Κύριε,
«Ανάρμοστον εις την περίστασιν ταύτην το να επέμβω εις την ανάπτυξιν παρελθόντων πραγμάτων, όλοι γνωρίζομεν πώς αυτά διέτρεξαν· περιορίζομαι λοιπόν, κινούμενος από πατριωτισμόν και από ιδιαιτέραν υπόληψιν, την οποίαν πάντοτε εφύλαττον προς τον εαυτόν σας, να σας ειπώ μόνον περί των τωρινών.
«Ο Κυβερνήτης της Ελλάδος δεν είναι πλέον εις τον κόσμον (αξιοθρήνητος κατ' αλήθειαν η στέρησίς του). Έχων αξιότητα έξοχον και αυτός ήτον εκείνος, όστις ηδύνατο να ανακαλέση την ησυχίαν, αλλ' ως είπον, εξέλειπεν. Αν επιμείνωμεν να διατηρήσωμεν την επικρατούσαν διαίρεσιν, κατ' εμήν ιδέαν, αλλοίμονον και εις ημάς και εις την πατρίδα.
«Πολύ εξαρτάται από τον εαυτόν σας, κύριε Κολοκοτρώνη, το να ενεργήσητε να ενωθή το έθνος δι' ενός εντίμου συμβιβασμού, διά να διαφυλάττη την αυτονομίαν του, και να στερεωθή, υπό πατρικήν κυβέρνησιν.
«Καιρός δεν είναι ούτε να μας φοβερίσητε, ούτε να σας φοβερίσωμεν· καιρός είναι να προλάβωμεν τον εμφύλιον πόλεμον, ο οποίος θα ετοιμάση την καταστροφήν μας. Συγχωρήσατέ μου το θάρρος και δεχθήτε την βεβαίωσιν της υπολήψεώς μου, μεθ' ής υποσημειούμαι.
1831 Οκτωβρίου 5 εξ Ύδρας.
Εις τας προσταγάς σας
Ανδρέας Ζαΐμης.
Αλλά και του Ζαΐμη η μετριότης απέβη ματαία. Τα κόμματα εμαίνοντο κατ' αλλήλων. Επικειμένης δε της συνόδου της εθνοσυνελεύσεως εκατέρα των πολιτικών φατριών ηγωνίζετο όπως έχη την πλειονοψηφίαν· πολύν χρόνον κατέτριψαν ερίζοντες περί αποδοχής ή μη εν τη συνελεύσει των εν Ύδρα συνελθόντων πληρεξουσίων.
Αμοιβαίαι συκοφαντίαι διεδίδοντο περί των αθεμίτων σκοπών εκατέρας των φατριών. Και η μεν τριανδρία ήθελε το Άργος ως τόπον της συνόδου της Εθνοσυνελεύσεως, οι δ' αντιπολιτευόμενοι απέκρουον αυτό ως όν υποχείριον τη κυβερνήσει· αγών μέγας ήρξατο περί του τρόπου της εξελέγξεως των εκλογών, άλλων άλλα βουλομένων και προτεινόντων. Επί τέλους υπερίσχυσεν η τριανδρία και συνέστη εξελεγκτική επιτροπεία εκ Γερουσιαστών, ήτις απέκλεισε τους Υδραίους πληρεξουσίους, οίς ουδέ την εμφάνισιν καν επέτρεψεν εν τη συνελεύσει· αποπειραθέντας δε ναποβιβασθώσιν εις τους Μύλους του Ναυπλίου ηνάγκασε, διά της βίας, να επιβιβασθώσιν αύθις εις τα πλοία· οι δε Μανιάται πληρεξούσιοι οι μη έχοντες διαβατήρια συνελήφθησαν και απεκλείσθησαν. Ούτως οι συμπολιτευόμενοι εφαίνοντο κατά πάντα ισχυρότεροι και η τριανδρία παντοδύναμος. Αλλά την φαινομενικήν ταύτην παντοδυναμίαν επέπρωτο να διαλύση εντός μικρού ο έτερος αυτής παράγων, ο Ιωάννης Κωλέττης, όστις καθ' όν χρόνον ο Αυγουστίνος κατεδίωκε πάντα αντιπολιτευόμενον, συμπράττοντος και του Κολοκοτρώνη, αυτός απεδοκίμαζε μεν τας πράξεις ταύτας, αλλ' υπείκεν εξ ανάγκης τη πλειονοψηφία των δύο άλλων της τριανδρίας μελών. Ούτω πράττων ο Κωλέττης, έτυχε της επιδοκιμασίας των αντιπρέσβεων Γαλλίας και Αγγλίας, έπειτα δε κατώρθωσε να συναθροίση περί εαυτόν πολλούς πληρεξουσίους επιδοκιμάζοντας τα πολιτικά αυτού φρονήματα και αποδοκιμάζοντας τα του Αυγουστίνου και Κολοκοτρώνη. Εκ των συνελθόντων 236 πληρεξουσίων, 146 ήσαν Καποδιστριακοί και 90 αντιπολιτευόμενοι, εξ ών οι της δυτικής Ελλάδος ήθελον την ανατροπήν της τριανδρίας πολεμούντες, προ πάντων, τον Αυγουστίνον και τους υπερμάχους εν γένει του πολιτικού συστήματος του Καποδιστρίου. Πρώτη δ' αφορμή εγένοντο οι ένοπλοι ακόλουθοι των της δυτικής Ελλάδος πληρεξουσίων, ών έκαστος ητήσατο υπέρ των εαυτού παρά της κυβερνήσεως τα της συντηρήσεως· προς δε τούτοις απήτουν οι οπλιτάρχαι ούτοι πληρεξούσιοι τους καθυστερουμένους αυτών μισθούς και άλλοι άλλας αποζημιώσεις, οι μεν δικαίας, οι δε παραλόγους.
Και ο μεν Αυγουστίνος μετά του Κολοκοτρώνη διαρρήδην απέκρουον πάντα τα αιτήματα αυτών, ο δε Κωλέττης ενεφανίσθη θερμότατος υπερασπιστής αυτών. Ούτω δε ενεργών επεσπάσατο πάντας τους οπλιτάρχας πληρεξουσίους της δυτικής Ελλάδος και τους οπλίτας αυτών ανερχομένους σύμπαντας περί τους 800, και εσχημάτισε ισχυράν και επικίνδυνον αντιπολίτευσιν κατά των Καποδιστριακών. Η αντιπολίτευσις αύτη επιτηδείως ανέλαβεν υπό την προστασίαν αυτής πάντα οπωσδήποτε αντιπολιτευόμενον τη τριανδρία μεν κατά το φαινόμενον, πράγματι δε τοις περί τον Αυγουστίνον και Κολοκοτρώνην, μάλιστα δε τους καταδιωκομένους Υδραίους πληρεξουσίους· εκ τούτου δ' ωνομάσθησαν ούτοι ως υπερασπισταί των «συνταγματικών», «συνταγματικοί πληρεξούσιοι». Επειδή δε η εξελεγκτική επιτροπεία της συνελεύσεως απέρριψε την αίτησιν αυτών υπέρ των Υδραίων, ούτοι συνήλθον τη 18 Νοεμβρίου 1831 και συνυπέγραψαν δήλωσιν, εν ή υπισχνούντο «την νόμιμον και πατριωτικήν κατά της κυβερνήσεως αντίστασιν», ειλικρινή σύμπραξιν, συγκρότησιν εξελεγκτικής επιτροπείας εξ αυτής της συνελεύσεως ειλημμένης και φρουράς εκ τε των εκτός του Ισθμού και εντός αυτού Ελλήνων ως και επί της εν Τροιζήνι συνελεύσεως και συνταγματικόν πολίτευμα, καθ' ό έμελλον να ρυθμισθώσι τα της πολιτείας, εκλογών, δικαιωμάτων των αγωνισαμένων και των πολιτών εν γένει, κλήρου, εκκλησίας, αποζημιώσεων, αμοιβών, διανομής εθνικών γαιών, εκλογής ηγεμόνος, ιδρύσεως προσκαίρου κυβερνήσεως μέχρι της αναρρήσεως του εκλεχθησομένον ηγεμόνος. Εν τέλει δ' εδηλούτο, ότι πας ός αν μεταβάλει γνώμην, έσται άτιμος και στηλιτευμού άξιος.
Τούτων γενομένων προ της ενάρξεως της συνελεύσεως υπό του Κωλέττη, ο Αυγουστίνος και ο Κολοκοτρώνης κατενόησαν οποία τις έμελλε να η η αντιπολίτευσις αύτη εν τη Εθνοσυνελεύσει· διό και πριν ή αύτη καταστή φοβερωτέρα, επέσπευδον την, ως τάχιστα, έναρξιν αυτής, ήν προυκήρυξαν διά την 5 Δεκεμβρίου 1831 διά τοιχοκολλήσεων.
