»Αν θέλετε δ' ερωτήσατέ τους να σας ειπούν τας περί ημών εντυπώσεις των (σαν τι λογής ανθρώπους μας ηύραν). Διότι παρευρίσκονται εδώ εκείνοι, τους οποίους λόγω φιλίας έστειλε μαζή μας (μας έδωκεν) η πόλις, διά να μας χρησιμεύσουν εις τον δρόμον μας ως οδηγοί.
»Εις οιονδήποτε μέρος όμως ερχόμενοι, είτε εις βάρβαρον χώραν, είτε εις Ελληνίδα, δεν ευρίσκομεν τροφάς προς αγοράν, εκεί, ουχί επί τω σκοπώ εξευτελισμού, αλλά διότι πιεζόμεθα υπό της ανάγκης, τας λαμβάνομεν διά της βίας.
»Και τους Καρδούχους και τους Ταόχους και τους Χαλδαίους, αν και δεν ήσαν υπήκοοι του βασιλέως, (δεν υπήρχεν επομένως κανείς λόγος, διά να τους έχωμεν εχθρούς), εν τούτοις, καίτοι ήσαν πάρα πολύ επικίνδυνοι, τους εκάναμεν εχθρούς μας, μόνον και μόνον διότι ευρέθημεν εις την ανάγκην, επειδή δεν μας επέτρεπαν την προμήθειαν τροφών, να λαμβάνωμεν αυτάς διά της βίας.
«Τους δε Μάκρωνας, αν και ήσαν βάρβαροι, επειδή μας παρείχον κατά τας δυνάμεις των (το κατά δύναμιν) τροφάς προς αγοράν, και φίλους μας τους ενομίζαμεν και ουδέν παρ' αυτών αυθαιρέτως ελαμβάναμεν.
»Ως προς τους Κοτυωρίτας δε, οι οποίοι λέγετε ότι είναι υπήκοοί σας, εάν ελάβαμέν τι παρ' αυτών, χωρίς να θέλουν, τούτου αυτοί και μόνοι είναι αίτιοι. Διότι δεν εφέρθησαν προς ημάς ως φίλοι, αλλά, κλείσαντες τας πύλας του τείχους των, ούτε εντός της πόλεώς των μας επέτρεπαν την είσοδον, ούτε έξω αυτής μας έστελλον τροφάς προς αγοράν. Αίτιος δε της τοιαύτης συμπεριφοράς των έλεγαν ότι ήτον ο παρ' υμών εξαρτώμενος διοικητής των («αρμοστής»).
»Όσον δ' αφορά περί της, ην μας αποδίδετε, κατηγορίας: ότι ημείς κατασκηνούμεν εις την πόλιν σας, εισερχόμενοι εις αυτήν διά της βίας, το πράγμα έχει ως εξής: Ημείς είχαμεν την αξίωσιν από σας να δεχθήτε εις τας οικίας σας τους ασθενείς μας. Επειδή όμως δεν μας άνοιγαν τας πύλας της πόλεως (διά να εισέλθωμεν), διά τούτο εις ο μέρος αυτό αφ' εαυτού ήτον ευάλωτον το τείχος (εις ο μέρος το τείχος, ως εκ της θέσεώς του, ήτον ευδιάβατον) εισηρχόμεθα ακουσίως των, ουδεμίαν άλλην βίαν μετερχόμενοι κατά των κατοίκων. Διότι και οι εις τας οικίας των Κοτυωριτών κατασκηνούντες ασθενείς μας εξ ιδίων εδαπάνων, και τας πύλας της πόλεώς των εφρουρούμεν, όπως εμποδίζωμεν τους αρρώστους μας να ενοχλούν τον αρμοστήν σας, δυνάμεθα δε να τους μεταφέρωμεν ευκόλως εκείθεν, όταν θέλωμεν. (14)
»Όσον δ' αφορά τους άλλους εξ ημών, είμεθα, όπως βλέπετε, εις το ύπαιθρον παρατεταγμένοι, έτοιμοι πάντοτε, αν μεν κανείς μας ευεργετήση, να τον αντευεργετήσωμεν, αν δε μας βλάψη, να τον εμποδίσωμεν.
»Ως προς όσα δε μας απειλήσατε, ότι δηλαδή θα συμμαχήσετε, όταν θα το κρίνετε εύλογον, με τον Κορύλαν και τους Παφλαγόνας εναντίον μας, είσθε ελεύθεροι να το πράξετε. Ημείς όμως, εάν μεν παραστή ανάγκη, θα πολεμήσωμεν και τους δύο — μάθετε δε ότι μέχρι τούδε και άλλους πολύ περισσοτέρους από σας επολεμήσαμεν. Αν δε νομίσωμεν συμφέρον μας να κάνωμεν φίλον (να πάρωμε με το μέρος μας) τον άρχοντα της Παφλαγονίας — μανθάνομεν δε ότι και επιθυμεί ούτος (να κατακτήση) την πόλιν σας και τα παρά την θάλασσαν οχυρά μέρη — θα προσπαθήσωμεν, συντρέχοντες αυτόν εις τους σκοπούς του (εις ό,τι επιθυμεί), να γίνωμεν με κάθε τρόπον φίλοι του».
Μετά τους λόγους αυτούς του Ξενοφώντος οι μετά του Εκατωνύμου συναποσταλέντες πρέσβεις καταφώρως εφάνησαν δυσαρεστηθέντες διά τα λεχθέντα. Παρουσιασθείς όμως άλλος τις εξ αυτών προ των Ελλήνων είπεν ότι δεν ήλθαν επί τω σκοπώ να τους πολεμήσουν, αλλά διά να τους βεβαιώσουν, ότι είναι φίλοι των. Και ότι, «όταν μεν έλθετε εις την πόλιν των Σινωπέων, θα σας υποδεχθώμεν εκεί με αναμνηστικά φιλοξενίας δώρα. Επί του παρόντος δε, θα διατάξωμεν τους Κοτυωρίτας να σας δώσουν ό,τι ημπορέσουν. Διότι βλέπομεν ότι όλα όσα λέγετε είναι αληθή».
Μετά ταύτα και οι Κοτυωρίται έστελλον προς τους Έλληνας δώρα (εις ανάμνησίν των), και οι στρατηγοί των Ελλήνων εφιλοξένουν τους πρέσβεις των Σινωπέων, και αναμεταξύ των συνωμίλουν φιλικώτατα περί πολλών, διερωτώντες λεπτομερώς αλλήλους και περί άλλων μεν, προ πάντων όμως περί των παρουσιασθησομένων, ως προς την περαιτέρω αυτών πορείαν, αναγκών.
Ούτω η ημέρα αύτη ετελείωσε. Την δ' επομένην συνεκάλεσαν οι
στρατηγοί τον στρατόν (εις εκκλησίαν). Και απεφάσισαν, αφού
προσκαλέσουν και τους πρέσβεις των Σινωπέων, να συσκεφθούν περί
της περαιτέρω πορείας. Διότι, εάν μεν διά ξηράς ηναγκάζοντο να
προχωρήσουν (του λοιπού), εφρόνουν ότι θα τους ήσαν χρήσιμοι οι
Σινωπείς, ως έμπειροι της Παφλαγονίας. Εάν δε διά θαλάσσης, και
πάλιν ενόμιζαν ότι θα ελάμβαναν αυτών ανάγκην. Διότι επίστευαν
ότι ήσαν οι καταλληλότεροι να προμηθεύσουν ταπαιτούμενα (τα
χρειαζούμενα) διά τον στρατόν πλοία.
Προσκαλέσαντες, λοιπόν, τους πρέσβεις συνεσκέπτοντο μαζή των περί τούτου, και ηξίουν παρ' αυτών να τους περιποιηθούν, πρωτίστως εις τούτο προσέχοντες: ότι προς Έλληνας, Έλληνες αυτοί όντες, πρέπει να φανούν φίλοι και να συμβουλεύσουν εις αυτούς τα βέλτιστα.
Εγερθείς δε ο Εκατώνυμος, κατ' αρχάς μεν απελογήθη δι' εκείνο το οποίον είχεν είπη (προηγουμένως) — πως θα έκαναν δηλαδή φίλον των τον άρχοντα της Παφλαγονίας (Κορύλαν) — ότι είπε τούτο όχι με τον σκοπόν απειλής πολέμου κατά των Ελλήνων, αλλά διά να δείξη ότι, ενώ ήσαν ελεύθεροι να γείνουν φίλοι, των βαρβάρων, αυτοί επροτίμησαν τους Έλληνας.
