150) [Βλ. τούτο παρά Bergk Ρ. L. Gr. III σ. 71-81· και Hiller- Crusius σ. 182].↩
151) [Το πλαστόν των σωζομένων επιστολών απέδειξεν ο πολύς Άγγλος φιλόλογος R. Bentley (1662-1742) τω 1699].↩
152) Τα νομίσματα της Ιμέρας, τα φέροντα την εικόνα του, είναι μεταγενέστερα του 241 π. Χ., ότε ο Στησίχορος κατήντησεν όλως θρυλικός. ↩
153) [Ευστόχως ο Weil αντέκρουσε την κοινήν ταύτην περί της μιμήσεως του ονείρου γνώμην εν Journal des Savants 1902 σ. 138]. ↩
154) [Εκδόσεις Τα αποσπάσματα του Στησιχόρου παρά Bergk P. L. Gr. III σ. 205-234 Bucholz-Sitzler II σ. 25-31, Hiller- Crusius σ. 208-218 Περί του Στησιχόρου και των νεωτέρων ομωνύμων αυτού διέλαβεν ο Wilamowitz, Sappho σ. 288-242].↩
155) [Τον παρά &Πλουτάρχω& περί αδολεσχίας 14 (τόμ. Γ' σ. 321 Βερναρδάκη) λόγον περί της συλλήψεως των φονέων έκαμε πασίγνωστον εν Ευρώπη το ποίημα του Σχίλλερ].↩
156) [Τα σωζόμενα αποσπάσματα αναφέρουσιν (1) οινανθίδας (4) πορφυρίδας, (8) πανέλοπας, λαθιπορφυρίδας και αλκύονας].↩
157) [Εκδόσεις Τα αποσπάσματα του Ιβύκου παρά Bergk P. L. Gr. III σ. 235-252,Buchholz-Sitzler, II σ. 29-35, Hiller- Crusius 213-218].↩
158) [βλ. Σχολιαστήν Πινδάρου Ολ. β' 29 (15)]. ↩
159) [Επ' εσχάτων ανεκινήθη σφοδρώς το ζήτημα της γνησιότητος των φερομένων 101 επιγραμμάτων του Σιμωνίδου. Ευρεθείσαι επιγραφαί απέδειξαν μεταγενεστέρας προσθήκας και νοθείας (πρβ. Στεφ. Ν. Δραγούμην εν Athen. Mitt. 22 (1897) 52-58 (και πίν. IX) «Σιμωνίδου επίγραμμα και ο εν Σαλαμίνι τάφος των Κορινθίων» και A. Wilhelm, εν Jahreshefte d. öster. arch. Instit. 2 (1899) 221-244. Προφανώς εις την παλαιάν συλλογήν περιελήφθησαν και μεταγενέστεροι στίχοι Αλλά λυδίαν λίθον της γνησιότητος δεν έχομεν. Ο A. Hauvette (De l' authenticité des epigrammes de Simonide, 1896) παραδέχεται ως γνήσια μόνον 41. Μόνον δε 11 ο M. Boas, De Epigrammatis Simonideis, Groningæ, 1905].↩
160) [Εκδόσεις. Τα αποσπάσματα του Σιμωνίδου παρά Bergk P. L. Gr. III σ. 382-535. Buchholz-Sitzler II σ. 52-60, Hiller- Crusius σ. 233-267. Νέον περί του Σιμωνίδου έργον το του Wilamowitz- Möllendorff, Sappho und Simonides, Berlin, 1913 σ. 137-232, όπου εξετάζεται και το ζήτημα της γνησιότητος των επιγραμμάτων].↩
161) [Εκδόσεις. Τα αποσπάσματα του Τιμοκρέοντος παρά Bergk P. L. Gr. ΙΙΙ σ. 586-541 Hiller-Crusius σ. 267-9].↩
162) [Τα εξής αξιοσπούδαστα λέγει ο Λογγίνος(; «Περί ύψους» 33· τι δε; εν μέλεσι μάλλον αν είναι Βακχυλίδης έλοιο ή Πίνδαρος και εν τραγωδία Ίων ο Χίος ή νη Δία Σοφοκλής; επειδή οι μεν αδιάπτωτοι και εν τω γλαφυρώ πάντη κεκαλλιγραφημένοι, ο δε Πίνδαρος και ο Σοφοκλής, οτέ μεν οίον πάντα επιφλέγουσι τη φορά, σβέννυνται ο αλόγως πολλάκις και πίπτουσιν ατυχέστατα]. ↩
163) [Τα εξής μέχρι τέλους του κεφαλαίου εκ του προλόγου της β' εκδόσεως σ. ΧVΙ-ΧΙΧ].↩
164) [Εκδόσεις Βακχυλίδου. Αρχική F. G. Kenyon The poems of Bacchylides, London 1897. — Αρίστη έκδοσις μετά αγγλικής μεταφράσεως, μακράς εισαγωγής και σημειώσεων R. Jebb, Bacchylides, the poems and fragments, Cambridge 1906. — Fr. Blass-G. Suess εν τη Bibliotheca Teubner. δ' έκδ. 1912. (Κατόπιν ευρέθη και νέος πάπυρος περιέχων μέρος της ήδη γνωστής ις' ωδής)].↩
165) [Quintilianus Institutio oratoria Χ 1,61].↩
166) [Το ανωτέρω απόσπασμα της ΚΟΡΙΝΝΗΣ και έν άλλο παρόμοιον τετράστιχον ήσαν τα μακρότατα των τέως σωζομένων ποιημάτων αυτής. Αλλά τω 1907 πάπυρος εξ Ερμουπόλεως της Αιγύπτου, αποκείμενος ήδη εν τω Βερολινίω Μουσείω, εκδοθείς δε πρώτον υπό του Wilamowitz-Möllendorf (Berliner Κlassikertexte V 2 σ.19) εφανέρωσεν 150 περίπου νέους στίχους της ποιητρίας, ών πολλοί κατεστραμμένοι. Τούτων οι πρώτοι αναφέρονται εις ποιητικόν διαγωνισμόν μεταξύ Κιθαιρώνος και Ελικώνος, προσωποποιουμένων, εν τέλει δε κατά παράκλησιν των Μουσών οι θεοί ρίπτουσι ψήφους↩
πλίονας δ' είλε Κιθηρών
Οι δε λοιποί στίχοι είναι απάντησις μάντεως προς τον Ασωπόν περί της τύχης των θυγατέρων αυτού, άς έχουσι τρεις ο Ζευς, τρεις ο Ποσειδών, δύο ο Φοίβος,
ταν δ' ίαν Μή[ας] αγαθός
πης Ερμάς·
Ούτω τα θέματα της Κορίννης ήσαν επιχώρια βοιωττικά, περίπου βουκολικά, βοιωτική δε όλως είναι και η διάλεκτος αυτής, ής ένεκα «φαίνεταί μοι νικήσαι» Πίνδαρον. λέγει ο Παυσανίας Θ' 22,3) «ότι ήδεν ου τη φωνή τη Δωρίδι, ώσπερ Πίνδαρος, αλλά οποία, συνήσειν έμελλον Αιολείς, και ότι ην γυναικών τότε δη καλλίστη το είδος», ως συνεπέραινεν εκ της εικόνος αυτής ο περιηγητής.