Οι αντιπολιτευόμενοι όμως απέσπασαν την προκήρυξιν και παντοίας ύβρεις εξετόξευσαν κατά του Αυγουστίνου, ως θέλοντος να υποδυθή πρόσωπον τυράννου, και ότι καλόν θα ήτο να ανεχώρει εγκαίρως διά την Κέρκυραν. Αλλ' η προσωρινή κατοχή της υπάτης αρχής, το παράδειγμα του αδελφού αυτού και αι εισηγήσεις των Ρώσων είχον τοσούτον ήδη μεθύσει τον κόμητα Αυγουστίνον, ώστε σπουδαίως εσκέπτετο να καταστήση διά πραξικοπήματος διαρκή την αρχήν αυτού, και να κατορθώση όπως εκλεγή ισόβιος Κυβερνήτης της Ελλάδος. Ότε δε φανερόν αυτώ εγένετο, ότι οι Ρουμελιώται ούτε δι' απειλών, ούτε διά σαγηνευτικών υποσχέσεων, ούτε διά χρημάτων επείθοντο να συνταχθώσιν αυτώ, αλλ' ότι ητοιμάζοντο τουναντίον εις ένοπλον αντίστασιν, ήνοιγον πολεμίστρας εις τους τοίχους των οικιών, και παρεσκεύαζον αντισυνέλευσιν, διέταξε να στηθώσι τηλεβόλα, να κατασκευασθώσιν οχυρώματα, περί το κατάστημα της Συνελεύσεως και να γείνη έναρξις αυτής. Επί τούτω δε οι Καποδιστριακοί πληρεξούσιοι κατά την ορισθείσαν (5 Δεκεμβρίου) ημέραν, 146 τον αριθμόν, τη πρωία μετέβησαν εις τον ναόν της Παναγίας, έδωκαν τον νενομισμένον όρκον· περί δε την μεσημβρίαν υπό συνοδίαν πεζών τε και λογχοφόρων ιππέων, ών ηγείτο ένοπλος ο Κολοκοτρώνης επ' ώμου φέρων το πυροβόλον και πάνοπλος και περιστοιχιζόμενος υπό εκατοντάδος οπλιτών, ως ουραγός δ' είπετο ο στρατηγός Τσαβέλλας πολλών και αυτός ηγούμενος στρατιωτών, μετέβησαν εις το σχολείον του Άργους, εν ώ έμελλε να συνεδριάζη η Εθνοσυνέλευσις, ού τα πέριξ κατέλαβον, εξέλεξαν πρόεδρον τον Δ. Τσαμαδόν, αντιπρόεδρον δε τον Λάμπρον Νάκον (98).
Μετά δύο ημέρας (7 Δεκεμβρίου) ο Αυγουστίνος εκήρυξε την έναρξιν της Εθνοσυλεύσεως και ανέγνω επίσημον λόγον προς τους πληρεξουσίους ειπών: «Τα πένθιμα σημεία, τα οποία φορείτε όλοι, τα κατηφή πρόσωπά σας και οι ατενίζοντες εις το ιερόν τούτο της Πατρίδος βήμα οφθαλμοί σας αποδεικνύουν, ότι επιθυμείτε να ίδητε το πρόσωπον και να ακούσητε την φωνήν εκείνου, όστις σας συνεκάλεσεν εις συνέλευσιν, του Κυβερνήτου λέγομεν, της Ελλάδος. Δεν είνε πλέον εις τον κόσμον. Αντ' αυτού δε τι βλέπετε; Τρία άτομα, την σκιάν μόλις παρασταίνοντα του αειμνήστου εκείνου. Αλλά θαρσείτε· επί της σκιάς ταύτης ίσταται η πάνσεπτος εικών του Σωτήρος Χριστού. Εις αυτόν αναβλέψατε». Είτα δε ωμίλησε περί του εαυτού διορισμού: της «κυβερνητικής εκείνης σκιάς», περί των νομίμως υπό της νομίμου γερουσίας πεπραγμένων, περί των ευχαριστηρίων αναφορών του λαού, δι' ών επεδοκιμάζοντο τα γεγενημένα υπό τε της Γερουσίας και αυτού, περί προόδου της χώρας και ησυχίας, περί δικαιοσύνης, γεωργίας, περί αυξήσεως των αιγών και προβάτων και βοών, περί διανομής γαιών, περί δημοσίας πίστεως, περί ομονοίας και ευημερίας, περί ευαρέστου καταστάσεως του στρατού, περί σχολείων κτλ.
Είτα κατέκρινε τους μη ακολουθούντας τη πολιτική της Ρωσίας, ήτις εκθύμως υπεστήριζε την πολιτικήν των οπαδών του Καποδιστρίου, ειπών: «Το σέβας και η ευγνωμοσύνη, τα οποία χρεωστεί η Ελλάς προς την Ρωσίαν, παραλόγως παρεγνωρίσθησαν. Τούτο μαθών ο αυτοκράτωρ ελυπήθη· δικαίως. Αλλ' όμως η μεγαλειότης του διεκήρυξεν ότι δεν αναγνωρίζει ως Έλληνας τους όσοι δεν ευλαβήθησαν να χύσουν ρωσικόν αίμα. Το τόλμημα, εις το οποίον οι εν Ύδρα υπέπεσαν, ουδαμώς πορεί του λοιπού να μεταβάλει την μέριμναν, την οποίαν η Α. Μ. ευαρεστείται να αφιεροί εις σωτηρίαν της Ελλάδος». Ταύτα ειπών κατέθεσεν αμέσως δι' εαυτόν και διά τον Κολοκοτρώνην εξουσίαν, ήν έδωκεν αυτοίς η Γερουσία.
Η Εθνοσυνέλευση αποδεξαμένη την παραίτησιν αυτών εξέφρασε τη 15 Δεκεμβρίου, δι' εγγράφου του προέδρου αυτής Τσαμαδού προς τον Κολοκοτρώνην την ευγνωμοσύνην αυτής επί τη φιλοπατρία, ήν επεδείξατο διά της αποχωρήσεως και επί τω νοήμονι ζήλω και δεξιότητι, ήν ανέπτυξεν ως μέλος της τριανδρίας. Αλλ' επειδή ο Κωλέττης ηρνείτο να παραιτηθή την εξουσίαν, η συνέλευσις έπαυσεν αυτόν τε και τον Κολοκοτρώνην και διώρισε τον Αυγουστίνον Προεστώτα της Ελλάδος.
Εκατόν τεσσαράκοντα και έξ πληρεξούσιοι υπέγραψαν δήλωσιν, δι' ής ανετίθετο τω Αυγουστίνω η κυβέρνησις της Ελλάδος, μέχρις ού το σύνταγμα ήθελε καθορίσει τα όρια της εκτελεστικής εξουσίας. Την τοιαύτην δε δήλωσιν ετοιχοκόλλησαν ανά την πόλιν. Οι αντιπολιτευόμενοι όμως απεκώλυσαν την τοιχοκόλλησιν των κυβερνητικών προκηρύξεων, δι' ών ηγγέλλετο ο διορισμός του Αυγουστίνου. Οι συμπολιτευόμενοι επέμενον. Τότε επήλθε συμπλοκή Ρουμελιωτών στρατιωτών και των του Τσαβέλλα. Οι κάτοικοι διεσκορπίσθησαν εις Ναύπλιον, Κόρινθον και Τρίπολιν· η Εθνοσυνέλευσις απέδρα εις Ναύπλιον, ένθα συμβούλιον εγένετο παρά τω Αυγουστίνω του Κολοκοτρώνη, Τσαβέλλα, Ροδίου και Ρίκορδ, εν ώ απεφασίσθη να προσβληθώσιν οι εν Άργει αντιπολιτευόμενοι πριν ή έλθωσι και οι Υδραίοι και οι Μανιάται. Και πράγματι τη επαύριον, 9 Δεκεμβρίου, οι κυβερνητικοί στρατοί προσέβαλον υπό τον Ρώσον Ρογκώφ άγοντα τέσσαρα τηλεβόλα τους Ρουμελιώτας· ουδέν δ' όμως δυνηθέντες να πράξωσι κατ' αυτών ελαφυραγώγησαν την αγοράν της πόλεως και οικίας. Ευτυχώς ο Στράτφορδ Κάννιγκ πρεσβευτής της Αγγλίας παρά τη Πύλη διερχόμενος διά Ναυπλίου εις Κωνσταντινούπολιν, προκειμένου περί των ορίων της Ελλάδος, παρενέβη. Αλλά και η παρέμβασις αυτού ούτως ουδόλως ωφέλησε· διότι ο Αυγουστίνος πιστεύων ότι η κυβέρνησις αυτού ην ισχυρά συνέστησε Στρατοδικείον υπό τον οπλιτάρχην Ιωάννην Ράγκον, όπως τουφεκίσωσιν όσους αν Ρουμελιώτας αιχμαλωτίσωσι τα κυβερνητικά στρατεύματα· περιεκύκλωσαν οι κυβερνητικοί στρατοί τους Ρουμελιώτας εν ταις σκηναίς αυτών όπως αναγκάσωσιν εις παράδοσιν· προσέβαλον αίφνης αυτούς, ενώ ο Τσουρτς διεπραγματεύετο αποσταλείς υπό του Κάννιγγος περί συνδιαλλαγής μετά του Κωλέττη.
