Μέχρι τούδε είχεν αναβάλει την σύγκλησιν της εθνικής συνελεύσεως προφασιζόμενος ότι ήτο ανάγκη να επέλθη πρότερον η απόφασις της εν Λονδίνω συνόδου, και να ανατεθή η περί πάντων κρίσις προς τον μέλλοντα ηγεμόνα, αλλά η παράτολμος του Μιαούλη πράξις διέλυσε πάσαν περιοριστικήν αυτού σκέψιν, και την δευτέραν ημέραν μετά την πυρπόλησιν του ελληνικού στόλου (2 Αυγούστου) εξέδωκε διάταγμα, δι' ού καθίστα γνωστόν, ότι αι περιστάσεις υπηγόρευον αυτώ να συγκαλέση ταχύτερον την συνέλευσιν, και ότι οι πληρεξούσιοι έπρεπε να συνέλθωσιν εν Άργει την 1)13 Σεπτεμβρίου. Η δ' εθνική συνέλευσις είχεν, ως είδομεν, αναβληθή τη 6 Αυγούστου 1829, υφίστατο δ' έτι νομίμως, και ο πρόεδρος Γ. Σισίνης υπέγραφε πάντοτε ως πρόεδρος της Εθνοσυνελεύσεως. Επειδή όμως ο Καποδίστριας προέβλεπεν, ότι αυτοί εκείνοι οι πληρεξούσιοι, μεταβαλλομένων νυν των πραγμάτων, δεν θα ήσαν πλέον τοσούτον ευάγωγοι όσον πρότερον, απεφάσισε να ασκήση το κινδυνώδες εκείνο προνόμιον, όπερ επιτρέπει εις τον ηγεμόνα να διαλύη βουλήν δυσαρεστούσαν αυτώ, όπως η βέβαιος, ότι εν τη νέα συνόδω θέλει απαντήσει ολιγωτέραν ιδιότροπον αντίστασιν. Απεφάσισε δε να διαλύση σιωπηρώς την υφισταμένην συνέλευσιν διατάσσων νέας εκλογάς. «Οι εκλογικοί σύλλογοι, δύνανται ή να επικυρώσωσι τους πληρεξουσίους, οίτινες μετέσχον της εν Άργει συνελεύσεως του 1829, ή να εκλέξωσι νέους, όσους και όπως ο νόμος διατάσσει.»

Διέταξε δε συγχρόνως τον πρόσκαιρον επί της δικαιοσύνης γραμματέα Μ. Σικελιανόν, όπως εξαιτήσηται, δήθεν οικεία βουλήσει υπέρ του Μιαούλη και των οπαδών αυτού επιείκειαν· αλλά συγχρόνως εν τη αυτή εκθέσει απήτει εξαιρετικόν δικαστήριον εκ πέντε γερουσιαστών και ενός εισαγγελέως των Εφετών όπως δικάση τους πρωταιτίους πάσης στάσεως, ταραχής και συνωμοσίας, τους την «συνταγματικήν επιτροπείαν» της Ύδρας αποτελούντας: Γεώργιον Κουντουριώτην, Ανδρέαν Μιαούλην, Σαχίνην, Αλέξανδρον Μαυροκορδάτον και Αναστάσιον Πολυζωίδην. Επειδή δε η κατακραυγή πάντοτ' εξηκολούθει κατά του κυρίου αιτίου της καταστροφής, του Βιάρου, και του υπερβολικόν υπέρ της κυβερνήσεως ζήλον επιδεικνυμένου Γιαννετά, ο Καποδίστριας, όπως καταπραΰνη την κοινήν γνώμην έπαυσεν αυτούς των θέσεων και διέταξε να καταλίπωσι το Ελληνικόν έδαφος. Αλλά ταύτα πάντα εγένοντο λίαν αργά· ο αγών έμελλε να διακριθή δι' αίματος· οι Υδραίοι εξωπλίσθησαν προς διάδοσιν της στάσεως· ο Τσάμης Καρατάσος ο αποτυχών, ως είρηται, εν τη εκτός του Ισθμού Ελλάδι, επιβάς νυν υδραϊκού πλοίου έπλεεν εις Πελοπόννησον, όπως εξεγείρη εκεί τα πνεύματα κατά του Κυβερνήτου, όστις στερούμενος στόλου ελληνικού, ανέβηκε τω Ρώσω ναυάρχω Ρίκορδ την καταπολέμησιν της επιτεινομένης επαναστάσεως.

Ο Ρίκορδ περιπλέων τα παράλια της Πελοποννήσου, εν τω κόλπω της Κορώνης ηνάγκασεν Υδραίους επιβαίνοντας τριών πλοίων προς εξέγερσιν των Μανιατών, ίνα, πυρπολήσαντες τα εαυτών πλοία, αποβώσιν εις Αλμυρόν.

Πανταχόθεν απειλούμενος ο Καποδίστριας οτέ μεν μετεχειρίζετο βίαν, οτέ δε την αλωπεκήν. Επήλθεν η κυρία ημέρα συγκλήσεως των πληρεξουσίων, η 1 Σεπτεμβρίου, και παρήλθεν· αλλ' ο Καποδίστριας υπό παντοίας προφάσεις ανέβαλλε την έναρξιν των εργασιών· η αναβολή εξηρέθιζε τον λαόν. Καθήρεσε Βασίλην τινά αξιωματικόν του τακτικού στρατού, όστις ομνύων δεύτερον υπό του Κυβερνήτου επιβαλλόμενον όρκον εξείπε φράσεις προσβλητικάς κατ' εκείνου· αλλ' ο καθαιρεθείς μεταβάς εις Ύδραν εξήγειρε, καθ' εκάστην, θύελλαν κατά του Κυβερνήτου· Ημέρα τη ημέρα οι υπάλληλοι εκ μωρίας ή υπερβολικού ένεκα ζήλου εκίνουν την χολήν κατά του Καποδιστρίου, όν ήθελον καταστήσωσιν αγαπητόν παρά τω λαώ. Τα πνεύματα ήσαν εις άκρον εξεγηγερμένα κατά του Κυβερνήτου· παντοίαι διαδόσεις αληθείς και ψευδείς υπέθαλπον παρά τω λαώ κρυφίαν τινά ταραχήν και φόβον περί του μέλλοντος της πατρίδος· ότε μεν παρίστατο υπό των αντιπολιτευομένων ο Καποδίστριας ως Ρώσος τοποτηρητής, όστις ητοίμαζε τη Ρωσία την υποταγήν της Ελλάδος, ότε δε διεδίδετο τη ενεργεία, ως εικός, των Άγγλων και Γάλλων, ότι ο Καποδίστριας ως κωλύων την ανάρρησιν Βασιλέως της Ελλάδος εκώλυε συγχρόνως και την ευδαιμονίαν του έθνους.

Είχεν ήδη μάλιστα συλληφθή η ιδέα του «φόνου του τυράννου». Ο Πρόκες — Όστεν μάλιστα γράφει, ότι «έρανος προς μίσθωσιν δολοφόνων περιεφέρετο σχεδόν αναφανδόν, και ότι ο μεν Μαυροκορδάτος ηνείχετο, ο δε Ζωγράφος και υπεστήριζεν αυτόν . . . . Ο δε ανίκανος Υψηλάντης είχεν αποσυρθή εις Άργος, και τοιούτον υπεδύθη ήθος, ώστε οι συνωμόται απήτησαν παρ' αυτού συνδρομήν προς εκτέλεσιν αποτροπαίου σχεδίου. — Ουχί! απήντησεν ούτος τότε. Ο Καποδίστριας δεν είναι τύραννος και η τυραννοκτονία δεν είναι αρετή. Αν δε ήτο τοιαύτη, δεν θα εμίσθουν δολοφόνους, αλλά θα εξετέλουν μόνος την πράξιν» (80).