Επειδή δε τους παρεκίνουν να είπουν την (περί της λοιπής πορείας) γνώμην των, ο Εκατώνυμος, αφού προσηυχήθη πρώτα εις τους Θεούς, είπε τα εξής: «Εάν μεν ήθελα προτείνη όσα μου φαίνονται ως καλλίτερα, πολλά τα καλά θα απελάμβανα. Εάν δ' όχι, τουναντίον. Διότι εκείνο το οποίον λέγεται (παροιμιακώς) «ιερά συμβουλή» νομίζω ότι θα με βοηθήση ομιλούντα (περί του τι πρέπει να πράξετε). Διότι τώρα πλέον, εάν μεν φανώ προτείνων τα ορθά και πρέποντα, πολλοί θα ήναι οι επαινούντες με, εάν δ' όχι πολλοί θα ήναι οι καταρώμενοι.
»Και λοιπόν είμαι εις θέσιν να γνωρίζω ότι, εάν μεν προχωρήσετε (μεταφερθήτε) εντεύθεν διά θαλάσσης, θα δοκιμάσωμεν πολύ περισσοτέρας ενοχλήσεις. Διότι ημείς θα παραστή ανάγκη να σας προμηθεύσωμεν τα προς τούτο πλοία. Εάν δε προχωρήσετε διά ξηράς, σεις (μόνοι) θα ήσθε εκείνοι οίτινες θα αναγκασθήτε καθ' οδόν να πολεμήτε.
»Ουχ ήττον, (ως προς την διά ξηράς πορείαν), πρέπει να σας είπω όσα γνωρίζω. Διότι και της χώρας των Παφλαγόνων έχω πείραν και των στρατιωτικών αυτών δυνάμεων. Η χώρα, λοιπόν, αύτη έχει και πεδιάδας ευφορωτάτας και όρη υψηλότατα. Και πρώτον μεν γνωρίζω καλά το μέρος, από το οποίον θ' αναγκασθήτε να εισβάλετε (εις την χώραν). Διότι δεν είναι δυνατόν να γείνη αλλού η εισβολή παρά εις ο μέρος υψούνται εκατέρωθεν της οδού αι προς κέρατα ομοιάζουσαι κορυφαί του όρους, τας οποίας, άπαξ καταλαβόντες, θα ηδύναντο και ελάχιστοι μόνον άνδρες να κρατήσουν. Αφού δε καταληφθούν αύται, δεν θα ηδύνατο πλέον να περάση εκείθεν ούτε όλον το γένος των ανθρώπων. Τας κορυφάς δε ταύτας προθύμως ήθελα σας δείξη, εάν ηθέλατε ν' αποστείλετε μαζή μου κανένα από τους ανθρώπους σας.
»Έπειτα δε γνωρίζω και τας πεδιάδας και το εν αυταίς ιππικόν των Παφλαγόνων, το οποίον οι βάρβαροι νομίζουν ότι είναι υπέρτερον ολοκλήρου του ιππικού του βασιλέως, προς τον οποίον (πολεμούντα), αν και τους προσεκάλεσεν (εις βοήθειάν του), δεν προσήλθον, διότι ο αρχηγός των έχει πολύ μεγάλην (περί της χώρας του) ιδέαν.
»Εάν, εν τούτοις, ημπορέσετε να καταλάβετε κρυφίως ή (δι' αιφνιδίας τινός εφόδου) προφθάσετε να καταλάβετε τα όρη, και εάν ακόμη υπερισχύσετε (τους νικήσετε) εν τη πεδιάδι, πολεμούντες προς το ιππικόν των και προς πλέον των εκατόν είκοσι χιλιάδων πεζών, θα φθάσετε εις τους ποταμούς κατόπιν, πρώτον μεν εις τον Θερμώδοντα, έχοντα πλάτος τριών πλέθρων, τον οποίον φρονώ ότι είναι λίαν δύσκολον να διαβήτε, προ πάντων διότι έμπροσθέν σας μεν θα ευρίσκωνται πολλοί πολέμιοι (παρατεταγμένοι), πολλοί δε άλλοι θα σας ακολουθούν όπισθεν. Κατόπιν δε θα φθάσετε εις τον Ίριν, τριών πλέθρων ωσαύτως έχοντα το πλάτος. Και κατόπιν εις τον Άλυν, έχοντα πλάτος όχι ολιγώτερον των δύο σταδίων, τον οποίον είναι απολύτως αδύνατον να διαβήτε άνευ πλοίων. Ποιος δε θα σας προμηθεύση τα προς τούτο αναγκαιούντα πλοία; Επίσης δ' αδιάβατος είναι και ο Παρθένιος, εις τον οποίον θα φθάσετε, εάν (πρώτον) κατορθώσετε να διαβήτε τον Άλυν.
»Εγώ μεν, λοιπόν, νομίζω ότι όχι μόνον δυσκολωτάτη είναι διά σας η περαιτέρω πορεία του στρατεύματος, αλλά και εντελώς αδύνατος. Εάν όμως πορευθήτε διά θαλάσσης, θα σας ήναι εύκολον εντεύθεν μεν να φθάσετε εις Σινώπην παραπλέοντες. Εκ της Σινώπης δε εις την Ηράκλειαν. Και εκ της Ηρακλείας δεν θα σας ήναι πλέον διόλου δύσκολον να προχωρήσητε, είτε διά ξηράς, είτε διά θαλάσσης θέλετε. Διότι εις την Ηράκλειαν θα εύρετε προς τοις άλλοις και άφθονα πλοία».
Αφού δε είπε ταύτα ο Εκατώνυμος, άλλοι μεν εκ των Ελλήνων τον υπωπτεύοντο ότι επρότεινε τοιαύτα ένεκα της προς τον Κορύλαν φιλίας του, του οποίου εν Σινώπη ήτον ο δημόσιος φιλοξενητής. Άλλοι δε ότι θα ελάμβανεν από τον Κορύλαν τούτον δώρα διά τας συμβουλάς, τας οποίας θα έδιδεν εις τους Έλληνας. Άλλοι δε τον υπωπτεύοντο ότι συνεβούλευσε τοιαύτα και διά την εξής αιτίαν: διά να μη προξενήσουν δηλαδή, εάν τυχόν επορεύοντο διά ξηράς, κακόν τι (διά να μη βλάψουν δηλαδή) την χώραν των Σινωπέων. Ουχ ήττον οι Έλληνες απεφάσισαν να πορευθούν πλέον διά θαλάσσης.
Μετά τους λόγους εκείνους του Εκατωνύμου ο Ξενοφών είπεν: «Ω Σινωπείς, οι μεν στρατιώται εξέλεξαν την πορείαν, την οποίαν σεις συνεβουλεύσατε (επροτείνατε). Τα πράγματα, λοιπόν, έχουν ως εξής: Εάν μεν πρόκηται να έχωμεν πλοία αρκετά τον αριθμόν, τόσα ώστε ούτε ένας καν εκ των στρατιωτών μας να μείνη ενταύθα, θα προχωρήσωμεν διά θαλάσσης. Εάν όμως πρόκηται άλλοι μεν να εγκαταλειφθούν, άλλοι δε ν' αναχωρήσουν, δεν θα εισέλθωμεν εις τα πλοία.
«Διότι φρονούμεν ότι: όπου μεν είμεθα ισχυροί, εκεί δυνάμεθα και την ζωήν μας να υπερασπίζωμεν και τας τροφάς μας ευκόλως να προμηθευώμεθα. Όπου δ' ευρεθώμεν κατώτεροι των πολεμίων, εκεί είναι φανερόν ότι θα περιέλθωμεν εις μοίραν ανδραπόδων (θα εξανδραποδισθώμεν)».
Ακούσαντες ταύτα οι Σινωπείς τους προέτρεπον ν' αποστείλουν μαζή των πρέσβεις εις Σινώπην, (ίνα επιστατήσουν εις την αποστολήν των πλοίων). Και αποστέλλουν, λοιπόν, Καλλίμαχον τον Αρκάδα και Αρίστωνα τον Αθηναίον και Σαμόλαν τον Αχαιόν. Και ούτοι μεν πάντες (Σινωπείς τε και πρέσβεις των Ελλήνων) ανεχώρησαν.
