοτεινή (άραχλη και μαύρη), διότι μας είναι άγνωστη εντελώς, κάθε δε ποταμός δυσκολοδιάβατος, κάθε λαός δε φοβερός, και φοβερωτέρα όλων η ερημία. Διότι θα συνοδεύεται αύτη πάντοτε από στερήσεις των προς συντήρησίν μας αναγκαίων.

»Εάν δε και, καταληφθέντες ποτέ από μανίαν, ηθέλαμεν σε φονεύση καθ' οδόν, τι άλλο ηθέλαμεν πράξη ή, φονεύοντες τον ευεργέτην μας, να απεκδυθώμεν εις αγώνα πάλης προς τον εν ακμαιότητι δυνάμεων αναμένοντα πάντοτε να μας εκδικηθή μέγαν βασιλέα; Ποίων δε και πόσων ελπίδων ήθελον στερηθή, εάν απεπειρώμην, έστω και κατά τι, να σε βλάψω, περί τούτου θα σου ομιλήσω αμέσως.

Εάν επεθύμησά ποτε να γείνη φίλος μου ο Κύρος, έπραξα τούτο, διότι ενόμιζα ότι ήτον ούτος τότε ο ικανώτερος να ευεργετή οιονδήποτε ήθελε. Σήμερα όμως βλέπω ότι έχεις υπό την εξουσίαν σου και τον στρατόν του Κύρου και την χώραν του, ότι διασώζεις πλέον την Αρχήν σου και ότι την βασιλικήν (στρατιωτικήν) δύναμιν, την οποίαν μετεχειρίζετο ως εχθράν του ο Κύρος, ταύτην έχεις συ τώρα σύμμαχόν σου.

» Ενώ, λοιπόν, ούτως έχουν τα πράγματα, τις θα ήναι τόσον παράφρων, ώστε να μη θέλη να ήναι φίλος σου; Αλλ' εγώ θα σου είπω ακόμη και το εξής, εκ του οποίου ελπίζω ότι και συ ο ίδιος θα θελήσης να ήσαι φίλος μας:

»Γνωρίζω καλώς ότι οι κάτοικοι της Μυσίας σας είναι ενοχλητικοί. Αυτούς, λοιπόν, νομίζω ότι μ' αυτήν την δύναμιν, που διαθέτω σήμερον, θα ηδυνάμην, προς χάριν σας, να ταπεινώσω. Μανθάνω δε ότι και οι κάτοικοι της Πισιδίας και πολλοί άλλοι λαοί ακόμη σας είναι ενοχλητικοί επίσης. Αλλά και τούτους φρονώ ότι δύναμαι να αναγκάσω να μην ενοχλούν πλέον την ευδαιμονίαν της χώρας σας. Τους δ' Αιγυπτίους, κατά των οποίων γνωρίζω ότι είσθε ήδη είπερ ποτέ εξωργισμένοι, δεν βλέπω με ποίαν άλλην συμμαχικήν δύναμιν θα ηδύνασθε να τους τιμωρήσητε καλλίτερον, παρά με αυτήν την οποίαν έχω τώρα εις την διάθεσίν μου.

»Αλλά και μεταξύ των κατοικούντων περί την χώραν σου λαών εάν μεν ήθελες να ήσαι εις οιονδήποτε εξ αυτών φίλος, θα του ήσο όσον το δυνατόν μέγιστος (φίλος ισχυρότατος). Εάν δε κανείς εξ αυτών σε ηνώχλει, θα τον μετεχειρίζεσο ως κύριος και δεσπότης, έχων βοηθούς σου και ημάς, οίτινες δεν θα σε υπηρετούμεν μόνον διότι μας μισθοδοτείς, αλλά και διότι θα σου οφείλωμεν (θα σου γνωρίζωμεν) δικαιοτάτην χάριν, επειδή μας έσωσες.

»Εις εμέ, λοιπόν, πάντα ταύτα αναλογιζόμενον, θα εφαίνετο τόσον παράδοξον να μην έχης πίστιν εις ημάς, ώστε και με μεγάλην μου ευχαρίστησιν θα ήκουα το όνομα εκείνου, όστις είναι τόσον εις το λέγειν δυνατός, ώστε να σε πείση ότι αληθώς ημείς σε επιβουλεύομεν».

