112) Η Χριστιανική θρησκεία είχε κηρυχθή εν Βρεττανία από του Β' ήδη μ. Χ. αιώνος, και η χώρα αύτη ήτο εντελώς Χριστιανική, καθ' όν χρόνον επήλθον εις αυτήν οι Άγγλοι (429 μ. Χ.) οι εξολοθρεύσαντες τους Βρεττανούς και τον Χριστιανισμόν. ↩
113) Γαλλίαν ονομάζομεν ημείς εκ του Κελτικού ονόματος των αρχαίων Γάλλων ή Γαλατών. Αλλά το όνομα του κράτους και του έθνους είναι France, Français, εκ του Γερμανικού, ονόματος των εκρωμανιζομένων νυν Φράγκων ή μάλλον του λαού του προελθόντος από μίξεως Φράγκων και Κελτών εκρωμανισθέντων. ↩
114) Τα τρία νυν ούτως από της συνθήκης του Βεροδούνου κυοφορούμενα μεγάλα £θνη της Ευρώπης ήρξαντο διαμορφούντα, και ίδια γλωσσικά ιδιώματα, δύο Λατινικά το Γαλλικόν και το Ιταλικόν, έν δε Γερμανικόν. ↩
115) Εν Γερμανία το βασιλικόν αξίωμα εθεωρείτο αιρετόν κατά το αρχαίον Γερμανικόν σύστημα, ει και πολλάκις καθίστατο πράγματι κληρονομικόν. Επειδή δε από του Όθωνος Α' το αξίωμα του βασιλέως της Γερμανίας ηνώθη διαρκώς προς το του αυτοκράτορος του Αγίου Ρωμαϊκού κράτους, το αξίωμα το αυτοκρατορικόν εγένετο αιρετόν. Το δικαίωμα της εκλογής είχον ιδιαιτέρως Γερμανοί ηγεμόνες, ών ο αριθμός κατά μικρόν περιωρίσθη εις επτά Εκλέκτορας καλουμένους. (Ήσαν δε ούτοι οι αρχιεπίσκοποι Κολωνίας, Μογουντιάκου και Τρεβίρων, οι δούκες Βαυαρίας, Σαξονίας, Βρανδεμβούργου και ο δουξ, είτα δε βασιλεύς της Βοημίας). Εκ του ονόματος δε των Εκλεκτόρων τούτων παρήχθη και τα όνομα Εκλεκτοράτον διδόμενον εις τα κράτη αυτών. ↩
116) Το Σιδηρούν καλούμενον στέμμα κατεσκευάσθη προς στέψιν του Λαγγοβάρδου βασιλέως Αγιλόλφου (στεφθέντος τω 593). Σύγκειται δε από εξωτερικού κρίκου χρυσού λιθοκολλήτου και από εσωτερικου κρίκου σιδήρου κατασκευασθέντος κατά την παράδοσιν έκ τινος των ήλων, δι' ών ο Χριστός προσηλώθη εις τον Σταυρόν. Τω Στέμματι τούτω περιεβλήθησαν την κεφαλήν από του 593 πάντες οι βασιλείς του Λαγγοβαρδικου κράτους, είτα δε και ο Κάρολος ο Μέγας, αφού τω 774 ήνωσε το Λαγγοβαρδικόν κράτος μετά του Φραγκικού κράτους αυτού, μετά τον Κάρολον δε και οι εκ του οίκου αυτού αυτοκράτορες της Δύσεως καλούμενοι Φράγκοι ηγεμόνες· από δε του Όθωνος Α' οι βασιλείς Γερμανίας οι έχοντες και το αυτοκρατορικόν αξίωμα του Αγίου Ρωμαϊκού κράτους. ↩
117) Οι Φίννοι της Ρωσίας, οι προ αιώνων χριστιανοί, την θρησκείαν και όντες άλλως λαός λίαν πεπολιτισμένος, εισί την γλώσσαν καταγωγής Τουρκικής εκ των αρχαιοτάτων (εν τοις προ Χριστού έτι χρόνοις) εν Ευρώπη οικούντων Τουρκικής καταγωγής λαών. Τούρκοι την καταγωγήν και την γλώσσαν είναι και οι ομόφυλοι προς τους κατοίκους της Φιλλανδίας Φίννοι κάτοικοι των Βαλτικών χωρών της Ρωσίας, Λειβονίας (ή Λειβλανδίας), Εσθονίας (ή Εσλανδίας), Κουρίας (ή Κουρλανδίας), λαοί πάντες χριστιανοί πεπολιτισμένοι, λαλούντες μέχρι νυν Φιννικήν ή Τουρκικήν γλώσσαν διάφορον εν πολλοίς της Τουρκικής γλώσσης των μωαμεθανών Τούρκων του Οθωμανικού κράτους. ↩
118) W3aringen κυρίως σημαίνει θαλασσοπόρος, εντεύθεν δε και στίφη θαλασσοπόρων εκαλούντο δε και Wikingen = πολεμισταί. ↩
119) Το Σκλαβηνός παρά τοις Βυζαντινοίς δεν έλαβε τοιαύτην έννοιαν. Η παρ' ημίν σημασία του Σκλάβος, σκλαβώνω, σκλαβιά παρελήφθη εκ της Δύσεως. ↩
120) Τα τοσαύτα νυν έτι σωζόμενα εν Γερμανίω Σλαυικά ονόματα των κυριωτάτων τόπων, χωρών, πόλεων και ποταμών Πομερανία, Πρωσσία, Βερολίνον, Δρέσδη, Λιψία, Σπρέας, Άλβις, Οδέρας μαρτυρούσι το μέγεθος των εκγερμανισθεισών Σλαυικών χωρών ή, ακριβέστερον ειπείν, των χωρών εκείνων, ών αι πλείσται υπό Γερμανικών φυλών πρότερον οικούμεναι εν τη Μεγάλη Μεταναστεύσει των λαών είχον καταληφθή υπό Σλαύων (ίδ. σελ. 35). Σημειωτέον δε ότι οι Σλαύοι οι εκγερμανισθέντες, περί ών ενταύθα λόγος, είναι οι βόρειοι Σλαύοι οι καλούμενοι Βένδαι, οίτινες θεωρούνται αποτελούντες το κυριώτατον τμήμα του εκ της αρχαιότητος γνωστού Σκυθικού λαού των Σαρματών ή Σαυροματών, των γνωστών ήδη παρ' Ηροδότω (Δ', 21), οίτινες κατά Πτολεμαίον διηρούντο εις Ουενέδας, Βαστάρνους και άλλους τινάς λαούς. (Εκ των Ουενεδών δε τούτων εκαλείτο Ουενεδικός κόλπος ο νυν κόλπος της Ρίγας, κόλπος του Σαρματικού λεγομένου ωκεανού (της Βαλτικής θαλάσσης), Ουενεδικά δε όρη τα νυν μεταξύ Πετρουπόλεως και Μόσχας Βαλδάι καλούμενα ορεινά υψώματα. Των Βενδών ή Ουενεδών τούτων ελάχιστα σώζονται νυν λείψανα εν Πρωσσία και Σαξονία ανερχόμενα εις 120 χιλ. ψυχάς. Των Βενδών τούτων διαφέρουσιν οι Βίνδοι καλούμενοι Σλαύοι της Αυστρίας, οι άλλως καλούμενοι Slovencf. ↩
121) Ο Ερρίκος Α', ίνα κατορθώση να περιορίση τας Ουγγρικάς επιδρομάς, ίδρυσε το σύστημα των ελευθέρων εν Γερμανία πόλεων, ίδρυσε δηλονότι κατά τα μεθόρια του κράτους φρούρια, εν οίς οι εγκαθιστάμενοι ως φρουροί στρατιώται απέλαυον τελείας πολιτικής ελευθερίας οικούντες πόλεις αυτονόμους. Το σύστημα τούτο των αυτονόμων πόλεων ή, ορθότερον ειπείν, αυτοπόλεων, των καλουμένων ύστερον αυτοκρατορικών πόλεων (ίδε κατωτέρω), διεδόθη από των προς την Ουγγαρίαν μεθορίων και εις την λοιπήν Γερμανίαν, ένθα πολλαί πολλαχού ιδρύθησαν αυτοπόλεις, τα μέγιστα συντελέσασαι εις τον πολιτισμόν της Γερμανίας. Εκ των αυτοπόλεων τούτων των Γερμανικών μένουσι μέχρι σήμερον το Αμβούργον, η Βρέμη και η Λυβέκκη. ↩
