Και ευθύς, αφού έφεραν ενώπιόν των τους δύο τούτους αιχμαλώτους, λαβόντες έκαστον ξεχωριστά τους εξήταζον αν εγνώριζαν καμμίαν άλλην, εκτός της φανεράς αυτής, οδόν. Και ο μεν είς εξ αυτών δεν απήντησε προφασιζόμενος πλείστους όσους λόγους, δι' ους εφοβείτο ν' απαντήση. Επειδή δε δεν έλεγε τίποτε επωφελές (διά τον στρατόν), κατεσφάγη υπό τα βλέμματα του άλλου.
Ο δε απομείνας, (ερωτηθείς), είπεν ότι εκείνος μεν (ο σφαγείς) ηρνείτο να είπη ότι εγνώριζεν άλλην τινά οδόν διά τον λόγον ότι ετύχαινε να έχη εκεί κάπου θυγατέρα ύπανδρον. Αυτός όμως είπεν ότι έχει υπ' όψει του οδόν, εις ην θα ήτο δυνατόν να βαδίζουν ακόμη και υποζύγια.
Ερωτηθείς δε, αν εις την οδόν αυτήν υπάρχη κανέν δυσκολοδιάβατον μέρος, είπεν: «ότι τοιούτον είναι (κάποια) κορυφή, την οποίαν, εάν δεν προλάβη τις να καταλάβη, είναι εντελώς αδύνατον από οιονδήποτε άλλο μέρος να διαβή».
Τότε απεφάσισαν (ενόμισαν καλόν ο Χειρίσοφος και ο Ξενοφών), αφού συγκαλέσουν τους λοχαγούς των οπλιτών και τους ταξιάρχους των πελταστών, να ομιλήσουν εις αυτούς περί της καταστάσεως και να τους ερωτήσουν, ποίοι εξ αυτών είναι εκείνοι οι οποίοι θα ήθελαν ν' αναδειχθούν άνδρες γενναίοι και εκουσίως των (ως εθελονταί) ν' αναλάβουν να βαδίσουν κατά του εχθρού.
Και των μεν οπλιτών (εθελοντών) αρχηγοί αναλαμβάνουν να γείνουν ο εκ Μεθυδρίου της Αρκαδίας Αριστώνυμος και ο εκ Στυμφαλίας της Αρκαδίας Αγασίας. Αμιλλώμενος όμως προς αυτούς Καλλίμαχος ο Παρράσιος (Αρκάς και ούτος) λέγει ότι και αυτός έχει όλην την επιθυμίαν να βαδίση, αλλ' αφού προσλάβη εθελοντάς (όχι εξ ενός μόνον στρατιωτικού σώματος), αλλ' εξ ολοκλήρου του στρατεύματος. «Διότι εγώ — είπεν — είμαι εις θέσιν να γνωρίζω ότι, εμού αρχηγούτος, (όταν μπω εγώ μπροστά), θα με ακολουθήσουν πολλοί εκ των νέων».
Μετά ταύτα ερωτούν οι στρατηγοί, εάν επιθυμή κανείς να συμπορευθή ως ταξίαρχος και των ευζώνων («γυμνήτων»). (29) Αναλαμβάνει δε να γείνη τούτων αρχηγός Αριστέας ο Χίος, όστις περί τα τοιαύτα πολλάκις πολλού λόγου άξιος εφάνη εις το στράτευμα.
Και ήτο μεν βράδυ. Οι δε στρατηγοί (Χειρίσοφος και Ξενοφών) διέτασσον τους εθελοντάς, αφού φάγουν χορταστικά (αφού την τηλώσουν), ν' αρχίσουν να πορεύωνται. Και αφού έδεσαν τον οδηγόν, (διά να μη τους φύγη), τους τον παραδίδουν και συμφωνούν: την μεν νύκτα, εάν κατορθώσουν και καταλάβουν την κορυφήν,
(30)
να κρατήσουν την θέσιν των, άμα ξημερώση δε, να τους ειδοποιήσουν διά της σάλπιγγος. Και — συμφωνούν ακόμη — ούτοι μεν, όταν θα ήναι πλέον επάνω, να βαδίζουν κατά των κατεχόντων την φανεράν διάβασιν (Καρδούχων),
(31)
αυτοί δε (δηλαδή οι περί τον Χειρίσοφον μόνον) να τους βοηθήσουν, βαδίζοντες (και αυτοί) προς το μέρος εκείνο όσον δυνηθούν ταχύτερον.
Αφού συνεφώνησαν ταύτα, εκείνοι μεν (οι εθελονταί), ανερχόμενοι εις δισχιλίους περίπου, επορεύοντο. Έβρεχε δε ραγδαίως. Ο δε Ξενοφών με τους οπισθοφύλακας προσεποιήθη ότι εβάδιζε (και αυτός) διά της ευρείας οδού προς την διάβασιν, επί τω σκοπώ να περισπάση επ' αυτής (της οδού) την προσοχήν των πολεμίων, να διαλάθουν δε τούτους όσον ηδύναντο περισσότερον οι διά της άλλης οδού (της στενής) βαδίζοντες εθελονταί.
Αφού δε οι οπισθοφύλακες έφθασαν εις το χείλος μιας χαράδρας, την οποίαν έπρεπε να διαβούν, διά να ανέλθουν τον ανήφορον, οι βάρβαροι ήρχισαν να κυλίουν κατ' αυτών μεγάλα και στρογγυλά τεμάχια βράχων, προς μεταφοράν εκάστου των οποίων θα απητείτο άμαξα, και τα οποία, προσκρούοντα, όταν εφέροντο προς τα κάτω, κατά των πετρών, εξετινάσσοντο εις μεγάλην καθ' όλας τας διευθύνσεις απόστασιν. Ούτω δε ούτε να πλησιάση τις ήτο δυνατόν προς την είσοδον της χαράδρας.
Τινές δε εκ των λοχαγών, όταν δεν ηδύναντο να πλησιάσουν προς αυτήν, προσεπάθουν να ανεύρουν άλλην. Και ταύτα έπραττον, μέχρις ου ενύκτωσεν. Όταν δ' ενόμισαν ότι, απερχόμενοι, δεν θα διεκρίνοντο πλέον από τον εχθρόν (ως εκ του σκότους), απήλθον διά να δειπνήσουν, αφού όλοι τους ήσαν νηστικοί από της προτεραίας. Ουχ ήττον οι πολέμιοι δεν έπαυσαν καθ' όλην την νύκτα να κυλίουν λίθους. Εβεβαιούντο δε περί τούτου από τους κρότους.
Οι δ' έχοντες μαζή των τον οδηγόν εθελονταί, ερχόμενοι κυκλικώς προς την διάβασιν διά της άλλης, της στενής, οδού, καταλαμβάνουν αιφνιδίως τους (παρ' αυτήν) φύλακας, οίτινες, ως εκ του ψύχους, είχαν ανάψη φωτιά και εθερμαίνοντο, και επιπίπτουν κατ' αυτών, άλλους μεν φονεύσαντες, άλλους δε καταδιώξαντες, αυτοί δε, νομίζοντες ότι είχαν φθάση πλέον εις την κορυφήν, παρέμεναν ενταύθα.
Αλλ' όπου έμεναν δεν ήτον η κορυφή, αλλά λόφος τις («μαστός») υψούτο υπεράνω αυτών, πλησίον του οποίου διήρχετο η στενή αύτη οδός, εφ' ης εκάθηντο οι θερμαινόμενοι εκείνοι φύλακες. Από το μέρος τούτο όμως ηδύνατο να γείνη έφοδος κατά των πολεμίων, οίτινες κάθηντο επί της φανεράς οδού. (32)
Και την μεν νύκτα επέρασαν εδώ. Άμα δε ήρχισε να ξημερώνη, εβάδιζαν συντεταγμένοι και αθορύβως κατά των πολεμίων. Επειδή δε ήτον ομίχλη, επλησίασαν χωρίς να εννοηθούν. Αφού δε αντίκρυσαν αλλήλους και η σάλπιγξ ήχησε δώσασα το σύνθημα, επέπεσαν κατά των Καρδούχων αλαλάζοντες. Ούτοι δε δεν αντεστάθησαν, αλλά εγκαταλιπόντες την διάβασιν ετράπησαν εις φυγήν. Επειδή δε ήσαν ελαφρά ωπλισμένοι (και ηδύναντο να τρέχουν ευκολώτερον), ολίγοι μόνον εφονεύθησαν.
