«Θράσσα (188) το γένος, Αβρότονον· πλην τη Ελλάδι καυχώμαι
ότι τον μέγαν εγώ έτεκον Θεμιστοκλήν.»

Ο Φανίας (189) όμως την λέγει όχι Θράσσαν, αλλά Καρίνην (190), και όχι Αβρότονον (191), αλλ' Ευτέρπην. Ο δε Νεάνθης (192) προσθέτει και την πόλιν της Καριάς εξ ής κατήγετο, την Αλικαρνασσόν. Τότε συνήρχοντο οι νόθοι εις το Κυνόσαργες· είναι δε τούτο έξω των πυλών (193) γυμνάσιον του Ηρακλέους, διότι και εκείνος δεν ήτον γνήσιος μεταξύ των Θεών, αλλά μετείχε νοθείας, εξ αιτίας της μητρός του, ήτις ήτον θνητή. Ο Θεμιστοκλής λοιπόν έπεισε τινάς των ευγενών νεανίσκων, καταβάντες εις το Κυνόσαργες, ν' αλειφθώσι μετ' αυτού (194)· και αφ' ού τούτο έγινε, φαίνεται ότι κατά τούτον τον τρόπον αφήρεσε πανούργως την διάκρισιν των νόθων και των γνησίων. Προφανές δ' είναι ότι μετείχε του γένους των Λυκομηδών (195), διότι όταν το εν Φλυαίς (196) ιερόν, κοινόν όν των Λυκομηδών (197), εκάη υπό των βαρβάρων, αυτός το επεσκεύασε και το εκόσμησε με ζωγραφίας, ως διηγείται ο Σιμωνίδης (198).

Β. Όταν δ' ήτον παιδίον έτι, λέγεται υπό πάντων ότι ήτον πλήρης ορμής, και συνετός μεν την φύσιν, μεγαλοπράγμων δε την προαίρεσιν και πολιτικός. Διότι όταν εσχόλαζε από των μαθημάτων, κατά τας στιγμάς της ανέσεως, δεν έπαιζεν, ουδ' έμενεν αργός ως οι άλλοι παίδες, αλλ' ευρίσκετο λόγους τινάς μελετών και συνθέτων καθ' εαυτόν, και ήσαν οι λόγοι κατηγορία τινός ή συνηγορία των παίδων. Όθεν ο διδάσκαλος του συνείθιζε να λέγη, «Συ, ω παι, δεν θα είσαι μικρόν τι, αλλ' ή μέγα καλόν ή μέγα κακόν.» Προσέτι δε και εκ των μαθημάτων, όσα μεν συνέτεινον εις ρύθμισιν του ήθους, ή εσπουδάζοντο προς τέρψιν και ελευθέριον ανάπτυξιν φυσικών χαρίτων, εμάνθανεν απροθύμως και οκνηρώς· τα δε διδασκόμενα όπως διαμορφώσωσιν εις σύνεσιν και εις πράξιν, εφαίνετο παρ' ηλικίαν ότι δεν τα ημέλει, διότι είχεν ήδη πεποίθησιν εις την φύσιν του. Όθεν ύστερον, χλευαζόμενος υπό των υποτιθεμένων πεπαιδευμένων εις τας ελευθέρας λεγομένας και ευγενείς ασκήσεις, ηναγκάζετο να υπερασπίζηται εαυτόν κομπαστικώτερον, λέγων ότι λύραν μεν να αρμόση και να παίξη ψαλτήριον (199) δεν ηξεύρει, αλλά γνωρίζει πώς, λαβών πόλιν μικράν και άδοξον, να την καταστήση ένδοξον και μεγάλην. Ο Στησίμβροτος (200) όμως λέγει ότι ο Θεμιστοκλής ήκουσε και τον Αναξαγόραν (201), και εσπούδασεν υπό τον φυσικόν Μέλισσον (202), αλλά δεν υπολογίζεται ορθώς τους καιρούς· διότι όταν ο Περικλής, όστις ήτον πολύ νεώτερος του Θεμιστοκλέους, επολιόρκει τους Σαμίους, αυτών εστρατήγει ο Μέλισσος, ο δ' Αναξαγόρας συνανεστρέφετο μετ' αυτού. Ώστε αξιοπιστότεροι εισίν οι λέγοντες ότι ο Θεμιστοκλής εγένετο μιμητής του Φρεαρίου Μνησιφίλου (203), όστις ούτε ρήτωρ ήτον, ούτε εκ των φυσικών λεγομένων φιλοσόφων, αλλ' επάγγελμα είχε την τότε καλουμένην σοφίαν, ούσαν δεινότητα πολιτικήν, και δραστήριον σύνεσιν, και διέσωζεν αυτήν ως αίρεσιν διαδοχικώς από Σόλωνος (204). Ταύτην οι μεταγενέστεροι μετά δικανικών τεχνών αναμίξαντες, και την άσκησιν αυτής από των πράξεων εις λόγους μεταγαγόντες, ωνομάσθησαν σοφισταί. Τούτον όμως παρηκολούθει κυρίως αφ' ότου ήρχισε ν' αναμίγνυται εις τα πολιτικά. Κατά δε τας πρώτας ορμάς της νεότητος ήτον ανώμαλος και ακατάστατος, διότι ηκολούθει την φύσιν μόνην άνευ χειραγωγίας του λογικού και της ορθής αγωγής, σύρουσαν αυτόν και μεταβάλλουσαν τας διαθέσεις του, και πολλάκις μεταπίπτουσαν προς το χείρον, καθώς και αυτός ύστερον ωμολόγει, λέγων ότι και οι τραχύτατοι πώλοι γίνονται ίπποι άριστοι, όταν τύχωσι της ανηκούσης ανατροφής και ασκήσεως. Όσα δε πλάττουσί τινες και προσθέτουσι διηγήματα, την αποκήρυξιν του πατρός του, και τον εκούσιον θάνατον της μητρός του, βαθέως λυπηθείσης διά του υιού της την ατιμίαν, φαίνεται ότι είναι ψεύματα. Εξ εναντίας δ' υπάρχουσιν οι λέγοντες ότι ο πατήρ του αποτρέπων αυτόν του ν' αναμιγή εις τα πολιτικά, τω εδείκνυεν εις την παραλίαν ερριμμένας και λησμονουμένας τας παλαιάς τριήρεις, αινιττόμενος ότι ούτω προσφέρεται ο λαός και προς τους δημαγωγούς, όταν γίνωσιν άχρηστοι.

Γ. Φαίνεται δ' ότι τα πολιτικά είλκυσαν τον Θεμιστοκλέα ταχέως και ζωηρώς, και σφοδρά ότι τον εκυρίευσεν ορμή προς την δόξαν. Διά τούτο ευθύς εξ αρχής επιθυμών να πρωτεύση, εκηρύττετο θρασέως πολέμιος των εις την πόλιν ισχυρών και των πρωτευόντων, και μάλιστα του Αριστείδου, υιού του Λυσιμάχου, όστις έβαινε πάντοτε οδόν εναντίαν αυτού, αν και η κατ' αυτού έχθρα μειρακιώδη φαίνεται ότι έλαβε την αρχήν, το ότι αμφότεροι αγαπώντες τον καλόν Στησίλαον, Τήιον το γένος (205), ως ιστορεί ο φιλόσοφος Αρίστων (206), διηρέθησαν εκ τούτου και εις τα πολιτικά. Ουχ' ήττον όμως και η των βίων και των τρόπων αυτών ανομοιότης φαίνεται ότι ηύξησε την ασυμφωνίαν των· διότι ο Αριστείδης, πράος ων φύσει τον τρόπον και προς καλοκαγαθίαν επιρρεπής, δεν επολιτεύετο όπως χαρισθή είς τινας ή όπως αποκτήση δόξαν, αλλ' ηναγκάζετο υπέρ του δημοσίου καλού, ό εζήτει μετ' ασφαλείας και δικαιοσύνης, ν' αντιπράττη πολλάκις εις τον Θεμιστοκλέα, μετακινούντα πολλά των πραγμάτων του δήμου, και μεγάλας επιφέροντα καινοτομίας, και ηναντιούτο εις αυτού την αύξησιν. Διότι λέγεται ότι τόσον παράφορος ήτον προς την δόξαν, και μεγάλων πράξεων εραστής εκ φιλοτιμίας, ώστε, ότε ήτον έτι νέος, και έγινεν η κατά των βαρβάρων μάχη του Μαραθώνος, και διεφημίσθη η στρατηγία του Μιλτιάδου, αυτός εφαίνετο σκεπτικός πολλάκις, και τας νύκτας ηγρύπνει, και παρητείτο των συνήθων συμποσίων, και έλεγε προς εκείνους οίτινες τον ηρώτων και εξίσταντο διά του βίου του την μεταβολήν, ότι δεν τον άφηνε να κοιμάται του Μιλτιάδου το τρόπαιον. Καθότι οι μεν άλλοι ενόμιζον ότι η ήττα των βαρβάρων εις τον Μαραθώνα ήτον του πολέμου το τέλος, ο δε Θεμιστοκλής ότι ήτον η αρχή μεγαλητέρων αγώνων, και δι' αυτούς παρεσκεύαζε πάντοτε εαυτόν υπέρ της όλης Ελλάδος, και την πόλιν εγύμναζε, μακρόθεν ήδη προβλέπων το μέλλον.