Ο εν Παρισίοις μάλιστα Έλλην λόγιος Μηνάς Μινωίδης (81), εκήρυξεν ήδη ότι, ότε εξελέγη ο Καποδίστριας κυβερνήτης, κατ' Απρίλιον του 1828, επί εις Παρισίους αφίξει του Νικολάου Υψηλάντου, εσχηματίσθη μυστική τις εταιρία του Ηρακλέους, ής ο Κυβερνήτης μόλις ημέρας τινάς προ της δολοφονίας έσχε γνώσιν, ής ο σκοπός ην η διά παντός μέσου δολοφονία του Καποδιστρίου. Ημείς όμως εις ταύτα ουδαμώς πιστεύοντες καθώς και εις το άλλο το υπό του μέλους της αυτής εταιρίας (του Ηρακλέους) Παναγιώτη Καλεβρά αναφερόμενον εν τω βιβλίω αυτού: «Πολιτικός Βίος του αοιδίμου Ιωάννου Καποδιστρίου κυβερνήτου της Ελλάδος». Αθήναι 1873, ότι αντί 25,000 γροσίων, υποσχεθέντων τω υπηρέτη του Κυβερνήτου Νικολέτω να δηλητηριάση αυτόν διά του καφέ, θεωρούμεν την δολοφονίαν έργον κατ' εξοχήν ιδιωτικόν και προϊόν εκδικήσεως της γενναίας μεν, αλλά τοσαύτας προσβολάς υποστάσης παρά του Κυβερνήτου οικογενείας των Μαυρομιχαλαίων, ζητούντων διά του Κωνσταντίνου και Γεωργίου Μαυρομιχάλη να εκπλύνωσι, κατά τα έθιμα της πατρίδος αυτών ανυποτάκτου Μάνης, ιδιωτικάς όλως προσβολάς, ως λέγει και έκθεσίς τις εκ Κωνσταντινουπόλεως της 13)25 Οκτωβρίου 1831: «Καίτοι, ο φόνος υπήρξεν αποτέλεσμα ιδιωτικής εκδικήσεως της εχθρικώς πάντοτε κατά του Κυβερνήτου διακειμένης οικογενείας των Μαυρομιχαλών, δεν δύναται τις όμως να μη καταλογίση επίσης το έγκλημα τούτο εις την αγρίαν των πνευμάτων έξαψιν, ήτις είχεν έτι μάλλον κορυφωθή διά της επεμβάσεως ρωσικών στρατιωτικών δυνάμεων εν Πόρω και Μεσσηνία. Μέρος όμως του αξιοθρηνήτου τέλους του Κυβερνήτου πρέπει να αποδοθή εις την από μακρού παντελή αυτού εγκατάλειψιν υπό της Αγγλίας και Γαλλίας, όπως επίσης και εις τας εμψυχώσεις, άς παρείχεν εις τους αντιπάλους του Κυβερνήτου η την επανάστασιν διευθύνουσα παρισινή επιτροπή».

Και όντως ο Καποδίστριας είχε βαθμηδόν περιέλθει εις εχθρικάς σχέσεις προς την οικογένειαν των Μαυρομιχαλών, ής ό αρχηγός Πετρόμπεης κατείχε σπουδαίαν μοναρχικήν σχεδόν θέσιν, παρά τοις πολεμικοίς Μανιάταις και ωνομάζετο υπό του λαού «βασιλεύς της Μάνης». Ωραίος και μεγαλοπρεπής ανήρ πράος το φρόνημα, είχε παραγκωνισθή εντελώς ο Μανιάτης μπέης κατά την διάρκειαν του υπέρ ανεξαρτησίας πολέμου, απέναντι των άλλων οπλαρχηγών, οίτινες, ως ο Κολοκοτρώνης, διετυμπάνιζον και επέβαλλον ούτω διά της μεγαλαυχίας την αξίαν αυτών. Εννοείται όμως, ότι δεν ελησμόνησε τούτου ένεκεν ο Πετρόμπεης τας παραδόσεις της φυλής αυτού και την κλέφτικην αυτού φύσιν, ούτε της χρηματικής ωφελείας ημέλησεν, ούτε υστέρησε των άλλων, αρπαγής προκειμένης και λείας.

Αδιακόπως είχεν ανάγκην χρημάτων· ηγάπα δε το χρήμα διότι κατεσπατάλα αυτό και ήτο, ως επεκάλει αυτόν ο Καποδίστριας, αιώνιος απαιτητής. Μετρητά διέρρεον εν μια στιγμή εκ των χειρών αυτού, διότι κατ' ανάγκην, επιβαλλομένην υπό της πατρογονικής αυτού αλαζονείας, λέγει ο Μένδελσον Βαρθόλδυς, διένεμεν ηγεμονικά δώρα προς πάντας τους οπαδούς αυτού, εξεπροσώπει αυτούς διά λαμπράς εξωτερικής επιδείξεως, και επεθύμει να εξαλείψη πάσαν ει δυνατόν της Μάνης την πτωχείαν. Πλην τούτου εκόμπαζεν επί τη μικρότητι και τη καλλονή της χειρός αυτού, άτινα εθεώρει ως σημεία αρχαίου γένους. Σπάνιοι μόνον εκ των κορυφαίων του Ελληνικού αγώνος, οίος ο Μάρκος Βότσαρης και ο Καραϊσκάκης, είχον προθύμως και μετά χαράς θυσιάσει πάντα τα ίδια εαυτών συμφέροντα υπέρ του κοινού καλού. Είχον μεν αληθώς οι στρατιωτικοί αρχηγοί της Πελοποννήσου διακινδυνεύσει γενναίως την περιουσίαν αυτών, αλλ' εμφύτως όμως πάντοτε υπολογίζοντες, ότι η θυσία αυτών δεν ήθελεν απομείνει άνευ αμοιβής, και ότι το κράτος των τούρκων πασάδων ήθελε διαδεχθή μικρά και συνεχής διοίκησις πασάδων Ελλήνων. Και αν δε τις αποδεχθή, ότι μανιάτης Μπέης ηδύνατο να παραιτήση το ίδιον εαυτού αξίωμα, απέναντι μεγάλου και καθαρώς εγνωσμένου σκοπού, ουδεμία όμως ήτο δεκτή προσδοκία, ότι ήθελεν αποβάλει τον βαθέως ερριζωμένον αυτού εγωισμόν χάριν του Κυβερνήτου, και προς όφελος κυβερνήσεως, ής καθ' εκάστην ετίθετο εν αμφιβόλω η εθνική ενέργεια, ήτις εθεωρείτο ως ηγορασμένη υπό της Ρωσίας, και ήν επολέμουν τοιούτοι ακριβώς άνδρες, οποίοι είχον θεωρηθή πάντοτε υπό των απαιδεύτων παλληκαρίων ως τα πρότυπα ευρωπαϊκής μορφώσεως και σοφίας. Εις ταύτα δε προσετέθη και η φυσική αποστροφή του εν μάχαις δεδοκιμασμένου και ήκιστα την εν ειρήνη ικανότητα εννοούντος πολεμιστού, προς άρχοντα ουδέποτε εν πυρίτιδι δοκιμασθέντα. Οι Μαυρομιχάλαι είχον χύσει το αίμα αυτών υπέρ της πατρίδος, εννέα δε και τεσσαράκοντα του γένους αυτού είχεν ίδει πίπτοντας ο Μπέης εν τω προς τους Τούρκους πολέμω. Τα ηρωικά ανδραγαθήματα του Κυριακούλη και του Ηλία Μαυρομιχάλη απολαύουσιν έτι εντίμου μνήμης παρά τω ελληνικώ λαώ.

Τότε, μόλις απηχήσαντος του κρότου των όπλων, ήλθεν ο Κυβερνήτης Καποδίστριας, όστις, ουδέποτε αυτός πολεμήσας διά του ξίφους υπέρ της πατρίδος, ηθέλησε να δρέψη τους καρπούς του αγώνος, στηριζόμενος επί των χαρτίνων αυτού κατορθωμάτων, και να δεσπόση μόνος αυτός και απεριόριστος της Ελλάδος.

Εν Νησίω είπε ποτε προς τους Μανιάτας: «Εγώ είμαι ο θυρωρός, ο ιστάμενος εις την θύραν και φυλάττων την παρθένον Ελλάδα.

Ούτω δε το κράτος των πολυαρίθμων μικρών τυράννων έμελλε να θραυσθή βιαίως διά της αυθεντίας ενός μεγάλου τυράννου, αι δε τοπικαί επιρροαί να καταβληθώσι και εξαλειφθώσι. Τούτο απεκαλείτο επισήμως: ισοπέδωσις των ταραχοποιών στοιχείων, νίκη της τάξεως και της συγκεντρώσεως, τρυφερά μέριμνα υπέρ της παρθένου Ελλάδος. Τοιαύται όμως ιδέαι δεν συνέφερον βεβαίως ούτε εις τους Μαυρομιχάλας ιδία, ούτε εις τους Μανιάτας εν γένει.

Ότε το πρώτον συνηντήθησαν ο Κυβερνήτης και ο τοσούτον δι' αυτόν ολέθριος Γεώργιος Μαυρομιχάλης, ο σφριγών νεανίας παρέστη προ του άρχοντος της Ελλάδος λαμπράν περιβεβλημένος στολήν, ως τις των κομψοπρεπών νέων. Ο Καποδίστριας απηύθυνεν αυτώ, ένεκα της εντελώς ατόπου εκείνης παραστάσεως εν καιρώ μεγάλης της πατρίδος πτωχείας, αυστηράν και μακράν παραίνεσιν, κατώρθωσε δε τοιαύτην να εμποιήση εις τον νεανίαν εντύπωσιν, ώστε το αίμα του Γεωργίου ανέβη εξ αιδούς εις τας παρειάς αυτού. Ουδένα όμως απέφερε διαρκή καρπόν η νουθεσία εκείνη (82).