Οι Ρουμελιώται, γενομένης ανακωχής, απεχώρησαν εις Κόρινθον και Μέγαρα συμπαρακολουθούντων και 60 αντιπολιτευομένων πληρεξουσίων· εστρατοπέδευσαν δ' εν Περαχώρα (αρχαία Περαία) επί της ομωνύμου και εις τον Κορινθιακόν κόλπον εισεχούσης χερσονήσου της καταληγούσης εις το ακρωτήριον ο Άγιος Νικόλαος διώρισαν κυβερνητικήν επιτροπείαν εκ του Κωλέττη και των απόντων Ζαΐμη και Κουντουριώτου και ήρξαντο στρατολογούντες ίνα εκστρατεύσωσι κατά της κυβερνήσεως του Αυγουστίνου Καποδιστρίου. Ούτος δε, εν τούτω, διά προκηρύξεως της 10 Ιανουαρίου 1832 εκήρυξε τους γερουσιαστάς Ι. Κωλέττην, Τάτσην Μαγγίναν, Ζ. Γρηγοράκην και Πανούτσον Νοταράν ενόχους εσχάτης προδοσίας, οίτινες, ει μη προσήρχοντο εντός 12 ημερών, όπως δικασθώσιν υπό τακτικού δικαστηρίου έμελλον να στερηθώσι των πολιτικών αυτών δικαιωμάτων και αποκηρυχθώσιν ως άτιμοι και λησταί. Αλλ' οι αντιπολιτευόμενοι αντεκήρυξαν ότι συνέστη αντικυβέρνησις, ως πολιτικόν πρόγραμμα έχουσα το σύνταγμα, ούτινος θερμοί οπαδοί ήσαν συν τοις άλλοις ο Κώστας και Νότης Μπότσαρης, ο Τσόγχας, Κριεζώτης, Θεόδωρος Γρίβας, οι Υδραίοι και άλλοι νησιώται και οι Μανιάται. Οι τε συμπολιτευόμενοι και αντιπολιτευόμενοι ήσαν λίαν εξημμένοι· μάτην εγένετο απόπειρά τις συμβιβασμού ενεργεία του Στράτφορδ Κάννιγγ, προς ό συνήλθον εν Λουτρακίω, αρχομένου Ιανουαρίου 1832 εκ μεν των συμπολιτευομένων ο Πλαπούτας, Νικήτας, Παπαδόπουλος και οι δύο Γιατράκαι, εκ δε των αντιπολιτευομένων ο Κ. Μπότσαρης, ο Δυοβουνιώτης, ο Μαγγίνας, ο Ζέρβας και ο Βαλτινός. Οι της αντιπολιτεύσεως πληρεξούσιοι δι' εγγράφου υπογεγραμμένου υπό του προέδρου αυτών Κ. Νοταρά, δυσπιστούντες εκ των προτέρων, είχον μεμφθή τοις εκ Ναυπλίου απεσταλμένοις επί ελλείψει συνδιαλλακτικού πνεύματος, κατηγορούντες αυτών ότι ήθελον να γεννήσωσι διχόνοιαν και διάστασιν. Απήτησαν δε, όπως οι πληρεξούσιοι πάντες, φιλονεικούμενοι και μη, εκλέξωσιν ευθύς μετά την συνέλευσιν αυτών πενταμελή ή επταμελή εξ αυτοχθόνων διοικητικήν επιτροπήν, ήτις να κυβερνήση μέχρι της αποφάσεως νομίμως συγκροτηθείσης Εθνοσυνελεύσεως. Εν τη απαιτήσει ταύτη περιείχετο σιωπηρώς η υπό του κόμητος Αυγουστίνου παραίτησις της εξουσίας. Ούτω δε οι συνελθόντες απεσταλμένοι διελύθησαν άπρακτοι, εξ ού εγεννήθη κατ' ολίγον ο εμφύλιος πόλεμος. Επειδή δε οι Ρουμελιώται ητοιμάζοντο να εισβάλωσιν εις Πελοπόννησον, η Κυβέρνησις ανέθηκε τω Κολοκοτρώνη (4 Ιανουαρίου 1832) ίνα στρατολογήση 4.000 ευζώνων εν Πελοποννήσω και αποτελέση δέκα τάγματα, ορίσασα μηνιαίον μισθόν 1000 φοινίκων τω αρχιστρατήγω Κολοκοτρώνη και αναλόγους χορηγίας τοις υπασπισταίς αυτού και γραμματεύσιν. Ο Κωλέττης διεμαρτυρήθη επισήμως δι' εγγράφου απευθυνομένου προς τους διοικητάς των στόλων κατά της εκλογής του κόμητος Αυγουστίνου ως Κυβερνήτου· ο δε ναύαρχος Ρίκορδ έκρινεν, ότι το κάλλιστον ήτο να επιστραφή το έγγραφον εκείνο, ένεκα της θρασύτητος του περιεχομένου αυτού, προς τους αντάρτας, «οίτινες κατεδείκνυον και κατά το νέον έτος οποίαν και κατά το παλαιόν ιταμότητα». Οι αντικυβερνητικοί, ουδαμώς απελπίσαντες, συνελθόντες εν Μεγάροις ανεκοίνωσαν τη 12 Ιανουαρίου 1832 προς τους αντιπρέσβεις των Δυνάμεων και τους ναυάρχους την σύστασιν της αντικυβερνήσεως και της αντισυνελεύσεως. Ενώ δ' εκατέρα των κυβερνήσεων της Ελλάδος ητοιμάζετο προς καταστροφήν της άλλης και ο εμφύλιος πόλεμος ην επί θύραις, κατέφθασε, Φεβρουαρίου λήγοντος, το της εν Αγγλία συνόδου πρωτόκολλον (26]7 Ιανουαρίου 1832), δι' ού οι αντιπρέσβεις των τριών Δυνάμεων ηναγκάσθησαν να υποστηρίξωσι τον Αυγουστίνον. Συνεβούλευσαν όμως συγχρόνως αυτόν να κηρύξη αμνηστίαν υπέρ των αντιπολιτευομένων, πλην των συνενόχων «του φόνου του Κυβερνήτου».
Ο Αυγουστίνος υπακούσας εξήρεσε της αμνηστίας τους συνενόχους του φόνου του αδελφού Καποδιστρίου και πάντας τους οπωσδήποτε κατηγορηθέντας ενώπιον των δικαστηρίων ή καταδικασθέντας, εξέδωκε διαταγάς προς τους υπαλλήλους του Κράτους ίνα μη δέχωνται υδραϊκά πλοία, μηδέ χορηγώσιν αυτοίς ναυτιλιακά έγγραφα, τα δε υπάρχοντα ν' αφαιρώσιν. Εντεύθεν ου μόνον ειρήνη δεν επήλθε μεταξύ των Ελλήνων και προ πάντων των αντιπολιτευομένων Υδραίων και της αντικυβερνήσεως και των οπαδών αυτής και του Αυγουστίνου, αλλά τουναντίον χάσμα μέγα διηνεώγη. Και οι μεν δημογέροντες της Ύδρας Κουντουριώτης, Βουδούρης, Βούλγαρης και Κριεζής απέστειλαν (21 Φεβρουαρίου 1832) προς τους ναυάρχους έγγραφον, εν ώ ελέγοντο τάδε:
«Μετά βαθυτάτης λύπης ανακοινούμεν υμίν έγγραφον, ότι η υμετέρα απόφασις ου μόνον δεν επέτυχε του παρ' υμών σκοπουμένου, αλλά και παρήγαγε δυστυχώς αντίθετα όλως αποτελέσματα. Η εν Ναυπλίω παράνομος εξουσία ερμηνεύσασα την απόφασιν υμών κατά τας επιθυμίας της, απεθρασύνθη και μη βλέπουσα ενεργόν τινα δύναμιν δυναμένην να χαλινώση τας ολεθρίας αυτής προθέσεις εξέδωκε διαταγάς προς τους υπαλλήλους αυτής, όπως μη δέχωνται πλέον υδραϊκά πλοία, αφαιρώσι δ' αυτών τα έγγραφα, ώστε να καταστραφή το εμπόριον της ημετέρας νήσου. Αι οσημέραι αύξουσαι ανάγκαι κατοίκων πεινώντων και στερουμένων των ειρηνικών αυτών πόρων επιβάλλουσιν ημίν το καθήκον, κύριοι ναύαρχοι, να ανακοινώσωμεν υμίν, ότι, αν δεν επιτρέψητε εις την ημετέραν νήσον να εκπέμψη τα πολεμικά της πλοία, όπως περιστείλη τας εχθρικάς ενεργείας της εν Ναυπλίω εξουσίας και προστατεύση το εμπόριον του Υδραϊκού λαού ή δεν ενεργήσητε εν τη υμετέρα φρονήσει, όπως καταστώσι σεβαστά τα παρά της ημετέρας κοινότητος εκδιδόμενα ναυτιλιακά έγγραφα, ουδεμίαν παρέχομεν ασφάλειαν, ότι δεν θέλουσι συμβή δυστυχήματα, άτινα ούτε να παρακωλύσωμεν, ούτε να προλάβωμεν δυνάμεθα. Ελπίζομεν ότι ημείς, ναύαρχοι της υψηλής συμμαχίας, οίτινες απαύστως μεριμνάτε περί του αγαθού της Ελλάδος, δεν θέλετε ανεχθή επί πλέον την διαγωγήν της εν Ναυπλίω εξουσίας, διαγωγήν στερούσαν τον Υδραϊκόν λαόν των μέσων της υπάρξεώς του και συνταράττουσαν το εμπόριον και την ναυτιλίαν και ότι η υμετέρα φρόνησις θέλει εξαλείψει πάσαν αφορμήν μελλόντων δυσαρέστων αποτελεσμάτων».
Ο δε Κωλέττης εκ Μεγάρων ως επίμετρον της αγανακτήσεως των αντιπρέσβεων εδημοσίευσε την προκλητικήν τήν δε προκήρυξιν προς τους Έλληνας:
Έλληνες!
«Έξ χιλιάδας επιλέκτους στρατιώτας μετρεί σήμερον η εθνική σας κυβέρνησις· εντός ολίγων ημερών θέλει μετρεί δέκα, και όλοι με μίαν ψυχήν και με έν φρόνημα κινούνται διά να καταργήσουν την βίαν και να ενθρονίσουν τους νόμους.
