Μετά ταύτα δε δικαιολογούμενος εν παρόδω ο Κυβερνήτης επί τη βραδεία αυτού καθόδω εις Ελλάδα, διηγήθη την αθλιότητα ήν είχεν εύρει αφικόμενος, και εξέθεσε τα μεγάλα αυτού έργα εσωτερικώς τε και εξωτερικώς.

Περί του μέλλοντος εξεφράζετο σαφέστερον ο Καποδίστριας ή περί του παρελθόντος. Επειδή, έλεγε, δεν ήτο δυνατόν να δοθώσι διαρκείς συνταγματικοί θεσμοί τη Ελλάδι, πριν ή οριστικώς κανονισθή η τύχη αυτής, εφρόνει ότι η Εθνική Συνέλευσις ήθελε κρίνει καλόν να κυρώση την παράστασιν του κρατούντος προσωρινού συστήματος διοικήσεως. Ολίγοι μόνον, κατ' αυτόν, απητούντο περιορισμοί ως προς τούτο. Το Πανελλήνιον εφάνη πολλάκις δυσπειθές· τούτου δ' ένεκα συνιστάτο ως πρόσφορον εις τους καιρούς να περιστοιχισθή η κυβέρνησις υπό νέων συμβούλων, προς εξασφάλισιν της ησυχίας της χώρας. Ο καλώς λελογισμένος ούτος υπαινιγμός σκοπόν είχε να καταστήση εκ προοιμίων ευπρόσδεκτον την διάλυσιν του Πανελληνίου και την καθίδρυσιν σώματος Γερόντων. Μετά την έκθεσιν Σπηλιάδου ο Κυβερνήτης εγερθείς και προπεμπόμενος υπό της συνοδευσάσης αυτόν πολυαρίθμου ακολουθίας, κατέλιπε το θέατρον, και ούτως έληξεν η πρώτη συνεδρίασις της Δ' εν Άργει εθνοσυνελεύσεως.

Κατά τα συνταγματικά έθιμα πρώτον της συνελεύσεως έργον έπρεπε να ήναι η των εκλογών εξέλεγξις. Αντί τούτου όμως προέβησαν οι πληρεξούσιοι την 12 Ιουλίου εις την εκλογήν του Προεδρείου, και εξέλεξαν τον Γ. Σισίνην πρόεδρον και γραμματείς τον Ν. Χρυσόγελον και I. Ρίζον, αντιπρόεδρον δε τον Γ. Μαυρομάτην. Ευθύς δε μετά την εκλογήν ηγέρθη ο αστυνόμος της συνελεύσεως Νικήτας και ωδήγησε τα μέλη του προεδρείου εις τας ωρισμένας δι' αυτά θέσεις.


Γεώργιος Σισίνης

Μετά την εγκατάστασιν του προεδρείου, ανέστη πληρεξούσιος και προύτεινε να ψηφισθώσιν ευχαριστήρια προς τον Κυβερνήτην, όπως αποτρέψη ούτως ενδεχομένην εμφάνισιν του περί εξελέγξεως των εκλογών ζητήματος. Δεν ηδύνατο, είπεν, η συνέλευσις να εγκαινίση κάλλιον τα έργα αυτής, ή ευχαριστούσα τον Καποδίστριαν επί τη μέχρι τούδε διοικήσει αυτού, επικυρούσα απολύτως παν ό,τι έπραξε, και παρακαλούσα αυτόν να παράσχη αυτή τας πατρικάς συμβουλάς, καθότι μόνον αι υψηλαί θεωρητικαί και πρακτικαί γνώσεις του Κυβερνήτου ηδύναντο να φωτίσωσι και οδηγήσωσι τους αντιπροσώπους. Κατά της προτάσεως ταύτης εξηγέρθησαν πολλοί, αλλ' αι ενστάσεις αυτών, και ιδίως του Γρίβα, του Μιχαήλου και του Κρίσπη απεπνίγησαν εν μέσω των μανιωδών κραυγών των κυβερνητικών. Ο Κολοκοτρώνης δε έκοψε πάσαν λεπτομερή συζήτησιν διά σφοδρού θορύβου και ταραχής. «Όχι!» ανέκραξε, «δεν θέλομεν ευρωπαϊκάς αργοπορίας, δεν χρειαζόμεθα πλακάκια· όστις είνε υπέρ της προτεινομένης αναφοράς ας εγερθή! και έπειτα βλέπομεν!» Την ήκιστα κοινοβουλευτικήν ψηφοφορίαν ενίσχυσεν ο γηραιός στρατηλάτης πάλλων απειλητικώς τα όπλα αυτού. Εσίγησε τότε πάσα αντιλογία, και η αναφορά εκείνη, ής ο τύπος απεστέρει χωρίς τινος λόγου την Εθνοσυνέλευσιν του σπουδαιοτάτου δικαιώματος του αναφέρεσθαι, καλυφθείσα εν τέλει δι' υπογραφών απεστάλη πάραυτα προς τον Κυβερνήτην.

Μετά τούτο προέβησαν εις τον σχηματισμόν επιτροπών. Και πενταμελής μεν επιτροπή συνέστη όπως δέχηται και εξετάζη τας εις την εθνοσυνέλευσιν υποβαλλομένας αναφοράς, επταμελής δε άλλη όπως κοινωνή προς τον Καποδίστριαν. Πλην τούτων υπήρχε προσέτι και η υπό της κυβερνήσεως συστάσα ενδεκαμελής, ως είπομεν, επιτροπή προς εξέλεγξιν των εκλογών.

Τη επαύριον (13 Ιουλίου) εγένετο η πρότασις, όπως η συνέλευσις ασκήση το ιδιαίτατον αυτής δικαίωμα της των εκλογών εξελέγξεως. Αλλ' η πλειοψηφία εψήφισεν υπέρ της αναβολής του ζητήματος, όπερ εβάρυνε πάντας ως απαίσιος τις εφιάλτης, ο δε Κυβερνήτης διεξήλθεν επιτηδείως την δυσχέρειαν, διατάξας να αναγνωσθή η απάντησις αυτού εις την περί εμπιστοσύνης αναφοράν της Εθνοσυνελεύσεως. Τέλος τη 16 Ιουλίου εξερράγη η αναβληθείσα έρις και η εκλογή του πληρεξουσίου Πύργου Λυκούργου Κρεστενίτου προσεβλήθη υπό της κυβερνητικής μερίδος, λόγω παραγεγραμμένου πλημμελήματος. Παρεσκευάσθη κατάλογος εν ώ κατέγραφεν έκαστος πληρεξούσιος το όνομα αυτού υπέρ ή κατά του Κρεστενίτου. Ο Βερνάρδος, πρόεδρος του εν Νάξω πρωτοδικείου, ενεγράφη διά του γραμματέως κατ' αυτού. Αλλ' ότε ηρώτησεν αυτόν ο γέρων Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, όστις μετά πέντε ή έξ αντιπροσώπων είχεν εγγραφή υπέρ αυτού, τι είχε να προτείνη κατά του ανδρός, «καλά! απήντησεν εκείνος, γράψετέ με υπέρ του Λυκούργου!» Επί τη φοβερά ταύτη απαθεία, ζωηρά εξεδηλώθη παρά τοις πληρεξουσίοις αγανάκτησις. Η κυβερνητική δε μερίς ηρμήνευσεν αυτήν επιτηδείως ως αποδοκιμασίαν του εφαρμοζομένου τέως συστήματος, και ισχυρίσθη ότι ο κατάλογος ην άκυρος. Σφοδρά επί τούτου ηγέρθη έρις, ήτις μόλις την επομένην (17 Ιουλίου) δι' εκτάκτων του Κολοκοτρώνη ενεργειών, ελύθη κατά του Κρεστενίτου. Εκηρύχθη ούτος, σχετικώς προς γεγονότα επελθόντα προ της αφίξεως του Καποδιστρίου, ανάξιος της εν τη συνελεύσει έδρας αυτού, και διεγράφη του καταλόγου των μελών αυτής. Αυθημερόν κατώρθωσεν η κυβέρνησις να επικυρωθή υπό της Εθνοσυνελεύσεως η παρά της επιτροπής των ένδεκα αποφασισθείσα διαγραφή του πληρεξουσίου Ναυπλίου Σ. Σκούφου, φαινομένου υπόπτου ένεκα των προς τους Γάλλους συμπαθειών αυτού και της εκ περιηγήσεων κεκτημένης ελευθεροφροσύνης και πείρας των του κόσμου. Πρόφασις δε υπήρξεν, ότι δεν ανήκεν εις την εκλέξασαν αυτόν επαρχίαν, ενώ επετράπη, τουναντίον η εις την Εθνοσυνέλευσιν είσοδος δύο εκ Σύρου πληρεξουσίων, ών η εκλογή προσεβάλλετο διά τον αυτόν λόγον.


Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης

Αι συνεδριάσεις της 18, της 19 και της 20 Ιουλίου ήσαν προωρισμέναι εις την περί των οικονομικών συζήτησιν, ών η αμήχανος αληθώς κατάστασις έπρεπε, κατά πρώτον λόγον, να εφελκύση την ενέργειαν της Εθνοσυνελεύσεως. Τη 17 Ιουλίου, ολίγον βραδέως εννοείται, είχεν επιφορτίσει την επιτροπήν της οικονομίας, πλην της εκθέσεως περί των έργων αυτού και των τραπεζικών εργασιών να παρασκευάση προϋπολογισμόν, λέγων ότι καλόν ήτο, αφού άπαξ γνωρίση η συνέλευσις, τους εις διάθεσιν της κυβερνήσεως πόρους, να γνωρίση επίσης και τας δαπάνας αυτής. Παρηγγέλλετο δε αυστηρώς η επιτροπή, αφού πρώτον μνημονεύσει ότι αι ξέναι, ελπιζόμεναι πάντοτε, συνδρομαί δεν εγένοντο, όπως ριφθή ούτω σκιά τις επί των δυτικών Δυνάμεων, να μη λησμονήση το εξ 1,000,000 δώρον, όπερ είχoν αποστείλει ο Τσάρος διά του νέου Ρώσου αντιπρεσβευτού Πανίν. Καλόν ήτο να αναρριπισθή παρά τοις αντιπροσώποις η παλαιά προς την αρκτώαν προστάτιδα Δύναμιν ευγνωμοσύνη. Διότι οι Έλληνες έχουσι συνήθως ασθενή την μνήμην των ευεργεσιών και σπανίως πιστεύουσιν εις την αφιλοκέρδειαν του ευεργέτου· Η επιτροπή έσπευσε να εκτελέση τας επιθυμίας του Κυβερνήτου. Αναγνωσθείσης λοιπόν της περί των οικονομικών και της τραπέζης εκθέσεως, υπεβλήθη εις την Συνέλευσιν τη 18 Ιουλίου ο εν σπουδή συνταχθείς προϋπολογισμός από 1 Μαΐου 1829 μέχρι 30 Απριλίου 1830. Και τα μεν έσοδα υπελογίζοντο δι' αυτού εις 8,539,969 γροσίων και 34 παράδες, ήτοι εις 2,864,656 φράγκων, τα δε έξοδα εις 25,618,664 και 34 παράδες, τουτέστιν εις 8,539,555 φράγκων, ήτοι προϋπελογίζετο έλλειμμα εκ 5,674,899 φράγκων.

Η Συνέλευσις ασχοληθείσα επί τινας ημέρας εις εξέτασιν των οικονομικών λογαριασμών επανήλθε πάλιν ζωηρότερον και υπό άλλην μορφήν, εις το κατά τας πρώτας συζητήσεις λυθέν περί απαντήσεως ζήτημα. Την 22 Ιουλίου ανέγνω ο I. Ρίζος σχέδιον νέας απαντήσεως, περιλαμβάνον λεπτομερεστέραν απόκρισιν εις τον εναρκτήριον λόγον του Κυβερνήτου ή τα σχέδια του πληρεξουσίου, όν είδομεν εν τη πρώτη συνεδρία της Εθνοσυνελεύσεως (67). Ην δ' αυτό έκφρασις της εθνικής ευγνωμοσύνης διά τα σωτήρια έργα, άτινα είχον απαλλάξει την Ελλάδα της αναρχίας. Το σχέδιον τούτο είχεν ώδε:

Η ΤΕΤΑΡΤΗ ΕΘΝΙΚΗ ΣΥΝΕΛΕΥΣΙΣ
Προς τον Εξοχώτατον Κυβερνήτην της Ελλάδος.

Εν Άργει, τη 22 Ιουλίου 1829.

Όταν ημείς εξελέχθημεν πληρεξούσιοι αντιπρόσωποι του έθνους διά να συγκροτήσωμεν την Δ' ταύτην συνέλευσιν, δεν μας ενεπιστεύθη το έθνος την τοιαύτην παρακαταθήκην του, ειμή διά να πληροφορηθώμεν και εκ του σύνεγγυς τας αρχάς και τα μέτρα, εξ ών επήγασαν τόσα υπέρ ευχήν αγαθά εις την Ελλάδα από της εποχής της αισίας αφίξεώς σας έως την σήμερον, και αφ' ενός μεν μέρους να γενώμεν όργανα άμεσα των αισθημάτων του έθνους διά την υμετέραν Εξοχότητα, και να παραστήσωμεν προς αυτήν πασιφανώς την βαθείαν ευγνωμοσύνην του, αφ' ετέρου δε να την συντρέξωμεν εις τους πολυπόνους αγώνας της, και οδηγούμενοι από τας πολλάς και βασίμους αυτής γνώσεις, να την ανακουφίσωμεν συνεισφέροντες τον χρεωστούμενον ζήλον και την άοκνον ημών ετοιμότητα.

Η εξ ανωμαλίας και ακοσμίας εις την ενδεχομένην διακόσμησιν και ευρυθμίαν μεταβολή, αι διά των δημοσίων υπουργών και διά της εθνικής εφημερίδος κατάδηλοι γενόμεναι κυβερνητικαί πράξεις, είναι μεν μάρτυρες εχέγγυοι της καθαριότητος και μετριότητος των αρχών, τας οποίας ηκολουθήσατε· αλλά βουλόμενον το έθνος να πληροφορηθή εναργέστερον το όλον του εσωτερικού οργανισμού και την όσον σπουδαίαν, τόσον δυσαντίβλεπτον διαίτησιν των εξωτερικών του σχέσεων, έδωσεν εις ημάς την πληρεξουσιότητα να λάβωμεν τας περί τούτων πληροφορίας.

Ο κατά την 11 του λήγοντος προεισόδιος λόγος της υμετέρας Εξοχότητος εις την προκαταρκτικήν συνεδρίασιν της εθνικής ταύτης συνελεύσεως παρέστησεν εις ημάς συντόμως μεν, αλλά κεφαλαιωδώς, τας αρχάς, καθ' ας βαίνοντες αλανθάστως διετρέξατε εκ πρώτης αφετηρίας μέχρι της σήμερον το μέγα στάδιον των κυβερνητικών αγώνων, και διαχειρίσθητε τόσον τα εμβριθή συμφέροντα του έθνους προς τας έξω σχέσεις του, όσον και τα ελατήρια της εσωτερικής διοργανώσεώς του.

Προς αυτόν τον λόγον, έσοπτρον καθαρόν των κυβερνητικών πράξεών σας, απήντησε μεν κατά την 12 του λήγοντος ευγνωμονούσα η συνέλευσις, διέταξε δε την εκ του σώματος των πληρεξουσίων αντιπροσώπων επταμελή επιτροπήν της, διά να επεξεργασθή με σύντονον προσοχήν τόσον τα διπλωματικά αμοιβαία έγγραφα των συμμάχων αυλών και της ελληνικής κυβερνήσεως, όσον και τα ψηφίσματα τα προσωρινώς κανονίζοντα την κυβέρνησιν του κράτους.

Κατά την 16 παρουσιασθείς εις την συνέλευσιν ταύτην ο επί των Εξωτερικών Γραμματεύς ανέγνωσεν εις επήκοον πάντων όλας τας διπλωματικάς διακοινώσεις.

Κατά την 17 παρουσιασθείς ομοίως ο Γραμματεύς της Επικρατείας έθεσεν υπ' όψιν της τα ψηφίσματα.

Κατά την 18 παρουσιασθείσα η επί των οικονομικών και φροντιστηριακών λογαριασμών εξεταστική επιτροπή ανέγνωσεν ομοίως έκθεσίν της περιέχουσαν αναφοράν της επί της Οικονομίας επιτροπής, ομού και εγκλείστους ισολογισμούς απ' αρχής της συστάσεως των δύο υπηρεσιών, τής τε οικονομίας δηλονότι και της χρηματιστικής εθνικής τραπέζης, έως τέλους του παρελθόντος Απριλίου, προς δε και υποθετικόν λογαριασμόν δε έν ολόκληρον έτος από πρώτης του παρελθόντος Μαΐου έως τέλους του Απριλίου του 1830.

Προς ταις αναφοραίς ταύταις παρουσίασεν αυθημερόν η άνω ειρημένη εξεταστική επιτροπή αναφοράν του Πανελληνίου, περικλείουσαν δύο ετέρας της επιτροπής του Πανελλήνιου, επιφορτισμένης να εξετάση τα εν Λονδίνω εθνικά δύο δάνεια, και να δώση σχέδιον περί της αποσβέσεως αυτών, το οποίον παρουσιάσθη και ανεγνώσθη συγχρόνως εις την συνέλευσιν.