Οι δε περί τον Χειρίσοφον, άμα ως ήκουσαν την σάλπιγγα, έτρεξαν ευθύς προς τάνω, κατά την φανεράν διάβασιν («οδόν»). Άλλοι δε εκ των στρατηγών έτρεχαν προς αυτήν κατά διαφόρους απατήτους δρόμους, όπου έτυχε να ευρίσκεται έκαστος, και αναβάντες, όπως ηδύναντο, ανέσυραν αλλήλους διά δοράτων.
Ούτοι δε (οι στρατηγοί) ήσαν και οι πρώτοι οίτινες ηνώθησαν με τους προκαταλαβόντας την διάβασιν εθελοντάς. Ο δε Ξενοφών, έχων μαζή του τους μισούς μόνον εκ των οπισθοφυλάκων, (αφού ήκουσε και αυτός την σάλπιγγα), εβάδιζε την οδόν, την οποίαν είχαν ήδη προ αυτού βαδίση οι έχοντες τον οδηγόν εθελονταί, διότι ήτον καταλληλοτάτη διά την διάβασιν των υποζυγίων, όπισθέν των οποίων έταξε τους άλλους μισούς εκ των οπισθοφυλάκων.
Ενώ δε επορεύοντο, συναντούν λόφον υπεράνω της οδού, κατειλημμένον υπό των πολεμίων (των εκ της καταληφθείσης ήδη «φανεράς οδού» φυγόντων), τους οποίους ήτον ανάγκη ή να εκδιώξουν ή να μείνουν εκεί όπως ήσαν, χωρισμένοι από των εθελοντών και των περί τον Χειρίσοφον. Και αυτοί μεν ηδύναντο να βαδίσουν την οδόν, ην οι περί τον Χειρίσοφον εβάδισαν, ως προς τα υποζύγια όμως, δεν ήτο δυνατόν δι' άλλης οδού παρά δι' αυτής μόνον να περάσουν προς την διάβασιν. Τότε λοιπόν, παρακινήσαντες (δι' ενθουσιωδών λόγων) αλλήλους, εφορμούν κατά του λόφου, έχοντες τους άνδρας των λόχων τον ένα μετά τον άλλον τεταγμένους, μη επιδιώκοντες δε να τους περικυκλώσουν, αλλ' (επίτηδες) αφήνοντες διέξοδον εις τους πολεμίους, εάν τυχόν ήθελαν να φύγουν.
Και μέχρι τινός μεν εφ' όσον ανέβαιναν, από οιονδήποτε μέρος ηδύνατο έκαστος, οι βάρβαροι τους ετόξευαν και τους επλήγωναν. Αλλ' ότε ήδη έφθαναν προς την κορυφήν, δεν τους επλησίασαν πλέον, αλλ' εγκατέλειψαν τον λόφον πάντες, τραπέντες εις φυγήν. Και, λοιπόν, αφού αντιπαρήλθον τον λόφον τούτον οι Έλληνες, και ιδού βλέπουν μετ' ολίγον ενώπιόν των άλλον, επίσης και τούτον υπό των Καρδούχων κατεχόμενον (των εκ του πρώτου λόφου αποβληθέντων). Απεφάσισαν δε και κατά τούτου να βαδίσουν (όπως κατά του πρώτου).
Σκεφθείς όμως ο Ξενοφών μήπως, εάν άφηνεν έρημον τον κυριευθέντα λόφον, οι πολέμιοι επανέκτων αυτόν και πάλιν, διά να επιτεθούν κατά των παρερχομένων υποζυγίων — τα οποία, σημειωθήτω, κατελάμβανον, πορευόμενα, μέγα μέρος της οδού ως εκ της στενότητός της — αφήνει επί του (κυριευθέντος) λόφου τους λοχαγούς Κηφισόδωρον τον Κηφισοφώντος, Αθηναίον, και Αμφικράτην τον Αμφιδήμου, Αθηναίον επίσης, και Αρχαγόραν τον Αργείον, φυγάδα, αυτός δε με τους άλλους εβάδιζε κατά του δευτέρου λόφου, τον οποίον ωσαύτως διά του αυτού τρόπου κυριεύει.
Ακόμη δε ύπελείπετο και τρίτος λόφος, (33) ανηφορικώτατος όμως ούτος (λίαν απόκρημνος), ήτο δε ο λόφος ο υπερκείμενος της εκ θερμαινομένων Καρδούχων φρουράς εκείνης της νυκτός, της υπό των εθελοντών κατακοπείσης. Άμα δ' επλησίασαν οι Έλληνες, εγκαταλείπουν αμέσως οι βάρβαροι αμαχητί τον λόφον («μαστόν»), πράγμα το οποίον ενέβαλεν εις έκπληξιν όλους, υποπτευθέντας ότι τον εγκατέλειψαν φοβηθέντες μήπως, περικυκλούμενοι, επολιορκούντο υπό του Ελληνικού στρατού. Αυτοί όμως, ως απεδείχθη εκ των υστέρων, ιδόντες ήδη από της κορυφής τα όπισθεν αυτού γενόμενα (επί των άλλων λόφων), ετράπησαν όλοι κατά των οπισθοφυλάκων (των φρουρούντων ήδη τον πρώτον κυριευθέντα λόφον υπό τους τρεις λοχαγούς εκείνους).
Και ο μεν Ξενοφών με τους νεωτέρους οπισθοφύλακας ανέβαινεν εις την κορυφήν του μαστού, τους δε υπολοίπους διέταξε να επιβραδύνουν το βήμα των, διά να προφθάσουν να ενωθούν μαζή των (οι απομείναντες όπισθεν) τελευταίοι λόχοι, και, αφού προσπεράσουν εις την φανεράν οδόν (την ήδη κατειλημμένην υπό των Ελλήνων, ν' αναπαυθούν εις το ομαλόν αυτής μέρος (ίσωμα).
Αλλ' ενώ έλεγε ταύτα, έρχεται δρομαίος Αρχαγόρας ο Αργείος και αναγγέλλει ότι οι επί του πρώτου λόφου απεδιώχθησαν κακήν κακώς και ότι εφονεύθησαν ο Κηφισόδωρος και ο Αμφικράτης και όσοι άλλοι εκ των οπισθοφυλάκων δεν επρόφθασαν να πηδήσουν από του βράχου.
Αφού δε διέπραξαν ταύτα οι βάρβαροι, ήλθαν εις λόφον απέναντι του μαστού κείμενον και χωριζόμενον από τούτου διά φάραγγος. (34) Ιδών αυτούς ο Ξενοφών από του μαστού (του τρίτου λόφου), ήρχισε να συνεννοήται μαζή τους διά διερμηνέως περί ειρήνης και εζήτει τους νεκρούς των φονευθέντων.
Ούτοι δε απήντησαν ότι θα τους αποδώσουν επί τω όρω να μη καίουν τας οικίας των (οι Έλληνες). Συνήνεσε δε εις ταύτα ο Ξενοφών. Αλλ' ενώ το μεν άλλο στράτευμα (οι οπισθοφύλακες και τα υποζύγια) παρήρχετο (βαίνον προς το ανώτατον ομαλόν μέρος της φανεράς οδού), αι δε περί ειρήνης διαπραγματευθείς εξηκολούθουν, πάντες οι εκ των πέριξ τούτων μερών Καρδούχοι συνέρρευσαν εις τον αντικρυνόν λόφον (τον «αντίπορον»), όπου ανέμεναν («ίσταντο») ήδη οι πολέμιοι.
Αλλ' ιδόντες ότι ήρχισαν να καταβαίνουν οι «από του μαστού» προς τους άλλους οπισθοφύλακας, εκεί ένθα ούτοι ήσαν παρατεταγμένοι αναμένοντες διαταγάς (εις ό μέρος «έκειτο τα όπλα»), ώρμησαν πολυπληθείς και με μεγάλον θόρυβον (προς τον εγκαταλειφθέντα μαστόν). Αφού δε έφθασαν εις την κορυφήν του, από της οποίας ήδη ο Ξενοφών κατέβαινεν, ήρχισαν να κυλίουν μεγάλους λίθους κατ' αυτού. Και ενός μεν των οπισθοφυλάκων έσπασαν το σκέλος, ο κρατών δε την ασπίδα του Ξενοφώντος υπασπιστής τον εγκατέλειψεν.
Αλλ' ο οπλίτης Ευρύλοχος ο Λουσιεύς, Αρκάς, έτρεξεν αμέσως πλησίον του και προτάξας προ αμφοτέρων (εαυτού τε και του Ξενοφώντος) την ασπίδα του ωπισθοχώρει, ενώ οι άλλοι όλοι απήρχοντο ήδη προς τους επί της φανεράς οδού συγκεντρωμένους Έλληνας.