Δ. Και πρώτον μεν, εν ώ συνήθειαν είχον οι Αθηναίοι να διανέμωνται μεταξύ των την Λαυριωτικήν πρόσοδον των αργυρωρυχείων (207), μόνος ετόλμησε να ειπή, εμφανισθείς εις τον δήμον, ότι πρέπει ν' αφήσωσι την διανομήν, και εκ των χρημάτων τούτων να κατασκευάσωσι τριήρεις διά τον πόλεμον κατά των Αιγινητών διότι προ πάντων ο πόλεμος ούτος ήτον εις ακμήν τότε εις την Ελλάδα, και οι Αιγινήται κατείχον την θάλασσαν διά του πλήθους των πλοίων των. Δια τούτο και ευκολώτερον τους έπεισεν ο Θεμιστοκλής, απειλών αυτούς ουχί διά του Δαρείου ουδέ διά των Περσών, οίτινες ήσαν μακράν, ουδ' ενέπνεον τοσούτον βέβαιον φόβον ότι εδύναντο να έλθωσιν, αλλά την οργήν και φιλονεικίαν των πολιτών προς τους Αιγινήτας καταλλήλως μεταχειρισθείς ίνα τους διαθέση εις την παρασκευήν ταύτην. Κατεσκευάσθησαν δ' εκ των χρημάτων εκείνων εκατόν τριήρεις, αίτινες και προς τον Ξέρξην εναυμάχησαν. Έκτοτε δε κατ' ολίγον έλκων και καταβιβάζων την πόλιν προς την θάλασσαν, διότι διά μεν του πεζού αυτών στρατού ουδέ κατά των γειτόνων των ήσαν ικανοί να πολεμήσωσι, διά δε της ναυτικής των δυνάμεως και τους βαρβάρους ν' αποκρούσωσι, και της Ελλάδος ν' άρχωσιν εδύναντο, αντί μονίμων οπλιτών τους κατέστησεν, ως λέγει ο Πλάτων (208), ναύτας και θαλασσινούς, και έδωκεν αφορμήν να τον διαβάλλωσι λέγοντες, ότι ο Θεμιστοκλής αφήρεσεν από των πολιτών το δόρυ και την ασπίδα, και κατήντησε τον δήμον εις το θρονίον του ναύτου και εις το κωπίον. Έπραξε δε ταύτα υπερισχύσας της αντιστάσεως του Μιλτιάδου, ως διηγείται ο Στησίμβροτος (209). Και αν μεν ταύτα πράξας έβλαψεν ή όχι την ακρίβειαν και την καθαρότητα του αττικού πολιτεύματος, τούτο ας μείνη εις θεωρίας φιλοσοφικωτέρας· ότι δε τότε η σωτηρία της Ελλάδος υπήρξεν η θάλασσα, και ότι αι τριήρεις εκείναι ανέστησαν πάλιν των Αθηναίων την πόλιν, τούτο και τ' άλλα όλα, και αυτός ο Ξέρξης το εμαρτύρησε. Διότι, εν ώ η πεζική του δύναμις έμενεν έτι ανέπαφος, αυτός έφυγε μετά την ήτταν των πλοίων του, ως μη ων πλέον εις κατάστασιν να πολεμήση· και αφήκε τον Μαρδόνιον μάλλον, καθ' όσον κρίνω, όπως εμποδίση τους Έλληνας μη τον διώξωσι, παρά διά να τους υποδουλώση.

Ε. Υπήρξε δ' ένθερμος χρηματολόγος· και οι μεν λέγουσιν, ότι εκ μεγαλοδωρίας, διότι αγαπών τας θυσίας, και την μεγαλοπρέπειαν όταν εδαπάνα προς ξένους, είχεν ανάγκην αφθόνων εισοδημάτων. Άλλοι δε τον κατηγορούσιν ως φειδωλόν και μικρολόγον πολύ, ώστε και τα τρόφιμα επώλει όσα τω έστελλον. Όταν δ' εζήτησε παρά του ιπποτρόφου Φιλίδου νέον πωλάριον, και εκείνος δεν το έδωκε, τον ηπείλησεν ότι θέλει καταστήσει ταχέως τον οίκον του Δούρειον ίππον (210), εννοών ότι θέλει κινήσει συγγενών κατηγορίας, και δίκας κατά του ανθρώπου τούτου εκ μέρους των οικείων αυτού. Κατά την φιλοτιμίαν δ' υπερέβαινε πάντας, εις βαθμόν ώστε όταν ήτον νέος και άσημος, παρεκάλεσε τον εξ Ερμιόνης Επικλέα, κιθαριστήν επιζήτητον εν Αθήναις, να μελετά παρ' αυτώ, φιλοτιμούμενος πολλοί να ζητώσι την οικίαν του, και να έρχωνται προς αυτόν. Ελθών δ' εις την Ολυμπίαν (211), και αντιφιλοτιμούμενος προς τον Κίμωνα διά την πολυτέλειαν των δείπνων και των σκηνών, και διά την άλλην λαμπρότητα και επίδειξιν, δεν ήρεσεν εις τους Έλληνας· διότι εις εκείνον μεν, όντα νέον και εξ οικίας μεγάλης, ενόμιζον ότι έπρεπε να συγχωρώσι τα τοιαύτα· ο δ' άλλος, μη ων έτι γνωστός, και φαινόμενος ότι χωρίς υπαρχόντων και παρ' αξίαν επήρετο, κατεκρίνετο επ' αλαζονεία. Ενίκησε δε και ως χορηγός τραγωδίας (212), όταν ήδη ο αγών ούτος ήτον περισπούδαστος, και μεγάλην εκίνει φιλοτιμίαν. Και πίνακα της νίκης του ανέθηκεν, έχοντα τοιαύτην επιγραφήν «Θεμιστοκλής Φρεάριος εχορήγει, Φρύνιχος εδίδασκεν, Αδείμαντος ήρχε» (213). Ηυχαρίστει όμως το πλήθος, διότι και εκάστου των πολιτών εγνώριζε το όνομα, και το έλεγεν από στόματος, και των συμβολαίων αυτών εγίνετο προθύμως κριτής ασφαλής· ώστε και είπε ποτέ προς τον ποιητήν Σιμωνίδην (214) τον Κείον, όστις εζήτησέ τι ουχί δίκαιον παρ' αυτού εν ώ εστρατήγει, ότι ούτε εκείνος θα ήτον καλός ποιητής αν έψαλλε παραφώνως (215), ούτε αυτός καλός άρχων, αν εχαρίζετο παρά νόμον. Άλλοτε δε πάλιν, σκώπτων τον Σιμωνίδην, τω έλεγεν ότι νουν δεν έχει να κακολογή μεν τους Κορινθίους, οίτινες έχουσι πόλιν μεγάλην, να κατασκευάζη δ' ιδίας εαυτού εικόνας, εν ώ είναι τόσον άσχημος. Καθ' όσον δ' ηύξανεν η δύναμίς του και ήρεσκεν εις το πλήθος, αντιπολιτευόμενος τον Αριστείδην, τον ενίκησε τέλος, και τον απεμάκρυνεν εξοστρακισθέντα.