Εκδόσεις των αποσπασμάτων της Κορίννης, των μεν παλαιών παρά Bergk P. L. Gr. III σ. 543-53 και Hiller-Crusius σ. 269-71, των δε νέων (πλην των εν περιοδικοίς) παρά Buchholz-Sitzler II σ. 173-7 Ernst Diehl, Supplementum Lyricum 19-22 και J. M. Edmonds, The new fragments of Alcæus, Sappho and Corinna, Cambridge 1909]↩
167) [Χαρακτηρίζων τον Πίνδαρον ο Wilamowitz-Möllendorff (Die Griechische Literatur des Altertums, 1912, σ. 53) παραβάλλει αυτόν προς τον Δάντε «Βεβαίως, (λέγει) ο Θηβαίος ως ποιητική δύναμις δεν είναι άξιος να λύση τον ιμάντα των υποδημάτων του Φλωρεντίνου· αλλά δεν είναι τάχα τούτο μέγα, ότι συνεχώς αναλογιζόμεθα τον Δάντε, θέλοντες να χαρακτηρίσωμεν τον Πίνδαρον;». Τοιούτοι παραλληλισμοί καλλιτεχνών χρονικώς τόσον απεχόντων, δύνανται μεν να διαφωτίσωσι τον αναγνώστην, αλλά δύνανται και το εναντίον. Κοινά βεβαίως έχουσιν οι δύο ποιηταί το προφητικόν μεγαλείον, την βαθείαν θρησκευτικήν πίστιν και το σκοτεινόν της φράσεως, όπερ εγέννησε το πλήθος των σχολιαστών αυτών. Αλλ' η ποιητική δύναμις του Δάντε έγκειται κυρίως εις την έντασιν του μίσους, κατά τούτο δε ο Φλωρεντίνος συγγενεύει μάλλον προς τον Αρχίλοχον, πράγματι δε ο ανωτέρω (σ. 88) παρατεθείς επωδός ενθυμίζει χωρία του Inferno (πρβ. XXXII, 35). Τον Πίνδαρον — ιδίως των νέων παιάνων — οι Έλληνες δύνανται να εννοήσωσι κάλλιον ως μέγαν τινά Ρωμανόν, όμοιον ως προς τον θρησκευτικόν τόνον, το λυρικόν ύψος, την ηθικολογίαν και μάλιστα το μέλος, όπερ ήτο εξίσου αχώριστον από της λέξεως και των δύο. Αλλ' ο μεν Πίνδαρος είναι πυκνότατος, ο δε Ρωμανός ρητορικώς μακρολόγος. Των δε νεωτέρων ο Πίνδαρος ίσως ομοιάζει μάλλον προς τους μουσουργούς ή τους ποιητάς. Η περί των λυρικών σιωπή του Αριστοτέλους εν τη Ποιητική εμφαίνει την επικράτησιν του μουσικού στοιχείου αυτών, η δ' εν τέλει των Πολιτικών 8, 7 σ. 1342 α 5) έξαρσις ιδίως «των ιερών μελών» ως προκαλούντων την κάθαρσιν της ψυχής, δεικνύει πόσην δύναμιν απέδιδον εις ταύτα οι αρχαίοι. Πινδαρικόν δε συνδυασμόν ποιήσεως, χορού και μουσικής πιθανώτατα δεν είδεν ο νέος κόσμος]. ↩
168) [Και ταύτην την έλλειψιν εθεράπευσεν η Αίγυπτος. Πάπυροι της Οξυρύγχου διέσωσαν πλην τινων αδήλων στροφών (Grenfell and Hunt III (1903) σ. 13-17 αρ. 408) δύο παρθένια του Πινδάρου (IV (1904) σ. 50 αρ. 659), ών έν των καλουμένων δαφνηφορικών, και μακρά αποσπάσματα εννέα παιάνων (V (1908) σ. 11-110 αρ. 841). Οι παιάνες απετέλουν έν των 17 βιβλίων του ποιητού, ήσαν δε άσματα θρησκευτικά. Ο β' των σωθέντων αποτεινόμενος εκ μέρους των Αβδηριτών προς τον ήρωα Άβδηρον, υιόν του Ποσειδώνος, περιέχει τρις την τυπικήν επωδόν↩
ιήιε, Παιάν, ιήιε· Παιάν
δε μηδέποτε λείποι.
Μακρότατος και κάλλιστος είναι ο ς' (στίχοι 140) ού σώζεται και η επιγραφή «Δελφοίς εις Πυθώ», αρχόμενος διά της μεγαλοπρεπούς στροφής
Προς Ολυμπίου Διός σε, χρυσέα
κλυτόμαντι Πυθοί,
λίσσομαι Χαρίτεσ-
σίν τε και συν Αφροδίτα,
εν ζαθέω με δέξαι χρόνω
αοίδιμον Πιερίδων προφάταν.
περιγράφει κατόπιν την άλωσιν της Τροίας υπό του Νεοπτολέμου και τας μετέπειτα συμφοράς αυτού, διότι εφόνευσε τον γηραιόν Πρίαμον παρά τον βωμόν. Του θ' παιάνος σώζονται λέξεις τινές και η συνέχεια της ήδη εκ του Διονυσίου του Αλικαρνασσέως γνωστής α' στροφής, της αναφερομένης εις έκλειψιν του ηλίου η β' στροφή αποτείνεται περιπαθώς προς τον Απόλλωνα. Καθόλου οι παιάνες του Πινδάρου είναι μάλλον εύληπτοι των επινίκων, δεν έχουσι δε τόσον στενήν σχέσιν προς το πρόσωπον του ποιητού].↩
169) [Εκδόσεις νέαι του Πινδάρου Ο. Schröder Pindari Carmina (Teubner)1900, (ως α' μέρος της ε' εκδόσεως των Λυρικών ποιητών του Bergk). Του αυτού εν τη Bibliotheca Teubner 1908. — Μετά σχολίων Κ. Κλεάνθους, Πινδάρου τα σωζόμενα μετά μεταφράσεως σημειώσεων και πίνακος των λέξεων εις τόμους ε', εν Τεργέστη 1886-7 C. A. M. Fennell, Pindar, Cambridge I Οι Ολυμπ. και Πυθ. 1893 II. Οι Νεμ. και Ισθμ. 1899 (αγγλ.). W. Christ, Pindari carmina prolegomenis et commentariis instructa (Teubner) 1896 — Τα νέα αποσπάσματα παρά Ernst Diehl, Supplementum Lyricum, σ. 22-44. — Εκδόσεις των παλαιών σχολίων E. Abel, Scholia in Pindari Epinicia, Berolini 1884, A. B. Brachmann τόμ. Ι Scholia in Olympionicas, Teubner), 1903 II Scholia in Pythionicas, 1910. — Ειδικόν δε λεξικόν το του I. Rumpel, Lexicon Pindaricum, (Teubner) 1883]↩
170) Corpus Inscriptonum Græcarum 11 [τόμ. I σ. 26]. ↩
171) [Dittenberger, Sylloge Inscriptionum Græcarum, Lipsiæ 1883 αρ. 357 τόμ. Β' σ. 497].↩
172) Βλ. Hermes 27 σ. 161 κεξ.↩
173) Ο λίθος αναφέρεται εν τω Παρίω χρονικώ. Την δε λευκήν χελιδόνα μαρτυρούσιν ο Αριστοτέλης, [απόσπ. 531] [Αιλιανού Περί ζώων ΙΖ' 20] Αντίγονος ο Καρύστιος, Ηρακλείδης ο Ποντικός και ο Αιλιανός, αναφερόμενος εις Αλίξανδρον τον Μύνδιον [Περί ζώων I' 34. «ώφθησάν ποτε χελιδόνες λευκαί»].↩