122) Η Ουγγρική γλώσσα (ως και η των Φίννων των εν Φιλλανδία Εσθλανδία και Κουρλανδία οικούντων) είναι Τουρκική πολλώ πλουσιωτέρα, γνησιωτέρα και ξενικών στοιχείων αμιγεστέρα της Τουρκικής των Οθωμανών Τούρκων, της ένεκα της μωαμεθανικής τούτων θρησκείας και της προς τους Πέρσας στενής ιστορικής συναφείας τοσαύτα προσλαβούσης στοιχεία λεξικά και γραμματικά εκ της Αραβικής και της Περσικής· διαφέρει δε η Ουγγρική της Οθωμανικής Τουρκικής όσον περίπου η Ελληνική της Λατινικής. ↩
123) Η μεσαιωνική Λατινική λέξις feudum και αρχαιότερον feodum υποτίθεται, ότι έχει αρχήν Γερμανικήν (εκ του αρχ. Γερμανικού feo=μισθός ή εκ του ωσαύτως αρχαίου Γερμανικού faihu=ουσία, περιουσία). Η Ελληνική λέξις τιμάριον, δι' ής μεταφράζομεν το feudum, σημαίνει (εκ του τιμή) κυρίως το βραβείον. ↩
124) Η λ. κόμης (Λατ comes) σημαίνουσα κυριολεκτικώς σύντροφος, εν δε τη Ρωμαίων πολιτεία βοηθός οιασδήποτε δημοσίας υπηρεσίας, εσήμαινεν εν τοις αυτοκρατορικοίς Ρωμαϊκοίς χρόνοις υπουργός (του αυτοκράτορος), εν δε τη μεσαιωνική Ευρωπαϊκή Λατινική διοικητής και comitatus = κομητεία, διοίκησις, επαρχία. ↩
125) Εκ του αρχαίου Γερμανικού baro = ευγενής, ή εκ του Κελτικού bar = ελεύθερος. ↩
126) Οι βασιλείς της Ευρώπης εξαιρουμένων των της Ουγγαρίας (σελ. 162-163), μόλις από του 15 αιώνος και εντεύθεν ήρξαντο να καλώνται μεγαλειότητες. ↩
127) Εις τους υπηκόους ή δουλοπαροίκους φεούδου τινός δεν επετρέπετο να υπερβαίνωσι τα όρια του φεούδου τούτου. ↩
128) Σημειωτέον ότι και οι αρχαίοι Έλληνες ήρωες καλούνται συνήθως παρ' Ομήρω ιππείς, ιππόται, ιππηλάται, ιππόδαμοι, ιπποδαμασταί, ιπποκορυσταί, διότι η ηρωική ανδρεία είχε κυριώτατον στοιχείον και την χρήσιν του ίππου εν τω εφ' αρμάτων μάχεσθαι και διευθύνειν τα άρματα. Και εν τη ηρωική δε ποιήσει πολλών Ασιατικών λαών, ιδίως των Ινδών και των Περσών, το ιππεύειν παρίσταται ως έξοχον προσόν του ανδρείου. ↩
129) Τοιούτον τάγμα ιπποτών του Σωτήρος Χριστού (του σώσαντος τον Ελληνικόν λαόν κατά τον μέγαν αγώνα του 1821) ίδρυσε τω 1829 η εν Άργει Εθνική Εθνοσυνέλευσις, ού το παράσημον μετά των διαφόρων αυτού βαθμών δίδεται βραβείον στρατιωτικών άμα και πολιτικών αρετών. ↩
130] Πενέστης-ου: σκλάβος, εργάτης, φτωχός. ↩
131) Πάσα πόλις, πάσα χώρα απ' ευθείας εξαρτωμένη από του αυτοκράτορος, ουχί εν τη ιδιότητι αυτού ως ιδιαιτέρου φεουδάρχου (ίδ. σελ. 165), αλλ' ως υπερτάτου κυριάρχου, ήτο κατ' ουσίαν ελευθέρα, διότι δεν είχε φεουδαλικόν κύριον, η δε εξουσία του αυτοκράτορος ηθικόν μόνον είχε χαρακτήρα. Ούτως υπήρχον και αυτοκρατορικοί ιππόται ευγενείς ελεύθεροι, εις ουδενός φεουδάρχου την αρχήν υποκείμενοι, αλλ' υποκείμενοι ηθικώς εις μόνον τον αυτοκράτορα. Είχε δε ο αυτοκράτωρ το δικαίωμα μετά του συμβουλίου των φεουδαλικών τάξεων να προγράψη μίαν πόλιν ελευθέραν ή αυτοκρατορικήν, ήτοι να στερήση αυτήν της ελευθερίας και του δικαιώματος του από του αυτοκράτορος μόνον εξαρτάσθαι, και να προσαρτήση αυτήν εις οιονδήποτε φέουδον του κράτους, αν η πόλις κατηγορουμένη εν τω ειρημένω συμβουλίω επί εγκλήματι προδοσίας κατά του Κράτους εκηρύσσετο ένοχος. ↩
132) Επειδή τα φιλολογικά προϊόντα της γλώσσης ταύτης ήσαν έπη ή μυθώδεις ιστορίαι ιπποτικαί ή ηρωικαί, τα ονόματα Roman, Romance (τα εν Ρωμανική γλώσση γραφόμενα) κατέστησαν ταυτόσημα προς το ποιητικόν, μυθωδώς ποιητικόν, και romans να καλώνται αι μυθιστορίαι, και ρωμαντικός να σημαίνη το ποιητικός και μυθιστορικός, το θέλγον την φαντασίαν (παρήχθη δ' ούτω και τα παρ' ημίν φραγκοβάρβαρον ρομάντζα). ↩
133) Τον Αριστοτέλην (μάλλον την Λογικήν ήτοι το «Όργανον» του Αριστοτέλους) εσπούδαζον κατά τους χρόνους τούτους εν Ευρώπη ουχί εκ του Ελληνικού κειμένου του φιλοσόφου τούτου, αλλ' εκ της μεταφράσεως της Λατινικής, μεταφράσεως γενομένης ουχί απ' ευθείας εκ του Ελληνικού, αλλ' εκ της μεταφράσεως του Αραβικού, ήτις ήν πάλιν μετάφρασις του εκ του Ελληνικού κειμένου εις το Συριακόν (διότι Σύροι Χριστιανοί ήσαν οι μεσολαβούντες εν τοις γράμμασι μεταξύ Ελλήνων και Αράβων) μεταπεφρασμένου Αριστοτέλους. Και διά των πολλαπλών τούτων μεταφράσεων, εν πολλοίς αμαθώς γενομένων, πολύ διεστράφη εν τη Λατινική Μεσαιωνική μεταφράσει η έννοια των υπό του μεγάλου φιλοσόφου γεγραμμένων. ↩