Κατά τον εν τω μεταξύ δε χρόνον ο Ξενοφών, βλέπων ότι πολλοί μεν οπλίται Έλληνες, πολλοί δε και πελτασταί και τοξόται και σφενδονήται, προσέτι δε και ιππείς, οίτινες μάλιστα ήσαν ήδη ικανώτατοι ως εκ της μακράς των ασκήσεως εν τοις μάχαις, βλέπων ότι ευρίσκοντο ήδη εν τω Πόντω, όπου ουδέποτε άλλοτε είχε παρασκευασθή τόσον μεγάλη δύναμις δι' ελαχίστων μέσων, ενόμισε καλόν, αφού ιδρύσουν ενταύθα (νέαν Ελληνικήν) πόλιν (οι Έλληνες στρατιώται), να προσθέσουν ούτω χώραν και δύναμιν (νέαν) στην Ελλάδα.
Εφρόνει δε ότι αύτη θ' αποκαταστή ποτε μεγάλη, σκεπτόμενος και το πλήθος των αποικισθησομένων Ελλήνων και τους περιοικούντας τον Πόντον κατοίκους. Και προς τον σκοπόν αυτόν, προσκαλέσας τον διατελέσαντα μάντιν του Κύρου Σιλανόν τον Αμβρακιώτην, τον διέταξε να ερωτήση διά θυσίας τους θεούς, πριν ή ακόμη ανακοινώση τι εις τον στρατόν.
Ο δε Σιλανός, φοβηθείς μη πραγματοποιηθούν ταύτα και εγκαταστή εκεί που η στρατιά, διαδίδει την διάδοσιν στο στράτευμα, ότι ο Ξενοφών επιθυμεί να μείνη εκεί μονίμως ο στρατός και να ιδρύση (δι' αυτού) Ελληνικήν πόλιν και εις εαυτόν όνομα και δύναμιν μεγάλην να προσδώση.
Αυτός δ' ο ίδιος Σιλανός ήθελε να φθάση όσον το δυνατόν ταχύτερον εις την Ελλάδα. Διότι έφερε μαζή του, διασώσας καθ' όλην την μέχρι τούδε πορείαν, τους τρισχιλίους δαρεικούς, τους οποίους είχε λάβη από τον Κύρον, ότε, κατόπιν θυσίας, είχεν επαληθεύση εις την πρόρρησίν του ότι επί δέκα ημέρας δεν ήθελε τον πολεμήση ο βασιλεύς.
Αφού δ' έμαθαν οι στρατιώται (την πρόθεσιν αυτήν του Ξενοφώντος), άλλοι μεν εξ αυτών εφρόνουν ότι θα ήτο καλλίτερον να μείνουν, άλλοι δε, οι και περισσότεροι, τουναντίον. Οι δε στρατηγοί Τιμασίων ο Δαρδανεύς και Θώραξ ο Βοιώτιος εις εμπόρους τινάς των Ηρακλεωτών και Σινωπέων, εκεί παρευρεθέντας κατά τύχην, λέγουν ότι, εάν (ούτοι) (15) δεν χορηγήσουν εις τον στρατόν μισθόν, ώστε να έχη ούτος στο ταξείδι όλα τα προς συντήρησίν του αναγκαία, πολύ πιθανόν τόσον μεγάλη (στρατιωτική) δύναμις ν' αναγκασθή να μείνη εις τον Πόντον. Διότι έχει σκοπόν ο Ξενοφών — εκεί δε τείνουν όλαι του αι προσπάθειαι — οπόταν έλθουν τα πλοία, τότε να είπη αίφνης στον στρατόν:
»Ω άνδρες, τώρα μεν πλέον σας βλέπομεν ότι δεν είσθε εις θέσιν: και κατά την επιστροφήν σας να έχετε τα προς διατροφήν σας αναγκαία και, αφού επιστρέψετε εις την Ελλάδα, να φανήτε κάπως ωφέλιμοι εις τους οικείους σας. Εάν όμως επιθυμήτε (να διαθέσετε άλλως τα καθ' υμάς), δύνασθε, αφού εκλέξετε οιονδήποτε θελήσετε μέρος της περί τον Πόντον κατοικουμένης χώρας, να προσορμισθήτε εκεί, και όσοι μεν έχουν αντίθετον γνώμην, ν' απέλθουν εις την πατρίδα των, όσοι δε είναι σύμφωνοι, να μείνουν. Έχετε δ' αρκετά πλοία εις την διάθεσίν σας, ώστε, όπου και αν θελήσετε, να επιπέσετε αιφνιδίως (ως κατακτηταί)».
Ακούσαντες ταύτα οι έμποροι τα αναγγέλλουν εις τας πόλεις (Σινώπην και Ηράκλειαν). Μαζή μ' αυτούς δ' απέστειλεν εκεί Τιμασίων ο Δαρδανεύς και Ευρύμαχον τον Δαρδανέα και Θώρακα τον Βοιώτιον, με την εντολήν να τα επαναλάβουν (να ειπούν κι' αυτοί τα ίδια). Οι δε Σινωπείς και Ηρακλεώται, αφού τους ήκουσαν, αποστέλλουν προς τον Τιμασίωνα απεσταλμένον, και τον παρακαλούν να πρωτοστατήση επ' αμοιβή (αφού λάβη χρήματα) εις την διά παντός τρόπου αναχώρησιν της στρατιάς.
Ούτος δε, μ' ευχαρίστησίν του ακούσας ταύτα, λέγει προς τους συνηθροισμένους ήδη στρατιώτας τα εξής: «Δεν πρέπει να έχετε τον νουν σας εις το πώς να μείνετε εις την χώραν ταύτην, ούτε να προτιμήσετε τίποτε άλλο περισσότερον από την εις την Ελλάδα επιστροφήν σας. Μανθάνω δε ότι διά την υπόθεσιν αυτήν ερωτούν τινες διά θυσιών τους Θεούς, χωρίς να σας ανακοινώσουν τίποτε.
Λοιπόν, σας υπόσχομαι, αν αναχωρήσετε, να δώσω επί ένα μήνα (16) εις έκαστον από της πρώτης του προσεχούς μηνός ως μισθόν ανά ένα κυζικηνόν στατήρα. (17) Και να σας φέρω εις την Τρωάδα, από την οποίαν είμαι φυγάς και όπου η πόλις μου (η πατρίς μου) θα ήναι αφ' εαυτής πάντοτε πρόθυμος να σας υποστηρίξη. Διότι εκουσίως των (χωρίς διόλου να εκβιασθούν) θα με δεχθούν εκεί (οι συμπολίται μου).
»Εγώ δε ο ίδιος θα σας οδηγήσω εις τα μέρη εκείνα, όθεν πολλά θα ωφεληθήτε χρήματα. Γνωρίζω δε κάλλιστα και την Αιολίδα και την Φρυγίαν και την Τρωάδα και (εν γένει) ολόκληρον την υπό του Φαρναβάζου διοικουμένην χώραν. Τα μεν (εκ των μερών αυτών), διότι κατάγομαι εκείθεν, τα δε, διότι συνεστρατεύθην (υπηρέτησα) εν αυτοίς ποτε με τον Κλέαρχον και τον Δερκυλίδαν». (18)
Εγερθείς και πάλιν Θώραξ ο Βοιώτιος, όστις διαρκώς εφιλονίκει με τον Ξενοφώντα περί στρατηγίας, είπεν ότι «εάν εξέλθουν εκ του Πόντου, θ' απαντήσουν την Χερρόνησον (θα έχουν εις την διάθεσίν των την Χ.), χώραν ωραίαν και ευδαίμονα, ώστε όσοι μεν θέλουν, να κατοικήσουν εις αυτήν, όσοι δε δεν θέλουν, ν' απέλθουν εις τας πατρίδας των. Είναι δε γελοίον, ενώ υπάρχει εις την Ελλάδα χώρα πολλή και άφθονος, να ζητούν τοιαύτην (προς διανομήν) εις γην βαρβαρικήν.
»Όταν δ' άπαξ — προσέθηκε — φθάσετε εκεί, τόσον εγώ, όσον και ο Τιμασίων υποσχόμεθα να σας δώσωμεν μισθόν». Έλεγε δε ταύτα έχων υπ' όψει του όσα εις τον Τιμασίωνα είχαν υποσχεθή οι Ηρακλεώται και οι Σινωπείς, διά να τους πείσουν ν' αναχωρήσουν εκείθεν. Εν τω μεταξύ δε τούτω (εφ' όσον δ' ωμίλει ούτος) εσίγα ο Ξενοφών.
