208) Η Ενετία και η Γένουα είχον αιρετούς άρχοντας ισοβίους, καλουμένους δόγας (doge).

209) Εν Γαλλία ως προς τα της διαδοχής του θρόνου ίσχυεν ανέκαθεν ο λεγόμενος Σάλιος περί διαδοχής νόμος, καθ' όν δεν επιτρέπεται να ανέλθη γυνή εις τον θρόνον.

210) Από Jacqes = Ιάκωβος, ως εκαλούντο συνήθως οι Γάλλοι χωρικοί. Ούτως εμπαικτικώς καλείται και ο Άγγλος αγρότης, εντεύθεν δε Αγγλικός λαός John Bull = Ιωάννης ο ταύρος.

211) Ο πόλεμος ούτος ο διεξαγόμενος μεταξύ των δουκικών οίκων Λαγκαστρίας και Υόρκης, όντων αμφοτέρων πλαγίων συγγενών τω βασιλικώ οίκω, καλείται συνήθως εν τη ιστορίω «Πόλεμος των δύο ρόδων», εκ του χρώματος των οικοσήμων των πολεμούντων (Ερυθρού του οίκου Λαγκαστρίας και λευκού του οίκου Υόρκης).

212) Η Ελβετική ομοσπονδία απηρτίσθη εκ τριών εθνοτήτων, Γαλλικής, Γερμανικής και Ιταλικής, αίτινες από του τόπου (Ελβετίας) και της πολιτείας έλαβον το όνομα το εθνικόν (Ελβετός).

213) Ο πρώτος εκ του οίκου των Πιαστών βασιλεύς, εφ' ού οι Πολωνοί εγένοντο χριστιανοί, είνε ο Μικίσλαους άρξας τω 963.

214) Ούτω μεταφράζει το όνομα Ιωάννης ο Λυδός.

215) Αυτοκράτωρ ελληνιστί εσήμαινεν απλώς ο έχων τελείαν εξουσίαν· αυτοκράτωρ πρεσβευτής και αυτοκράτωρ στρατηγός σημαίνει απλώς ο πρεσβευτής ή ο στρατηγός ο έχων απεριόριστον εξουσίαν εν τη εκπληρώσει της ανατεθείσης αυτώ εντολής. Διά του ονόματος δε τούτου μετέφρασαν οι Έλληνες και το λατινικόν imperator, όπερ όνομα κυριολεκτικώς σημαίνον ο επιτάττων, και εντεύθεν ο άρχων, εδίδετο εν αρχή εις στρατηγόν αυτοκράτορα ουχί ακριβώς εν τη σημασία, ήν είχεν εν τη ελληνική το αυτοκράτωρ στρατηγός, αλλ' απλώς ως προσωρινή τιμητική προσωνυμία, του μεγάλην νίκην νικήσαντος και θριαμβεύσαντος στρατηγού. Πρώτον δε εις τον Ιούλιον Καίσαρα επετράπη υπό της Συγκλήτου να φέρη την προσωνυμίαν διηνεκώς. Έπειτα δε και ο Οκταβιανός και οι διάδοχοι αυτού έφερον ωσαύτως διηνεκώς την προσωνυμίαν, ήτις και επικρατήσασα πάντων των άλλων δημοκρατικών προσωνυμιών (καίπερ και αυτή έχουσα δημοκρατικήν καταγωγήν) κατέστη η συνήθης προσωνυμία των μοναρχούντων κατ' ουσίαν Ρωμαίων Καισάρων.

216) Εν τοιαύτη δε σημασία το όνομα μετέπεσεν εν τη Γερμανική εις Kaiser = ηγεμών, αυτοκράτωρ. (Caesar ετήρησεν εν τη γλώσση ταύτη την πρώτην και κυρίαν αυτής σημασίαν) και εν τη Αραβική και Περσική εις Καϊσάρ = αυτοκράτωρ, προκειμένου μόνον περί του αυτοκράτορος του Ρουμ ήτοι του ελληνορρωμαϊκού κράτους του Βυζαντίου. Καθά και αλλαχού του βιβλίου τούτου είπομεν (σημ. 150), είναι αμφίβολον αν το Σλαυορρωσικόν Τσαρ έλαβεν αρχήν από του Καίσαρ (ως ενόμισαν τινες εκ του Πολωνικού τύπου του ονόματος Czar) ή είναι αρχαία σλαυική λέξις. Το Ρωσικόν Τσεζάρεβιτς = ο διάδοχος του αυτοκρατορικου θρόνου (κατ' αντίθεσιν προς το Τσάρεβιτς, ήτις προσωνυμία δίδεται εις πάντας τους υιούς του Τσάρου) είναι τεχνητόν κατασκεύασμα των νεωτάτων χρόνων και ουδαμώς μαρτυρεί ούτε το συγγενές ούτε το πάντη αλλότριον των ονομάτων Καίσαρ και Τσάρος.