174) [Εκδόσεις. Τα εις τον Κάδμον αναφερόμενα αποσπάσματα παρά C. Μüller, Fragmenta Historicorum Græcorum, (Didot) II σ. 2-8, τα εις τον Ακουσίλαον I σ. 100-103, και IV σ. 624· πρβ. και I σ. XXXVI].↩
175) [Κατά τον Ευσέβιον ήκμαζε κατά την Ολυμπιάδα 81,3 ήτοι 454 π. Χ.]↩
176) [Εκδόσεις. Τα αποσπάσματα του Φερεκύδους παρά C. Müller F.H. Gr. I σ. 70-99 και IV σ. 637-9, και H. Diels Die Fragmente der Vorsocratiker II σ. 503-10, ένθα και το εκ παπύρου μικρόν απόσπασμα (Grenfell and Hunt Νew classical fragments, Oxford, 1897)97) το περί των γάμων Διός και Ήρας, περί ου διέλαβεν ο Weil R.E.Gr. Χ (1897) σ. 1-9. Η γλώσσα του αποσπάσματος εκείνου επιβάλλει την διάκρισιν Αθηναίου Φερεκύδους. Διατριβήν είχε γράψει ο Δ. Σπηλιωτόπουλος, Ueber Pherekydes den Syrien und seine Theogonie, Frlangen, 1890]↩
177) [Εκδόσεις. Τα αποσπάσματα του Διονυσίου του Μιλησίου παρά C. Müller F. H. Gr. II σ. 5-7, του Χάρωνος Ι σ. 32-35, του Ευγαίωνος ΙΙ σ. 16 και IV σ. 653, του δε Ξάνθου Ι σ. 36- 44]↩
178) [Το έργον τούτο του Γλαύκου ανεφέρετο υπό τινων και εις τον ρήτορα Αντιφώντα κατά Πλούταρχον, Βίοι των ρητόρων, τόμ. Ε' σ. 149 Βερναρδάκη].↩
179) [Περί της λέξεως ιστορία διέλαβεν εσχάτως Χ. Χ. Χαριτωνίδης εν Αθηνάς τόμ. ΚΖ' (1915) σ. 305-319, ότι μέχρι του Αριστοτέλους «παρά τοις παλαιοίς άπασι τοις τε Ίωσι και τοις Αττικοίς» εσήμαινε «την είδησιν, επιστήμην, εμπειρίαν»].↩
180) [Ερμογένης Περί ιδεών τόμ. β' 6. Walzs Rhetores græci III σ. 399].↩
181) [Εκδόσεις. Τα αποσπάσματα του Εκαταίου παρά C. Müller F. H. Gr. I σ. 1-31 IV σ. 623-7. Νέα μελετήματα *C. Tropea, εν J. H. S., 29 (1909)51. F. Jacoby εν Pauly-Wissowa Real Encyclopädie τόμ. 7 (1912) στ. 2667-2750].↩
182) [Κωνσταντίνος ο Πορφυρογέννητος (προς Ρωμ. κγ' τόμ. III σ. 107,4 Bonnæ) παραπέμπει περί των δύο Ιβηριών εις τον Ηρόδωρον «εν τη δεκάτη των Καθ' Ηρακλέα»].↩
183) [Εκδόσεις. Τα αποσπάσματα του Ηροδώρου παρά C. Müller F. H. Gr. II σ. 27-41. Τελευταία περί αυτού μελέτη F. Jacoby εν Pauly-Wissowa R. E. τόμ. 8 (1913) στ. 980-7].↩
184) [Το όνομα κατά τον P. Kretschmer είναι συγκοπή του Ελλανόνικος, προέρχεται δ' εκ του έτους των ελληνικών νικών, ήτοι του 480 π. Χ., καθ' ό ίσως εγεννήθη].↩
185) [Αν αληθεύη ο] Σχολιαστής των Αριστοφάνους Βατράχων 694-720.↩
186) [Εκδόσεις. Τα αποσπάσματα του Ελλανίκου παρά C. Müller F. H. Gr. I σ. 45-69 και IV σ. 629-637. Νεωτάτη περί αυτού μελέτη F. Jacoby εν Pauly-Wissowa R. Ε. τόμ. 8 (1913) στ. 104-153]. ↩
187) [Βλ. Πλουτάρχου, Περί της Ηροδότου κακοηθείας 25, Βερναρδάκη Ε' σ. 229].↩
188) Ζ' 233· Θ' 73· Ζ' 137 πρβ. 91.↩
189) Αχαρν, 524 ↩
190) Meyer, Rh. Mus. 49, 146.↩
191) Χειρόγραφά τινα φέρουσιν «Ησίοδος», αλλά τούτο είναι σχεδόν αδύνατον, [ούτω δε και η παρισιανή έκδοσις του Αριστοτέλους].↩
192) Γ' 55· Δ' 76· Η' 65· Θ' 16.↩
193) Busolt, Griesch. Geschichte II 619. ↩
194) Βλ. έκδοσιν του Macan, App. XIV.↩
195) [Πλουτάρχου Περί της Ηροδότου κακοηθείας 33. Βερναδάκης Ε' σ. 243].↩
196) Μacan, LΧΧΙΙΙ.↩
197) [Εκδόσεις νέαι του κειμένου του Ηροδότου υπό Dietsch-Kallenberg εν τη Biblioth. Teubner, 1906, και υπό C. Hude, εν τη Biblioth. Oxoniens 1908 — Μετά σχολίων (και των ολίγων αρχαίων) υπό Stein, Berlin εις 5 τόμ. 1893-1908 — Μετά λατινικών σχολίων υπό v. Herwerden, 4 τόμ. 1894-9. — Μετ' αγγλικών σχολίων αξιολόγων ιδίως διά τας παραβολάς προς τας ανατολικάς πηγάς υπό Sayce, Herodotos, Books Ι-ΙΙΙ, London 1883. R. W. Macan Herodotos Books IV-VI, 2 τόμ. 1895 Books VIΙ-ΙΧ, 2 τόμ. 1908. — Χωριστά δε σχόλια υπό W.W. How and J. Wells, A. Commentary on Herodotos, Oxford, 2 τόμ. 1912].↩
198) [Εκδόσεις. Τα αποσπάσματα του Αναξιμάνδρου και του Αναξιμένους και περί αυτών χωρία παρά Μullach, Fragmenta Philosophorum græcorum I σ. 237-240 και 241-5 καιH Diels, Die Fragmente der Vorsokratiker I σ. 11-17-21].↩
199) [Περί των αποσπασμάτων του Ξενοφάνους βλ. ανωτέρω σημ. 108].↩
200) [Εκδόσεις των αποσπασμάτων του Ηρακλείτου (του Περί φύσεως και των πιθανώς νόθων επιστολών) αρίστη η υπό Ingram Bywater Heracliti Ephesii Reliquiæ Oxonii, 1877, νεωτάτη δε η του H. Diels Heraclit von Ephesus, Berlin, β' έκδ. 1909 (μετά γερμαν. μεταφράσεως). — Παρά Mullach Fr. Ph. Gr. I σ. 310-329, και H. Diels Fr. d. Vors. I, 58 — Νεωτάτη μελέτη υπό Wellmann εν τη Pauly-Wissowa R. Ε. τόμ. 8 (1912) στ. 504-508].↩
201) [Περί των αποσπασμάτων του Παρμενίδου βλ. ανωτέρω σημ. 108].↩
202) [Εκδόσεις. Τα του Μελίσσου αποσπασμάτια παρά Mullach Fr. Ph. Gr. I σ. 261-5, τα δε του Ζήνωνος σ. 269-70]. ↩
