ΣΤ'. Τα δ' εγκλήματα ως προς τας αρπαγάς γυναικών εκ μέρους του Θησέως δεν είχον ευσχήμονα πρόφασιν· πρώτον μεν διότι πολλάκις συνέβησαν, και ήρπασε την Αριάδνην, και την Αντιόπην, και την Τροιζηνίαν Αναξώ, και μετά τας άλλας την Ελένην, παρακμάσας αυτός πριν εκείνη φθάση έτι εις ακμήν, νηπίαν και άωρον, εν ώ εκείνος ήτον εις ώραν και των νομίμων γάμων να παύση. Έπειτα δε διά τας αιτίας δι' άς τας έπραξε· διότι αι θυγατέρες των Τροιζηνίων και των Λακώνων και των Αμαζόνων, μη λαμβανόμεναι εις νόμιμον γάμον, δεν ήσαν βεβαίως μάλλον καλλίπαιδες παρά τας εν Αθήναις κόρας των Ερεχθειδών και των Κεκροπιδών. Αλλά αυτά μεν δίδουσιν υποψίαν ότι επράχθησαν δι' ύβριν και ηδονήν. Ο δε Ρωμύλος, πρώτον με αρπάσας οκτακοσίας περίπου κόρας, δεν τας έλαβεν όλας δι' εαυτόν, αλλά μόνον μίαν, ως λέγουσι, την Ερσιλίαν, τας δ' άλλας διένειμεν εις τους πρωτίστους των πολιτών. Έπειτα δε, διά της τιμής, της αγάπης και της δικαιοσύνης μεθ' ής προσεφέρθη μετά ταύτα προς τας γυναίκας, απέδειξε την βίαν και την αδικίαν εκείνην έργον κάλλιστον και πολιτικώτατον εις την κοινωνίαν. Ούτω συνέμιξε και συνεχώνευσε τα γένη προς άλληλα, και κατέστησε την πράξιν ταύτην πηγήν της μετέπειτα ομονοίας, και της δυνάμεως εν τη πολιτεία· ο έκτοτε δε καιρός μαρτυρεί περί της αιδούς, της φιλίας και της ασφαλείας ήν περιήψεν εις τους γάμους· διότι εις διάστημα διακοσίων τριάκοντα ετών ούτε ανήρ ετόλμησε να διαζευχθή την γυναίκα του, ούτε γυνή τον άνδρα της. Αλλά, καθώς παρά τοις Έλλησιν οι σφόδρα ειδήμονες δύνανται να ονομάσωσι τον πρώτον πατροκτόνον ή μητροφόνον, ούτως ηξεύρουσιν όλοι οι Ρωμαίοι ότι πρώτος ο Καρβίλιος Σπούριος (274) εχώρισε την γυναίκα του, προσάψας εις αυτήν ότι ήτον στείρα. Εις δε την διάρκειαν του καιρού τούτου προσθέτουσι την μαρτυρίαν των και τα έργα, διότι εξ αιτίας της επιγαμίας εκείνης οι βασιλείς έλαβον από κοινού την αρχήν, και αι γενεαί αυτών μετέσχον της πολιτείας· οι δε γάμοι του Θησέως ουδέν μεν εις ουδένα επέφερον συμβόλαιον φιλίας ή σχέσεως, αλλά μόνον έχθρας και πολέμους και πολιτών φόνους, και τέλος των Αφιδνών την άλωσιν, ών οι πολίται μόλις εξ οίκτου των πολεμίων, αφ' ού προσεκύνησαν αυτούς, και τους ανηγόρευσαν Θεούς (275), δεν έπαθον ό,τι είχον πάθει οι Τρώες εξ αιτίας του Αλεξάνδρου (276). Η δε μήτηρ του Θησέως δεν εκινδύνευσε μόνον να πάθη, αλλ' έπαθε τα της Εκάβης, διότι την εγκατέλειψε και την παρέβλεψεν ο υιός της· εκτός αν δεν είναι πλάσματα τα περί της αιχμαλωσίας αυτής, ως έπρεπε να είναι ψεύδη και ταύτα και τα πλείστα των άλλων. Και όσα ακόμη περί των Θεών λέγονται ως προς αυτούς, μεγάλην καθιστώσι την μεταξύ των διαφοράν διότι τον Ρωμύλον έσωσαν οι θεοί μετά πολλής ευμενείας· ο δ' εις τον Αιγέα δοθείς χρησμός, να μη νυμφευθή εις γην ξένην, φαίνεται δηλών ότι παρά την γνώμην των Θεών έγινε του Θησέως η γέννησις.
ΛΥΚΟΥΡΓΟΣ
Α. Περί του Λυκούργου του νομοθέτου ουδέν εν γένει δύναται να ρηθή
αναμφισβήτητον, καθ' όσον και το γένος, και η αποδημία, και ο θάνατος αυτού, και
προσέτι τα περί των νόμων και του πολιτεύματος αυτού διαφόρως ιστορούνται.
Διότι άλλοι μεν λέγουσιν ότι ήκμασε συγχρόνως μετά του Ιφίτου
(277), και
μετ' αυτού ότι διέταξε την Ολυμπιακήν ανακωχήν
(278). Εκ
τούτων είναι και ο φιλόσοφος Αριστοτέλης, ως απόδειξιν προτείνων τον εν
Ολυμπία δίσκον
(279), εφ'
ού σώζεται επιγεγραμμένον και του Λυκούργου τ' όνομα. Οι δ' υπολογίζοντες τους
καιρούς εκ των διαδοχών των βασιλέων της Σπάρτης, ως είναι ο Ερατοσθένης
(280) και ο
Απολλόδωρος
(281),
λέγουσιν αυτόν ικανά έτη προγενέστερον της πρώτης Ολυμπιάδος
(282). Ο δε
Τίμαιος
(283)
υποπτεύει ότι δύο Λυκούργοι υπήρξαν εις την Σπάρτην κατά διαφόρους καιρούς,
και ότι και των δύο αι πράξεις απεδόθησαν εις ένα, διά την δόξαν αυτού· ότι δ' ο
πρεσβύτερος έζη ουχί μακράν των καιρών του Ομήρου
(284), κατά
τινας δ' ότι και είδε τον Όμηρον. Και ο Ξενοφών
(285) δε
δίδει περί της αρχαιότητός του υπόνοιαν, λέγων ότι έζη επί των Ηρακλειδών. Και
Ηρακλείδαι μεν ήσαν βεβαίως και οι έσχατοι των βασιλέων της Σπάρτης, εκείνος
όμως φαίνεται θέλων Ηρακλείδας να ονομάζη μόνον τους πρώτους εκείνους και εις
τον Ηρακλέα πλησιεστάτους. Αλλ' όσον και αν πλανάται ούτως η ιστορία, θα
προσπαθήσωμεν να διηγηθώμεν περί του ανδρός, ακολουθούντες εξ όσων
εγράφησαν τα έχοντα τας ολιγωτέρας αντιλογίας ή τους αξιοπιστοτέρους
μάρτυρας.
