«Βαθύτατα αισθανόμεθα ό,τι οφείλομεν εις την θέσιν και της μεγάλης εκκλησίας, και της υμετέρας Παναγιότητος, διά τούτο και δεν εγκρίνομεν να ανακεφαλαιώσωμεν το περιέχον της Συνοδικής επιστολής, ούτε ακριβώς να εξετάσωμεν τους συμβιβαστικούς τρόπους, την εκπλήρωσιν των οποίων η υμετέρα Παναγιότης θεωρεί ως προμηνύουσαν εις ωφέλειαν των Ελλήνων μέλλον ανάλογον με τα πολυχρόνια δεινά των, μέλλον παρέχον προ πάντων ησυχίας και ασφαλείας εχέγγυα.
«Περιοριζόμεθα να προσηλώσωμεν την προσοχήν και της υμετέρας Παναγιότητος και της ιεράς Συνόδου εις όσα εκ των τοιούτων εχεγγύων απήλαυσεν ήδη η Ελλάς από την δικαιοσύνη και την χριστιανικήν ευμένειαν των βασιλέων και Α. Α. Μ. Μ. του βασιλέως της μεγάλης Βρεττανίας, του βασιλέως της Γαλλίας, και του αυτοκράτορος της Ρωσίας. Παρακαλούμεν επίσης την υμετέραν Παναγιότητα να μελετήση εν ευσεβεί κατανύξει τα τεράστια, δι' ών ο πολυεύσπλαγχνος Κύριος έσωσε τον λαόν αυτού και εν παντί καιρώ και εις τους εσχάτους τούτους χρόνους.
«Περικυκλούμενος ο λαός ούτος εξ ενός μέρους από φοβερά στρατόπεδα, πλανώμενος αφ' ετέρου αφ' όλας τας γοητείας, δι' ών η κακοβουλία και απιστία απατώσι την ανθρωπίνην αδυναμίαν, ακολουθών τας συμβουλάς της απειρίας, ωθούμενος συχνάκις έως του χείλους της αβύσσου, ο λαός ούτος υπάρχει ακόμη, και υπάρχει, διότι ο Θεός εξαπέστειλεν εις αυτόν την χάριν του να εύρη εις την χριστιανικήν Πίστιν το κράτος του πολεμείν, την ισχύν του εγκαρτερείν εις τα δεινά, και την απόφασιν του ν' απολεσθή μάλλον, ή να υποκύψη εις τον ζυγόν τον οποίον οι πατέρες του εβάστασαν, αλλά ποτέ δεν παρεδέχθησαν. Η τύχη λοιπόν της Ελλάδος είναι έργον της θείας προνοίας, και οι άνθρωποι οφείλουν να ευλαβώνται τας θείας βουλάς της· οι Έλληνες είναι κατά τούτο πληρέστατα πεπεισμένοι, και σήμερον μάλιστα παρ' άλλοτε, διότι εγγίζει το τέλος των τόσων δυστυχημάτων, και το πλήρωμα των επιθυμιών και των ελπίδων των.
«Ομόφωνος και γενική είναι η πεποίθησις αύτη· ούτε οι προύχοντες, ούτε ο Κλήρος, ούτε οι πρόκριτοι, προς τους οποίους η υμετέρα Παναγιότης διευθύνεται, έχουσιν, ούτε δύνανται να έχωσιν άλλην παρ' αυτήν την πεποίθησιν, χωρίς να εξαχρειωθώσι, και να παύσωσι του να ήναι άνθρωποι και χριστιανοί.
«Πάμπολυ αίμα εχύθη· πάμπολαι ουσίαι εφθάρησαν εις διάστημα οκτώ ετών πολέμου και δυστυχιών, καθ' ούς ο τόπος ούτος κατηφανίσθη, ώστε όλως διόλου αδύνατος είναι να επανέλθη εις οποιανδήποτε κατάστασιν πραγμάτων, βάσιν έχουσα το παρελθόν.
«Άλλως πως συνέβαιναν, το μαρτύριον του Παναγιωτάτου Πατριάρχου Γρηγορίου, πολλών εγκρίτων της ιεράς Συνόδου και άλλων εκ των πρωτίστων του έθνους, δεν ήθελε διδάξει την Ελλάδα, τι εχρεώστει η ιδία εν εαυτή διά ν' αποφύγη τον εξολοθρευμόν, ο οποίος δεν έπαυσε του να επαπειλή από τον μήνα Απρίλιον του αωκά', μέχρι της 6 Ιουλίου του παρελθόντος έτους.
«Η απελπισία την εφώπλισεν, αλλά και ούτως υπερησπίσθη· οι εχθροί της συνώμοσαν την απώλειάν της, αλλ' όλαι αι μηχανουργίαι των συνέτειναν μόνον εις την σωτηρίαν της· ο κάλαμος της κατ' αυτής εξολοθρευτικής αποφάσεως ήτον εν των βάπτεσθαι (διότι μη παρασαλεύουσα από τους νόμους τους οποίους επέταττεν εις αυτήν η θέσις της, ηγγυήθη πανδήμως ενώπιον Θεού και ανθρώπων να ζήση ελευθέρα υπό την προστασίαν των δικαίων της), και ιδού η Συνθήκη του Λονδίνου επικυροί έτι μάλλον των εγγυήσεών της το απαραβίαστον.
«Δεν δυνάμεθα περαιτέρω το περί ού ο λόγος να σαφηνίσωμεν· η αλήθεια των πραγμάτων είναι ορατή πλέον καθ' όλον τον κόσμον, και περιττή πάσα άλλη διασάφησις.
«Οφείλομεν εξ' ονόματος και εκ μέρους όλου του έθνους, το οποίον ενεπιστεύθη εις ημάς την διεύθυνσιν των συμφερόντων του, να παρακαλέσωμεν την υμετέραν Παναγιότητα να μας χαρίση την ευλογίαν της, πεπεισμένη, ότι αμεταθέτως είμεθα προσηλωμένοι εις τας αρχάς της ιεράς ημών Πίστεως.
«Μακάριοι εσμέν, οσάκις ευδοκήσει ο πανάγαθος Θεός, ώστε να δυνηθή η Υ. Παναγιότης να γίνη εις ημάς πρόξενος των αγαθών, τα οποία οφείλει ως κεφαλή της αγίας Εκκλησίας εις όλα τα τέκνα της.
«Εγχειρίζομεν την παρούσαν μας εις τους αγίους Αρχιεπισκόπους, Μητροπολίτας Νικαίας, Χαλκηδόνος, Λαρίσης, Ιωαννίνων, και μέγαν πρωτοσύγκελλον, και παύομεν, επαναλαμβάνοντες και πάλιν, πόσον λυπούμεθα μη δυνάμενοι ν' αποδείξωμεν καρποφόρους, όσους οι σεβάσμιοι ιεράρχαι κατέβαλον αγώνας εις εκτέλεσιν των διαταγών της Υ. Παναγιότητος.
«Εν Πόρω την 28 Μαΐου (9 Ιουνίου) 1828.
Ο Κυβερνήτης
Ι. Α. ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ
Ο Γραμματεύς της Επικρατείας.
Σ. Τρικούπης.
Την επιστολήν ταύτην του Κυβερνήτου λαβόντες οι αρχιερείς ανεχώρησαν άπρακτοι εις τα ίδια, μόνον δε βραδύτερον, μετά την εν Άργει Εθνοσυνέλευσιν, ότε και οι καταστραφέντες ναοί ανεκτίζοντο και άλλοι νέοι ωκοδομούντο, τα της Εκκλησίας εγένοντο θέμα συντονωτέρας φροντίδος του Καποδιστρίου. Εκ δε των συνδιαλέξεων αυτού και της μετά των Πατριαρχών Ανθίμου και Κυρίλλου ανταποκρίσεως του Κυβερνήτου, μανθάνομεν ότι τα περί Εκκλησίας επεθύμει να συνταγώσι τη συναινέσει της εν Κωνσταντινουπόλει Εκκλησίας, ή μάλλον επεθύμει να μη κοπή ο δογματικός δεσμός των δύο Εκκλησιών, αλλ' ο διοικητικός, ως εγένετο βραδύτερον επί της βασιλείας. Αλλ' εφοβείτο ο φιλόθρησκος εκείνος Έλλην ίνα μη, διαλυομένου του δεσμού τούτου, παρεισφρήση καί τις διατάραξις και εις τον πρώτον ένεκα των περί την πίστιν νεωτεριζόντων και ούτω διακινδυνεύση και ο εν τη θρησκεία ενσεσαρκωμένος Ελληνισμός. Προανήγγειλε μάλιστα ο Καποδίστριας, ότι έμελλε να στείλη προς την μητέρα Εκκλησίαν πρεσβευτήν ίνα συνεννοηθή περί του πρακτέου, αλλ' όμως βραδύτερον μετεμελήθη φοβηθείς μη τυχόν της εν Ελλάδι Εκκλησίας εις το αρχαίον καθεστώς επανελθούσης, η Υψηλή Πύλη βιάση την Μεγάλην Εκκλησίαν να πράξη ό,τι και κατά τας αρχάς της Επαναστάσεως. Τοιαύται ήσαν αι περί της Εκκλησίας φροντίδες του Κυβερνήτου, ας όμως δεν ηδυνήθη να πραγματοποιήση. Τοιαύτα τα περί της εσωτερικής της χώρας αναπτύξεως νομοθετήματα αυτού και τοιαύται αι μεταρρυθμίσεις άς επέφερεν εν τω ασυντάκτω τότε Ελληνικώ Κράτει, όπερ, ως εν τω Προλόγω είπομεν, προπαρεσκεύασαν μεν πάντες οι επί επταετίαν όλην τον ύστατον αγωνιζόμενοι Έλληνες, αλλ' εδημιούργησεν, ως καλός αρχιτέκτων, ο Ιωάννης Καποδίστριας, ούτινος το όνομα αρρήκτοις συνεδέθη δεσμοίς προς την ιστορίαν του Ελληνικού έθνους κατά τας τρεις πρώτας δεκαετηρίδας του προς το τέρμα τείνοντος ΙΘ' αιώνος.