Εγερθέντες δε Φιλήσιος και Λύκων οι Αχαιοί έλεγαν πόσον φοβερόν(!) ήτο: κατ' ιδίαν μεν ο Ξενοφών να προσπαθή να τους πείση (ξεγελάση) να εγκατασταθούν αυτού και να ερωτά υπέρ της εγκαταστάσεώς των ταύτης τους Θεούς, ουδέν ανακοινών εις τον στρατόν, ενώπιον δε των στρατηγών να μη λέγη περί τούτου τίποτε. Ώστε ηναγκάσθη ο Ξενοφών να σηκωθή (επί τέλους) και να είπη τα εξής:
«Εγώ, ω άνδρες, ερωτώ μεν, καθώς βλέπετε, τους Θεούς: πόσα είμαι εις θέσιν να πράττω υπέρ υμών κ' εμού, όπως, και λέγων και σκεπτόμενος και δρων, επιτυγχάνω αυτά οποία θα έπρεπε να ήναι (θα ήρμοζαν) και εις σας και εις εμέ — δηλαδή «κάλλιστα και άριστα. (19) Και τώρα επίσης τους ηρώτων περί αυτού ακριβώς, περί του αν (δηλαδή) θα ήτο προτιμότερον ν' αρχίσω να ομιλώ και να ενεργώ περί της υποθέσεως ταύτης ή όλως διόλου να μη θίξω αυτήν.
»Ο μάντις δε Σιλανός μου απεκρίθη: εν πρώτοις μεν ότι τα ιερά (19α) ήσαν καλά. Άλλως τε είχεν υπ' όψει του ότι δεν ήμην κ' εγώ άπειρος τούτων, ως παρευρισκόμενος πάντοτε κατά την εξέτασίν των. Μου είπε δε ότι εις τα ιερά εφαίνετο κάποιος εναντίον εμού δόλος και επιβουλή, διότι, ως φαίνεται, είχεν υπ' όψιν ότι αυτός ο ίδιος διελογίζετο να με διαβάλη προς σας. Διότι (ως γνωρίζετε) διέδωκεν ότι εγώ είχα ήδη κατά νουν να πραγματοποιήσω (όσα εμάθατε), χωρίς προηγουμένως να σας πείσω.
»Εγώ δε, εάν μεν σας έβλεπα να στερήσθε των προ συντήρησίν σας αναγκαίων, μάθετε ότι θα εφρόντιζα περί τούτου ούτως, ώστε να ήτο δυνατόν, αφού άπαξ καταλάβετε μίαν πόλιν, οιοσδήποτε μεν ήθελε ν' αναχωρήση τώρα, ν' ανεχώρει, όστις δε δεν ήθελε, (ν' ανεχώρει) ύστερα, αφού απέκτα αρκετά, τόσα, ώστε να φανή κατά τι ωφέλιμος και εις τους συγγενείς του.
»Επειδή όμως βλέπω ότι οι Ηρακλεώται και Σινωπείς, και τα ζητηθέντα προς αναχώρησιν πλοία σας αποστέλλουν, και μισθόν σας υπόσχονται από της πρώτης του προσεχούς μηνός, νομίζω συμφέρον, αφού σώοι και αβλαβείς φθάνομεν ούτω όπου θέλομεν, να λάβωμεν τον διά την σωτηρίαν μας αυτήν (διδόμενον) μισθόν, εγώ δε αυτός αποσύρω την περί (διαρκούς) εγκαταστάσεως πρότασίν μου, όσοι δ' εξ υμών είχαν έλθη πρός εμέ λέγοντες ότι οφείλω να πράξω όσα προ ολίγου ανέφερα, μετά τους λόγους μου αυτούς τους λέγω ότι υποχρεούνται πλέον να σιγήσουν.
«Διότι έχω την γνώμην ότι, εάν μεν ήσθε όλοι μαζή (ενωμένοι), όπως τώρα, θα μου φανήτε ότι και άξιοι τιμής είσθε και τα προς συντήρησίν σας ασφαλώς θα έχετε. Διότι, όταν ήσθε ισχυροί, δύνασθε και να καταλαμβάνετε ακόπως τα των ασθενεστέρων σας.
Εάν διασπασθήτε όμως και εις μικρά κομματιάσετε μέρη τας δυνάμεις σας, τότε ούτε τα προς συντήρησίν σας δύνασθε να έχετε, ούτε ατιμωρητί ν' απομακρυνθήτε εντεύθεν.
«Λοιπόν φρονώ ό,τι και σεις: να αναχωρήσωμεν εις την Ελλάδα, και, φυσικά, εάν τις συλληφθή (εκ του στρατού) καθυστερών (μένων οπίσω), πριν ή ακόμη ολόκληρον το στράτευμα ευρεθή εν ασφαλεία, ούτος να κατηγορηθή (εναχθή) ως αδικών. Ας υψώση δε την χείρα όστις φρονεί τα λεγόμενά μου ως ορθά».
Και άπαντες την ύψωσαν. Αλλ' ο μάντις Σιλανάς διεμαρτύρετο διά τα λεχθέντα και προσεπάθει με επιχειρήματα διάφορα να τους πείση ότι το δίκαιον ήτον: οποίος ήθελε, να αναχωρή εις την πατρίδα του ελευθέρως. Οι στρατιώται όμως δεν τον ηνείχοντο (λέγοντα τοιαύτα), αλλά τον εφοβέριζαν ότι, εάν τον συλλάβουν δραπετεύοντα, θα τον τιμωρήσουν.
Μετά ταύτα, αφού οι Ηρακλεώται εκατάλαβαν πώς απεφάσισαν πλέον (οι Έλληνες) ν' αναχωρήσουν, και ότι αυτός ο ίδιος Ξενοφών έδωκε την προς τούτο ψήφον του, τα μεν διά την αναχώρησιν πλοία αποστέλλουν, ως προς τα χρήματα όμως, όσα είχαν υποσχεθή εις τον Τιμασίωνα και Θώρακα, τους εγέλασαν. Τότε εκείνοι οίτινες είχαν υποσχεθή τον μισθόν ευρέθησαν εις μεγάλην αμηχανίαν φοβούμενοι τους στρατιώτας. Παραλαβόντες, λοιπόν, ούτοι και τους λοιπούς στρατηγούς, εις τους οποίους είχαν ήδη ανακοινώση όλας τας προηγουμένας ενεργείας των — ήσαν δε όλοι, πλην του Νέωνος του Ασιναίου, όστις ήτον υποστράτηγος του Χειροσόφου, μη προσελθόντος ακόμη εις την συνέλευσιν — έρχονται εις τον Ξενοφώντα και του λέγουν ότι μετέβαλαν γνώμην και ότι νομίζουν πως είναι ορθόν ν' αποπλεύσουν, αφού υπάρχουν εις την διάθεσίν των πλοία, εις τον Φάσιν (ποταμόν), καταλαμβάνοντες την χώραν των Φασιανών (Κολχίδα). (20)
Ετύχαινε δε τότε να ήναι βασιλεύς της χώρας ταύτης ο εγγονός του ποτέ εν αυτή βασιλέως Αιήτου. Ο Ξενοφών όμως (εις τας προτάσεις εκείνας των στρατηγών) απεκρίθη ότι αρνείται να είπη τοιούτο τι εις το στράτευμα. «Εάν δε θέλετε — προσέθηκεν — αφού σεις συναθροίσετε προς τον σκοπόν τούτον τον στρατόν, προτείνατέ το». Τότε Τιμασίων ο Δαρδανεύς προτείνει να μη συγκαλέσουν τον στρατόν εις εκκλησίαν, αλλ' έκαστος (των στρατηγών) να προσπαθή πρώτον να πείση τους λοχαγούς του. Όπερ και έπραξαν, αποχωρήσαντες.
Οι στρατιώται, λοιπόν, ερωτώντες έμαθαν τας νέας ταύτας
προτάσεις (τα νέα αυτά ανακατώματα). Και ο Νέων
διαβάλλει τον Ξενοφώντα λέγων ότι, αφού παρέσυρε (με το μέρος
του) τους άλλους στρατηγούς, σκέπτεται, εξαπατήσας τους
στρατιώτας, να τους οδηγήση οπίσω εις τον Φάσιν. Ακούσαντες δε
ταύτα οι στρατιώται δυσηρεστήθησαν και συναθροίσεις εγίνοντο
και κύκλοι συνεκροτούντο [και πάρα πολύ εφοβούντο μήπως τους
μεταχειρισθούν όπως μετεχειρίσθησάν ποτε και τους κήρυκας των
Κόλχων και τους αγορανόμους. Εκ των οποίων όσοι δεν κατέφυγαν
τότε εις την θάλασσαν (εις τα πλοία), ελιθοβολήθησαν].