Ούτω, λοιπόν, συνήλθον επί ταυτό όλοι οι Έλληνες και κατεσκήνωσαν εκεί τριγύρω εις πολλάς και καλοκτισμένας οικίας, έχοντες αφθονώτατα τα προς συντήρησίν των αναγκαία. Διότι, προς τοις άλλοις, είχεν ο τόπος και άφθονον κρασί, τόσον, ώστε να το αποθηκεύουν μέσα εις μεγάλους ασβεστωμένους λάκκους.
Ο δε Ξενοφών και ο Χειρίσοφος κατώρθωσαν, ώστε να λάβουν τους νεκρούς των από τους Καρδούχους αποδώσαντες εις αυτούς τον οδηγόν των. Και ετέλεσαν εκ των ενόντων εις τους αποθανόντας όσα εις παρομοίας περιστάσεις νομίζονται ως επιβεβλημένα εις τους νεκρούς ανδρών γενναίων.
Την δ' επομένην εβάδιζαν άνευ οδηγού. Μαχόμενοι δ' (ακόμη) οι πολέμιοι και προκαταλαμβάνοντες κάθε στενόπορον μέρος, όπου και αν ήτον, ημπόδιζαν τας παρόδους εις τους Έλληνας.
Και λοιπόν, οσάκις μεν οι Καρδούχοι ημπόδιζαν το μέτωπον του στρατού (την πρωτοπορίαν), ο Ξενοφών όπισθεν, παρεκβαίνων της οδού του προς τα όρη, διέλυε την εις το μέτωπον απόφραξιν της παρόδου, διαρκώς καταβάλλων προσπαθείας να αναβαίνη υψηλότερα των εμποδιζόντων.
Οσάκις δε πάλιν επετίθεντο κατά της οπισθοφυλακής, ο Χειρίσοφος, παρεκβαίνων της οδού του (και αυτός) και προσπαθών να ανέλθη υψηλότερα των εμποδιζόντων, διέλυε την απόφραξιν της παρόδου εις την οπισθοφυλακήν, και τοιουτοτρόπως εβοήθουν πάντοτε αλλήλους και μετά σθένους εφρόντιζεν ο είς διά τον άλλον.
Με πολλάς δε και διαφόρους ενοχλήσεις τους ηνώχλουν οι βάρβαροι καταβαίνοντας από τα όρη μετά κάθε αυτών ανάβασιν. Διότι ήσαν τόσον ελαφροί, ώστε και από πλησίον φεύγοντες να γλυτώνουν (από τας επιθέσεις των Ελλήνων). Διότι τίποτε άλλο δεν έφεραν επάνω των παρά τόξα μόνον και σφενδόνας. Ήσαν δε άριστοι τοξόται. Και τα τόξα των ήσαν τριών πήχεων περίπου, τα δε βέλη των πλέον των τριών πήχεων. Οσάκις δ' ετόξευαν, είλκον τας νευράς, πατούντες δυνατά προς τα κάτω του τόξου με τον αριστερόν των πόδα. Τα δε βέλη (ως εκ της μεγάλης ορμής, ην διά της τοιαύτης τοξεύσεως ελάμβανον) ηδύναντο να διέλθουν διά των ασπίδων και θωράκων (να διατρυπήσουν τας ασπίδας και τους θώρακας). Τα μετεχειρίζοντο δε οι Έλληνες, περιπίπτοντα τυχόν εις χείρας των, ως ακόντια, προσαρμόζοντες εις το μέσον δερματίνους βρόχους (θηλειές), (δι' ων, αφού ενέθετον εις αυτούς ένα ή δύο δακτύλους κατά την στιγμήν του ακοντισμού, επέτεινον την φοράν του ακοντίου). (35) Εις τα μέρη αυτά οι Κρήτες, των οποίων αρχηγός ήτο Στρατοκλής ο Κρης, προσέφεραν μεγάλας υπηρεσίας εις το στράτευμα (36) .
Και την ημέραν αυτήν επίσης διέμειναν εις τα χωρία τα κείμενα υπεράνω της παρά τον Κεντρίτην ποταμόν πεδιάδος, του οποίου το πλάτος ήτο δύο πλέθρων περίπου και όστις χωρίζει την χώραν των Καρδούχων από την Αρμενίαν. Και οι Έλληνες ενταύθα ανεκουφίσθησαν, ιδόντες με μεγάλην των χαράν πεδιάδα (ύστερα από τόσω πολύμοχθον ανά τα Καρδούχια πορείαν). Απείχε δε από τα όρη ο ποταμός έξ έως επτά Καρδουχικά στάδια.
Και τότε μεν, λοιπόν, ανεπαύθησαν λίαν ευχαρίστως, και διότι είχαν αφθονώτατα τα τρόφιμα και διότι ηδύναντο ανέτως πλέον να αναμνησθούν των περασμένων πόνων των. Επί επτά ολοκλήρους ημέρας, καθ' ας εβάδιζαν διά της χώρας των Καρδούχων, εμάχοντο και υπέστησαν τόσας ζημίας, όσας εν γένει δεν υπέστησαν από τον βασιλέα και τον Τισσαφέρνην. Απηλλαγμένοι, λοιπόν, πλέον απ' όλα αυτά, ηδέως εκοιμήθησαν.
Άμα όμως εξημέρωσε, βλέπουν εκεί που πέραν του ποταμού ιππείς εξωπλισμένους, με τον σκοπόν να τους εμποδίσουν την διάβασιν, πεζούς δε επί των παρά τον ποταμόν υψωμάτων, παρατεταγμένους άνωθεν των ιππέων, με τον σκοπόν και αυτούς να τους εμποδίσουν να μεταβούν (να περάσουν) εις την Αρμενίαν. Ήσαν δε ούτοι Αρμένιοι και Μάρδοι και Χαλδαίοι μισθοφόροι του Ορόντα και του Αρτούχα. Περί των Χαλδαίων δ' ελέγετο ότι ήσαν λαός φιλελεύθερος και ισχυρός. Είχαν δε (όλοι) όπλα, πλεκτάς ασπίδας και λόγχας. Αι δε όχθαι, επί των οποίων ήσαν ούτοι παρατεταγμένοι, απείχον τρία έως τέσσαρα πλέθρα από τον ποταμόν. Μία δε και μόνη οδός εφαίνετο άγουσα προς τ' άνω, σαν να ήτο κατασκευασμένη με τα χέρια. Ταύτην προσεπάθουν να διαβούν οι Έλληνες. (37)
Αλλ' οι αποπειραθέντες να διέλθουν τον ποταμόν είδαν ότι το ύδωρ του ανήρχετο υπεράνω των μαστών, και ότι, ως εκ των μεγάλων και ολισθηρών λίθων, ήτο το έδαφος της κοίτης του ανώμαλον, ότι δε ήτον απολύτως αδύνατον να τον διέλθη τις κρατών τα όπλα του, διότι αμέσως παρεσύρετο από το ρεύμα του. Εάν δε πάλιν έφερε τις ταύτα επί της κεφαλής κατά την διάβασιν, εξετίθετο άοπλος εις τα βέλη και τα άλλα κτυπήματα των πολεμίων. Εστράφησαν, λοιπόν, οπίσω και εστρατοπέδευσαν ενταύθα παρά τον ποταμόν.
(Ενεθυμήθησαν δε τότε και ότι), ότε ακόμη ήσαν κατά την προηγουμένην νύκτα επί του όρους, είχαν ίδη να συναθροίζωνται πολλοί εκ των Καρδούχων, ετοιμαζόμενοι προς επίθεσιν. Η αθυμία των, λοιπόν, ήτο μεγάλη, επειδή έβλεπαν αφ' ενός μεν το δυσκολοδιάβατον του ποταμού, αφ' ετέρου δε τους πέραν αυτού, ετοίμους να εμποδίσουν την διάβασίν του, ακόμη δε και διότι, εάν τον διέβαιναν, θα είχαν επιτιθεμένους όπισθέν των τους Καρδούχους.