134) Διά τούτο και πολλοί επιστημονικοί και τεχνικοί όροι εν πάσαις ταις Ευρωπαϊκαίς γλώσσαις διατηρούνται μέχρι νυν εκ της Αραβικής ειλημμένοι, οίον άλγεβρα (= Αριθμητική), Αλχη(υ)μία και χη(υ)μία (και αν η λέξις έχη αρχήν εκ του Ελληνικού χυμός και ουχί εκ του Αιγυπτιακού Κεμι = Αίγυπτος, η επιστημονική χρήσις αυτής ήρξατο από των Αράβων), Αλκοχόλ· οι αστρονομικοί όροι ζενίθ και ναδίρ, ονόματα αστέρων (Αλτιβαράν, Αλδζανίβ και πλείστα άλλα), αλμανάχ = χρονολογία ή χρονογραφία. ↩
135) Ο Αβδαλλάχ κηρύξας αμνηστίαν εις τους Ουμμεϊάδας ηγεμονόπαιδας εκάλεσε τούτους εις δείπνον. Ενώ δε εδείπνουν, συνθήματος δοθέντος εσφάγησαν πάντες. Ο φοβερός Αβδαλλάχ διατάξας να καλυφθώσι διά ταπήτων τα πτώματα των σφαγέντων, εξηκολούθησεν ατάραχος τα αιματηρόν αυτού δείπνον. Άλλως αυτός ο χαλίφης Αβούλ-αββάς ην ανήρ πράος. ↩
136) Εκ του ονόματος τούτου παράγεται τα παρ' ημίν τοπικόν όνομα Καρβασαράς.↩
137) Και ο πληθυσμός της Ισπανίας εν ταις υπό των Ουμμεϊαδών αρχομέναις χώραις αυτής, αίτινες δεν περιελάμβανον ούτε τα δύο τρίτα του νυν Ισπανικού βασιλείου, ήτο διπλάσιος του νυν πληθυσμού της όλης Ισπανίας. Εννοείται δε ότι σπουδαίον μέρος του πληθυσμού τούτου και εν αυταίς ταις υπό Μωαμεθανών αρχομέναις Ισπανικαίς χώραις απετέλουν οι χριστιανοί, διότι και ενταύθα, όπως πανταχού, οι μωαμεθανοί Άραβες επέτρεψαν τοις χριστιανοίς ύπαρξιν και περιωρισμένην ελευθερίαν. ↩
138] Ρέκτης: ο δημιουργικά δραστήριος, ενεργητικός. ↩
139] Διασκεδάζω: Σκορίζω, διασκορπίζω ↩
140) Η Εικασία είχε πεμφθή εις Κωνσταντινούπολιν, ένθα και πολλαί άλλαι εκ πασών των επαρχιών του κράτους είχον σταλή ευειδείς παρθένοι, ίνα εξ αυτών εκλέξη ο βασιλεύς την καλλίστην δοκούσαν αυτώ. Ο τοιούτος τρόπος της εκλογής της βασιλικής συνεύνου (όπερ επικρατεί μέχρι νυν εν Κίνα, υπήρχε δε και εν Ρωσία μέχρι του Τσάρου Πέτρου του Α'), δεν φαίνεται συνήθης εν τω Ελληνικώ κράτει, τουλάχιστον προ του Θεοφίλου, φαίνεται δε ότι και εν τούτω ο Θεόφιλος ενεωτέρισεν επί το ασιατικώτερον. Οπωσδήποτε εν μέσω των συναχθεισών έν τινι αιθούση των ανακτόρων παρθένων, εν αίς διεκρίνετο η Εικασία και κατά την καλλονήν και την παίδευσιν και την εν γένει επισημότητα, περιήρχετο ο αυτοκράτωρ θεώμενος και μήλον κρατών εν τη χειρί χρυσούν, ίνα δω τούτο εις την μάλιστα αρέσουσαν αυτώ. Ότε δε ήλθε πλησίον της Εικασίας, θαυμάσας την ωραιότητα αυτής, είπεν: «Εκ γυναικός ερρύη τα φαύλα». Εις ταύτα δε η Εικασία μετ' ευστοχίας ακαίρου και μετά σεμνού ερυθήματος απήντησεν: «Αλλά και διά γυναικός πηγάζει τα κρείττω» (εννοούσα την εκ της γυναίκας γέννησιν του Κυρίου). Ο Θεόφιλος μηευχαριστηθείς εκ της τοιαύτης ετοιμότητος του πνεύματος και παρρησίας αντιπαρήλθε ταύτην και έδωκε το μήλον το χρυσούν τη εκ Παφλαγονίας Θεοδώρα. Η δε Εικασία, η ανελθούσα προς στιγμήν εις τον λαμπρότατον θρόνον του κόσμου και καταπεσούσα εξ αυτού ούτως αποτόμως, έκτισε μονήν φέρουσαν τα όνομα αυτής, εν ή και εμόνασεν. Εν ταύτη δε και συνέγραψε συγγράμματα «ευπαιδευσίας χαρίτων ουκ άμοιρα», εποίησε δε και το περίφημον ιδιόμελον της Κασσιανής λεγόμενον (άλλοι θεωρούσιν αυτό έργον του Πατριάρχου Φωτίου), το ψαλλόμενον κατά την ακολουθίαν του Όρθρου της Μεγάλης Τετάρτης «Κύριε η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή κτλ. ». ↩
141) Λέγεται, ότι ο Θεόφιλος μετά την εις τον θρόνον άνοδον θέλων να τιμωρήση τους φονείς εκείνους του Λέοντος Ε', οίτινες δεν ήσαν έτι γνωστοί, εκήρυξεν ότι μη δυνηθέντος του πατρός αυτού Μιχαήλ ν' αμείψη πάντας όσοι διά του φόνου του Λέοντος Ε' συνετέλεσαν εις την σωτηρίαν εκείνου, έμελλεν αυτός να εκτελέση το έργον τούτο της αμοιβής. Ότε δε επί τοιαύτη ελπίδι προσήλθον οι εκ των ενόχων άγνωστοι μέχρι νυν διατελούντες, διέταξε να θανατωθώσιν ούτοι ως άραντες χείρας ανοσίας εν τω ναώ εναντίον του χριστού του Κυρίου, ήτοι του βασιλέως Λέοντος Ε'. ↩
142) Οικουμενικός Πατριάρχης τιμητικώς εν αρχή προσηγορεύετο υπ' άλλων ο αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, ως ο πάπας Ρώμης. Αλλ' ο επί του αυτοκράτορος Μαυρικίου κοσμών τον αρχιεπισκοπικόν θρόνον Κωνσταντινουπόλεως Ιωάννης ο Νηστευτής και επισήμως προσέλαβε την προσωνυμίαν ταύτην. Έκτοτε δε, παρά τας διαμαρτυρίας του πάπα, πάντες οι αρχιεπίσκοποι της Κωνσταντινουπόλεως έφερον και φέρουσιν έτι μέχρι νυν την τιμητικήν ταύτην προσωνυμίαν ή τίτλον. ↩
143) Ο Πάπας ήλπιζε και ηξίου ίνα η τότε νεωστί προσελθούσα εις τον Χριστιανισμόν Βουλγαρία υπαχθή διοικητικώς εις την Εκκλησίαν της Δύσεως ήτοι της Ρώμης, όπερ ο Φώτιος δεν επέτρεψε να γείνη. ↩
144) Η καινοτομία αύτη η γενομένη διά της εις το περί του Αγίου Πνεύματος άρθρον του Συμβόλου της πίστεως προσθήκης «και εκ του Υιού», αρξαμένη από της Ισπανίας τω 8 μ. Χ. αιώνι διεδόθη κατά μικρόν εις την λοιπήν Δύσιν. Η Εκκλησία της Ρώμης κατεδίκασεν εν αρχή εντόνως την καινοτομίαν, και καθ' όν χρόνον ο Φώτιος εμέμφετο αυτήν επί τοιαύτη καινοτομία, η Εκκλησία εκείνη δεν είχεν έτι προσχωρήσει εις αυτήν. Βραδύτερον η καινοτομία αύτη ανεγνωρίσθη υπό της παπικής Ρώμης ως δόγμα της Εκκλησίας. ↩