Αφού δε ο Ξενοφών αντελήφθη την εξέγερσιν ταύτην των στρατιωτών, απεφάσισε να τους συγκαλέση εις εκκλησίαν (21) το ταχύτερον και να μη τους αφήση αφ' εαυτών εδώ κ' εκεί να συναθροίζωνται (όπου τους κατέβαινε). Διέταξε, λοιπόν, τον κήρυκα να τους προσκαλέση.
Και ούτοι, μόλις τον ήκουσαν, προσέτρεξαν όλοι προθυμώτατα. Τότε ο Ξενοφών τους μεν στρατηγούς δεν κατηγόρει, διότι ούτοι είχαν ήδη έλθη προς αυτόν, λέγει δε (προς τους συναθροισθέντας στρατιώτας) τα εξής:
Μανθάνω, ω άνδρες, ότι κάποιος (εξ υμών) με διαβάλλει ότι εγώ δήθεν σκέπτομαι δι' απάτης να σας οδηγήσω (φέρω) εις τον Φάσιν. Ακούσατέ με εν ονόματι των Θεών, και εάν μεν αποδειχθή ότι εγώ σας ηδίκησα, τότε μου επιβάλλεται να μην αναχωρήσω απ' εδώ, πριν δικασθώ (πριν δώσω λόγον των πράξεών μου). Αν όμως αποδειχθή ότι με ηδίκησαν οι συκοφαντήσαντές με, τότε μεταχειρισθήτε τους όπως τους πρέπει.
Σεις δε — προσέθηκε — γνωρίζετε βεβαίως από πού ο Ήλιος ανατέλλει και πού δύει, και ότι, εάν μεν τις προτίθεται να υπάγη εις την Ελλάδα, πρέπει να βαδίση προς δυσμάς. Εάν δέ τις θέλη να υπάγη εις τους βαρβάρους, ότι θα βαδίση, αντιθέτως, προς ανατολάς. Είναι δυνατόν, λοιπόν, να υπάρξη άνθρωπος όστις να ημπορή να σας εξαπατήση εις τούτο: ότι όπου μεν ο Ήλιος ανατέλλει, ότι εκεί δύει, όπου δε δύει, ότι εκεί ανατέλλει;
Αλλ' όμως και τούτο ακόμη βέβαια γνωρίζετε: ότι ο μεν βορράς (πνέων) φέρει (τον πλέοντα) έξω του Πόντου, προς την Ελλάδα, ο δε νότος, εντός του Πόντου, προς τον Φάσιν. Και λέγεται (από τους ναυτικούς) ότι, όταν πνέη βορράς, είναι οι προς την Ελλάδα πλόες ευνοϊκοί και ούριοι. Τοιούτου είδους, λοιπόν, απάτην θα ευρίσκετο άρα γε κανείς να μετέλθη προς υμάς (με τοιούτου είδους ψέμματα, λοιπόν, θα ήτο δυνατόν κανείς να σας ξεγελάση) ώστε να σας πείση να επιβιβασθήτε εις τα πλοία, οπόταν πνέη εις τον Πόντον νότιος άνεμος; Αλλά θα ηδύνατό τις να μοι είπη ότι δεν θα συμβή τούτο, διότι δήθεν εγώ θα επιβιβασθώ όταν θα ήναι μόνον γαλήνη.
«Λοιπόν, εγώ μεν θ' αναχωρήσω μ' ένα μόνον πλοίον, σεις δε όλοι, τουλάχιστον μ' εκατόν. Πώς, λοιπόν, εγώ ήθελα σας εξαναγκάση να αναχωρήσετε μαζή μου χωρίς να θέλετε ή πώς ήθελα σας σύρη δι' απάτης με το μέρος μου;
«Αλλ' έστω. Παραδέχομαι ότι σας εξηπάτησα και διά δόλου σας παρέσυρα να έλθετε εις τον Φάσιν. Και, λοιπόν, αποβιβαζόμεθα εις την χώραν. Βεβαίως θα ενοήσετε αμέσως ότι δεν ευρίσκεσθε εις την Ελλάδα. Και εγώ μεν ο εξαπατήσας υμάς θα ήμαι (απέναντί σας) ένας, σεις δε οι εξαπατηθέντες θα ήσθε (απέναντί μου) περίπου δέκα χιλιάδες με τα όπλα σας. Πώς, λοιπόν, (κατά ποίον, λοιπόν, άλλον τρόπον) θα ηδύνατο περισσότερον να τιμωρηθή ανήρ ή ούτω περί εαυτού και περί υμών σκεπτόμενος;
«Αλλ' οι λόγοι ούτοι είναι λόγοι ανθρώπων και ηλιθίων και φθονούντων με διά τας τιμάς, με τας οποίας με περιβάλλετε. Αν και φρονώ ότι όχι βέβαια δικαίως ήθελαν με φθονήση. Διότι ποίον εξ αυτών εγώ εμποδίζω ή να ομιλή — εάν τις έχη την δύναμιν να κάμη τι καλόν — εν τω μέσω υμών, ή να πολεμή — εάν τις θέλη — και υπέρ υμών και υπέρ εαυτού, ή να έχη πάντοτε άγρυπνον το πνεύμα του, φροντίζων περί της ασφαλείας (της ζωής σας); Τάχα, όταν εκλέγετε τους αρχηγούς σας, εις ποίου εκλογήν εγώ γίνομαι εμπόδιον; Υποχωρώ (προ αυτού) και ας άρχη. Αρκεί να παρουσιάζεται πράττων καλόν τι υπέρ υμών.
«Αλλ' όμως, ως προς εμέ μεν, είναι αρκετά όσα περί τούτων είπα. Εάν δε τις από σας φρονή ή ότι, εγώ ο ίδιος τελείως, εις όσα ανέφερα, ηπατήθην ή ότι άλλον τινά ηπάτησα, ας έλθη, καταγγέλλων την απάτην, να το αποδείξη.
«Όταν όμως αρκήσθε εις τα λεχθέντα, μην απέλθετε εντεύθεν πριν ή ακούσετε τι είναι εκείνο το οποίον βλέπω εγώ τώρα να παρουσιάζεται εις τον στρατόν. Εάν μάλιστα μέλλη να επιταθή τούτο και ήναι οποίον υποδηλώνεται (ότι θα ήναι εν τω μέλλοντι), φρονώ ότι είναι καιρός πλέον να σκεφθώμεν σοβαρώς υπέρ εαυτών, μη φωραθώμεν άθλιοι κ' επαίσχυντοι άνδρες και ενώπιον των θεών και ενώπιον των ανθρώπων και των φίλων και των πολεμίων μας».
Ακούσαντες δε ταύτα οι στρατιώται ηπόρουν τι να ήτο τούτο άρα γε, και τον παρεκίνουν να το είπη. Μετά τούτο άρχεται και πάλιν λέγων τα εξής: «Γνωρίζετε ίσως ότι ήσαν βαρβαρικά τινα μέρη μεταξύ των ορέων, φιλικώς διακείμενα προς τους κατοίκους της Κερασούντος, από τα οποία κατερχόμενοί τινες μας επώλουν και ζώα κατάλληλα διά τας θυσίας μας και όσα άλλα είχαν, νομίζω δε ότι καί τινες από σας, ελθόντες εις το πλησιέστερον εκ των μερών αυτών και αγοράσαντές τι, πάλιν επανήλθον.
«Μαθών ακριβώς τα κατά τούτο Κλεάρετος ο λοχαγός, ότι δηλαδή και ασήμαντον είναι το μέρος και απροφύλακτον ως εκ της μετά των Κερασουντίων φιλίας του, (22) επιτίθεται κατ' αυτού την νύκτα διά να το λεηλατήση, χωρίς εις κανένα εξ ημών να είπη τίποτε.
«Είχε δε κατά νουν, εάν κατορθώση και καταλάβη το μέρος τούτο, εις μεν το στράτευμα να μην επανέλθη πλέον, επιβιβαζόμενος δε εις πλοίον, εντός του οποίου ευρίσκοντο εκεί που πλησίον πλέοντες οι υπό την αυτήν στεγαζόμενοι σκηνήν συνάδελφοί του («σύσκηνοι»), και φορτώνων εις αυτό ό,τι ήθελεν αρπάση εκ της λεηλασίας, ν' αναχωρήση εκείθεν κρυφίως, πλέων έξω του Πόντου. Περί όλων δε τούτων συνενοήθησαν (προηγουμένως) μετ' αυτού οι εν τω πλοίω, καθώς εγώ υποθέτω.