Δι' όλα αυτά, λοιπόν, την ημέραν και την νύκτα ταύτην διήλθον εν μεγάλη περί του πρακτέου αμηχανία. Ότε ο Ξενοφών είδεν όνειρον. Του εφάνη δηλαδή ότι ήτο με πέδας δεμένος εις τους πόδας, και ότι αύται μόναι των έπεσαν κάτω αιφνιδίως, ώστε τελείως ν' απαλλαγή αυτών και να δύναται ν' ανοίγη τα σκέλη του όσον ήθελε. Περί τα εξημερώματα δε έρχεται προς τον Χειρίσοφον και λέγει ότι έχει πολλάς ελπίδας ότι τα πράγματα θα λάβουν καλήν έκβασιν, του διηγείται δε το όνειρον.
Ούτος δε πάρα πολύ ευχαριστείτο, και τότε ευθύς, έως ότου ήρχιζε να γλυκοχαράζη, προσέφερον όλοι οι παρευρισκόμενοι στρατηγοί θυσίας. Και αμέσως, από το πρώτον ακόμη σφάγιον εφάνησαν τα ιερά καλά. Και απελθόντες από των ιερών οι στρατηγοί και οι λοχαγοί έδωκαν εις τους στρατιώτας διαταγάς να γευματίσουν.
Και ενώ εγευμάτιζεν ο Ξενοφών, προστρέχουν προς αυτόν δύο νεανίσκοι. (38) Διότι όλοι εγνώριζαν ότι είχεν επιτρέψη, και όταν γευματίζη και όταν δειπνή, να τον πλησιάζη οιοσδήποτε ήθελεν. Ακόμη δε και εάν κοιμάται να τον εξυπνούν, διά να του αναγγέλλουν οτιδήποτε σχετικόν τις είχε με τον πόλεμον.
Του έλεγαν, λοιπόν, τότε, ότι, ενώ συνέλεγαν φρύγανα, διά να τα χρησιμοποιήσουν ως προσάναμμα της φωτιάς των, αντίκρυσαν εις την αντίπεραν όχθην του ποταμού, επί των βράχων, οι οποίοι εκτείνονται (φθάνουν) μέχρι των οχθών του, ένα γέροντα, μίαν γυναίκα και κάτι κορίτσια να κρύπτουν μέσα εις σπηλαιώοη βράχον κάτι που ωμοίαζε με μικρούς σάκκους γεμάτους ρούχα.
Αφού είδαν την σκηνήν αυτήν, ενόμισαν ότι ήτον εντελώς ακίνδυνον να διέλθουν τον ποταμόν. Διότι προς το μέρος τούτο ουδέ εις αυτό το εχθρικόν ιππικόν είναι εύκολον να πλησιάση. Έλεγαν, λοιπόν, ότι, αφού εξεδύθησαν, επέρασαν απέναντι γυμνοί, ως εάν επρόκειτο να κολυμβήσουν, και κρατούντες εις χείρας των τα ενδύματά των. Ότι, ούτω βαδίζοντες προς τα εμπρός, διέβησαν, χωρίς ούτε την μέσην των να βρέξουν. Και ότι, αφού διέβησαν κ' επήραν τους σάκκους με τα ρούχα, επέστρεψαν και πάλιν εις την απέναντι όχθην.
Ευθύς, λοιπόν, και αυτός ούτος ο Ξενοφών έκαμε με γεμάτα από κρασί ποτήρια σπονδάς, διά να ευχαριστήση τους Θεούς, και τους νεανίσκους προέτρεψε να γεμίσουν τα ποτήρια των διά τον αυτόν σκοπόν και να ευχηθούν τόσον αυτοί, όσον και όλοι οι άλλοι οι περί αυτόν εις τους Θεούς, τους φανερώσαντας τα ονείρατα, και την διάβασιν («πόρον») να εκτελέσουν και όσα αγαθά ακόμη υπολείπονται (αισίαν εις την πατρίδα επιστροφήν). Αφού δε έκαμε σπονδάς, έφερεν αμέσως τους νεανίσκους εις τον Χειρίσοφον, προς τον οποίον ούτοι επαναλαμβάνουν την διήγησίν των, και ο οποίος, μόλις τους ήκουσεν, έκαμε και αυτός σπονδάς.
Κατόπιν των οποίων, εις μεν τους άλλους (τους στρατιώτας) έδωκαν διαταγάς να προετοιμάζονται, αυτοί δε (ο Ξενοφών και ο Χειρίσοφος) συγκαλέσαντες τους στρατηγούς συνεσκέπτοντο πώς όσον το δυνατόν ασφαλέστερα θα διαβούν τον ποταμόν και πώς θα νικήσουν μεν τους έμπροσθεν (τους πέραν του ποταμού), δεν θα πάθουν δε καμμίαν ζημίαν από τους εκ των όπισθεν ετοίμους προς επίθεσιν Καρδούχους.
Και απεφάσισαν να προηγηθή μεν εις την διάβασιν ο Χειρίσοφος, έχων μαζή του το ήμισυ του στρατεύματος, το δε άλλο ήμισυ να σταθή οπίσω με τον Ξενοφώντα (περιμένον), τα δε υποζύγια και ο όχλος να διαβούν (ευρισκόμενα) εν τω μέσω τούτων.
Αφού δ' εκανονίσθησαν όλα όπως πρέπει, ήρχισαν να πορεύωνται. Προηγούντο δε οι νεανίσκοι, έχοντες προς τα αριστερά των τον ποταμόν. Η οδός δε μέχρι του διαβατού μέρους ήτο τέσσαρα περίπου στάδια.
Αλλ' ενώ επορεύοντο, παραλλήλως από την απέναντι όχθην ώδευε και το ιππικόν. Άμα δε έφθασαν εις το ωρισμένον μέρος της διαβάσεως, παρετάχθησαν (ως προς μάχην), και αυτός πρώτος ο Χειρίσοφος, αφού έθεσεν εις την κεφαλήν του στέφανον (κατά την συνήθειαν των Λακεδαιμονίων) και αφού έβγαλε τον επενδύτην του, έλαβε τα όπλα ανά χείρας, δίδων και εις όλους τους άλλους διαταγάς να πράττουν το αυτό, εις δε τους λοχαγούς να φέρουν τους λόχους των με τους άνδρας τεταγμένους τον ένα όπισθέν του άλλου, παρατάσσοντες άλλους μεν εξ αυτών (των λόχων) προς τα αριστερά του, άλλους δε προς τα δεξιά του.
Και οι μεν μάντεις προσέφεραν σφάγια εις τον εν τω ποταμώ οικούντα Θεόν προς εξευμένισίν του, οι δε πολέμιοι ετόξευαν και εσφενδόνιζον. Ούτε τα βέλη των όμως, ούτε οι λίθοι έφθαναν μέχρι του στρατού. Επειδή δε ήσαν ευοίωνα τα προσφερθέντα σφάγια, έψαλαν πρώτον άσμα προς τον Απόλλωνα, επικαλεσθέντες την βοήθειάν του, κατόπιν δε ήρχισαν αλαλαγμούς ζωηροτάτους, ανεβόων δε και όλαι ομού αι γυναίκες. Διότι ουκ ολίγαι εταίραι ήσαν εις το στράτευμα.
Και ο μεν Χειρίσοφος με τον στρατόν του εισήλθον εις τον ποταμόν. Ο δε Ξενοφών, αφού έλαβε τους ελαφροτέρους και πλέον ελευθερόποδας εκ των σωματοφυλάκων, έτρεχεν έφιππος με όλην του την δύναμιν εις το δυσκολοδιάβατον εκείνο πέρασμα του ποταμού, το άγον κατά τον προς τα όρη της Αρμενίας δρόμον, προσποιούμενος ότι, αφού διαβιβασθή εκείθεν, θα αποκλείση τους παρά τον ποταμόν ιππείς.
Οι δε πολέμιοι, βλέποντες μεν αφ' ενός τους περί τον Χειρίσοφον να διαβαίνουν ευπετώς τον ποταμόν, βλέποντες δ' εξ άλλου τους περί τον Ξενοφώντα να τρέχουν πάλιν οπίσω (προς το δυσκολοδιάβατον εκείνο πέρασμα), φοβηθέντες μήπως τυχόν αποκλεισθούν, τρέπονται με άλας των τας δυνάμεις εις φυγήν προς τον υπεράνω του ποταμού (χειροποίητον) εκείνον δρόμον. Αφού δε εισήλθον εις αυτόν, ετράπησαν άνω, προς το όρος.
Λύκιος δε ο Πολυκράτους, ο Αθηναίος, ο διοικών το τάγμα των ιππέων και Αισχίνης ο Ακαρνάν, ο το τάγμα των πελταστών διοικών των περί τον Χειρίσοφον, αφού τους είδαν ούτοι κατά κράτος φεύγοντας, τους ηκολούθησαν. Οι δε στρατιώται (οι περί τον Χειρίσοφον) τους εφώναζαν (να παύσουν πλέον διώκοντες τους ιππείς), διά να μη μένουν μόνοι των μακράν του ιππικού, (39) αλλ' όλοι μαζή (όταν θα έπρεπε) να βαδίζουν την προς το όρος άγουσαν.