Κατά την 19 παρουσιασθέν το επί των στρατιωτικών μέλος του γενικού φροντιστηρίου, παρέστη και ανέγνωσεν εις την συνέλευσιν τρεις αναφοράς προς την Τ. Ε.: α') έκθεσιν του περί μη τακτικού στρατιωτικού, β') ομοίαν του συνταγματάρχου κ. Καρόλου Εϊδέκ δίδοντος απλούν και αληθή λόγον των παρ' αυτού πραχθέντων εις την σφαίραν της πολεμικής και οικονομικής διευθύνσεώς του καθ' όλην την διάρκειαν του ενιαυτού, κατά τον οποίον ήτον επιφορτισμένος αυτήν την διεύθυνσιν, και γ') ομοίαν επί των ναυτικών μέλους του γενικού φροντιστηρίου περί όσων αφορώσι τον κλάδον του.

Αι τρεις αύται αναφοραί συνοδευόμεναι με παρατηρήσεις εγγράφως εκτεθειμένας παρά του επί των στρατιωτικών μέλους του γενικού φροντιστηρίου, επληροφόρησαν την συνέλευσιν, ότι η Υμετέρα Εξοχότης και εσκέφθη επισταμένως, και μετεχειρίσθη όλα τα δυνατά μέσα προς διαρρύθμισιν της προ της ελεύσεώς σας πάντη πάντως ανωμάλου καταστάσεως τόσον του τακτικού και μη στρατιωτικού, όσον και του ναυτικού. Δεν δυνάμεθα να παρασιωπήσωμεν, Εξοχώτατε, πόσην βαθείαν εντύπωσιν εχάραξεν εις ημάς η παράστασις όλων αυτών και των εγγράφων, των ισολογισμών, του υποθετικού λογαριασμού και του σχεδίου της αποσβέσεως των εν Λονδίνω δύο εθνικών δανείων.

Πρώτην φοράν ήδη βλέπει το έθνος την κυβέρνησίν του δίδουσαν λόγον των πράξεών της διηκριβωμένον και πρώτην ήδη φοράν συναισθάνεται, ότι θεσμοθεσίαι ακριβώς προσηρμοσμέναι εις την πραγματικήν του κατάστασιν και ενεργούνται, καθώς γράφονται, και φέρουσιν αποτελέσματα αισιώτερα και των ιδίων ευχών του.

Η συνέλευσις, εφ' όσον παρελάμβανε τα ειρημένα έγγραφα από τους προσήκοντας υπουργούς της κυβερνήσεως, τα παρέπεμπεν εις την επταμελή επιτροπήν της, και αυτή θεωρήσασα όλα ταύτα έν προς έν και κατά κλάδους, εις τους οποίους ανάγονται, κατείδε σαφώς το ευμέθοδον, το σοφόν και το τελεσιουργόν σύστημα, κατά το οποίον στοιχούντες εις όλας τας πράξεις σας, τας αναφερομένας τόσον προς τον εσωτερικόν του κράτους προσωρινόν οργανισμόν, όσον και προς τας εξωτερικάς σχέσεις, εφυλάξατε μεν τας παραδεδεγμένας αρχάς των συνταγματικών μας νόμων, εδώσατε δε εις τον διοργανισμόν αυτών καθ' ό προσωρινόν και επιδεκτικόν των εκ της πείρας μαθημάτων, το ανεκτίμητον πλεονέκτημα, του να έχωσι δηλονότι οι αντιπρόσωποι του έθνους ολόκληρον την δύναμιν να μην αποφασίσωσιν οριστικώς την παραδοχήν οποίου δήποτε συστήματος, εάν αυτό το σύστημα δεν καθιερωθή προηγουμένως από τα αποτελέσματά του, από αυτά δη τα πράγματα.

Επομένως η επιτροπή, καθ' ό θεωρήσασα και σκεφθείσα κατ' επανάληψιν περί πασών των διπλωματικών αμοιβαίων διακοινώσεων, περί του γενικού εσωτερικού οργανισμού, περί των αναφορών του γενικού φροντιστηρίου, περί του της αποσβέσεως σχεδίου, καθώς και περί των ισολογισμών και του υποθετικού λογαριασμού, και περί των αποζημιώσεων, και καθ' ό θέσασα υπ' όψιν της συνελεύσεως διά της υπ' αριθ. 1 αναφοράς της την περί πάντων τούτων θετικήν της γνώμην, διετάχθη παρά της συνελεύσεως να σχεδιάση υπό την άμεσον οδηγίαν της Υ. Ε. ψηφίσματα περί εκάστου των κλάδων αυτών της ελληνικής κυβερνήσεως κατάλληλα με τα θεμελιώδη συμφέροντα του έθνους και επομένως αρκετά εις το να ομαλύνωσιν, όσον ενδέχεται, το τραχύ και ακανθηρόν στάδιον των αγώνων της.

Ιδού, Εξοχώτατε, η ειλικρινής παράστασις των αισθημάτων και των φρονημάτων τόσον ημών, όσον και του έθνους, του οποίου είμεθα την σήμερον αντιπρόσωποι. Ιδού όσα επεφορτίσαμεν την επιτροπήν, την οποίαν θέλετε ευαρεστηθή να οδηγήσητε με τας υψηλάς και θετικάς γνώσεις σας.

Περιττόν νομίζομεν να προσθέσωμεν, ότι επιστρέψας έκαστος ημών εις τα ίδια, θέλομεν συγχαρεί τους συμπολίτας μας, ευχόμενοι θερμώς προς τον επουράνιον Θεόν υπέρ της Υ. Ε.

Αλλ' εις ταύτην ημών την απάντησιν νομίζομεν όχι άκαιρον, αλλ' εκ των αναγκαιοτάτων μάλιστα, το να διαλάβωμεν ανακεφαλαιούντες, όσα εξεθέσατε εις τον προεισόδιον λόγον, τούτο μεν διά να ομολογήσωμεν πασιφανώς την αλήθειαν των εν αυτώ τω λόγω διαλαμβανομένων, τούτο δε διά να αποδώσωμεν τον χρεωστούμενον δίκαιον έπαινον προς το έθνος, έπαινον προς την κυβέρνησιν αντιστρέφοντα.

Καρπός απελπισίας τεσσάρων αιώνων η Ελληνική επανάστασις, επόμενον ήτο να φέρη την φυσιογνωμίαν της βιαίας και ανωμάλου γεννήσεώς της κατά τα πρώτα έτη.

Αλλ' εν ώ έτρεχεν η Ελλάς τον περί των όλων κίνδυνον, ποτέ δεν έπαυσεν αγωνιζομένη να συστήση πολίτευμα και να θέση νόμους, καθ' ούς να υπάρξη ως έθνος ελεύθερον, έθνος χριστιανικόν, έθνος φίλον της τάξεως και της ησυχίας. Εξ αρχής ήθελε την εσωτερικήν της ευταξίαν, διότι την εγνώριζεν όχι μόνον συντελεστικήν προς άμυναν των εχθρών της, αλλά και προς απόκτησιν της ευνοίας και της κραταιάς κηδεμονίας των μοναρχών της Ευρώπης· δι' έλλειψιν οδηγού όμως σοφού ενταυτώ αι ασχέτου απετύγχανε του σκοπού της.

Αύτη η έφεσίς της την ωδήγησε να προσκαλέση αυθόρμητος και με παμψηφίαν την Υ. Ε. διά να οικοστροφήση το κλυδωνιζόμενον σκάφος της πατρίδος και κατ' αυτόν μόνον τον τρόπον ήλπιζεν ότι την εσωτερικήν ευταξίαν, την οποίαν επεθύμει, ηδύνατο να εγκαταστήση. Προσκληθείς, Εξοχώτατε, δεν απεδειλίασας προς τον μέγαν και δεινόν ομογενών αγώνα, αλλά πριν ή έλθης εις το Ελληνικόν έδαφος διέγνως οποία τις είναι η νόσος της Ελλάδος, οποία η θεραπεία της· προητοίμασας αυτήν, και η διάγνωσις αύτη της Υ. Ε. απεδείχθη ορθή και ευστοχωτάτη εκ των αποτελεσμάτων.

Άμα απέβης εις το Ελληνικόν έδαφος, και υπεδέχθης από όλας τας αρχάς με αναπεπταμένας αγκάλας, περικυκλούμενος με τας ευχάς του ευαγούς κλήρου και με του λαού τας ευλογίας.

Η βουλή πάντων των νόμων υπέρτατον θεωρούσα την σωτηρίαν του έθνους, και επερειδομένη εις τας υψηλάς γνώσεις της Υ. Ε. απέθετο τα χρέη της διά της υπ' αριθμόν ΝΗ' πράξεώς της.