ΣΤ. Ήδη δε κατέβαινεν ο Μήδος εις την Ελλάδα, και εν ώ οι Αθηναίοι εσκέπτοντο περί στρατηγού, λέγεται ότι οι μεν άλλοι οικειοθελώς παρητούντο της στρατηγίας, τρομάξαντες τον κίνδυνον· Επικύδης δ' ο υιός του Ευφημίδου, δημαγωγός ων και επιτηδειότατος ρήτωρ, μαλακός όμως την ψυχήν, και ευκόλως υπό χρημάτων διαφθειρόμενος, ότι επεθύμει την εξουσίαν, και είχεν ελπίδα να την επιτύχη, όταν εγίνετο η χειροτονία (216)· ότι δ' ο Θεμιστοκλής, φοβηθείς μη τα δημόσια καταστραφώσιν εντελώς, αν η κυβέρνησις έπιπτεν εις εκείνον, ηγόρασε διά χρημάτων την φιλοτιμίαν του Επικύδους. Επαινείται δ' αυτού και η πράξις προς τον δίγλωσσον όστις ήτον μεταξύ των σταλέντων υπό του βασιλέως διά να ζητήσωσι γην και ύδωρ (217). Τον ερμηνέα τούτον συλλαβών, τον εθανάτωσε διά ψηφίσματος, διότι ετόλμησε να δανείση την ελληνικήν γλώσσαν εις βάρβαρα προστάγματα (218). Ομοίως επηνέθη και διότι, κατά πρότασιν αυτού, Άρθμιος ο Ζελείτης (219), αυτός και τα παιδία και οι απόγονοι αυτού ενεγράφησαν εις τους ατίμους, διότι έφερε χρυσόν των Μήδων εις τους Έλληνας. Το δε μέγιστον των έργων του είναι ότι έπαυσε τους ελληνικούς πολέμους, και συνεφιλίωσε προς αλλήλας τας πόλεις, πείσας αυτάς ν' αναβάλωσι τας έχθρας των διά τον ξένον πόλεμον. Εις τούτο δε λέγουσιν ότι συνηγωνίσθη μετ' αυτού και Χείλεως ο Αρκάς (220).

Ζ. Άμα δε παρέλαβε την αρχήν, επεχείρησεν αμέσως να επιβιβάση τους πολίτας εις τας τριήρεις, και τους έπεισε να εγκαταλείψωσι την πόλιν, και ν' αντιταχθώσι προς τον βάρβαρον διά θαλάσσης όσον το δυνατόν μακρότερον της Ελλάδος. Επειδή δε πολλοί ανθίσταντο, εξήγαγε πολύ στράτευμα μετά των Λακεδαιμονίων εις τα Τέμπη (221), ως θέλων εκεί να προκινδυνεύση υπέρ της Θεσσαλίας, ήτις τότε δεν εφαίνετο έτι κλίνουσα προς τους Μήδους. Αφ' ού δ' ανεχώρησαν εκείθεν άπρακτοι, και οι Θετταλοί εκηρύχθησαν υπέρ του βασιλέως (222), και όλαι αι χώραι μέχρι της Βοιωτίας τα των Μήδων εφρόνουν, τότε οι Αθηναίοι ήρχισαν να προσέχωσι μάλλον εις την περί θαλάσσης γνώμην του Θεμιστοκλέους, και τον έπεμψαν μετά πλοίων να υπερφυλάξη τα στενά κατά το Αρτεμίσιον (223). Εκεί, οι μεν άλλοι Έλληνες έλεγον να έχωσι την αρχηγίαν ο Ευρυβιάδης και οι Λακεδαιμόνιοι· οι δ' Αθηναίοι, επειδή κατά τον αριθμόν των πλοίων υπερέβαινον όλους σχεδόν τους άλλους ομού, δεν ήθελον άλλους ν' ακολουθώσιν. Εννοήσας δε τον κίνδυνον ο Θεμιστοκλής, και αυτός παρεχώρησε την εξουσίαν εις τον Ευρυβιάδην, και τους Αθηναίους κατεπράυνεν, υποσχόμενος, αν διακριθώσιν εις τον πόλεμον, να κάμη τους λοιπούς Έλληνας να πείθωνται εις αυτούς του λοιπού εκουσίως. Εκ τούτου δύναται να θεωρηθή ότι προ πάντων έγινεν αίτιος της σωτηρίας της Ελλάδος, και προήγαγε κυρίως τους Αθηναίους εις δόξαν, διότι τους μεν εχθρούς ενίκησαν διά της ανδρείας των, τους δε συμμάχους διά της καλής των γνώμης. Όταν δ' ο βαρβαρικός στόλος έφθασεν εις Αφέτας (224), τρομάξας ο Ευρυβιάδης το πλήθος των πλοίων όσα εφέροντο απέναντι αυτών, ακούσας δ' ότι και άλλα διακόσια περιέπλεον υπεράνω της Σκιάθου, ήθελεν ευθύς να επιστρέψη αυτός εις την Ελλάδα, να καταπλεύση εις την Πελοπόννησον, και να περιφράξη τον πεζόν στρατόν διά του στόλου, νομίζων όλως απρόσβλητον την κατά θάλασσαν δύναμιν του βασιλέως. Φοβηθέντες δ' οι Ευβοείς μη οι Έλληνες τους εγκαταλείψωσι, συνενοήθησαν κρυφίως μετά του Θεμιστοκλέους, πέμψαντες προς αυτόν Πελάγοντά τινα μετά χρημάτων πολλών. Ταύτα δε λαβών εκείνος, ως ο Ηρόδοτος διηγείται, τα έδωκεν εις τον Ευρυβιάδη. Μεταξύ δε των πολιτών ο μάλλον εναντιούμενος εις αυτόν ήτον ο Αρχιτέλης, όστις ήτον τριήραρχος της ιεράς τριήρεως (225), αλλά μη έχων χρήματα να δώση εις τους ναύτας, έσπευδε ν' αναχωρήση ταχέως. Κατ' αυτού έτι μάλλον παρώξυνεν ο Θεμιστοκλής τους πολίτας, ώστε ορμήσαντες τω ήρπασαν το δείπνον του. Εν ώ δ' ο αρχιτέλης ελυπείτο διά τούτο και ηγανάκτει, έστειλεν ο Θεμιστοκλής προς αυτόν εντός κιβωτίου δείπνον άρτων και κρεάτων, και υποκάτω αυτών θέσας τάλαντον αργυρίου, τω εμήνυσε να δειπνήση κατά το παρόν, και την επαύριον να επιμεληθή τους τριηρίτας· ειδεμή, ότι θέλει τον καταγγείλει προς τους πολίτας ότι έλαβεν αργύριον παρά του εχθρού. Ταύτα λέγει Φανίας ο Λέσβιος (226).

Η. Αι δε μάχαι αι συγκροτηθείσαι τότε κατά των βαρβαρικών πλοίων περί τα στενά, κρίσιμοι μεν κυρίως δεν ανεδείχθησαν, ωφέλησαν όμως τους Έλληνας διά της πείρας, διότι δι' έργων εδιδάχθησαν κατά τους κινδύνους, ότι ούτε των πλοίων ο αριθμός, ούτε οι στολισμοί και η λαμπρότης των παρασήμων, ούτε αι κραυγαί και αι καυχήσεις, ούτε οι βάρβαροι παιάνες έχουσί τι το επίφοβον δι' άνδρας ηξεύροντας να έρχωνται εις χείρας, και τολμώντας να μάχωνται, αλλ' ότι πρέπει τα τοιαύτα καταφρονούντες, να ορμώσι κατά των σωμάτων, μετ' εκείνων να συμπλέκωνται, και κατ' εκείνων ν' αγωνίζωνται. Τούτο καλώς, ως φαίνεται, εννοήσας και ο Πίνδαρος, είπε περί της κατ' Αρτεμίσιον μάχης·

«όπου παίδες Αθηναίοι κρηπίδα
λαμπράν έστησαν ελευθερίας.»