Ο δε Χειρίσοφος, εξ άλλου, αφού διέβη τον ποταμόν, τους μεν ιππείς δεν κατεδίωκεν, αλλά, περάσας ήδη εις τα εκτεινόμενα προς τον ποταμόν υψώματα, επετέθη αμέσως κατά των πολεμίων. (40) Ούτοι δε αφ' ενός μεν βλέποντες τους ιππείς των να τρέπωνται εις φυγήν, αφ' ετέρου δε τους οπλίτας να βαδίζουν εναντίον των, εγκαταλείπουν τα υπεράνω του ποταμού υψώματα.
Ο δε Ξενοφών, αφού είδεν ότι τα εκείθεν του ποταμού εξελίσσοντο συμφώνως προς τας επιθυμίας και τα βλέψεις του, εστράφη βαδίζων όσον ηδύνατο ταχύτερον προς τον ακόμη διαβαίνοντα τον ποταμόν στρατόν. Διότι οι Καρδούχοι είχαν φανή πλέον καταβαίνοντες εις την πεδιάδα με σκοπόν να επιτεθούν εναντίον του.
Λοιπόν, ο μεν Χειρίσοφος κατείχεν ήδη τα υψώματα, ο δε Λύκιος με ολίγους μόνον ιππείς, επιχειρήσας να καταδιώξη τους ήδη φεύγοντας πεζούς, συνέλαβεν όσα σκευοφόρα υποζύγια έμειναν οπίσω και, μαζή μ' αυτά, διάφορα ρουχικά και στρώματα και αγγεία (στρωσίδια και τσουμπλέκια).
Αλλ' εν τω μεταξύ εξηκολούθουν ακόμη να διαβαίνουν (τον ποταμόν) τα σκευοφόρα υποζύγια των Ελλήνων και ο όχλος. Ο δε Ξενοφών στραφείς προς τους Καδούχους παρετάχθη απέναντί των προς επίθεσιν και διέταξε τους λοχαγούς να παρατάξη έκαστος τον λόχον του κατ' ενωμοτίας, εκάστην των οποίων να οδηγήσουν αριστερά («παρ' ασπίδα») της άλλης, κατά μέτωπον. (41) Και οι μεν λοχαγοί και οι ενωμοτάρχαι να παραταχθούν (στραφούν) απέναντι των Καρδούχων, οι δε ουραγοί να τοποθετηθούν απέναντι του ποταμού.
Οι δε Καρδούχοι, καθώς είδαν τους οπισθοφύλακας να αποχωρίζωνται από τον όχλον και να φαίνωνται πλέον εις αυτούς ολίγοι, επέδραμον εναντίον των ταχύτερον, ψάλλοντες (πολεμικάς) τινας ωδάς. Ο δε Χειρίσοφος, επειδή ήτον ήδη εν πλήρει ασφαλεία, αποστέλλει εις τον Ξενοφώντα τους πελταστάς και τους σφενδονήτας και τους τοξότας με την εντολήν να συμμορφωθούν απολύτως προς τας διαταγάς του.
Μόλις όμως τους είδεν ο Ξενοφών αποπειρωμένους να διαβούν τον ποταμόν, τους διατάσσει αμέσως δι' αγγελιοφόρου να μη κινηθούν, αλλά να περιμένουν εκεί επί της όχθης του. Όταν δε αρχίσουν αυτοί (οι περί τον Ξενοφώντα) να διαβαίνουν, τότε να εισέλθουν κ' εκείνοι απέναντι μεν, αλλά χωριζόμενοι δεξιά και αριστερά του στρατού του, προφασιζόμενοι (καμωνόμενοι) ότι θα τον διαβούν, έτοιμοι όμως ως προς μάχην, οι μεν ακοντισταί έχοντες τους δακτύλους εις την θηλειάν του ακοντίου, οι δε τοξόται τα βέλη των επί των νευρών των τόξων. Να μη προχωρήσουν δε πολύ εις τον ποταμόν.
Αυτός δε διέταξε τους στρατιώτας του, όταν μεν ίδουν ότι τα σφενδονήματα φθάνουν μέχρις αυτών και αι ασπίδες των αρχίζουν να κροτούν από τα κτυπήματα των πολεμίων, να επιτεθούν, αφού πρώτον επικαλεσθούν τον Θεόν διά παιάνος (ύμνου), εναντίον των.
Άμα όμως ούτοι στραφούν προς τα όρη φεύγοντες, και σημάνη εκ του ποταμού το πολεμικόν ο σαλπιγκτής, τότε, αφού στραφούν και αυτοί δεξιά («επί δόρυ»), προηγηθούν δε όλων οι αρχηγοί των ενωμοτιών, να τρέξουν πάντες εις τον ποταμόν και όσον δυνηθούν ταχύτερον να τον περάσουν εις ην τάξιν θα ευρίσκεται έκαστος, διά να μην εμποδίζουν κατά την διάβασιν αλλήλους. Διότι ο επιτηδειότερος και γενναιότερος όλων θα ήναι εκείνος εκ των αρχηγών («ουραγών»), όστις πρώτος ήθελε περάση εις την αντίπεραν του ποταμού όχθην.
Οι δε Καρδούχοι βλέποντες πλέον τους οπισθοφύλακας ολίγους (μετά την διάβασιν του όχλου) — διότι και εξ αυτού (του όχλου) πολλοί, οίτινες είχαν λάβη διαταγάς να μη διαβούν μετά των άλλων, αλλά να μένουν, έφυγαν εκείθεν, ασχολούμενοι άλλοι μεν με τα υποζύγια, άλλοι δε με τας αποσκευάς, άλλοι δε με τας εταίρας — επετέθησαν με τόλμην αρχίσαντες να σφενδονούν και να τοξεύουν.
Οι δ' Έλληνες, αφού επεκαλέσθησαν πρώτον τον Θεόν, ώρμησαν δρομαίως εναντίον των. Οι δε Καρδούχοι δεν αντέστησαν εις την ορμήν των. Διότι ήσαν ωπλισμένοι διά μεν τον εκ των ορέων κλεφτοπόλεμον, επαρκέστατα εις το να επιπίπτουν και να φεύγουν, διά δε την εκ του συστάδην μάχην, όχι επαρκώς.
Εις το σημείον τούτο σημαίνει ο σαλπιγκτής. Και οι μεν πολέμιοι έφευγαν ακόμη περισσότερον, οι δ' Έλληνες, στραφέντες αντιθέτως, προς τον ποταμόν, έφευγαν δι' αυτού όσον ηδύναντο ταχύτερον.
Εκ δε των πολεμίων, άλλοι μεν, εννοήσαντες το τέχνασμα, επανέστρεψαν προς τον ποταμόν και, τοξεύοντες, επλήγωσάν τινας εκ των Ελλήνων, άλλοι δε, οι και περισσότεροι, και μετά την διάβασιν τούτων, εφαίνοντο ακόμη προς τα όρη φεύγοντες. Οι δε περί τον Χειρίσοφον, προϋπαντήσαντες εν τω ποταμώ τον διαβαίνοντα στρατόν του Ξενοφώντος, αναλαμβάνοντες θάρρος κ' εκ τούτου προχωρήσαντες περισσότερον του πρέποντος, ευρέθησαν εις την ανάγκην να τον ξαναπεράσουν, αφού ήδη είχαν διέλθη οι μετά του Ξενοφώντος. Και εκ τούτων δ' επίσης ολίγοι επληγώθησαν. (42)
Αφού δ' επέρασαν όλοι εκείθεν του ποταμού, ανασυνταχθέντες και πάλιν περί την μεσημβρίαν εβάδισαν διά μέσου της Αρμενίας, επί πεδιάδος συνεχώς και ομαλών γηλόφων, ουχί ολιγώτερον των πέντε παρασαγγών. Διότι ένεκα των προς τους Καρδούχους πολέμων δεν υπήρχον πλησίον του ποταμού χωρία.
Το δε χωρίον, εις το οποίον έφθασαν, και μεγάλον ήτο και μεγαλοπρεπή κατοικίαν διά τον σατράπην είχε και προμαχώνες (πύργοι) επί των περισσοτέρων οικιών υπήρχαν. Τα δε τρόφιμα ήσαν αφθονώτατα.