«Προσκαλέσας, λοιπόν, εκ του στρατού όσους κατώρθωσε να πείση, τους ωδήγησε κατά του μέρους εκείνου. Ενώ δ' ακόμη εβάδιζε, τον καταλαμβάνει η ημέρα, και συναχθέντες αμέσως οι κάτοικοι και από απροσίτων μερών κτυπώντες και πληγώνοντες, και τον Κλεάρετον φονεύουν και εκ των άλλων ουκ ολίγους. Τινές δε (εκ των περί αυτόν) και εις την Κερασούντα καταφεύγουν.
«Ταύτα δ' ελάμβανον χώραν πλέον κατά την ημέραν, καθ' ήν ανεχωρούμεν (ξεκινούσαμε) διά ξηράς προς τα εδώ. Εκ δε των πλεόντων ευρίσκοντο ακόμη τινές εις την Κερασούντα, μη αναχθέντες εισέτι εις το πέλαγος. Μετά ταύτα, καθώς οι Κερασούντιοι λέγουν, φθάνουν εκ των κατοίκων του μέρους εκείνου («του χωρίου») τρεις εκ των σεβαστοτέρων άνδρες, επιθυμούντες να έλθουν εις το στράτευμα (να ίδουν τους στρατηγούς).
«Επειδή δε δεν μας επρόφθασαν, έλεγαν εις τους Κερασουντίους ότι ηπόρουν διατί απεφασίσαμεν (πώς μας ήρθε) να επιτεθώμεν κατ' αυτών. Αφού όμως, κατά το λέγειν των Κερασουντίων, τους εβεβαίωσαν ούτοι ότι η επίθεσις εκείνη δεν έγεινεν από κοινού, ευχαριστήθησαν και εσκέπτοντο να έλθουν εδώ (εις Κοτύωρα), διά να μας καταγγείλουν τα γενόμενα και μας παρακινήσουν (προτείνουν) να θάψωμεν, αφού παραλάβωμεν, τους εκεί πεσόντας νεκρούς μας.
»Αλλ' εκ των αποφυγόντων την καταστροφήν Ελλήνων έτυχε να ευρίσκωνταί τινες ακόμη εις την Κερασούντα. Ούτοι, επειδή, όπου και αν επήγαιναν οι βάρβαροι, τους ησθάνοντο διαρκώς εμπρός των, (23) ετόλμησαν και αυτοί οι ίδιοι να τους λιθοβολήσουν και τους άλλους προέτρεπαν να τους μιμηθούν. Και ούτω οι άνδρες εκείνοι αποθνήσκουν — και οι τρεις όντες πρέσβεις (δηλ. πρόσωπα ιερά) — λιθοβοληθέντες.
»Αφού δε συνέβησαν ταύτα, έρχονται προς ημάς εδώ απεσταλμένοι εκ της Κερασούντος και μας καταγγέλλουν τα γενόμενα. Και ημείς οι στρατηγοί, ακούσαντες, και εστενοχωρούμεθα δι' όσα έγειναν και με τους Κερασουντίους συνεσκεπτόμεθα περί του τρόπου, καθ' ον θα εθάπτοντο οι νεκροί (εκείνοι) των Ελλήνων.
«Ενώ δε συνεκαθήμεθα προ του στρατοπέδου (με τους Κερασουντίους), έξαφνα ακούομεν θόρυβον πολύν και φωνάς: Σκότωσέ τον! χτύπα τον! κ' ευθύς τότε βλέπομεν πολλούς να τρέχουν προς τα εμπρός, κρατούντες λίθους εις τας χείρας, άλλους δε ν' αναλαμβάνουν τοιούτους (από χάμω).
«Και οι μεν Κερασούντιοι, επειδή είχαν ήδη υπ' όψει τους το λαβόν χώραν εις την πόλιν των συμβάν, φοβηθέντες διευθύνονται (ζητούντες προστασίαν) εις τα πλοία. Ήσαν δε μα τον Δία καί τινες από ημάς, οίτινες (επίσης) εφοβήθησαν. (24)
«Εγώ ούχ ήττον έτρεξα προς αυτούς και τους ηρώτων τι συμβαίνει. Εκ τούτων δε, αν και ήσαν τινες, οίτινες ουδέν εγνώριζαν, εκράτουν εν τούτοις λίθους εις τας χείρας. Αφού δ' επί τέλους επέτυχα κάποιον να γνωρίζη τα διατρέξαντα, μου λέγει ότι (όλα αυτά συμβαίνουν, διότι) οι αγορανόμοι μεταχειρίζονται τα στράτευμα αυστηρότατα.
»Εν τω μεταξύ τούτω κάποιος βλέπει τον αγορανόμον Ζήλαρχον να φεύγη προς την θάλασσαν, και ανέκραξε: Νά ένας! ο Ζήλαρχος! Εκείνοι δε, μόλις ήκουσαν τας φωνάς, τρέχουν κατ' επάνω του, σαν να είχε φανή κανείς αγριόχοιρος ή καμμία έλαφος.
»Αλλ' οι Κερασούντιοι, μόλις τους είδαν να τρέχουν προς το μέρος των, νομίζοντες προφανώς ότι διευθύνονται εναντίον των τρέπονται δρομαίως εις φυγήν και ρίπτονται εις την θάλασσαν. Συνερρίφθησαν δε και εξ ημών αυτών αρκετοί, και πας όστις δεν εγνώριζε να κολυμβά, επνίγετο.
»Και, λοιπόν, τι νομίζετε ότι υπέθεσαν οι Κερασούντιοι ούτοι ότι συνέβαινε; Κανέν μεν αδίκημα δεν είχαν κάμη. Εφοβήθησαν δε μήπως καμμία λύσσα είχεν, όπως εις τους σκύλλους, ενσκήψη εις το στράτευμα! Εάν, λοιπόν, όσα σας είπα ήναι τόσον φοβερά, σκεφθήτε πλέον που δύναται να φθάση μίαν ημέραν η κατάστασις αύτη του στρατεύματος.
»Όλοι μεν σεις δεν θα ήσθε κύριοι ούτε να κηρύξετε (επιχειρήσετε) πόλεμον προς όντινα θέλετε, ούτε να τον παύσετε (διακόψετε), έκαστος δε ξεχωριστά (όποιου δε του καπνίση χωριστά) θα οδηγή καθ' οιουδήποτε θέλει τον στρατόν. Και εάν τινες έλθουν προς σας ως πρέσβεις, διά να σας παρακαλέσουν ή δι' ειρήνην ή δι' άλλο τι, φονεύοντες τούτους αυθαιρέτως όσοι από σας θέλουν, θα γείνουν αίτιοι να μην ακούσετε τους λόγους εκείνων οίτινες (δι' ειρήνην ή δι' άλλο τι) έρχονται προς σας.
«Έπειτα δε, εκείνοι μεν τους οποίους σεις όλοι ηθέλατε εκλέξη ως αρχηγούς σας, δεν θα λογαριάζωνται διόλου, εκείνος δε όστις ήθελεν εκλέξη τον εαυτόν του ως στρατηγόν και επιθυμεί (τούρχεται) να διατάσση: Κτύπα, κτύπα! ούτος θα ήναι ικανός και (τον) αρχηγόν να φονεύη και οιονδήποτε από σας θέλει ιδιώτην, χωρίς να τον δικάση προηγουμένως, αρκεί (δι' όλα αυτά) να υπάρχουν εκείνοι οίτινες θα υπακούσουν εις αυτόν, όπως και εις την προκειμένην περίπτωσιν συνέβη.
«Συλλογισθήτε δε ποίας καθ' υμών έχουν διαπράξη αδικίας οι αυτοχειροτόνητοι ούτοι στρατηγοί. Ζήλαρχος μεν ο αγορανόμος, εάν μεν σας ηδίκησεν, εξηφανίσθη ήδη αποπλεύσας, χωρίς να τον δικάσετε (τιμωρήσετε). Εάν δε δεν σας ηδίκησεν, έφυγεν ήδη από το στράτευμα, φοβηθείς μήπως, χωρίς να δικασθή, φονευθή αδίκως.