«Ο Αυγουστίνος Καποδίστριας, ως παραβιαστής των νόμων, άρπαξ της υπερτάτης αρχής και πρωταίτιος του εκραγέντος εμφυλίου πολέμου, κατέστη μόνος του υπόδικος. Οι νόμιμοι πληρεξούσιοι του έθνους μετά το υπ' αριθ. 19 β' ψήφισμα τον παραδίδουν εις τα ανήκοντα δικαστήρια, και την ηρπαγμένην του αρχήν προσκαλούν τους Έλληνας παντού να την αποκρούσουν.
«Όστις των υπαλλήλων του Κράτους μετά την δημοσίευσιν της παρούσης εξακολουθεί οποιανδήποτε σχέσιν μετά της εν Ναυπλίω καταχθονίου φατρίας, και δεν φροντίση να αντικρούση την ηρπαγμένην αρχήν του Αυγουστίνου, υπόκειται εις ευθύνην.
Έλληνες!
«Το φρόνημά σας μη το πνίγετε πλέον· οι αστυνόμοι της παρανομίας και οι κατάσκοποι του σκότους δεν έχουν πλέον ύπαρξιν.-Εν ολίγοις μας έχετε εις το μέσον σας. Το οικοδόμημα της φατρίας του Ναυπλίου εδανείσθη την ύλην από τον δόλον, από το ψεύδος και από την πλάνην. Ογλήγορα πίπτει και συντρίβεται. Το ψεύδος έμπροσθεν της αληθείας διαλύεται ως η χιών έμπροσθεν του ηλίου»!
Την μέλλουσαν εμφύλιον στάσιν λαβόντες προ οφθαλμών οι αντιπρέσβεις τη 16 Φεβρουαρίου, συνεβούλευσαν τω Αυγουστίνω διά κοινής διακοινώσεως επιείκειαν, μετριοπάθειαν και αμεροληψίαν.
Ούτως εχουσών των φατριών εν Ελλάδι, το εν Λονδίνω συνέδριον των διπλωματών έσπευσε να ρυθμίση ως τάχιστα τα των Ελλήνων, όπως μη ο εμφύλιος πόλεμος κατερημώση την μόλις αναγεννηθείσαν Ελλάδα, ήν η δολοφονία του Καποδιστρίου ενέρριψεν εις την αναρχίαν, εξ ής προήλθεν η διετής εκείνη περίπου χαώδης της Ελλάδος κατάστασις. Σύμφωνος προς την διπλωματίαν ήτο και η γνώμη των Ελλήνων, οίτινες μη ιδόντες τους πόθους αυτών πληρουμένους μετά τον του Κυβερνήτου φόνον, ησθάνθησαν την ανάγκην συνεκτικού τινος βραχίονος, στιβαράς τινος χειρός, την ανάγκην Βασιλέως, όστις, εκ ξένου έθνους λαμβανόμενος και ουδεμίαν διαφοράν ή εύνοιαν προς τούτον ή εκείνον έχων, να διοικήση την αποκαταστάσαν ελευθέραν Ελλάδα, και να προαγάγη αυτήν εις την σταδιοδρομίαν του πολιτισμού και της ευημερίας, κατά τας αρχάς της μεγάλης εκείνης κοινωνικής μεταβολής, ήτις καλείται Γαλλική Επανάστασις. Ο ήδη και πρότερον, ως είπομεν, κληθείς Πρίγκηψ Λεοπόλδος του Σαξ-Κοβούργου (διάγγελμα της 23 Ιουλίου 1830 προς τας προστάτιδας Δυνάμεις διά της Γερουσίας, και πρωτόκολλον της 22)3 Φεβρουαρίου 1830), ως «ηγεμών κυρίαρχος της Ελλάδος», επεθυμών, ως είπομεν, όσον το δυνατόν, μεγαλειτέρας εδαφικάς υπέρ της Ελλάδος παραχωρήσεις και μεγαλειτέρας εγγυήσεις, υποβαλών εκ Κλαρμοντίου πέντε αιτήσεις προς τας προστάτιδας Δυνάμεις και μη γενομένας δεκτάς, ηναγκάσθη εκ Μάλβουργ-Χάους να γράψη εις απάντησιν του Πρωτοκόλλου της 8 Φεβρουαρίου, τη 3)15 Μαΐου 1830, ότι άνευ των υποδεικνυομένων τροποποιήσεων ηδυνάτει να λάβη το στέμμα της Ελλάδος· επειδή δε αι ευεργέτιδες Δυνάμεις προς το έγγραφον τούτο του πρίγκηπος αντέταξαν, ότι ή τε Τουρκία και η Ελλάς απεδέξαντο τους όρους του Πρωτοκόλλου της 22)3 Φεβρουαρίου 1830, ο Λεοπόλδος ηναγκάσθη πλέον να απευθύνη αυτοίς εν μακρώ εγγράφω χρονολογουμένω από 9)21 Μαΐου του αυτού έτους την από του θρόνου της Ελλάδος παραίτησιν αυτού. Εντεύθεν δε αποτυχόντος του σχεδίου της βασιλείας του Λεοπόλδου, αι Δυνάμεις εσκέπτοντο περί νέου μνηστήρος του Στέμματος της Ελλάδος. Περί πολλών ηγεμόνων εγένετο λόγος, ών οι μεν ερωτηθέντες απέκρουσαν το Ελληνικόν στέμμα, οι δε εδίσταζον: ο Αιμίλιος της Έσσης-Δαρμστάτης, ο Γουλιέλμος και Φρειδερίκος της Πρωσσίας, οίτινες ηρνήθησαν· ως και ο δουξ της Ρεϊχστάτης· ο δε Παύλος της Βυρτεμβέργης και ο Φρειδερίκος της Ολλανδίας ηβούλοντο μεν, δεν είχον δε πλειονοψηφίαν υπέρ εαυτών. Επίσης υποψήφιοι ήσαν και οι Γάλλοι Ορλεανίδαι. Τέλος μετά πολλάς διαπραγματεύσεις εξελέγη διά Πρωτοκόλλου των τριών ευεργετίδων Δυνάμεων προτάσει της Γαλλίας ο Όθων, δευτερότοκος υιός του βασιλέως της Βαυαρίας Λουδοβίκου. Το Πρωτόκολλον τούτο υπεγράφη εν Λονδίνω τη 1)13 Φεβρουαρίου 1832 μεταξύ των ευεργετίδων Δυνάμεων εν ώ ελέγετο ότι υποδεικνύουσι: «την Α. Β. Υ. τον πρίγκηπα της Βαυαρίας Όθωνα, δευτερότοκον υιόν της Α. Μ. του βασιλέως της Βαυαρίας, πρίγκηπα όστις εν ταις παρούσαις περιστάσεσι φαίνεται συνενών τας επιθυμητάς ιδιότητας υπέρ πάντα άλλον υποψήφιον». Η εκλογή αύτη επεκυρώθη υπό των αντιπροσώπων του Ελληνικού έθνους, διά συνθήκης δε μεταξύ Βαυαρίας και των τριών προστατίδων Δυνάμεων συναφθείσα υπό ημερομηνίαν 25)7 Μαΐου του 1832, ήτις δύναται να θεωρηθή ως το θεμέλιον της εν Ευρώπη διεθνούς θέσεως της Ελλάδος, εκανόνισε λεπτομερώς τα του Ελληνικού στέμματος. Η συνθήκη αύτη είχεν ως εξής:
Φρειδερίκος Γουλιέλμος της Πρωσσίας
ΣΥΝΘΗΚΗ ΠΕΡΙ ΕΛΛΑΔΟΣ
μεταξύ Γαλλίας, Αγγλίας, Ρωσίας και Βαυαρίας,
συνομολογηθείσα εν Λονδίνω τη 25 Απριλίου
(7 Μαΐου) 1832.
Αι αυλαί της Γαλλίας, της Μεγάλης Βρεττανίας και της Ρωσίας ενεργούσαι δυνάμει της υπό του Ελληνικού έθνους ανατεθείσης Αυταίς εξουσίας να εκλέξωσι τον ηγεμόνα της Ελλάδος, κράτους ήδη ανεξαρτήτου, και επιθυμούσαι να χορηγήσωσιν εις τον τόπον τούτον νέον δείγμα των ευνοϊκών αυτών διαθέσεων, διά της εκλογής πρίγκηπος εκ βασιλείου οίκου, ού η συμμαχία θέλει ουσιωδώς ωφελήσει την Ελλάδα, και όστις εκτήσατο ήδη δικαιώματα εις την αγάπην και ευγνωμοσύνην αυτής, απεφάσισαν να προσφέρωσι το στέμμα του νέου Ελληνικού Κράτους εις τον πρίγκηπα Φρειδερίκον Όθωνα της Βαυαρίας, δευτερότοκον υιόν της Α. Μ. του βασιλέως της Βαυαρίας.
Αφ' ετέρου, η Α. Μ. ο βασιλεύς της Βαυαρίας, ενεργών υπό ιδιότητα επιτρόπου του ρηθέντος πρίγκηπος Όθωνος, διαρκούσης της ανηλικιότητος αυτού, συμμεριζόμενος την πρόθεσιν των τριών Αυλών, και εκτιμών τους λόγους, δι' ούς αι ψήφοι αυτών έπεσαν επί Πρίγκηπα του οίκου αυτού, απεφάσισε να δεχθή το Ελληνικόν στέμμα υπέρ του δευτεροτόκου υιού αυτού, του πρίγκηπος Φρειδερίκου Όθωνος της Βαυαρίας.