145) Αι Σύνοδοι του 863 και 879 λέγονται μεν Οικουμενικαί, αλλά δεν κατατάσσονται εις τας μεγάλας Οικουμενικάς Συνόδους, αίτινες εισιν επτά τον αριθμόν και ών η τελευταία εγένετο κατά το 887 εν Νικαία. ↩
146) Θέματα εκαλούντο από των χρόνων του Ηρακλείου αι μεγάλαι διοικητικαί περιφέρειαι του κράτους. Το σύστημα της κατά θέματα διαιρέσεως αντικατέστησε κατά τους χρόνους εκείνους το της κατά επαρχότητας και διοικήσεις διαιρέσεως, το ιδρυθέν υπό του Κωνσταντίνου του Μεγάλου (σημ. 45).↩
147) Βραδύτερον παρεδόθη άνευ ιστορικής βάσεως ο λόγος ο περί καταγωγής του Βασιλείου εκ των αρχαίων Αρσακιδών βασιλέων της Αρμενίας (σ. 11- 12). ↩
148] Ενών-ούσα-όν: αυτός που είναι διαθέσιμος σε δεδομένη στιγμή. ↩
149) Ούτος συνέθηκεν ύμνους εκκλησιαστικούς εκ των καλουμένων Εωθινών· Εποιήσατο δε και νέαν έκδοσιν της Ανακαθάρσεως των Νόμων, κληθείσαν «Βασιλικά» (ίδε κατωτέρω). ↩
150) Το Τσαρ κατά τινας προήλθεν εκ του Καίσαρ (Κσαρ, Τσαρ), αλλά κατά την επικρατεστέραν γνώμην είναι λέξις Σλαυική. ↩
151) Γενικώς θεωρείται το όνομα Ρως ή Ρώσος ως αυτό το όνομα των καταλαβόντων το Νοβογόροδον και Κίεβον Νορμανδών, όνομα δηλαδή Νορμανδικόν, ήτοι Σκανδιναυικόν. Κατ' άλλην τινά γνώμην το όνομα Ρως είναι Σλαυικόν, συγγενές προς το των Ρωξολανών της Σκυθίας, ή είναι αυτά τα εν τη Παλαιά Διαθήκη αναφερόμενον όνομα Ρως, το διδόμενον είς τι Σκυθικόν επιδρομικόν έθνος το επιδραμόν την Ασσυρίαν και Συρίαν και Παλαιστίνην περί τα τέλη του 7 μ. Χ. αιώνος. ↩
152) Ο Κωνσταντίνος είχε μνηστεύσει τον τότε πενταετή υιόν αυτού Ρωμανόν μετά της την αυτήν περίπου ηλικίαν εχούσης θυγατρός του βασιλέως της Άνω Ιταλίας Ούγωνος Βέρθας. Η Βέρθα είχε πεμφθή εις Κωνσταντινούπολιν μετά πολλής ακολουθίας ίνα ανατραφή ενταύθα ως μέλλουσα σύζυγος του βασιλόπαιδος Ρωμανού. Καθ' όν λοιπόν χρόνον ο Κωνσταντίνος Ζ' ήλθεν εις ρήξιν προς τους κηδεστάς αύτου υιούς του Ρωμανού, εστηρίχθη προ πάντων επί της συνδρομής των ανδρείων Φράγκων ακολούθων της Βέρθας. Η Βέρθα ετελεύτησεν εν Κωνσταντινουπόλει ολίγον χρόνον μετά τους γάμους αυτής πριν ή ανέλθη ως βασιλίς εις τον θρόνον του Βυζαντίου. ↩
153) Καλούμεν ηγεμόνα και ηγεμονίδα τους των Ρώσων κατά τους χρόνους τούτους άρχοντας και ουχί βασιλέας, διότι η Σλαυική τιμητική προσωνυμία, ήν φέρουσιν ούτοι κατά τους χρόνους τούτους, είναι το Κνιάζ = ηγεμών, συνηθέστερον δε το βελίκοϊ κνιάζ = μέγας ηγεμών (μέγας δουξ), αυτή δηλονότι η τιμητική προσωνυμία, ήν φέρουσι τα μέλη της οικογενείας των Τσάρων, αφ' ού χρόνου αυτοί οι «μεγάλοι ηγεμόνες» καλούμενοι άρχοντες της Ρωσίας έλαβον την προσωνυμίαν (από των μέσων του 16 αιώνος) Τσάροι, είτα δε (από του Πέτρου Α') και αυτοκράτορες (imperatores). Τσάροι, κατά τους χρόνους τούτους, ών αφηγούμεθα την ιστορίαν, εκαλούντο οι ηγεμόνες της Βουλγαρίας (του Συμεών πρώτον, ως φαίνεται, λαβόντος την προσωνυμίαν ταύτην). Σημειωτέον δε ότι άπαντες οι Ρώσοι ηγεμόνες από του Ροδριχ μέχρι Όλγας φέρουσιν ονόματα Νορμανδικά ή Σκανδιναυικά (Ρούριχ, Ολέγ, Ιγώρ, Όλγα), αλλ' από του υιού της Όλγας Σβετοσλαύου πάντες έχουσιν ονόματα ή Σλαυικά ή Χριστιανικά. ↩
154) Ως γνωστόν, οι Ρώσοι έκτοτε μέχρι νυν καλούσι την Κωνσταντινούπολιν Τσαργράδ = πόλιν των Τσάρων, ουχί θεωρούντες αυτήν κληρονομίαν των Τσάρων, ως κακώς παρά τισιν εξηγείται το πράγμα, αλλά μεταφράζοντες απλούστατα το Ελληνικόν «βασιλεύουσα πόλις» η «βασιλεύουσα των πόλεων». Εκαλείτο δε η Κωνσταντινούπολις τότε υπό των Ρώσων και Miklagard = μεγάλη πόλις. ↩
155) Η επί 138 έτη διαρκέσασα εν Κρήτη μωαμεθανική εξουσία ου μόνον είχεν εκβαρβαρώσει την νήσον, αλλ' είχεν εξασθενώσει και την χριστιανικήν πίστιν εν αυτή, πολλών των κατοίκων γενομένων μωαμεθανών, των δε Χριστιανών μη τηρούντων καθαράν την χριστιανικήν αυτών πίστιν. Τότε δε μετέβη εις την Κρήτην ως νέος ιεραπόστολος ο Όσιος Νίκων ο επικαλούμενος Μετανοείτε (ένεκα του υπ' αυτού γενομένου κηρύγματος) και εργασάμενος τελεσφόρως προς την παρά τοις μωαμεθανοίς διάδοσιν της Χριστιανικής θρησκείας και προς την αναζωογόνησιν και ανακάθαρσιν της χριστιανικής πίστεως των Χριστιανών. Ο Όσιος Νίκων, όστις το αυτό έργον το ιεραποστολικόν εξετέλεσεν ύστερον επιτυχώς και παρά τοις Σλαύοις του Ταϋγέτου, τιμάται μέχρι νυν υπό των Κρητών ως ιδιαίτερος προστάτης Άγιος της νήσου. ↩
156] Σκύτος: δέρμα, τρώκτης: αυτός που μασά, διφθερίας: αυτός που ντύνεται με δέρματα· σε θεατρικό έργο, ηθοποιός σε ρόλο βοσκού. ↩