Αφ' ετέρου δε ο Πετρόμπεης είχεν ήδη την 3)15 Οκτωβρίου 1827 προσαγορεύσει τον Κυβερνήτην διά πεφυσημένης επιστολής ως δώρον του ουρανού, επικαλούμενος επ' αυτόν μεν τας ευλογίας, επί τους εχθρούς δε την αράν του Θεού.

Αλλ' αφ' ενός μεν, αι εκ μέρους του γηραιού Μπέη οχληραί βοηθείας αιτήσεις, εν ονόματι του πατριωτισμού, κατόπιν αδιαφορία, υποψία και τέλος έχθρα, ήν ουδ' αυτό το θέλγητρον γερουσιαστικής θέσεως κατώρθωσε να πραΰνη· αφ' ετέρου δε, εκ μέρους του Καποδιστρίου, η παροχή μετ' αηδίας, σμικρύνουσα το δωρούμενον διά της σμικρότητος της δωρούσης ευμενείας, δυσπιστία και προσωπική ζηλοτυπία, ήτις ου μόνον εξήρει των κυβερνητικών χαρίτων την παντοδύναμον εν Μάνη οικογένειαν και τον αρχηγόν αυτής, αλλ' απεμάκρυνεν αυτήν μάλιστα των δημοσίων υπουργημάτων, και κατεδίωκεν αυτήν, και καθίστα αληθή αποδιοπομπαίον τράγον δι' όσα εν Μάνη συνέβαινον κακουργήματα, εγέννησαν την μεταξύ των Μαυρομιχαλών και του Καποδιστρίου έχθραν.

Τα ήθη και έθιμα των Μανιατών δεν ηδύναντο να συμβιβασθώσι, καθ' ολοκληρίαν, προς τας περί απολύτου υποταγής απαιτήσεις του Καποδιστρίου, ως και προς το καθόλου συγκεντρωτικόν αυτού σύστημα, όστις εφαντάσθη ότι ως εν τη λοιπή Ελλάδι ούτω ταχέως έμελλε να δεσπόση και της Μάνης, εν ή η υπεροχή των Μαυρομιχαλών ηνώχλει αυτόν· διό εκ παντός τρόπου εσπούδασε να καταβάλη αυτήν και προς τούτο αντέταξε την φιλοδοξίαν και αντιζηλίαν άλλων οίκων, οίον του Κουτούφαρη, Τζανετάκη, Μουρζίνου και εί τινος ετέρου. Εντεύθεν πάσα αίτησις των οίκων τούτων τάχιστα εξετελείτο υπό της κυβερνήσεως, απερρίπτετο δε πάσα των Μαυρομιχαλών. Οσάκις ο Πετρόμπεης απήτει χρηματικάς αποζημιώσεις ανθ' όσων απώλεσε κατά τον αγώνα, ο Καποδίστριας ή ουδόλως ή γλισχρότατα ήμειβε τον υπέροχον οίκον όστις και χρήμα και αίμα πολύτιμον εθυσίασεν υπέρ του ιερού αγώνος. Ενώ ούτω προσεφέρετο ο Καποδίστριας προς τον Πετρόμπεην, οι υπάλληλοι αυτού προσεφέροντο λίαν ιταμώς εν αυτή τη χώρα κατά τε του οίκου των Μαυρομιχαλών και των φίλα αυτοίς φρονούντων· ο νομάρχης μάλιστα Γενοβέλης ούτω παρώργισε τους Μαυρομιχάλας, ώστε κατά το Πάσχα του 1830 εξερράγη εν Τζίμοβα στάσις κατ' αυτού, ής ηγείτο ο αδελφός του Πετρόμπεη Τζανής, όν δι' απάτης συλλαβών ο Κυβερνήτης καθείρξεν εν Ναυπλίω ως φονεύσαντα, προ ετών, άνθρωπόν τινα· καθείρξε δε και τον υιόν του Τζανή Κατζάκον επί αποπείρα φόνου κατά του εξαδέλφου αυτού Πιεράκου. Πάντες δε οι Μαυρομιχάλαι επετηρούντο υπό της αστυνομίας ως επικίνδυνοι τη κυβερνήσει. Τούτο εξήγειρε τους Μανιάτας σύμπαντας φίλους τε και εχθρούς των Μαυρομιχαλών, διότι πάσα προσβολή παρά ξένου κατά Μανιάτου αντανακλά, κατά τα έθιμα των Μανιατών, κατά πάντων αυτών. Εντεύθεν ήρξατο απειλητική στάσις· πάντες ωπλίσθησαν ως επί επαναστάσεως κατά των Τούρκων ουδ' αυτών των γυναικών και των παίδων εξαιρουμένων· ενθουσιασμός φλογερός επύρωσε τους πάντας· πεντακισχίλιοι υπό τον Κωνσταντίνον Μαυρομιχάλην μαχηταί ωρκίσθησαν να εκστρατεύσωσι κατά του τυράννου, ει μη εντός μιας εβδομάδος απεφυλακίζοντο οι συλληφθέντες Μαυρομιχάλαι· συνέστη πρόσκαιρος επιτροπεία εκ δώδεκα ανδρών προς διοίκησιν της χώρας, καταργουμένης της εξουσίας του Καποδιστρίου· ο διοικητής των Καλαμών Κορνήλιος ο επιχειρήσας να καταπολεμήση τα λείψανα της υπό τον Τζανήν στάσεως, μόλις ηδυνήθη μετημφιεσμένος να δραπετεύση ως απλούς ναύτης επί πλοίου. Τούτων γινομένων, ο Πετρόμπεης διέτριβεν ως γερουσιαστής εν Ναυπλίω. Εις μάτην εζήτησε παρά του Καποδιστρίου ν' απέλθη εις την εαυτού πατρίδα, όπως, ως έλεγε, καθησυχάση τα πράγματα· ο Καποδίστριας δεν έδιδεν αυτώ άδειαν. Τότε εδραπέτευσε κατά Φεβρουάριον 1831 εις Ζάκυνθον επί αγγλικού πλοίου, του Γόρδωνος, αλλ' αποβιβασθείς εις Κατάκωλον της Ηλείας, οπόθεν εσκόπει να μεταβή εις Λιμένι, συνελήφθη υπό του Κωνσταντίνου Κανάρη, εις καταδίωξιν αυτού σταλέντος, και απήχθη εις Ναύπλιον. Ουδαμώς δε λαβών ο Καποδίστριας προ οφθαλμών επιστολήν του Πετρόμπεη, εν ή διεμαρτύρετο διά την προσγενομένην αυτώ βίαν, απλώς βουληθέντι ίνα μεταβή εις την ιδίαν αυτού πατρίδα προς υπεράσπισιν των οικείων και κατάπαυσιν των ταραχών, εκήρυξε διά διατάγματος αυτόν τε και τον Κωνσταντίνον ως λιποτάκτας· επιτροπεία δ' εκ γερουσιαστών προεδρευομένη υπό του Βιάρου εκήρυξε τον πολιόν Πετρόμπεην ένοχον εσχάτης προδοσίας, ού ένεκα καθείρχθη εν τω Ιτζ — Καλέ τω ετέρω φρουρίω του Ναυπλίου επί εννέα όλους μήνας ως κακούργος. Άμα ο αδελφός του Πετρόμπεη Κωνσταντίνος έμαθεν ότι ούτος καθείρχθη, αφίκετο εις Ναύπλιον επί τη υποσχέσει του Καποδιστρίου ότι θα έμενεν ελεύθερος· αλλ' άμ' αφικόμενος και ετέθη υπό αστυνομικήν επιτήρησιν. Μάτην δε ο Ρώσος Ρίκορδ, παρακληθείς υπό της έξ και ογδοηκοντούτιδος μητρός του Πετρόμπεη και υπό του Κατζάκου Μαυρομιχάλη, παρεκάλεσε Κυβερνήτην όπως δέξηται τον Πετρόμπεην εις συνδιαλέξιν κατ' οίκον προς συνδιαλλαγήν. Τέλος επείσθη ο Καποδίστριας. Προς τούτο δ' ωρίσθη η συνδιάλεξις να γίνη κατά την 5ην μετά μεσημβρίαν της 26ης Σεπτεμβρίου εν τω οίκω του Κυβερνήτου παρόντος και του ναυάρχου Ρίκορδ. Κατ' απαίσιον σύμπτωσιν ο Καποδίστριας παραβάς την εαυτού υπόσχεσιν ένεκα ταραχής έκ τινος άρθρου του «Ταχυδρόμου του Λονδίνου» κατακρίνοντος την πολιτικήν αυτού, δεν εδέξατο (26 Σεπτεμβρίου 1831) αυτόν εις ακρόασιν. Ούτω δ' ο γέρων Πετρόμπεης νομίσας ότι σκοπίμως προς εμπαιγμόν εξήχθη υπό φρουράν εκ του Ιτζ-Καλέ και υπό φρουράν ως κακούργος περιήχθη, εξεμάνη. Απαγόμενος δ' αύθις εκ της οικίας Καποδιστρίου εις τας φυλακάς παρεκάλεσε τους φρουρούς αυτού, ίνα ει δυνατόν επιτρέψωσιν αυτώ να διέλθη έμπροσθεν της οικίας, εν ή κατώκουν ο υιός αυτού Γεώργιος και ο αδελφός Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλαι. Αφικόμενος δ' εκεί υπό τα παράθυρα εκραύγασεν ο γέρων φωνή τρεμούση εξ οργής; «Για σας παιδιά»· πρώτος ο Γεώργιος αναγνωρίσας την φωνήν του πατρός προς το παράθυρον ορμά· και ιδών είπε προς τον Κωνσταντίνον: «ο γέρος». «Τι κάνεις;» ερωτώσιν αμφότεροι. «Τα βλέπετε», απαντά εν μανία και απέρχεται ο πολιός Μπέης. Αι λακωνικαί αύται λέξεις εδήλουν μυρίους όσους διαλογισμούς και σκοπούς κρυφίους, οίτινες συλλήβδην εγένοντο τω Κωνσταντίνω και Γεωργίω το σύνθημα της ταχίστης δολοφονίας του Καποδιστρίου, ήν και εξετέλεσαν πράγματι την επαύριον 27 Σεπτεμβρίου. Ο Κωνσταντίνος και ο Γεώργιος διετέλουν υπό αστυνομικήν επιτήρησιν, αλλά διά προσπεποιημένης υποταγής είχον κατορθώσει να καταστήσωσιν, από μακρού, λίαν ελαφράν την φρούρησιν αυτών· επρομηθεύθησαν δε και όπλα υπό τους οφθαλμούς αυτούς του επόπτου αυτών Καραγιάννη. Πολλάκις δε ήδη είχον ενεδρεύσει εν τη οδώ τον Κυβερνήτην· αλλά δεν ετόλμησαν το τόλμημα. Νυν όμως απήτουν τα εν Μάνη νόμιμα να μη αναβληθή επί πλέον η εκδίκησις.