Β. Ο Σιμωνίδης τω όντι ο ποιητής (286) λέγει ότι ο Λυκούργος είχε πατέρα ουχί τον Εύνομον, αλλά τον Πρύτανιν· και τον Λυκούργον δε και τον Εύνομον γενεαλογούσιν οι περισσότεροι ουχί κατά τούτον τον τρόπον, αλλά λέγουσιν ότι του Πατροκλέους, υιού του Αριστοδήμου (287) υιός ήτον ο Σόος, του δε Σόου ο Ευρυτίων, τούτου ο Πρύτανις, και τούτου πάλιν ο Εύνομος· του δ' Ευνόμου ο Πολυδέκτης μεν εκ πρώτης γυναικός, νεώτερος δ' ο Λυκούργος εκ της Διωνάσσης. Ως δε διηγείται ο Διευτυχίδας (288), ήτον έκτος μεν από του Πατροκλέους, ενδέκατος δε από του Ηρακλέους. Μεταξύ δε των προγόνων αυτού εθαυμάσθη προ πάντων ο Σόος, διότι κατά τους χρόνους αυτού υπεδούλωσαν οι Σπαρτιάται τους Είλωτας (289), και χώραν απέκτησαν πολλήν, αποκόψαντες αυτήν από των Αρκάδων. Λέγεται δ' ότι ο Σόος, πολιορκούμενος υπό των Κλειτορίων (290) εις τόπον δύσκολον και άνυδρον, εσυμφώνησε να τοις αφήση την γην όσην είχε κατακτήσει, αν τον άφηνον να πίη και αυτός και όλοι οι μετ' αυτού εκ της πλησίον πηγής· αφ' ού δ' έγιναν οι όρκοι και αι συνθήκαι, ότι συναθροίσας τους οπαδούς του, έδωκε την βασιλείαν εις εκείνον όστις δεν ήθελε πίει. Ουδείς όμως αντέσχεν, αλλ' όλοι έπιον και τότε καταβάς αυτός τελευταίος, ερραντίσθη μόνον, εν ώ έτι οι εχθροί ήσαν παρόντες, και ανεχώρησεν. Εκράτησε δε την χώραν, επί λόγω ότι όλοι δεν έπιον. Αλλ' ει και τον εθαύμασαν διά ταύτα, την γενεάν του όμως δεν ωνόμασαν απ' αυτού, αλλ' από των υιών του Ευρυτιωνίδας· διότι πρώτος ο Ευρυτίων φαίνεται μετριάσας της βασιλείας την υπέρ το δέον μοναρχικήν εξάσκησιν, όπως κολακεύση και ευχαριστήση το πλήθος. Εξ αιτίας δε των τοιούτων παραχωρήσεων το πλήθος εγίνετο θρασύτερον, οι δε μετά ταύτα βασιλείς, άλλοι μεν εμισούντο, διότι μετεχειρίζοντο βίαν, άλλοι δ' εξουθενούντο δι' ασθένειαν, ή διότι επροσπάθουν ν' αρέσωσιν εις τον όχλον, και ούτως επί πολύν καιρόν κατέλαβεν ανομία και αταξία την Σπάρτην. Ταύτης θύμα απέθανε και ο πατήρ του Λυκούργου, όστις εβασίλευε τότε· διότι, προσπαθών να χωρίση τινάς ελθόντας εις χείρας, εκτυπήθη υπό μαγειρικής μαχαίρας και ετελεύτησεν, αφήσας την βασιλείαν εις Πολυδέκτην τον πρωτότοκόν του υιόν.
Γ. Αφ' ού δε και αυτός μετ' ολίγον απέθανεν, έπρεπεν, ως πάντες νομίζουσι, να βασιλεύση ο Λυκούργος, και εβασίλευε τω όντι πριν ή φανή ότι ήτον έγγυος του αδελφού του η γυνή. Άμα δ' έμαθε τούτο, εκήρυξε μεν ότι η Βασιλεία ήτον του παιδίου, αν εγεννάτο αρσενικόν, εξηκολούθησε δ' αυτός διευθύνων την κυβέρνησιν ως επίτροπος. Ονομάζουσι δ' οι Λακεδαιμόνιοι τους επιτρόπους των ορφανών Βασιλέων Προδίκως (291). Έστειλε δε προς αυτόν η γυνή κρυφίως, και τον εμήνυσεν ότι θέλει να φονεύση το βρέφος και να νυμφευθή εκείνον, γινόμενον Βασιλέα της Σπάρτης. Αυτός δε, το μεν ήθος αυτής εμίσησε, δεν απέκρουσεν όμως τον λόγον αυτής, αλλά προσποιούμενος ότι τον δέχεται και τον επαινεί, τη είπεν ότι δεν πρέπει διά φαρμάκων ν' αποβάλη και να βλάψη το σώμα της και να κινδυνεύση· διότι αυτός ήθελε φροντίση, άμα γεννηθή το παιδίον, να το κάμη άφαντον. Ούτως εξαπατών την γυναίκα μέχρι του τοκετού, ως εννόησεν ότι έφθασεν η ώρα, έστειλεν ανθρώπους να παραμείνωσιν εις την γένναν και να φυλάττωσι, διατάξας αυτοίς, αν μεν γεννηθή θήλυ, να το παραδώσωσιν εις τας γυναίκας, αν δε άρρεν να το φέρωσι προς αυτόν, ό,τι δήποτε καν τύχη πράττον. Έτυχε δε να δειπνή αυτός μετά των αρχόντων, όταν εγεννήθη άρρεν, και ελθόντες οι υπηρέται τω έφεραν το παιδάριον. Αυτός δε το εδέχθη, ως λέγεται, και είπε προς τους παρόντας· «Βασιλεύς μας εγεννήθη, ω Σπαρτιάται»· καταθέσας δ' αυτό εις βασιλικήν έδραν, το ωνόμασε Χαρίλαον, διότι όλοι ήσαν περιχαρείς, ευαρεστηθέντες προς το φρόνημα και την δικαιοσύνην αυτού. Εβασίλευσε δ' εν όλοις μήνας οκτώ και κατά τον λοιπόν χρόνον ετιμάτο υπό των πολιτών, και παρά τους πειθομένους εις αυτόν διότι ήτον Βασιλέως επίτροπος και είχεν εξουσίαν, περισσότεροι ήσαν οι διά την αρετήν του εις αυτόν προσηλούμενοι, και έτοιμοι να πράξωσι προθύμως ό,τι τοις διέταττεν. Υπήρχε δε και μερίς ήτις τον εφθόνει, και επροσπάθει, όταν ήτον νέος, να εμποδίση την πρόοδόν του, μάλιστα μεν οι συγγενείς και οικείοι της μητρός του Βασιλέως, ήτις εφρόνει ότι εξυβρίσθη· και ο αδελφός δ' αυτής Λεωνίδας μετά θρασύτητος πολλής υβρίσας ποτέ τον Λυκούργον, «ηξεύρω, προσέθηκεν επιτηδείως, ότι μέλλεις ποτέ να βασιλεύσης», υπόνοιαν διά τούτου δίδων, και προκαταλαμβάνων διά διαβολής τον Λυκούργον, αν ήθελε συμβή να πάθη τι ο Βασιλεύς, ότι αυτός τον επεβουλεύθη. Τοιούτοι δέ τινες λόγοι διεδίδοντο και υπό της γυναικός. Διά ταύτα λυπούμενος, και το άδηλον φοβηθείς, απεφάσισε ν' αποδημήση διά ν' αποφύγη τας υποψίας, και να πλανηθή, έως ότου ο ανεψιός του ελθών εις ηλικίαν, αποκτήση τέκνον, του θρόνου διάδοχον.