157) Τούτο δ' όμως δεν ήτο αληθές. Διότι και του Θεοδοσίου του Μεγάλου ανεψιά και θετή θυγάτηρ εδόθη εις γάμον εις τον Στελίχωνα· και ο Ιούλιος Νέπως έδωκε την θυγατέρα αυτού εις γάμον τω Ρικιμίρω. Πλην τούτου ο αυτοκρατορικός οίκος Κωνσταντινουπόλεως αγχιστείαν συνήψε και προς τον οίκον των Σασσανιδών της Περσίας και από Χαζάρων έλαβε νύμφην (σ. 128) και από Φράγκων (σημ. 152). Προ μικρού δε και ο Πέτρος ο ηγεμών των Βουλγάρων είχε νυμφευθή βασιλόπαιδα Ελληνίδα, την θυγατέρα του Χριστοφόρου, ενός των τριών υιών του Ρωμανού Α' των συμβασιλευσάντων τούτω και τω Κωνσταντίνω Ζ' (σ. 200). Η θυγάτηρ του Χριστοφόρου δεν ήτο πορφυρογέννητος εκ πορφυρογεννήτου βασιλέως γεννηθείσα. Αλλά και η Θεοφανώ και η Άννα, αίτινες ήσαν τοιαύται, εδόθησαν μετ' ολίγον εις γάμον η μεν εις αυτόν τον ομώνυμον υιόν του Όθωνος Α', η δε εις τον Ρώσον ηγεμόνα Βλαδίμηρον. ↩
158] Περίπυστος: πασίγνωστος, ξακουστός. ↩
159) Ουδείς των από Κωνσταντίνου του Μεγάλου βασιλευσάντων εν Κωνσταντινουπόλει επεσκέψατο μέχρι νυν τας Αθήνας πλην του Κώνσταντος Β' (σελ. 116). Ο Ιουλιανός διέτριψεν εν τη πόλει πριν γείνη αυτοκράτωρ. ↩
160) Κατά τας Ρωσικάς παραδόσεις, ο Βλαδίμηρος γενόμενος κύριος της Χερσώνος έπεμψε πρεσβείαν εις Κωνσταντινούπολιν ζητών την Άνναν και απειλών πόλεμον εν περιπτώσει αρνήσεως. Ο Βασίλειος και ο Κωνσταντίνος εδέξαντο την πρότασιν επί τω όρω να βαπτισθή ο Ρώσος ηγεμών, όπερ ούτος ασμένως εδέξατο. ↩
161) Κατά τας Ρωσικάς παραδόσεις ουχί αυτός ο Ιαροσλαύος διεξήγαγε την στρατείαν ταύτην, αλλ' ο εκ των υιών αυτού Βλαδίμηρος, εις όν ανέθηκε την αρχιστρατηγίαν. ↩
162) Είς των υιών του Ιαροσλαύου (Βσεβόλοδος) προ του ιστορηθέντος πολέμου ή μετά τον πόλεμον τούτον έλαβεν εις γάμον θυγατέρα τινά του Κωνσταντίνου Θ' (άγνωστον τίνα και εκ τίνος γάμου), ής ο υιός Βλαδίμηρος (ο γενόμενος μέγας ηγεμών) επωνομάσθη Μονομάχος ως έγγονος του Κωνσταντίνου Θ'. ↩
163) Το όνομα του ανδρός είναι Τογρούλ = Ευθύς, βέη δε ή βεγ (πρόφ. μπεγ) σημαίνει Τουρκιστί το μέγας και ηγεμών. ↩
164) Την προσωνυμίαν Σουλτάνος έλαβε πρώτος ο Γασναυίδης Μαχμούτ (ίδε σελ. 224), είτα δε οι Σελτζούκοι (η λέξις Σουλτάν είναι Αραβική σημαίνουσα Κύριος). ↩
165) Κατά τους χρόνους τούτους ο στρατός του Ελληνικού κράτους ήρξατο αύθις να συγκροτήται ως προ του 6 μ. Χ. αιώνος από ξένων μισθοφόρων, Νορμανδών και άλλων Ευρωπαίων, ενίοτε δε και Τούρκων. ↩
166) Διότι σιτοδείας επ' αυτού γενομένης ο μόδιος του σίτου επωλείτο υπό του κράτους παρά πινάκιον, ήτοι ηλαττωμένος κατά έν τέταρτον. ↩
167) Το Φράγκος κείται ενταύθα ουχί εν τη αρχαιοτέρα σημασία του ονόματος δηλούντος το Γερμανικόν έθνος των Φράγκων, αλλ' εν τη σημασία καθόλου του Λατίνος ή Ευρωπαίος, ήν σημασίαν έλαβεν η λέξις ένεκα της επί Καρόλου του Μεγάλου δυνάμεως και φήμης του Φραγκικού κράτους και ονόματος. ↩
168] Οίκιστος: Αξιοθρήνητος, θλιβερότατος. ↩
169] ο Αδελφιδούς-ού: γιός αδελφού ή αδελφής, ανηψιός. ↩
170) Ούτως η Νίκαια και μέγα μέρος της Μικράς Ασίας ανεκτήθησαν υπό του Ελληνικού κράτους. Ο Κιλίτζ-αρσλάν μετέθηκε νυν την έδραν του κράτους αυτού, εις Ικόνιον. Εκ τούτου δε το Σελτζουκικόν κράτος της Νικαίας εκλήθη από του νυν Κράτος Ικονίου. ↩
171) Μαμελούκοι (τουτέστι Δούλοι) εκλήθησαν ούτοι, διότι ήσαν Κιρκάσιοι, αγοραζόμενοι ως δούλοι και γινόμενοι μισθοφόροι των Εγιουβιδών Σουλτάνων της Αιγύπτου, ών κατέλυσαν την αρχήν διά της στρατιωτικής αυτών δυνάμεως, και ίδρυσαν κράτος ισχυρόν στρατιωτικόν υπέρ τα διακόσια έτη άρξαν της Αιγύπτου. ↩
172) Βενετοί είναι οι κάτοικοι της νησιωτικής Ιταλικής πόλεως, ής την κατά τον 5 μ. Χ. αιώνα γένεσιν ιστορήσαμεν αλλαχού του βιβλίου τούτου. Η μικρά εκείνη νησιωτική πόλις, μετά την υπό των Ελλήνων επί του Ιουστινιανού Α' κατάληψιν της Ιταλίας διατελέσασα επί αιώνας υπό την κυριαρχίαν του Ελληνικού κράτους, εγένετο εμπορική και ανέδειξε μέγα εμπορικόν ναυτικόν· γενομένη δε από του 9 μ. Χ. αιώνος όλως αυτόνομος κατέστη μεγάλη ναυτική δύναμις έχουσα κατά τους χρόνους τούτους μέγα πολεμικόν ναυτικόν και αποικίας και κτήσεις κατά τα παράλια της Δαλματίας. ↩
173) Μέχρι τότε οι ηγεμόνες των Σέρβων ελέγοντο Ζουπάνοι ή μεγάλοι Ζουπάνοι, ήτοι φυλάρχαι. (Η λέξις ουδεμίαν σχέσιν έχει προς το παρ' ημίν Περσοτουρκικάν τζοπάνης = ποιμήν). ↩
174) Το Πατριαρχείον το Οικουμενικόν ευρίσκετο τότε εν Νικαία (σελ. 250), και ο Οικουμενικός Πατριάρχης εκυβέρνα εντεύθεν την Εκκλησίαν ως αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, ουχί δ' ως αρχιεπίσκοπος Νικαίας. Ιδιαίτερος αρχιεπίσκοπος ή μητροπολίτης Νικαίας εκυβέρνα την μητρόπολιν Νικαίας. ↩
175) Φαίνεται ότι η πλημμελώς εις τον Μωάμεθ και τους Άραβας αποδιδομένη σημαία της Ημισελήνου μετά του αστέρος, ήν έχουσι νυν ως σημαίαν εθνικήν και θρησκευτικήν οι Οθωμανοί Τούρκοι, υπήρξε το πρώτον σημαία των Χοβαρεσμίων ηγεμόνων. Πρώτος χρησάμενος τη τοιαύτη σημαία είναι ο Χοβαρέσμιος ηγεμών (σαχ) Αλαεδδίν Τακάς (1172-1200 μ. Χ.). ↩
176) Το Βουλγαρικόν κράτος επί τινα χρόνον (1285-1299) εγένετο υποτελές τοις Μογγόλοις. ↩