Διότι τωόντι η τόλμη είναι της νίκης αρχή. Είναι δε το Αρτεμίσιον αιγιαλός της Ευβοίας προς βορράν αναπεπταμένος, υπεράνω της Εστιαίας (227). Αντικρύζει δ' εις αυτό η Ολιζών ιδίως εκ της χώρας ήτις ήτον υπό τον Φιλοκτήτην (228). Έχει δε μικρόν ναόν της Αρτέμιδος, της επικαλουμένης Προσηώας (229), και δένδρα φύονται περί αυτό, και στήλαι λίθου λευκού εισίν ιδρυμέναι ολόγυρά του. Ο δε λίθος, τριβόμενος διά της χειρός, δίδει χρώμα και οσμήν ως του κρόκου. Εις μίαν δε των στηλών ήτον γεγραμμένον τούτο το ελεγείον.

«Παίδες ποτέ Αθηναίων, ανθρώπων δαμάσαντες γένη
των εν Ασία πολλά εις τας θαλάσσας αυτάς
εν ναυμαχία, αφ' ού ο στρατός κατεστράφη των Mήδων,
μνήματα εις την θεάν Άρτεμιν ίστων αυτά.»

Δείκνυται δε τόπος της παραλίας όστις, εν ώ πέριξ υπάρχει άμμος πολλή, αναδίδει εκ του πυθμένος σκόνιν μέλαιναν και τεφρώδη, ως αν είχε προέλθει εκ πυρκαϊας, και φρονούσιν ότι ενταύθα είχον καύσει τα ναυάγια και τους νεκρούς.

Θ. Αφ' ού όμως τα συμβάντα εν Θερμοπύλαις ανηγγέλθησαν εις το Αρτεμίσιον, ακούσαντες ότι έπεσεν ο Λεωνίδας και ότι ο Ξέρξης ήτον κύριος των κατά ξηράν οδών, ανεχώρησαν να επιστρέψωσιν εις την Ελλάδα, και οι Αθηναίοι ετάχθησαν οι τελευταίοι, υψηλοφρονούντες διά την ανδρείαν και τα κατορθώματά των. Όταν δε παρέπλεε την χώραν ο Θεμιστοκλής, όπου έβλεπε μέρη εις ά έπρεπεν αναγκαίως ν' αρράξωσι και να καταφύγωσιν οι εχθροί, εχάραττεν εις τους λίθους γράμματα ευανάγνωστα, άλλους μεν ευρίσκων κατά τύχην, άλλους δε στήνων ο ίδιος εις τους όρμους και παρά τας πηγάς, και προτρέπων διά των γραμμάτων τους Ίωνας, αν μεν ήτον δυνατόν, ν' αποσκιρτήσωσι προς αυτούς, οίτινες ήσαν πατέρες των, και είχον κινδυνεύσει υπέρ της ελευθερίας εκείνων, ειδεμή, να βλάπτωσι τους βαρβάρους κατά τας μάχας και να τους ταράττωσι (230). Διά τούτων δ' ήλπιζεν ή να μεταπείση τους Ίωνας, ή να τους ταράξη, καθιστών αυτούς υπόπτους προς τους βαρβάρους. Ο δε Ξέρξης εισέβαλεν άνωθεν της Δωρίδος εις την Φωκίδα, και έκαιε τας πόλεις των Φωκέων, χωρίς να θελήσωσι ν' αντισταθώσιν οι Έλληνες, αν και οι Αθηναίοι τους παρεκάλουν να τον απαντήσωσιν εις την Βοιωτίαν προ της Αττικής, καθώς αυτοί τους εβοήθησαν κατά θάλασσαν εις το Αρτεμίσιον. Επειδή δ' ουδείς τους ήκουεν, αλλά διά την Πελοπόννησον μόνον εφρόντιζον, και έσπευδον να συνάξωσιν όλην την δύναμιν, και ωχύρουν τον Ισθμόν διά τείχους από θαλάσσης εις θάλασσαν, συγχρόνως μεν ωργίζοντο οι Αθηναίοι διά την προδοσίαν, συγχρόνως δ' εκυριεύοντο υπ' αθυμίας και λύπης, διότι έμενον μεμονωμένοι. Και να πολεμήσωσι μεν ουδόλως διενοούντο εναντίον τοσούτων μυριάδων στρατού· το δε μόνον αναγκαίον εις την τότε περίστασιν, ήτον ν' αφήσωσι την πόλιν και να έμβωσιν εις τα πλοία. Αλλά το πλήθος ήκουε τούτο αγανακτούν, και έλεγον ότι ούτε νίκην θέλουσιν, ούτε σωτηρίαν ηξεύρουσιν, αν αφήσωσι τα ιερά των Θεών και των πατέρων τους τάφους.

I. Τότε ο Θεμιστοκλής, μη δυνάμενος δι' ανθρωπίνων υπολογισμών να κερδίση το πλήθος, εκίνησε μηχανήν τινα ως εις τας τραγωδίας, και τοις έφερε θεία σημεία και χρησμούς. Και σημείον μεν έλαβεν ότι ο δράκων κατ' εκείνας τας ημέρας έγινεν αφανής εκ του ναού, και τας καθ' ημέραν εις αυτόν προσφερομένας τροφάς ευρίσκοντες αψαύστους οι ιερείς, το είπον εις τον λαόν (231), προς όν ο Θεμιστοκλής διέδιδεν ότι η Θεά αφήκε την πόλιν, οδηγούσα αυτούς προς την θάλασσαν. Εδημαγώγει δε και διά του χρησμού, λέγων ότι ουδέν άλλον σημαίνει το ξύλινον τείχος, ειμή τα πλοία (232), δι' ό και ονομάζει ο Θεός την Σαλαμίνα «θείαν», και ουχί αθλίαν ή δυστυχή, διότι έμελλε να δώση τ' όνομά της εις μέγα τι των Ελλήνων ευτύχημα. Άμα δ' η γνώμη του υπερίσχυσεν, έγραψε ψήφισμα, την μεν πόλιν να παρακαταθέσωσιν εις την Αθηνάν, την προστάτιν των Αθηναίων, όλοι δ' οι ενήλικες να εμβώσιν εις τας τριήρεις, τους δε παίδας και τας γυναίκας και τους δούλους να σώση έκαστος όπως δυνηθή. Αφ' ού δ' εκυρώθη το ψήφισμα, οι πλείστοι των Αθηναίων απέστειλαν τους γονείς και τας γυναίκας των εις την Τροιζήνα, και οι Τροιζήνιοι τους εδέχοντο μετά πλείστης φιλοτιμίας, ψηφίσαντες να τρέφωσιν αυτούς δημοσίως, και να δίδωσι δύο οβολούς εις έκαστον, και τα παιδία να έχωσι την άδειαν να λαμβάνωσι πανταχόθεν οπωρικά, και προσέτι να πληρώνωνται δι' αυτά μισθοί εις διδασκάλους. Έγραψε δε το ψήφισμα τούτο ο Νικαγόρας. Δημόσια δε χρήματα δεν είχον οι Αθηναίοι· αλλ' ο Αριστοτέλης λέγει ότι η βουλή του Αρείου Πάγου εχορήγησεν εις έκαστον των στρατιωτών ανά οκτώ δραχμάς (233), και ούτως εις αυτήν προ πάντων οφείλεται ότι επληρώθησαν ανδρών αι τριήρεις. Ο δε Κλείδημος (234) και τούτο λέγει στρατήγημα του Θεμιστοκλέους, ότι, όταν οι Αθηναίοι κατέβαινον εις τον Πειραιά, απωλέσθη το Γοργόνειον του αγάλματος της Θεάς (235), και ο Θεμιστοκλής, προσποιούμενος ότι ζητεί αυτό, και προς τούτο εξετάζων τα πάντα, εύρε πλήθος χρημάτων κεκρυμμένων εις των πολιτών τας αποσκευάς, και ταύτα έφερεν εις το μέσον, ώστε υπήρξεν ευπορία εφοδίων διά τους εμβαίνοντας εις τας ναυς. Όταν δ' η πόλις εξέπλεεν, εις άλλους μεν επροξένει οίκτον το θέαμα, εις άλλους δε θαυμασμόν διά την τόλμην, όταν τους μεν γονείς των έπεμπον αλλαχού, αυτοί δ' άκαμπτοι προς των γυναικών τους στεναγμούς και τα δάκρυα, και προς των παιδίων των τους εναγκαλισμούς, μετέβαινον εις την νήσον. Εις οίκτον όμως εκίνουν πολλοί των πολιτών, οίτινες έμενον διά γήρας οπίσω· υπήρχε δε καί τις γλυκεία συμπάθεια προς τα ήμερα και σύντροφα ζώα, όταν μετά φωνής και μετά πόθου παρηκολούθουν τους τροφείς των εμβαίνοντας εις τα πλοία. Μεταξύ αυτών ιστορείται ότι ο κύων Ξανθίππου του πατρός του Περικλέους, μη ανεχόμενος να χωρισθή απ' αυτού, επήδησεν εις την θάλασσαν, και κολυμβών πλησίον εις την τριήρην, έφθασεν εις την Σαλαμίνα, όπου λειποθυμήσας, αμέσως απέθανε. Τούτου λέγουσιν ότι είναι τάφος το μέχρι τούδε δεικνύμενον και ονομαζόμενον Κυνός σήμα.