Ότε ο Κυβερνήτης κατήλθεν εις Ελλάδα, η επανάστασις εξηκολούθει, ευρίσκετο εις το όγδοον έτος αυτής. Προς ευόδωσιν δε αυτής και ανάπτυξιν των στρατιωτικών εν γένει ο Καποδίστριας ανέλαβεν, ως είπομεν, την μεταρρύθμισιν των πολεμικών της Ελλάδος.
Είδομεν ότι εξαπέστειλε τας μεν υπό τον Δημήτριον Υψηλάντην ως στρατάρχην της Ανατολικής Ελλάδος, χιλιαρχίας εις Ελευσίνα, δύο δ' άλλας ατελείς εις την Δυτικήν υπό τον εκεί αρχιστράτηγον Τσουρτς, ώπερ επετράπη και των εκεί στρατευμάτων ο οργανισμός εις χιλιαρχίας· των δε φρουρίων την αρχήν επέτρεψε τω βαυαρώ συνταγματάρχη Άυδεκ. Αλλά πριν ή έτι τακτοποιηθώσι τα του ελληνικού στρατού, ο Ιβραήμ Πασάς από της εν Ναυαρίνω ναυμαχίας έπαυσεν όσον ενήν τας εναντίον των Πελοποννησίων καταδρομάς και καταδιώξεις, διότι είχε καταντήσει εις απελπισίαν, μάλιστα περιμένων να ίδη το αποτέλεσμα του Σουλτανικού Χάτι — Σερίφ· παρά πάσαν όμως ελπίδα πληροφορηθείς ότι έφθασεν εις Ναύπλιον ο Κυβερνήτης της Ελλάδος Καποδίστριας και γνωρίζων καλώς οποίος τις ήτο ο ανήρ εκείνος, δεν ηδύνατο να πεισθή, εάν τω όντι ήτο αληθής η διαδοθείσα αύτη είδησις, ήτις εξέπληξεν αυτόν, αλλά πληροφορηθείς μετά βεβαιότητος, ότι αληθώς κατήλθεν εις Ελλάδα ο Καποδίστριας, εξεστράτευσε πανστρατιά εκ των φρουρίων της Μεσσηνίας προς Β. και την 9ην Φεβρουαρίου (1823) εις Τρίπολιν, κατηδάφισε το περιτείχισμα και τα οχυρά της Τριπόλεως. και επυρπόλησε δε και κατέστρεψε πάσας τας εν αυτή οικίας, υπό τον ήχον σαλπίγγων και τον κρότον των τυμπάνων κατά την έγγραφον λεπτομερή έκθεσιν, ήν έπεμψαν τότε εις την Ελληνικήν κυβέρνησιν οι εις τα πέριξ της Τριπόλεως παρευρεθέντες Έλληνες, έχουσα ώδε:
Δημήτριος Υψηλάντης
Προς τον επί των Εσωτερικών γραμματέα της Επικρατείας.
«Εις τας 6 του τρέχοντος Φεβρουαρίου ήλθε προς το εσπέρας η εμπροσθοφυλακή του Ιμπραχήμ από τα φρούρια της Μεσσηνίας εις την Τριπολιτζάν· εις δε τας 7 ήλθε και ο ίδιος· άμα έφθασε, μετά δύο ώρας, έλαβε τον πέλεκυν εις τας χείρας, και ως μαινόμενος πρώτος αυτός ώρμησεν εις έν μέρος του φρουρίου συνεπομένων και πολλών στρατιωτών, και εκρήμνισεν έν μέρος εκείνην την ημέραν. Αποστείλας δε κατέβασεν από την ονομαζομένην θύραν του Ναυπλίου την επ' αυτής γεγραμμένην πλάκα του κτίτορος, εις δε τας 10 ανεχώρησε διά τα φρούρια ο Σουλεϊμάν μπέης μ' όλην την πρώτην φρουράν και αιχμαλώτους· ο δε Ιμπραχήμης μείνας εις Τριπολιτζάν με τον καλήτερον στρατόν, τον οποίον έφερεν εκ των φρουρίων της Μεσσηνίας, όντα περίπου των 8,000, εξ ών αι τρεις ιππικόν, από τας 10 του μηνός έως τας 15 έβαλεν όλην την προθυμίαν να καταστρέψη εκ θεμελίων όλον τον περίβολον του τείχους και ν' αναποδογυρίση δι' υπονόμων τας επάλξεις, τα ντζαμία, εκκλησίας, ξενοδοχεία, τα λοιπά δημόσια κτίρια· εις τόσην δε μανίαν ήλθεν, ώστε και τας βρύσεις και δύο εκκλησίας έξω της πόλεως θολωτάς (την του αγίου Νικολάου, και της αγίας Βαρβάρας) δι' υπονόμων ανέστρεψε και καθ' όλας αυτάς τας ημέρας έκαιε σποράδην και οικίας· κρημνίζων δε μέρος του φρουρίου, τας οικίας και λοιπά, τα κατηδάφισε μετ' ήχου των τυμπάνων, και μετά τον χαλασμόν αυτών έκαμε την συνήθη προσευχήν προς τον Μωάμεθ, πυροβολούντες εν ταυτώ και με τουφέκια· εις τας 16 περί τας δύο ώρας ημέρας έβαλε φωτίαν εις όλας τας εναπολειφθείσας οικίας, και ανεχώρησεν εις τα Μεσσηνιακά φρούρια, αφήσας ακατάστρεπτον μόνην την εν Τριπολιτζά πύλην του Λεονταρίου από την οποίαν και εξήλθε μεθ' όλου του στρατού του, (την πρόληψιν αυτήν, δι' ήν εγκατέλιπεν ο Ιμπραχήμης ακατάστρεπτον την πύλην του Λεονταρίου, αυτός μόνος γνωρίζει)· υποκρυφθέντες δε περί τας 2,000 ιππείς έσωθεν της πόλεως, και έξωθεν εις τα κοιλώματα της πεδιάδος, ηχμαλώτισαν περί τους 80 όλους χωρικούς, εξ ών καί τινας γυναίκας, οι οποίοι έτρεξαν προθύμως εις την πόλιν, και ούτως υπήγε και το εναπολειφθέν τούτο στράτευμα κατά τα Μεσσηνιακά φρούρια· εμβήκαμεν λοιπόν κατά την ημέραν ταύτην και είδομεν την αθλίαν πόλιν ως άλλην Τρωάδα, δυσώδη και ακάθαρτον, ερριμένους κατά γης τους τοίχους των οικιών, εκτός εκείνων αι οποίαι εκάησαν την υστέραν ημέραν· τα πάντα ένα κυκεώνα, και συρφετόν ακαθαρσιών, και το περιεργότερον ότι τα πολλά μέρη είχον και άλας διεσπαρμένον· μόνος ένας οικίσκος κατά του Ναυπλίου την θύραν ενός πτωχού αγωγιάτου εσώθη, διότι δεν επίασεν η φωτία, και ένα κατώγαιον ενός οίκου· σώζονται και τα λουτρά της Ώρας του Τεφτέρ Κεχαγιά, ολίγαι κάμαραι των ξενοδοχείων, και των έξωθεν του αγίου Βασιλείου εργαστηρίων, και το διδασκαλείον, το οποίον είναι έμπροσθεν του αγίου Δημητρίου· κανόνια ευρέθησαν εις τα ερείπια του μεγάλου κανονοστασίου σώα 5 ορειχάλκινα, και 1 σιδηρούν, και τα λοιπά κατακομματιασμένα· καμμία άλλη ύλη, ή είδος δεν ευρέθη μέχρι βελόνης.
