292.  φαντασίαν ἐξαποστέλλειν τοῖς ταῦτα μεμαθηκόσιν, ὅτι μὴ μάτην μεμύηνται.

293.  πεφαντάσθαι.

294.  αἰνίγματα.

295.  ὦ γενναῖε.

296.  διεξοδεύωμεν.

297.  1 Cor. ii. 6-8.

298.  τηρήσεως.

299.  σαφήνειαν.

300.  μεταβάσεις.

301.  ἀφιλόσοφον χλεύην.

302.  βωμολόχος.

303.  The reading in the text is καὶ πρῶτοι, for which Bohereau proposes τὸ πρῶτον, which we have adopted in the translation.

304.  We have followed in the translation the emendation of Guietus, who proposed εἰ δὲ τὴν φαινομένην αὐτῷ ἀλήθειαν ἐπρέσβευσεν, οὐκ ἄν, κ.τ.λ., instead of the textual reading, εἴ τε τῆς φαινομένης αὐτῷ ἀληθείας ἐπρέσβευσεν, οὐκ ἄν, κ.τ.λ.

305.  τὸν προηγούμενον ἡμῖν περὶ ψυχῆς κατασκευαστέον λόγον.

306.  Bohereau conjectures, with great probability, that instead of ἀποδέκτεον, we ought to read ἀποδεικτέον.

307.  Cf. Hom. Odyss. xi. 303 and 304.

308.  εἰ τὸ ὑγιὲς ἔχουσιν.

309.  θιασωταῖς.

310.  ἀποκληρωτικῶς.

311.  εἰς δὲ τὰ περὶ τούτου ἀνεξετάστως ὁρμῶν ἀπιστήσαι τοῖς περὶ αὐτοῦ.

312.  ἀμύθητον.

313.  ἐκστάσεων.

314.  μέσον.

315.  ἀστείους.

316.  Cf. Smith’s Dict. of Biograph. s.v.

317.  εὐσεβῆ.

318.  κόσμιος.

319.  οἱ μὴ σεμνοὶ.

320.  ὅτε διὰ τοῦ Πυθίου στομίου περικαθεζομένῃ τῇ καλουμένῃ προφήτιδι πνεῦμα διὰ τῶν γυναικείων ὑπεισέρχεται τὸ μαντικὸν, ὁ Ἀπόλλων, τὸ καθαρὸν ἀπὸ γηΐνου σώματος. Boherellus conjectures τὸ μαντικὸν τοῦ Ἀπόλλωνος τὸ καθαρόν.

321.  οὕτω δαιμονίως.

322.  Herod. book iv. chap. 14 and 15 (Cary’s transl.).

323.  τερατείαν.

324.  Guietus conjectures, καὶ πῶς, ὦ λῷστε.

325.  τῆς καταβαλλομένης οἰκοδομῆς.

326.  τοῦ καθ’ ἡμᾶς δαίμονος, λαχόντος γέρας λοιβῆς τε κνίσσης τε.

327.  ὡς οὐ κοινωνήσαντος τῇ ἀνθρωπίνῃ φύσει, οὐδ’ ἀναλαβόντος τὴν ἐν ἀνθρώποις σάρκα ἐπιθυμοῦσαν κατὰ τοῦ πνεύματος.

328.  Ἀλλὰ γὰρ καὶ τὴν καταβᾶσαν εἰς ἀνθρωπίνην φύσιν καὶ εἰς ἀνθρωπίνας περιστάσεις δύναμιν, καὶ ἀναλαβοῦσαν ψυχὴν καὶ σῶμα ἀνθρώπινον, ἑώρων ἐκ τοῦ πιστεύεσθαι μετὰ τῶν θειοτέρων συμβαλλομένην εἰς σωτηρίαν τοῖς πιστεύουσιν.

329.  μετὰ τοῦ πιστεύειν. Others read, μετὰ τὸ πιστεύειν.

330.  λιχνείᾳ.

331.  τοιαῦτα γὰρ τὰ πανταχοῦ πολιτευόμενα ἐν ταῖς ἐκκλησίαις τῶν πόλεων πλήθη.

332.  φωστῆρες.

333.  ἐκκλησία.

334.  ἐκκλησία.

335.  παροικούσας.

336.  βουλὴν.

337.  βουλευταὶ.

338.  εὕροις ἂν τίνες μὲν τῆς ἐκκλησίας βουλευταὶ ἄξιοί εἰσιν, εἴ τίς ἐστιν ἐν τῷ πάντι πόλις τοῦ Θεοῦ, ἐν ἐκεινῇ πολιτεύεσθαι. Boherellus conjectures εὕροις ἂν ὅτι τινὲς μὲν, κ.τ.λ.