ΙΑ. Πράξεις δε μεγάλαι εισίν αύται του Θεμιστοκλέους. Εννοήσας ότι οι πολίται επόθουν τον Αριστείδην, και εφοβούντο μη εξ αγανακτήσεως ενωθή μετά του βαρβάρου, και ανατρέψη τα πράγματα της Ελλάδος (διότι προ του πολέμου είχεν εξοστρακισθή καταδιωχθείς υπό του Θεμιστοκλέους), έγραψε ψήφισμα, καθ' ό επετρέπετο εις τους προσκαίρως εξωρισμένους να επανέλθωσι, και να πράττωσι και προτείνωσιν μετά των λοιπών πολιτών ό,τι συμφέρον εις την Ελλάδα. Προς τον Ευρυβιάδην δε, όστις είχε την αρχηγίαν του στόλου διά της Σπάρτης την επισημότητα, όστις όμως ήτον άτολμος προς τον κίνδυνον, και ήθελε ν' αναχωρήση και να πλεύση εις τον Ισθμόν, ο Θεμιστοκλής αντέλεγε. Τότε λέγουσιν ότι εδέθησαν και εκείνα τα μνημονευόμενα, ότι ο Ευρυβιάδης τω είπεν «Ω Θεμιστόκλεις, εις του αγώνας ραπίζουσι τους προ της ώρας ανισταμένους» (236). «Ναι, είπεν ο Θεμιστοκλής, αλλά τους μένοντας οπίσω δεν τους στεφανώνουσι». Τότε εκείνος ύψωσε την ράβδον του διά να τον κτυπήση, και ο Θεμιστοκλής είπε· «Κτύπα, αλλ' άκουσον» (237). Και ο Ευρυβιάδης εθαύμασε την πραότητα αυτού, και τω είπε να ομιλήση· ο δε Θεμιστοκλής ήρχισε να τον επαναφέρη εις τον ορθόν λόγον. Αλλά τις των παρευρισκομένων είπεν, ότι άνθρωπος άπολις δεν είναι ορθόν να διδάσκη τους έχοντας πατρίδας να τας εγκαταλείψωσι και ν' αδιαφορήσωσι δι' αυτάς· «Ημείς, είπεν ο Θεμιστοκλής, ω μοχθηρέ, τας μεν οικίας και τα τείχη ημών κατελείψαμεν, θέλοντες να μη γίνωμεν δούλοι προς χάριν αψύχων. Έχομεν δε πόλιν μεγίστην μεταξύ των Ελληνίδων, τας διακοσίας τριήρεις, αίτινες ήλθον να σας βοηθήσωσι, διότι περιμένετε την σωτηρίαν σας απ' αυτών. Αν δε και εκ δευτέρου αναχωρήσητε προδίδοντες ημάς, ταχέως θ' ακούσωσιν οι Έλληνες ότι οι Αθηναίοι απέκτησαν και πόλιν ελευθέραν και χώραν όχι κατωτέραν εκείνης ήν απώλεσαν». Ως δ' είπε ταύτα ο Θεμιστοκλής, υπόνοια και φόβος κατέλαβε τον Ευρυβιάδην, μη οι Αθηναίοι τους εγκαταλείψωσι και απέλθωσιν. Επειδή δε καί τις των παρόντων, Ερετριεύς, ηθέλησε τι να ειπή απ' εναντίας αυτού, «Πώς; τω είπεν έχετε λόγον περί πολέμου και σεις, οίτινες, ως τα καλαμάρια, ξίφος έχετε και καρδίαν δεν έχετε;» (238)

IB. Λέγεται δ' υπό τινων ότι ο Θεμιστοκλής διελέγετο περί τούτων άνωθεν από του καταστρώματος του πλοίου, όταν γλαυξ εφάνη πετώσα προς τα δεξιά των πλοίων, και εκάθησεν εις τα εξάρτια. Διά τούτο έτι μάλλον έκλινον προς την γνώμην του (239), και ήτοιμάζοντο να ναυμαχήσωσιν. Αλλ' όταν ο στόλος των πολεμίων, διευθυνόμενος προς της Αττικής το Φαληρικόν, απέκρυψεν όλους τους πέριξ αιγιαλούς, και ο βασιλεύς μετά του πεζού στρατού καταβάς εις την θάλασσαν, εφάνη αιφνηδίως έχων πάσας τας δυνάμεις ομού συνηγμένας, τότε εξέφυγον τους Έλληνας οι λόγοι του Θεμιστοκλέους, και πάλιν έστρεφον τα βλέμματα οι Πελοποννήσιοι προς τον Ισθμόν, και ωργίζοντο αν άλλος άλλο επρότεινεν. Εμελέτων δε την νύκτα ν' αναχωρήσωσι, και παρήγγελλον εις τους κυβερνήτας να είν' έτοιμοι διά πλουν. Τότε, δυσανασχετών ο Θεμιστοκλής, ότι αφήνοντες οι Έλληνες την βοήθειαν του τόπου και των στενών, έμελλον να διαλυθώσι κατά πόλεις, εσκέφθη και απεφάσισε το μετά του Σικίνου τέχνασμα. Ήτον δ' ο Σίκινος Πέρσης το γένος, αιχμάλωτος, αγαπώμενος υπό του Θεμιστοκλέους, και των τέκνων αυτού παιδαγωγός. Έπεμψε λοιπόν αυτόν κρυφίως προς τον Πέρσην, και τω παρήγγειλε να ειπή ότι ο Θεμιστοκλής, ο στρατηγός των Αθηναίων, φρονών τα του βασιλέως, τω καταγγέλλει πρώτος ότι οι Έλληνες δραπετεύουσι, και τον προτρέπει να μη τους αφήση να φύγωσιν, αλλ' εν ώ διατελούσιν εις ταραχήν, όντες κεχωρισμένοι από των πεζών, να επιπέση και να καταστρέψη την ναυτικήν αυτών δύναμιν. Ταύτα δ' ακούσας ο Ξέρξης, και νομίσας ότι τω ελέγοντο εκ φιλικής προαιρέσεως, εχάρη, και ευθύς διέταξε τους αρχηγούς των πλοίων, εις μεν τα άλλα να εισαγάγωσι τους στρατιώτας μεθ' ησυχίας· να κινήσωσι δ' αμέσως μετά διακοσίων, και να περικυκλώσωσι πανταχόθεν το πέραμα, και να διαζώσωσι τας νήσους (240), ώστε ουδείς να διαφύγη εκ των εχθρών. Εν ώ δε ταύτα εξετελούντο, πρώτος εννοήσας αυτά Αριστείδης ο Λυσιμάχου, ήλθε προς την σκηνήν του Θεμιστοκλέους, ει και δεν ήτον φίλος του, αλλά μάλιστα, ως είπομεν, εξ αιτίας εκείνου εξοστρακισθείς. Όταν δ' εξήλθεν ο Θεμιστοκλής προς αυτόν, τω είπε περί της περικυκλώσεως. Εκείνος δε, γνωρίζων και την κατά τα λοιπά πάντα χρηστότητα του ανδρός, και υπερχαρείς διά την τότε παρουσίαν του, τω είπεν όσα ενήργησεν διά του Σικίνου, και τον παρεκάλεσε να τον βοηθήση και να συμπράξη μετά προθυμίας, όπως οι Έλληνες, οίτινες είχον εις αυτόν περισσοτέραν εμπιστοσύνην, ναυμαχήσωσιν εντός των στενών. Και ο μεν Αριστείδης, επαινέσας τον Θεμιστοκλέα, περιήλθε τους άλλους στρατηγούς και τριηράρχας, παροξύνων αυτούς προς την μάχην. Αυτοί όμως εδυσπίστουν εισέτι, όταν εφάνη αυτόμολος τριήρης Τηνία (241) ής ναύαρχος ήτον ο Παναίτιος, και απήγγειλε την κύκλωσιν. Ώστε και εκ θυμού και εξ ανάγκης οι Έλληνες ερίφθησαν εις τον κίνδυνον.