Εντεύθεν δ' επορεύθησαν σταθμούς δύο, παρασάγγας δέκα, μέχρις ου υπερέβησαν τας πηγάς του Τίγρητος ποταμού. Εντεύθεν δ' επορεύθησαν σταθμούς τρεις, παρασάγγας δέκα πέντε και έφθασαν εις τον Τηλεβόαν ποταμόν, όστις ήτον ευδιάβατος, ουχί δε μέγας, και περί τον οποίον ευρίσκοντο πολλά χωρία.
Ο δε τόπος ούτος εκαλείτο δυτική Αρμενία και σατράπης εν αυτή του βασιλέως ήτον ο Τιρίβαζος, ο και φίλος αυτού γενόμενος κατόπιν, οσάκις δε ήρχετο εις επίσκεψίν του ο βασιλεύς, ουδείς άλλος εκτός αυτού τον εβοήθει, διά να ανέρχεται επί του ίππου του (!).
Ούτος, λοιπόν, (ο Τιρίβαζος) επλησίασε με ιππικόν τον Ελληνικόν στρατόν, και, προαποστείλας διερμηνέα, παρήγγειλεν ότι θα επεθύμει να συνομιλήση με τους αρχηγούς του. Ούτοι δε απεφάσισαν να τον ακούσουν. Και προσελθόντες εις επήκοον αυτού τον ηρώτων τι θέλει.
Ο δε Τιρίβαζος είπεν ότι θα ήθελε να συνθηκολογήση περί ειρήνης μαζή των επί τω όρω ούτε αυτός να βλάπτη τους Έλληνας, ούτε εκείνοι να καίουν τας οικίας, να λαμβάνουν δε όσα μόνον θα εχρειάζοντο προς συντήρησίν των τρόφιμα. Οι στρατηγοί, εγκρίναντες ταύτα, εσυνθηκολόγησαν επί τοις όροις αυτοίς περί ειρήνης («εσπείσαντο»).
Εντεύθεν δ' επορεύθησαν διά μέσου πεδιάδος σταθμούς τρεις, παρασάγγας δέκα πέντε. Και ο Τιρίβαζος τους παρηκολούθει με τον στρατόν του εις απόστασιν δέκα σταδίων. Και φθάνουν εις μεγαλοπρεπή οικήματα και πολλά πέριξ των χωρία, γεμάτα από πολλά και ποικίλα τρόφιμα.
Ενώ δε εστρατοπεδεύοντο, αρχίζει την νύκτα να πίπτη χιών άφθονος. Και προς τα εξημερώματα απεφάσισαν, διανεμόμενοι εις διάφορα χωρία, να κατασκηνώσουν στρατός και στρατηγοί. Διότι δεν έβλεπαν πολέμιον κανένα. Και εφρόνουν ότι ως εκ της πολλής χιόνος θα ευρίσκοντο έτι περισσότερον εκεί εν ασφαλεία.
Ενταύθα (εις τα χωρία αυτά) είχαν ό,τι ήθελαν. Όλα τα αγαθά. Ζώα δηλαδή κατάλληλα διά θυσίας, σίτον, οίνους παλαιούς ευώδεις, σταφίδας, όσπρια διάφορα. Τινές δε εκ των από του στρατοπέδου διασκορπισθέντων έλεγαν ότι είχαν ίδη την νύκτα διάφορα πυρά αναμμένα (λάμποντα).
Ενόμισαν, λοιπόν, οι στρατηγοί (μετά την αναγγελίαν ταύτην) ότι δεν ήσαν πλέον εν ασφαλεία, ούτω ανά τα χωρία διεσκορπισμένοι, και ότι έπρεπε και πάλιν να συναθροίσουν τον στρατόν. Εφ' ω και συνηθροίσθησαν. Άλλως τε εδώ κ' εκεί εφαίνετο να αιθριάζη (να ξανοίγη) ο ουρανός.
Την νύκτα όμως πίπτει φοβερά χιών, τόση, ώστε να σκεπάση, και τα όπλα και τους ανθρώπους όλους κοιμωμένους. Ακόμη και τα ζώα αυτά εζάρωσεν. Ώστε με μεγάλην των οκνηρίαν να σηκώνονται. Διότι, εφ' όσον ήσαν ξαπλωμένα, η χιών, όση είχε πέση επάνω των, παρείχεν εις κάθε ζώον, από το οποίον δεν κατέρρεεν (ως εκ της αδρανείας του), θερμότητα.
Όταν δε ο Ξενοφών, καταβαλών την εκ της θαλπωρής της χιόνος ραθυμίαν, ηγέρθη γυμνός και ήρχισε να σχίζη ξύλα, ταχέως τότε και κάποιος άλλος εγερθείς, αφού αφήρεσε την αξίνην από τας χείρας του, τα έσχιζεν. Ως εκ τούτου και άλλοι εγερθέντες ήναπτον πυρ και ήλειφον το σώμα των (διά να θερμανθούν).
Διότι ενταύθα ευρίσκετο άφθονον χρίσμα (άλειμμα), με το οποίον ηλείφοντο αντί ελαίου, κατασκευασμένον από λίπος χοίρου, από σκυαμόλαδο, αμυγδαλόλαδο — από πικρά καμωμένο αμύγδαλα — και από τρεμεντίνα. Από τα αυτά δε είδη ευρίσκετο και μύρον.
Μετά ταύτα ενόμισαν ότι έπρεπε και πάλιν να κατασκηνώσουν (διασκορπιζόμενοι) εις διαφόρους ανά τα χωρία οικίας. Ενταύθα, λοιπόν, ελθόντες οι στρατιώται επέδραμον με μεγάλην των ευχαρίστησιν και πολλάς κραυγάς ανά τας οικίας και τα τρόφιμα (ρεμούλα). Όσοι δε, πρωτήτερα από αυτούς επιδραμόντες, έκαυσαν από ανόητον γενναιότητα και αναίδειαν τας οικίας, (εις τας οποίας είχαν εισέλθη), ετιμωρήθησαν ως επιδείξαντες άνανδρον εν αυταίς διαγωγήν.
Εντεύθεν απέστειλαν την νύκτα με άνδρας Δημοκράτην τον εκ Τήμνου εις τα όρη, όπου οι εκεί διεσκορπισμένοι (εκ του στρατοπέδου) είχαν είπη ότι έβλεπαν λάμποντα πυρά. Διότι ο Δημοκράτης ούτος είχεν ήδη εξακριβώση και πρωτήτερα πολλά τοιαύτα, τα αληθινά ως αληθινά (ελέγχων) και τα ψευδή ως ψευδή.
Πορευθείς, λοιπόν, είπεν ότι τα μεν πυρά δεν είδεν, επανήλθεν όμως με κάποιον, ον καθ' οδόν συνέλαβε, φέροντα τόξον Περσικόν και φαρέτραν και δίστομον πέλεκυν, οποίον και αι Αμαζόνες φέρουν.
Ερωτηθείς ο άνθρωπος ούτος: ποίος ήτον, απεκρίθη ότι ήτο Πέρσης και ότι έρχεται από το στρατόπεδον του Τιριβάζου, διά να λάβη τρόφιμα. Οι δε Έλληνες τον ηρώτων: πόσος ήτον ο στρατός του και διά ποίον σκοπόν τον είχε συναθροίση.
Ούτος δε είπεν ότι ο Τιρίβαζος ευρίσκετο εκεί (που) με όλον τον στρατόν του, και με μισθοφόρους Χάλυβας και Ταόχους. Ότι είχε παρασκευασθή με την πρόθεσιν να υπερβή το όρος προς το μέρος των στενών του (από της κλεισούραις του), από το οποίον και μόνον υπήρχε διάβασις, και ότι εις το μέρος τούτο ακριβώς θα επετίθετο αιφνιδίως κατά των Ελλήνων.
Μόλις ήκουσαν ταύτα οι στρατηγοί αμέσως απεφάσισαν να συναθροίσουν τον στρατόν. Και παρευθύς, αφήσαντες φρουράν και ως στρατηγόν της ορίσαντες Σοφαίνετον τον Στυμφάλιον, επορεύοντο έχοντες ως οδηγόν τον συλληφθέντα Πέρσην.