«Ο ανδρείος Κορέλλας (από το της Καρυταίνης χωρίον Αρκουδόρρευμα)
αναγκασμένος και πνέων εκδίκησιν, ώρμησε κατά του Ιμπραχήμη, και τον εκτύπησεν,
επειδή εν ώ ήρχετο αυτός εκ των φρουρίων προς το μέρος του Νησίου, ο γενναίος
Κορέλλας έστειλε τους στρατιώτας του εις ενέδραν και του ήρπασαν 15 μουλάρια, και
ελθόντες με την ιδίαν προθυμίαν να κάμουν το ίδιον και εις της Τζακώνας το χάνι,
εζωγρήθησαν και απεκεφαλίσθησαν 8· κατά την εκ Τριπολιτζάς λοιπόν ανεχώρησίν
του, τού έκαμαν ακροβολισμόν εις το Βαλτέτζι, ώστε εάν εβιάζετο ένεκα τούτου να
διορίση το εις Τρίπολιν ενεδρεύον ιππικό να έλθη προς βοήθειάν του, ήθελε πιάσει
πολλούς αθώους, οίτινες έτρεξαν εις την πόλιν αμέσως, διά να προκαταλάβουν τας
ιδιοκτησίας των από την πυρκαϊάν.
«Κρημνίσαντες δε το τείχος, μετά την προσευχήν των, εφώναξαν ελληνικά, διά να τους
ακούσουν οι εις τας ακρωρείας Έλληνες.
«Και το Ανάπλι είθε ούτω».
«Τοιαύτα είναι τα μνημεία τα οποία ο θηριώδης ούτος βάρβαρος αφίνει εις την γην, την οποίαν εις μάτην ηγωνίσθη τρία έτη, ελπίζων να κατεξουσιάση.»
Οι παρευρεθέντες Έλληνες εις τα πέριξ Τριπολιτζάς.
Ούτως ο Ιβραχήμ κατακαύσας την επί Τουρκοκρατίας πρωτεύουσαν της Πελοποννήσου Τρίπολιν (Τριπολιτσάν) απήλθεν εις νότια Μεσσηνιακά φρούρια, ένθα είχε προαποστείλει υπό τον Σουλεϊμάν Μπέην τον στρατόν, τους αιχμαλώτους και τα πολεμεφόδια.
Ο Καποδίστριας σκοπών κυρίως την όσον τάχος ελευθέρωσιν της Πελοποννήσου και την επιθεώρησιν του στρατού, απεφάσισε να αναβάλη την κατ' Απρίλιον σύγκλησιν της Εθνοσυνελεύσεως, εφ' ώ και έγραψε προς το Πανελλήνιον ζητών την γνώμην αυτού περί της αναβολής ένεκεν της μη προπαρασκευής εντός τριμήνου των αναφορών και των σχετικών νόμων περί ών ήθελεν αποφασίσει η Εθνοσυνέλευσις (2 Απριλίου). Το δε Πανελλήνιον τη 5 του αυτού μηνός απαντήσαν τω εγγράφω του Κυβερνήτου έγραφεν ότι είναι σύμφωνον καθ' όλα προς την γνώμην αυτού και αναβάλλεται η Εθνοσυνέλευσις δι' ευθετωτέραν περίστασιν, του μεταξύ χρόνου εις πολεμικάς προπαρασκευάς καταναλισκομένου εις την εκδίωξιν των Αράβων εκ της Πελοποννήσου, οίτινες μετέδωκαν την ολεθρίαν πανώλη εις το διαμέρισμα της Γαστούνης, εν Ύδρα και Σπέτσαις και αλλαχού και επαπειλούσαν να διαδοθή και εις άλλα μέρη, άπερ εμάστιζεν ο τύφος και η ευφλογία, ως το Ναύπλιον και την Νάξον και εις την καταπολέμησιν αυτής δι' όλων των δυνατών μέσων, οίον καθαριότητος, καθαρτηρίων, υγειονομικών ζωνών και άλλων αντιμολυσματικών μέσων, άπερ τέως ήσαν άγνωστα εν Ελλάδι. Ο Καποδίστριας επί τούτω επεσκέψατο (26 Απριλίου) τας Σπέτσας και τη 28 του αυτού την Ύδραν αυτοπροσώπως καταγινόμενος εις τας περί υγειονομίας, ως ιατρός, διατάξεις. Τη 2 δε Μαΐου ο αδελφός του Κυβερνήτου Βιάρος ως πληρεξούσιος της Κυβερνήσεως, αφίκετο εις Ύδραν μετά στρατού εκ του εκ Χίου επιστρέψαντος σώματος του Φαβιέρου και περιεκύκλωσε την νήσον διά ζώνης στρατιωτικής απαγορευούσης την μετά της Πελοποννήσου συγκοινωνίαν και απομονούσης τους προσβαλλομένους. Τοσαύτην όμως επεδείξατο αυστηρότητα επιβαίνων οτέ μεν του Αντζήλου, ότε δε του Νέλσωνος και κεραυνοβολών προκηρύξεις, ώστε μάλλον έβλαψε τον αδελφόν, ως διοικητής των νήσων εκείνων, ή ωφέλησε συντελέσας εις την καταστολήν της επιδημίας. Συνέβησαν μεν και σποραδικά τινα κρούσματα εν Αιγίνη, αλλά το κακόν προυλήφθη ταχέως, άνευ λήψεως ουδενός κατασταλτικού μέτρου, εξ ού οι αντίθετοι αυτού έλεγον, ότι ο Καποδίστριας επενόηοε λοιμόν ίνα επιτύχη την αναβολήν της Εθνοσυνελεύσεως! Του κακού όπως δήποτε καταπολεμηθέντος, ο Κυβερνήτης επεσκέψετο την 18 Ιουνίου την Μονεμβασίαν, εν ή έθηκε φρούραρχον τον δαφνοστεφή Κωνσταντίνον Κανάρην, ενήργησεν όπως οι κυβερνήται του συμμαχικού στόλου επισκέψωνται τον Ιβραήμ Πασάν και πείσωσιν αυτόν, ίνα παύση τας δηώσεις της Πελοποννήσου. Ουχ ήττον όμως οικτρώς είχον τότε και τα των Αιγυπτίων και των εν Κορώνη Αλβανών, εξ ών 2,500 στερούμενοι τροφών δραπετεύσαντες τη 2 Ιουνίου και προσβληθέντες υπό του Ιβραήμ εν τω στενώ του Κλειδίου ητήσαντο παρά των Ελλήνων ίνα επιτρέψωσιν αυτοίς την εκ της Πελοποννήσου αποχώρησιν· και δεκτού τούτου γενομένου υπό την φυλακήν του Κολοκοτρώνη, Αυγουστίνου Καποδιστρίου και άλλων οπλιταρχών, εξήλθον της Πελοποννήσου, απήλθον εις Μέγαρα και εκείθεν φοβηθέντες τους εκεί εστρατοπεδευμένους Έλληνας μετέβησαν εις Ρίον, ένθεν, μετά τον φόνον του φρουράρχου αυτού Δελή Αχμέτ συμπαραλαβόντες και τους εκεί ομοφύλους απήλθον, δι' Αντιρρίου, εις τα ίδια απαλλάξαντες την Πελοπόννησον της μυσαράς αυτών παρουσίας. Ο δε Καποδίστριας αφείς την Μονεμβασίαν μετέβη εις Μεθώνην, την εκ Μεθώνης δ' απέπλευσεν εις Κανδύλαν, εν ή επεσκέψατο το υπό τον Τσουρτς στρατόπεδον, είτα τον Κάλαμον, το Δραγαμέστον και τέλος απέβη τη 8 Ιουλίου και έφθασεν εις Αλμυρόν, οπόθεν επεσκέψατο το Νησίον, την Μικρομάνην, την Φρουζάλαν, το Λεοντάρι, την Τρίπολιν, τους Μύλους του Ναυπλίου (13 Ιουλίου), και τα Μέγαρα. Τούτων γινομένων, άγγελμα ευάρεστον κατέφθασε τοις Έλλησιν εκ της φιλελευθέρου Γαλλίας, ότι στρατός ητοιμάζετο, όπως ελθών εκδιώξη τους Τούρκους εξ Ελλάδος. Και όντως εν Τουλώνι 14,000 Γάλλων μετά 1500 ίππων διηρημένοι εις τρεις μοίρας (58) υπό τους μοιράρχους Τιβούρτιον Σεβαστιάνην, Χυγονέ και Σνέιδερ απέπλευσαν εκ Γαλλίας συμφώνως τω εν Λονδίνω πρωτοκόλλω τη 7)19 Ιουλίου 1828, δι' ού αι ευεργέτιδες δυνάμεις συνεφώνησαν εις την αποστολήν εις Ελλάδα γαλλικού στρατού «διά να πολιορκήση αυστηρώς τα στρατεύματα τον Ιβραχήμ». Του αρχιστρατήγου Μαιζών ειπόντος τάδε: «Μέγα και ευγενές έργον ανατίθησιν ημίν ο βασιλεύς, συνευδοκούντων των αυτού συμμάχων. Πέμπεσθε όπως απαλλάξητε της κακώσεως ενδοξότατον λαόν. Το έργον τούτο τιμών την Γαλλίαν και καθιστών αυτήν αξίαν ευφημιών πάντων των γενναία φρονούντων ανδρών ανοίγει υμίν δόξης στάδιον. Υμείς γινώσκετε τίνι τρόπω μέλλετε να διανύσητε αυτό το φρόνημα υμών και ο ενθουσιασμός παρέχουσί μοι πάσαν εγγύησιν. Μετά τον δέκατον τρίτον αιώνα το πρώτον ήδη μετ' ου πολύ αι γαλλικαί σημαίαι εμφανισθήσονται κατά τας ακτάς της Ελλάδος εις ελευθέρωσιν των Ελλήνων. Στρατιώται, νέαν λαμπρότητα αναμένει ο θρόνος και η πατρίς εκ των υμετέρων θριάμβων· όπως και αν ώσι τα καθ' υμάς, μη αμνημονήσητε οία τιμαλφή συμφέροντα επετράπησαν υμίν στερήσεις και κακουχίας έξετε· υπομενείτε ταύτας γενναίως· οι αρχηγοί δώσουσιν υμίν το παράδειγμα».