ΙΓ. Άμα δ' εξημέρωσεν, ο Ξέρξης εκάθησεν υψηλά, επιβλέπων τον στόλον και την παράταξιν, ως μεν λέγει ο Φανόδημος (242), υπεράνω του ναού του Ηρακλέους, όπου βραχύ πέραμα χωρίζει την Αττικήν και την νήσον, ως δ' ο Ακεστόδωρος (243), κατά τα σύνορα της Μεγαρίδος, υπεράνω των λεγομένων Κεράτων (244), στήσας καθέδραν χρυσήν (245), και περιστοιχισθείς υπό πολλών γραμματέων, ών έργον ην να καταγράφωσι τα κατά την μάχην γινόμενα. Εν ώ δ', ο Θεμιστοκλής ετέλει θυσίαν παρά την ναυαρχίδα τριήρην, προσήχθησαν εις αυτόν τρεις αιχμάλωτοι, εξόχως ωραίοι το πρόσωπον, λαμπρά δε φορέματα και χρυσά φορούντες κοσμήματα. Ελέγετο δ' ότι ήσαν υιοί της Σανδάκης, αδελφής του βασιλέως, και του Αρταύκτου. Τούτους ιδών Ευφραντίδης ο μάντις, επειδή συγχρόνως μεν ανέλαμψεν εκ του βωμού μέγα πυρ και λαμπρόν, συγχρόνως δε και άλλο εδόθη σημείον, πτερνίσματος εκ δεξιών (246), συγχαρείς τον Θεμιστοκλέα, τον διέταξε ν' αρχίση από των νεανίσκων, και να τους σφαγιάση όλους, προσευχηθείς εις τον ωμηστήν Διόνυσον (247), διότι ούτως ήθελε δοθή εις τους Έλληνας σωτηρία και νίκη. Και ο μεν Θεμιστοκλής εξεπλάγη ακούσας το μέγα τούτο και φοβερόν μάντευμα. Αλλ' ως συμβαίνει συνήθως επί μεγάλων αγώνων και επί δυσκόλων πραγμάτων, οι του κοινού λαού εκ των παραλόγων μάλλον ή εκ των ευλόγων την σωτηρίαν ελπίζοντες, επεκαλούντο τον Θεόν όλοι ομού φωνάζοντες, και ενταυτώ, φέροντες τους αιχμαλώτους εις τον βωμόν, ηνάγκασαν να γίνη η θυσία, ως ο μάντις εκέλευσε. Ταύτα διηγείται ανήρ φιλόσοφος, και γνώσεων μη εστερημένος ιστορικών, ο Λεσβίος Φανίας (248).

ΙΔ. Περί δε του πλήθους των βαρβαρικών πλοίων ο ποιητής Αισχύλος, ως γνωρίζων αυτά, και δυνάμενος να τα βεβαίωση, λέγει ταύτα εις την τραγωδίαν τους Πέρσας (249).

«Του Ξέρξου ήτον (το ηξεύρω) χιλιάς
ο αριθμός των πλοίων τα δε τάχιστα
δις ήσαν εκατόν κ' επτά, ως λέγεται.»

Αι δ' Αττικαί ήσαν εκατόν ογδοήκοντα τον αριθμόν, και εκάστη είχε δεκαοκτώ τους μαχομένους εκ του καταστρώματος· εκ τούτων δε τέσσαρες ήσαν τοξόται, και οι λοιποί οπλίται. Φαίνεται δ' ότι ο Θεμιστοκλής ενόησε και παρεμόνευσε τον καιρόν ουχ ήττον καλώς ή τον τόπον, και δεν παρέταξε τας τριήρεις του προς τας βαρβαρικάς πριν ή φθάση η συνήθης ώρα, ήτις πάντοτε φέρει σφοδρόν τον άνεμον και το κύμα διά των στενών από του πελάγους· διότι τας μεν ελληνικάς, ούσας χαμηλάς, και μη εγειρομένας πολύ υπέρ την επιφάνειαν της θαλάσσης, ολίγον έβλαπτε· πίπτων δ' εις τας βαρβαρικάς αίτινες είχον ορθάς τας πρύμνας και εφέροντο βαρείαι εξ αιτίας των υψηλών καταστρωμάτων, τας έξωθεν του δρόμου των, και τας παρέδιδε πλαγίως εις τους Έλληνας, οίτινες προσέβαλλον μεθ' ορμής, προσέχοντες κυρίως εις τον Θεμιστοκλήν διότι τούτον εθεώρουν ως εννοούντα υπέρ πάντα άλλον τι ήτον το συμφέρον, και διότι προς το μέρος εκείνου ο ναύαρχος του Ξέρξου Αριαμένης, πλοίον έχων μέγα, ετόξευε και ηκόντιζεν ως από τείχους, ανήρ ικανός ων, και ο άριστος και δικαιότατος εκ των αδελφών του βασιλέως. Ούτος, όταν του Δεκελέως (250) Αμεινίου και Σωκλέους του Πεδιέως (251), οίτινες συνέπλεον επί του αυτού πλοίου, αι τριήρεις έπεσαν επί αλλήλων πρώραν προς πρώραν, και μαχόμεναι διά των εμβολών, συνεκολλήθησαν, ερίφθη εις το πλοίον αυτών αυτοί δ' αντιστάντες, και κτυπώντες αυτόν διά των δοράτων των, τον έρριψαν εις την θάλασσαν, και το σώμα αυτού φερόμενον μετά των άλλων ναυαγίων, ανεγνώρισεν η Αρτεμισία (252), και το έφερεν επάνω προς τον Ξέρξην (253).

ΙΕ. Εν ώ δ' εις τοιαύτην θέσιν ήτον η μάχη, λέγουσιν ότι έλαμψε μέγα φως εκ της Eλευσίνος (254), ήχος δε και φωνή επλήρωσε το Θριάσιον πεδίον (255) μέχρι της θαλάσσης, ως αν πολλοί άνθρωποι ομού εξήγον τον μυστικόν Ίακχον (256). Εκ του μέσου δε του πλήθους των κραυγαζόντων εφάνη νέφος βαθμηδόν υψούμενον, και έπειτα, πάλιν υποχωρούν, επέπεσεν εις τας τριήρεις. Άλλοι δ' ενόμισαν ότι είδον φαντάσματα και είδωλα ανθρώπων ενόπλων, από της Αιγίνης εκτεινόντων τας χείρας προ των ελληνικών τριηρών, και είκαζον ότι ήσαν οι Αιακίδαι (257) ούς είχον προ της μάχης επικαλεσθή δι' ευχών εις βοήθειαν. Πρώτος λοιπόν εκυρίευσε πλοίον ο Λυκομήδης, τριήραρχος Αθηναίος, και αυτού αποκόψας τα παράσημα, το αφιέρωσεν εις τον δαφνηφόρον Απόλλωνα (258). Οι δ' άλλοι, ίσοι κατά το πλήθος γινόμενοι προς τους βαρβάρους, πολεμούντας εντός στενού (259), και πίπτοντας τους μεν επί τους δε, τους έτρεψαν, αφ' ού αντεστάθησαν μέχρι δείλης, ως λέγει ο Σιμωνίδης (260), την καλήν και περιβόητον εκείνην θριαμβεύσαντες νίκην, ής ουδ' υφ' Ελλήνων ουδ' υπό βαρβάρων ποτέ άλλο λαμπρότερον θαλάσσιον κατωρθώθη έργον, διά της ανδρείας μεν και της προθυμίας πάντων ομού των ναυμαχησάντων, διά της φρονήσεως δε συγχρόνως και της ικανότητος του Θεμιστοκλέους (261).