Το παλάτιον του Κυβερνήτου εν Ναυπλίω

Τα κατά την δολοφονίαν του Κυβερνήτου ουτωσίν εκτίθησιν επακριβώς ο Γερμανός ιστορικός της νεωτέρας Ελλάδος Κάρολος Μένδελσον Βαλθόλδυς, ού πολλαχού ήδη εμνημονεύσαμεν:

«Η 27 Σεπτεμβρίου ην Κυριακή· η πρωία ην λαμπρά και αίθριος. Τη 6η ώρα καταλιπών το δωμάτιον, εν ώ από μιας ήδη ώρας ειργάζετο, απήλθεν εις τον μικρόν του αγίου Σπυρίδωνος ναόν, όπως ακούση την λειτουργίαν. Συνώδευον δ' αυτόν ο είς μόνον πιστός μονόχειρ απόμαχος ο Κοκώνης και ο στρατιώτης Λέοντας. Καθ' οδόν συνήντησαν αυτώ ο Κωνσταντίνος και ο Γεώργιος Μαυρομιχάλαι, εχαιρέτισαν αυτόν και σπεύσαντες προεπορεύθησαν αυτού εις τον ναόν. Έστησαν δ' ούτως ένθεν και ένθεν της στενής θύρας, ώστε οι εισερχόμενοι εις τον ναόν ώφειλον να διέρχωνται μεταξύ αυτών. Είχον ενδυθή λαμπρώς, ως οι επί εορτή κοσμούμενοι. Αντικρύ δ' αυτών επί του αντιθέτου της οδού μέρους ίσταντο οι αστυνομικοί υπάλληλοι οι την τήρησιν των υπόπτων επιτετραμμένοι, ο Ιωάννης Καραγιάννης και ο Α. Γεώργης.

Και τούτο δηλοί την απελπιστικήν της κυβερνήσεως θέσιν: ότι ηναγκάσθη να εμπιστευθή την εκτέλεσιν των αυτής μέτρων υπαλλήλοις, οίτινες διαπραττομένου εγκλήματος κατά του αρχηγού του Κράτους, παρίσταντο αδρανείς εν αδιαφορία και μάλιστα συμπράττοντες. Αμφότεροι ήσαν μεμυημένοι τα των δολοφόνων σχέδια. Ο Καραγιάννης, ο ασυγγνώστω των αρχών αμελεία διατελών από τεσσαράκοντα ημερών επιτηρητής των Μαυρομιχαλών, γενόμενος επί τέλους συνωμότης αυτών, απεφάσισε να συντείνη όση δύναμις εις τον «φόνον του τυράννου». Έξ μόλις ημέρας προ της απαισίου εκείνης Κυριακής είχε μάθει η αστυνομία την προ μηνός γενομένην αγοράν των πιστολίων. Τοιαύτην αμέλειαν υπό την αυστηράν του Γιαννετά διοίκησιν ηδύνατό τις να φαντασθή. Προς τον Καποδίστριαν είχον ανακοινώσει ο αστυνόμος Ναυπλίου (83) και ο Άγγλος Δώκινς, ότι η ζωή αυτού εκινδύνευεν. Αλλ' εκείνος απέκρουσε τας θετικάς και ευλόγους αυτών παραστάσεις, απαντήσας αυτοίς διά θρησκευτικού αξιώματος: «Η Θεία Πρόνοια αγρυπνεί επί του Κυβερνήτου της Ελλάδος. Θα σεβασθώσι τας λευκάς μου τρίχας» (84). Οποία δαιμόνιος πεποίθησις. Έγκλημα σχεδόν φαίνεται ενώπιον των αιματηρών της Μάνης εκδικητών η της θείας Προνοίας επίκλησις. Ο Καποδίστριας εγίνωσκε τους Μανιάτας και της Μάνης τα έθιμα. Τούτου δ' ένεκα είπε βραδύτερον ο λαός: «Ήθελε ν' αποθάνη.

Συνεκλονήθη πως ο κόμης, ότε είδε τους Μαυρομιχαλέους ισταμένους προ της θύρας του ναού και η της προτεραίας νουθεσία επήλθεν αυτώ φοβερά. Επί βραχύ εδίστασεν· ανέβλεψε δε προς την οικίαν του επί των στρατιωτικών υπουργού Ροδίου και η της σωτηρίας ελπίς διέλαμψεν εν τη ψυχή αυτού· αλλ' αποβαλών αθύμως τον δειλόν στοχασμόν μετά μικράν ανάπαυλαν προεχώρησε και ανέβη τας προ της θύρας του ναού ολίγας βαθμίδας (85). Τότ' εξάγουσιν οι φονείς τας διπλάς σφαίρας εχούσας αυτών πιστόλας, σκοπεύουσι κατά του κυβερνήτου και πυροβολούσιν. Η σφαίρα του προδότου Καραγιάννη αποτυχούσα του σκοπού εισδύεται εις την αριστεράν της θύρας παραστάδα (86)· αλλ' ο Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης επιτυγχάνει τον κόμιτα όπισθεν κατά κεφαλήν· κλονούμενον δε τον Καποδίστριαν δις διά μαχαίρας πλήττει κατά την κοιλίαν ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης και αμέσως το θύμα κλίνει νεκρόν, άφωνον. Ο Κοκώνης υπεδέξατο τον πίπτοντα Κυβερνήτην επί του αποκεκομμένου αυτού βραχίονος, όν είχεν αποβάλει πολεμών προς τους Αιγυπτίους και αποθείς τον νεκρόν χαμαί ετράπη προς καταδίωξιν των φονέων. Και επυροβόλησε μεν κατά του Κωνσταντίνου, αλλ' ακροθιγώς μόνον ήψατο αυτού η σφαίρα, ο δε φονεύς ανορθωθείς ηγωνίσθη να διεκφύγη. Αλλά νυν επέρχεται αγρία σκηνή προ του ναού, όστις ην έτι πλήρης προσευχομένων. Περί το πτώμα του Κυβερνήτου συναγείρονται φίλοι και γυναίκες παροτρύνοντες εις εκδίκησιν. Ο τραυματισθείς Κωνσταντίνος εν πολλή αγωνία συρόμενος περαιτέρω καταδιώκεται υπό του καταρωμένου πλήθους, μέχρις ού ο στρατηγός Φωτομάρας πυροβολήσας από του παραθύρου της αυτού οικίας ρίπτει αυτόν χαμαί. — Υβρίζων και καταρώμενος ο εκμανής λαός σύρει κατά γης τήδε κακείσε τον θανασίμως τετρωμένον· λακτίζει αυτόν και προπηλακίζει· πείσμων δ' εκείνος και θρασύς μέχρι τέλους ικετεύει μόνον τους συναγηγερμένους να φονεύσωσιν αυτόν ταχέως: «Μη με λερώνετε βρε παιδιά. Μωρέ δεν ευρίσκεται κανένα παλληκάρι να με φονέψη με μια πιστολιά;» Ο άγριος φονεύς ουδόλως έχρηζε να ικετεύση μακρότερον περί της αυτού απαλλαγής· η ιλαστήριος σφαίρα εύρεν αυτόν και επέρανε το μαρτύριον αυτού. Αλλά και κατ' αυτού του αψύχου πτώματος αυτού ετράπη η λύσσα του λαού, όστις σύρας αυτόν εις την πλατείαν της πλατάνου κατέρριψε βλασφημών και υβρίζων εις την θάλασσαν από των τειχών του κάτω φρουρίου. Ούτω δε η αμερικανική δικαιοσύνη του ελληνικού λαού (Λύντσιος νόμος) ετιμώρησε τον έτερον των φονέων του Καποδιστρίου.