Έν των πρωτίστων αντικειμένων της κυβερνητικής σας προνοίας θεωρήσαντες την της ναυτιλίας διοργάνωσιν, άμα ελάβετε τα περί αυτής ανήκοντα μέτρα, και άμα η συκοφάντις του πολυάθλου ελληνικού ναυτικού πειρατεία έγεινεν άφαντος διά πάντα, τότε μόνον αναπολουμένη, οσάκις η Ελλάς αναφέρη τα αποτελέσματα της αυστηράς σου και σοφής κυβερνήσεως και της ελληνικής φιλονομίας.

Οι γενναίοι τους οποίους η σάλπιγξ της κυβερνήσεως ανεσύνταξε κατά την Τροιζήνα και Μεγαρίδα, έδειξαν αλλεπάλληλα σημεία της πειθαρχίας και της ανδρείας των.

Οι Έλληνες μιμηθέντες το παράδειγμα της Υ. Ε., ει και ανέστιοι, ει και απόλιδες, κατέβαλον προθύμως εις την εθνικήν χρηματιστικήν τράπεζαν το λεπτόν των, υστερινήν άγκυραν της πείνας και της γυμνώσεώς των.

Το πανωλικόν μίασμα, εσχάτη αναφύσησις του Αιγυπτιακού κρατήρος εις την Ελλάδα, κατεσβέσθη διά των μέτρων κυβερνήσεως, τα οποία, όσον διά την φύσιν των πραγμάτων, δυσκατόρθωτα, τόσον τα απέδειξε κατορθωτά η καρτερία του έθνους και το ταχυπειθές αυτού προς πατρικήν και δικαίαν κυβέρνησιν.

Πολυάριθμα αλληλοδιδακτικά σχολεία ανηγέρθησαν εκ θεμελίων εις την Πελοπόννησον και τας νήσους, και πανταχού έγειναν χρηματικοί των Ελλήνων έρανοι υπέρ της εκπαιδεύσεως της Ελληνικής νεολαίας.

Πολλαί υποθέσεις λαβούσαι τέλος κατ' ευχαρίστησιν πλήρη των διαφερομένων μερών, και χωρίς να προστρέξωσι τα δικαστήρια εις απαγορευτικά μέσα, μαρτυρούσι τα ήσυχα μεν και ομαλά, αλλ' ενεργά βήματα της κυβερνήσεως και περί το δικαστικόν της μέρος, αποδεικνύουσι δ' ενταυτώ το ευδιάλλακτον ήθος των Ελλήνων και την μετριότητά των.

Η εσωτερική ευταξία εγγυωμένη το ασφαλές της ιδιοκτησίας, φέρει ήδη πανταχού την φιλοπονίαν, η οποία ένθεν μεν επισκευάζουσα και οικοδομούσα, ένθεν δε καλλιεργούσα την γην και ακίνδυνον βλέπουσα τον μικρόν εμπορικόν αυτής περίπλουν, αρχομένη δε να βιομηχανεύηται, δίδει ελπίδας ότι με την ανάλογον του χρόνου πρόοδον θέλει καταστήσει ευδαίμονα την Ελλάδα.

Ταύτα πάντα, Εξοχώτατε, είναι δείξεις εναργείς, ότι το έθνος πάντοτε ήθελε την ευτυχίαν και την ησυχίαν, και ότι η έφεσίς του αύτη δεν επραγματοποιήθη, ειμή αφ' ότου ενεπιστεύθη τας ηνίας της κυβερνήσεώς του εις χείρας της Υ. Ε.

Όθεν αυθόρμητος σε παρακαλέσασα, σε προστησαμένη Κυβερνήτην της η Ελλάς και οδηγόν προς άπαντα τα συμφέροντά της, εξαιτείται και να την υποδείξης τρόπους, δι' ών να προσφέρη πασιφανή δείγματα της αθανάτου ευγνωμοσύνης της προς τους μεγαλειοτάτους συμμάχους βασιλείς, τους σεβαστούς ευεργέτας της, προς τους ναυάρχους αυτών, προς την γενναίαν των Γάλλων στρατιάν και τον περίδοξον αρχηγόν της, και προς άπαντας τους μεγαλοψύχους φίλους της Ελλάδος.
 
Χρεωστούντες δε προ πάντων να αναπέμπωμεν ακαταπαύστους υπέρ της απολυτρώσεώς μας δοξολογίας προς τον δημιουργόν των όλων, τον Παντοκράτορα Θεόν, θέλομεν ολοψύχως εκτελέσει όσα εμπνευσθέντες από την θεοσέβειαν και τον υπέρ πατρίδος διακαή ζήλον σας ηθέλετε στοχασθή πρόσφορα εις το να διαιωνίσωσι την εποχήν της πολιτικής σωτηρίας του έθνους και της προς τον σωτήρα ευγνωμοσύνης του.

Ο Πρόεδρος

Γεώργιος Σισίνης

[Έπονται αι υπογραφαί όλων των πληρεξουσίων].

Οι Γραμματείς
Ιακωβάκης Ρίζος
Ν. Χρυσόγελος

Οι αντιπρόσωποι Ψύλλας και Κρίσπης δεν ετόλμησαν μεν να διαμαρτυρηθώσιν εντόνως κατά της αμέτρου εμπιστευτικής μακαριότητος του σχεδίου, προσεπάθησαν όμως να πολεμήσωσιν αυτό πλαγίως, και εζήτησαν αναβολήν, όπως υποβληθή εις ώριμον σκέψιν το πράγμα, ή ίσως και λησμονηθή. Ίσως δε του καιρού η πάροδος εξήγειρε κάπως την κατεπτοημένην φιλοτιμίαν των αντιπροσώπων, ανδρίζουσα αυτούς τέλος εις αξιοπρεστέραν των ιδεών αυτών έκφρασιν. Αλλ' αι ασθενείς της αντιπολιτεύσεως φωναί επνίγησαν εντός των απειλών του Κολοκοτρώνη και του Περρούκα. «Είναι εντροπή, εφώνησαν, να ακουσθή και η ελαχίστη ένστασις κατά της απαντήσεως, ήτις προ καιρού ήδη έπρεπε να είναι υπογεγραμμένη και υποβεβλημένη εις την Α. Εξ. τον Κυβερνήτην».

«Είθε να ήτο δυνατόν, ανεβόησεν ο Ρισάγνος (;), να υπογράψη ολόκληρον το Ελληνικόν έθνος τοιούτον έγγραφον!»

Ο δε Νικόλαος Πονηρόπουλος παρέβαλε τον Κυβερνήτην προς τον θεόπεμπτον σωτήρα, τον καταβάντα εξ ουρανού εις πλήρωσιν της υπό της Θείας προνοίας ανατεθείσης αυτώ σωτηρίου αποστολής.

Και εθριάμβευσε μεν ο Καποδίστριας, αλλ' οι πληρεξούσιοι της Ύδρας υπέβαλον συνταγματικάς ενστάσεις. Μετέβησαν προς αυτόν, ολίγον κατόπιν των επί της απαντήσεως συζητήσεων, και εδήλωσαν αυτώ ότι επιθυμία αυτών ήτο, ν' αποτελέσωσι τας βάσεις της μελλούσης του τόπου κυβερνήσεως αι αρχαί των συνταγμάτων της Επιδαύρου, του Άστρους και της Τροιζήνος.

Αλλ' η απόπειρα των Υδραίων, όπως φέρωσι τον Κυβερνήτην εις οδόν συνταγματικήν, απέτυχε. Νικηθέντες δ' υπό της λογικής και της στωμυλίας του ανδρός απεχώρησαν, και επέστρεψαν άπρακτοι εις την συνέλευσιν, εν ή τη 24 Ιουλίου επήλθε γεγονός τι, όπερ καθαρώτατα διεφώτισε τα φρονήματα της ισχυούσης μερίδος. Ο στρατηγός Τσουρτς ανήγγειλε προς την Εθνοσυνέλευσιν την εκ της ελληνικής υπηρεσίας αποχώρησιν αυτού, δι' επιστολής εμφαινούσης μεγίστην κατά του Κυβερνήτου δυσαρέσκειαν. Η συνέλευσις ηδύνατο βεβαίως να ακούση τους λόγους, οίτινες παρεκίνουν τον έξοχον φιλέλληνα να παραιτηθή της περαιτέρω υπηρεσίας υπό τας διαταγάς του Αυγουστίνου Καποδιστρίου· πλην άμα ως ήκουσαν οι καλοί χριστιανοί τας πρώτας του εγγράφου λέξεις, διερράγησαν εις θύελλαν αγανακτήσεως, φωνούντες, ότι η επιστολή περιείχε βλασφημίας, και ήτο σκάνδαλον, όπερ ο υπό του Άγγλου πρεσβευτού προεδρευόμενος σύλλογος των πολιτικών αντιπάλων του Κυβερνήτου είχεν επινοήσει και παρασκευάσει. Ούτω κατωρθώθη να διακοπή η ανάγνωσις, η δε επιστολή, μη αναγνωσθείσα, απεστάλη εις την πενταμελή επιτροπήν, και οριστικώς υπό του Καποδιστρίου δεκτή γενομένη η παραίτησις του Τσουρτς ενεκρίθη υπό της συνελεύσεως. Ούτως η μεν Γ' εν Τροιζήνι Εθνοσυνέλευσις διά του Ζ' ψηφίσματος αυτής είχε διορίσει αυτόν αρχιστράτηγον και διευθυντήν των κατά ξηράν δυνάμεων της Ελλάδος, ως διά του Ε' ψηφίσματος τον Λόρδον Κόχραν στόλαρχον της Ελλάδος, και η Δ' εν Άργει έπαυσεν αυτόν του μεγάλου αξιώματος εγκρίνασα την οικείαν παραίτησιν. Έκτοτε αι συνεδριάσεις της Εθνοσυνελεύσεως εγίνοντο οσημέραι ταραχωδέστεραι.