Και, λοιπόν, ο μεν Κλέαρχος τοσαύτα είπεν. Ο δέ Τισσαφέρνης του απήντησεν ως εξής: «Αλλ' ευχαριστούμαι, ω Κλέαρχε, πολύ, ακούων σε τόσον φρονίμως ομιλούντα. Διότι, όταν έχης τοιαύτην (καλήν περί εμού) γνώμην, και εάν ποτε διανοηθής κακόν τι εναντίον μου, θα είχα υπ' όψει μου συγχρόνως ότι και εις τον εαυτόν σου θα ήθελες να φανής κακός. Διά να εννοήσης δε ότι αδίκως ηθέλατε φανή άπιστοι και εις τον βασιλέα και εις εμέ, άκουσε.

»Εάν είχαμεν σκοπόν να σας καταστρέψωμεν, κατά τι θα μας εφαντάζεσθε υστερούντας: κατά το πλήθος των ιππέων ή κατά το πλήθος των πεζών ή κατά τον οπλισμόν, δι' ων όλων θα είμεθα εις θέσιν να σας βλάψωμεν, χωρίς ημείς ουδέν να πάθωμεν κακόν;

Ή μήπως νομίζετε ότι στερούμεθα καταλλήλων (επικαίρων) μερών, διά να επιτεθώμεν εναντίον σας; Μη δεν είναι τόσαι και τόσαι πεδιάδες, ανήκουσαι εις τους συμμάχους μας, τας οποίας σεις με μεγάλους μόχθους θα διέλθετε; Μη δεν βλέπετε γύρω σας τόσα και τόσα όρη, τα οποία είσθε ηναγκασμένοι να υπερβήτε, τα οποία όμως μας είναι πάρα πολύ εύκολον, αφού τα προκαταλάβωμεν, να σας τα καταστήσωμεν όλως ανυπέρβατα; Μη δεν είναι ακόμη τόσοι και τόσοι ποταμοί, επί των οποίων θα ηδυνάμεθα ν' αποσπώμεν (να παραπλανώμεν) εκ του στρατού σας τόσους, όσους θα ηθέλαμεν να πολεμήσωμεν; (13) Τινάς εκ τούτων μάλιστα θα σας είναι απολύτως αδύνατον να διαβήτε, εάν δεν σας διευκολύνωμεν ημείς την διάβασίν των.

»Εάν, εν τούτοις, και εις όλα αυτά αποτύχωμεν, έχομεν το πυρ, διά του οποίου δυνάμεθα να καταστρέψωμεν κάθε καρπόν της γης. Θα είχομεν, λοιπόν, την δύναμιν, τα πάντα κατακαίοντες, ν' αντιτάξωμεν ούτω καθ' υμών την πείναν, την οποίαν, όσον και αν ήσθε ανδρείοι, δεν θα δυνηθήτε ποτέ να πολεμήσητε (καταβάλετε).

»Τόσα, λοιπόν, μέσα διαθέτοντες προς πόλεμον, χωρίς κανέν εξ αυτών να μας είναι επικίνδυνον, πως έπειτα εξ όλων τούτων (των μέσων) θα εξελέγομεν τον δι' επιβουλής εκείνον τρόπον (ον ανέφερες), όστις μόνον μεν αυτός ενώπιον των Θεών είναι ασεβέστατος, μόνος δε αυτός ενώπιον των ανθρώπων παναισχρότατος;

»Είναι άξιον δε ανθρώπων εντελώς ανικάνων και αδεξίων, δεσμευομένων δε υπό της ανάγκης, προς δε και πονηρών, το να θέλη τις δι' επιορκίας προς τους Θεούς και δι' απιστίας προς τους ανθρώπους να πράττη τι (κατ' άλλου). Δεν είμεθα δα, ω Κλέαρχε, ημείς ούτε τόσον ασυλλόγιστοι, ούτε τόσον ηλίθιοι.

»Αλλά διατί άρα γε, ενώ μας ήτο εύκολον να σας καταστρέψωμεν, δεν προέβημεν εις τούτο; Μάθε καλώς ότι αιτία τούτου είναι ο διακαής μου πόθος να φανώ φίλος εις τους Έλληνας πιστός. Με το ξενικόν δ' εκείνο στράτευμα, με το οποίον ανέβη (εξεστράτευσεν) ο Κύρος, εξαγοράσας την προς αυτόν εμπιστοσύνην του διά μισθοδοσιών, μ' αυτό τούτο τώρα θα καταβώ εγώ (θα κατέλθω εις τα παράλια) πανίσχυρος, κερδίζων την προς εμέ εμπιστοσύνην του δι' ευεργεσιών.