Δ. Ούτως αναχωρήσας, πρώτον μεν έφθασεν εις Κρήτην και σπουδάσας τα επικρατούντα εκεί πολιτεύματα, και συναναστραφείς μετά των πρώτων και ενδοξοτέρων ανδρών, άλλους μεν των νόμων εζήλωσε και παρέλαβε, φρονών ότι δύναται να μεταφέρη και καταστήση χρησίμους αυτούς εις την πατρίδα του, τινάς δε κατεφρόνησεν. Ένα δε των νομιζομένων εκεί σοφών και πολιτικών, τον Θάλητα, πείσας οία παρακλήσεων και διά φιλίας, τον έστειλεν εις την Σπάρτην. Εφαίνετο δ' ούτος ποιητής λυρικών μελών, και την τέχνην ταύτην είχεν ως πρόσχημα· αληθώς όμως έπραττεν ό,τι οι άριστοι των νομοθετών διότι αι ωδαί αυτού ήσαν λόγοι διά μελωδίας και διά ρυθμών εις ευπείθειαν προτρέποντες και ομόνοιαν, και πολύ συντελούντες εις την κοσμιότητα, και την αποκατάστασιν των πραγμάτων· τούτων δ' ακροώμενοι οι λαοί, κατεπραΰνοντο βαθμηδόν ως προς τα ήθη, και συνήθιζον εις των καλών τον ζήλον, εγκαταλείποντες τα πάθη υφ' ών διηρούντο· ώστε εκείνος ηνέωξε τρόπον τινα εις τον Λυκούργον την οδόν της των Λακεδαιμονίων παιδεύσεως. Από δε της Κρήτης ο Λυκούργος έπλευσεν εις την Ασίαν, θέλων, ως λέγεται, προς την δίαιταν των Κρητών, ήτις είναι αυστηρά και ευτελής, να παραβάλη την πολυτέλειαν και τρυφήν των Ιώνων, καθώς ιατρός συγκρίνει προς υγιή σώματα τα κακόχυμα και νοσώδη, και να μελετήση την διαφοράν των βίων και των πολιτειών. Εκεί δε, ως φαίνεται, απαντήσας κατά πρώτον τα ποιήματα του Ομήρου, διατηρούμενα εις τους απογόνους του Κρεωφύλου (292), και ιδών εις αυτά μετά των τερπνών μερών, των ηδονάς περιγραφόντων και ακρασίας, πολλά αναμεμιγμένα πολιτικά και ηθολογικά, μεγάλης σπουδής άξια, αντέγραψεν αυτά προθύμως, και τα συνέλεξε διά να τα φέρη ενταύθα. Διότι υπήρχεν ήδη αμυδρά τις φήμη των επών τούτων εις την Ελλάδα, και ολίγοι τινές είχον και μέρη τινα εξ αυτών σποράδην, ως έτυχεν η ποίησις να κατακερματισθή. Κυρίως όμως γνωστήν κατέστησεν αυτήν πρώτος ο Λυκούργος. Οι Αιγύπτιοι δε νομίζουσιν ότι και προς αυτούς ήλθεν ο Λυκούργος, και ότι θαυμάσας προ πάντων την παρ' αυτοίς διάκρισιν του μαχίμου γένους (293) από των άλλων, μετέφερεν αυτήν εις την Σπάρτην, και ότι χωρίσας τους βαναύσους και χειροτέχνας, κατέστησε το πολίτευμα αστυκόν τω όντι και καθαρόν. Ταύτα δε μετά των Αιγυπτίων μαρτυρούσι και Έλληνές τινες συγγραφείς. Ότι δε περιήλθε και την Λιβύην και την Ιβηρίαν ο Λυκούργος, και ότι πλανηθείς περί την Ινδικήν συνεναστράφη μετά των Γυμνοσοφιστών (294), ουδείς ηξεύρομεν άλλος να το είπε, πλην του Σπαρτιάτου Αριστοκράτους, του υιού του Ιππάρχου (295).
Ε. Οι δε Λακεδαιμόνιοι επόθουν τον Λυκούργον απόντα, και τον εμήνυσαν πολλάκις να επιστρέψη, διότι οι Βασιλείς είχον όνομα και τιμήν, κατ' άλλο δ' ουδέν διέφερον του λαού, εν ώ εκείνος είχε φύσιν ηγεμονικήν και δύναμιν του να διευθύνη τους ανθρώπους. Ουδ' είς τους Βασιλείς δ' ήτον δυσάρεστος η παρουσία αυτού, διότι ήλπιζον ότι, αφ' ού αυτός ήρχετο, ολιγώτερον θα εθρασύνετο ο λαός. Επιστρέψας λοιπόν προς αυτούς, εν ώ ήσαν ούτω διατεθειμένοι, επεχείρησεν ευθύς να μεταβάλη τα πράγματα και να μεταρρυθμίση την πολιτείαν, σκεπτόμενος ότι οι κατά μέρος νόμοι εισί περιττοί και εις ουδέν ωφελούσι, καθώς εις σώμα καχεκτικόν, και γέμον παντοδαπών νοσημάτων, αν δι' ιατρικών και καθαρσίων καταβαλών τις και μετατρέψας την κράσιν, δεν αρχίση άλλην νέαν δίαιταν. Ταύτα δε διανοηθείς, πρώτον μεν απεδήμησεν εις Δελφούς, και ερωτήσας τον Θεόν και θυσιάσας, επέστρεψε, φέρων τον διαβόητον εκείνον χρησμόν (296), δι' ού η Πυθία τον ωνόμασε θεοφιλή, και Θεόν μάλλον ή άνθρωπον. Εζήτησε δε και ευνομίαν, και ο Θεός τω είπεν ότι συναινεί και τω δίδει νόμους δι' ών η πολιτεία του ν' αναδειχθή πασών αξιολογωτέρα. Εκ τούτων ενθαρρυνθείς, προσήλθεν εις τους επισημοτέρους των πολιτών, και τους παρεκάλει να τον βοηθήσωσι, κατ' αρχάς μεν συνομιλών κρυφίως μετά των φίλων του, έπειτα δε κατ' ολίγον αποτεινόμενος εις περισσοτέρους, και πείθων αυτούς να συντελέσωσιν εις την πράξιν. Όταν δ' ο καιρός ήλθε, παρήγγειλε τριάκοντα τους πρώτους να μεταβώσιν ένοπλοι εις την αγοράν, διά να καταπλήξωσι και να φοβίσωσι τους εναντιουμένους. Τα ονόματα είκοσι τούτων, των γνωστοτέρων, εσημείωσεν ο Έρμιππος (297) εκείνον δ' όστις υπέρ πάντας τους άλλους συνέπραξε μάλιστα μετά