217)

_________________________________
1) Ως γνωστόν, και το αρχαίον Ρωμαϊκόν πολίτευμα και υπό την αρχαιοτέραν αυτού μορφήν (των χρόνων της ελευθέρας πολιτείας) και κατά την νεωτέραν εξέλιξιν αυτής (κατά τους αυτοκρατορικούς λεγομένους χρόνους) ουδέποτε εγένετο γραπτόν πολιτειακόν σύνταγμα κράτους μετά συστηματικής ενότητος. Μόνον δε εν τη περί τας αρχάς του 10 μ. Χ. αιώνος εκδοθείση υπό της Μακεδονικής δυναστείας Επαναγωγή του νόμου (σ. 193) γίνεται εν ολίγοις άρθροις μάλλον υπόμνησις και ηθική διδασκαλία η συνταγματική διάταξις (ως λέγομεν σήμερον) περί των ιδιοτήτων και των δικαιωμάτων και καθηκόντων της βασιλείας. Ούτω λέγεται εν αυτοίς ότι «η Βασιλεία εστίν έννομος επιστασία, κοινόν αγαθόν πάσι τοις υπηκόοις, μήτε κατά αντιπάθειαν τιμωρών, μήτε κατά προσπάθειαν (*) αγαθοποιών, αλλ' ανάλογος τις αγωνοθέτης τα βραβεία παρεχόμενος». Ως καθήκον της βασιλείας εν αυτοίς θεωρείται «των τε όντων και υπαρχόντων δι' αγαθότητος η φυλακή και ασφάλεια, και των απολωλότων δι' αγρύπνου επιμελείας η ανάληψις, και των απάντων διά σοφίας και δικαίων τροπαίων και επιτηδευμάτων η επίκτησις» (**). Ως καθήκον ωσαύτως της βασιλείας αναγράφεται και το «εκδικείν και διατηρείν τον βασιλέα πρώτον μεν πάντα τα εν τη θεία Γραφή γεγραμμένα, έπειτα τα παρά των αγίων επτά Συνόδων δογματισθέντα, έτι δε και τους εγκεκριμένους ρωμαϊκούς νόμους». Το όνομα το επίσημον του κράτους μέχρι του 5 αιώνος είναι το αρχαίον Ρωμαϊκόν respublica, το σημαίνον απλώς «τα κοινά, τα δημόσια πράγματα», πολιτεία (ουχί ταυτόν κατά την έννοιαν προς τα νεολατινικά république, republica τα σημαίνοντα δημοκρατίαν). Τοιούτον δε όνομα φέρει το κράτος και εν τω Θεοδοσιανώ κώδικι. Εν τοις έπειτα χρόνοις επεκράτησαν τα ονόματα βασιλεία και κράτος.

 (*) Προσπάθεια παρά τοις Βυζαντινοίς είναι ταυτόσημον τω παρ' ημίν συμπάθεια · συμπάθεια δε συνήθως σημαίνει συγγνώμη, αμνηστία, συμπαθείας έγγραφον = αμνηστίας έγγραφον.

 (**) Ώστε το Βυζαντιακόν σύνταγμα επέβαλλε τω βασιλεί ως καθήκον ου μόνον την διατήρησιν του κράτους εντός των ορίων, άπερ εύρεν ο βασιλεύς, ου μόνον την των αφαιρεθεισών επαρχιών ανάκτησιν, αλλά και την διά σοφίας (πολιτικής) και δικαίων τροπαίων (στρατιωτικών) επίκτησιν ή πρόσκτησιν νέων όλως χωρών μη πρότερον εις το κράτος ανηκουσών και από τούτου αφαιρεθεισών.
_________________________________

218) Ίδε σελ. 26 και σημ. 2. Πρβλ. το Αντίφωνον το ψαλλόμενον υπό της Εκκλησίας προς τιμήν του Μ. Κωνσταντίνου κατά την εορτήν αυτού· «Ύψωσα εκλεκτόν εκ του λαού μου, εύρον Δαυίδ τον δούλον μου, εν ελαίω αγίω έχρισα αυτόν».