»Εις πόσας μεν, λοιπόν, περιστάσεις δύνασθε να φανήτε χρήσιμοι εις εμέ, ωμίλησες. Μίαν μόνον παρέλειψες, την και μεγίστην, ην εγώ γνωρίζω, (την της καρδίας). Διότι την μεν επί της κεφαλής τιάραν μόνος ο βασιλεύς έχει το δικαίωμα να φορή ορθήν, την δε επί της καρδίας (δηλ. την βασιλικήν αυτής δύναμιν και τόλμην) ίσως και άλλος τις εξ υμών των παρευρισκομένων εδώ ηδύνατο ευπετώς (ακόπως) να φέρη».

Αφού είπε ταύτα ο Τισσαφέρνης, νομίσας ο Κλέαρχος ότι ειλικρινώς πράγματι ωμίλησε, του είπε: «Λοιπόν, αφού υπάρχουν τόσοι σπουδαίοι λόγοι, διά να ήμεθα μεταξύ μας φίλοι, δεν πρέπει άρα όλοι εκείνοι, οίτινες προσεπάθησαν διά διαβολών να μας καταστήσουν πολεμίους, να καταδικασθούν εις θάνατον;»

«Όσον μεν αφορά εμέ, είπεν ο Τισσαφέρνης, εάν θέλετε να έλθετε εδώ, στρατηγοί ομού και λοχαγοί, θα σου φανερώσω όλους εκείνους, οίτινες σε καταγγέλλουν ότι επιβουλεύεις εμέ και τον στρατόν μου».

«Κ' εγώ, είπεν ο Κλέαρχος, θα φέρω ενώπιόν σου όλους (όσους μου εζήτησες), διά να σου καταστήσω γνωστόν από ποίους εγώ μανθάνω τας περί σου διαβολάς».

Μετά τους λόγους τούτους ο Τισσαφέρνης, θέλων να περιποιηθή τον Κλέαρχον, του είπε να μείνη την εσπέραν εκείνην πλησίον του και εις κοινόν με άλλους μαζή δείπνον τον προσεκάλεσε. Την επομένην δε ο Κλέαρχος, ελθών εις το στρατόπεδον, εφαίνετο φιλικώτατα διακείμενος προς τον Τισσαφέρνην, ανακοινώσας δε όσα του είπεν ούτος, έλεγεν ότι πρέπει να υπάγουν εις αυτόν όλοι εκείνοι, περί των οποίων του ωμίλησε την προηγουμένην, όσοι δ' εκ των Ελλήνων ελεγχθούν διαβάλλοντες, αυτοί, ως προδόται και ως διανοούμενοι να βλάψουν τους Έλληνας, να τιμωρηθούν.

Υπώπτευε δε ότι ο Μένων ήτον ο διαβάλλων, γνωρίζων ότι αυτός με τον Αριαίον είχεν επισκεφθή κρυφίως τον Τισσαφέρνην και ότι είχε διεγείρη διχονοίας και ότι επεβούλευε τον Κλέαρχον, όπως, ελκύων προς το μέρος του όλον το στράτευμα, γίνη φίλος του Τισσαφέρνους.

Ήθελε δε και ο Κλέαρχος, εξ άλλου, όλον το στράτευμα να ήναι αφωσιωμένον εις αυτόν, και όσοι τον παρενοχλούν να εκδιωχθούν. Τινές, εν τούτοις, εκ των στρατιωτών του αντέλεγαν να μην υπάγουν όλοι οι λοχαγοί και στρατηγοί εις τον Τισσαφέρνην, ουδέ να δίδουν πίστιν εις τους λόγους του.

Ο Κλέαρχος όμως ισχυρώς αντέτεινεν, έως ότου κατώρθωσε να υπάγουν πέντε μεν στρατηγοί, είκοσι δε λοχαγοί. Τους ηκολούθησαν δε και εκ των άλλων στρατιωτών ως διακόσιοι, επί τω σκοπώ δήθεν αγοράς τροφίμων (άοπλοι).