«Εκείνοι δε οίτινες ελιθοβόλησαν τους πρέσβεις, κατώρθωσαν (κατάφεραν): μόνοι ημείς εκ των Ελλήνων να μην ήμεθα του λοιπού εν ασφαλεία εις την Κερασούντα, εάν δεν πηγαίνωμεν εκεί συνοδευόμενοι από ισχυράν (προς ασφάλειάν μας) δύναμιν. Ως προς τους νεκρούς δε, τους οποίους προηγουμένως αυτοί ούτοι οι φονεύσαντες μας επρότειναν να θάψωμεν, και ως προς τούτους ακόμη κατώρθωσαν να μην ήναι, ούτε ακόμη με κηρύκειον, (25) ασφαλές να τους αποκομίζωμεν (να μη δυνάμεθα ούτε ακόμη με κηρύκειον να τους αποκομίζωμεν — σηκώνωμε — χωρίς να κινδυνεύωμεν). Διότι ποιος θα θελήση πλέον ν' αναλάβη κήρυκος (26) αποστολήν, ενώ αυτός ούτος έχει ήδη φονεύση κήρυκας; Ούτω δε περιήλθομεν εις την θέσιν να παρακαλέσωμεν ημείς τους Κερασουντίους να τους θάψουν.
»Εάν μεν, λοιπόν, φρονήτε ότι όλα όσα σας εξέθηκα έχουν καλώς, νομιμοποιήσατε τότε την οικτράν αυτήν κατάστασιν, ίνα, αφού θα ήμεθα τοιούτοι (πλέον άθλιοι εν τη ζωή), περιφρουρήση ξεχωριστά έκαστος τον εαυτόν του, προσπαθή δε του λοιπού να κατοική (να διαμένη) εκεί όπου μόνον θα ηδύνατο να έχη δεξιά αυτού και υψηλότερά του, (27) απότομα και κρημνώδη μέρη! (28)
»Εάν όμως νομίζετε ότι αι πράξεις αύται είναι έργα θηρίων και όχι ανθρώπων, αποφασίσατε να θέσετε πλέον «τελείαν και παύλαν» εις αυτάς. Άλλως, πώς — «δι' όνομα του θεού» — πώς θα τολμήσωμεν να προσφέρωμεν ηδέως εις τους Θεούς θυσίας, ποιούντες έργα ασεβή, ή πώς θα πολεμήσωμεν εις το μέλλον τους εχθρούς μας, όταν αλληλοσπαραζώμεθα;
»Ποία δε πόλις θα μας υποδεχθή του λοιπού με φιλικά αισθήματα, βλέπουσα τόσον μεγάλην παραλυσίαν εις το στράτευμα; Ποίος δε με θάρρος, (χωρίς να διατρέχουν κανένα τα συμφέροντά του κίνδυνον), θα μας παράσχη πλέον τροφάς προς αγοράν, όταν περί τα σπουδαιότατα φωρώμεθα ούτω παρεκτρεπόμενοι και σφάλλοντες; Τον έπαινον δε, τον οποίον φανταζόμεθα ότι παρ' όλων θα κερδίσωμεν, (σας ερωτώ): ποίος ήθελεν απονείμη πλέον προς ημάς, τοιούτους όντας; Διότι γνωρίζω ότι ημείς τουλάχιστον θα ωνομάζαμεν δειλούς και ανάνδρους εκείνους, οίτινες θα έπραττον τοιαύτας επαισχύντους πράξεις».
Μετά τους λόγους τούτους εγερθέντες όλοι επρότειναν: όσοι μεν έγειναν παραίτιοι τούτων (διέπραξαν ταύτας), να τιμωρηθούν, του λοιπού δε να μην επιτραπή πλέον εις κανένα να παρανομή. (29)
Εάν δε τις παρανομήση εις το μέλλον, να τιμωρηθή διά θανάτου. Τους δε στρατηγούς να εισαγάγουν πάντας εις δίκην. Και εάν τις, αφ' ης εφονεύθη ο Κύρος, ηδικήθη εις ό,τι δήποτε, να εγκαταστήσουν αμέσως (προς απονομήν του δικαίου) δικαστήρια. Υπέδειξαν δε ως δικαστάς λοχαγούς. Παρακινούντος δε του Ξενοφώντος και των μάντεων συμβουλευόντων, απεφασίσθη να καθαρίσουν (να εξαγνίσουν) τον στρατόν (από το μίασμα των διαπραχθέντων ανοσιουργημάτων). Και προς τούτο έγεινε διά θυσιών προς τους Θεούς και άλλων ο πρέπων εξιλεωτικός αυτών αγιασμός.
Απεφασίσθη δε και οι στρατηγοί να δικασθούν (τιμωρηθούν) δι'
όσα κατά το παρελθόν διέπραξαν κακά. Και δικαζομένων, ο μεν
Φιλήσιος και Ξανθικλης κατεδικάσθησαν να πληρώσουν το έλλειμμα,
(30) το οποίον ευρέθη μετά την φρούρησιν
των από των πλοίων, (όσα άλλοτέ ποτε είχαν συλληφθή υπό του
Πολυκράτους), εκφορτωθέντων πραγμάτων, ανελθόν εις είκοσι μνας.
(31) Ο δε Σοφαίνετος, εις μνας δέκα, διότι
εκλεγείς άρχων, εδείχθη αμελής περί τα καθήκοντά του. Τον δε
Ξενοφώντα κατηγόρησάν τινες, λέγοντες ότι εκτυπήθησαν υπ'
αυτού. Τον κατηγόρουν δηλαδή επί βιαιότητι.
Και ο Ξενοφών, εγερθείς, διέταξε τον πρώτον κατηγορήσαντα να είπη: πού και πότε εκτυπήθη. Ούτος δε απήντησεν: «Όταν εχανόμεθα (απεθνήσκομεν) από το ψύχος και έπιπτε πολλή χιών».
Ο δε Ξενοφών απήντησεν: «Αλλά βεβαίως, εις εποχήν καθ' ην, όπως λέγεις, ο χειμών ήτο φοβερός, εστερούμεθα δε τροφών, οίνον δε ούτε προς όσφρησιν καν είχαμεν (ούτε για μυρουδιά), οι περισσότεροι δε είχαμεν αποκάμη από τους κόπους, μας ηκολούθουν δε κατά πόδας οι πολέμιοι, βεβαίως, εάν (υποτεθή ότι) εις τοιαύτας δυσκόλους περιστάσεις εφάνην βίαιος («ύβρισα»), ομολογώ ότι έπρεπε τότε να ήμαι ακόμη και αυτών των όνων υβριστότερος (βιαιότερος), οίτινες, όπως λέγουν, από κανένα κόπον δεν καταβάλλονται εις τας προς αλλήλους ύβρεις των (τας προς ασέλγειαν ορμάς των). (32)
»Αλλ' ειπέ μοι — προσέθηκε — διά ποίαν αιτίαν εκτυπήθης; Ποίον εκ των δύο τούτων σου εζήτησα, και, επειδή δεν μου το έδωκες, σ' εκτύπησα; Λέγε! Τι απήτουν από σε; Μήπως εφιλονίκουν (ημιλλώμην) προς σε περί παιδικών; Μήπως εν ώρα μέθης σε ελύπησα;».
Επειδή δε κανέν' από αυτά δεν εβεβαίωσεν, ο Ξενοφών τον ξαναρώτησεν αν είναι οπλίτης. — «Όχι» — απεκρίθη εκείνος. Και πάλιν τον ερωτά μήπως είναι πελταστής. «Ούτε πελταστής» απήντησεν «αλλ' ως ελεύθερος ετάχθην από τους συναδέλφους μου (συνοίκους μου) να ελαύνω ημίονον (να ήμαι ελάτης)».
Τότε, λοιπόν, τον ανεγνώρισε και τον ερωτά: «Μήπως είσαι ο παραλαβών τον ασθενή (κατασκοτωμένον από τους κόπους) στρατιώτην;». «Ναι, μα τον Δία» απεκρίθη «(εγώ είμαι εκείνος), διότι συ με εξηνάγκασες (να τον παραλάβω): Τας δε αποσκευάς (όπλα) των συναδέλφων μου διεσκόρπισες εδώ κ' εκεί».
«Αλλ' ο μεν διασκορπισμός των, είπεν ο Ξενοφών, έγεινεν (απάνω - κάτω) ως εξής: τας παρέδωκα εις άλλους να τας φέρουν και διέταξα να τας διαβιβάσουν κρυφίως (δι' άλλης οδού) προς εμέ, και, αφού 'ξεχώρισα τας ιδικάς σου (από τας άλλας), σου τας επέστρεψα, επειδή και συ μου παρέδωκας τον στρατιώτην (που σου ενεπιστεύθην). Πώς έχει δε η υπόθεσις αυτή, ακούσατε — είπε — διότι αληθώς αξίζει (τον κόπον) να την ακούσετε:
«Κάποιος στρατιώτης, μη δυνάμενος πλέον να βαδίζη (από την κούρασιν), έμενεν οπίσω. Και όσον μεν αφορά εμέ, τον άνθρωπον αυτόν απλώς μόνον εγνώριζα ότι ήτον ένας εξ ημών. Σε ηνάγκασα δε να τον παραλάβης (σηκώσης), διά να μην αποθάνη. Διότι, καθώς εγώ ενόμιζα, μας ηκολούθουν κατά πόδας οι πολέμιοι».