Τούτου ένεκα, και διά να συμφωνήσωσι περί των υπό ταύτης της αποδοχής υπαγορευομένων μέτρων, η Α. Μ. ο βασιλεύς της Βαυαρίας, αφ' ενός, και αι ΑΑ. ΜΜ. ο βασιλεύς της Γαλλίας, ο βασιλεύς του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρεττανίας και Ιρλανδίας, και ο αυτοκράτωρ πασών των Ρωσιών αφ' ετέρου διώρισαν πληρεξουσίους αυτών.
Η Α. Μ. ο βασιλεύς της Βαυαρίας τον κ. Αύγουστον Βαρώνον Κεττ, έκτακτον απεσταλμένον και πληρεξούσιον υπουργόν παρά τη Α. Β. Μ.
Η Α. Μ. ο βασιλεύς των Γάλλων, τον κ. Κάρολον Μαυρίκιον Ταλλεϋράνδ Περιγόρδ, πρίγκηπα, δούκα Ταλλεϋράνδ, ισότιμον της Γαλλίας, έκτακτον απεσταλμένον και πληρεξούσιον υπουργόν της Α. Μ. παρά τη Α. Β. Μ. κτλ.
Ταλλεϋράν
Η Α. Μ. ο βασιλεύς του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρεττανίας και Ιρλανδίας τον εντιμότατον Ερρίκον Ιωάννην υποκόμητα Παλμερστώνα, Βαρώνον Ρεμπλ ισότιμον της Ιρλανδίας, σύμβουλον της Α. Β. Μ. εν τω ιδιαιτέρω αυτής συμβουλίω, μέλος του κοινοβουλίου, και πρώτιστον αυτής γραμματέα της επικρατείας επί των εξωτερικών υποθέσεων.
Η Α. Μ. ο αυτοκράτωρ πασών των Ρωσιών, τον κ. Χριστόφορον πρίγκηπα Λήβεν, στρατηγόν της γραμμής των στρατών αυτού, γενικόν αυτού υπασπιστήν και πληρεξούσιον παρά τη Α. Β. Μ. έκτακτον πρέσβυν κτλ.
Οίτινες, ανταλλάξαντες τα πληρεξούσια αυτών έγγραφα, ευρεθέντα εν τάξει, απεφάσισαν και υπέγραψαν τα επόμενα άρθρα:
1) Αι Αυλαί της Γαλλίας, της Μεγάλης Βρεττανίας και της Ρωσίας, δυνάμει της προς αυτάς προσηκόντως δοθείσης πληρεξουσιότητος υπό του Ελληνικού έθνους, προσφέρουσι την διαδοχικήν κυριαρχίαν της Ελλάδος προς τον πρίγκηπα Φρειδερίκον Όθωνα της Βαυαρίας, δευτερότοκον υιόν της Α. Μ. του βασιλέως της Βαυαρίας.
2) Η Α. Μ. ο βασιλεύς της Βαυαρίας, ενεργών επ' ονόματι του μνησθέντος υιού αυτού, ανηλίκου εισέτι, αποδέχεται αντ' αυτού την διαδοχικήν κυριαρχίαν της Ελλάδος, υπό τους εφεξής προσδιοριζομένους όρους.
3) Ο πρίγκηψ Όθων της Βαυαρίας θέλει φέρει το όνομα Βασιλεύς της Ελλάδος.
4) Η Ελλάς, υπό την κυριαρχίαν του πρίγκηπος Όθωνος της Βαυαρίας και την εγγύησιν των τριών Αυλών, θέλει αποτελεί Κράτος μοναρχικόν ανεξάρτητον, ως τούτο ορίζεται υπό του κατά την 3 Φεβρουαρίου 1830, υπό των ρηθεισών τριών Αυλών, υπογραφέντος πρωτοκόλλου, και υπό της Ελλάδος και της Οθωμανικής Πύλης δεκτού γενομένου.
5) Τα όρια της Ελληνικής χώρας θέλουσιν είσθαι οριστικώς οία προσδιορισθώσιν υπό των, δυνάμει του πρωτοκόλλου της 26 Σεπτεμβρίου 1831, μεταξύ των Αυλών της Γαλλίας της Μεγάλης Βρεττανίας και της Ρωσίας προς την Οθωμανικήν Πύλην υφίσταμένων ήδη διαπραγματεύσεων.
6) Συμφώνως προς την υπό των τριών Αυλών γενομένην επιφύλαξιν να τρέψωσιν εις Συνθήκην οριστικήν το πρωτόκολλον της 3 Φεβρουαρίου 1830, αμέσως μετά την αποπεράτωσιν των περί των ορίων της Ελλάδος διαπραγματεύσεων, και να γνωστοποιήσωσιν αυτήν προς απάσας τας επικρατείας, μεθ' ών ευρίσκονται εις σχέσεις, συνομολογείται ότι, αι τρεις Αυλαί θέλουσιν εκπληρώσει την συμφωνίαν ταύτην, και ότι η Α. Μ. ο Βασιλεύς της Ελλάδος θέλει είσθαι μέρος συνομολογούν εν τη διαληφθείση Συνθήκη.
7) Αι τρεις Αυλαί θέλουσι μεσολαβήσει από τούδε, ώστε ν' αναγνωρισθή ο πρίγκηψ Όθων της Βαυαρίας ως Βασιλεύς της Ελλάδος παρ' απάντων των κυριαρχών και επικρατειών, μεθ' ών διατελούν εις σχέσεις.
8) Το στέμμα και το βασιλικόν αξίωμα, τα οποία θέλουσιν είσθαι διαδοχικά εν Ελλάδι, θέλουσι περιέλθει εις τους κατιόντας και κατ' ευθείαν γραμμήν γνησίους κληρονόμους του πρίγκηπος Όθωνος της Βαυαρίας κατά τάξιν πρωτοτοκίας. Αν ο πρίγκηψ Όθων της Βαυαρίας αποβιώση, άνευ γνησίων και κατ' ευθείαν γραμμήν απογόνων, το Ελληνικόν στέμμα θέλει περιέλθει εις τον νεώτερον αυτού αδελφόν και τους, κατ' ευθείαν γραμμήν, γνησίους αυτού κατιόντας κληρονόμους, κατά τάξιν πρωτοτοκίας. Αν ο τελευταίος ούτος αποβιώση ωσαύτως άνευ γνησίων και κατ' ευθείαν γραμμήν απογόνων, το Ελληνικόν στέμμα θέλει περιέλθει εις τον νεώτερον τούτου αδελφόν, και τους κατ' ευθείαν γραμμήν γνησίους αυτού κατιόντας κληρονόμους, κατά τάξιν πρωτοτοκίας.
Κατ' ουδεμίαν περίπτωσιν, το Ελληνικόν στέμμα και το Βαυαρικόν δύνανται να ενωθώσιν επί της αυτής κεφαλής.
9) Ο πρίγκηψ Όθων της Βαυαρίας, ως Βασιλεύς της Ελλάδος, θέλει είσθαι ενήλικος, άμα συμπληρωθέντος του εικοστού αυτού έτους, ήτοι την 1 Ιουνίου (20 Μαΐου) 1835.
10) Διαρκούσης της ανηλικιότητος του πρίγκηπος Όθωνος της Βαυαρίας, Βασιλέως της Ελλάδος, τα κυριαρχικά αυτού δικαιώματα θέλουσιν ενεργείσθαι εν Ελλάδι, καθ' όλην αυτών την έκτασιν, υπό Αντιβασιλείας, συγκειμένης εκ τριών συμβούλων, δοθησομένων αυτώ υπό της Α. Μ. του Βασιλέως της Βαυαρίας.
11) Ο πρίγκηψ Όθων της Βαυαρίας διατηρεί απαραμείωτον το επί της εν Βαυαρία ηγεμονικής αυτού χορηγήσεως δικαίωμα. Η Α. Μ. ο Βασιλεύς της Βαυαρίας υποχρεούται ωσαύτως να παράσχη πάσαν δυνατήν συνδρομήν, διευκολύνουσαν την εν Ελλάδι αποκατάστασιν του πρίγκηπος Όθωνος μέχρι της οριστικής προικοδοτήσεως του στέμματος.
12) Προς εκτέλεσιν των διά του από 3 Φεβρουαρίου 1830 πρωτοκόλλου συνομολογηθέντων, η Α. Μ. ο αυτοκράτωρ πασών των Ρωσιών υποχρεούται να εγγυηθή, αι δε ΑΑ. ΜΜ. ο βασιλεύς της Γαλλίας, και ο βασιλεύς του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρεττανίας και Ιρλανδίας αναδέχονται να συστήσουν, ο μεν προς το κοινοβούλιον, ο δε προς τα βουλευτικά σώματα, να τους θέσωσιν εις κατάστασιν ν' αναδεχθώσι την υπό τους ακολούθους όρους εγγύησιν δανείου, συνομολογηθησομένου υπό του πρίγκηπος Όθωνος υπό την ιδιότητα του βασιλέως της Ελλάδος.
Α'. Το κεφάλαιον του υπό την εγγύησιν των τριών Δυνάμεων συνομολογηθησομένου δανείου δύναται ν' αναβή μέχρις εξήκοντα εκατομμυρίων.