ΙΣΤ. Μετά δε την ναυμαχίαν, ο Ξέρξης μη απελπιζόμενος έτι προς την αποτυχίαν, επεχείρει διά χωμάτων να φέρη τον πεζόν του στρατόν εις την Σαλαμίνα κατά των Ελλήνων, εμφράττων το μεταξύ πέραμα. Ο δε Θεμιστοκλής θέλων διά των λόγων του να εννοήση τι φρονή ο Αριστείδης, επρότεινε να πλεύσωσιν εις τον Ελλήσποντον, και να καταστρέψωσι την γέφυραν (262), «ώστε, είπε, να συλλάβωμεν την Ασίαν εντός της Ευρώπης». Αλλά δυσανασχετών προς ταύτα ο Αριστείδης (263), «τώρα μεν, είπεν, επολεμήσαμεν κατά του βαρβάρου εν ώ εις τρυφήν παρεδίδετο· αν δε κατακλείσωμεν εις την Ελλάδα, και διά του φόβου αναγκάσωμεν να πολεμήση άνδρα κύριον τοσούτων δυνάμεων, δεν θα καθήση πλέον υπό σκιάδα χρυσήν να βλέπη την μάχην ησύχως, αλλά θέλει τα πάντα τολμήσει, και θέλει παρευρίσκεσθαι πανταχού, ένεκα του κινδύνου, όπως επανορθώση την αποτυχίαν του, και θέλει σκεφθή καλλήτερα, προκειμένου περί των όλων. Επομένως, είπε, δεν πρέπει, ω Θεμιστόκλεις, να καταστρέψωμεν ημείς την υπάρχουσαν γέφυραν, αλλά και άλλην ει δυνατόν να κατασκευάσωμεν, και να εκβάλωμεν ταχέως τον άνθρωπον εκ της Ευρώπης.» «Λοιπόν, είπεν ο Θεμιστοκλής, αν ταύτα κρίνωνται συμφέροντα, πρέπει όλοι ημείς να σκεφθώμεν και να εύρωμεν τρόπον όπως φύγη όσον τάχιον εκ της Ελλάδος». Αφ' ού δε ταύτα ενεκρίθησαν, έπεμψεν ένα των βασιλικών ευνούχων, όν εύρε μεταξύ των αιχμαλώτων, Αρνάκην ονομαζόμενον, παραγγείλας να ειπή εις τον βασιλέα, ότι οι μεν Έλληνες απεφάσισαν, αφ' ού ενίκησαν κατά θάλασσαν, να πλεύσωσιν εις τον Ελλήσποντον, όπου ήτον εζευγμένος, και να διαλύσωσι την γέφυραν, ο Θεμιστοκλής δε, μεριμνών υπέρ του βασιλέως, τον συμβουλεύει να σπεύση να επιστρέψη εις τας εδικάς του θαλάσσας, και να φθάση εν όσω αυτός επιφέρει αναβολάς τινάς και αργοπορίας εις τους συμμάχους διά την δίωξιν. Ταύτα ακούσας ο βάρβαρος, και περίφοβος γενόμενος, μετά πάσης ταχύτητος ετράπη εις αναχώρησιν. Και απόδειξιν της φρονήσεως του Θεμιστοκλέους και Αριστείδου παρέσχεν ο Μαρδόνιος, διότι αντιταχθέντες εις πολλοστημόριον της δυνάμεως του Ξέρξου εν Πλαταιαίς, εκινδύνευσαν τον έσχατον κίνδυνον.

ΙΖ. Και μεταξύ μεν των πόλεων λέγει ο Ηρόδοτος ότι ηρίστευσεν η των Αιγινητών· εις δε τον Θεμιστοκλέα, ει και άκοντες υπό φθόνου, απέδωκαν όλοι το πρωτείον. Διότι, όταν αναχώρησαντες εις τον Ισθμόν, εψηφοφόρουν οι στρατηγοί εις τον βωμόν (264), πρώτον μεν κατά την ανδρείαν επρότεινεν έκαστος εαυτόν, δεύτερον δε μεθ' εαυτόν τον Θεμιστοκλέα. Οι δε Λακεδαιμόνιοι, λαβόντες αυτόν εις την Σπάρτην, έδοσαν ελαίας στέφανον ως αριστείον εις μεν τον Ευρυβιάδην ανδρείας, εις εκείνον δε φρονήσεως (265) και τω εχάρισαν την ωραιοτέραν της πόλεως άμαξαν, και έστειλαν μετ' αυτού τριακοσίους των νέων να τον προπέμψωσι μέχρι των ορίων της πόλεως. Λέγεται δ' ότι, όταν ετελέσθησαν τα πρώτα μετά ταύτα Ολύμπια, και προέβη εις το στάδιον ο Θεμιστοκλής, οι θεαταί αφήκαν τους αγωνιζομένους, και όλην την ημέραν εκείνον μόνον έβλεπον, και θαυμάζοντες και χειροκροτούντες τον επεδείκνυον εις τους ξένους, ώστε και αυτός ευχαριστηθείς, ωμολόγησεν, εις τους ξένους, ότι απολαμβάνει τον καρπόν των υπέρ της Ελλάδος αγώνων του.