Ότε δε την 27 Ιουλίου εγίνετο συζήτησις περί σχηματισμού Γερουσίας, αντί του Πανελληνίου, ής τα 27 μέλη έμελλε να εκλέγη ο Κυβερνήτης εκ της Εθνοσυνελεύσεως, προσεπάθησεν η αντιπολίτευσις, ηγουμένου του εκ Κρήτης πληρεξουσίου Γ. Ιδομενέως, να ματαιώση εξ εφόδου το νομοσχέδιον. Αλλ' εξηγέρθη η πλειονοψηφία και επέπεσε τοσούτον αγρίως απειλούσα κατά του εκ Κρήτης αντιπροσώπου, ώστε ούτος εσίγησε. Την επομένην εψηφίσθη εν πάση σπουδή ο σχηματισμός της Γερουσίας.

Την 30 Ιουλίου ήλθον σχεδόν εις χείρας οι εν τη Συνελεύσει, υπό τα όμματα αυτά των ξένων πρεσβευτών και των ναυάρχων της Ρωσίας και Γαλλίας, εκ μικράς αφορμής. Προύκειτο περί συστάσεως παρασήμου προς αμοιβήν της στρατιωτικής ανδρείας. Η άκρα δεξιά της συνελεύσεως εκήρυξεν, ότι ουδέν ήθελε παράσημον, και παρητείτο υπέρ του Κυβερνήτου παντός προς τούτο δικαιώματος. Αλλ' ο Κολοκοτρώνης ανέκραξεν: «Ο σταυρός είναι τον καθενός η εκδούλευσις, και σαν αποκτήσωμεν βασιλέα ας κάμη ό,τι θέλει (68)». Ταύτα ειπών συνεκρούσθη προς τον Γρίβαν, όστις ενόμισε πρόσφορον την ευκαιρίαν, όπως απαιτήση καθυστερουμένας τοις Ρουμελιώταις αυτού αμοιβάς. Η Πελοπόννησος ευρέθη ούτως αντιμέτωπος προς την Στερεάν και ήρξατο πάλιν η παλαιά τοπική διάστασις, ήτις ουδέποτε είχε διαλλαγή. Μετά τους λόγους επήλθον τα έργα, και οι οπαδοί των δύο αρχηγών εδράξαντο των όπλων. Οι δε ξένοι θεαταί ενόμισαν φρόνιμον να καταλίπωσι πάραυτα την αίθουσαν της Συνελεύσεως. Αίφνης όμως κατέπεσε πάλιν ως αφρός όλος εκείνος ο βίαιος θυμός των δύο αρχηγών των παλληκαρίων.

Απελθόντων των ξένων, επανήλθεν ησυχία εν τη αιθούση. Ο Κολοκοτρώνης κατενόησεν, ότι εν τη οργή αυτού είχε παρεκτραπή και ότι δεν προυξένησε την καλήν εκείνην εντύπωσιν, εις ήν απέβλεπε συνήθως, εκ σεβασμού προς τα χρήματα των ξένων, και εξ ελπίδος νέων ευρωπαϊκών δανείων. Συνδιαλλαγείς προς τον Γρίβαν, μετέστη την 31 Ιουλίου, προς γενικήν πάντων έκπληξιν, εις τας τάξεις της αντιπολιτεύσεως, ακολουθούμενος υπό τινων των πιστοτάτων αυτού οπαδών, οίοι ο Νικήτας και ο Περρούκας. Απήτησε δε νυν την σύστασιν παρασήμου, ουχί υπέρ του Κυβερνήτου, αλλ' υπέρ του στρατού και των αρχηγών αυτού. Εξώρμησε μάλιστα εν προσπεποιημένη οργή έξω της Συνελεύσεως, μη γενομένης δεκτής της προτάσεως, ήν ήθελε νυν, ώρμησαν δε κατόπιν αυτού ο Πονηρόπουλος, ο Ράδος και ο Νικήτας, ίνα πραΰνωσι την δυσαρέσκειαν του ανδρός. Άκων και ανθιστάμενος επέστρεψεν ο Γέρος του Μωριά και υπεδύθη πάλιν το παλαιόν αυτού προσωπείον.

Μετά τας, κατ' επιφάνειαν, ταύτας σπουδαίας διαμάχας, δευτερεύον όλως ενδιαφέρον παρείχον αι άλλαι συζητήσεις. Αι περί αποζημιώσεων απαιτήσεις των τριών νήσων, αι αναφοραί Ιονίων τινών, Κρητών, Σαμίων και Χίων, αιτουμένων το δικαίωμα της ελληνικής εθνικότητος, και άλλα σπουδαία πολλάκις ζητήματα συνεζητούντο εν μεγίστη σπουδή και η περί αυτών απόφασις απελείπετο εκάστοτε εις την κρίσιν του Κυβερνήτου. Ολίγον προ της λήξεως των συνεδριάσεων εφάνη προωρισμένη η συνέλευσις να καταδείξη, ούτως ειπείν, επισήμως την επικρατούσαν φοβεράν έκλυσιν. Ο πληρεξούσιος Χίου Ράλλης, από φιλανθρώπων σκοπών ορμώμενος και την εις τας εστίας αυτών επάνοδον σκοπών, προύτεινε την 6 Αυγούστου γενικήν πάντων των κατά την επανάστασιν κιβδηλοποιών, πειρατών, κλεπταποδόχων και υποθαλψάντων κακουργήματα και πλημμελήματα, αμνηστίαν. Αλλ' η πλειοψηφία της συνελεύσεως, συναισθανομένη ορθώς το προς εαυτήν καθήκον, διεμαρτυρήθη και εντόνως απέκρουσε πάσαν της προτάσεως δημοσίευσιν.

Μετά τοιαύτα γεγονότα και ο Κυβερνήτης αυτός δεν ηδύνατο να επιθυμή την ενώπιον της Ευρώπης παράτασιν του θεάματος τοιαύτης εθνοσυνελεύσεως, ήτις εχομένη των καθεστώτων, ελαχίστην παρείχεν εγγύησιν ησυχίας και μετριοπαθείας· Τη υποκινήσει αυτού ανεβλήθη η συνέλευσις εις την 6 Αυγούστου, ότε και έληξε διά της αυτής στρατιωτικής και θρησκευτικής πομπής, μεθ' ής είχεν αρχίσει, τουτέστι δι' επισήμου δοξολογίας και τελετής εν τω ναώ της Παναγίας, εν ώ ο Κυβερνήτης εκήρυξεν επισήμως την λήξιν διά λογιδρίου, καταλήγοντος ούτως: «Εάν καθώς ευχόμεθα η αίσθησις των καθηκόντων εξαλείψη από την μνήμην τον σπόρον της διχονοίας, τον οποίον έβαλον πιθανώς γεγονότα απαισία· εάν μετά των δημοσίων υπουργών συναγωνισθώσιν {οι γερουσιασταί) διά να στερεώσωσι την ευνομίαν, ελπίζομεν όχι ο Κύριος του ελέους θέλει στερεώσει την Ελλάδα» (69). Μετά την διάλυσιν της εθνοσυνελεύσεως συμφώνως προς τα εψηφισμένα (ψήφισμα β') κατηρτίσθη το σώμα της νέας ταύτης Γερουσίας αντί του Πανελληνίου. Εκ των 27 μελών της Γερουσίας ταύτης εξέλεγεν ο Καποδίστριας είκοσι και εν εκ του καταλόγου του υποβαλλομένου αυτώ υπό των μελών της συνελεύσεως, τα δε άλλα έξ διώριζε κατ' ιδίαν προαίρεσιν.