του Λυκούργου και συνεπολιτεύθη, ονομάζουσιν Αρθμιάδαν. Ως δ' ήρχισεν η ταραχή, ο Βασιλεύς Χαρίλαος φοβηθείς ότι κατ' αυτού ήτον πάσα η συνωμοσία, κατέφυγεν εις την Χαλκίοικον (298)· έπειτα όμως καταπεισθείς, και όρκους λαβών, εξήλθε, και συνήργει εις τα γινόμενα, διότι ήτον εκ φύσεως πράος· ώστε λέγεται ότι ο συμβασιλεύς του Αρχέλαος είπε ποτέ προς τους εγκωμιάζοντας τον νεανίσκον «Πώς να μη είναι ο Χαρίλαος ανήρ αγαθός, αφ' ού κακός δεν είναι ουδέ προς τους κακούς;» Μεταξύ δε των πολλών όσα ενεωτέρισε τότε ο Λυκούργος, πρώτον και μέγιστον ήτον η διάταξις των Γερόντων, ήτις, λέγει ο Πλάτων, αναμιγείσα εις την αρχήν των Βασιλέων επαρθείσαν εις όγκον, και ισόψηφος μετ' αυτής γενομένη εις τα μέγιστα πράγματα, έφερε σωτηρίαν εις την πόλιν και σωφροσύνην. Διότι μετέωρος ούσα η πολιτεία, και αποκλίνουσα άλλοτε μεν προς τους Βασιλείς εις τυραννίαν, άλλοτε δε προς το πλήθος εις δημοκρατίαν, εγκαταστήσασα δε μεταξύ των δύο ταύτην την αρχήν των Γερόντων ως έρμα, και ισορρροπίαν εισαγαγούσα, κατώρθωσεν ασφαλή την τάξιν και την αποκατάστασιν· διότι πάντοτε οι εικοσιοκτώ Γέροντες συνέπραττον μεν μετά των Βασιλέων όσον έπρεπε διά να προλάβωσι την δημοκρατίαν, υπεστήριζαν δ' αφ' ετέρου τον δήμον ώστε να μη υποπέση εις τυραννίαν. Λέγει δ' ο Αριστοτέλης ότι έγιναν τοσούτοι τον αριθμόν οι Γέροντες, διότι ήσαν τριάκοντα οι πρώτοι μετά του Λυκούργου συμπράξαντες, αλλά δύο παρητήθησαν δειλιάσαντες. Ο δε Σφαίρος (299) λέγει ότι εξ αρχής τόσοι ήσαν οι συμμερισθέντες της γνώμης του. Ίσως δε συνετέλεσε κατά τι και ο αριθμός, διότι αποτελείται εξ επτάδος πολλαπλασιασθείσης διά τετράδος, και εις τα μέρη του ων ίσος μετά την εξάδα, είναι τέλειος (300). Εις εμέ όμως φαίνεται ότι κατέστησε τοσούτους τους Γέροντας, διά να είναι όλοι τριάκοντα, διά της προσθήκης και των δύο Βασιλέων εις τους εικοσιοκτώ.
ΣΤ'. Τόσον δε σπουδαίαν εθεώρησε την αρχήν ταύτην ο Λυκούργος, ώστε και μαντείαν έφερε περί αυτής εκ Δελφών, ήτις λέγεται ρήτρα. Έχει δ' ούτω (301). «Διός Ελλανίου και Αθηνάς Ελλανίας ιερόν ανεγείρας, Φυλάς φυλάσας, και Ωβάς ωβάσας, τριάκοντα, την Γερουσίαν και Αρχηγέτας καταστήσας, από καιρού εις καιρόν ν' απελλάζης μεταξύ Βαβύκας και Κνακίωνος, και ούτω να εισάγης και διεκπεραιής. Ο δε δήμος να έχη συνέδριον και εξουσίαν». Εκ τούτων το να φυλάση φυλάς και να ωβάση ωβάς είναι να διαιρέση το πλήθος εις μερίδας, ών τας μεν ωνόμασε φυλάς, τας δε ωβάς (302). Αρχηγέται δε λέγονται οι βασιλείς· το ν' απελλάζη δ' είναι να εκκλησιάζη, διότι την αρχήν και αιτίαν της πολιτείας ανέφερεν εις τον Πύθιον Απόλλωνα (303), την δε Βαβύκαν και τον Κνακίωνα καλούσιν Οινούντα σήμερον (304)· ο δ' Αριστοτέλης λέγει ποταμόν μεν τον Κνακίωνα, γέφυραν δε την Βαβύκαν. Εν μέσω δ' αυτών συνήρχοντο εις εκκλησίαν, χωρίς να έχωσιν ούτε αιθούσας ούτε άλλην τινά κατασκευήν διότι εφρόνει ότι ταύτα κατ' ουδέν συντελούσιν εις των σκέψεων την ορθότητα, εξ εναντίας μάλιστα και βλάπτουσι, καθιστώντα χαύνους και ματαιόφρονας των συνερχομένων τας διανοίας, όταν, εκκλησιάζοντες, έχωσι προ οφθαλμών αγάλματα και ζωγραφίας, ή θεάτρων προσκήνια, ή στέγας βουλευτηρίων εντέχνως κεκοσμημένας. Όταν δε το πλήθος συνήρχετο, εις ουδένα μεν άλλον επέτρεπε να προτείνη γνώμην, ο δε δήμος είχε μόνον την άδειαν να επικρίνη την προβληθείσαν υπό των γερόντων και των βασιλέων. Μεταγενεστέρως δε, επειδή το πλήθος διέστρεφε και παρεβίαζε τας προτάσεις δι' αφαιρέσεων και διά προσθηκών, οι βασιλείς Πολύδωρος και Θεόπομπος (305) ταύτα προσέθηκαν εις την ρήτραν· «Αν δε σκολιάν ο δήμος εκλέξη, οι πρεσβύτεροι και οι αρχηγέται να είναι αποστατήρες (306)», τουτέστι να μη κυρώσι την απόφασιν, αλλά ν' απέχωσι, και να διαλύωσι την εκκλησίαν του δήμου, ως παραμορφούσαν και μεταβάλλουσαν την πρότασιν παρά το συμφέρον. Έπεισαν δε και αυτοί την πόλιν ότι ο Θεός προστάσσει ταύτα, ως αναφέρει και ο Τυρταίος (307) διά των εξής·
«Εκ του Πυθώνος, τον Φοίβον ακούσαντες, ήλθον εις Σπάρτην
φέροντες θείους χρησμούς, μάντευμ' αυτή ασφαλές.
Οι βασιλείς, ούς τιμώσ' οι Θεοί, να βουλεύωνται πρώτοι,
ότ' η θερμώς ποθεινή Σπάρτ' είναι μέλημ' αυτών.
Έπειτα δε οι πρεσβύται, οι γέροντες, είτα ο δήμος
εις του Θεού τους ρητούς τούτους χρησμούς πειθαρχών».