Β'. Το δάνειον τούτο θέλει πραγματοποιηθή κατά τρεις σειράς, εξ είκοσιν εκατομμυρίων φράγκων εκάστης.
Γ'. Επί του παρόντος θέλει πραγματοποιηθή μόνον η πρώτη σειρά, αι δε τρεις Αυλαί θέλουσιν εγγυάσθαι εκάστη διά το τριτημόριον της πληρωμής των τόκων και του ετησίου χρεωλυσίου της ρηθείσης σειράς.
Δ'. Η δευτέρα και τρίτη σειρά του ρηθέντος δανείου δύνανται να πραγματοποιηθώσιν αναλόγως των αναγκών του Ελληνικού Κράτους, μετά προηγουμένην συνεννόησιν μεταξύ των τριών Αυλών και της Α. Μ. του Βασιλέως της Ελλάδος.
Ε'. Εάν, συνεπεία τοιαύτης συνεννοήσεως, πραγματοποιηθώσιν η δευτέρα και τρίτη σειρά του ρηθέντος δανείου, αι τρεις Αυλαί θέλουσιν εγγυάσθαι, εκάστη κατά το τριτημόριον, περί της πληρωμής των τόκων και του ετησίου χρεωλυσίου των δύο τούτων σειρών, ως και περί της πρώτης.
Ο κυριάρχης της Ελλάδος και το Ελληνικόν Κράτος υποχρεούνται να προσδιορίσωσιν εις την πληρωμήν των τόκων και του ετησίου χρεωλυσίου των υπό την εγγύησιν των τριών Αυλών πραγματοποιηθησομένων σειρών τας πρώτας της επικρατείας προσόδους, ώστε αι πραγματικαί εισπράξεις του δημοσίου ταμείου θέλουσι προ πάντων αφιερούσθαι εις την πληρωμήν των ρηθέντων τόκων και του χρεωλυσίου, χωρίς να δύναται να γίνη αυτών χρήσις προς οποιονδήποτε σκοπόν, ενόσω η υπηρεσία των πραγματοποιηθεισών σειρών του υπό την εγγύησιν των τριών Αυλών δανείου δεν ήθελεν εξασφαλισθή ολοσχερώς διά το τρέχον έτος.
Οι διπλωματικοί αντιπρόσωποι των τριών Αυλών θέλουσιν ειδικώς επιφορτισθή να επαγρυπνώσι προς εκτέλεσιν του τελευταίου τούτου όρου.
13) Εάν τυχόν αι προς οριστικήν ρύθμισιν των ορίων της Ελλάδος αρξάμεναι ήδη υπό των τριών Αυλών εν Κωνσταντινουπόλει διαπραγματεύσεις προκαλέσωσι χρηματικήν τινα αποζημίωσιν προς όφελος της Οθωμανικής Πύλης, συνομολογείται, ότι το προς την αποζημίωσιν ταύτην απαιτούμενον ποσόν θέλει προαφαιρεθή εκ του προϊόντος του εν τω προηγουμένω άρθρω μνησθέντος δανείου.
14) Η Α. Μ. ο βασιλεύς της Βαυαρίας θέλει διευκολύνει προς τον πρίγκηπα Όθωνα τα μέσα να στρατολογήση εν Βαυαρία και να παραλάβη εις την υπηρεσίαν αυτού, ως βασιλέως της Ελλάδος, σώμα στρατιωτικόν, μέχρι τρισχιλίων πεντακοσίων ανδρών, ού τον οπλισμόν, την αποσκευήν και μισθοδοσίαν θέλει χορηγήσει το Ελληνικόν κράτος· το σώμα τούτο θέλει αποσταλή αυτόσε όσον τάχιστα διά ν' αντικαταστήση τα μέχρι τούδε εν Ελλάδι διατελούντα συμμαχικά στρατεύματα, αλλ' ο τελευταίος ούτος στρατός θέλει διαμείνει εις την διάθεσιν της Α. Μ. του βασιλέως της Ελλάδος, μέχρι της αφίξεως του ανωτέρω ρηθέντος σώματος. Άμα αφιχθέντος του σώματος τούτου εν Ελλάδι, ο περί ού ο λόγος συμμαχικός στρατός θέλει αποσυρθή, και εκκενώσει ολοσχερώς την Ελληνικήν χώραν.
15) Η Α. Μ. ο Βασιλεύς της Βαυαρίας θέλει ωσαύτως διευκολύνει προς τον Πρίγκηπα Όθωνα τα μέσα του να συμπαραλάβη αριθμόν τινα αξιωματικών Βαυαρών διά να συντρέξωσιν εις τον διοργανισμόν εθνικής στρατιωτικής δυνάμεως.
16) Άμα καταστή δυνατόν, μετά την υπογραφήν της παρούσης συμβάσεως, οι υπό της Α. Μ. του Βασιλέως της Βαυαρίας προς την Α. Β. Υ. τον Πρίγκηπα Όθωνα παραχωρηθησόμενοι τρεις σύμβουλοι προς συγκρότησιν της Αντιβασιλείας της Ελλάδος, θέλουσιν αναλάβει αυτόθι τα καθήκοντα της ρηθείσης Αντιβασιλείας, και θέλουσι παρασκευάσει όλα τα προς υποδοχήν του κυριάρχου απαιτούμενα μέτρα, όστις θέλει ωσαύτως μεταβή εις την Ελλάδα εντός βραχυτάτης προθεσμίας.
17) Αι τρεις Αυλαί θέλουσι διά κοινής δηλώσεως αναγγείλει προς το Ελληνικόν έθνος την παρ' αυτών γενομένην εκλογήν της Α. Β. Υ. του πρίγκηπος Όθωνος της Βαυαρίας, ως Βασιλέως της Ελλάδος, και θέλουσι χορηγήσει προς την Αντιβασιλείαν πάσαν την υπ' αυτών εξαρτωμένην υποστήριξιν.
18) Η παρούσα σύμβασις θέλει επικυρωθή, αι δε επικυρώσεις θέλουσιν ανταλλαχθή εν Λονδίνω εντός έξ εβδομάδων, ή πρότερον, εάν η δυνατόν.
Εις πίστωσιν τούτου οι πληρεξούσιοι υπέγραψαν αυτήν, επιθέσαντες και την σφραγίδα των.
(υπογρ) Ταλλεϋράν, Πάλμεστρων, Λήβεν,
Ματουστζεβίκ, Δεσέτ.
Τοιαύτη ήτο η συνθήκη, ήν, επικυρώσαντος του βασιλέως της Βαυαρίας Λουδοβίκου τη 15)27 Μαΐου 1832, οι αντιπρόσωποι της Ελλάδος, κατά την εν Προνοία τη 14η Ιουλίου 1832 συγκροτηθείσαν Εθνικήν Συνέλευσιν, έμελλον να εγκρίνωσι και να αποδεχθώσιν.
Επί τη εκλογή Βασιλέως εγεννήθη μεν αληθώς εν Ναυπλίω στιγμιαία τις ελπίς συνδιαλλαγής και ομονοίας, και οι αντιπρέσβεις αυτοί ενεθάρρυναν σπουδαίως την ελπίδα ταύτην, ότε την 27 Φεβρουαρίου έλαβον εκ Λονδίνου το σπουδαίον άγγελμα, ότι ο από μακρού ήδη ποθούμενος ηγεμών εξελέγη τέλος, και ην ο πρίγκηψ Όθων της Βαυαρίας, προσέθηκεν όμως ούτω νέαν πλάνην εις τας πολλάς άλλας, άς εγέννησε παρά τοις διπλωμάταις το Ελληνικόν ζήτημα. Καθότι, ότε αφίκετο η περί της εκλογής του πρίγκηπος είδησις, τα εν Ελλάδι απείχον πολύ μάλλον ή άλλοτε της συγχωνεύσεως και συνδιαλλαγής των κομμάτων. Δεν έλειπον όμως, εκ των περί τον Θήρσιον ιδίως, οι έξαλλοι εκ χαράς επί τω αγγέλματι, και ο αγαθός Βαυαρός ουδαμώς αμφέβαλλε περί της ειλικρινείας των Ελληνικών εκείνων διαχύσεων.
Υπήρξε δε μάρτυς ο Θήρσιος της εν Σύρω αγαλλιάσεως, ότε την 7)19 Μαρτίου 1832 εγνώσθη, ότι ο πρίγκηψ Όθων είχεν εκλεγή ηγεμών της Ελλάδος. «Παρήλθον αι μέριμναι, έγραφεν, ελησμονήθησαν αι διαιρέσεις, και απεσβέσθησαν σχεδόν τα μίση. Την εσπέραν η πόλις δεν αναγνωρίζεται πάντες αναπνέουσιν, εκφράζονται ελευθέρως, και ό,τι ιδίως τιμά τον αγαθόν, παρεγνωρισμένον και κατασυκοφαντούμενον λαόν, είνε ότι ουδαμού ήκουσα έκφρασιν εκδικήσεως, πόθον καταδιώξεως, πανταχού δε τουναντίον κατείδον προθυμίαν εις λήθην των γενομένων και διάθεσιν εις εγκαίνισιν νέας εν Ελλάδι ζωής μετά των νέων ελπίδων. «Η χαρμόσυνος κίνησις διαρκεί, γενική και ομοία παρά τε τοις κυβερνητικοίς και τοις συνταγματικοίς. Οι ατυχείς καταδιωκόμενοι περιφέρονται ανωρθωμένην έχοντες την κεφαλήν και ελαφράν την καρδίαν, οι πολέμιοι αυτών συμμερίζονται τας φαιδράς προσδοκίας, και το εμπόριον ανέζησεν αίφνης ως διά μαγείας. Πλοία ναυλούνται, συμβόλαια συνάπτονται, παραγγελίαι δίδονται και ενεργούνται αγοραί. Ενώ δε χθες έτι οι πλουσιώτατοι των οίκων δυσκόλως εύρισκον εκατόν τάλληρα εν περιπτώσει ανάγκης αυτών, σήμερον ευρίσκονται χιλιάδες κυκλοφορούσαι. Ουδείς ενθυμείται τοιαύτην τινά γενικήν αιφνίδιον μεταβολήν. Είνε δε αύτη εντελής και πλήρης, ως πλήρης είνε η μετατροπή της προ τριών μόλις ημερών μαινομένης εν τω πελάγει τρικυμίας εις το εκτάκτως θερμόν και σφριγηλόν έαρ, όπερ επεφάνη έκτοτε, συμπίπτον θαυμασίως, κατά τε τον χρόνον και το είδος, προς το επελθόν πολιτικόν έαρ».