Άμα δε ούτοι υπερέβησαν τα όρη, οι πελτασταί, αφού επροχώρησαν αρκετά και παρετήρησαν λεπτομερώς το στρατόπεδον, δεν εκρατήθησαν αναμένοντες τους (όπισθεν αυτών) οπλίτας, αλλ', ανακράξαντες (ξεφωνίσαντες), έτρεχαν κατ' επάνω του μ' ορμήν. Οι δε βάρβαροι, ακούσαντες τον θόρυβον, δεν αντέστησαν, αλλ' ετράπησαν πάντες εις φυγήν. Εν τούτοις εφονεύθησαν καί τινες των βαρβάρων και ίπποι ως είκοσι τον αριθμόν συνελήφθησαν και η του Τιριβάζου σκηνή εκυριεύθη, εντός της οποίας ευρέθησαν αργυρόποδες κλίναι και διάφορα αγγεία με ποτά, προς δε και όσοι έλεγαν ότι ήσαν οι αρτοκόποι και οινοχόοι του σατράπου. Αφού δ' εξήτασαν και έμαθαν όλα αυτά (από τους πελταστάς) οι στρατηγοί των οπλιτών, ενόμισαν φρόνιμον ν' απέλθουν εις το στρατόπεδόν των όσον το δυνατόν ταχύτερον, μη τυχόν γείνη καμμία επίθεσις κατά της εκεί καταλειφθείσης προς φύλαξιν φρουράς. Και ευθύς αμέσως προσκαλέσαντες διά της σάλπιγγος όλον τον στρατόν, ανεχώρησαν και έφθασαν αυθημερόν εις το στρατόπεδον.
Την δ' επομένην ενόμισαν ότι το φρονιμώτερον ήτον αμέσως ν' αναχωρήσουν, βαδίζοντες όσον ηδύναντο ταχύτερον, πριν ή ανασυνταχθούν και πάλιν οι πολέμιοι και καταλάβουν τα στενά. Ευθύς δ' ετοιμάσαντες τας αποσκευάς των επορεύοντο διά μέσου πυκνοτάτης χιόνος, έχοντες οδηγούς πολλούς. Και αυθημερόν υπερπηδήσαντες την κορυφήν του όρους, από την οποίαν έμελλε να επιτεθή ο Τιρίβαζος, εστρατοπέδευσαν κάπου εκεί προχείρως.
Εντεύθεν επορεύθησαν σταθμούς τρεις, παρασάγγας δέκα πέντε και φθάνουν εις τον Ευφράτην ποταμόν, τον οποίον και διέρχονται, βρεχόμενοι σχεδόν μέχρις ομφαλού, και του οποίου αι πηγαί ελέγετο ότι δεν ήσαν και πολύ μακράν.
Εντεύθεν επορεύοντο διά μέσου πεδιάδος, χιονιζόμενοι, σταθμούς τρεις, παρασάγγας πέντε. Ο τρίτος όμως σταθμός υπήρξε δι' αυτούς ταλαιπωρότατος. Βορράς έπνεε καταντικρύ των φοβερός (κατάμουτρα), καθολοκληρίαν κατακαίων όλα και ξεπαγιάζων τους ανθρώπους. Όπου κάποιος εκ των μάντεων είπε να προσφέρουν σφάγια (θυσίαν) εις τον Θεόν του ανέμου. Αμέσως δε και προσφέρονται τοιαύτα. Όλοι δε είδαν ολοφάνερα ότι (αμέσως) το κακόν του ανέμου εμετριάσθη. Ήτο δε το βάθος της χιόνος έως μίαν οργυιάν. Ώστε και από τα υποζύγια και από τους αιχμαλώτους πολλοί καθ' οδόν απέθαναν και εκ των στρατιωτών περί τους τριάκοντα.
Επέρασαν δε την νύκτα ανάπτοντες (διαρκώς) φωτιάν και θερμαινόμενοι. Ξύλα δε ήσαν εις τον σταθμόν ουκ ολίγα. Τα οποία όμως δεν επήρκουν και διά τους κατόπιν ερχομένους. Οι δε ελθόντες πρωτήτερα και θερμαινόμενοι ήδη δεν άφηναν τους αργοπορήσαντας να πλησιάσουν στη φωτιά των, εάν δεν τους έδιδαν σίτον ή ό,τι δήποτε άλλο είχαν επάνω των φαγώσιμον.
Τότε, λοιπόν, ό,τι είχεν έκαστος έδωκεν εις τον άλλον. Όπου δε ήτο φωτιά αναμμένη, αναλυομένης, (ως εκ της θερμότητος), της χιόνος, εσχηματίζοντο μεγάλοι λάκκοι μέχρι του εδάφους. Όπου και ήτο δυνατόν να καταμετρήση τις το βάθος της χιόνος.
Εντεύθεν δε, καθ' όλην την επιούσα ημέραν, επορεύοντο εν μέσω χιόνων, πολλοί δε εκ των στρατιωτών έπαθαν από εξάντλησιν των δυνάμεών των εκ της μαστιζούσης αυτούς μεγάλης πείνας («βουλιμίας»). Ο δε Ξενοφών, οπισθοφυλακών και συγκρατών (προφθάνων) τους πίπτοντας εκ των στρατιωτών, ηγνόει οποία τις ήτον η αρρώστιά των.
Όταν δε κάποιος από τους γνωρίζοντας τα τοιαύτα του είπεν ότι προφανώς έπαθαν από μεγάλην εκ της ασιτίας των εξάντλησιν, ότι δε, εάν φάγουν κάτι, (έστω και ελάχιστον), θα αναζωγονηθούν, τότε, περιερχόμενος (τριγυρίζων) τα υποζύγια, όπου ήθελεν εύρη τίποτε φαγώσιμον το εμοίραζε και παντού απέστελλε τους δυναμένους να περιτρέχουν (προς εξεύρεσιν τροφής), οίτινες (ό,τι εύρισκαν) το έδιδαν αμέσως εις τους πάσχοντας. (43)
Πράγματι δε, μόλις έτρωγαν κάτι, ανεζωογονούντο και επορεύοντο. Ενώ δ' επορεύοντο, ο μεν Χειρίσοφος φθάνει (κοντοφτάνει), ότι ήρχισε να σκοτεινιάζη, εις κάποιο εκεί χωρίον, έμπροσθεν δε του τειχίσματός του συναντά εκ του χωρίου ερχομένας γυναίκας τινας και κόρας να υδροφορούν από κάποια εκεί πηγήν.
Αύται, λοιπόν, τους ηρώτων: ποίοι είναι. Ο δε διερμηνεύς απήντησεν εις Περσικήν γλώσσαν, ότι έρχονται εκ μέρους του βασιλέως προς τον σατράπην. Εκείναι δε απεκρίθησαν ότι δεν είναι ενταύθα (εις το χωρίον), αλλ' ότι απουσιάζει μακράν του ένα παρασάγγην. Ούτοι δε, επειδή ήτον αργά, έρχονται μαζή με τας υδροφόρους προς τον κωμάρχην, εντός του τειχίσματος.
Και ο μεν Χειρίσοφος και όσοι ηδυνήθησαν εκ του στρατεύματος εστρατοπέδευσαν ενταύθα, οι δε μη δυνάμενοι εκ των άλλων στρατιωτών να διανύσουν την (μέχρι του χωρίου) οδόν διενυκτέρευσαν (εις το ύπαιθρον) χωρίς να φάγουν τίποτε και χωρίς φωτιά. Επίσης και εδώ απέθανάν τινες εκ των στρατιωτών από το ψύχος.
Τους ηκολούθουν δε (τους κατεδίωκον) όπισθεν αθροίσματά τινα (μπουλούκια) εκ των βαρβάρων, αρπάζοντα όσα ζώα εύρισκαν εξησθενημένα καθ' οδόν και περί της κατοχής των αναμεταξύ των συμπλεκόμενα. Έμεναν δ' ακόμη οπίσω και όσοι εκ των στρατιωτών είχαν εκ της χιόνος τυφλωθή και εκείνοι των οποίων τα δάκτυλα των ποδών είχαν σαπίση από το ψύχος.
Ανεκουφίζοντο δε ουκ ολίγον από το κακόν της χιόνος οι οφθαλμοί, εάν προ αυτών εκράτει τις τίποτε μαύρον, ενώ επορεύετο. Ως προς τους πόδας δε, εάν τις εκινείτο διαρκώς και δεν ησύχαζε (δεν εκοιμάτο) διόλου και καθ' όλην την νύκτα είχεν αυτούς ελευθέρους από τα υποδήματα.