Και όλα αυτά επίσης τα εβεβαίωσεν ο κατηγορήσας τον Ξενοφώντα επί βιαιότητι. «Λοιπόν — είπεν ο Ξενοφών — αφού σ' έστειλα εις τα έμπροσθεν του στρατεύματος, σ' ευρίσκω (σε πετυχαίνω) αιφνιδίως κατόπιν, πλησιάζων και πάλιν με τους οπισθοφύλακάς μου, να σκάπτης λάκκον με σκοπόν να θάψης (καταχώσης) τον άνθρωπον εκείνον, και, σταθείς προ σου, (33) σ' επήνουν (διά την πράξιν σου).
»Επειδή δε, ενώ όλοι παριστάμενα θεώμενοι, συνέκλεισε το σκέλος του ο στρατιώτης, οι παρευρισκόμενοι εκεί ανέκραξαν ότι «ζη ο άνθρωπος!». Συ δε είπες: «ας ζη όσον θέλει! (δεν πα να ζη!). Εγώ βεβαίως δεν θα τον σηκώσω πλέον». Τότε, λοιπόν, σ' εκτύπησα». «Αληθώς ούτω συνέβησαν». «Διότι μου εφάνης — είπεν ο Ξενοφών — ομοιάζων με άνθρωπον γνωρίζοντα (μου εφάνης γνωρίζων) ότι έζη ο στρατιώτης εκείνος». «Αλλ' — απήντησε — μήπως δεν απέθανε κατόπιν, αφού σου τον παρέδωκα;». (34) «Αλλ' — είπεν ο Ξενοφών — και ημείς εδώ όλοι μίαν ημέραν θ' αποθάνωμεν. Λοιπόν, δι' αυτόν τον λόγον πρέπει να ταφώμεν ζώντες;». (35)
Και τούτον μεν όλοι οι παριστάμενοι στρατιώται ανεβόησαν: ότι πολύ ολίγον τον εκτύπησε (πολύ 'λίγαις του 'δωκε). Παρεκίνει δ' ο Ξενοφών και τους άλλους να του είπουν διά ποίον λόγον έκαστος αυτών εδάρη. Επειδή δε κανείς δεν ηγέρθη πλέον, διά να του απαντήση, ο Ξενοφών εξηκολούθησεν: «Εγώ, ω άνδρες, ομολογώ ότι εκτύπησα πράγματι διά λόγους πειθαρχίας στρατιώτας τινάς, οίτινες, ενώ ήτο δυνατόν να σωθούν (να φθάσουν σώοι και ασφαλείς εις την πατρίδα των) δι' υμών, πειθαρχικώς βαδιζόντων και πολεμούντων όπου παρίστατο ανάγκη, αυτοί, καταλιπόντες τας τάξεις του στρατεύματος, προτρέχοντες αυτού, ήθελαν ν' αρπάζουν και να ήναι ανώτεροι ημών. (36) Εάν όμως εκάναμεν τούτο όλοι, ηθέλαμεν όλοι καταστραφή.
«Μέχρι σήμερον δε και κάθε από μαλθακότητα αδρανούντα και αρνούμενον να σηκωθή (να σταθή στα πόδια του), αφηνόμενον δε εις την διάκρισιν του εχθρού, αυτόν και τον εκτύπων και τον ηνάγκαζα να βαδίζη διά της βίας. Διότι και εγώ ο ίδιος, κατά τον παρελθόντα δυνατόν χειμώνα, περιμένων ποτέ κάποιους ετοιμάζοντας τας αποσκευάς των, επειδή εκάθισα (έμεινα ακίνητος) επί πολλήν ώραν, είδα ότι με πολλήν μου δυσκολίαν εσηκώθην (έπειτα) και ότι ετέντωνα τα σκέλη μου (διά να ξεμουδιάσω).
»Επειδή λοιπόν ήξευρα (έλαβα πείραν) από τον εαυτόν μου, διά τούτο και όποιον άλλον έβλεπα οπουδήποτε να κάθεται και ν' αποχαυνούται, τον ηνάγκαζα διά της βίας να κινήται (τον έβαζα μπροστά, τον πρόγκιζα). Διότι το να κινήται τις και ν' ανδρίζεται έδιδεν εις το σώμα μεν κάποιαν θερμότητα, εις τα μέλη δε ευκινησίαν. Το να κάθεται δε τις και να ησυχάζη (μακαρίως), έβλεπα ότι συνετέλει εις το να αποπήγνυται (να μη κυκλοφορή) το αίμα και ν' αποσαπίζουν οι δάκτυλοι των ποδών — ταλαιπωρία, από τας οποίας και σεις οι ίδιοι γνωρίζετε ότι πολλοί έπαθαν.
»Κάποιον δε άλλον, ο οποίος ίσως είχε μείνη οπίσω από ραθυμίαν (τεμπελιά) κ' εμπόδιζε και σας τους έμπροσθεν και ημάς τους όπισθεν ερχομένους να βαδίζωμεν, τον εκτύπησα διά του γρόνθου, διά να μη κτυπηθή κατόπιν από την λόγχην του εχθρού.
Και λοιπόν, τώρα είναι επιτετραμμένον εις (τους κυρίους) αυτούς, τους οποίους (ούτω διά της βίας) έσωσα, εάν έπαθαν τίποτε από εμέ αδίκως, να μου ζητήσουν λόγον (ικανοποίησιν). Εάν όμως ηχμαλωτίζοντο από τους πολεμίους, δεν θα ηδύναντο να λάβουν καμμίαν ικανοποίησιν, δι' οσονδήποτε μέγα κακόν ήθελαν πάθη.
»Οι λόγοι μου — είπεν — είναι απλούστατοι: Εάν μεν διά καλόν ετιμώρησα οιονδήποτε, αξιώ να τιμωρηθώ καθ' ον τρόπον θα ετιμωρούντο και γονείς χάριν (προς ικανοποίησιν) των υιών των και διδάσκαλοι χάριν (προς ικανοποίησιν), των μαθητών των. Διότι ακόμη και οι ιατροί καίουν και αποκόπτουν (τα σεσηπότα μέλη) επί καλώ.
»Εάν όμως νομίζετε ότι όλα αυτά τα έπραξα, διά να σας προσβάλω («υβρίσω»), λάβετε υπ' όψει σας ότι σήμερα εγώ έχω με την βοήθειαν των Θεών περισσότερον θάρρος ή τότε και ότι σήμερα είμαι πολύ τολμηρότερος ή τότε και ότι οίνον πολύ περισσότερον πίνω, και όμως, παρ' όλα αυτά, κανένα δεν κτυπώ.
»Διότι όλους σας σάς βλέπω γαληνεύοντας (37) (και μακράν παντός κινδύνου από εχθρού). Όταν όμως ήναι άγριος χειμών και η θάλασσα έχη μεγάλην τρικυμίαν, δεν βλέπετε ότι και ένεκα ελαχίστου μόνον νεύματος θυμώνει μεν ο πρωρεύς με τους εν τη πρώρα, θυμώνει δε ο κυβερνήτης του πλοίου με τους εν τη πρύμνη; Διότι, εάν τυχόν, εις τοιαύτας δυσκόλους περιστάσεις, γείνουν πολλά μικρά σφάλματα, δύνανται ταύτα καθ' ολοκληρίαν να καταστρέψουν όλους.
»Ότι δε δικαίως τους εκτύπων, και σεις ακόμη όλοι το επεκυρώσατε (διά της στάσεώς σας). Διότι πάντοτε παρευρίσκεσθε πλησίον μου, ουχί απλώς μίαν οιανδήποτε γνώμην έχοντες περί εμού, αλλά ξίφη εις τας χείρας σας κρατούντες, συνεπώς δε σας ήτον απολύτως εύκολον να τρέξετε εις βοήθειάν των, αν ηθέλατε. Αλλά, μα τον Δία, ούτε εις βοήθειαν τούτων ήρχεσθε, ούτε μαζή μου εκτυπάτε (όπως εγώ) τον ατακτούντα. (38)