Κανάρης
Κατέπλευσαν δ' αι μεν δύο μοίραι τη 17 Αυγούστου υπό τον Μαιζών εις το παρά την Κορώνην Πεταλίδι, τη δε 20 του αυτού και η υπό τον Σνέιδερ.
Σημειούσθω δ' ότι η γαλλική αύτη υπό τον Μαιζών κατοχή της Πελοποννήσου απεφασίσθη συνεπεία της κηρύξεως του μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας πολέμου του καταλήξαντος εις την συνθήκην της Αδριανουπόλεως της αναγνωρισάσης την Ελλάδα ανεξάρτητον της Τουρκίας συμφώνως προς το πρωτόκολλον της 7)19 Ιουλίου. Αιτία δε του ρωσο-τουρκικού τούτου πολέμου υπήρξεν ήδε:
Ο αυτοκράτωρ της Ρωσίας Νικόλαος μεμνημένος της προσβολής της περιγενομένης τη σημαία αυτού κατά την ναυμαχίαν του Ναυαρίνου, προφασιζόμενος δ' αφ' ετέρου και την μη υπό Πύλης εκτέλεσιν των εν τη συνθήκη του Άκκερμαν (24]6 8βρίου 1826), εκήρυξε τη Τουρκία τον πόλεμον τη 20 Απριλίου 1828, μικρόν δε μετά ταύτα (26 Απριλίου) ο εξ 100,000 ανδρών Ρωσικός στρατός διέβη τον Προύτον, εισήλασεν εις Ιάσιον και Βουκουρέστιον, εν ώ εν Ασία ο στρατηγός Κούνεβιτς κατέλαβε την Έρζρουμ. Επειδή δε ο Σουλτάν Μαχμούτ απέμενεν αποκρούων πάντα μετά των Ελλήνων συμβιβασμόν, αι δε δυτικαί δυνάμεις συμφέρον είχον να μη αφήσωσι το πεδίον ελεύθερον εις μόνην την Ρωσίαν, απεφασίσθη, ως είπομεν, η υπό Γαλλικού στρατού κατοχή της Πελοποννήσου, και τη 5 Αυγούστου (1828) ο στρατηγός Μαιζών μετά 14,000 Γάλλων και 1500 ίππων απεβιβάζετο εις Πεταλίδι· ο Ιμβραήμ δεν ετόλμησε ν' αντιστή και μετ' ου πολύ εξεκένωσε την Πελοπόννησον και έφυγεν εις Αλεξάνδρειαν, καίπερ λαμβάνων εκ Κωνσταντινουπόλεως διαταγάς να μη απέλθη, (14-26 Σεπτεμβρίου), δυνάμει της τη 6]18 Αυγούστου 1828 μεταξύ του Μεχμέτ Αλή Βεζύρου της Αιγύπτου, και του υποναυάρχου Ε. Κόδριγκτων γενομένης Συνθήκης, ήτις είχεν ως εφεξής:
«Αι αλλεπάλληλοι αναφοραί του Ιμπραχήμ Πασά αρχιστρατήγου του εν Πελοποννήσω αιγυπτιακού στρατεύματος καταπείσασαι τον Βεζύρην της Αιγύπτου Μεχμέτ Αλήν, ότι είναι απολύτως αδύνατον να διαμείνη ο υιός του πλειότερον καιρόν εις την φρικτήν θέσιν, εις την οποίαν κατήντησαν τα στρατεύματά του, εξ αιτίας της παντελούς ελλείψεως των προς το ζην αναγκαίων, τον έβαλον συγχρόνως εις την λυπηράν ανάγκην να διατάξη τον Ιμπραχήμ Πασάν να συνέλθη εις διαπραγμάτευσιν μετά των Ε. ναυάρχων των εν ταις θαλάσσαις της Ανατολής στόλων των συμμάχων Δυνάμεων, διά να επιτύχη συνθήκην έντιμον δι' αυτόν, διά τα στρατεύματά του, και διά τα συμφέροντα της υψ. οθωμανικής Πύλης, την οποίαν διετάχθη να υποστηρίξη και υπερασπισθή εις την Πελοπόννησον.
»Δυνάμει της αδείας ταύτης ο Ιμπραχήμ Πασάς έλαβε την 6 του παρελθόντος Ιουλίου συνέντευξιν μετά των Ε. ναυάρχων Δεριγνύ και Εϊδήνου, και του μοιράρχου Κάμπελ. Εις την συνέντευξιν ταύτην ο Ιμπραχήμ Πασάς ωμολόγησεν επισήμως, ότι ήτον έτοιμος ν' αναχωρήση εκ του τόπου, αλλά δεν ήθελεν εισβή ούτ' αυτός, ούτε τα στρατεύματά του, ειμή εις πλοία τουρκικά.
»Υπεσχέθη να μη πάρη αιχμαλώτους Έλληνας με τα στρατεύματά του, ανεβόησε κατά του ζητήματος, το οποίον έγεινε προς αυτόν του ν' απολύση τους αιχμαλώτους τους μετά την εν Νεοκάστρω ναυμαχίαν μεταφερθέντας εις Αίγυπτον, λέγων, ότι τούτο δεν εξήρτητο από αυτόν, ούτε είχε την εξουσίαν να το κάμη· ουδείς λόγος έγεινε περί των φρουρίων των από τα αιγυπτιακά στρατεύματα κατεχομένων, περί της τύχης των οποίων έμελλε να αποφασισθή, όταν ο Ε. ναύαρχος Κόδριγκτων ήθελεν ανταμώσει εις Κέρκυραν τους συναδέλφους του.
»Συμβουλίου συγκροτηθέντος παρά του Ιμπραχήμ Πασά, απεφασίσθη να υπάγη ο ναύαρχος Κόδριγκτων εις Αλεξάνδρειαν, να διαπραγματευθώσιν οριστικώς μετά του Μεχμέτ Αλή Πασά τας προτιθεμένας ήδη συνθήκας, αίτινες δεν ετελειώθησαν εις την συνέντευξιν της 6 Ιουλίου, και να συμφωνήσωσι περί των επιτηδείων μέτρων εις αποπραγμάτωσιν της αναχωρήσεως.
»Και τω όντι σήμερον την 6 Αυγούστου 1828 ο Ε. ναύαρχος Κόδριγκτων παρουσιασθείς εις τον Μεχμέτ Αλή Πασάν εν ιδιαιτέρα συνεντεύξει, παρόντων μόνον των ΚΚ. Δροβέτση Γεν. Προξένου της Χ. Α. Μ. και Βάρκερ Προξένου της Β. Α. Μ., του Μοιράρχου Κάμπελ, του Καπετάν Ριχάρδ, του Κ. Ε. Κούρζον, και του Κ. Α. I. Κόδριγκτων, αφ' ού ικανόν διελέχθησαν περί των κυριωτέρων άρθρων της αναχωρήσεως των αιγυπτιακών στρατευμάτων εκ των εν Πελοποννήσω παρ' αυτών κρατουμένων φρουρίων, και της απολυτρώσεως των Ελλήνων αιχμαλώτων των μετά την ναυμαχίαν Νεοκάστρου μεταφερθέντων εκ Πελοποννήσου εις Αίγυπτον, κατά την οποίαν συνδιάλεξιν ο Βεζύρης εσπούδασε, προ πάντων, ν' αποδείξη την αφροσύνην με την οποίαν οι εφημεριδογράφοι της Αγγλίας και της Γαλλίας εμεγάλυναν τον αριθμόν των αιχμαλώτων τούτων, και τας ταλαιπωρίας, τας οποίας υπέφερον εις την Αίγυπτον, συνεφωνήθη ν' αναχωρήσωσιν εκ της Πελοποννήσου τα αιγυπτιακά στρατεύματα κατά τα εξής.