Η Εθνοσυνέλευσις αύτη, εν ή μεγίστην πλειονοψηφίαν είχεν η κυβέρνησις, επεδοκίμασε πάσας τας πράξεις του Κυβερνήτου. Η συστάσα Γερουσία έμελλε να διευθύνη μετ' αυτού τα κοινά, έως ού εκπονήση ούτος τον θεμελιώδη του Κράτους νόμον και προσκαλέση το δεύτερον την Εθνοσυνέλευσιν προς επιψήφισιν αυτού. Εξέδωκε δέκα και τρία ψηφίσματα περί συνομολογήσεως δανείου εξωτερικού, εάν ευρεθή τοιούτον, περί αποζημιώσεων και χρεών εκ του συνομολογηθησομένου δανείου, περί απογραφής κατοίκων, περί εθνικού νομίσματος, περί διανομής εις τους αγωνιστάς διακοσίων χιλιάδων στρεμμάτων γης, περί ιδρύσεως εθνικής Τραπέζης, περί στρατού και στόλου, περί ετησίας μισθοδοσίας 180,000 φοινίκων τω Κυβερνήτη. Η ετησία αύτη μισθοδοσία εγένετο διά του εξής ψηφίσματος:

ΨΗΦΙΣΜΑ Θ'.

Η Εθνική Δ' των Ελλήνων Συνέλευσις


Θεωρήσασα ότι η Α. Ε. ο Κυβερνήτης αφιέρωσεν εις τας ανάγκας της Πατρίδος τα λείψανα της ιδίας περιουσίας και προ της ελεύσεώς του, και μετά την έλευσίν του, συμποσούμενα υπέρ το μιλλιόνιον γροσίων τουρκικών. Θεωρήσασα, ότι υπεχώρησεν εις την ένδειαν του έθνους και τα οποία το Πανελλήνιον επρόσφερεν εις την εξοχότητά του δίστηλα δώδεκα χιλιάδας ως ετήσια έξοδα, προμηθεύσας και ταύτα εξ ιδίων.

Και ομολογούσα την ανάγκην του να προμηθεύση εις την Α.Ε. τα αναπόφευκτα μέσα του να συντηρήση την αξιοπρέπειαν του κυβερνητικού χαρακτήρος προς το εξωτερικόν, και να εξαρκέση εις τας ανάγκας της οικιακής και ιδιαιτέρας υπηρεσίας.

Ψηφίζει

Α'. Διορίζονται εις την διάθεσιν της Α. Ε. του κυβερνήτου I. Α. Καποδίστρια, από του Εθνικού Ταμείου, δι' ενιαύσια έξοδα, εις εθνικόν νόμισμα, εκατόν ογδοήκοντα χιλιάδες.

Β'. Το παρόν ψήφισμα επικυρωθέν να καταχωρηθή εις τον Κώδηκα των Ψηφισμάτων, και διευθυνθέν εις την Κυβέρνησιν να δημοσιευθή διά των τύπων και να ενεργηθή.

Εν Άργει την πρώτην Αυγούστου τω χιλιοστώ οκτακοσιοστώ εικοστώ εννάτω (1829)».

Ο Πρόεδρος      ο Αντιπρόεδρος

Γεώργιος Σισίνης      Γεώργιος Μαυρομμάτης

[Έπονται αι υπογραφή των πληρεξουσίων.]

Αλλ' ο Κυβερνήτης μη αποδεξάμενος την ψηφισθείσαν ποσότητα των 180,000 φοινίκων ετησίως, απηύθυνε προς την Εθνοσυνέλευσιν τάδε:

«Το υπ' αριθμόν 9 και από 1ης Αυγούστου ψήφισμα, το οποίον διηύθυνεν αρτίως η συνέλευσις, προσδιορίζει τα έξοδα του αρχηγού της Επικρατείας.

»Δι' αυτού τούτου του ψηφίσματος η συνέλευσις επέστησε την προσοχήν της εις το ολίγον εκείνο, το οποίον ηδυνήθημεν να πράξωμεν αυτοί καθ' εαυτούς, διά να αποδείξωμεν ότι ο Έλληνες μόνον με τας θυσίας των, και όχι διά προσωπικών πλεονεκτημάτων, δύνανται να φθάσουν εις τον βαθμόν, τον οποίον υπόσχονται προς αυτούς η εθνική ανεξαρτησία και η ελευθερία.

»Ευτυχείς, διότι ηδυνήθημεν να προσφέρωμεν δι' αυτό το τόσον θεάρεστον έργον τα λείψανα της μετρίας καταστάσεως εις το θυσιαστήριον της πατρίδος!

»Μ' όλον ότι μακράν απέχομεν του να φρονώμεν ότι το έθνος δεν θέλει δυνηθή οψέποτε να μας τα αποδώση, θέλομεν όμως έως τότε να αποφύγωμεν, όσον το δυνατόν, το να καταβαρύνωμεν έτι μάλλον την χρηματικήν του στάσιν, απαιτούντες την απόδοσιν των όσων προκατεβάλομεν.

»Διά τον αυτόν τούτον λόγον θέλομεν αποφύγει και ήδη το να δεχθώμεν την προσδιοριζομένην ποσότητα διά τα έξοδα του αρχηγού της επικρατείας απεχόμενοι, εν όσω τα ιδιαίτερά μας χρηματικά μέσα μάς εξαρκούσιν, από του να εγγίσωμεν μέχρι και οβολού τα δημόσια χρήματα προς ιδίαν ημών χρήσιν

»Οψέποτε δε βιασθώμεν εις τούτο, εξαντληθέντων διόλου των ιδιαιτέρων ημών πόρων, τότε θέλομεν καταφύγει εις το δημόσιον ταμείον, πλην μόνον διά τα έξοδα, όσα απαιτεί η εκτέλεσις των καθηκόντων μας.

»Αλλά προς τούτο, καθώς μετεχειρίσθημεν άχρι τούδε, απαραλλάκτως θέλομεν μεταχειρισθή και εις το εξής ακριβεστάτην οικονομίαν· καθότι αποστρεφόμεθα το να προμηθεύωμεν ημάς αυτούς τας αναπαύσεις του βίου, αι οποίαι προϋποθέτουσι την
ευπορίαν, εν ώ ευρισκόμεθα εις το μέσον ερειπίων, περικυκλωμένοι από πληθύν ολόκληρον ανθρώπων βεβυθισμένων εις την εσχάτην αμηχανίαν.

»Τα αισθήματα ταύτα τα συναισθάνεσθε, κύριοι, και σεις οι ίδιοι, και το απεδείξατε εμπράκτως, εκτελούντες αμισθί τα καθήκοντα των πληρεξουσίων του έθνους.

»Ελπίζομεν ότι, όσοι εξ υμών μεθέξωσι μετά της κυβερνήσεως εις την προσωρινήν διοίκησιν, καθώς και οι λοιποί των πολιτών, όσοι προσκληθώσιν επί τούτω, θέλουν γνωρίσει μεθ' ημών, ότι εις τας παρούσας περιστάσεις οι εν δημοσίοις υπουργήμασι δεν είναι δυνατόν να λαμβάνουν μισθούς αναλόγους με τον βαθμόν του υψηλού υπουργήματός των και με τας εκδουλεύσεις των, αλλ' ότι οι μισθοί ούτοι πρέπει να αναλογούν ακριβώς με τα χρηματικά μέσα, τα οποία έχει η κυβέρνησις εις την εξουσίαν της.

»Εν Άργει τη 4 Αυγούστου 1829.

Ο Κυβερνήτης
I. Α. ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ

Ο Γραμματεύς της Επικρατείας
Ν. Σπηλιάδης

Προς τούτοις δε η εν Άργει Δ' Εθνική Συνέλευσις εψήφισε και το πολλού λόγου σχέδιον περί απαγορεύσεως εξαγωγής αρχαιοτήτων, περί σχολείων και άλλων κοινωφελών καθιδρυμάτων, περί ανεγέρσεως εν τη ορισθησομένη ακολούθως πρωτευούση μητροπολιτικού ναού τιμωμένου επ' ονόματι του Σωτήρος Χριστού, του διασώσαντος το ελληνικόν έθνος, περί ιδρύσεως εθνικού παρασήμου του τάγματος του Σωτήρος, όπερ υφίσταται εισέτι, περί ανεγέρσεως μνημείων προς ανάμνησιν της εν Πύλω ναυμαχίας των ευρωπαϊκών στόλων (70) και της εν Πεταλιδίω αποβιβάσεως του υπό τον Μαιζώνα γαλλικού στρατού, του εκδιώξαντος τον Ιβραχήμ πασάν και περί αποστολής πρεσβείας προς έκφρασιν ευχαριστιών εις τας τρεις δυνάμεις την Γαλλίαν, την Ρωσίαν και την Αγγλίαν.