Ζ. Ούτως έμιξε το πολίτευμα ο Λυκούργος· και όμως οι μετ' αυτόν, βλέποντες την ολιγαρχίαν ασυγκέραστον έτι και ισχυράν, και σφοδράν και τετυφωμένην, ως λέγει ο Πλάτων (308), προσέθηκαν εις αυτήν ως χαλινόν την δύναμιν των εφόρων, εκατόν τριάκοντα έτη περίπου μετά τον Λυκούργον, διότι πρώτοι έφοροι κατεστάθησαν οι μετά του Ελάτου, επί του βασιλέως Θεοπόμπου. Περί τούτου λέγεται ότι, επιπληττόμενος υπό της γυναικός του, διότι έμελλε να παραδώση εις τα τέκνα του την βασιλείαν μικροτέραν αφ' ό,τι την παρέλαβε, «μεγαλητέραν, εξ εναντίας, είπε, διότι την παραδίδω διαρκεστέραν». Και τω όντι, στερηθείσα της υπερβαλλούσης δυνάμεως, μετά του φθόνου διέφυγε και τον κίνδυνον^ ώστε δεν εφοβείτο να πάθη ό,τι οι Μεσσήνιοι και οι Αργείοι έπραξαν προς τους βασιλείς των, μη θελήσαντας κατ' ουδέν να ενδώσωσι, και να μετριάσωσι την εξουσίαν επί το δημοτικώτερον. Τούτο προ πάντων έδειξε την σοφίαν και την πρόνοιαν του Λυκούργου εις τους όσοι απέβλεπον προς τας αναστατώσεις των βασιλέων και δήμων και την κακοπολιτείαν των Μεσσηνίων και των Αργείων, οίτινες ήσαν συγγενείς και γείτονες των Σπαρτιατών (309)· διότι, εν ώ κατ' αρχάς είχον ίσον μετ' εκείνων μερίδιον, και κατά την κλήρωσιν των γαιών φαίνεται μάλιστα ότι και απήλαυσαν περισσότερα, δεν έμεινον όμως ευδαιμονούντες επί πολύ, αλλά, συνταράξαντες τα καθεστώτα διά της αυθαιρεσίας των βασιλέων και διά της απειθείας των όχλων, έδειξαν ότι τω όντι θείον ευτύχημα ήτον διά τους Σπαρτιάτας ο νομοθέτης όστις συνηργολόμησεν εύκρατον την πολιτείαν αυτών. Αλλά ταύτα κατεδείχθησαν ύστερον.
Β. Δεύτερον δε πολιτικόν μέτρον του Λυκούργου, και τολμηρότατον είναι της γης η διανομή. Διότι μεγάλη υπήρχεν ανωμαλία, και πολλοί άποροι και ακτήμονες επλήρουν την πόλιν, και ο πλούτος είχεν εις ολιγίστους συρρεύσει. Τούτου ένεκεν ο Λυκούργος εξεδίωξε την υπερηφάνειαν και τον φθόνον και την κακουργίαν και την τρυφήν, και τα τούτων προγενέστερα και μεγαλήτερα της πολιτείας νοσήματα, τον πλούτον και την πενίαν, και έπεισε τους πολίτας να βάλωσιν εις την μέσην όλην την γην, και να την διανείμωσιν εξ αρχής, και να ζώσιν όλοι ισοτίμους έχοντες και ισομεγέθεις τας περιουσίας, και εις μόνην την αρετήν ν' απονέμωσι το πρωτείον, φρονούντες ότι άλλη μεταξύ των ανθρώπων δεν υπάρχει διαφορά ουδ' άλλη ανισότης, πλην εκείνης ην αποτελεί η κατηγορία των κακών πράξεων και ο έπαινος των καλών. Το έργον δ' επιφέρων μετά τον λόγον, διένειμε την μεν άλλην λακωνικήν γην εις τους παροίκους, εις τριάκοντα χιλιάδας μερίδας ή κλήρους διαιρέσας αυτήν, την δ' ανήκουσαν εις αυτήν την πόλιν της Σπάρτης διήρεσεν εις εννέα χιλιάδας, διότι τοσαύται ήσαν αι μερίδες των Σπαρτιατών. Τινές δε λέγουσιν ότι ο μεν Λυκούργος προσδιώρισεν έξ χιλιάδας, τρεις δε χιλιάδας ότι προσέθηκεν έπειτα ο Πολύδωρος (310) και άλλοι πάλιν ότι ούτος προσδιώρισε τας ημισείας των εννεακισχιλίων, τας δ' άλλας ημισείας ο Λυκούργος. Ήτον δε τοσαύτη η μερίς εκάστου, ώστε να φέρη εισόδημα εις μεν τον άνδρα εβδομήκοντα μεδίμνους (311) κριθών, εις δε την γυναίκα δώδεκα, και αναλόγους ποσότητας των υγρών προϊόντων διότι ενόμιζεν ότι τοσαύτη τροφή ήρκει εις αυτούς διά να τοις δώση υγείαν και ευεξίαν, χωρίς να έχωσιν ανάγκην άλλου τινός. Λέγεται δ' ότι μετά πολύν καιρόν, επιστρέψας εξ αποδημίας, και ιδών την χώραν θερισμένην, και τους σωρούς παραλλήλους και ίσους μεταξύ των, εμειδίασε και είπε προς τους παρισταμένους ότι η Λακωνική όλη φαίνεται ως χώρα αδελφών νεωστί μοιρασθείσα.