Αφού δε έφθασαν εις την αυλήν του Τισσαφέρνους, οι μεν στρατηγοί προσεκλήθησαν να εισέλθουν, δηλ. Πρόξενος ο Βοιώτιος, Μένων ο Θεσσαλός, Αγίας ο Αρκάς, Κλέαρχος ο Λάκων και Σωκράτης ο Αχαιός. Οι δε λοχαγοί έμειναν έξω.

Μετ' ολίγον δε, δοθέντος του αυτού σημείου έσωθεν και έξωθεν της αυλής, και οι εντός αυτής συνελαμβάνοντο και οι εκτός εφονεύοντο. Μετά δε ταύτα τινές των βαρβάρων ιππέων, τρέχοντες διά της πεδιάδος, εφόνευαν οιονδήποτε συνήντων εις τον δρόμον των Έλληνα, δούλον ή ελεύθερον.

Οι Έλληνες, βλέποντες την ιππηλασίαν των ταύτην εκ του στρατοπέδου των, ηπόρουν και περί των πραττομένων υπ' αυτών αμφέβαλλον, έως ου Νίκαρχος ο Αρκάς, φεύγων την καταδίωξιν των ιππέων, ήλθε πληγωμένος εις την κοιλίαν και με τα έντερα εις τας χείρας, και είπεν όσα συνέβησαν.

Ευθύς, λοιπόν, όλοι οι Έλληνες, άμα τω ακούσματι, έτρεξαν εις τα όπλα φοβισμένοι και νομίζοντες ότι πάραυτα (τώρα όπου είναι) θα επιτεθούν οι εχθροί και κατά του στρατοπέδου των.

Και εκείνοι μεν όλοι δεν ήλθαν. Ήλθεν όμως ο Αριαίος και ο Αρτάοζος και ο Μιθριδάτης, οίτινες ήσαν πιστότατοι του Κύρου.

Ο δε διερμηνεύς των Ελλήνων είπεν ότι είδε και ανεγνώρισε μεταξύ αυτών και τον αδελφόν του Τισσαφέρνους. Συνηκολούθουν δε προς τούτοις και άλλοι εκ των Περσών ωπλισμένοι, έως τριακόσιοι.

Ούτοι, αφού επλησίασαν, διέτασσον, εάν υπάρχη ακόμη κανείς στρατηγός ή λοχαγός των Ελλήνων, να έλθη ενώπιόν των, ίνα του αναγγείλουν τας διαταγάς του βασιλέως.

Μετά δε ταύτα εξήλθον με προφύλαξιν οι Έλληνες στρατηγοί Κλεάνωρ ο Ορχομένιος και Σοφαίνετος ο Στυμφάλιος, μετ' αυτών δε και Ξενοφών ο Αθηναίος, διά να μάθη (τίποτε) περί του Προξένου. Ο Χειρίσοφος δε μαζί με άλλους έτυχε να απουσιάζη εις κάποιο χωρίον, προμηθευόμενος τροφάς.

Αφού δε εστάθησαν ούτως ώστε όλοι να ακούουν, είπεν ο Αριαίος τα εξής: «Ο μεν Κλέαρχος, ω άνδρες Έλληνες, επειδή εφάνη επίορκος και παραβάτης των συνθηκών ετιμωρήθη διά θανάτου. Ο δε Πρόξενος και ο Μένων, επειδή εφανέρωσαν την επιβουλήν του, ηξιώθησαν μεγάλων τιμών. Από σας δε ζητεί ο βασιλεύς τα όπλα, διότι λέγει ότι είναι ιδικά του, αφού ήσαν (όπλα) του δούλου του εκείνου, του Κύρου».

Εις ταύτα επ' ονόματι των Ελλήνων απεκρίθη Κλεάνωρ ο Ορχομένιος: «Ω κάκιστε των ανθρώπων Αριαίε και οι άλλοι, όσοι είσθε φίλοι του Κύρου, δεν αισχύνεσθε (επί τέλους) ούτε Θεούς ούτε ανθρώπους, σεις οι οποίοι, αφού ωρκίσθητε ότι θα έχετε τους αυτούς με ημάς φίλους και εχθρούς, μας επροδώσατε μαζή με τον αθεώτατον και πανουργάτατον Τισσαφέρνην, και τους άνδρας μεν εκείνους, ενώπιον των οποίον ωρκίσθητε, εφονεύσατε, τους δ' επιλοίπους ημάς προδώσαντες, έρχεσθε ως εχθροί με όλους τους πολεμίους εναντίον μας».