219] η: είναι

220) Η νυν λίαν συνήθης βασιλική προσωνυμία Μεγαλειότης είναι μετάφρασις του ευρωπαϊκού majesté, maestà, όπερ προήλθεν εκ του αρχαίου Ρωμαϊκού majestas = μεγαλειότης. Σημειωτέον όμως ότι το majestas εν Ρώμη εσήμαινεν ουχί του βασιλέως, αλλά του Ρωμαϊκού λαού, της Ρωμαϊκής πολιτείας την μεγαλειότητα. Και επ' αυτής δε της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας η μεγαλειότης ανήκε πάντοτε εις τον Ρωμαϊκόν λαόν, και της μεγαλειότητος ταύτης, ήτοι του ηθικού αξιώματος, οι αυτοκράτορες εθεωρούντο απλώς φύλακες και φρουροί. Οι Έλληνες συγγραφείς των χρόνων της δημοκρατίας μεταφράζουσι το majestas populi Romani «αρχή και δυναστεία των Ρωμαίων», αλλά βραδύτερον αποδίδουσιν αυτό συνήθως διά του ονόματος καθοσίωσις (και έγκλημα καθοσιώσεως = crimen majestatis). Και ο λαός της Κωνσταντινουπόλεως ή νέας Ρώμης, ο θεωρούμενος κληρονόμος της αρχής και δυναστείας του λαού της πρεσβυτέρας Ρώμης, εκαλείτο «ο λαός ο καθωσιωμένος (= μεγαλειότατος λαός»· λέγεται και καθοσίωσις του λαού = η μεγαλειότης του λαού). Το παρ' ημίν μεγαλειότατος ως προσωνυμία βασιλική είναι κατασκεύασμα των νεωτέρων χρόνων, ληφθέν εκ της ήδη κατά τον 5 αιώνα εν χρήσει ούσης αυτοκρατορικής προσωνυμίας «μεγαλειότης». Σημειωτέον δε ότι το Βυζαντινόν μεγαλειότης ουδεμίαν, πλην της γραμματικής σχέσεως, έχει συνάφειαν ιστορικήν προς το Ρωμαϊκόν majestas (majestas populi Romani), όπερ, ως ερρήθη, ερμηνεύεται διά «του καθοσίωσις. Αλλ' αι νυν ευρωπαϊκαί προσωνυμίαι majesté, maestà, majest3at, προήλθον και ιστορικώς από του majestas, διότι οι Φράγκοι και οι Γερμανοί αυτοκράτορες του μεσαίωνος εθεώρουν εαυτούς κληρονόμους της αρχής και δυναστείας του Ρωμαϊκού λαού (majestatis populi Romani) και ως αυτοκράτορες του αγίου Ρωμαϊκού κράτους εκαλούντο majestas ή sacra majestas, αυτοί εκπροσωπούντες εν τούτω την αρχήν εκείνην. Από δε του 15 αιώνος, ότε ήρξατο να καταπίπτη η ηθική δύναμις του αξιώματος της αυτοκρατορίας του αγίου Ρωμαϊκού κράτους, έλαβον την προσωνυμίαν majestas και οι λοιποί βασιλείς, αλλά μόνοι οι βασιλείς, υπό την ευρωπαϊκήν έννοιαν του ονόματος (σημ. 110), των λοιπών ηγεμόνων καλουμένων αναλόγως υψηλοτήτων ή γαληνοτήτων.

221) Ένεκα της τοιαύτης σημασίας του δεσπότης της αναλόγου προς το Ευρωπαϊκόν πρίγκηψ (prince) = ηγεμών, εν τη Φραγκοκρατική περιόδω της Βυζαντινής ιστορίας και καθόλου εν τοις εσχάτοις Βυζαντινοίς χρόνοις δεσπόται εκαλούντο και οι ηγεμόνες (οι εκ βασιλικού το πλείστον οίκου καταγόμενοι) των μικρών εντός των ορίων του κράτους ιδρυθέντων κρατών, και τα κράτη δε ταύτα κατ' αναλογίαν των ευρωπαϊκών πριγκηπάτων εκαλούντο δεσποτάτα.

222) Το αυθέντης (γεν. αυθέντου και αυθεντός) ως προσωνυμία βασιλική ανήκει εις τους υστάτους χρόνους της Βυζαντινής ιστορίας και είναι σπανία η χρήσις αυτού. Βυζαντινοί τiνες χρονογράφοι του 15 αιώνος καλούσι τον Οθωμανόν σουλτάνον «Μέγαν Αυθέντην» (πρβλ. και τας παρά τοις Γάλλοις και τοις Γερμανοίς προσωνυμίας του Οθωμανού σουλτάνου Grand Seigneur, Grossherr).