177) Οι διάδοχοι του φονευθέντος Χαλίφου κατέφυγον τότε εις την Αίγυπτον και εκεί εξηκολούθησαν άρχοντες απλώς την πνευματικήν αυτών εξουσίαν υπό την πολιτικήν και υλικήν προστασίαν των Μαμελούκων σουλτάνων, εωσού περί τας αρχάς του 16 αιώνος ο Οθωμανός σουλτάνος της Κωνσταντινουπόλεως καταλαβών την Αίγυπτον υπεχρέωσε τον εκεί Χαλίφην να παραιτήσηται τα αξίωμα της Χαλιφείας υπέρ του σουλτάνου των Οθωμανών και έκτοτε μέχρι νυν Χαλίφαι του Ισλαμικού κόσμου είναι οι Οθωμανοί σουλτάνοι. ↩
178) Κοσέ Μιχαήλ (ήτοι Μιχαήλ του Σπανού ή Οξυγενείου) υπό των Τούρκων καλουμένου φρουράρχου του εν Βιθυνία Ελληνικού φρουρίου Κερμιγκίας, όπερ παρέδωκε τω Οσμάν. Η οικογένεια αυτού επί αιώνας είναι γνωστή εν τη Οθωμανική ιστορία. ↩
179) Το Οθωμανός λοιπόν είναι όνομα ούτε θρησκευτικον ουδέ καν εθνολογικόν κυρίως ειπείν, ως πολλοί παρ' ημίν νομίζουσι συγχέοντες τα όνομα οτέ μεν προς το Μωαμεθανός ότε δε προς το Τούρκος. Το Οθωμανός είναι απλούστατα όνομα δυναστικόν σημαίνον τον πολίτην του κράτους του ιδρυθέντος υπό του Οσμάν ή Οθωμάν ή Οθωμανού. Και κατά τούτο γραμματικώς η ονομασία έχει πλημμελώς, διότι έδει να λέγηται ορθότερον Οθωμανίδης (κατά το Περγαμίδης) ή Οθωμανικός ή ως λέγουσιν αυτοί οι Οθωμανοί Οσμανλής (παρ' ημίν Οσμανλίδες, ουχί Οσμανλίδαι!). Οι Οθωμανοί λέγονται και Τούρκοι, διότι ο πρώτος πυρήν του κράτους συνέστη από Τούρκων, Τούρκος δε την καταγωγήν ήτο και ο Οσμάν. Αλλ' εντεύθεν δεν δυνάμεθα πάντα Τούρκον, και μωαμεθανόν έτι όντα, να καλέσωμεν Οθωμανόν. Σημειωτέον εν τούτοις ότι το Οθωμανός από ονόματος ιδρυτού δυναστείας, από ονόματος δυναστικού εγένετο πολιτικόν και εντεύθεν εθνικόν, αλλ' ουδέποτε εταυτίσθη παρά τοις Οθωμανοίς αυτοίς προς το όνομα, Τούρκος, όπερ μέχρι του παρελθόντος αιώνος απεστρέφοντο οι Οθωμανοί διακρίνοντες εαυτούς από των βαρβάρων Τουρκικών ή Τουρκομανικών λαών. Μόνον δε η εν ταις Ευρωπαϊκαίς γλώσσαις χρήσις των ονομάτων Turcs και Turquie, προκειμένου περί των Οθωμανών και του Οθωμανικού κράτους, καθιέρωσεν επ' εσχάτων παρά τοις πεπολιτισμένοις Οθωμανοίς την χρήσιν των ονομάτων τούτων ως ονομάτων εθνικών. Τα δε ταυτίζειν το Οθωμανός ή Οσμανλής προς το μωαμεθανός είναι τοσούτον τερατωδώς πλημμελές, όσον το ταυτίζειν το Αψβουργικός (Αψβουργικόν κράτος) και αυτό έτι το Αυστριακός προς το Χριστιανός ή Καθολικός. ↩
180) Ούτω παρά Τούρκοις προφέρεται το Αραβικόν Αμίρ. ↩
181) Η Κύπρος μετά την υπό των Άγγλων κατάληψιν αυτής την γενομένην τω 1191 (σελ. 239) είχε δοθή υπό τούτων εις το κράτος της Ιερουσαλήμ.↩
182) Και πλην των χωρών, εννοείται, των υπαγομένων εις την Ελληνικήν αυτοκρατορίαν της Τραπεζούντος.↩
183] Σημειωτέον ότι η εν τη σελίδι ταύτη φερομένη χρονολογία της υπό των Οθωμανών αλώσεως της Καλλιπόλεως (1354) είναι η εκ της χρονογραφίας αυτού του Καντακουζηνού διδομένη, η δε συνήθης εν τοις ιστορικοίς βιβλίοις αναγραφομένη χρονολογία 1357 πηγάζει από του Χάμμερ, λαβόντος αυτήν παρά του Οθωμανού χρονογράφου Σααδεττίν αναφέροντος το γεγονός εις το έτος 759 της [] μεταφερμένη από παροράματα. ↩
184] Νέηλυς-υδος: Νεοφερμένος. ↩
185] Έναγχος: (επίρ.) προσφάτως. ↩
186) Οι Οθωμανοί εν ταις Ευρωπαϊκαίς χώραις το σύστημα του παιδομαζώματος εξέτειναν και επί άλλους χριστιανικούς λαούς· αλλ' οι Έλληνες πάντοτε απετέλουν την κυρίαν δύναμιν του τάγματος. ↩
187) Πολύ μετά την άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως, τω 1634, επί του Οθωμανού σουλτάνου Μουράτ Α' κατηργήθη τα παιδομάζωμα των χριστιανών, και οι Γιανίτσαροι ελαμβάνοντο από μωαμεθανών, επετρέπετο δε εις αυτούς, έκτοτε και να έχωσιν οικογενείας. ↩
188) Ο αυτοκράτωρ Ιωάννης επεχείρησε την από Ιταλίας εις την λοιπήν Ευρώπην οδοιπορίαν δανεισάμενος εν Βενετία χρήματα παρά τοκογλύφων Βενετών τραπεζιτών επί υπερόγκω τόκω. Επανελθών δε εις Βενετίαν αχρήματος, εκρατήθη ενταύθα μέχρι αποτίσεως των οφειλομένων, όπερ οι εν Κωνσταντινουπόλει κατώρθωσαν επί τέλους μετά πολλής δυσκολίας, στερήσαντες και τους ναούς των χρυσών και αργυρών κοσμημάτων αυτών. Κατά την επάνοδον αυτού επεσκέφθη και την υπό Φράγκων κατεχομένην Κύπρον, ζητών βοήθειαν, αλλά και εντεύθεν και από της Ρόδου, ήν επεσκέψατο ωσαύτως αιτούμενος βοήθειαν παρά των Ιωαννιτών (σελ. 263), ανεχώρησεν άπρακτος. Και οι Γενουαίοι δε, ών εξητήσατο την συνδρομήν, εν Ιταλία ευρισκόμενος, ουδέν έπραξαν υπέρ αυτού, καίπερ τοσαύτας από αιώνων καρπούμενοι ωφελείας εν τω κράτει, δείξαντες διαγωγήν ανάλογον προς την επαίσχυντον διαγωγήν των Βενετών.↩
189) Ο Σουλτάνος μετά την νίκην περιερχόμενος το πεδίον της μάχης το πεπληρωμένον νεκρών εφονεύθη υπό του ήρωος Σέρβου Μίλος Κοβίλοβιτζ, όστις μεταξύ των νεκρών τραυματίας ων. Ο Σουλτάνος πριν εκπνεύση κατώρθωσε να αναγγείλη την εις θάνατον καταδίκην του Σέρβου βασιλέως Λαζάρου, θεωρηθέντος υπ' αυτού ως ηθικού αυτουργού του φόνου, και να ίδη τούτον φονευόμενον πριν εκπνεύση αυτός. ↩