Εις ταύτα ο Αριαίος απήντησεν: «Ο Κλέαρχος και ήδη και πρότερον εφάνη επιβουλεύων τον Τισσαφέρνην και τον Ορόνταν και όλους ημάς εδώ, όσοι μ' εκείνους συνειργάσθημεν».

Τότε ο Ξενοφών είπε τα εξής: «Εάν μεν ο Κλέαρχος παρέβαινε παρά τους όρκους τας συνθήκας, ετιμωρήθη. Διότι δίκαιον είναι να φονεύωνται οι επίορκοι. Τον Πρόξενον όμως και τον Μένωνα, επειδή είναι ιδικοί σας μεν ευεργέται, ιδικοί μας δε στρατηγοί, στείλατέ τους ενταύθα. Διότι είναι φανερόν ότι, φίλοι όντες αμφοτέρων (και των δύο μερών), θα προσπαθήσουν τόσον εις σας, όσον και εις ημάς να δώσουν τας καλλιτέρας συμβουλάς».

Χωρίς ουδεμίαν να δώσουν επ' αυτών απάντησιν οι βάρβαροι, αφού επί μακρόν διελέχθησαν προς αλλήλους, ανεχώρησαν.

Κεφάλαιον έκτον


Οι μεν, λοιπόν, στρατηγοί κατ' αυτόν τον τρόπον συλληφθέντες ωδηγήθησαν προς τον βασιλέα και αποκεφαλισθέντες απέθανον(!). Είς δ' εξ αυτών, ο Κλέαρχος, κατά την ομολογίαν όλων εκείνων οίτινες εκ του πλησίον και εξ αναστροφής είχαν σχηματίση περί αυτού γνώμην, εφάνη ανήρ και πολέμιος και φιλοπόλεμος εις άκρον.

Και τω όντι, εφ' όσον μεν διήρκει ο πόλεμος των Λακεδαιμονίων προς τους Αθηναίους, επέμεινε μέχρι τέλους του πολέμου πολεμών. Αφού δε έγεινεν ειρήνη, καταπείσας την πόλιν (την Σπάρτην) ότι οι Θράκες αδικούν τους Έλληνας, και επιτυχών ό,τι ηδύνατο (όσας ηδύνατο στρατιωτικάς δυνάμεις) παρά των εφόρων, εξέπλευσε διά να πολεμήση κατά των Θρακών των κατοικούντων προς βορράν της (Θρακικής) Χερρονήσου και Περίνθου.

Αλλ' οι έφοροι, μετά την αναχώρησίν του, μετανοήσαντες, τις οίδε διατί, προσεπάθουν να τον επαναφέρουν εκ του Ισθμού (εις την Σπάρτην). Αυτός όμως, μη υπακούων πλέον εις την πρόσκλησίν των, φεύγει διά θαλάσσης εις τον Ελλήσποντον.

Ένεκα τούτου και κατεδικάσθη, ως απειθήσας, εις θάνατον υπό των αρχόντων της Σπάρτης. Φυγάς δε πλέον ων, ήλθε προς τον Κύρον, και με ποίους μεν λόγους τον πείθει (περί του κατά των Θρακών πολέμου), έχομεν γράψη αλλαχού. Ο δε Κύρος του δίδει δέκα χιλιάδας δαρεικών, τους οποίους λαβών ο Κλέαρχος δεν ετράπη εις διασκεδάσεις και τρυφήν, αλλά συναθροίσας δι' αυτών στρατόν επολέμει κατά των Θρακών, και, αφού τους ενίκησεν εις μάχην, ελεηλάτει έκτοτε αυτούς διατελών πάντοτε εις πόλεμον μαζή των, μέχρις ου ο Κύρος έλαβεν ανάγκην του στρατού του. Τότε δε και απήλθεν προς αυτόν, διά να πολεμήση και πάλιν εκεί ως σύμμαχός του.