339.  τῆς ἐκ κατατάξεως ὑπεροχῆς.

340.  ὅτι καὶ ἐπὶ τῶν σφόδρα ἀποτυγχανομένων βουλευτῶν καὶ ἀρχόντων ἐκκλησίας Θεοῦ, καὶ ῥαθυμότερον παρὰ τοὺς εὐτονωτέρως βιοῦντας, οὐδὲν ἧττόν ἐστιν εὑρεῖν ὡς ἐπίπαν ὑπεροχὴν, τὴν ἐν τῇ ἐπὶ τὰς ἀρετὰς προκοπῇ, παρὰ τὰ ἤθη τῶν ἐν ταῖς πόλεσι βουλευτῶν καὶ ἀρχόντων. Boherellus conjectures ῥαθυμότερων.

341.  ὥστε ὀϊστῷ βέλει συμφέρεσθαι. Spencer and Bohereau would delete βέλει as a gloss.

342.  Guietus would insert before ἵνα τὶ ὠφεληθῇ. This emendation is adopted in the translation.

343.  Cf. 1 Tim. iii. 16.

344.  τὴν οἰκονομίαν.

345.  Cf. John x. 18.

346.  Cf. Matt. xxvii. 46-50.

347.  Cf. John ii. 19.

348.  Ps. xvi. 9, 10.

349.  τῶν ὠφελουμένων.

350.  John v. 39.

351.  Cf. Col. iv. 6.

352.  πίστεως.

353.  1 Pet. iii. 15.

354.  ἤτοι διαβαλοῦμεν τοῖς αὐτὴν μὴ παραδεξαμένοις, καὶ ἐγκαλέσομεν τῇ ἱστορίᾳ ὡς οὐκ ἀληθεῖ· ἤ δαιμόνιόν τι φήσομεν παραπλήσιον τοῖς ἐπιδεικνυμένοις γόησιν ἀπατῇ ὀφθαλμῶν πεποιηκέναι καὶ περὶ τὸν Ἀστυπαλαιέα. Spencer in his edition includes μὴ in brackets, and renders, “Aut eos incusabimus, qui istam virtutem admiserint.”

355.  οἳς προσάγομεν αὐτῷ, ὡς διὰ μεταξὺ ὄντος τῆς τοῦ ἀγενήτου καὶ τῆς τῶν γενητῶν πάντων φύσεως. “Hoeschel (itemque Spencerus ad marg.) suspicabatur legendum: ὡς δὴ μεταξὺ ὄντος. Male. Nihil mutari necesse est. Agitur quippe de precibus, quas offerimus Deo ‘per eum, qui veluti medius est inter increatam naturam et creatam.’”—Ruæus.

356.  ἀδολεσχῆσαι.

357.  τὰς τουτῶν ἀποδοχὰς.

358.  ὡς κἂν τὸ τυχὸν ἀκολασίας κἂν ἐπ’ ὀλιγὸν γευσαμένου;

359.  οὗ ἀρετὰς οἱ μέν τινες κυβευτικώτερον ζῶντες καταψεύδονται.

360.  ἀκολούθως τῇ ἐν τῷ λέγειν τεραστίως πιστικῇ δυνάμει.

361.  ὡς κατὰ νόμους αὐτῶν ἄρχοντος.

362.  ἀποφορὰς.

363.  προαιρέσεως.

364.  ἐσωτερικῶν καὶ ἐποπτικῶν.

365.  ἢ ἥρωας ἐκ μεταβολῆς συστάντας ἀγαθῆς ἀνθρωπίνης ψυχῆς.

366.  περὶ δὲ τοῦ Ἰησοῦ ἤτοι δόξασα ἂν εἶναι εὐτυχὴς, ἢ καὶ βεβασανισμένως ἐξητασμένη, δοκοῦσα μὲν εὐτυχὴς παρὰ τοῖς πολλοῖς, βεβασανισμένως δὲ ἐξητασμένη παρὰ πάνυ ὀλιγωτάτοις.

367.  τοσοῦτον ποιεῖ πίστις, ὁποία δὴ προκατασχοῦσα.

368.  κυβευτικόν.

369.  ἡ κοινὴ ἔννοια.

370.  φίλτρον φυσικὸν.

371.  ἀλλὰ καὶ ἑνώσει καὶ ἀνακράσει.

372.  διαλεκτικὸς.