Κατά τον πρώτον νωπόν της πράξεως θόρυβον, κατά την πρώτην προ του ναού φοβεράν σκηνήν, ηδύνατο ίσως ο άλλος της πράξεως αυτουργός Γεώργιος Μαυρομιχάλης να διεκφύγη ευκόλως μετά του Καραγιάννη διά της εγγύς πύλης του Ναυπλίου.

Εν Μάνη ην ελεύθερος. Τουναντίον όμως κατέφυγε διά της μεγάλης αγοράς εις την οικίαν του Έλληνος αξιωματικού Βαλλιάνου, εν ή εφάνη διατεθειμένος να πωλήση την ζωήν αυτού όσον το δυνατόν ακριβώτερον. Ότε όμως προσώρμησε το θορυβώδες πλήθος μετέβαλε σχέδιον και αναρριχηθείς εις χθαμαλόν τινα τοίχον κατεπήδησεν εις τον κήπον του κυρίου Ρουάν και μόλις αναπνέων εφώνησεν: «Ο τύραννος δεν ζη πλέον. Έπεσεν από τας χείρας τας ιδικάς μου και τον θείου μου. Να με ασφαλίσετε» Παρέδωκε το αυτού όπλον προς τον συνταγματάρχην Πελλιόν και ενόμισεν ότι εξησφαλίσθη. Περί την εσπέραν όμως αυτόπται εμαρτύρησαν ότι ο φονεύς Γεώργιος Μαυρομιχάλης είχε κρυβή εν τη οικία του Γάλλου πρεσβευτού· ευθύς δε πλήθος λαού λυσσών περιεκύκλωσε το μέγαρον της πρεσβείας απαιτούν διά κραυγών εκδίκησιν. Εν τω θορύβω επεφάνη ο φρούραρχος Αλμέιδας και εζήτησε την παράδοσιν του κακούργου, εν ονόματι της προσκαίρου τριανδρίας, ήν περί την μεσημβρίαν της αυτής ημέρας είχε συστήσει η Γερουσία εκ του Αυγουστίνου Καποδιστρίου, του Κολοκοτρώνη και του Κωλέττη προς διοίκησιν των κοινών. Έδειξε προς τον Ρουάν το υπό τα παράθυρα αυτού συνηθροισμένον πλήθος και παρετήρησεν αυτώ ότι, εάν αρνηθή, έμελλε ν' αποβή αδύνατος η χαλίνωσις της μανίας του λαού (87). Παρέστησε τότε προς τον Μπετζαδέν (88) Γεώργιον, ότι προύκειτο περί τακτικής αυτού δίκης, ήτις έμελλε να γείνη υπό τα όμματα πάσης της Ευρώπης, και ότι ήθελεν είναι πολύ ασφαλέστερος εν ταις χερσί των δημοσίων αρχών ή εντός οικίας πολιορκουμένης υπό λυσσώδους πλήθους. Και διεμαρτυρήθη μεν εκείνος ζωηρότατα· αλλ' απεφάσισε τέλος ν' απέλθη, κατιδών ότι αυτή η προς προστασίαν αυτού καλή διάθεσις ουδόλως είχε την προς τούτο δύναμιν. Παρεκάλεσεν όμως όπως συνοδεύση αυτόν Γάλλος τις αξιωματικός· ο δε Ζεράρ και ο Ρουάν έπεισαν τον συνταγματάρχην Πελλιόν ίνα εκπληρώση το φιλάνθρωπον εκείνο καθήκον. Ούτω δε στηριζόμενος επί του βραχίονος του Πελλιόν διήλθεν ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης τον απειλητικόν και ένοπλον όμιλον.

Η συκοφαντία κατηγόρησε βραδύτερον τους Γάλλους ως συνενόχους του κακουργήματος, πρόφασιν ίσως λαβούσα την πράξιν του Πελλιόν· τουναντίον όμως, εύκαιρον είναι να αναμνήσωμεν οπόσον συμφέρον είχεν η Γαλλία να παραδοθή ο Μπεϊζαδές εις τακτικάς δικαστικάς αρχάς και να κριθή δικαστικώς. Νέα τις πράξις αμερικανικής δικαιοσύνης (Λύντσιος νόμος)» προ της φλιάς του αντιπρεσβευτού γενομένη ήθελε παράσχει ευρύ στάδιον εις τας μάλλον παρακεκινδυνευμένας υποθέσεις επί της τοσούτον συγκεχυμένης ταύτης υποθέσεως και ήθελε γείνει αφορμή σχολίων λίαν δυσαρέστων τη Γαλλία. Καθότι η αγανάκτησις του λαού είχε τοσούτον κορυφωθή, ώστε ούτος υλάκτει κατά γράμμα ζητών εκδίκησιν (89). «Ή σκοτώνετε τον γονέα και πιάνετε τους συμβούλους, ει δε μη θα κάνωμεν εκδίκησιν μοναχοί μας!» Ο Κολοκοτρώνης αναφέρει, ότι η κυβέρνησις ηναγκάσθη εκ των διαθέσεων τούτων του πλήθους να συστήση στρατοδικείον.

Ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης μετηνέχθη κατ' αρχάς εις το φρούριον Μπούρτζι, είτα δε εις την ειρκτήν του Ιτζ-Καλέ. Ότε ηγγέλθη αυτώ ότι έμελλε να παραπεμφθή ενώπιον στρατοδικείου, αντέστη αρνούμενος ναναγνωρίση την αρμοδιότητα τοιούτου εξαιρετικού δικαστηρίου. Είχεν, είπε, βαθμόν στρατηγού των ατάκτων του ελληνικού στρατού και ην μέλος της εθνικής συνελεύσεως, ήτις υφίστατο έτι νομίμως. Υπεδείκνυε δε ούτως ότι μόνη η εθνική συνέλευσις είχε δικαίωμα να δικάση αυτόν. Σαθρά βεβαίως ην η βάσις της εκ της γερουσίας πηγασάσης εκείνης διαδικασίας. Κατά την στιγμήν όμως εκείνην εμπαθούς ερεθισμού, καθ' ήν ήρχιζεν η δίκη και «η Ελλάς ολόκληρος πενθηφορούσα εζήτει δικαιοσύνην», κατά την έκφρασιν του Στούρτζα, ουδόλως ην δυνατόν να προσδοκά τις ότι ήθελε κατισχύσει ήρεμός τις και αμερόληπτος των πραγμάτων εκτίμησις. Μετά βιαίαν προανάκρισιν, καθ' ήν δεν επετράπη τω κατηγορουμένω μηδέ να συγκοινωνήση καν άνευ μαρτύρων προς τον δικηγόρον αυτού, τον Άγγλον φιλέλληνα Μάσσον, εκήρυξεν εαυτό αρμόδιον το υπό της γερουσίας συσταθέν στρατοδικείον, καίτοι ο Μάσσον σφοδρότατα και ευφυώς προσέβαλε την αρμοδιότητα ταύτην, και κατεδίκασε τους κατηγορουμένους Γεώργιον Μαυρομιχάλην και I. Καραγιάννην εις τον διά τουφεκισμού θάνατον, τον δε συνένοχον Α. Γεώργην εις δεκαετή δεσμά. Ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης μάλιστα κατεδικάσθη και εις την των πατροκτόνων ποινήν, την αποκοπήν δηλαδή της χειρός, ήν εχάρισεν όμως αυτώ ο αδελφός «του υψηλοτάτου θύματος»». Ο υπερασπιστής Μάσσον επεκαλέσατο υπέρ του πελάτου αυτού την δικαιοδοσίαν της εθνικής συνελεύσεως και εκήρυξεν ευπαρρησιάστως ότι πάσα καταδίκη του Γεωργίου υφ' οιουδήποτε άλλου δικαστηρίου ήθελεν είναι πολιτική δολοφονία. Ήχησε δε τούτο τόσω προσβλητικώς εις τα ώτα των ευαισθήτων δικαστών, ώστε ο γέρων Φωτομάρας ο πυροβολήσας κατά του Κωνσταντίνου και παριστάμενος νυν ως πρόεδρος του δικαστηρίου ανεκάλεσε τον Άγγλον εις την τάξιν. Ίδιον αναθεωρητικόν δικαστήριον προς τον σκοπόν τούτον κατασταθέν επεκύρωσεν απλώς την πρωτόδικον απόφασιν· απεκρούσθη δε η περί ακυρότητος ένστασις, ήν υπέβαλεν ο Μάσσον κατά της επικυρωτέας αποφάσεως. Η εκτέλεσις της ποινής του Καραγιάννη προτείναντος νανακαλύψη σπουδαία ανεστάλη· μετά δ' έξ μήνας επέτυχεν ούτος ναπολυθή εντελώς.