223) Αξιοσημείωτον εν τούτοις ότι το όνομα της αυτοκρατείρας Ιουλίας Δόμνης, γυναικός του αυτοκράτορος Σεπτιμίου Σεβήρου (298-311) αποδίδεται υπό των Ελλήνων διά του Ιουλία Σεβαστή, όπερ μαρτυρεί εμμέσως ότι dominus (=δεσπότης), αύγουστος (augustus = σεβαστός) εθεωρούντο εν αρχή υπό των Ελλήνων ταυτόσημα.

224) Αυλικόν και πολιτικόν αξίωμα των αρχαιοτέρων Βυζαντινών χρόνων είναι και το τον «γραμματέων των απορρήτων» των καλουμένων ασηκριτών («ασηκρήτις» εκ του λατ. secretis = εξ απορρήτων. Ασ(η)κρητείον το υπούργημα και το αρχείον αυτού.) Ο πρώτος των τοιούτων γραμματέων, ο αρχιγραμματεύς, ούτως ειπείν, της Επικρατείας (υπό έννοιαν πολλώ στενωτέραν της του νυν αρχικαγκελλάριος) εκαλείτο πρωτοασηκρήτις. Τοιούτον αξίωμα είχεν, ως γνωστόν, ο αυτοκράτωρ Αναστάσιος Β' πριν γείνη αυτοκράτωρ (σελ. 121).

225) Του Μεγάλου Κωνσταντίνου συνύπατος ήτο ο υιός αυτού Κρίσπος.

226) _________________________________
1) Λογοθέτης είνε λέξις Βυζαντινή σημαίνουσα τον λογιστήν, είναι δε μετάφρασις του λατινικού ratonalis ή rationarius. Ούτως εκαλούντο επί της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας οι εν ταις επαρχίαις έφοροι των οικονομικών. Ελέγοντο δε οι τοιούτοι επί του Μεγάλου Κωνσταντίου και καθολικοί (υπονοουμένου του ρατιωνάλιοι).
2) καθολικός αντικατεστάθη βραδύτερον ως φαίνεται διά του γενικός. Είναι δε άξιον σημειώσεως ότι αμφότεραι αύται αι λέξεις (αναλογούσαι προς το οικουμενικός) εσήμαινον εν γένει τον γενικόν αρχηγόν (πρβλ. και τα νεολατινικά general, generale), τo δε καθολικός (εν αναλογία προς το οικουμενικός) μετηνέχθη και εις την Εκκλησίαν, εν ή μέχρι νυν καθολικοί καλούνται εν Αρμενία και Γεωργία των ενταύθα χριστιανών πατριάρχαι.
_________________________________

227) Των ταχυδρομείων ήτοι ως ελέγετο εν Βυζαντίω του δημοσίου δρόμου (cursus publicus), η υπηρεσία διωργανώθη εν τω Ρωμαϊκώ κράτει κυρίως επί της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, εκείθεν δε μετεβιβάσθη και εις το Βυζάντιον. Διεξήγετο δε διά πολλών ίππων και άλλων φορτηγών ζώων, και δια πολλών αμαξών, δι' ών εγίνετο ου μόνον η μεταφορά επιστολών και δημοσίων εγγράφων και άλλων δημοσίων πραγμάτων, αλλά και η οδοιπορία των δημοσίων υπαλλήλων, και μάλιστα των ανωτέρων και δη των λειτουργών της Εκκλησίας, ιδίως επισκόπων.

228) Λογοθέσιον λέγεται τo αρχείον του Λογοθέτου, συνήθως δε και αυτή η υπηρεσία αυτού.

229) Μέγας λογοθέτης ως γνωστόν λέγεται σήμερον εν τω Οικουμ. Πατριαρχείω ο λογοθέτης ο συνοδεύων τω Πατριάρχη εις τας προς τον Σουλτάνον παρουσιάσεις και καθόλου μεσάζων εν ταις μεταξύ του Πατριάρχου και της Υψ. Πύλης σχέσεσι. Το αξίωμα λογοθέτου των Πατριαρχείων προήλθεν εκ του εν Βυζαντίω αξιώματος του λογοθέτου του πατριάρχου. Οι πατριάρχαι δηλονότι και μητροπολίται είχον τους λογοθέτας, ήτοι τους λογιστάς αυτών, ουδεμίαν έχοντας άλλην υπηρεσίαν εν τω κράτει.