Εάν τους κυβερνητικούς ευχαρίστησεν η εκλογή του Όθωνος, την εναντίαν μερίδα των συνταγματικών ολίγον ηυχαρίστει η εκλογή του πρίγκηπος τούτου. Δυσηρεστήθη δε αύτη, διότι το πρωτόκολλον της 1) 13 Φεβρουαρίου ανεκοινώθη επισήμως προς την κυβέρνησιν του Αυγουστίνου και ουχί προς αυτήν, και ότι εκ προοιμίου, ούτως ειπείν, εχαρακτηρίσθησαν τα μέλη αυτής παρά τω νέω ηγεμόνι ως αντάρται. Εν τούτοις, αμφότεραι αι φατρίαι απόφασιν είχον να εκμεταλλευθώσι τουλάχιστον υπέρ εαυτών, όσον ηδύναντο κάλλιον· την ανάγκην του ξένου ηγεμόνος, ήν δεν ηδύναντο να αποφύγωσι. Σπουδαιότατον λοιπόν παρίστατο μέλημα, τοις μεν εν Άργει να μη παραιτήσωσιν, ανεγνωρισμένην ήδη τυπικώς κυβερνητικήν αρχήν, τοις δε εν Μεγάροις να καταλάβωσιν αυτήν, όπως δημιουργήσωσιν ούτω ούτε τετελεσμένον τι γεγονός.
Όθεν οι υπό τον Π. Νοταράν εν Μεγάροις συνηθροισμένοι πληρεξούσιοι, ως και η εν Περαχώρα κυβερνητική επιτροπή των συνταγματικών ανήγγειλαν εκφανώς, ότι δεν ήθελον καταθέσει τα όπλα, ενόσω ο κόμης Αυγουστίνος ευρίσκετο επί Ελληνικού εδάφους. Είχον δε προβή και μετ' επιτυχίας εις έναρξιν των εχθροπραξιών. Ενώ η κυβέρνησις του Άργους έβλεπεν, ότι ουδέν άλλο είχεν εις διάθεσιν αυτής, ή τα επιπόνως συναθροισθέντα άτακτα στίφη του Θ. Κολοκοτρώνη, την ασθενή εισφοράν του τακτικού πεζικού και την ιππικήν ίλην του Δημητρίου Καλλέργη, δαπανωμένην εις ανωφελείς περιπολίας μεταξύ Ναυπλίου και Άργους, οι Ρουμελιώται κατώρθωσαν να υποτάξωσιν ολόκληρον την Στερεάν Ελλάδα. Κατέλαβον την Ναύπακτον, επολιόρκησαν τον Μαμούρην εν τω φρουρίω της Αμφίσσης, προσέβαλον τον Κ. Μεταξάν εν Δελφοίς, ελαφυραγώγησαν την Αράχωβαν, απέκρουσαν τα κυβερνητικά στρατεύματα εν τη κοιλάδι του Κηφισσού και κατά τα στενά της Αττικής και παρεσκευάσθησαν να εισβάλλωσι και εις αυτήν την Πελοπόννησον! Τούτων προς Β. γινομένων επέκειτο εκ μεσημβρίας προσβολή των Μανιατών, οίτινες είχον ήδη καταλάβει την Μονεμβασίαν. Τι δε ηδύνατο ο Κυβερνήτης να αντιτάξη κατά των 6,000 ανδρών του Κωλέττη; Δισχιλίους κακώς τρεφομένους, απληρώτους και δυσηρεστημένους στρατιώτας· στερούμενος δε χρηματικών μέσων δεν κατώρθωσε να εμποδίση τας λιποταξίας πολλών οπλαρχηγών της Στερεάς, οίτινες υπηρέτουν έτι αυτώ και είχον γενικώς ανεγνωρισμένην γενναιότητα, ως και την απόστασιν του Τζαβέλλα. Και επ' αυτών έτι των Πελοποννησίων την πίστιν επί τοσούτο μόνον υπήρχε δυνατή πεποίθησις, εφ' όσον εξηκολούθει η μισθοδοσία αυτών. Η ανάγκη εις ήν ευρέθη ο Αυγουστίνος, όπως επεκτείνη την διάδοσιν του χαρτονομίσματος, η κατασπατάλησις της δεκάτης, δι' ήν ουδείς, πλην των ισχυρών, οίος ο Κολοκοτρώνης, ετόλμα να πλειοδοτήση, και ήτις εδαπανάτο εξ ολοκλήρου εις ανωφελείς ενόπλους επιδείξεις κατά ξηράν και θάλασσαν, εξηυτέλισαν επί μάλλον και μάλλον την κυβέρνησιν.
Εν Άργει επεκράτει πανικός. Έτρεμον οι άνθρωποι μη επαναληφθώσι τα Δεκεμβριανά, και εφοβούντο την εκδίκησιν των Ρουμελιωτών απειλησάντων, ως ελέγετο, ότι ήθελον αροτριώσει την τέφραν των πόλεων, αίτινες ήθελον αντιστή αυτοίς ενόπλως. Και αυτοί οι των δυτικών Δυνάμεων αντιπρόσωποι εν Ναυπλίω ήσαν ανήσυχοι, οι δε Άγγλοι και Γάλλοι ήρξαντο μετανοούντες, ότι τοσούτον είχον συγκαταβή προς την κυβέρνησιν του Αυγουστίνου, παραμελήσαντες «να αποκαλύψωσι την αντίφασιν μεταξύ του γράμματος και τον πνεύματος των λονδινείων αποφάσεων της ατομικής διπλωματικής αυτών εκτελέσεως εν Ελλάδι»!
Εν τη κρισίμω ταύτη στιγμή εύκαιρος υπήρξε τοις αντιπρεσβευταίς η εμφάνισις του Θηρσίου, επιστρέφοντος εις Ναύπλιον εξ εκδρομής τινός αυτού ανά τας νήσους του Αιγαίου. Ούτος δεν είχε μεν εντολήν τινα ειδικήν, ούτε χρηματικά μέσα, και απεδίδετο αυτώ, εκ της μέχρι τούδε ενεργείας αυτού, η πρόθεσις όπως καταστεί, δήθεν, αντιβασιλεύς μέχρι της αφίξεως του ηγεμόνος και διαρκούσης της ανηλικιότητος αυτού. Είχε δ' επομένως εναντίας αμφοτέρας τας μερίδας, και άτομά τινα μόνον υπέρ αυτού. Οι αντιπρέσβεις όμως εθεώρησαν άξιον του κόπου να χρησιμοποιήσωσι τας ενεργείας του Θηρσίου, τας συμβουλάς αυτού, και την επίσημον βαυαρικήν αίγλην, ήτις περιέβαλλεν αυτόν, καίπερ αρνούμενον. Ούτω δε προσεκάλεσαν αυτόν ως έμπιστον εν ταις συνδιασκέψεσιν αυτών.
Ο Θήρσιος ησθάνετο ήδη εαυτόν προς την αντιπολίτευσιν μάλλον κλίνοντα ή προς την κυβέρνησιν. Συνέστησε μέτρα συνδιαλλακτικά και προύτεινε να αποφυλακισθή ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, να συναφθώσι διαπραγματεύσεις μετά του Ζαΐμη εν Πάτραις, και να διαταχθή η κατάληψις του Ισθμού υπό Γάλλων, ών η εμφάνισις ήθελε καταστήσει αδύνατον την βιαίαν διάβασιν των Ρουμελιωτών.