Η καταδίκη έμελλε να εκτελεσθή τη πρωία της 10 Οκτωβρίου επί των οχυρωμάτων του φρουρίου. Ο γηραιός Πετρόμπεης έβλεπεν από της ειρκτής αυτού το θλιβερόν θέαμα. Ο υιός αυτού απέτεινε προς αυτόν τρις τον έσχατον αποχαιρετισμόν, είτα δε προυχώρησεν ο εξημμένος νέος σφριγών και πλήρης ακμής. Η χάρις αυτού και η ανθούσα σωματική δύναμις είχον ανέκαθεν προσελκύσει προς αυτόν τας καρδίας των συμπολιτών αυτού. Ουδείς οφθαλμός έμεινεν άδακρυς, ότε προβάς στερρώ τω βήματι έστη προ των επιτετραμμένων την εκτέλεσιν στρατιωτών και απέσπασε το περί τους οφθαλμούς αυτού δέμα, όπως θεωρήση έτι την πόλιν, την θάλασσαν, τα πάτρια βουνά και αναπνεύση τον καθαρόν της πατρίδος αέρα. Ανέκραξε τότε προς τους παρισταμένους οιονεί κληροδοσίαν καταλείπων αυτοίς τους εξής σημαντικούς λόγους: — «Αδέλφια! ομόνοια, αγάπη»· και διέταξεν ο ίδιος: «πυρ!» δι' εντόνου φωνής. Αι πρώται βολαί επέτυχον και ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης έπεσε χαμαί νεκρός.

Θα ημάρτανε βεβαίως ο ιστορικός κατά του ηθικού νόμου, ει επεζήτει μεγαλορρήμονας φράσεις, όπως περικαλλύνη την πολιτικήν δολοφονίαν αναμιμνησκόμενος τον Αρμόδιον και Αριστογείτονα. Η δολοφονία είναι πάντοτε αποτρόπαιος, καίτοι ενίοτε η ηθική κατάστασις του φονέως δικαιολογεί επιεικεστέραν τινά κρίσιν. Οι εν ταις επαρχίαις οπαδοί του Κυβερνήτου απέμειναν ενεοί εκ της φρίκης. Ο Κολοκοτρώνης, όστις εφ' ολόκληρον εσπέραν ετήρησε μυστικήν την φοβεράν είδησιν εν Τριπόλει, λέγει: «Την αυγήν, όπου το έμαθαν οι πολίται της Τριπολιτζάς, έμειναν νεκροί· άφησαν τα εργαστήριά των, ταις δουλιαίς τους και επερπατούσαν εις τους δρόμους ωσάν τρελλοί», και ότι παρακληθείς υπό των προυχόντων της Τριπόλεως ηναγκάσθη να λαλήση μίαν όλην ώραν εις τους κατοίκους συνιστών αυτοίς ησυχίαν και τάξιν εν τη κρισίμω ώρα. Και εν Ναυπλίω ωσαύτως, όπου οδυνώμενος, προϋπήντησεν αυτώ ο λαός, λέγει ο Γέρος ότι παρήγγειλεν: «ησυχίαν!» Εκεί δεν έλειπαν βεβαίως μεταξύ των εκθύμων οπαδών του Κυβερνήτου και φανατικοί, οίτινες ευχαρίστως εξεμεταλλεύοντο το γενόμενον έγκλημα υπέρ των φατριαστικών αυτών σκοπών και οσφαινόμενοι τακτικήν και αποτελεματικήν συνωμοσίαν επέρριπτον τας σκοτεινοτάτας των υπονοιών κατ' ανδρών, οίοι ο Μαυροκορδάτος και ο Κωλέττης, και κατ' αυτών έτι των αντιπρέσβεων των δυτικών Δυνάμεων. Η αγρία δολοφονία του Μαυρομιχάλη πρέπει εν πρώτοις, να θεωρηθή ως έργον της αιματηράς εκείνης εκδικήσεως, ήτις εν Μάνη στενώτατα συνδέεται προς την φύσιν της χώρας και των ανθρώπων. Όπου η ζωή ομοιάζει προς διαρκή πόλεμον, άτοποι βεβαίως είναι αι ήρεμοι έννοιαι περί αγαθής αστικής συμπεριφοράς και αστυνομικής καλής διαγωγής. Το μέτρον του ευρωπαϊκού πολιτισμού δεν εφαρμόζεται εν τη Μάνη. Δυνατόν ίσως εν τη αρχαία Ελληνική ιστορία να ευρεθή ανάλογόν τι προς τον φόνον του Κυβερνήτου συμβάν· δυνατόν ν' αναμνησθή τις του Νάβιδος και του Ιππάρχου.

Απαιτείται όμως μεγίστη κοσμοπολιτική σύγχυσις κρίσεως, όπως προβή τις εις παραλληλισμόν του Μαυρομιχάλη προς τον Σανδ (90) και παραβάλη την γοργήν εκείνου πράξιν προς την βραδείαν ενέργειαν του αγαθού τούτου, αλλά νοσηρού και εξημμένου Γερμανού, όν είχεν υποτάξει η γόησσα πνευματική δύναμις του Καρόλου Φολλενίου (91). Ο Γεώργιος και ο Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλαι απείδον εις το όνειδος και την πτώσιν της οικογενείας αυτών, εις τα δεσμά του αυτών γενάρχου και απηλλάγησαν του οικογενειακού αυτών εχθρού άνευ πολλής σκέψεως διά τολμήματος, ούτινος το νόμιμον ήκιστα πρότερον ανελογίσαντο, ως γνήσια της φύσεως τέκνα. Δεν πρέπει τις όμως ένεκα τούτου ν' απογυμνώση την πράξιν του πολιτικού αυτής χαρακτήρος, όστις πρόδηλος κατεφάνη εν τη δίκη και κατά τας τελευταίας στιγμάς του Γεωργίου Μαυρομιχάλη.