373.  τὸν ἀπὸ τοῦ τάφου.

374.  οὐκ εἰδότες πῶς καὶ καθὸ.

375.  Cf. Callimach. Hymn i. Cf. also Tit. i. 12.

376.  τὴν ἀρχὴν τοῦ θανάτου γεγονέναι περὶ τὸν Δία.

377.  ὁ λόγος.

378.  τὰ ἄδηλα καὶ τὰ κρύφια τῆς σοφίας σου ἐδήλωσας μοι.

379.  τὰ κατ’ αὐτόν.

380.  καὶ ἐξ αὑτῆς ἐγένετο.

381.  Cf. 1 Kings x. 1-9.

382.  Cf. 1 Kings iv. 29-34. The text reads, περὶ πάντων τῶν βασιλέων τῆς γῆς, for which παρὰ has been substituted.

383.  καὶ ἄλλα διὰ προβλημάτων.

384.  Hos. x. 9.

385.  Cf. Ezek. xx. 3.

386.  Cf. Matt. xxiii. 34.

387.  Cf. 1 Cor. xii. 8.

388.  Acts vii. 22.

389.  Cf. 1 Cor. i. 18, etc.

390.  τὰ μὲν συναγορεύοντα ὑλῇ καὶ σώμασι.

391.  τὰ προηγουμένως ὑφεστηκότα.

392.  Cf. Rom. i. 21.

393.  Rom. i. 19.

394.  Cf. Rom. i. 20-22.

395.  Cf. 1 Cor. i. 26-28.

396.  Cf. Tit. i. 9, 10.

397.  Μονόγαμον. Cf. Can. Apost. c. xvii.: “ὁ δυσὶ γάμοις συμπλακεὶς μετὰ τὸ βάπτισμα, ἢ παλλακὴν κτησάμενος, οὐ δύναται εἶναι ἐπίσκοπος, ἢ πρεσβύτερος, ἢ διάκονος, ἢ ὅλως τοῦ καταλόγου τοῦ ἱερατικοῦ.” Cf. note in Benedictine ed.

398.  Cf. 1 John ii. 2.

399.  προεπάσαντες.

400.  νηπίων.

401.  Heb. v. 12-14.

402.  ἐλεύθερον ἀναλαβόντες φρόνημα.

403.  Cf. Rom. i. 14.

404.  Cf. Prov. viii. 5.

405.  Cf. Prov. ix. 4.

406.  Cf. Prov. ix. 5, 6.

407.  διὰ τὰ ἐγκείμενα.

408.  λοιδορίας μᾶλλον ἢ κατηγορίας.

409.  The allusion is to the practice of wealthy Greeks and Romans having among their slaves artificers of various kinds, for whose service there was constant demand in the houses and villas of the rich, and who therefore had their residence in or near the dwelling of their master. Many of these artificers seem, from the language of Celsus, to have been converts to Christianity.

410.  Παράστησον τοὺς διδασκάλους ἄλλους παρὰ τοὺς φιλοσοφίας διδασκάλους, ἢ τοὺς κατὰ τὶ τῶν χρησίμων πεποιημένους.

411.  φωνὴν συνετός.

412.  ἁπλῶς.

413.  εὐδαιμονίαν.

414.  μακαριότητα.

415.  Cf. 1 Cor. ii. 6.

416.  Wisd. Solom. i. 4.

417.  Cf. Ps. cxli. 2.

418.  Cf. 1 Cor. ii. 7.

419.  Matt. ix. 12.

420.  Rom. xvi. 25, 26.

421.  Cf. 2 Tim. ii. 10.

422.  τὸ ἡγεμονικόν.

423.  ἀψευδῆ.

424.  συκοφαντῶν.

425.  ὑπεξαιρομένου τοῦ κατὰ τὸν Ζησοῦν νοουμένου ἀνθρώπου.

426.  Rom. vii. 9.

427.  Cf. Matt. xxiii. 12.

428.  1 Pet. v. 6.

429.  πρὸς κολακείαν.

430.  In the text it is put interrogatively: τίς ἄνθρωπος τελέως δίκαιος; ἢ τίς ἀναμάρτητος; The allusion seems to be to Job xv. 14: τίς γὰρ ὤν βροτὸς, ὅτι ἔσται ἄμεμπτος; ἢ ὡς ἐσόμενος δίκαιος γεννητὸς γυναικός.

431.  Matt. xi. 28.

432.  Ps. cvii. 20.

433.  Luke xviii. 13.

434.  Luke xviii. 11.

435.  Luke xviii. 14.