Θ. Επιχειρήσας δε να διαιρέση και τα έπιπλα, ώστε να εκλείψη πάσα ανισότης και ανωμαλία, και βλέπων ότι πολλοί μετά δυσαρεσκείας εδέχοντο την καθ' αυτό αφαίρεσιν, ηκολούθησεν άλλην οδόν, και επιτηδείως πολιτευθείς, επολέμησε την πλεονεξίαν των. Και πρώτον μεν ηχύρωσε παν νόμισμα χρυσούν και αργυρούν, και διέταξε να μεταχειρίζωνται τον σίδηρον μόνον· έδωκε δε και εις αυτόν ολίγην αξίαν εις πολύ βάρος και πολύν όγκον, ώστε δέκα μνων (312) αμοιβή εχρειάζετο και αποθήκην μεγάλην εις την οικίαν, και ζεύγος ίππων διά να την σύρει. Άμα δε διεδόθη τούτο, πολλά γένη αδικημάτων εξέλειπαν εκ της Λακεδαίμονος· διότι τις ήθελεν ή κλέψει, ή ως δωροδοκίαν δεχθή, ή αφαιρέσει, ή αρπάσει ό,τι ούτε να κρύψη ήτον δυνατόν, ούτε να έχη, αξιοζήλευτον, ούτε να κατακόψη, ωφέλιμον; διότι, ως λέγεται, σβύνων δι' οξυδίου την ακμήν του σιδήρου, εν ώ ήτον πεπυρωμένος, αφήρει την εις παν άλλο χρησιμότητα και δύναμιν αυτού, και τον καθίστα δυσμεταχείριστον και δυσκατέργαστον. Μετά δε τούτο απεδίωξε τας τέχνας τας περιττάς και αχρήστους. Αλλά και κανείς αν δεν τας απεδίωκεν, αι πλείσται θα ηφανίζοντο μετά του κοινού νομίσματος, όταν τα προϊόντα αυτών δεν θα είχον πώλησιν διότι το σιδηρούν νόμισμα δεν εδέχοντο οι άλλοι Έλληνες, ουδ' είχε τιμήν, και καταγελάτο· ώστε ουδ' ήτον δυνατόν εις τους Λακεδαιμονίους ν' αγοράζωσιν ό,τι δήποτε παρά ξένων παντοπωλών, ούτε φορτίον εμπορικόν εισέπλεεν εις τους λιμένας των, ουδ' ήρχετο εις την Λακωνικήν ούτε λόγων σοφιστής, ούτε μάντις αγυρτικός, ούτε τροφεύς εταιρών, ούτε χρυσών ή αργυρών κοσμημάτων τεχνίτης, διότι νόμισμα δεν υπήρχεν. Ούτω λοιπόν βαθμηδόν στερηθείσα η τρυφή των ζωογονούντων και τρεφόντων αυτήν, απεμαραίνετο μόνη της, και οι πολλά κτήματα έχοντες κατ' ουδέν ήσαν των άλλων ανώτεροι, διότι ο πλούτος δεν είχε πώς να φανή, και έμενε κατάκλειστος και αργός εντός της οικίας. Δι ό και τα πρόχειρα και αναγκαία σκεύη, οι κλιντήρες και αι καθέδραι και αι τράπεζαι, άριστα κατεσκευάζοντο παρ' αυτοίς, και το λακωνικόν ποτήριον, το λεγόμενον κώθων, ήτον ευχρηστότατον εις τας εκστρατείας, ως λέγει ο Κριτίας (313)· διότι τα ύδατα όσα πίνονται εξ ανάγκης, δυσαρεστούντα την όρασιν, εκρύπτοντο υπό το χρώμα αυτού, και τα κυρτά χείλη του ποτηρίου εμποδίζοντα το θολόν καταπάτιον, άφηνον το πινόμενον να φθάση καθαρώτερον εις το στόμα. Αίτιος δε και τούτων ήτον ο νομοθέτης· διότι οι τεχνίται, όντες απηλλαγμένοι των αχρήστων, εδείκνυον εις τ' αναγκαία την καλλιτεχνίαν των.
I. Θέλων δε να πολεμήση έτι περισσότερον την τρυφήν, και ν' αφαιρέση την επιθυμίαν του πλούτου, εισήγαγε και το τρίτον και κάλλιστον πολιτικόν μέτρον, την σύστασιν των συσσιτίων, διατάξας συνερχόμενοι να δειπνώσιν ομού, κοινά έχοντες και προσδιωρισμένα τα φαγητά, να μη τρώγωσι δ' εις τους οίκους των καθήμενοι εις πολυτελή στρώματα και τραπέζια· και από χειρών τεχνιτών και μαγείρων εις το σκότος ως αδηφάγα ζώα παχυνάμενοι, και διαφθείροντες τα ήθη των ενταυτώ και τα σώματα, παραδεδομένα εις πάσαν επιθυμίαν και πλησμονήν, και χρείαν έχοντα μακρών ύπνων, και θερμών λουτρών, και πολλής ησυχίας, και ούτως ειπείν καθημερινής νοσηλείας. Και ήτον μεν μέγα και τούτο, αλλ' έτι μεγαλήτερον ότι κατώρθωσεν ο πλούτος να μη είναι αφαιρετός, ή μάλλον να μη είναι ζηλευτός, ως λέγει ο Θεόφραστος, και να μη είναι πλούτος, τα δείπνα καταστήσας κοινά, και την δίαιταν ευτελή· διότι ουδέ χρήσις υπήρχεν ουδ' απόλαυσις, ουδέ καν όψις και επίδειξις πολλών ετοιμασιών, αλλ' ο πλούσιος εκάθητο εις το ίδιον δείπνον μετά του πένητος. Ώστε εξ όλων των υπό τον ήλιον πόλεων, εις μόνην την Σπάρτην ηλήθευε το θρυλλούμενον εκείνο, ότι ο πλούτος είναι τυφλός, και κατέκειτο εκεί ως ζωγραφιά άχρηστος και ακίνητος. Ουδ' ήτον επιτετραμμένον να δειπνή τις εις τον οίκον του, και ν' απέρχηται εις τα συσσίτια αφ' ού εχόρταινεν· αλλ' οι λοιποί, παρατηρούντες επιμελώς έκαστον όστις δεν έπινε και δεν έτρωγε μετ' αυτών, τον κατηγόρουν ως μη εγκρατή, και εκ μαλθακότητος την κοινήν δίαιταν αποφεύγοντα.
ΙΑ. Διά τούτο λέγουσιν ότι διά το πολίτευμα τούτο ωργίζοντο κατά του Λυκούργου προ πάντων οι εύποροι, και κινηθέντες κατ' αυτού όλοι ομού, κατεκραύγαζον εναντίον του και ηγανάκτουν, και τέλος ότι ήρχισαν να τον κτυπώσι πολλοί, ώστε τρέχων εσώθη εκ της αγοράς. Και τους μεν άλλους επρόφθασε να διαφύγη, καταφυγών εις ναόν· νεανίσκος δέ τις, ουχί μεν αφυής κατά τ' άλλα, αλλ' ορμητικός και οξύθυμος, ο Άλκανδρος, κατόπιν του τρέχων και κυνηγών αυτόν, τον εκτύπησε διά της ράβδου του, εν ώ εκείνος εστρέφετο να ιδή, και τω εξώρυξε τον ένα του οφθαλμόν. Ο Λυκούργος όμως διόλου δεν εθορυβήθη εκ του δυστυχήματος, αλλ' εστάθη εμπρός εις τους πολίτας, και τοις έδειξε κατηματωμένον το πρόσωπον, και ότι έχασε τον οφθαλμόν του. Τότε κατέλαβε τους ιδόντας εντροπή πολλή και κατήφεια· δι' ό παρέδωκαν εις αυτόν τον Άλκανδρον, και τον προέπεμψαν μέχρι της οικίας του, αγανακτούντες υπέρ αυτού. Ο δε Λυκούργος, εκείνους μεν ευχαριστήσας απέπεμψε, τον δε Άλκανδρον εισήγαγεν εις την οικίαν του, και ούτε τον εκακοποίησεν ούτε τον επέπληξεν· απολύσας δε τους συνήθεις υπηρέτας και νοσοκόμους του, διέταξεν εκείνον να τον υπηρετή. Εκείνος δε, μη έχων το φρόνημα αγενές, εξετέλει την προσταγήν του εν σιωπή, και μένων πλησίον του Λυκούργου, και συζών μετ' αυτού, εγνώρισε την πραότητα και την διάθεσιν της ψυχής του, και την αυστηρότητα της διαίτης του, και το ακάματον αυτού εις τους κόπους, και αυτός ισχυρώς προσηλώθη εις τον άνδρα, και προς τους φίλους του έλεγεν ότι δεν είναι σκληρός ουδ' αυθάδης ο Λυκούργος, αλλ' εξ εναντίας εκείνος μόνος ήτον ήμερος και πράος προς τους άλλους. Ούτω λοιπόν ετιμωρήθη αυτός, και εις τοιαύτην υπεβλήθη ποινήν, αντί νέου κακού και αυθάδους, γενόμενος ανήρ εμφρονέστατος και χρηστότατος. Εις ανάμνησιν δε του παθήματος αυτού έκτισεν ο Λυκούργος ιερόν της Αθηνάς, ήν ωνόμασεν Οπτιλέτιν, διότι οι εκεί Δωριείς ονομάζουσιν οπτίλους τους οφθαλμούς (314). Τινές δε λέγουσιν, εν οίς και ο Διοσκορίδης (315), ο γράψας την Λακωνικήν πολιτείαν, ότι ο Λυκούργος εκτυπήθη μεν, αλλά δεν ετυφλώθη· και ότι ανήγειρεν εις την θεάν το ιερόν ως ευχαριστήριον διά την θεραπείαν του. Από της συμφοράς δ' εκείνης απέμαθον οι Σπαρτιάται να φέρωσι βακτηρίαν όταν συνεδριάζωσι.