230) Δομέστικος (εκ του Λατινικού domesticus = οικείος) = εμπεπιστευμένος, επιτετραμμένος, επιστάτης, αρχηγός. Σχολή δε η Scola, είναι όρος πολιτικός και στρατιωτικός των αυτοκρατορικών χρόνων της Ρώμης ειλημμένος εκ του σχολή των φιλοσοφικών σχολών των τότε χρόνων. Εσήμαινε δε σχολή (το Scola δηλονότι) εν τη τότε Ρωμαϊκή πολιτεία πάσαν συστηματικώς ωργανωμένην τάξιν πολιτικήν ή στρατιωτικήν (εντεύθεν δε και το σχολάριος = της σχολής, συστηματικός, εκλεκτός, εν τω στρατώ δε οι επίλεκτοι οι αποτελούντες την αυτοκρατορικήν φρουράν). Εντεύθεν σχολαί εκλήθησαν και τα τάγματα τα στρατιωτικά και οι αρχηγοί αυτών δομέστικοι σχολών. Βυζαντινοί τίνες χρονογράφοι ερμηνεύουσι το Δομέστικος Σχολών μάλλον εκ των πραγμάτων ή κατά κυριολεξίαν «αυτοκράτωρ στρατηγός». Είναι δε γνωστόν ότι το όνομα δομέστικος ή δομέστιχος διατηρείται μέχρι νυν εν τη Εκκλησία καλουμένου ούτω του ψάλτου ή του βοηθού του πρωτοψάλτου.

231) Η παρ' ημίν χρήσις του δουξ, μέγας δουξ δεν είνε Βυζαντινή, αλλά ευρωπαϊκή κατά την παρά τοις ευρωπαίοις αναπτυχθείσαν ανάλογον σημασίαν των ονομάτων τούτων (σελ. 165).

232) Πρωτοσπαθάριος ήν, ως γνωστόν, και ο μέγας Πατριάρχης Φώτιος, λαβών το τοιούτον διακριτικόν αξίωμα πιθανώς ένεκα της σοφίας αυτού.

233) Σπαθαροκανδιδάτος = κανδιδάτος σπαθάριος, ήτοι έγκριτος σπαθάριος. Κανδιδάτος ήτοι Candidatus σημαίνον κυριολεκτικώς υποψήφιος και ιδίως υποψήφιος ύπατος (consul candidatus) εν τοις αυτοκρατορικοίς χρόνοις της Ρώμης εσήμαινε τον υποψήφιον, και καθόλου τον παρασκευαζόμενον εις οιονδήποτε αξίωμα· εντεύθεν τον δόκιμον και έγκριτον.

234) Καθόλου δε τα εκ του τάξις (= Λατ. classis) παραγόμενα ονόματα έχουσι σχέσιν προς τον πόλεμον και τον στρατόν. Ούτω ταξείδιον σημαίνει στρατείαν (Καλόν ταξείδιον ! ήτοι νικηφόρον στρατείαν ηύχοντο οι εν Κωνσταντινουπόλει εις τους αυτοκράτορας ή τους στρατηγούς τους απερχομένους εις στρατείαν)· ταξειδεύειν = στρατεύειν, πόλεμον επιχειρείν· ταξιώτης = ραβδούχος, πελεκυφόρος ακόλουθος.

235) Εκ των ονομάτων τούτων εσώθησαν δύο εν τη Εκκλησία, το μεν διοίκησις (diœcesis, dioc2ese) εν τη δυτική, το δε επαρχία εν τη ελληνική ανατολική. Ωσαύτως εν τη Εκκλησία τη ημετέρα διεσώθη και το Έξαρχος. Έξαρχοι εκαλούντο συνήθως οι αρχηγοί των διοικήσεων, Vicarii. Αλλ' Έξαρχος ελέγετο και ο εις διοίκησιν χώρας μεγάλης μακράν κειμένης ως αντιβασιλεύς τρόπον τινά πεμπόμενος άρχων, οίος ην ο Ναρσής εν Ιταλία (σ. 74). Οι τοιούτοι άρχοντες βραδύτερον εκαλούντο και Κατεπάνω. Έξαρχοι εν τη Εκκλησία καλούνται, ως γνωστόν, σήμερον οι μετ' εκτάκτου αποστολής υπό της Μεγάλης Εκκλησίας πεμπόμενοι ανακριταί και επίτροποι. Αλλ' εν ταις λεγομέναις φήμαις των μητροπολιτών Έξαρχος διετήρησε την σημασίαν διοικητού περιφερείας ευρυτέρας της των επαρχιών (Μητροπολίτης Σμύρνης, Έξαρχος Ασίας).