203) [Εκδόσεις. Τα αποσπάσματα του Αναξαγόρου παρά Mullach Fr. Ph. Gr. I σ. 243-51 και H. Diels Fr. d. Vors. I σ. 293- 323].↩
204) [Η ανωτέρω απολογία των σοφιστών στηρίζεται εις την λαμπράν αυτών υπεράσπισιν υπό του G. Grote, του εξόχου Άγγλου ιστοριογράφου της αρχαίας Ελλάδος [1794-1871]. Αλλά και των Άγγλων πολλοί (πρβλ. H. Jackson εν En. Br, τόμ. 25 (1911) σ. 418-424) διαφωνούσι προς τον Grote κυρίως εις τούτο, ότι οι σοφισταί, οι πρώτοι πομπωδώς επαγγελλόμενοι να διδάξωσιν ανώτερα μαθήματα, αποκρούσαντες την φιλοσοφίαν, έτρεψαν την προσοχήν μάλλον εις την μορφήν παρά την ουσίαν των λόγων και των διδαγμάτων, και ότι διά τούτο το όνομα σοφιστής κατεκρίνετο και προ του Πλάτωνος. Πρέπει δε να ενθυμώμεθα ότι και αι αρεταί και αι ελείψες αυτών ήσαν ατομικαί — δεν υπήρχε σχολή σοφιστών — κοινόν δε γνώισμα είχον την διαφήμισιν της ιδίας ικανότητος και σοφίας].↩
205) [Εκδόσεις. Τα αποσπάσματα των Επιδημιών και της Χίου Κτίσεως του Ίωνος παρά C. Müller Fragmenta Historicorum Græcorum II σ. 44-51. Τα ελεγεία και τα μέλη παρά Bergk P. L. Gr. II 251-7 και Hiller-Crusius 125-8. — Τα αποσπάσματα των τραγωδιών παρά Α. Nauck. Tragicorum Græcorum Fragmenta σ. 729-732]. ↩
206) [Εκδόσεις. Τα αποσπάσματα του Στησιμβρότου παρά C. Müller, F. H. Gr. II 52-58. Βλ. Wilamowitz-Möllendorff εν Hermes 12,361].↩
207) [Εκδόσεις νέαι της Αθηναίων πολιτείας υπό A. Kirchoff Berollini, γ' έκδ. 1889 και ιδίως υπό *E. Kalinka μετά εισαγωγής, γερμαν. μεταφράσεως και σημειώσεων (Teubner) 1913. — Ανετυπώθη και εν Αθήναις κατά την έκδοσιν L. Dindorf-Fr. Ruehl χάριν του Αρχαιολογικού Φροντιστηρίου].↩
208) [Εκδόσεις. Τα πεζά αποσπάσματα του Κριτίου παρά C. Müller F.H. Gr. II, 68-71. — Τα ελεγεία παρά Bergk, P. L. Gr. σ 279-284 και Hiller-Crusius σ. 134-6. — Τα δε τραγικά (ών μέγιστον το απόσπ. του Σισύφου) παρά A. Nauck T. G. F. σ. 770-5.].↩
209) [Ο χαριέστατος έπαινος του Σωκράτους υπό του Αλκιβιάδου εν Πλάτωνος Συμποσίω, σ. 215-222].↩
210) Αριστοφάνους Ιππής 1329, Αχαρνής 637. ↩
211) Η ελληνική λέξις εραστής είναι ζωηρωτέρα και δροσερωτέρα της αγγλικής lover. ↩
212) Περικλής παρά Θουκυδίδη Β' 63. Ισχυρότερον ο Κλέων εν Γ' 37, ο Εύφημος Στ', 85 πρβ. Α' 124, Ε' 989. ↩
213) Η κατά του Θουκυδίδου δίκη κα?? εκτίθεται υπό του Grote (VI, 191·), αλλ' ούτος παραδέχεται το ιστόρημα του Μαρκελλίνου ότι κατήγορος ήτο ο Κλέων.↩
214) [Εις τον Κράτιππον αμέσως ή εμμέσως αποδίδουσί τινες τα υπό των πλείστων εις τον Θεόπομπον αποδιδόμενα νέα αποσπάσματα, άπερ εκ παπύρων της Οξυρύγχου εξέδωκαν τω 1909 ο Grenfell και Hunt υπό την επιγραφήν Hellenica Oxyrhynchia]. ↩
215) [Και ο Πλούταρχος Κίμ. 4· «μνήμα . . δείκνυται»] ↩
216) [Rudolph Hirzel εν Ερμή XIII (1878) σ. 16-49]. ↩
217) Αριστοτέλους Ρητορικής 1365 α 31, 1411 α I. Πλουτάρχου Περικλής 28. ↩
218) Wilamowitz-Möllendorff εν Ερμή XII 465 Την γνώμην ταύτην ευλόγως αντέκρουσεν ο Weil εν Journal des Savants 1902 σ. 96].↩
219) [Η κριτική του κειμένου του Θουκυδίδου, η στηριζομένη κυρίως επί επτά χειρογράφων του ι'-ιγ' αιώνος, κατά τας τελευταίας δεκαετηρίδας επλουτίσθη δι' αιγυπτιακών παπύρων και μεμβρανών, άς εσχάτως συνέλεξε Fr. Fischer. Thucydides reliquiæ in papyris et membranis Aegyptiacis servatæ (Teubner) 1913].↩
220) [Την μετά των Αργείων συμμαχίαν των Αθηναίων, ήν εξέδωκεν ο Κουμανούδης· βλ. C. I. A. τόμ. VI σ. 14 και 15 και πρβ. Θουκυδ. Ε' 47].↩
221) Ο Müller Strübling, εννοείται, θεωρεί το χωρίον ως παρέμβλημα. Ο Θουκυδίδης μετεχειρίζετο το δεκαδικόν σύστημα των αριθμών, ουχί το των αττικών επιγραφών.↩
222) [Ε', 26,3 «και τοις από χρησμών τι ισχυρισμένοις μόνον δη τούτο εχυρώς ξυμβάν].↩
223) [Ο γάλλος ούτος ιστοριογράφος, (1445-1511), όστις επωνομάσθη πατήρ της νεωτέρας Ιστορίας, επαινείται, προ πάντων υπό του Saint Beuve, διά την οξύτητα μεθ' ής ερμηνεύει τα ελατήρια των πράξεων των συγχρόνων του, ιδίως της Αυλής, και διαγράφει τους χαρακτήρας των προσώπων εντός των Απομνημονευμάτων αυτού, (Memoires»), ών νέα έκδοσις υπό de Mandrot, 1901].↩
224) [Τολμηροτάτη αλλά και ατυχεστάτη κατά του Θουκιδίδου επίκρισις είναι η του F. M. Cornford Thucydides mythistoricus, 1907, όστις εζήτησε ν' αποδείξη ότι η συγγραφή είναι απλή δραματοποιία, η «ιστορική τραγωδία» των γεγονότων].↩
225) [Ο τρόπος, καθ' όν καταλήγει η συγγραφή σχεδόν εν μέσω φράσεως — και αφικόμενος πρώτον εις Έφεσον (ο Τισσαφέρνης) θυσίαν εποιήσατο τη Αρτέμιδι — εμφαίνει ότι ο θάνατος υπήρξεν απρόοπτος, καθιστά δε πιθανήν την παράδοσιν (Πλουτάρχου Κίμ. 4) ήν απορρίπτει ο Μαρκελλίνος, ότι ο Θουκυδίδης εφονεύθη εν Σκαπτή ύλη, ως φαίνεται όχι μετά τα 399].↩