Δι' όσους όμως εκοιμώντο μ' αυτά (με τα παπούτσια), εισήρχοντο τα λουριά («ιμάντες») εις τους πρησμένους από το ψύχος πόδας, και τα υποδήματα ολοτρόγυρα επάγωναν (εκοκκάλιαζαν). Διότι, επειδή είχαν ήδη φθαρή (λυώση) προ πολλού τα παλαιά των υποδήματα, τα είχαν αντικαταστήση με ακατέργαστα μονόπετσα τσαρούχια, καμωμένα από τα δέρματα βοών προσφάτως εκδαρέντων.
Ως εκ των ταλαιπωριών των, λοιπόν, αυτών έμεναν (ακόμη) οπίσω τινές εκ των στρατιωτών. Οίτινες (μάλιστα) ιδόντες κάποια εκεί που τοποθεσίαν να μαυρίζη, διότι δεν υπήρχε χιών εις το μέρος τούτο, ενόμισαν (προς στιγμήν) ότι (εκεί) αύτη είχεν ήδη λυώση. Πράγματι δε και είχε λυώση ένεκα θερμής τινος πηγής, η οποία ήτον εκεί που πλησίον, εντός δασώδους φάραγγος. Προς το μέρος αυτό τραπέντες οι στρατιώται εκείνοι εκάθηντο και δεν ήθελαν διόλου να βαδίσουν.
Ο δε Ξενοφών, επειδή ωπισθοφυλάκει (και, συνεπώς, ήτον εις θέσιν ν' αντιλαμβάνεται καλλίτερον τα συμβαίνοντα), άμα ως έμαθε περί τίνος πρόκειται, τους παρεκάλει επιτηδείως και με τρόπον να μη μένουν οπίσω (από το στράτευμα), λέγων εις αυτούς ότι έρχονται όπισθεν πολλοί πολέμιοι συγκεντρωμένοι (μαζεμμένοι). Εν τέλει δε (βλέπων τούτους αρνουμένους), και εξωργίσθη. Ούτοι όμως τον παρεκάλουν να τους φονεύση (του έλεγαν ότι καλλίτερον δι' αυτούς θα ήτο να τους φονεύση παρά να προχωρήσουν). Διότι τους είναι απολύτως αδύνατον να βαδίσουν.
Τότε ενόμισαν ότι έπρεπε να εκφοβίσουν, ει δυνατόν, τους ακολουθούντας όπισθεν πολεμίους, διά να μην επιτεθούν κατά των ασθενών και κουρασμένων. Και ήτο μεν ήδη σκότος, ούτοι δε (οι πολέμιοι) τους επλησίασαν με μεγάλον θόρυβον, φιλονεικούντες περί του τις πρώτος θα επιτεθή εναντίον των.
Τότε, λοιπόν, οι οπισθοφύλακες, ως υγιαίνοντες, εξεγερθέντες επετέθησαν κατά των πολεμίων. Οι δε ασθενείς, αναβοήσαντες όσον ηδύναντο περισσότερον, εκτύπησαν τας ασπίδας προς τα δόρατα. Οι δε πολέμιοι φοβηθέντες άφησαν εαυτούς να φέρωνται επί της χιόνος προς την φάραγγα (ετράπησαν εις φυγήν), και ουδείς πλέον ουδαμού έκαμε λόγον περί αυτών.
Και ο μεν Ξενοφών με τους ιδικούς του, αφού είπαν εις τους ασθενείς ότι την επομένην θα τους επισκεφθούν τινες (εκ των στρατιωτών του), βαδίζοντες, πριν ή ακόμη διανύσουν τέσσαρα στάδια, συναντούν εις τον δρόμον κοιμωμένους, καθ' ολοκληρίαν δε από την χιόνα σκεπασμένους, τους (υπολειφθέντας από τους περί τον Χειρίσοφον) στρατιώτας. Είδαν δε ότι ούτε ίχνος καν φρουράς είχε τοποθετηθή (προς φρούρησίν των). Και τους παρεκίνουν να επιστρέψουν. Ούτοι δε έλεγαν ότι, όσοι είναι έμπροσθεν (όσοι προχωρούν) δεν πρέπει να υποχωρούν.
Ο δε Ξενοφών, αφού επροσπέρασεν, απέστειλε προς αυτούς τους ισχυροτέρους των πελταστών με την διαταγήν να εξετάσουν ποίον είναι το αίτιον που τους εμποδίζει να τον ακολουθήσουν. Ούτοι δε, (επιστρέψαντες), του ανήγγειλαν: διότι όλον το στράτευμα επεθύμει να ησυχάση (να κοιμηθή) εκεί, όπως ευρίσκετο.
Τότε και οι περί τον Ξενοφώντα διενυκτέρευσαν ενταύθα (εις το ύπαιθρον) χωρίς φωτιά και άδειπνοι, εγκαταστήσαντες οίας ηδύναντο φρουράς. Αφού δε εξημέρωσεν, ο μεν Ξενοφών, αποστείλας προς τους ασθενούντας τους νεωτάτους (των οπισθοφυλάκων), τους διέταξεν, αφού τους σηκώσουν (από τον ύπνον των), να τους εξαναγκάσουν να βαδίσουν.
Εν τούτω δε τω μεταξύ ο Χειρίσοφος αποστέλλει τινάς εκ των εν τω χωρίω στρατοπεδευμένων στρατιωτών του, διά να εξετάσουν εις ποίαν κατάστασιν ευρίσκονται οι τελευταίοι (οι περί τον Ξενοφώντα). Ούτοι δε, ιδόντες (αυτούς) με ευχαρίστησίν των, τους μεν ασθενούντας παρέδωσαν εις αυτούς, διά να τους φέρουν εις το στρατόπεδον, αυτοί δε επορεύοντο και, πριν διανύσουν είκοσιν εν όλω στάδια, έφθασαν εις το χωρίον, όπου εστρατοπέδευεν ο Χειρίσοφος.
Αφού δε συνηντήθησαν, ενόμισαν ότι θα ήσαν εν πλήρει ασφαλεία, εάν κατεσκήνου κατά κώμας ο στρατός. Και ο μεν Χειρίσοφος έμενεν ενταύθα. Οι δε άλλοι, μοιρασθέντες προς αλλήλους όσας είχαν προ των οφθαλμών των κώμας (όσα έφτανε το μάτι των χωριά), επορεύοντο έκαστος με τους ιδικούς του εις ο έτυχεν εις αυτόν χωρίον.
Τότε, λοιπόν, ο λοχαγός Πολυκράτης ο Αθηναίος τους παρεκάλεσε να τον αφήσουν ελεύθερον εις τας ενεργείας του. Και λαβών τους ευζώνους ορμά κατά του χωρίου, το οποίον έτυχεν εις τον Ξενοφώντα, και καταλαμβάνει απροόπτως όλους τους κατοίκους του με τον αρχηγόν των και δέκα επτά πώλους συντηρουμένους, διά να σταλούν ως φόρος εις τον βασιλέα, και την θυγατέρα του κωμάρχου, μόλις προ εννέα ημερών νυμφευθείσαν, της οποίας ο σύζυγος, επειδή επήγε την ημέραν εκείνην να κυνηγήση λαγούς, δεν συνελήφθη μαζή με τους άλλους από τον Πολυκράτην.
Αι δε οικίαι ήσαν υπόγειοι και είχαν την θύραν στενήν καθώς το στόμα φρέατος, προς τα κάτω δ' ευρείαι. Αι δε είσοδοι διά μεν τα ζώα ήσαν εσκαμμέναι, οι άνθρωποι όμως κατέβαιναν διά (χωματίνης) κλίμακος. Εντός δε των οικιών συνδιαιτώντο μαζή με τα μικρά των αίγες, χοίροι, βόες, όρνιθες.
Τα δε κτήνη συνετηρούντο με ξηρόν χόρτον. Ήσαν δ' ακόμη και σίτος και κριθαί και όσπρια και οίνος κρίθινος (μπύρα) μέσα εις αγγεία, επίτηδες προωρισμένα διά κέρασμα («κρατήρας»), εντός των οποίων υπήρχον και αυταί αι κριθαί, επιπλέουσαι μέχρι του χείλους των αγγείων. Ακόμη δε και άχυρα υπήρχον εντός αυτών, άλλα μικρά και άλλα μεγάλα, χωρίς κόμβους.
Ένεκα τούτου δε, όταν τις εδίψα, έπρεπε να τον απομυζεί (ρουφάη) από τον κρατήρα με κλειστά τα χείλη. Ήτο δε πάρα πολύ δυνατός δι' εκείνον που τον έπινε χωρίς νερό. Πάρα πολύ δε γλυκύς δι' εκείνον που τον είχε συνηθίση.