Ο Αυγουστίνος συνήνεσεν εις την απόλυσιν του Μπέη και ο γερμανός φιλέλλην έσχε την ευχαρίστησιν να ανοίξη τη 13)25 Μαρτίου 1832 την ειρκτήν του Πετρόμπεη, και να προσφέρη αυτώ την ελευθερίαν ως χάριν του μέλλοντος βασιλέως. Αντί τούτου υπεσχέθη ο οπλαρχηγός, ως και τα λοιπά απολυθέντα μέλη της οικογενείας αυτού, ότι ήθελον καθησυχάσει την Μάνην, και υπήρχεν ελπίς, ότι ήθελον νυν εκτελέσει την δεκάκις ήδη δεδομένην υπόσχεσιν ταύτην. Ούτω τα εν Μάνη εφαίνετο ότι προυλήφθησαν, αλλ' η κυρία δυσχέρεια ην προς βορράν απειλητική. Πριν δ' ή επέλθωσιν εκ μεσημβρίας οι Γάλλοι εις φρούρησιν του Ισθμού, ηδύνατο να επέλθη η κάθοδος των Ρουμελιωτών αι διαθέσεις δε του Γάλλου αντιπρέσβεως καθίστων πιθανόν, ότι η πορεία των Γάλλων δεν ήθελε επιταχυνθή. Ουδέν επίσης σπουδαίον αποτέλεσμα ηδύνατο να ελπίζη η κυβέρνησις εκ διαπραγματεύσεων προς τον Ζαΐμην ή άλλον τινά των ρουμελιωτών ηγέτην. Πλην δε τούτου έσχε και την τύφλωσιν να αποτείνη, εν εσχάτη ώρα, πρόκλησίν τινα προς τον Κωλέττην, ήτις εξώθησεν αυτόν εις επίθεσιν. Κυρία δε έρις μεταξύ των δύο φατριών υπήρξε: τις ήθελον έχει την διεύθυνσιν των δημοσίων υπό τον ανήλικον ηγεμόνα. Ο σχηματισμός προσωρινής πολυμελούς κυβερνήσεως, εξ αμφοτέρων, ήν και οι αντιπρέσβεις αυτοί επεθύμουν, ηδύνατο να παράσχη μέσον τι συνδιαλλαγής.
Αλλ' η εξ Άργους εις Ναύπλιον καταφυγούσα συνέλευσις τυφλώς αφωσιωμένη τη κυβερνήσει έσπευσε να ασφαλίση την διεύθυνσιν εις την ιδίαν αυτής φατρίαν. Μικρόν δε προ της διαλύσεως αυτής διώρισε τον Αυγουστίνον αντιβασιλέα μέχρι της αφίξεως του Όθωνος. Ταύτα μαθών ο Κωλέττης, απεφάσισε να προβή εις επίθεσιν, εισβάλλων εις την Πελοπόννησον.
Τότε, κατά τας κρισίμους ημέρας, περί τα τέλη Μαρτίου, απεφάσισεν ο Θήρσιος, κατ' εντολήν των αντιπρέσβεων, να σπεύση εις το εν Περαχώρα στρατόπεδον των Ρουμελιωτών, όπως μεσιτεύση και προλάβη την εις την Πελοπόννησον εισβολήν. Αλλά τόσον κατεγοήτευσεν αυτόν ο Κωλέττης, τόσον μετέτρεψε τας φρένας αυτού ο αιμύλος εκείνος ανήρ και η παρουσία και η λαμπρότης των οπλιταρχών και στρατιωτών, ώστε από μεσίτου κατέστη φίλος των Ρουμελιωτών. Επανήλθεν εις Ναύπλιον μάλλον υπερασπιστής των Ρουμελιωτών ή μεσίτης, των διαμαχομένων. Αποτυχούσης της πρεσβείας του Θηρσίου, εγένετο συμβούλιον επί του αγγλικού τρικρότου, όπερ συνέκειτο εκ των τριών ναυάρχων, των αντιπρέσβεων, του Αυγουστίνου και του Θηρσίου, και απεφασίσθη ίνα αντιτάξωσι βίαν κατά των Ρουμελιωτών. Αλλ' ούτοι πριν ή προς τούτο ετοιμασθεί ο Αυγουστίνος εξεστράτευσαν τη 25 Μαρτίου 1832, ενίκησαν τους υπό τον Νικήταν και Καλλέργην κυβερνητικούς στρατούς παρά το Λουτράκι· διεσκόρπισαν το ιππικόν του Καλλέργη, και έτρεψαν το πεζικόν του Νικήτα· τη δ' υστεραία (26 Μαρτίου) εισήρχοντο εις το Άργος έχοντες κλάδους ελαίους επί των όπλων και επί των φεσίων ως σωτήρες του έθνους και ελευθερωταί εκ του ζυγού του Αυγουστίνου· το πλήθος υπεδέχετο αυτούς εν αγαλλιάσει· και τη επαύριον, 27 Μαρτίου, αφίκοντο προ των πυλών του Ναυπλίου και εστρατοπέδευσαν εν τη Προνοία, ένθα πολλοί δυσηρεστημένοι εκ Ναυπλίου ηνώθησαν αυτοίς.
Οσημέραι αξιωματικοί και στρατιώται εγκαταλείποντες τας τάξεις των κυβερνητικών στρατευμάτων, ηνούντο μετά των Ρουμελιωτών, εφ' ώ και ο Αυγουστίνος εξέστη των φρενών βλέπων εαυτόν απογυμνούμενον τής τε των πολιτών και των στρατιωτών υπερασπίσεως. Τέλος δε τη επιούση (28 Μαρτίου 1832) ιδών ότι και οι αντιπρέσβεις και οι ναύαρχοι ώκνουν όπως υπερασπίσωσιν αυτού διά των όπλων, καίτοι ο Ρίκορδ ηβούλετο τούτο, αλλά δεν ετόλμα μόνος, παρητήθη την αρχήν.
Παραιτηθέντος του Αυγουστίνου Καποδιστρίου, η Γερουσία πιστεύουσα ότι μικτή τις κυβέρνησις εκ τε των συμπολιτευομένων και αντιπολιτευομένων ηδύνατο να συγκρατήση τα διεστώτα μέχρι της καθόδου του εκλεχθέντος βασιλέως Όθωνος, εξελέξατο πενταμελή διοικητικήν επιτροπήν συγκειμένων εκ των: Κολοκοτρώνη, Μεταξά, Ζαΐμη, Κωλέττη και Βουδούρη. Αλλ' ήτο πρόδηλον ότι και διά της εκλογής ταύτης συνεκροτείτο κυβέρνησις. ενέχουσα εν εαυτή τα σπέρματα της διαιρέσεως, διότι οι συνταγματικοί, αντιπροσωπευόμενοι υπό του Κωλέττη, είχον και πάλιν την μειονοψηφίαν. Ουχ ήττον όμως επήλθε ποιά τις ειρήνη, τα στρατεύματα συνεφιλιώθησαν τη παρεμβάσει του Θηρσίου εν Προνοία, τα τε κυβερνητικά και συνταγματικά και περιήρχοντο ανά τας οδούς του προαστείου του Ναυπλίου κραυγάζοντα υπέρ του Βασιλέως, του Συντάγματος και του Κωλέττη, όστις τη επαύριον (29 Μαρτίου), προτροπή και εγγυήσει του Θηρσίου, εισήλθεν εις Ναύπλιον. Η είσοδος του Κωλέττη εις την πρωτεύουσαν της κυβερνήσεως ην θριαμβευτική· ο λαός εν ευφημίαις ηκολούθει αυτόν περιστοιχιζόμενον υπό είκοσι και πέντε λαμπρώς ενδεδυμένων οπλιταρχών· κατεφίλουν αυτόν ως σωτήρα· άπειρον πλήθος λαού ανευφήμουν αυτόν εν ταις οδοίς, εκ των στεγών των οικιών, εκ των παραθύρων. Η πομπή ην βασιλέως, στρατηγού νικητού, ανδρός μεγάλως ευεργετήσαντος την πατρίδα. Ο Αυγουστίνος Καποδίστριας ιδών κρυφίως έκ τινος παραθύρου του μεγάρου, εν ώ κατώκει πρότερον και ο φονευθείς Κυβερνήτης την λαμπράν υποδοχήν του αντιπάλου αυτού και απελπίσας περί της αρχής αυτού τε και του Καποδιστριακού εν γένει οίκου παρεσκευάσθη εις φυγήν, και τη αυτή νυκτί περί την 1Οην ώραν επεβιβάσθη επί της φρεγάτας του ναυάρχου Ρίκορδ μετά πάντων των οικείων και φίλων, αποκομίζων και τα κειμήλια και έπιπλα αυτού, κατευθυνόμενος εις Κέρκυραν· ούτω δε εξέλιπεν εκ της Ελλάδος, ήν καθίδρυσεν εις Κράτος, η οικογένεια Καποδιστρίου, προς ήν η νεωτέρα Ελλάς οφείλει μεγάλην την εθνικήν ευγνωμοσύνην. Ο Αυγουστίνος φεύγων έξ μήνας μετά την δολοφονίαν του αδελφού εκ Ναυπλίου εκόμισε το λείψανον του πρώτου της Ελλάδος Κυβερνήτου εις Κέρκυραν (99). Ο τότε Άγγλος των Ιονίων νήσων αρμοστής Αδάμ, ίνα μη το λείψανον του αοιδίμου Κυβερνήτου προκαλέση τας συγκινήσεις του Κερκυραϊκού λαού, παρεκάλεσε τους αδελφούς του τεθνεώτος, ίνα η αποβίβασις του λειψάνου εκ της ρωσικής φρεγάτας γίνη νύκτωρ. Τωόντι μεσονυκτίαις ώραις της ημέρας καθ' ήν έφθασε το πλοίον (αρχαί Απριλίου 1832), αποβιβάσαντες οι αδελφοί τον νεκρόν, συνώδευσαν άνευ νεκρικής ακολουθίας εις την εν τω προαστείω Μανδουκίω Εκκλησίαν της Πλατυτέρας, εν τω περιβόλω της οποίας και ετάφη, παρά τον τάφον του γονέως αυτού και του επιστηθίου φίλου Μουστοξύδου. Επί του ψυχρού και απλού τάφου του καλύψαντος τα οστά αυτού, εισί γεγλυμμέναι αι εξής λέξεις πολλών δηλωτικαί