»α'. Ο Υ. Μεχμέτ Αλή Πασάς υπόσχεται ν' απολύση τους αιχμαλώτους Έλληνας τους μετά την ναυμαχίαν του Νεοκάστρου μεταφερθέντας εκ Πελοποννήσου εις Αίγυπτον.
»Όσον δε περί εκείνων, οίτινες ευρίσκονται εις την εξουσίαν, ιδιαιτέρων, η Α. Υ. υπόσχεται να μεσιτεύση δραστηρίως, ώστε οι Κύριοι Πρόξενοι των συμμάχων Δυνάμεων να δυνηθούν να εξαγοράσωσι τους πλειοτέρους εξ αυτών και με τας όσον το δυνατόν καλητέρας συμφωνίας· ο δε Ε. ναύαρχος Κόδριγκτων υποχρεούται πάλιν να ενεργήση την απαλλαγήν όλων των στρατιωτών, ή υπηκόων Αιγυπτίων, των ευρισκομένων αιχμαλώτων παρά τοις Έλλησι, καθώς και των αξιωματικών, και ναυτών της αιγυπτιακής Κορβέτας της υπό των Ρώσων συλληφθείσης εις τα παράλια της Μεθώνης.
«β'. Ο Υ. Μεχμέτ Αλή Πασσάς να στείλη όσον τάχιστα όλα τα υπό την εξουσίαν του πολεμικά και φορτηγά πλοία, διά να υπάγουν εις Νεόκαστρον να λάβουν όλα τα αιγυπτιακά στρατεύματα, τα οποία θέλουν αναχωρήσει ολοτελώς εκ Πελοποννήσου όσον τάχιστα.
«γ'. Τα πολεμικά και φορτηγά πλοία θέλουν συνοδευθή από αγγλικά ή γαλλικά πλοία, και θέλουν έμβει μετ' αυτών εις τον λιμένα του Νεοκάστρου, ή εις άλλους λιμένας της Πελοποννήσου διά τον άνω ειρημένον σκοπόν.
«δ'. Τα πλοία ταύτα μετά τον εκ Νεοκάστρου απόπλουν των θέλουν συνοδευθή επίσης έως της εμφανίσεως του λιμένος της Αλεξανδρείας.
«ε'. Ούτε ο Ιμπραχήμ Πασσάς, ούτε κανείς αξιωματικός εκ της οικίας, ή του στρατεύματός του, τέλος πάντων κανείς εκ των αναχωρούντων δεν θέλει δυνηθή να πάρη κανένα Έλληνα, εκτός εάν αυτός εκείνος θέλη, είτε ανήρ, είτε γυνή, είτε παιδίον είναι.
«ς'. Ο Ε. Ιμπραχήμ Πασσάς αναχωρών εκ Πελοποννήσου, θέλει δυνηθή ν' αφήση εις τα φρούρια των Πατρών, Χλουμουτζίου, Μεθώνης, Κορώνης, και Νεοκάστρου φρουράν ικανήν εις υπεράσπισίν των.
Εγένετο εν Αλεξανδρεία της Αιγύπτου, ημέραν, μήνα, και έτος τ' ανωτέρω.
(Τ. Σ.) Σφραγίς του Πασσά.
ΕΔ. ΚΟΔΡΙΓΚΤΩΝ.
Αλλά και μετά την εν Ναυαρίνω (8]20 Οκτωβρίου 1827) σωστικήν διά την Ελλάδα ναυμαχίαν, ήτις θεωρείται αποκλειστικόν έργον του Άγγλου ναυάρχου Κόδριγκτων, η Πύλη πάλιν δεν ήθελε να υποχωρήση εις τα της συνθήκης της 24]6 Ιουλίου 1827, προσκληθείσα δε βραδύτερον τη 12 Νοεμβρίου των εν Κωνσταντινουπόλει πρεσβευτών των ευεργετίδων δυνάμεων, να αναγνωρίση τα διά της συνθήκης εκείνης εύλογα δίκαια των Ελλήνων, απεποιήθη και αύθις, όθεν τη 26 Νοεμβρίου οι πρεσβευταί ανεχώρησαν εκ Κωνσταντινουπόλεως κατευθυνόμενοι εις Κέρκυραν, κατά διαταγήν των οικείων κυβερνήσεων, όπως από κοινού μετά του Κυβερνήτου (8 Απριλίου 1828) φροντίσωσι περί της οριστικής λύσεως του ελληνοτουρκικού ζητήματος κατά το πνεύμα της συνθήκης της 24]6 Ιουλίου. Αλλ' οι πρεσβευταί ούτοι γράψαντες προς τον Καποδίστριαν εζήτουν πληροφορίας στατιστικάς περί της Ελλάδος, ίνα έχωσιν αυτάς υπ' όψει κατά τας εν Πόρω μελλούσας συνδιασκέψεις αυτών, ως είχεν αναγγείλει τω Καποδιστρία ο Στ. Κάννιγγ. Επί τούτω ο κυβερνήτης απηύθυνεν εγκύκλιον προς τα μέλη του Πανελληνίου και τους εκτάκτους επιτρόπους των επαρχιών, δι' ών εζήτει τας παρά των ξένων πρεσβευτών αιτουμένας πληροφορίας εν συνόλω εις 28 ανερχομένας. Εζητήθη λ. χ. συνοπτική τις έκθεσις περί της εις τον αγώνα μετοχής των κατ' ιδίαν τμημάτων της Στερεάς και των νήσων παρείχετο δε ούτως ευκαιρία εις τον Καποδίστριαν να υπερμαχήση της θεωρίας των φυσικών ορίων συμπεριλαμβάνων και την Θεσσαλίαν. Εζητήθη οποίος ήτο ο σχετικός πληθυσμός Ελλήνων και Τούρκων κατά τε το 1821 και νυν, περί των προσφύγων, οίτινες συνεπεία των πολεμικών συμβάντων είχον κατέλθει εκ των πέραν του Ισθμού χωρών ζητούντες άσυλον, περί των βακουφίων, περί αγγαρειών και φόρων περί της εις τον Σουλτάνον περιελεύσεως αδεσπότων ή ακλήρων κτημάτων και της εθνικής εν γένει περιουσίας και τέλος περί των εις το Διβάνιον δοθέντων φόρων, περί εκκλησιαστικών δεκάτων, περί των πρώην τουρκικών κατά τόπους αρχών του τρόπου του διορισμού αυτών, και περί των δημοτικών δικαίων άτινα είχον απολειφθή τοις Έλλησιν υπ' αυτήν την τουρκικήν δεσποτείαν. Ο Καποδίστριας απαντών το τελευταίον ζήτημα, περί των γενομένων εις το ελληνικόν πολίτευμα μεταβολών από του 1821, εξέθηκεν, εν βραχεία συνόψει, τα έργα των τριών εθνικών συνελεύσεων, και συνεπέρανε πανηγυρίζων θερμώς το ίδιον αυτού κυβερνητικόν σύστημα, όπερ, ως παρετήρει, εκυρούτο διά της καθολικής ψηφοφορίας του έθνους. Αλλ' η βραδύτης της αποστολής των πληροφοριών αφ' ενός και η έλλειψις αφ' ετέρου τακτικής συγκοινωνίας έπεισαν τον Καποδίστριαν να σκεφθή περί ιδρύσεως επισήμου του Κράτους Ταχυδρομείου, εφ' ώ και κατά Σεπτέμβριον 1828 διά διατάγματος εκ Πόρου χρονολογουμένου συνίστα την ιδρυσιν Ταχυδρομείου και εξέθετε τον διοργανισμόν αυτού κατά τα πρότυπα των ευρωπαϊκών. Σημειωτέον όμως ότι το ταχυδρομείον τούτο διά τα εντός του Κράτους δεν ήτο υποχρεωτικόν, ο δε θέλων ηδύνατο να αποστείλη ό,τι ήθελε δι' άλλης προσφορωτέρας οδού· ουδεμίαν δε σύμβασιν είχε και μετά των εξωτερικών ταχυδρομείων, προς ά αι αποστολαί ενηργούντο δι' ιδιαιτέρων ευκαιριών. Ιδρύθησαν δε ταχυδρομικά γραφεία εν Άργει, εν Τριπόλει, εν Επιδαύρω και Σύρω, ών διευθυντάς διώρισε τους οικείους υγειονόμους. Εν δε τω εσωτερικώ της χώρας ένθα δεν υπήρχον υγειονόμοι, ανετέθη η διεύθυνσις αυτών ενί των δημογερόντων του τόπου. Δυστυχώς όμως εν τη λειτουργία των ταχυδρομείων μεγάλη κατεδείχθη επέμβασις της Κυβερνήσεως, ήτις έστιν ότι το απόρρητον των πεμπομένων επιστολών μη σεβομένη αποσφράγιζε και ανεγίνωσκεν αυτάς προς ζημίαν των αλληλογραφούντων. Ούτω δε διά της αποσφραγίσεως και παραβιάσεως των επιστολών, συνελήφθησαν πολλοί τε άλλοι επίσημοι Έλληνες και ο κληρικός Θεόκλητος Φαρμακίδης, όστις γράφων προς τον φίλον αυτού Μ. Ρούφον εξέφραζε την χαράν επί τω πρωτοκόλλω της 10]22 Μαρτίου 1829 και την κατά του Κυβερνήτου δυσαρέσκειαν αυτού και εφυλακίσθη επί ολόκληρον εξάμηνον.