Π. Μπουντούρης

Διπλωματικαί εκθέσεις μικρόν προ του φόνου του Κυβερνήτου γραφείσαι βεβαιούσι ρητώς ότι το πάθος, όπερ εκ της κτηνώδους επεμβάσεως της Ρωσίας εις τας εσωτερικάς της Ελλάδος έριδας και της εν Πόρω καταστροφής και της αναγκαίας πατριωτικής πράξεως του Μιαούλη εξηκολούθει έτι βιαίως συνταράσσον τας ψυχάς των Ελλήνων, επλήρου και έτρεφεν αυτάς δι' απαισίων σχεδίων. Το πάθος δι' ού ο Βέρνε (92) υποδεικνύει το πολιτικόν εμπύρευμα κατά την περίστασιν ταύτην, είναι αναντιρρήτως ζωηροτάτη απήχησις του ληκυθείου κόμπου της Νέας Γερμανίας. «Οι Έλληνες, λέγει, ηλευθερώθησαν του τυράννου αυτών Καποδιστρίου κατά γνησίως αρχαίον τρόπον ουχί δι' ημερίδων και ανάνδρου περί ελευθεριών φλυαρίας, αλλά διά ξίφους. Αυτή είναι αληθής, πλαστική ελευθερία· ουχί η ημετέρα, η εν εικόνι μόνον, η ρωμαντική· ουχί δολοφονία, αλλ' έντιμος μάχη. Βαθυτάτην πάντοτε ησθανόμην εν τη ψυχή μου αντιπάθειαν βλέπων τον πανούργον εκείνον διαπεπονηρευμένον και εν τη σχολή του δεσποτισμού γεγηρακότα πολιτικόν ηγούμενον λαού ζήσαντος και θανόντος υπέρ ελευθερίας μόνον και πίστεως. Ούτω δε και εκυβέρνησεν· ουδέν άλλο ην η κυβέρνησις αυτού ή αδιάκοπος παιδοκτονία, διαρκής απόπειρα δηλητηριασμού της ελευθερίας. Απηγόρευσε τανώτερα διδακτήρια τα υπερβαίνοντα τον κύκλον της αριθμήσεως και γραφής· την ελευθεροτυπίαν εξέσπασε πρόρριζον και επέβαλε λαώ παίδων και αυτήν της αρθρώσεως την λογοκρισίαν. Αναμφίβολος βεβαίως είνε η επίδρασις πολιτικού εμπορεύματος υπό την προ της εκκλησίας του αγίου Σπυρίδωνος καταστροφήν. Συνέπεσεν ίνα ο του οίκου των Μαυμιχαλών εχθρός φανή αυτοίς συγχρόνως και ως τύραννος της πατρίδος. Ην δε δυνατόν ίνα ούτοι παρίδωσιν ότι ο Κυβερνήτης εν τω εκρωσιαστικώ αυτού ζήλω έθηκε Ρώσους αξιωματικούς εφ' εκάστου πλοίου, ότι εταπείνωσε τον ελεύθερον της Ελλάδος στόλον εις όργανον των ανατολικών του Τσάρου σχεδίων, αυτά δηλαδή εκείνα τα αγανάκτησιν προξενούντα γεγονότα, άτινα παρώρμησαν τον ατρόμητον του Μιαούλη πατριωτισμόν εις το εν Πόρω ολοκαύτωμα; Ούτω δε συνεπλέχθησαν εις άλυτον δεσμόν το ψυχολογικόν αίτιον της αιματηράς εκδικήσεως και ο πολιτικός παράγων. Και αν δ' έτι σπινθήρ τις μόνος ευγνωμοσύνης παρέμενεν εν ταις καρδίαις αυτών από των χρόνων εκείνων, ούς ο Καποδίστριας παρέσχεν ευεργεσίας είς τινα μέλη της μαυρομιχαλικής οικογενείας, ήθελεν αναγκαίως σβεσθή, άμα προκειμένης εκλογής μεταξύ του προσωπικού φίλου και του εχθρού της Ελλάδος.

Και μείζον, όστις αντί της αυτού πάτρας
φίλον νομίζει, τούτον ουδαμού λέγω.

Καθότι αναντίρρητον ήτο, ότι εν τη αγρία και αχαλινώτω φύσει των Μανιατών έβοσκεν ο μέγας και σφοδρός υπέρ της ελληνικής πατρίδος ενθουσιασμός, όστις είνε τοσούτον περιφανές και πλήρες ελπίδων χαρακτηριστικόν των σημερινών Ελλήνων. Ενώ δε ουδείς υπήρχε μεταξύ των ευγενεστέρων και μεμορφωμένων Ελλήνων ο μη καταδικάζων το μέσον, ουδείς υπήρχεν επίσης ο μη ελπίζων, ότι η κακή και απόβλητος πράξις ήθελεν αποφέρει κρείττονας καρπούς. Παρά τη αντιπολιτεύσει υπεχώρησε προς στιγμήν ενώπιον σοβαρών και γενικών πατριωτικών σκέψεων το μίσος, όπερ είχεν ομόσει αύτη κατά του Κυβερνήτου. Και αυτή η φατριαστική εφημερίς «ο Απόλλων», ώκτειρε την πράξιν εκ γενικής ανθρωπίνης επόψεως, δηλώσασα όμως, ότι πολύ απείχε του να καταδικάση αυτήν εκ πολιτικών λόγων. «Ως άνθρωποι, έγραψε, πενθούμεν μόνον και θρηνούμεν επί τοιαύτη τραγική καταστροφή· ως πολίται όμως σκεπτόμεθα άλλως». Τοιαύται υπήρξαν και αι διαθέσεις των χηρών του Μεσολογγίου αίτινες, πενθούσαι τέως, απέβαλον τα μελανά ενδύματα, ως παρελθόντος του επί τη πατρίδι πένθους. Οι μαθηταί του εν Αιγίνη Γυμνασίου εώρτασαν την πράξιν των Μανιατών, και έψαλαν το παλαιόν άσμα του Αρμοδίου και Αριστογείτονος. Και ο ποιητής δε Αλέξανδρος Σούτσος ανέμνησε τους χρόνους των Πεισιστρατιδών, και επανηγύρισεν ένθους τον νέον φονέα:

«Μιμητής του Αρμοδίου, και Αριστογείτων νέος,
Σκέπασε, Μαυρομιχάλη το σπαθί σου, με μυρσίνη.
Τον προδότην της πατρίδος χτύπα, . . κτύπα και γενναίως
Πέθανε καθώς εκείνοι.»

Προς την τοιαύτην, άμετρον πολλάκις εκδήλωσιν της επί τω «τέλει του τυράννου» αγαλλιάσεως συνεδέοντο χιμαιρικαί περί του μέλλοντος ελπίδες. Ενομίσθη εν γοητευτική πλάνη, ότι διά του αίματος του Κυβερνήτου είχε διαλυθή και εξαλειφθή πάσα έχθρα, και ότι μόνον το πρόσωπον του Κόμητος παρεκώλυσε την συνδιαλλαγήν των κομμάτων. Πρώτον όμως έπρεπε να χαρώσιν οι άνθρωποι, αν επήρχετο απλώς και μόνον ασφάλεια προσώπων και κτήσεων. Οι αντιπρέσβεις διετήρησαν εν Ναυπλίω την δημόσιον τάξιν και ησυχίαν, διατάξαντες να καταληφθώσι τα Φρούρια υπό ναυτικού στρατού των συμμάχων στόλων. Εν τω μεταξύ δε η Γερουσία, συγκειμένη εξ 27 Γερουσιαστών οπαδών του Κυβερνήτου, αντέγραψε και εξετέλεσε τολμηρώς και ταχέως τάδε: Διά κήρυκος απηγορεύθη τοις πολίταις να εξέλθωσιν εντός τριών ωρών των οικιών αυτών. Πριν ή δε παρέλθη η προθεσμία, συνήλθεν η Γερουσία και διώρισε περί την μεσημβρίαν τη 27 Σεπτεμβρίου προσωρινήν κυβερνητικήν επιτροπήν, συγκειμένην εκ του κόμητος Αυγουστίνου Καποδιστρίου, ως προέδρου, του Θεοδ. Κολοκοτρώνη και του Ιωάννου Κωλέττη κατά το υπ' αριθ. 258 (27 Σεπτεμβρίου 1831) έγγραφον αυτής έχον ώδε:

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ

Η Γερουσία της Ελλάδος.

Επειδή, κατά δυστυχίαν της πατρίδος, ο Κυβερνήτης της Ελλάδος Ιωάννης Α. Καποδίστριας δεν υπάρχει ήδη.

Επειδή η Γερουσία, ως σώμα κυβερνητικόν, χρεωστεί να λάβη πρόνοιαν χωρίς μικράς αναβολής περί της κοινής ασφαλείας και ησυχίας και περί της αντικαταστάσεως κυβερνητικής αρχής.

Έχουσα υπ' όψιν τον παρ. § ΙΓ' του υπ' αριθ. Β' ψηφίσματος της εν Άργει Δ' εθνικής συνελεύσεως, εις έκτακτον συνεδρίασιν παρόντων και των Γραμματέων της Κυβερνήσεως.

Ψηφίζει

Α'. Μία τριμελής επιτροπή θέλει αναλάβει τα χρέη της κυβερνήσεως προσωρινώς υπό το όνομα Διοικητική επιτροπή.

Β'. Μέλη αυτής της επιτροπής διορίζονται οι κύριοι Αυγουστίνος Α. Καποδίστριας, Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και Ιωάννης Κωλέττης.

Γ'. Ο κύριος Αυγουστίνος Α. Καποδίστριας ονομάζεται πρόεδρος αυτής της επιτροπής.

Δ'. Η Γερουσία δι' επίτηδες διορισθείσης επιτροπής θέλει καταγίνει εις την ταχείαν σύνταξιν των καθηκόντων αυτής. Εν τοσούτω η διοικητική επιτροπή αναλαμβάνει ευθύς τα υψηλά χρέη της, και καταγίνεται εις την ησυχίαν και ασφάλειαν της Επικρατείας, και εις την ταχειαν συγκάλεσιν της Εθνικής συνελεύσεως.

Εν Ναυπλίω, 27 Σεπτεμβρίου 1831.