226) [Εκδόσεις νέαι του κειμένου του Θουκυδίδου εν τη Biblioth, Oxon. υπό H. Steuart εις 2 τόμ., 1900-1 και εν τη Biblioth. Teubner υπό Car. Hude, edit. major εις 2 τόμ. 1901, edit. minor εις 2 τόμ. 1903. — Τα παλαιά σχόλια εν τέλει της παρισιανής εκδόσεως του F. Haase Didot) 1869. — Άλλα σχόλια εκ χφ. της Πάτμου εδημοσίευσεν ο Ι. Σακελλίων εν Revue de Philologie I (1877), σ. 182-8. — Άλλα παλαιά σχόλια του β' μ Χ. αιώνος εις το Β' βιβλίον εκ παπύρων εδημοσίευσαν ο Grenfell and Hunt. Oxyrhynchus Papyri VI (1908) σ. 107-149. — Εκδόσεις μετά ελλην. σημειώσεων υπό Α. Πανταζή Μισίου εις 4 τεύχη, εν Αθ. 1882-98. Των τριών πρώτων βιβλίων υπό Γ. Δ. Ζηκίδου εν Αθ. 1892-1902. — Του Α' βιβλίου υπό Γαβριήλ Σοφοκλέους εν Αθ. 1902, και υπό Κ. Κοσμά Αθ. 1915-Μετά σχολίων υπό Γ. Μιστριώτου, εις 8 τόμ. εν Αθ. 1902-07. — Χωριστά Σχόλια εις τας δημηγορίας του Θουκυδίδου υπό Γρ. Ν. Βερναρδάκη εν Αθ. β' έκδ. 1885. — Μετά γαλλ. σχολίων κριτικών και ερμηνευτικών τα δύο πρώτα βιβλία υπό Alfred Croiset, Paris, 1886. — Μετά γερμαν. σχολίων την δόκιμον έκδοσιν του J. Classen επεξειργάσθη ο J. Steup (παρά Weidmann) κατά τεύχη (1912). — Την του Got. Böhme ο Widmann (παρά Teubner) εις 9 τεύχη (1908). — Παλαιότεραι η του Ρορρο Stahl 1875-83 και η του Krüger και Pökel, 1885 — Μετά λατιν. σχολίων H. van Herwerden εις 5 τόμ. Trajecti ad Rhenum 1877-82].↩
227) [Οι αρχαίοι υποκριταί εφόρουν ενδύματα διάφορα των του χορού και πολυτελέστερα και πολυχρωμότερα των του καθημερινού βίου. Και το σώμα των υποκριτών εμεγεθύνετο ποικιλοτρόπως και εγίνετο υψηλοτέρον διά υψηλών κοθόρνων, το δε πρόσωπον εκαλύπτετο διά φοβερών προσωπείων, εχόντων μεγάλους οφθαλμούς και ανοικτόν στόμα. Τας γυναίκας υπεκρίνοντο άνδρες και μόνον κατά τους ρωμαϊκούς και ίσως τους Πτολεμαϊκούς χρόνους αναφέρονται, σκηνικαί γυναίκες. Καθόλου κατά τους ενδόξους χρόνους του Αττικού θεάτρου ουδεμία κατεβάλλετο προσπάθεια όπως οι τραγικοί υποκριταί φανώσιν, όπως θέλομεν ημείς, πρόσωπα φυσικά, αλλά μάλλον υπερφυσικά όπως ήτο η όλη τάσις του Αισχύλου, ο οποίος κατά την παράδοσιν είχεν εξεύρει την της στολής ευπρέπειαν και σεμνότητα].↩
228) Γνωστοτάτη εξαίρεσις είναι ο *Ανθεύς (όχι το *Άνθος) του Αγάθωνος [Εν ώ πάντα τα πρόσωπα είχον επινοηθή υπό του ποιητού]. Ο Αγάθων κατέλιπε τας Αθήνας περί τα 407 π Χ. τεσσαρακοντούτης, κατέχων ήδη θέσιν υποδεστέραν μόνον της του Σοφοκλέους και του Ευριπίδου, αλλά πλην της πρωτοτυπίας του και του Σωκρατικού ή Πλατωνικού πνεύματός του είχε μόνιμον επίδρασιν εις το δράμα. Ο Αριστοφάνης πικρώς επετέθη κατ' αυτού εν ταις Θεσμοφοριαζούσαις όπερ μαρτυρεί περί των εν τη τέχνη καινοτομιών αυτού.↩
229) [Η συμμετοχή του χορού εις την αρχαίαν τραγωδίαν από τινων ετών εμελετήθη βαθύτερον. Βεβαίως την παρουσίαν αυτού επέβαλλεν όχι τόσον ο μύθος του δράματος, όσον η κατά παράδοσιν τελετή της Διονυσιακής εορτής. Ομολογουμένως δε τα στάσιμα μη προάγοντα την δράσιν της τραγωδίας, πολλάκις χαλαρώνουσι το διαφέρον των θεατών. Αλλά διά της μουσικής συνετέλουν τα άσματα του χορού εις την αισθητικήν εντύπωσιν του συνόλου, δηλαδή είτε εις την μετάδοοιν του ελέου ή του φόβου είτε εις τον καλλιτεχνικόν κατευνασμόν των αισθημάτων τούτων· ούτω διά του πρώτου στασίμου της εν Ταύροις Ιφιγενείας ο χορός των Θεραπαινίδων επιτείνει τον φόβον της ηρωίδος, αλλά την φοβερωτάτην σκηνήν της Μηδείας διακόπτει χορικόν μάλλον ήρεμον (στ. 1081-1115). Ποιητικώς δε τα χορικά ηδύναντο να εξάρωσι τον ακροατήν από των περιπετειών της υποθέσεως εις γενικώτερα προβλήματα του ανθρωπίνου βίου π. χ. από του έρωτος του Αίμονος εις την αιωνίαν ισχύν του θεού τούτου. Οσάκις δε τον χορόν απετέλουν όντα υπερφυσικά, Ωκεανίδες, Ευμενίδες, Βάκχαι, ο αρχαίος θεατής ησθάνετο ότι ευρίσκετο εντός άλλου περιβάλλοντος υπό διάφορον φως. Τοιουτοτρόπως οι μεγάλοι τραγικοί κατώρθωσαν να χρησιμοποιώσι δεξιώς τον χορόν, πόσον δ' εμελέτησαν το θέμα, μαρτυρεί το γεγονός, ότι ο Σοφοκλής έγραψε κατά τον Σουΐδαν πεζήν περί χορού πραγματείαν. Αλλά περί των χορών του Ευριπίδου παρατηρεί ο Αριστοτέλης ότι δεν ήσαν «μόρια του όλου» όπως οι του Σοφοκλέους. Από δε του Αγάθωνος ήρχισαν οι λοιποί να άδωσιν «εμβόλιμα» χορικά, δηλαδή ξένα προς τον μύθον].↩
230) Ο Αριστοτέλης δεν αναφέρει τον Θέσπιν και ο ψευδοπλατωνικός διάλογος Μίνως (321 Α) λέγει ρητώς ότι η τραγωδία δεν αρχίζει «ως οίονται από Θέσπιδος ουδ' από Φρυνίχου» αλλ' ήτο πολύ παλαιοτέρα.↩