190) Η Σμύρνη κατείχετο από του 1344 υπό των ιπποτών της Ρόδου. ↩
191) Το Φραγκικόν κράτος των Αθηνών (της Αττικής και Βοιωτίας) μετά την αυτόθι αρχήν του Όθωνος Δελαρός και του αδελφού αυτού Γουίδωνος (1240- 1263)του λαβόντος την προσωνυμίαν δουκός Αθηνών, ενώ οι προκάτοχοι αυτού εκαλούντο απλώς Κύριδες (μεγασκύρ), και του υιού του Γουίδωνος Ιωάννου (1263- 1280) και του αδελφού τούτου Γουλιέλμου (1280-1287) και του υιού τούτου Γουίδωνος Β' (1287-1308) κατελήφθη (1316) υπό της Εταιρείας των Καταλανών (μισθοφόρων Ισπανών από Καταλανίας της Ισπανίας) αρξάντων ενταύθα υπό την ονομαστικήν κυριαρχίαν του εν Σικελία άρχοντος Αραγωνικού οίκου (σελ. 255). Από του 1387 κατελήφθη το δουκάτον Αθηνών και Βοιωτίας υπό του εκ Φλωρεντίας καταγομένου Φράγκου ηγεμόνος της Κορίνθου Ραινερίου Ατζαγιώλη, άρξαντος ενταύθα μέχρι του 1461. ↩
192) Λέγεται ότι πρώτος εν τοις άρχουσι του Οθωμανικού κράτους ο Βαγιαζίτ έλαβε την προσωνυμίαν Σουλτάνος. Ο Βαγιαζίτ όμως συνήθως καλείται Χαν (ίδε σελ. 261-262). Σουλτάνοι καλούνται οι Οθωμανοί άρχοντες κυρίως μετά την άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως.↩
193) Του εν Πελοποννήσω ιδρυθέντος υπό του Σαμπλίτ και του Γοδεφρείδου Βιλλεαρδουίνου (σελ. 247) Φραγκικού κράτους (πριγκιπάτου Αχαΐας ή Μορέως) μετά τον θάνατον του Βιλλεαρδουίνου ήρξεν ο πρωτότοκος υιός αυτού Γοδεφρείδος Β' (1218-1245), μετά τούτον δε ο δευτερότοκος Γουλιέλμος Β' (1245- 1278)· επί τούτων αμφοτέρων ήκμασε λίαν το εν Πελοποννήσω Φραγκικόν κράτος. Αλλά μετά τον θάνατον του Βιλλεαρδουίνου Β' μη καταλιπόντος υιόν, αλλά θυγατέρας, η κληρονομία του κράτους διά των γάμων των θυγατέρων περιήλθεν εις διαφόρους Ευωπαϊκούς οίκους (και ιδίως τον Ανδεγαυικόν και τον Αραγωνικόν), εωσού επεκράτησεν από του 1318 ο Ανδεγαυικός οίκος ο κατέχων και πολλά μέρη της Δυτικής Ελλάδος καί τινας των Ιονίων νήσων. Αλλά τω 1261 ο αυτοκράτωρ Μιχαήλ Η' νικήσας και αιχμαλωτίσας τον Γουλιέλμον Β' ως λύτρον του αιχμαλωτισθέντος Φράγκου ηγεμόνος έλαβε την Μονεμβασίαν, τον Μιστράν και την Μαΐνην. Ούτω δε εσχηματίσθη εν Πελοποννήσω πυρήν Ελληνικού κράτους, κληθέντος «δεσποτάτου του Μιστρά», όπερ επί των τελευταίων Παλαιολόγων περιελάμβανε το πλείστον της Πελοποννήσου. ↩
194) Το όνομα αυτού το Τουρκοταταρικόν είναι Τιμούρ = Σίδηρος. Επωνομάσθη δε Λεγκ = Χωλός, ως εκ της πληγής, ήν έλαβε κατά τον πόδα έν τινι μάχη, εξ ής κατέστη χωλός. Το όνομα Τιμουρλέγκ = Τιμούρ ο Χωλός οι Ευρωπαίοι παρέφθειραν εις Ταμερλάνος. ↩
195) Ο Ταμερλάνος συνείθιζε να ιδρύη ως τρόπαια πυραμίδας υπερμεγέθεις από των κεφαλών των φονευθέντων εν τη μάχη ή αιχμαλωτισθέντων και είτα σφαγέντων πολεμίων. Κατά την κατάληψιν δε του Ισπαχάν (1387) ένεκα παρασπονδίας διαπραχθείσης ως διετείνετο υπό των πολεμίων ήγειρε περί τον περίβολον της πόλεως δεύτερον περίβολον από 70 χιλιάδων κεφαλών των σφαγέντων εν τη πόλει ανθρώπων. ↩
196) Τοιαύτην προσωνυμίαν (Κιράν σαχίπ) έδιδεν αυτός εαυτώ, μη θέλων εν τούτοις να ονομάζηται μέγας Χάνος μηδέ κατέχων κατά τύπον το ανώτατον αξίωμα του κράτους αυτού, αλλά διορίζων εις αυτό έν των μελών του οίκου Δζαγατάι, ήτοι Δζεγγίς χαν, δεικνύων ούτω κατά τύπον τον προς την νόμιμον κληρονομίαν σεβασμόν αυτού. ↩
197) Η χρήσις πυροβολικού εν τοις πολέμοις άρχεται από του 14 αιώνος. Η πρώτη χρήσις λέγεται ότι εγένετο τω 1348 εν τη μεταξύ των Άγγλων και Γάλλων κατά το έτος τούτο συγκροτηθείση μάχη του Κρεσσύ. Των δε πυροβόλων όπλων της χειρός μολιβδοβόλων ή και τουφεκίων καλουμένων υπό των Βυζαντινών χρονογράφων των χρόνων τούτων, μνεία γίνεται το πρώτον κατά το έτος 1364. Καθόλου δε η εφαρμογή της πυρίτιδος εις τον οπλισμόν άρχεται από του 14 αιώνος. Αυτή δε η της πυρίτιδος εφεύρεσις η αποδιδομένη εις τον Άγγλον Ρογήρον Βάκωνα (1214-1290) ή εις τον Γερμανοελβετόν Βερθόλδον Σβαρτζ (Berthold Schwarz) ζήσαντα κατά τον 14 αιώνα ήτο απλώς η κατά τους χρόνους τούτους γενομένη τελειοποίησις της προ Χριστού έτι εν Κίνα και τη Ινδική εν χρήσει ούσης ομοίας ευφλέκτου όλης, ως δε γενικώς φρονείται, και του ελληνικού υγρού πυρός του 6 μ. Χ. αιώνος. Σημειωτέον δε ότι η του πυροβολικού χρήσις κατά την πολιορκίαν της Κωνσταντινουπόλεως την γενομένην τω 1422 ως και κατά την πολιορκίαν του 1453 δεν επέδρασε λίαν ισχυρώς επί την οριστικήν έκβασιν των πραγμάτων. ↩
198) Το δουκάτον είναι νόμισμα χρυσούν λαβόν το όνομα από του Έλληνος αυτοκράτορος Κωνσταντίνου Δούκα (σελ. 227), εφ' ού το πρώτον εκόπη. ↩
199) Η Θεσσαλονίκη κενωθείσα νυν διά σφαγής και εξανδραποδισμού των κατοίκων αυτής ωκίσθη εκ νέου υπό Τούρκων διά Τούρκων και Ελλήνων μετοίκων. Μετά την άλωσιν της Θεσσαλονίκης οι Έλληνες μοναχοί του Αγίου Όρους προσήνεγκον εκόντες την υποταγήν αυτών τω Σουλτάνω και διετήρησαν τα προνόμια των Μονών αυτών. ↩
200) Ο Ιωάννης Ουνιάδης ήτο φυσικός υιός του βασιλέως Σιγισμούνδου και της κομήσσης Ουνιάδου. ↩