Εν τω μεταξύ οι πρέσβεις των ευεργετίδων δυνάμεων κατέφθασαν εκ Κερκύρας εις Πόρον, όπου, ως επιτετραμμένος παρά τω Κυβερνήτη εστάλη υπό της Ρωσίας ο κόμης Μάρκος Βούλγαρης, ολίγον δε βραδύτερον και ο Εδουάρδος Δάουκινς, ως επιτετραμμένος της Αγγλίας παρά τω Καποδιστρία. Η αποστολή των αντιπροσώπων τούτων Αγγλίας και Ρωσίας ως και η αποστολή του Γαλλικού στρατού και του βαρώνου Ζουσσώ Δεσαινδενύ (59) ως επιτετραμμένου της Γαλλίας ήτο σημείον ευχάριστον, ότι ανεγνωρίσθη η προσωρινή κυβέρνησις της Ελλάδος υπό των τριών ευεργετίδων δυνάμεων. Εν τούτοις, διά της συνεννοήσεως των εν Πόρω πρέσβεων (Αύγουστος — Δεκεμβρίου 1828) εξηκολούθει η εις τον στρατόν της κατοχής παράδοσις των φρουρίων υπό του Ιβραχήμ. Παρεδόθησαν δε (24 Σεπτεμβρίου-18 Οκτωβρίου 1828) και τα φρούρια Νεοκάστρου, Κορώνης, Μεθώνης, Χλουμουτσίου, Πατρών και Ρίου, άπερ κατά την ήν ανεγράψαμεν ανωτέρα συνθήκην του Κόδριγκτων και Μεχμέτ Αλή κατείχοντο υπό Τούρκων και υψώθησαν επ' αυτών αι των συμμάχων σημαίαι.
Μετά την εκκένωσιν της Πελοπονήσου από των Αράβων οι πληρεξούσιοι των τριών δυνάμεων Γαλλίας, Αγγλίας και Ρωσίας υπέγραψαν το πρωτόκολλον τόδε:
«Πρωτόκολλον της εν τω Αρχείω των Εξωτερικών γενομένης συνδιαλέξεως τη 4)16 Νοεμβρίου 1828:
«Παρόντες: Οι πληρεξούσιοι της Μεγάλης Βρεττανίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας.
«Ο πληρεξούσιος της Γαλλίας εκοινοποίησεν ότι η πολεμική εκστρατεία, ήτις απεφασίσθη υπό του πρωτοκόλλου της 7)19 του παρελθόντος Ιουλίου (60) επλήρωσε τον κατ' ευθείαν και άμεσον όρον αυτής, εμποδίζουσα όλως διόλου τας εχθροπραξίας εις την Πελοπόννησον και αναγκάζουσα τα τουρκικά αιγυπτιακά στρατεύματα να αναχωρήσουν εκείθεν. Καθυπέβαλεν επομένως εις συμβούλιον διάφορα σχέδια, άπερ εμπεριέχονται εν τω επισυναπτομένω υπό στοιχείων Α υπομνήματι και άπερ αποβλέπουσιν εις το να εξασφαλίσωσιν από νέας εχθρικής επιδρομής τα υπό της συμμαχίας ελευθερωθέντα μέρη, καθ' ήν στιγμήν τα Γαλλικά στρατεύματα ετοιμάζονται να αναχωρήσωσιν.
«Οι κκ. Πληρεξούσιοι της Μεγάλης Βρεττανίας και της Ρωσίας εξετάσαντες τα υπό του πληρεξουσίου της Γαλλίας παρουσιασθέντα σχέδια εγνωστοποίησαν, ο πρώτος διά του επισυναπτομένου υπό στοιχείον Β, και ο δεύτερος διά του υπό στοιχείον Γ, εγγράφου, οποίον σχέδιον νομίζουσι κάλλιον να αποδεχθώσι.
«Τότε οι τρεις πληρεξούσιοι συνεφώνησαν:
«Να αφήσωσιν εις την Γαλλικήν Κυβέρνησιν να κρίνη αν είναι αναγκαίον, μετά την αναχωρήσιν των Γαλλικών στρατευμάτων από της Πελοποννήσου, να μένη εκεί προς καιρόν εν σώμα στρατιωτικόν.
«Η Πελοπόννησος, αι παρακείμεναι νήσοι και αι κοινώς καλούμεναι Κυκλάδες να τεθώσιν υπό την προσωρινήν εγγύησιν των τριών Αυλών, έως ού απεφασισθή οριστικώς η τύχη της Ελλάδος μετά της συγκαταθέσεως και της Πύλης, χωρίς να εννούν διά τούτου να προαποφασίσωσιν εις το παραμικρόν το περί των οριστικών ορίων της Ελλάδος ζήτημα, όπερ θέλει αποφασισθή εν ταις μετά της Τουρκίας νέαις διαπραγματεύσεσι.
«Και προς τούτοις εσυμφώνησαν να γνωστοποιήσουν αι τρεις Αυλαί άνευ αναβολής εις την Οθωμανικήν Πύλην, διά διακηρύξεως ήν θέλει προσκληθή ο εν Κωνσταντινουπόλει πρεσβευτής των Κάτω Χωρών να εγχειρίση, ότι λαμβάνουσι την Πελοπόννησον, τας παρακειμένας νήσους και τας Κυκλάδας υπό την προσωρινήν εγγύησίν των. Η γνωστοποίησις αύτη επισυνάπτεται εις το παρόν πρωτόκολλον.
Άβερδην, Πολινιάκ, Λίβεν
Εν τω μεταξύ δε εν τω εκτός του Ισθμού Ελλάδι, ενώ μετά απόπειραν (11-13 Σεπτεμβρίου) περί καταλήψεως του Αμβρακικού κόλπου διά στολίσκου υπό τον Πασάνον επί τέλους τη 21 Σεπτεμβρίου εισήλθον εις τον κόλπον υπό τους ανδρείους Ανδρέαν Κωφόν, Κωνσταντίνον Θεοφίλου και Αναστάσιον Παρασκευάν, εβύθισαν εκ των 10 τουρκικών πλοίων μίαν κανονοφόρον, ηνάγκασαν να εξέλθη έν δικάταρτον εις Σαλαχώραν. Κατά γην δε ο στρατός υπό τον φιλέλληνα Δενσέλον κατέλαβε το Λουτράκι και διέκοψε την συγκοινωνίαν μεταξύ Καρβασαρά, ός μόλις τη 13 Απριλίου 1829 παρεδόθη, και Πρεβέζης. Αι δε εις Μέγαρα εκ Τροιζήνος πεμφθείσαι χιλιαρχίαι καίπερ εις 8,000 πληθυνθείσαι επί επτά μήνας διετέλουν άεργοι. Επί τέλους εξεστράτευσαν (11 Αυγούστου 1828) η προπορεία υπό τον Κίτσον Τσαβέλα και Ιωάννην Στράτον, εκυρίευσαν των επαρχιών Λοιδωρικίου και Μαλανδρίνου εκδιώξαντες τους εν αυταίς Τούρκους. Μάτην δ' επειράθησαν ο Αχμέτ Πρεβίστας κλεισθείς μέχρι της 22 Οκτωβρίου εν Λομποτινοίς και οι Οσμάν πασάς και Ασλάμ Μπέης σπεύσαντες εξ Υπάτης ναντιστώσιν. Ωσαύτως απέτυχε νικηθείς (22 Οκτωβρίου) και ο φρούραρχος Αμφίσσης Μεχμέτ Δέβολης εκστρατεύσας εις Αντίρριον κατά του Πανομάρα και του Μαστραπά. Μετά δύο δ' ημέρας (24 Οκτωβρίου) εξεστράτευσε και σύμπας ο εν Μεγάροις στρατός ηγουμένου του αρχιστρατήγου Δημητρ. Υψηλάντου. Η προπορεία αυτού ηνάγκασε (30 Οκτωβρίου) 200 Τούρκους κεκλεισμένους εν τη μονή του Αγίου Σεραφείμ (Δομπού) κειμένη επί των νοτίων υπωρειών του Ελικώνος να παραδοθώσι τυχόντες όρων επιεικεστάτων, ως και οι μετά δύο ημέρας εν Στεβενίκω παραδοθέντες κατά δήλωσιν αυτών τούτων γραφείσαν εν Στεβενίκω τη αυτή ημέρα