Ταύτα πάντα μου φαίνεται ότι είναι έργα ανδρός φιλοπολέμου, όστις, ενώ ηδύνατο να ζη ησύχως άνευ αισχύνης και βλάβης (ζημιών), προτιμά τον πόλεμον, και, ενώ ηδύνατο να ζη εν ανέσει, προτιμά να καταπονή εαυτόν εις πολεμικάς επιχειρήσεις, και, ενώ ακόμη ηδύνατο να έχη όσα ήθελε χρήματα ακινδύνως, προτιμά να καταδαπανά ταύτα εις πολέμους. Ούτω, λοιπόν, ήθελε να δαπανά το χρήμα του εις τον πόλεμον, ως εάν εξώδευεν αυτό εις ηδονάς ή εις διασκεδάσεις. Ιδού διατί και πώς ήτο φιλοπόλεμος.

Αλλά και εκ τούτου ακόμη εφαίνετο ο πολεμικός του χαρακτήρ: ότι ήτο λίαν φιλοκίνδυνος, ημέραν και νύκτα οδηγών τον στρατόν του κατά των πολεμίων, με φρόνησιν δε πάντοτε φερόμενος και εις τας δυσκολωτέρας ακόμη περιστάσεις, ως ωμολόγουν πανταχού πάντες οι συνεργασθέντες μετ' αυτού.

Ελέγετο δε ότι είχε την ικανότητα του άρχειν, εφ' όσον του το επέτρεπεν ο δύσκολος όντως χαρακτήρ του, τον οποίον (όπως και οι άλλοι Στρατιώται) είχε (δυστυχώς) κ' εκείνος. Διότι ήτον ικανός εις το να φροντίζη καλλίτερον παντός άλλου πώς ο στρατός του να έχη άφθονα τα προς τροφήν του αναγκαία και εις το να προμηθεύεται αυτά εγκαίρως, ικανός δ' επίσης και εις το να εμπνέη εις πάντα μετ' αυτού αναστρεφόμενον πειθώ και υπακοήν.

Τούτο δ' επετύγχανεν εκ του ότι ήτο βαρύς τον χαρακτήρα. Διότι και βλέμμα άγριον είχε και φωνήν τραχείαν και ετιμώρει πάντοτε αυστηρότατα, ενίοτε δε και θυμωμένος, τόσον, ώστε να μετανοή και αυτός ο ίδιος κάποτε.

Αλλ' ετιμώρει πάντοτε κατόπιν αποφάσεως (δικαιολογημένως), διότι ενόμιζεν ότι εις τίποτε δεν δύναται να χρησιμεύση στράτευμα ατακτούν και μη τιμωρούμενον. Λέγεται δε ότι είχε ποτε είπη ότι πρέπει ο στρατιώτης να φοβήται περισσότερον τον στρατηγόν πάρα τους εχθρούς, προκειμένου να διαταχθή ή να φυλάξη την θέσιν του ως φρουρός ή να μη ενοχλή τους φίλους (του στρατεύματος) ή να βαδίση κατά του εχθρού απροφασίστως.

Διά τούτο εις μεν τας δυσκόλους περιστάσεις με μεγάλην προθυμίαν ο στρατός υπήκουεν εις αυτόν, ουδένα άλλον στρατηγόν προτιμών αυτού. Διότι η σκυθρωπότης τότε του προσώπου του λέγεται ότι εις τους θεωμένους αυτόν εφαίνετο φαιδρά, και η αγριότης του ενομίζετο ως παλληκαριά κατά των πολεμίων, ώστε εφαίνετο πλέον ουχί ως αγριότης, αλλ' ως σωτηρία.

Όταν όμως απηλλάσσοντο πλέον του κινδύνου και είχαν όλην την ελευθερίαν να απέλθουν του στρατεύματος, ίνα τεθούν υπό τας διαταγάς άλλου στρατηγού, πολλοί τον εγκατέλειπον. Διότι εστερείτο επαγωγότητος και χάριτος, φαινόμενος πάντοτε άγριος την όψιν και ωμός. Τόσον, ώστε οι στρατιώται διέκειντο προς αυτόν ως παίδες προς διδάσκαλον.

Διότι ουδέποτε τον ηκολούθουν παρακινούμενοι από φιλίαν ή από αγάπην. Όσοι όμως ήσαν πλησίον του ή κατά διαταγήν πόλεώς τινος ή ένεκα ενδείας ή οιασδήποτε άλλης ανάγκης, όλοι αυτοί τυφλώς υπήκουον εις αυτόν.