201) Ο Γεώργιος Καστριώτης ήτο ο νεώτατος υιός του Αλβανού ηγεμόνος της Αλβανικής χώρας Ματίου (ουχί Ημαθίας) Ιωάννου Καστριώτου. Καθ' όν χρόνον το πρώτον ο Μουράτ Β' εστράτευσεν επί την Αλβανίαν, ο Γεώργιος εδόθη υπό του πατρός μετά τριών άλλων αδελφών ως όμηρος εις την αυλήν του Σουλτάνου, ένθα περιτμηθείς (παις ων 9 ετών) και γενόμενος μωαμεθανός ετιμήθη σφόδρα υπό του Σουλτάνου διά τα στρατιωτικά προτερήματα, άτινα πρωίμως εδείκνυε, και επεκλήθη τιμητικώς Σκενδέρβεης (Αλέξανδρος βέης· φαίνεται δ' όμως ότι το όνομα Σκενδέρ ήτο το μωαμεθανικόν αυτού όνομα). Τω 1443 φυγών από της υπηρεσίας του Σουλτάνου εγένετο διά τολμηρού τεχνάσματος κύριος της Κροΐας, αναγκάσας, καθ' ήν στιγμήν έμελλε να φύγη, τον γραμματέα του Μουράτ Β' να εκδώση διαταγήν προς τον διοικητήν του φρουρίου τούτου ίνα παραδώση αυτά εις τον φέροντα αυτώ την διαταγήν (εις τον Σκενδέρμπεην). Ευθύς δ' ως εξεβίασε δι' απειλής θανάτου παρά του γραμματέως την διαταγήν, εφόνευσεν αυτόν εν τω άμα, ίνα μη γνωσθώσι τα γενόμενα. Ούτω δε ελθών μετά της διαταγής εγένετο αμαχητί κύριος της Κροΐας, οπόθεν εκάλεσε τους ομοεθνείς αυτού εις τον κατά Τούρκων εθνικόν και θρησκευτικόν αγώνα. ↩
202) Ητο 21 ετών, είχε δε δις πρότερον ανέλθει εις τον θρόνον, αποχωρήσαντος αυτού δις οικειοθελώς του Μουράτ Β' χάριν ησυχίας και δις πάλιν αναλαβόντος αυτόν εν μέσω των σοβαρών κινδύνων.↩
203) Μάρτυρας της πίστεως (σαχίτ) καλούσιν οι Μωαμεθανοί πάντας τους εν τοις πολέμοις πίπτοντας υπέρ του Ισλάμ (σελ. 102). ↩
204) Εν Αγία Σοφία είχε τελεσθή τη 12 Δεκεμβρίου 1452 ιερά λειτουργία παρόντος και του παπικού απεσταλμένου του καρδιναλίουχ Ισιδώρου (Έλληνος το γένος), πεμφθέντος ίνα πραγματώση την ένωσιν κατά τα αποφασισθέντα εν Φλωρεντία (σελ. 283). Αλλ' ο ανθενωτικά φρονών λαός της Κωνσταντινουπόλεως εθεώρει βεβηλωθέντα τον ναόν, εισήλθε δ' εις αυτόν κατανυκτικώς έκτοτε μόνον τη 28-29 Μαΐου, ότε ετελέσθη η τελευταία εν αυτή χριστιανική προσευχή και ιεροπραξία. Ο μνημονευθείς Ισίδωρος ηγωνίσθη επί των τειχών της Κωνσταντινουπόλεως και συνελήφθη αιχμάλωτος, ελευθερωθείς δε διά χρημάτων έγραψε τον θρήνον της πεσούσης πόλεως. ↩
205) Νυν πρώτον το όνομα Έλλην αντικατέστησεν επισήμως διά του βασιλικού στόματος το όνομα Ρωμαίος.↩
206) Εκ των μεγάλων Ελληνικών νήσων η μεν Εύβοια και Χίος και Λέσβος εκυριεύθησαν μετά των άλλων νήσων του Αιγαίου (πλην της Ρόδου και Κρήτης) υπ' αυτού του Μωάμεθ Β', η Ρόδος υπετάγη τω Οθωμανικώ κράτει τω 1522 επί του Σουλεϊμάν Β', η Κύπρος τω 1570 επί του σουλτάνου Σελίμ Β', η δε Κρήτη τω 1669 επί του Μωάμεθ Δ'. Των 7 Ιονίων λεγομένων νήσων ουδεμία διαρκώς υπετάγη είς το Οθωμανικόν κράτος. Ο Μωάμεθ Β' υπέταξε προς τούτοις το μόνον εν Μικρά Ασία εκ των αποκατασταθέντων ενταύθα υπό του Ταμερλάνου Τουρκικών κρατών υπολειπόμενον έτι επ' αυτού (των λοιπών υποταχθέντων επί του Μουράτ Β') κράτος της Καραμανίας. ↩
207) Οι Γουέλφοι (Welfen) ανήκον εις αρχαιοτάτην, σύγχρονον τω Καρόλω τω Μεγάλω, οικογένειαν, έχουσαν φέουδα εν τη Άνω Ιταλία, τη Καρινθία της νυν Αυστρίας και τη Βαυαρία. Ο οίκος ούτος έλαβε βραδύτερον κτήσεις και εν τη βορείω Γερμανία και διετηρήθη εν Αννοβέρω μέχρι του 1866 και εν Βρονσβίκη μέχρι του 1890, έτι δε και εν Αγγλία διατηρείται νυν κατά θηλυγονίαν (η βασίλισσα Βικτωρία μήτηρ του βασιλέως Εδουάρδου Ζ' κατήγετο από Γουέλφων). Εν Ιταλία το όνομα έλαβε σημασίαν όλως πολιτικήν σημαίνον τον αντιπολιτευόμενον τη αρχή του αυτοκράτορος, τον δημοκρατικόν· τούτο δε διότι οι Ιταλοί παρηρμήνευσαν την εν Γερμανία σημασίαν του ονόματος, ένθα Γουέλφοι ελέγοντο απλώς οι αντιπολιτευόμενοι τω Ουενσταουφανικώ οίκω, ούτινος οι ηγεμόνες ως εκ της εν Σουηβία κοιτίδος του οίκου τούτου Waiblingen εκαλούντο Waiblingen. Κατά τον χρόνον λοιπόν της εν Γερμανία μεταξύ των οπαδών του Ουενσταουφανικού και του Γουελφικου οίκου πάλης, οι μεν οπαδοί του πρώτου οίκου είχον ως σύνθημα το Waiblingen (Hie Waiblingen!), οι δε του δευτέρου το Welfen (Hie Welf!). Αφού δε εν Γερμανία, υπερίσχυσαν οι Waiblingen, οι εν Ιταλία πολέμιοι του αυτοκρατορικού αξιώματος, εις το όνομα Γουέλφοι, το σημαίνον εν Γερμανίω απλώς την δυναστικήν προς τον Ουενσταουφανικόν οίκον αντιπολιτείαν, έδοσαν γενικωτέραν σημασίαν, κατ' Ιταλικήν αντίληψιν της προς τα αυτοκρατορικόν καθόλου αξίωμα αντιπολιτεύσεως. Εντεύθεν εν Ιταλία Γιβελλίνοι (ούτω παρεφθάρη τα Waiblingen) μεν εκλήθησαν οι αυτοκρατορικοί (και πόλεις Γιβελλινικαί αι πισταί εις την αυτοκρατορικήν αρχήν Πίσα, Παυία και άλλαι), Γουέλφοι δε οι αντίθετοι προς την αυτοκρατορικήν αρχήν, οι δημοκρατικοί, ενίοτε οι σύμμαχοι του Πάπα και καθόλου οι μη ανεχόμενοι την εν Ιταλία αυτοκρατορικήν αρχήν (εντεύθεν και Γουελφικαί πόλεις, το Μεδιόλανον, η Φλωρεντία και άλλαι).↩