της παραδόσεως (2 Νοεμβρίου 1828). Αυθημερόν δε ανεκτήθη υπό των Ελλήνων η υπό του Καραϊσκάκη δοξασθείσα Αράχωβα. Κατά τας ημέρας ταύτας (2-5 Νοεμβρίου) κατέλιπον τοις Έλλησιν αμαχητί και τον Ζεμενόν, την μονήν του Οσίου Λουκά, την Λεβαδείαν, την Σκρηπούν (Ορχομενόν), την επαρχίαν Αταλάντης, το Τουρκοχώρι, την Βουδωνίτσαν και είτα την Ιτέαν και την Άμφισσαν (17 Νοεμβρίου) αντιστάντων μόνον (9 Νοεμβρίου) των εν Κακή Σκάλα και Άμπλιανη Αλβανών, εξ ών επί τέλους εκείνοι μεν διεσκορπίσθησαν φονευθέντων τινών, ούτοι δε εισελθόντες εις Άμφισσαν παρεδόθησαν (17 Νοεμβρίου) διά συμβάσεως συν τη εν αυτή υπό τον Μεχμέτ Δέβολην φρουρά· είτα άπασα η Ανατολική Ελλάς ηλευθερώθη μέχρι Λαμίας εξαιρουμένων των Θηβών και της Αττικής. Εν δε τη Δυτική Ελλάδι μετά την αναχωρήσιν (23 Νοεμβρίου) των εν Καρπενησίω Τούρκων κατείχετο υπ' αυτών μόνον η Βόνιτσα, ήτις και αύτη εκυριεύθη (17 Νοεμβρίου) εξ εφόδου. Μετ' ου πολύ δε (23 του αυτού) η «Καρτερία» εκυρίευσε μεταξύ Στυλίδος και Ευβοίας μιας κανονιοφόρου και τριών εμπορικών πλοίων, εν δε τω Αμβρακικώ κόλπω ηφάνισαν όσα εκεί υπήρχον τουρκικά πλοία Έλληνες ναύται υπό τον Ανδρέαν Τενεκέν, όστις και έπεσεν ανδρείως πολεμήσας. Ενώ δε κατά γην, έν τε τη Πελοποννήσω και τη Στερεά Ελλάδι και κατά την περί την κυρίως Ελλάδα θάλασσαν υπεχώρουν οι Τούρκοι, τουναντίον εν Χίω και Κρήτη απεσβέννυτο τελέως η επανάστασις· και η μεν εν Χίω κατεστάλη λυθείσης (7 Μαρτίου 1828) της πολιορκίας του φρουρίου, ενώ λαβών 6,000 διστήλων ο Φαβιέρος παρά του Κυβερνήτου ηδύνατο να εξακολουθήση αυτήν. Εν δε Κρήτη μετά αψιμαχίας μικρού λόγου αξίας οι Έλληνες ηττήθησαν (18 Μαΐου 1828) παρά το Φραγκοκάστελλον, ότε έπεσε και ο ηρωικός ίππαρχος Χατζή-Μιχάλης, και απήλθον εκείθεν συνθηκολογήσαντες (21 του αυτού). Μετά ταύτα δε καίπερ ο μεν Μιαούλης κατέστρεψε (22 Μαΐου) τον τουρκικόν στόλον περί την Μιτυλήνην, οι δε Κρήτες ενίκησαν (2 Αυγούστου) εν Μαλάξα και Νεοκάστρω, η επανάστασις όμως εξέπνευσε (15 Οκτωβρίου 1828) προτάσει του Άγγλου ναυάρχου, ουδ' ηδύνατο να διατηρηθή ελλείψει των επιτηδείων.
Εντούτοις, καίπερ αποχωρησάντων πάντων των τουρκικών φρουρών εκ τε της Πελοποννήσου και εκ της Στερεάς Ελλάδος, ο Μαχμούτ πασάς εξεστράτευσεν εκ Λαμίας διά Θερμοπυλών (24 Δεκεμβρίου 1828) συνεννοηθείς μετά του Ομέρ πασά της Καρύστου, ίνα αυτός μεν διά Λαμίας και Ορχομενού, εκείνος δε διά Θηβών προσβάλωσι τους εν Μαρτίνω υπό τον χιλίαρχον Βάσσον Μαυροβουνιώτην Έλληνας, ηγούμενοι 5,000 πεζών και 500 ιππέων. Ο Βάσσος μαθών την κατ' αυτού μέλλουσαν επίθεσιν οχυρώθη, έπεμψε δε 200 άνδρας ίνα κατασκοπεύσωσι τον εχθρόν παρά την Λούτσαν και διέταξε τον μεν πρώτον πεντακοσίαρχον Τριαντάφυλλον Τσουράν να καταλάβη τας περί τα άκρα του χωρίου οικίας, τον δε δεύτερον Ιωάννην Κλίμακαν το κέντρον, αυτός δε έχων 100 λογάδας περιεσκόπει τα οχυρώματα. Άμα τη πρωία (29 Ιανουαρίου 1829) επεφάνη ο Μαχμούτ ηγούμενος του ιππικού, είπετο δε το πεζικόν. Οι Τούρκοι προσελθόντες εγγύς των οχυρωμάτων έστησαν επ' ολίγον και προσευξάμενοι εφώρμησαν κατά των ωχυρωμένων προχωρήσαντες μέχρι των μέσων οικιών του χωρίου· εγένετο αγών κρατερός. Οι εχθροί ει και εμάχοντο γενναίως, ουχ ήττον μετά δύο ωρών μάχην υπεχώρησαν ως εκτεθειμένοι εις το πυρ των Ελλήνων εκ του ασφαλούς βαλλόντων, οίτινες ιδόντες αυτούς κλονουμένους εξώρμησαν και έτρεψαν εις φυγήν, εφόνευσαν περί τους 250, ετραυμάτισαν πολλούς και κατεδίωξαν αυτούς μέχρι της Λάσπης. Ανέστειλε δε τον περαιτέρω διωγμόν και τον τέλειον διασκορπισμόν των εχθρών η αιφνιδία καταιγίς και ο ψυχρότατος άνεμος, μάλιστα δε ο φόβος μη τυχόν καταλιπόντες τα εαυτών οχυρώματα αίφνης προσβληθώσιν υπό του αναμενομένου Ομέρ πασά. Εκ δε των Ελλήνων ετραυματίσθησαν μόνον τρεις. Μετά την φυγήν, των Τούρκων οι ημέτεροι έλαβον πολλά λάφυρα, φορτηγικά ζώα, χρήματα, τρεις σημαίας, εξ ών μία σώζεται μέχρι τούδε εν τοις Ανακτόροις (Αθηνών). Εν τη μάχει ταύτη διέπρεψαν πάντες οι αξιωματικοί, ιδίως όμως ο Βάσσος, όστις πανταχού κατά την μάχην επεφαίνετο παροτρύνων, ενθαρρύνων και εφορμών ακράτητος κατά των εχθρών πεποιθώς και επί την βοήθειαν του προστάτου του οίκου αυτού αγίου Γεωργίου, ού την εικόνα επί εγκολπίου πάντοτε έφερεν. Ο Μαχμούτ πασάς κατατροπωθείς ετράπη εις φυγήν (10 Φεβρουαρίου 1829) προς την Λαμίαν, ο δε Ομέρ πασάς μαθών την ήτταν αυτού έφυγε και αυτός εις Εύβοιαν καταλιπών φρουράν εν Θήβαις.
Εν τούτοις αι Δυνάμεις εξακολουθούσαι τα περί της διαρρυθμίσεως της τύχης της Ελλάδος βουλεύματα αυτών, συνέταξαν εν Λονδίνω την 10)22 Μαρτίου 1829 το κατωτέρω πρωτόκολλον, δι' ού ώρισαν, ότι πάσαι αι προς μεσημβρίαν του Παγασητικού και του Αμβρακικού κόλπου Ελληνικαί χώρια, περιλαμβανομένης της Ευβοίας και των Κυκλάδων νήσων, θέλουσιν αποτελέσει Κράτος υποτελές μεν και υπόφορον τη Τουρκία, αλλά κυβερνώμενον υπό ιδίου κληρονομικού και Χριστιανού ηγεμόνος.
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟΝ ΤΟΥ ΕΝ ΛΟΝΔΙΝΩ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ
Τη 10)12 Μαρτίου 1829.