IΗ. Διότι ήτον την φύσιν φιλοτιμότατος, καθ' όσον συμπεραίνεται εκ των περί αυτού απομνημονευομένων. Όταν εξελέγη ναύαρχος της πόλεως, δεν εθεώρει ουδεμίαν ιδιαιτέρως υπόθεσιν ούτε ιδίαν ούτε δημοσίαν, αλλά πάσας τας παρουσιαζομένας ανέβαλλε κατά την ημέραν εκείνην, καθ' ήν έμελλε να εκπλεύση, ώστε πολλά ενεργών πράγματα, και μετ' ανθρώπων πολλών ομιλών, να φαίνηται ότι είναι μέγας και πολλά δυνάμενος. Παρατηρών δε τους νεκρούς όσοι είχον ριφθή έξω εις το παραθαλάσσιον, και ιδών πλησίον αυτού κείμενα χρυσά περιδέραια και κοσμήματα, έδειξεν αυτά εις τον φίλον του όστις τον παρηκολούθει, και «Λάβε ταύτα διά σε, τω είπε· Συ δεν είσαι Θεμιστοκλής.» Προς Αντιφάτην δε τινα, όστις ήτον άλλοτε νέος ωραίος, και προσεφέρετο πρότερον προς αυτόν υπερηφάνως, έπειτα δε τον επεριποιείτο διά την δόξαν του, «Ω νεανίσκε, είπεν, εξώρας μεν, αλλά και οι δύο συγχρόνως εφρονιμεύσαμεν.» Έλεγε δ' ότι οι Αθηναίοι ούτε τον τιμώσιν ούτε τον θαυμάζουσιν, αλλ' ως εις πλάτανον, εν καιρώ μεν τρικυμιών και κινδύνων καταφεύγουσιν υπ' αυτόν, όταν δ' επανέλθη περί αυτούς γαλήνη, τον μαδούσι και τον κολοβούσι. Προς δε Σερίφιόν τινα, όστις τω είπεν ότι δεν εδοξάσθη ένεκα εαυτού, αλλ' εξ αιτίας της πόλεως εις ήν ανήκει, «Αληθώς λέγεις, απεκρίθη· αλλ' ούτ' εγώ, αν ήμην Χερίφιος θα εγινόμην ένδοξος, ούτε συ αν ήσο Αθηναίος.» Όταν δ' άλλος τις στρατηγός, όστις υπέθετεν ότι κατώρθωσε χρήσιμόν τι εις την πόλιν, μετά θρασύτητος ομιλών προς τον Θεμιστοκλέα, αντιπαρέβαλλε τας ιδίας αυτού πράξεις προς τας πράξεις εκείνου, είπεν ότι «τα μεθεόρτια εφιλονείκουν ποτέ προς την εορτήν, λέγοντα ότι εκείνη μεν είναι πλήρης κόπων και ασχολιών, επ' αυτών δ' απολαμβάνουσιν όλοι τα προητοιμασμένα αναπαυόμενοι· προς ταύτα δ' απεκρίθη η εορτή· Αλήθειαν λέγετε· αλλ' αν εγώ δεν ήμην, σεις δεν θα υπήρχετε. Και εγώ λοιπόν αν δεν είχον υπάρξει τότε, πού θα ήσθε σεις σήμερον;» Αστειευόμενος δε, διότι ο υιός του είχεν επιρροήν επί της μητρός του, και δι' εκείνης και επί αυτού, έλεγεν ότι είχε την ανωτάτην δύναμιν, και επί των Ελλήνων· διότι επί μεν των Ελλήνων εξουσίαν είχον οι Αθηναίοι, επί των Αθηναίων δ' αυτός, επί αυτού η μήτηρ του παιδίου, και επί της μητρός το παιδίον. Θέλων δε να είναι ιδιότροπος κατά πάντα, ότε επώλει αγρόν, διέταττε τον κήρυκα να φωνάζη ότι και γείτονα καλόν έχει. Μεταξύ δε των ζητούντων εις γάμον την θυγατέρα του επροτίμησε τον χρηστόν και ουχί τον πλούσιον, λέγων ότι ζητεί μάλλον άνδρα έχοντα ανάγκην χρημάτων, παρά χρήματα έχοντα ανάγκην ανδρός. Τοιούτος ήτον ως προς τ' αποφθέγματά του.

ΙΘ. Αμέσως δε μετά τα κατορθώματά του εκείνα, επεχείρησε ν' ανοικοδομήση και να τειχίση την πόλιν, ως μεν ιστορεί ο Θεόπομπος (266), πείσας τους Εφόρους (267) διά χρημάτων να μη εναντιωθώσιν, ως δ' οι πλείστοι, απατήσας αυτούς· διότι ήλθεν εις Σπάρτην δους εις την αποστολήν του πρεσβείας όνομα. Όταν δ' οι Σπαρτιάται ενεκάλουν τους Αθηναίους ότι περιτειχίζουσι την πόλιν, και επίτηδες σταλείς εξ Αιγίνης ο Πολύαρχος, τους κατηγόρει διά τούτο (268), αυτός ηρνείτο, και τοις έλεγε να στείλωσιν εις Αθήνας ανθρώπους να ιδώσιν, αφ' ενός μεν δίδων διά της χρονοτριβής καιρόν εις τον τειχισμόν να προχωρήση, αφ' ετέρου δε θέλων ανθ' εαυτού να έχωσιν οι Αθηναίοι τους μέλλοντας να σταλώσι. Τούτο αληθώς και συνέβη· διότι οι Λακεδαιμόνιοι, γνωρίσαντες την αλήθειαν, δεν τον έβλαψαν, αλλά κρυφίως οργιζόμενοι τον απέπεμψαν. Ευθύς δε μετά ταύτα ήρχισεν ετοιμάζων τον Πειραιά, διότι ενόησε πόσον αξιόλογοι ήσαν οι λιμένες, και την πόλιν διαθέτων διά την θάλασσαν, και τρόπον τινά προς τους παλαιούς βασιλείς των Αθηναίων αντιπολιτευόμενος. Διότι εκείνοι, ως λέγεται, αγωνιζόμενοι ν' αποσπάσωσι τους πολίτας από της θαλάσσης, και να τους συνηθίσωσι να ζώσι μη πλέοντες, αλλά την χώραν φυτεύοντες, διέδοσαν τον περί της Αθηνάς λόγον, ότι εφιλονείκησε ποτέ περί της χώρας προς τον Ποσειδώνα, και αναδείξασα την ιεράν ελαίαν εις τους δικαστάς, ενίκησεν. Ο Θεμιστοκλής δε δεν συνεκόλλησεν, ως λέγει ο κωμικός Αριστοφάνης (269), τον Πειραιά εις την πόλιν, αλλά την πόλιν εξήστησεν από του Πειραιώς, και την γην από της θαλάσσης (270). Τούτο ηύξησε και την δύναμιν του δήμου κατά της αριστοκρατίας, και επλήρωσεν αυτόν θρασύτητος, όταν η δύναμις περιήλθεν εις τους ναύτας και τους κελευστάς και τους κυβερνήτας. Διά τούτο και το βήμα της Πνυκός, όν κατασκευασμένον ώστε να βλέπη προς την θάλασσαν, ύστερον οι Τριάκοντα το έστρεψαν προς τα εντός της χώρας, φρονούντες ότι η μεν κατά θάλασσαν εξουσία εγέννα την δημοκρατίαν, προς την ολιγαρχίαν δ' ότι ολιγώτερον δυσαρεστούνται οι γεωργοί (271).

Κ. Διενοήθη δ' ο Θεμιστοκλής και μεγαλήτερόν τι περί της ναυτικής δυνάμεως. Όταν ο ελληνικός στόλος, μετά του Ξέρξου την αναχώρησιν κατέπλευσεν εις Παγασάς (272) και διεχείμαζε, δημηγορών ούτος εν Αθήναις, είπεν ότι έχει να προτείνη πράξιν τινα ωφέλιμον μεν και σωτήριον εις την πόλιν, αλλά μυστικήν διά τον λαόν. Τότε οι Αθηναίοι τον προσεκάλεσαν να την ειπή εις μόνον τον Αριστείδην, και αν εκείνος την εγκρίνη, ήθελον την εκτελέσει. Ανήγγειλε λοιπόν εις τον Αριστείδην ότι διενοείτο να πυρπολήση τον ναύσταθμον των Ελλήνων· και ο Αριστείδης, εμφανισθείς εις τον δήμον, είπεν ότι, της πράξεως ήν διανοείται να πράξη ο Θεμιστοκλής, ουδεμία υπάρχει ούτε ωφελιμωτέρα ούτε αδικωτέρα. Ταύτα δ' ακούσαντες οι Αθηναίοι, διέταξαν τον Θεμιστοκλήν να παραιτηθή αυτής. Εις δε τ' Αμφικτυονικά συνέδρια, όταν οι Λακεδαιμόνιοι επρότεινον ν' αποκλεισθώσι της Αμφικτυονίας όσαι πόλεις δεν συνεμάχησαν κατά του Μήδου, φοβηθείς μήπως αποβαλόντες του συνεδρίου τους Θεσσαλούς, τους Αργείους, προσέτι δε και τους Θηβαίους, γίνωσιν αυτοί εντελώς των ψήφων κύριοι, συνηγόρησεν υπέρ των πόλεων, και μετέβαλε τας γνώμας των Πυλαγορών (273) διισχυρισθείς ότι μόνον τριάκοντα και μία πόλεις μετέσχον του πολέμου, και εξ αυτών αι πλείσται πολύ μικροί. Δεινόν επομένως θα ήτον, ν' αποκλεισθή των σπονδών πάσα η άλλη Ελλάς, και το συνέδριον να εξαρτάται από μόνων των δύο ή τριών μεγάλων πόλεων. Εκ τούτου κυρίως δυσηρέστησε τους Λακεδαιμονίους, διό και προήγον τον Κίμωνα εις τας τιμάς, καθιστάντες αυτόν πολιτικόν του Θεμιστοκλέους αντίπαλον.