Τοιαύτα ήσαν τα ψηφίσματα της εν Άργει Δ' Εθνικής Συνελεύσεως, καθ' ήν ο Καποδίστριας εθριάμβευσε κατά της κακεντρεχείας της αντιπολιτεύσεως, ως εξεφράζοντο οι οπαδοί και απέκτησεν απεριόριστον σχεδόν δύναμιν, κατά την ιδίαν αυτού ομολογίαν. Η γέννησις των δεκατριών εκείνων ψηφισμάτων καταδεικνύει εξαρτήσεώς τινος βαθμόν. Τα ψηφίσματα είχον συνταχθή υπό του Καποδιστρίου εντός του γραφείου αυτού. Επειδή δε ο Κυβερνήτης δεν ηδύνατο να γράφη ελληνιστί συνέταξεν αυτά γαλλιστί, και ο γραμματεύς της Συνελεύσεως I. Ρίζος μετέφρασεν αυτά εις την ελληνικήν. Ούτω δε, γεννηθέντα εν τη γραμματεία του Κυβερνήτου, και διαβιβασθέντα εις την συνέλευσιν διά της επταμελούς επιτροπής, επανέκαμψαν πάλιν, ως έργα της συνελεύσεως ταύτης, εις την γραμματείαν του Κυβερνήτου. Εντεύθεν οι ενάντιοι εχλεύαζον την παρωδίαν των συνταγματικών τύπων, και κρύφα μετεβιβάζετο από στόματος εις άτομα των τολμηροτέρων πληρεξουσίων το λογοπαίγνιον: «Γιάννης κερνά και Γιάννης πίνει», όπερ μέχρι σήμερον είναι παροιμιωδώς εν χρήσει και παρ' ημίν.

Μετά την λήξιν της Εθνοσυνελεύσεως διέμεινεν ο Κυβερνήτης ημέρας τινάς έτι εν Άργει, καθ' άς διώρισε δεκαέξ νέους γερουσιαστάς, και διέταξε να άρξηται η Γερουσία των εργασιών αυτής την 1)13 Οκτωβρίου 1829 εν τη έδρα της κυβερνήσεως. Είτα επανέκαμψεν εις Αίγιναν, και εξέδωκεν εκείθεν την 8)20 Σεπτεμβρίου διάταγμα περί οργανισμού της Γερουσίας, του υπουργικού Συστήματος, και του λογιστικού και ελεγκτικού συμβουλίου. Η ευπείθεια της Συνελεύσεως είχε κρατύνει εν αυτώ την πίστιν εις την ιδίαν αυτού μεγάλην δύναμιν και εις το άπταιστον αυτού. Ούτω δε το διάταγμα εκείνο αποτελεί τον κολοφώνα του συγκεντρωτικού αυτού συστήματος. Η κυβέρνησις εκλέγει κατ' αυτό και διορίζει εκ των Γερουσιαστών τον πρόεδρον της Γερουσίας· αυτή χωρίζει τους γερουσιαστάς εις δύο τμήματα, σχηματίζει εν εκατέρω τας επιτροπάς και διορίζει τον εισηγητήν εκάστης αυτών. Τέλος δε διορίζει ουχί εκ των μελών της Γερουσίας τον γραμματέα αυτής, τους συγγραμματείς και τον αρχειοφύλακα. Τα μέλη αμφοτέρων των τμημάτων ως και τα των επιτροπών δύνανται να μετατεθώσιν υπό της κυβερνήσεως από του ενός εις το έτερον τμήμα ή από μιας εις άλλην επιτροπήν. Οι υπουργοί παρευρίσκονται εις τας συνεδριάσεις της Γερουσίας, η δε ημερησία διαταγή ορίζεται υπό συμβουλίου αποτελουμένου υπό του προέδρου, των εισηγητών και του γραμματέως της Γερουσίας. Οι εισηγηταί των επιτροπών προτείνουσιν εις την κυβέρνησιν τον διοργανισμόν των γραφείων αυτών, «συμμορφούμενοι με τας διατάξεις τας αφορώσας τα γραφεία του υπουργικού συστήματος» Το «υπουργικόν σύστημα» διηρέθη κατά το υπόδειγμα των εντελώς μεμορφωμένων ευρωπαϊκών κρατών εις έξ υπουργεία: το των εσωτερικών, το των εξωτερικών και του εμπορικού ναυτικού, το της οικονομίας και του εμπορίου, το της δικαιοσύνης, το της δημοσίου παιδείας, και των εκκλησιαστικών πραγμάτων και το επί των στρατιωτικών και του πολεμικού ναυτικού φροντιστήριον. Έκαστον των υπουργείων τούτων, πλην του επί των οικονομικών και του επί των στρατιωτικών, διευθυνομένων υπό επιτροπών, διηυθύνετο υφ' ενός γραμματέως της Επικρατείας, έχοντος παρ' εαυτώ δύο παρέδρους. Το λογιστικόν και ελεγκτικόν συμβούλιον συνέκειτο εκ τριών μελών και των αναγκαίων κατωτέρων υπαλλήλων.

Γραμματεύς της Επικρατείας επί των Εσωτερικών εγένετο ο Νικόλαος Σπηλιάδης. Ο εκ Κερκύρας δικηγόρος Ιωάννης Γεννατάς, φίλος του Βιάρου Καποδιστρίου και εξ απορρήτων σύμβουλος του Κυβερνήτου, ένεκα τούτου δε ίσως ουδέποτε αγαπητός γενόμενος εν Ελλάδι, διωρίσθη γραμματεύς επί της δικαιοσύνης. Ο πιστός της Συνελεύσεως γραμματεύς Ν. Χρυσόγελος εγένετο γραμματεύς επί των εκκλησιαστικών, επί των εξωτερικών δε ετάχθη ο οπαδός τότε του Κυβερνήτου Ι. Ρίζος, ούτινος την αφοσίωσιν εκλόνησαν τα σκευωρήματα των μετέπειτα θιασωτών Καποδιστρίου. Μέλη της επί των οικονομικών επιτροπής διωρίσθησαν ο Αλέξανδρος Κοντόσταυλος, ο Γ. Σταύρος και ο Α. Παπαδόπουλος, διευθυνταί δε του λογιστικού και ελεγκτικού συμβουλίου οι Οικονομίδης, Σπανιολάκης, και Τασσίκας.

Ο Καποδίστριας περιοδεύσας εις Σύρον, Μέγαρα και Ναύπλιον, είχε βεβαιωθή πανταχού, ότι η συνέλευσις προυξένησεν, όντως, αγαθήν εντύπωσιν. Μετά τούτο συνεκάλεσε τα μέλη της Γερουσίας εν Αιγίνη, εδέξατο παρ' αυτών τον όρκον της πίστεως (26 Σεπτεμβρίου) και διέταξε την έναρξιν των εργασιών αυτών, υπό την προεδρείαν του Γ. Σισίνη. Υπέστη όμως την προσβολήν της αποτόμου αρνήσεως του Α. Μιαούλη και Λ. Κουντουριώτη, των δύο εκείνων εχθρικώς προς την κυβέρνησιν διατεθειμένων ανδρών, ούς έσχε την μεγαθυμίαν να διορίση Γερουσιαστάς. Τούτων αρνηθέντων, ετράπη τότε προς τον Τομπάζην και τον Α. Μαυροκορδάτον, διότι μεταξύ του αρχηγού αυτού της αγγλικής μερίδος και του Κυβερνήτου είχε μείνει πάντοτε πρόθυμος και συνδιαλλακτικός μεσίτης ο Σπυρίδων Τρικούπης. Ούτοι όμως, πιστοί εις το πολιτικόν αυτών παρελθόν, περιεφρόνησαν το προταθέν δέλεαρ. Ούτω καθαρώς πλέον και εσαεί διεχωρίσθησαν ορεινοί και πεδινοί, λέγει ο Μένδελσον Βαρθόλδυς.