»Παρόντες: — Οι Πληρεξούσιοι της Μεγάλης Βρεττανίας, Γαλλίας και της Ρωσίας. Οι πληρεξούσιοι της συμμαχίας αναγνόντες τα επισυναπτόμενα εις το πρωτόκολλον έγγραφα υπό στοιχείον Α', Β', Γ', Δ', και λαβόντες αυτά εις σκέψιν απεφήναντο τάδε:
»Οι παρά τη οθωμανική Πύλη Πρέσβεις της Γαλλίας και Μεγάλης Βρεττανίας, άμα φθάσαντες εις Κωνσταντινούπολιν, θέλουσιν αρχίσει διαπραγμάτευσιν μετά της Τουρκικής Κυβερνήσεως εν ονόματι των τριών αυλών, αίτινες υπέγραψαν την Συνθήκην της 6 Ιουλίου 1827 περί της μελλούσης ειρηνοποιήσεως διοργανώσεως της Ελλάδος κατά τας κάτωθι σημειουμένας θέσεις.
»Οροθεσία της Στερεάς και των νήσων.
»Να προταθή εις την Πύλην, ότι η οροθετική γραμμή κατά μεν την Στερεάν, άρχεται από το στόμιον του Παγασητικού κόλπου, εκείθεν φθάνουσα εις την κορυφήν της Όθρυος, εκτείνεται κατ' ευθείαν μέχρι της κορυφής της προς Ανατολάς των Αγράφων, εν ή εστί το σημείον της ενώσεως μετά του Πίνδου. Εκ της ακρωρείας ταύτης η γραμμή κατέρχεται εις την κοιλάδα του Αχελώου, προς το μεσημβρινόν μέρος του Λεοντίνου, το οποίον μένει εις την Τουρκίαν είτα διέρχεται την σειράν του Μακρυνόρους, περιλαμβάνει εντός του Ελληνικού Κράτους το ομώνυμον στενόν του Μακρυνόρους, το από την πεδιάδα της Άρτης αρχόμενον και καταλήγει διά του Αμβρακικού κόλπου εις την θάλασσαν.
»Όλαι αι προς μεσημβρίαν της γραμμής ταύτης κείμεναι επαρχίαι θέλουσι συμπεριληφθή εις το νέον Ελληνικόν Κράτος.
»Αι νήσοι αι εις την Πελοπόννησον παρακείμεναι, η Εύβοια και αι κοινώς λεγόμεναι Κυκλάδες, θέλουν ωσαύτως συμπεριληφθή εντός αυτού τούτου του Κράτους.
Φόρος.
»Να προταθή εις την Οθωμανικήν Πύλην εν ονόματι των τριών Δυνάμεων, ότι οι Έλληνες θέλουσι πληρώνει εις αυτήν φόρον ετήσιον 1,500,000 γροσιών τουρκικών.
Διά να πρoληφθή πάσα τυχόν διαφορά θέλει προσδιορισθή άπαξ διά παντός και εν κοινή συγκαταθέσει η μεταξύ του τουρκικού γροσίου, και του ισπανικού ταλλήρου αναλογία.
Διά την αχρηματίαν εν ή ευρίσκεται η Ελλάς θέλει συμφωνηθή ότι αφ' ής στιγμής πρέπει να αρχίση η πληρωμή του φόρου, η Ελλάς θέλει πληρώσει εις την Πύλην, διά το πρώτον έτος ποσότητα όχι μικροτέραν του πέμπτου ούτε μεγαλειτέραν του τρίτου μέρους της ολικής ποσότητος του φόρου· ότι η ποσότης αύτη θέλει αυξάνει από έτους εις έτος έως ότου εν διαστήματι τεσσάρων ετών ο ετήσιος φόρος φθάση εις τον ανώτερον όρον των 1,500,000 γροσίων, άπερ η Ελλάς θέλει πληρώνει κατ' έτος άνευ της ελαχίστης αυξήσεως ή ελαττώσεως.
Αποζημίωσις.
Θέλει προβληθή τη Οθωμανική Πύλη να κανονισθή η εις το 2 άρθρον της συνθήκης της 6 Ιουλίου 1827 αναφερομένη αποζημίωσις κατά τον κατωτέρω τρόπον. Θέλουσιν είσθαι δεκτοί να παρουσιάσωσι τους τίτλους των:
1. Όσοι ιδιώται Οθωμανοί έχουν ιδιοκτησίας εις το νέον Ελληνικόν Κράτος.
2. Όσοι ιδιώται Οθωμανοί είτε ως επικαρπωταί, είτε ως κατά κληρονομίαν διαχειρισταί, προσεπορίζοντο ωφελείας από τα Βακούφια-Άδι εξαρτώμενα από τα τζαμία εντός του ρηθέντος κράτους, εκπιπτωμένων των δικαιωμάτων δι' ών ήσαν βεβαρημένα αυτά τα Βακούφια.
Οι εις τας άνω δύο τάξεις υπαγόμενοι ιδιώται Οθωμανοί, ών οι τίτλοι ήθελον ευρεθή εν τάξει, θέλουσιν έχει την άδειαν να πωλήσωσιν οι ίδιοι τας ιδιοκτησίας των εν διαστήματι ενός έτους, αφ' ού πρότερον εξοφλήσωσι τα ενυπόθηκα χρέη της ιδιοκτησίας των. Αν δεν ημπορέσωσιν εις το διάστημα τούτο να πωλήσωσι τας ιδιοκτησίας των, επιτροπή τις θέλει τας εκτιμήσει και αφ' ού άπαξ προσδιορισθή το χρεωστούμενον εις τους παλαιούς ιδιοκτήτας ή εις τους κληρονόμους των ή εις όποιον ανήκει ποσόν, η Ελληνική Κυβέρνησις θέλει δώσει, εις όσους έχουσι λαμβάνειν, έγγραφα υποχρεωτικά διά να εξοφληθώσιν εν εποχαίς προσδιωρισμέναις.
Η εξέτασις των τίτλων καθώς και η εκτίμησις των ιδιοκτησιών θέλει γείνει υπό μικτής επιτροπής συγκειμένης εξ Ελλήνων και Οθωμανών ίσου αριθμού εκατέρωθεν. Η επιτροπή αύτη θέλει επιφορτισθή να εξετάση εντός του βραχυτάτου χρονικού διαστήματος, πάσας τας απαιτήσεις και να αποφασίση περί της νομιμότητός των, θέλει προς τούτοις παραδεχθή γενικάς αρχάς δι' όσους απώλεσαν εν καιρώ της επαναστάσεως τα έγγραφά των και αι αρχαί αύται θέλουσι κοινοποιηθή προς τον έχοντα συμφέρον.
Διά την διάλυσιν ενδεχομένων διαφωνιών μεταξύ των Ελλήνων και Οθωμανών επιτρόπων και διά να ορισθή εν ταυτώ ο συντομώτερος τρόπος της εξοφλήσεως του χρέους, και να λαμβάνωνται εις όλας τας παρεμπεσούσας περιστάσεις, τα οριστικώτερα μέτρα, θέλει συστηθή επιτροπή διαιτητική των εκκλήτων συγκειμένη εξ επιτρόπων των τριών Δυνάμεων και η επιτροπή αύτη θέλει αποφασίζει οριστικώς εις όσα η πρώτη διεφώνησεν.
Επικυριότης (Suzéraineté).
Η Ελλάς, υπό την επικυριότητα της Πύλης, θέλει διοικείται εσωτερικώς διά του καταλληλοτέρου τρόπου, όστις εγγυάται αυτή θρησκευτικήν και εμπορικήν ελευθερίαν, καθώς και την ευδαιμονίαν και ησυχίαν της.
Επί τω σκοπώ τούτω η διοίκησις αύτη θέλει προσεγγίζει όσον το δυνατόν εις το μοναρχικόν σύστημα και θέλει διαπιστευθή εις αρχηγόν ή ηγεμόνα χριστιανόν, ούτινος η αρχή θέλει μεταβαίνει κληρονομικώς και κατά τάξιν πρωτοτοκίων.
Εν ουδεμιά περιπτώσει ο ηγεμών ούτος δεν δύναται να εκλεγή μεταξύ των οικογενειών των τριών Δυνάμεων των υπογραψασών την συνθήκην της 6 Ιουλίου 1827, η δε πρώτη εκλογή θέλει γείνει τη συνεναίσει των τριών αυλών και της Οθωμανικής Πύλης.
Προς ένδειξιν της υποτελείας της Ελλάδος τω Οθωμανικώ κράτει θέλει συμφωνηθή εκτός του ετησίου φόρου, οσάκις νέος κατά κληρονομίαν ηγεμών λαμβάνει τας ηνίας της διοικήσεως να επικυρώται υπό της Πύλης και να πληρώνη αυτή το πρώτον έτος διπλούν φόρον.
Αν η άρχουσα οικογένεια εκλίπη, η Πύλη θέλει λάβει μέρος την εκλογήν του νέου ηγεμόνος καθώς και εις την του πρώτου.
Αμνηστία και δικαίωμα μεταναστεύσεως.
Η Οθωμανική Πύλη θέλει κηρύξει πλήρη και τελείαν αμνηστίαν ίνα μη ενοχληθή ουδείς Έλλην μετά ταύτα, καθ' όλην την έκτασιν του Οθωμανικού Κράτους επί λόγω ότι ανεμίχθη εν τη Ελληνική επαναστάσει.