Ο Πρόεδρος      Ο Γραμματεύς

Δημ. Τζαμαδός      Γ. Αναγνωστάκης.

Η επιτροπή αύτη ανέλαβε την διατήρησιν της δημοσίου ησυχίας και την περί προσεχούς συγκλήσεως Εθνικής συνελεύσεως μέριμναν. Η Γερουσία τη αυτή ημέρα εξέδωκε προς τους Έλληνας προκήρυξιν, εν ή ένθεν μεν εδήλου εν βαθυτάτη λύπη και μετά δακρύων το φοβερόν και απροσδόκητον γεγονός: τον φόνον του Κυβερνήτου, ένθεν δε ήγγειλε τον διορισμόν της τριμελούς διοικητικής επιτροπείας. Ομοίαν δε σχεδόν προκήρυξιν εξέδωκεν η Γερουσία προς τους επιτρόπους και διοικητάς και νομάρχας και τη επαύριον (28 Σεπτεμβρίου) προς τα δικαστήρια· μετά δε δύο ημέρας (30 Σεπτεμβρίου) εξέδωκεν άλλην η τριανδρία προς τους Έλληνας. Επεφυλάξατο δε η Γερουσία να ορίση άνευ αναβολής τα λοιπά έργα και καθήκοντα της τριανδρίας ταύτης.

Τον Καποδίστριαν δολοφονηθέντα προ της θύρας του ναού του Αγίου Σπυρίδωνος μετήγαγον εις το κυβερνητικόν μέγαρον, ένθα ταριχεύσαντες (93) τον νεκρόν ετέλεσαν την νεκρώσιμον αυτού ακολουθίαν εν τω ναώ του Αγίου Γεωργίου· μετά την νεκρώσιμον ακολουθίαν ο επίσκοπος Ανδρούσης Ιωσήφ εξεφώνησε τον δε τον λόγον:

«Το σώμα αυτού εν ειρήνη ετάφη, και το όνομα αυτού ζη εις γενεάς» [Σειράχ, Κεφ. μδ'|.

«Και ήτον άρα γε της θείας προνοίας εξυμνητόν αποτέλεσμα, υπόθεσιν της ομιλίας μου να έχω σήμερον τον αείμνηστον Κυβερνήτην μας; Ήτον άρα προωρισμένον, εγώ οπού πέρυσιν εις την πάμφωτον εορτήν του εγκωμίασα τα υψηλά του προτερήματα, να γένω σήμερον νεκρολόγος της φρικτής δολοφονίας του; Νεκρολόγος εις ένα πλήθος ακροατών, εις του οποίου να βλέπω την κατήφειαν των προσώπων, την συστολήν των καρδιών, την αθυμίαν των ψυχών, και τα καρδιοστάλακτα δάκρυα χεόμενα κρουνηδόν από τους οφθαλμούς των διά την υστέρησιν του πατρός της πατρίδος και του θερμουργού Κυβερνήτου μας;

«Αχ! ποίος βάσκανος οφθαλμός μας εφθόνησε; Ποίος ολύμπιος κεραυνός επεβουλεύθη την υψίκομόν μας κυπάρισσον; Ποία λαίλαψ; Ποία ακατάσχετος καταιγίς; Ποία τρομερά κύματα κατερρόφησαν την σωτήριον ολκάδα μας;

«Άγγελοι ουράνιοι, οίτινες παρίστασθε αοράτως εις όλας τας κοινωφελείς πράξεις του, και εχειροκροτούσατε υπό της χαράς βλέποντες τον μεγαλοφυέστατον τούτον άνδρα χύνοντα νύκτα και ημέραν αμφιλαφείς ιδρώτας, μη φειδόμενον κόπων, αποδιώκοντα τον ύπνον, λησμονούντα την τράπεζαν, διά να πραγματοποιήση όλα εκείνα τα αναγκαία εις το να φέρη την Ελλάδα μας εις τον αρχαίον βαθμόν της δόξης της, να την ανυψώση εις τον κολοφώνα της ευτυχίας της, και ν' αποκαταστήση όλους τους Έλληνας να συγκαταλεγώσι με τας μεγάλας οικογένειας των φωτισμένων εθνών! Σεις, Σεις άυλα πνεύματα, ζωγραφίσατε εις την φαντασίαν μας, και ανυψώσατέ μας εις την θεωρίαν του μεγάλου τούτου ανδρός.

«Ευαγέστατοι οίκοι, άγιαι εκκλησίαι, φρικτά και σεπτά θυσιαστήρια του Τρισυποστάτου Θεού. Σεις, Σεις αφ' ού μελανοφορέσητε, κηρύξατε τον διακαέστατον ζήλον οπού είχεν εις την ευσέβειαν ο αοίδιμος ούτος· κηρύξατε την βαθυτάτην του ευλάβειαν, την μετά φόβου και τρόμου εις τας ιεράς ακολουθίας παράστασίν του, την παντελή υποταγήν του εις τας αναλλοιώτους αρχάς της αμωμήτου ημών πίστεως οπού εφύλαττε, και κηρύξαντες, κλαύσατε, επειδή και εχάσατε τον Κοσμήτορά σας.

«Εμφρονέστατοι, και μεγαλεπήβολοι υπουργοί των Ευρωπαϊκών δυνάμεων, φανερώσατε τους μεγάλους στοχασμούς του ανδρός τούτου, τας κοινωφελείς και εμβριθείς ιδέας του, της πολιτικής του την μεγαλοφυά μεγαλοπρέπειαν, της οικονομίας του την στάθμην, και κλαύσατε διά την παράωρον υστέρησιν του συναδελφού σας. Κραταιότατοι, και θεοστήρικτοι βασιλείς της Ευρώπης! δεν θέλετε ιδεί πλέον εις τα σοφά και μεγαλονοήμονα συμβούλιά σας τον Καποδίστριαν παριστάμενον, δεν υπάρχει πλέον εις την γην· χείρες χριστιανικοί, χείρες ελληνικαί έχυσαν το αίμα του το πολύτιμον.

«Αχ φθόνε, φθόνε! Αχ πάθη μιαρά και αλλόκοτα! εκείνο οπού εμελετούσατε, κατωρθώσατε· εκείνο οπού επιθυμούσατε, είδατε· εκείνο όπου εδιψούσατε, απηλαύσατε· εσβύσατε το φως πολλών τυφλών, συνετρίψατε την βακτηρίαν πολλών χωλών, εξερριζώσατε το πολύφυλλον δένδρον, υπό την σκιάν του οποίου επαρηγορούντο τόσοι και τόσοι τετραυματισμένοι και δυστυχείς· ω ματαιότης του κόσμου! ω απιστία της εποχής μας! αλλ' εκείνος ο μακαρίτης διά τον χριστιανισμόν του, διά τας αρετάς του, διά τον ειλικρινή πατριωτισμόν του, διά την άδικον χύσιν του αίματός του, ανταλλαξάμενος τα επίγεια, ανέβη εις τους ουρανούς, και ίσταται έμπροσθεν του θρόνου του αρνίου ενδεδυμένος την στολήν οπού την ελεύκανε με το αίμα του μαρτυρίου του.

«Αλλ', ω καλέ και χριστιανικώτατε άνερ! ω καύχημα του γένους! άφες, άφες κατά την εντολήν του θεανθρώπου Σωτήρος σου, τοις φονευταίς σου την συγχώρησιν. Έμπνευσον εις τους Έλληνας την ομόνοιαν και αγάπην· δος αυτοίς και τας ολοϋστερινάς συμβουλάς σου· ακούσατε, ω τέκνα μου Έλληνες! μη λυπήσθε πλέον δι' εμέ· εγώ αν έπαθον, έπαθον δι' υμάς· έπαθον καθώς και οι περισσότεροι ευεργέται της πατρίδος έπαθον· σεις λοιπόν αγαπάτε αλλήλους, μακράν από το μέσον σας ο φθόνος, η μισαδελφία, η δοξομανία, μακράν όλα τα άγρια πάθη όσα διακόπτουσι της προς αλλήλους αγάπης τον σύνδεσμον· μη φέρεσθε αναίσθητοι εις τας συμφοράς του έθνους, έχετε υπακοήν εις τους νόμους, αφοσιωθήτε ολοκλήρως εις την Κυβέρνησίν σας, ενθυμηθήτε ότι η διχόνοια και τα τυφλά πάθη απέδειξαν πτώματα ελεεινά τους προπάτορας ημών, και έπεσαν εις την τρομεράν αιχμαλωσίαν· ω Παντάναξ βασιλεύ! ω Θεέ του ελέους και των οικτιρμών! ελέησον το πλάσμα σου· κήδου της Ελλάδος, και διατήρησον αυτήν ασινή και αλώβητον.