Ο Καποδίστριας ευρίσκετο επί του κολοφώνος της ισχύος. Και αυτή η χρηματική αμηχανία, η κινδυνώδης πέδη πάσης ελληνικής διοικήσεως, εφαίνετο εκλιπούσα, διότι πανταχόθεν συνέρρεον βοηθήματα εν Αιγίνη. Η Γαλλία απέστειλε περί τα τέλη Οκτωβρίου 1829, 500,000 φράγκων, υποσχομένη και άλλην κατόπιν συνδρομήν, ο Τσάρος έπεμψε τον Νοέμβριον 6,000 όπλων δώδεκα πεδινά τηλεβόλα, και το αναγκαίον υλικόν του πολέμου, και ο Έυναρδ 700,000 φράγκων, ως προκαταβολήν απέναντι του μελετωμένου δανείου. Αι των ακαμάτων φιλελλήνων αποστολαί κατά τας αρχάς του έτους 1831 ανήλθον εν συνόλω εις 1,430,000 φράγκων. Εις ταύτα προσθετέον τας προσφοράς άλλων φιλελλήνων και πλουσίων ελλήνων 5,643,398 φράγκων, άτινα απέστειλεν η γαλλική κυβέρνησις κατά τα έτη 1828 και 1829, εκτός των 313,928 φράγκων, άτινα είχεν αποστείλει προς εξαγοράν αιχμαλώτων· 500,000 φράγκων, άπερ απέστειλε κατά το 1830, ρωσικάς συνδρομάς, άς ο Καποδίστριας αυτός υπελόγισεν εις 3,663,041 φράγκων και τέλος κατά τον Δεκέμβριον του 1830 και αγγλικήν συνδρομήν εξ ημίσεος εκατομμυρίου φράγκων. Τα ελέη ταύτα, ως συνείθιζε να καλή αυτά ο Καποδίστριας, συνεποσούντο ούτως εις 12 — 14,000,000. Η γαλλική κυβέρνησις υπελόγιζεν εις 3,500,000 τας δαπάνας αυτής εις προμήθειαν υλικού υπέρ του Καποδιστρίου· δεν είναι δυνατόν όμως να υπολογισθώσι πόσα έλαβεν η κυβέρνησις αυτού εις έμμεσα βοηθήματα, οίον όπλα, πολεμεφόδια, ίππους και τηλεβόλα. Και εν αυτή δε τη Ελλάδι ήρξαντο αι δημόσιοι πρόσοδοι να καθίστανται αφθονώτεραι, και εν μόνη τη επαρχία Σύρου ανήλθον εις 65,000 ισπανικών ταλήρων. Προσθετέον δε εις ταύτα και το βάρος της πολιτικής θέσεως, ήν κατείχεν έτι ο Κυβερνήτης εν τη κοινή γνώμη της Ευρώπης. Ο Μέττερνιχ εφρόνει κατά το θέρος του 1829, ότι ο Καποδίστριας είχεν υπέρ εαυτού την ισχυροτάτην μερίδα εν τη τότε πολιτική περιπλοκή και ηκολούθει απλουστάτην μέθοδον, διαμαρτυρόμενος κατά παντός μη αρέσκοντος αυτώ: «Ει και πάντη εφήμερος, έλεγεν ο Μέττερνιχ, η των πραγμάτων κατάστασις εν Ελλάδι, η της χώρας όμως κατάστασις είναι καλλιτέρα της εν Τουρκία, και τούτο ένεκα της ισχύος της κοινής γνώμης, ήτις παρασύρει πάντοτε τα ανακτοβούλια υπέρ των Ελλήνων. Ο Καποδίστριας τόσω καλώς συναισθάνεται την δύναμιν της θέσεώς του, ώστε ετόλμησε να είπη εις τον ναύαρχον Μιαούλην να επιπέση κατά του αγγλικού ναυτικού, και να υπομείνη να πυροβολήσωσι κατά αυτού και να τον συλλάβωσιν αιχμάλωτον, διότι σύμπασα η της Μεγάλης Βρεττανίας δύναμις δεν θα ηδύνατο να κρατήση αυτόν ως τοιούτον».

Εφ' υψηλού και φθονούμενος ίστατο ο Κυβερνήτης, αλλ' εγγύς ην το χείλος της αβύσσου και η απότομος προς τον όλεθρον τροπή. Η πλάστιγξ των του κόσμου έκλινε νυν τα μέγιστα υπέρ της Ρωσίας, η δε ευρωπαϊκή πολιτική ετρέπετο οριστικώς υπέρ της ρωσικής δυνάμεως και πάντων αυτής των φίλων και οπαδών, διά της αιφνιδίου λήξεως του τουρκικού πολέμου, και της ειρήνης, ήν ο Ρώσος στρατηλάτης Δείβιτς υπηγόρευσεν εν τω στρατοπέδω της Αδριανουπόλεως. Ο Κυβερνήτης επίστευσεν, ότι έφθασεν εις το τέρμα των πόθων αυτού. Αλλ' η ώρα της ανταποδόσεως εφαίνετο σημαίνουσα δι' αυτόν, και εγγίζουσα διά τους εναντίους αυτού η προθεσμία των απολογισμών. Ο Καποδίστριας περιέμενε νέας παρά της Ρωσίας παραχωρήσεις, ότε έμαθε το 10ον άρθρον της Συνθήκης το αφορών τα ελληνικά πράγματα και έμεινε κατατεθορυβημένος. Αντί πάσης άλλης υπέρ του Ελληνικού ζητήματος εργασίας, η Τουρκία υπεχρεούτο να αποδεχθή το πρωτόκολλον της 10)22 Μαρτίου 1829, καθ' ού αυτός τε και η Εθνοσυνέλευσις είχον πολλάκις διαμαρτυρηθή. Τοσούτον δε εξηγέρθησαν οι αντιπολιτευόμενοι κατ' αυτού, ώστε, κατ' αυστριακάς εκθέσεις, «τοσούτον ηύξησεν η κατά του Καποδιστρίου δυσαρέσκεια περί τα τέλη του 1829, ώστε κατεμέμφθησαν αυτού οι Έλληνες, ότι ήθελε να προδώση την ανεξαρτησίαν της χώρας, και εξεφράσθησαν υπέρ της ηγεμονίας Γερμανού πρίγκηπος» (71).

Το Ελληνικόν ζήτημα ετίθετο πάλιν εις τας χείρας της διπλωματίας, ήτις βραδέως εις τα περί αυτού προβαίνουσα, επί μάλλον εκίνει την κοινήν εν Ελλάδι γνώμην κατά του Κυβερνήτου. Τέσσαρες μήνες είχον παρέλθει από της εν Αδριανουπόλει ειρήνης, και όμως η εν Λονδίνω σύνοδος δεν είχεν έτι καταταλήξει εις επαρκή τινα απόφασιν περί του ελληνικού ζητήματος. Η Ρωσία ήσκει πάντοτε υπέροχον επιρροήν επί των αποφάσεων του διπλωματικού δικαστηρίου, και ο Μέττερνιχ έλεγεν οδυρόμενος: «Δυστυχώς η εν Λονδίνω σύνοδος διατελεί υπό ρωσικήν διεύθυνσιν». Επειδή όμως το ρωσικόν ανακτοβούλιον ουδεμίαν ησθάνετο διάθεσιν να εκτεθή σφοδρώς υπέρ των ελληνικών συμφερόντων, αι συζητήσεις κατήντησαν επί τέλους εις αναξιοπρεπή παιδιάν μεταξύ του περί ανεξαρτησίας ζητήματος και του περί επεκτάσεως ορίων. Αντί του δώρου της ανεξαρτησίας, εμέτρουν οι διπλωματικοί δικασταί διά γλίσχρου όλως μέτρου τα όρια του νέου Ελληνικού κράτους.

Διατί αρά γε το ανακηρυχθέν ελεύθερον Ελληνικόν βασίλειον να είναι μικρότερον της υποτελούς Ελλάδος; Και όμως σαφέστατον, ότι ουδείς, είτε ηγεμών ανεξάρτητος, είτε υποτελής, ηδύνατο να βασιλεύση εν Ελλάδι, ανεπαρκή εχούση όρια.

Ο λόγος ήτο ότι συνεκρούοντο πάλιν, εν τω κρυπτώ, τα συμφέροντα των ευεργετίδων Δυνάμεων, εν ώ επισήμως τα ελληνικά συμφέροντα ήσαν το πρώτον της ημέρας ζήτημα. Ο δουξ Βέλλιγκτον, όστις εφ' ικανόν χρόνον είχε πολεμήσει την ανεξαρτησίαν, εθεώρει νυν αυτήν ως αναγκαίαν. Η εν Αδριανουπόλει ειρήνη είχε πείσει αυτόν οφθαλμοφανούς, ότι ήτο άδικον και κινδυνώδες συνάμα, να υποταχθή η υποτελής Ελλάς εις την εξησθενημένην και προστασίας χρήζουσαν Πύλην. Είχε κατανοήσει δε το ορθόν της ιδέας, ότι υποτελής ηγεμονία εξυπηρετεί μόνον της Ρωσίας τα συμφέροντα. Αντί όμως να προβή δραστηρίως εις ενέργειαν σύμφωνον προς την ιδέαν ταύτην, ως ήθελεν ο Αϊτέσβουρυ, και ως θα ήθελεν ο Κάννιγκ, αντί να συλλογισθή ισχυρόν ελληνικόν πρόχωμα κατά του μοσχοβιτικού κατακτητικού πνεύματος, περιέπεσε πάλιν εις τον φόβους ότι το νέον ανεξάρτητον κράτος ηδύνατο να καταστή πλέον του δέοντος ισχυρόν και να απειλήση την ύπαρξιν της γεγηρακυίας και εξησθενημένης Τουρκίας.