231) [Περιμάχητον κατά τα τελευταία έτη είναι το ζήτημα της σκηνής του πέμπτου π. Χ. αιώνος, ήτοι της ακμής του ελληνικού θεάτρου. Η πρώτη σημασία της λέξεως ήτο βεβαίως η του υποστέγου όπου ενεδύετο ο υποκριτής αλλ' έπειτα εσήμαινεν όλον το εστεγασμένον οικοδόμημα· (Δηλία επιγραφή του 279 π. Χ. λέγει «της σκηνής το τέγος . . . το λογείον της σκηνής») ή μόνον το λογείον, εφ' ού τότε εδίδασκον οι υποκριταί, αλλ' εσήμαινε και μόνην την όπισθεν σκηνογραφίαν, οι δε μεταγενέστεροι γραμματικοί έγραφον «εις πέντε σκηνάς διαιρεί το δράμα». Αλλ' επειδή τα παλαιότατα λείψανα σκηνής (ελληνικά θέατρα ανεσκάφησαν πολλά και εν Ελλάδι και εν Σικελία και εν Μ. Ασία) ανάγονται μόνον εις τον τέταρτον π. Χ. αιώνα, του δ' εν Αθήναις Διονυσιακού θεάτρου η σκηνή καθ' όλον τον πέμπτον αιώνα ήτο ξυλίνη, απομένει μεγάλη περί του σχήματος και της χρήσεως της σκηνής, εκείνης αμφιβολία. Επί Αυγούστου ο Βιτρούβιος (V, 7) μαρτυρεί ρητώς ότι το επί της σκηνής λογείον του Ελληνικού θεάτρου, «εφ' ού διδάσκουσιν οι τραγικοί κωμικοί υποκριταί» είχεν ύψος ουχί μικρότερον δέκα ποδών, non plus duodecim από της ορχήστρας, «όπου ήσαν οι θυμελικοί». (Το ύψος τούτο ήτο αναγκαίον, όπως βλέπωσι τους υποκριτάς οι επί των ανωτέρων κερκίδων καθήμενοι θεαταί). Αλλ' ο Dörpfeld εξερευνήσας τα σωζόμενα ερείπια, φρονεί ότι η μαρτυρία του Βιτρουβίου αναφέρεται εις τα μεταγενέστερα Ελληνικά θέατρα, ενώ κατά τους ενδόξους χρόνους οι υποκριταί, εξερχόμενοι της σκηνής, εδίδασκον εν τη ορχήστρα, όπου δηλαδή ίστατο και ο χορός, επί δε της σκηνής παρίστατο μόνον η σκηνογραφία. Αλλά την τολμηράν ταύτην θεωρίαν προσκρούουσαν και εις πολλά χωρία προ πάντων του Αριστοφάνους, απορρίπτουσι πολλοί, εν οίς και A. E. Haigh, The attic Theater, Oxford, 1907]. ↩
232) Βλ. Wilamowitz-Mœllendorf τόμ. I σ. 88. ↩
233) [Αλλ' υπάρχει και άλλη ερμηνεία, πιθανοτέρα, ότι υποκριτής σημαίνει ερμηνεύς, υποφήτης του τραγικού ποιητού (έχων προς αυτόν οίαν σχέσιν ο ραψωδός προς τον επικόν)· ωνομάσθη δε ούτω αφ' ότου ο ποιητής έπαυσε να διδάσκει αυτός τα δράματά του. Αριστοτέλους Ρήτορ. Γ' 1 σ. 1403 β' 23 «υπεκρίνοντο γαρ αυτοί τας τραγωδίας οι ποιηταί το πρώτον». Πρβ. Bywater εν τη εκδόσει της Αριστοτέλους Ποιητικής σελ. 136].↩
234) [Aριστοτέλους Αθην. Πολιτεία § 66 (ο άρχων) έπειτα χορηγούς τραγωδοίς καθίστησι τρεις εξ απάντων Αθηναίων τους πλουσιωτάτους· πρότερον δε και κωμωδοίς καθίστη πέντε, νυν δε τούτους αι φυλαί φέρουσιν]. ↩
235) [Τανωτέρω στηρίζονται εις την υπόθεσιν του Welcker (1826) ότι η τραγωδία προήλθεν εκ του σατυρικού δράματος, ού οι σάτυροι εφόρουν δέρματα τράγου, τούτο δε το δράμα εκ του διθυράμβου. Αλλ' η φράσις του Αριστοτέλους «εκ των εξαρχόντων τον διθύραμβον» ουδέν τοιούτον μεταβατικόν στάδιον υποσημαίνει. Την μαρτυρίαν του Αριστοτέλους ολοσχερώς απορρίπτων ο καθηγητής W. Ridgeway, The origin of Tragedy, Cambridge, 1910 θεωρεί ως αρχήν της τραγωδίας τους περί τους τάφους των ηρώων θρήνους, η Miss Harrison τας προς τον Δαίμονα Ενιαυτόν τελετάς κτλ. Τελευταίος ο καθηγητής R. Flickinger, The Greek Theater and its drama, Chicago, 1918 σ. 15 επανερχόμενος εις την μαρτυρίαν ότι «τοις αγωνιζομένοις τράγος εδίδοτο» εικάζει ότι ο Κλεισθένης (590 π. Χ.) προέθηκε το έπαθλον τούτο, οι δε θεαταί γινώσκοντες τους εν Κορίνθω «σατυρικούς» χορούς διέκριναν τους εν Σικυώνι ως «τραγικούς»].↩
236) Εκδόσεις. Τα αποσπάσματα του Φρυνίχου» παρά Nauck, Tragicorum Græcorum Fragmenta (Teubner) 1889 σ. 720-5-Τα του Χαριλάου σ. 719 του δε Πρατίνα σ. 726-8.↩
237) [Παρβ. Σχολιαστήν Αριστοφάνους Θεσμοφοριάζ. 135, Αισχύλου απόσπ. 59].↩
238) [Ο Αισχύλος ουδέν τοιούτο λέγει].↩
239) [O Bergk υπώπτευεν ως διεσκευασμένον υπό μεταγενεστέρου το τέλος των Επτά από των κομμών της Αντιγόνης και της Ισμήνης (στ. 961 κεξ.) ο δε Wilamowitz από του επεισοδίου του Κήρυκος (στ. 1005 κεξ.). Άλλοι όμως, ως ο Paul Girard (εν Revue de Philologie XΧ (1896) σ. 8) και ο Max Wundt εν Philologus LXV (1906) σ. 357) υποστηρίζουσι την γνησιότητα του κειμένου].↩
240) [Ούτως οι Σχολιασταί και οι νεώτεροι, (Wilamowitz). Αλλά φυσικωτέρα μέχρις εσχάτων εθεωρείτο η σειρά Πυρφόρος, Δεσμώτης, Λυόμενος].↩
241) [Ο συγγραφεύς παραθέτει μετάφρασιν έμμετρον όλων των στίχων 855-9 Εκδόσεις νέαι του κειμένου του Αισχύλου εν τη Biblioth. Teubner H. Weil 1910, εν τη Biblioth. Oxon υπό A. Sidwick, 1900 νεωτά??υπό Ud. de Wilamowitz-Mœllendorff, Berolini, apud Weidma?? 1914-Εν τη Ζωγραφείω βιβλιοθ. Αισχύλου δράματα σωζόμενα και απολω?? αποσπάσματα μετά εξηγητικών και κριτικών σημειώσεων τη συνεργασία Ζωμαρίδου υπό N. Wecklein Αθήνησι 1891-97, — Παλαιοτέρα ελλην. έκδοσις Αισχύλος παραφρασθείς σχολιασθείς τε και εκδοθείς υπό Νεοφ. Δούκα Αιγίνη, 1889. — Τραγωδίαι Αισχύλου εκδιδόμεναι μετά σχολίων υπό Γ. Μυστριώτου Προμηθεύς εν Αθήναις 1902 — Τα αρχαία σχόλια εν τω γ' τόμ. εκδόσεως G. Dindorf, Οxonii, 1851 — Π. Παπαγεωργίου Κριτικά και περιγραφικά εις τα παλαιά Αισχύλου σχόλια Teubner 1887. — Scholia in Aisch. Persas edidit O. Dahnhardt, Teubner 1894. — Lexicon Aeschyleum ?? G. Dindorfius Teubner, 1876. — Τα μέτρα των χορικών Aeschyli Ca?? edidit O. Schroeder, Teubner, 1907. — Τα αποσπάσματα των άλλων δι?? των Nauck, Tragicorum Græcorum fragmenta, Teubner, 1889 σ.1?] ↩