ΙΒ'. Τα δε συσσίτια οι μεν Κρήτες ονομάζουσιν Άνδρια, οι δε Λακεδαιμόνιοι Φιδίτια, είτε ως αφορμάς γινόμενα φιλίας και φιλοφροσύνης, το δε λαμβάνοντες αντί του λ, είτε ως συνηθίζοντα αυτούς εις φειδώ και εγκράτειαν. Τίποτε δε δεν εμποδίζει να προσετέθη και το πρώτον γράμμα έξωθεν, καθώς τινες λέγουσι, και να ήσαν Εδίτια κυρίως, εκ του «Έδω» την δίαιταν δηλούντα και την τροφήν. Συνήρχοντο δ' ανά δεκαπέντε ή καί τι ολιγώτεροι ή περισσότεροι. Έφερε δε καθείς των συσσίτων κατά μήνα αλεύρου μεν μέδιμνον (316), οίνου χόας οκτώ, τυρού πέντε μνας, και σύκων πέντε ημίμναια, και προσέτι δι' αγοράν προσφαγίου ολίγιστον νόμισμα. Αν δέ τις ετέλει θυσίαν, έπεμπεν εις το συσσίτιον απαρχήν, και αν εξήρχετο εις κυνήγιον, μέρος της θήρας του· διότι εσυγχωρείτο να δειπνή τις εις την οικίαν του, όταν, διότι έθυεν, ή διότι ήτον εις το κυνήγιον, είχεν εξωρίσει· οι δ' άλλοι όλοι έπρεπε να παρευρίσκωνται. Επί πολύν δε καιρόν εφύλαττον ακριβώς ταύτην την των συσσιτίων διάταξιν και όταν ο βασιλεύς Άγις επανήλθεν εκ της εκστρατείας, αφ' ού ενίκησε τους Αθηναίους (317), και θέλων να δειπνήση μετά της γυναικός του, έστειλε να ζητήση τας μερίδας του, οι πολέμαρχοι (318) δεν το επέτρεψαν εις αυτόν, επειδή δ' αυτός οργισθείς δεν εθυσίασε την επαύριον την θυσίαν ήν ώφειλε, τω επέβαλον πρόστιμον. Ήρχοντο δε και οι παίδες εις τα συσσίτια, ως εις σωφροσύνης σχολεία φερόμενοι, και ήκουον λόγους πολιτικούς, και έβλεπον παιδαγωγούς εις την ελευθερίαν, και αυτοί συνήθιζον να παίζωσι και να ειρωνεύωνται χωρίς αγενείας, και, όταν τις ειρωνεύετο αυτούς, να μη θυμώνωσι, διότι και τούτο φαίνεται ότι ήτον λακωνικώτατον, το ν' ανέχωνται τας ειρωνίας, ο δε μη θέλων να τας υποφέρη είχε την άδειαν να παρακαλέση περί τούτου, και τότε ο ειρωνευόμενος έπαυεν. Εις έκαστον δε των συνερχομένων ο πρεσβύτερος, δείξας τας θύρας, τω έλεγεν «Έξω αυτών λόγος δεν εξέρχεται». Λέγουσι δ' ότι ο θέλων να μετέχη του συσσιτίου, εψηφοφορείτο ως έπεται· Έκαστος, λαμβάνων εις την χείρα τμήμα άρτου εις ό εσπόγγιζον τους δακτύλους, έρριπτεν αυτό εν σιωπή, ως ψήφον, εις αγγείον ό έφερεν ο υπηρέτης εις την κεφαλήν, ο μεν επιδοκιμάζων απλώς, ο δ' αποδοκιμάζων θλίψας αυτό σφοδρώς διά της χειρός του, διότι η πεπιεσμένη ψήφος είχε την ισχύν της τετρυπημένης (319). Και αν μίαν μόνην εύρωσι τοιαύτην, δεν δέχονται τον υποψήφιον, θέλοντες να συναναστρέφωνται όλοι ευχαρίστως προς αλλήλους. Ο δ' ούτως αποβληθείς ελέγετο ότι εκαδδήθη, διότι κάδδος ελέγετο το αγγείον εις ό ερρίπτοντο του άρτου τα τεμάχια. Εκ δε των φαγητών ηγάπων κυρίως τον μέλανα ζωμόν, ώστε ούτε κρέας ήθελον οι πρεσβύτεροι, αλλά το άφηνον εις τους νεανίας, και κατά τάξιν καθήμενοι αυτοί, έτρωγον τον ζωμόν. Λέγεται δ' ότι βασιλεύς τις του Πόντου (320) διά τον ζωμόν τούτον ηγόρασε μάγειρον εκ Λακωνίας· όταν όμως έφαγεν εξ αυτού, ότι δυσηρεστήθη· αλλ' ο μάγειρος τω είπεν «Ω βασιλεύ, τον ζωμόν τούτον πρέπει να τρώγη τις αφ' ού λουσθή εις τον Ευρώταν». Αφ' ού δε και πίωσι μετρίως, αναχωρούσι χωρίς να έχωσι λαμπάδας. Διότι δεν επιτρέπεται ούτε εις αυτήν ούτε εις άλλην οδόν να βαδίζωσι φωτιζόμενοι, διά να συνηθίζωσι να πηγαίνωσι και εις το σκότος και την νύκτα αφόβως και θαρραλέως. Τα συσσίτια λοιπόν τοιαύτην είχον τάξιν.