242) [Αλλά βλ. ανωτέρω (σημ. 162) την κρίσιν του συγγραφέως του Περί ύψους].↩
243) [Ο. I. Λ. αρ, 237 τόμ. I σ. 125].↩
244) [Πώς αν τις αίσθοιτο εαυτού προκόπτοντος επ' αρετή 7. Παρά Βερναρδάκη τόμ. Α' σ. 191 φέρεται «διαπεπαιχώς» και της αυτού, ήτοι του Αισχύλου, αλλ' ο συγγραφεύς ερμηνεύει της αυτού, ήτοι του Σοφοκλέους].↩
245) Πρώτος ο σύγχρονος του Σοφοκλέους Αρίσταρχος ο Τεγεάτης κατά Σουίδαν «εις το νυν αυτών μήκος τα δράματα κατέστησεν».↩
246) [Την Σοφόκλειον Ηλέκτραν επικρίνει και ο Δ. Βερναρδάκης εν τοις Προλεγομένοις των Φοινισσών σ. πα'-πε', αλλ' υπερασπίζει το δράμα εκτενέστατα ο Π. Παπαγεωργίου εν τοις Προλεγομένοις της εκδόσεως αυτού. Η συζήτησις αρξαμένη κυρίως από του Σλέγελ (1808) περιστρέφεται περί το ζήτημα, τις των τριών τραγικών επραγματεύθη δεξιώτερον το φοβερόν θέμα της μητροκτονίας, εννοείται δ' ότι αι γνώμαι και τα επιχειρήματα ποικίλλουσι μεγάλως].↩
247) [Σήμερον έχομεν περισσότερα λείψανα της Σοφοκλείου τέχνης. Διότι ανεκαλύφθησαν επί παπύρων πολλοί στίχοι του &Ευρυπύλου& (εξ ών αναγινώσκονται δεκάδες τινές) και 24 στίχοι του Αχαιών συλλόγου (περιέχοντες διάλογον Οδυσσέως και Αχιλλέως) και, το σπουδαιότατον, 400 περίπου στίχοι των Ιχνευτών, ήτοι σχεδόν το ήμισυ του σατυρικού τούτου δράματος. Επειδή δε προτού σατυρικών είχομεν μόνον τον Κύκλωπα του Ευριπίδου, κατανοούμεν ήδη κάλλιον τι ήτο το είδος τούτο του δράματος. Ότι δηλαδή σατυρικά ωνομάζοντο, διότι είχον χορόν Σατύρων, ών εξήρχε Σειληνός, είχον δε πάντα παλαιάν αγροίκον ευθυμίαν. Οι Ιχνευταί υπόθεσιν έχουσι την εκ του εις Ερμήν Ομηρικού ύμνου γνωστήν κλοπήν των βοών του Απόλλωνος. Ο θεός επιφαινόμενος τάσσει αμοιβήν εις όν τινα εύρη τον κλέπτην και τα κλοπιμαία. Ο χορός των Σατύρων διαιρούμενος εις δύο ημιχόρια, αναζητεί τα ίχνη, εξιχνεύει τας βους (όθεν και το όνομα Ιχνευταί) και μετά την διήγησιν της νύμφης Κυλλήνης, ότι εγεννήθη νέος ευφυέστατος θεός, όστις ανεκάλυψεν ήδη νέαν λύραν, συνάγει ότι «ουκ άλλος εστίν κλοπεύς | αντ' εκείνου». Το τέλος λείπει, αλλ' η λύσις ήτο πιθανώς, ότι ο παις χαρίζων την χελώνην, κατεπράυνε τον Απόλλωνα. Τα νέα αποσπάσματα του Σοφοκλέους συνήχθησαν (εν τη σειρά των Kleine Texte Lietzmann) υπό Ernest, Diehl, Supplementum Sophocleum, Bonn 1913, περιέχονται και εις τα (εν τη Biblioth. Oxon.) Athur Hunt, Tragicorum Græcorum Fragmenta Papyricea. Ειδικαί δ' εκδόσεις των Ιχνευτών υπό C. Robert μετά γερμαν. μετάφρ. Berlin, 1913 και Wilamowitz Mœllendorff, Teubner 1913, και N. Terzaghi ιταλιστί Firenze 1913].↩
248) [Η επίκρισις αύτη φαίνεται λίαν αυστηρά. Οι παλαιοί Έλληνες και τους μάντεις εννοούσαν ανθρώπους και μάλιστα Έλληνας, δηλαδή έχοντας το αιώνιον ελληνικόν φιλότιμον. Οι άγιοι άνθρωποι εφάνησαν πολύ μετά τον Σοφοκλή].↩
249) [Εκδόσεις νέαι του κειμένου των τραγωδιών του Σοφοκλέους εν τη Biblioth. Teubner. υπό G. Dindorf επιμελεία S. Mekler και εν τη Loeb Classical Library υπό F. Storr εις 2 τόμ. 1919 μετ' αγγλ. μετάφρ. Των δε αρχαίων σχολίων Π. Παπαγεωργίου Scholia in Sophoclis Tragoedias vetera, Teubner, 1888. — Μετά σχολίων ελληνικών, πλην των πολλών σχολικών εκδόσεων, Γ. Μυστριώτου, Τραγωδίαι Σοφοκλέους εις 7 τόμους, και Εισαγωγαί εις τας τραγωδίας του Σοφοκλέους, Αθ. 1904. — Κάλλιστα έργα εν τη Ζωγραφείω βιβλιοθήκη, Δ. Σιμιτέλου Σοφοκλέους τραγωδίαι τόμ Α' Αντιγόνη. Αθ. 1887 και Πέτρου Παπαγεωργίου, Σ. δράματα τόμ. Α' Ηλέκτρα εν Αθ. 1910. — Μετ' αγγλικών σχολίων αρίστη η ανατυπουμένη R. C. Jebb. Sophocles, the plays and fragments, with critical notes. Cambridge, εις 7 τόμ. Των δε αποσπασμάτων The Fragments of Sophocles by A. C. Pearson εις 3 τόμ. Cambridge 1917. — Μετά γερμανικών η ανατυπουμένη Schneidewin-Nauck, Berlin, Weidmann εις 7 τόμ. — Ειδικόν λεξικόν, Lexicon Sophocleum composite Frid Ellendt, curavit Hermannus Genthe, Berolini, 1872. — Τα παλαιά αποσπάσματα του Σοφοκλέους παρά Nauck. Fr, Tr. Gr. σ. 129-360. Τα νέα βλ. ανωτ. σ. 244].↩
250) [Εις τα τέως περί Ευριπίδου γνωστά πάπυρος της Οξυρύγχου (δημοσιευθείς εν τόμ. IX σ. 124 αρ. 1176) προσέθηκεν εξ έργου του περιπατητικού Σατύρου — όπερ φαίνεται ότι ήτο η πηγή των σωζομένων βίων των τραγικών — νέας τινας ειδήσεις· ήτοι α') ότι ο Ευριπίδης κατηγορήθη υπό του Κλέωνος επί ασεβεία β) ότι έφυγεν εξ Αθηνών, ωργισμένος κατά των αντιτέχνων ποιητών και γ') ότι αυτός είχε ποιήσει το προοίμιον των Περσών του Τιμοθέου. Το απόσπασμα έχει μορφήν διαλόγου και φαίνεται ότι το έργον ήτο προωρισμένον προς χρήσιν των πολλών]↩
251) Το πέμπτον έθλον εδόθη μετά τον θάνατόν του. ↩
252) [Περί του βίου και των έργων του Ευριπίδου έγραψε νεώτερον ωραίον βιβλίον ο συγγραφεύς του προκειμένου έργου Gilbert Murray Euripides and his age, εξαίρετον δε άρθρον ο Dietrich εν Pauly-Wissowa R. E. τόμ. VI (1907) στ. 1241-81].↩
253) Παρομοία σκηνή υπήρχεν εν τη *Μελανίππη, όπου, η ηρωίνη πρόκειται να απολογηθή υπέρ των δύο νόθων τέκνων της λέγουσα το παν εκτός της αληθείας.↩
254) [Πρβ. Αντιόπης, απόσπ. 19 Φευ, φευ, το δούλον ως απανταχή γένος | προς την ελάσσω μοίραν ώρισεν θεός]. ↩
255) [A. W. Verrall, Euripides the rationalist, a study in the history of art and religion, Cambridge, 1895. O Verrall έγραψε και αξιόλογα Essays on four plays of Euripides, Cambridge 1905 (Ανδρ. Ελ. Ηρ. Μ. Ορ.) και The Bacchants of Euripides and other Essays, 1910]↩
256) [Την γνησιότητα του Ρήσου αμφισβητούσιν από του Valckenær οι πλείστοι. O Wilamowitz (Heracles I, 41) θεωρεί αυτόν ως έργον του τετάρτου αιώνος, άλλοι δε των Πτολεμαϊκών χρόνων. Βλέπε ανωτ. σ. 241].↩
257) Δεν έχουσιν από μηχανής θεόν η Άλκηστις (438) ο Κύκλωψ, η Μήδεια (431) οι Ηρακλείδαι (427) και η Εκάβη (427)· επίσης δ' αι Τρωάδες (415) και οι Φοίνισσαι (410). Θεόν απλώς προφητεύοντα έχουσιν η Ανδρομάχη (424) αι Ικέτιδες, ο Ίων και η Ηλέκτρα (413). Θεόν επιφέροντα περιπέτειαν η εν Ταύροις Ιφιγένεια (413) η Ελένη και ο Ορέστης(408). Και η εν Αυλίδι Ιφιγένεια και αι Βάκχαι ανήκουσι μάλλον εις την τάξιν ταύτην.↩
258) [Πλούταρχος εν βίω Κράσσου, 33].↩
259) [Το χορικόν εσώθη υπό του Πορφυρίου, περί αποχής Δ' 19].↩
260) Νέα εκ παπύρων αξιόλογα ευρήματα προσετέθησαν εις τα τέως εκ των συγγραφέων γνωστά αποσπάσματα του Ευριπίδου. Των Κρητών ανευρέθησαν νέοι 52 στίχοι, ένθα η Πασιφάη ζωηρώς απολογείται προς τον Μίνωα και τον χορόν διά τον θεήλατον έρωτά της προς τον ταύρον. Μακρά είναι τα αποσπάσματα της Αντιόπης (ήτις εδιδάχθη περί τα 410 π. Χ.) περιλαμβάνοντα την φιλονικίαν του Ζήθου και του Αμφίονος περί του αρίστου τρόπου του βίου. Επίσης ευρέθησαν πολλοί στίχοι Μελανίππης της σοφής και Μελανίππης της δεσμώτιδος, του Οινέως και του Πειρίθου (αποδιδομένου και εις τον Κριτίαν, τον ποιητήν και τύραννον) της Σθενεβοίας, (ήτις εδιδάχθη προ του 423], ήτοι μακρά ρήσις του Βελλεροφόντου. Μακρότατα δε είναι ταποσπάσματα της Υψιπύλης περιλαμβάνοντα ωραία χορικά και στιχομυθίαν του μάντεως Αμφιαράου προς την ηρωίδα, ής το τέκνον Οφέλτην εφόνευσε δράκων. Επίσης σπουδαία είναι και τανευρεθέντα μέρη του Φαέθοντος (όστις εδιδάχθη προ του 425) ιδίως τα θαυμάσια χορικά. — Τα νέα αποσπάσματα του Ευριπίδου περιλαμβάνονται, εις τα A. S. Hunt, Tragicorum Fragmenta Papyricea, Oxoni, 1912 και πληρέστερον H. v. Amim Supplementum Euripideum Bonn, 1913 εν τη σειρά Κleine Text, (αρ. 11). ↩
261) [Εκδόσεις νέαι του κειμένου του Ευριπίδου εν τη Biblioth. Oxon. υπό του συγγραφέως του προκειμένου βιβλίου Gilbert Murray, Euripides Fabulæ, 1901 μετά σημειωμ. διαφ. γραφών εις 3 τόμ., εν δε τη Bibl. Teubner υπό Aug. Nauck εις 3 τόμ. ανατυπουμένους. Ο γ' τόμος (1912) περιέχει τα Fragmenta — Εν τη σειρά Kleine Texte (αρ. 89) η Μήδ. μετά των αρχ. σχολίων υπό E. Diehl., 1911 — Τα δε αρχαία σχόλια εξέδωκεν ο Gul. Dindorfius εις 4 τόμ. Oxonii, 1863 και E. Schwartz Berolini, εις 2 τόμ. 1887 και 1891. — Μετά σχολίων ελλην. Γ. Μιστριώτου. Τραγωδίαι Ευριπ. Μήδ. (έκδ. β') 1902, Ιφ. Αυλ. 1916 — Γ. Σακορράφου, Μήδ. εν Αθ, 1891. — Αρίστη έκδοσις η εν τη Ζωγραφ. Βιβλιοθ. Δημ. Βερναρδάκη, Ευριπίδου Δράματα, τόμ. Α' (Φοίν.) 1888. Β' (Εκ. Ιππ. Μήδ.) 1894. Γ' (Ιφ. Αυλ. Ιφ Ταυρ. Ηλ. Αλκ.) 1903. — Μετά γαλλ. σχολίων H. Weil Sept. Tragédies d' Euripide (Ιππ. Μήδ. Εκ. Ιφ. Αυλ. Ιφ. Ταύρ. Ηλ. Ορ.) Paris γ' έκδ. 1899-1907 — Μετά γερμαν. σχολίων υπό Prinz και Wecklein εις τομίδια ανατυπούμ. Ορ. 1906, Κύκλ. 1908. Αλκ. 1912, Ικ. 1912. κτλ. — Μνημειώδης έκδ. του Μαινομ. Ηρακλέους erklärt von V. v. Wilamowitz Mœllendorff εις 2 τόμ. 1895 (β' έκδ.). — Τα μέτρα των χορικών Euripidis cantica digessit Otto Schroeder (Teubner) 1910. — Τα παλαιά 1192 αποσπ. του Ευριπίδου και παρά Nauck Tr. Gr. Fr. σελ. 363-716 (β' έκδ.) Περί των νέων των εκ παπύρων βλ. ανωτ. σ. 279.]↩
262) [Ο Canoni θεωρεί τον Επίχαρμον Σικελιώτην. Πρβ. το άριστον αυτού άρθρον εν Pauly-Wissowa R. E. τόμ. 6 (1907) στ. 34-41]↩
263) [Εν αποσπάσματι, όπερ διέσωσεν ο Αθήναιος Στ' 235 F] ↩