ΙΓ. Νόμους δε γεγραμμένους δεν έδωκεν ο Λυκούργος, και απαγορεύει μάλιστα τούτο μία των λεγομένων ρητρών. Ενόμιζε δ' ότι τα κυριώτερα των συντελούντων εις αρετήν και εις ευδαιμονίαν της πόλεως τότε μένουσιν ασφαλή και ακίνητα, όταν συνουσιώνται μετά των ηθών και μετά της αγωγής των πολιτών, και ότι δι' αυτά δεσμός ισχυρότερος της ανάγκης είναι η προαίρεσις, ήν δίδει η εκπαίδευσις εις τους νέους, νομοθέτου θέσιν επέχουσα παρ' εκάστω αυτών. Τα δε μικρά και χρηματικά συμβόλαια, τα κατά τας ανάγκας άλλοτε άλλως μεταβαλλόμενα, έκρινε καλλήτερον να μη τα δέση εις εγγράφους υποχρεωτικούς ορισμούς και εις αμετακίνητα έθιμα, αλλά να τ' αφήση να λαμβάνωσι προσθαφαιρέσεις κατά τους καιρούς, όσας ήθελον εγκρίνει οι μάλλον πεπαιδευμένοι· διότι το σύνολον, το παν της νομοθεσίας εξήρτησεν εκ της παιδείας. Μία λοιπόν ρήτρα ήτον να μη έχωσι νόμους εγγράφους. Άλλη δ' υπήρχε κατά της πολυτελείας εκάστη οικία να έχη την μεν οροφήν της κατεσκευασμένην διά μόνου πελέκεως, την δε θύραν της διά μόνου πρίονος, και ουδενός άλλου εργαλείου. Διότι το μετά ταύτα, ως λέγεται, ρηθέν υπό του Επαμεινώνδου διά την τράπεζάν του, ότι «τοιούτον γεύμα δεν χωρεί προδοσίαν», τούτο πρώτος ενόησεν ο Λυκούργος, ότι τοιαύτη οικία δεν χωρεί πολυτέλειαν και τρυφήν· ουδ' υπάρχει τις τοσούτον απειρόκαλος και ανόητος, ώστε εις οικίαν αφελή και πρόστυχον να εισαγάγη κλίνας αργυρόποδας, και στρώματα πορφυρά, και χρυσά ποτήρια, και την άλλην παρεπομένην πολυτέλειαν· αλλ' ανάγκη υπάρχει να είναι αρμόζουσα και όμοια προς την οικίαν η κλίνη, προς την κλίνην τα ενδύματα, και προς ταύτα η λοιπή του οίκου διασκευή και τα έπιπλα. Εξ αιτίας δε ταύτης της συνηθείας λέγουσιν ότι και ο πρεσβύτερος Λεωτυχίδας (321) δειπνών ποτε εις την Κόρινθον, και ιδών την στέγην του οίκου ότι είχε πολυτελή την κατασκευήν και φατνωματικήν (322), ηρώτησε τον οικοδεσπότην, αν τα ξύλα βλαστάνωσι τετράγωνα παρ' αυτοίς. Τρίτην δε ρήτραν μνημονεύουσι του Λυκούργου την απαγορεύουσαν να εκστρατεύωσι κατά των ιδίων εχθρών, διά να μη συνηθίζωσιν ούτοι ν' ανθίστανται πολλάκις, γινόμενοι ούτω πολεμικοί. Και κατά τούτο μάλιστα κατηγορούσιν έπειτα τον βασιλέα Αγησίλαον (323) ότι, διά των συχνών και πυκνών εισβολών και εκστρατειών εις την Βοιωτίαν, κατέστησε τους Θηβαίους ικανούς αντιπάλους των Λακεδαιμονίων. Δι' ό και ιδών αυτόν πληγωθέντα ο Ανταλκίδας (324), «καλά, τω είπε, δίδακτρα λαμβάνεις παρά των Θηβαίων, διότι ούτε θέλοντας, ούτε ηξεύροντας, συ τους εδίδαξας να πολεμώσι». Τα τοιαύτα λοιπόν νομοθετήματα ωνόμασε ρήτρας, ως χρησμούς τινας υπό του Θεού δεδομένους.
ΙΑ. Της δ' ανατροφής, ήν εθεώρει ως το μέγιστον και κάλλιστον έργον του νομοθέτου, αρχήν μακρόθεν ποιούμενος, επεμελείτο πρώτον τα κατά τους γάμους και τας γενέσεις. Διότι δεν είναι αληθές, ως λέγει ο Αριστοτέλης (325), ότι επιχειρήσας να σωφρονίση τας γυναίκας, παρητήθη τούτου ταχέως, μη δυνηθείς να περιστείλη την μεγάλην ελευθερίαν αυτών και την γυναικοκρατίαν, προερχομένην εκ των συνεχών εκστρατειών των ανδρών, καθ' άς ηναγκάζοντο ν' αφήνωσιν αυτάς κυρίας, ώστε και υπέρ το δέον τας επεριποιούντο, και τας ωνόμαζον Δεσποίνας. Εξ εναντίας εφρόντισε και περί αυτών όσον έπρεπε· και τα μεν σώματα των παρθένων ενεδυνάμωσε, γυμνάζων αυτάς εις τρέξιμον, και εις πάλην, και εις βολήν δίσκων και ακοντίων, θέλων ώστε και η πρώτη των γεννωμένων ρίζωσις, ισχυράν λαμβάνουσα την αρχήν εις τα σώματα, καλλητέρα να βλαστάνη, και αυταί ρωμαλέως τον τοκετόν υποφέρουσαι, ν' αγωνίζωνται καλώς και ευκόλως προς τους πόνους αυτού. Αφήρεσε δε πάσαν μαλακότητα και πάσαν θηλυπρέπειαν, και το να σκιατραφώνται κατ' οίκον, και συνείθισεν, ως τους παίδας, ούτω και τας κόρας γυμναί ν' ακολουθώσι τας πομπάς, και να χορεύωσιν εις τελετάς τινάς, και να ψάλλωσιν, εν ώ οι νέοι παρόντες τας έβλεπον. Ενίοτε δε και ειρωνίας προς έκαστον αποτείνουσαι, τω προσήπτον τα σφάλματά του επωφελώς προς αυτόν εν ώ αφ' ετέρου εγκώμια έμμετρα ψάλλουσαι εις τους αξίους αυτών, πολλήν ενέπνεον εις τους νέους φιλοτιμίαν και ζήλον· διότι ο εγκωμιασθείς διά τας ανδραγαθίας του, και περίφημος μεταξύ των παρθένων γενόμενος, ανεχώρει επαιρόμενος διά τους επαίνους· τα δ' ευτράπελα και σκωπτικά εγγίγματα δεν ήσαν ολιγώτερον επαισθητά των σπουδαίων νουθεσιών, διότι εις τα θεάματα ταύτα μετά των λοιπών πολιτών συμπαρευρίσκοντο και οι βασιλείς και οι γέροντες. Δεν ήτον δ' η γύμνωσις των παρθένων κατ' ουδένα λόγον αισχρά, διότι συνυπήρχεν αιδώς, και έλειπε παν ίχνος ακολασίας· συνείθιζε δε μόνον εις την απλότητα και εις τον ζήλον της ευρωστίας, και ενέπνεε φρόνημα ευγενές εις τας γυναίκας, αίτινες ουδ' αρετής ουδέ φιλοτιμίας εισίν ανεπίδεκτοι. Διά τούτο εις αυτάς και να λέγωσι συνέβαινε και να φρονώσιν, ως ιστορείται περί Γοργούς, της γυναικός του Λεωνίδου, όταν ξένη τις, ως φαίνεται, τη είπε, «μόναι σεις αι Λάκαιναι εξουσιάζετε τους άνδρας σας», και εκείνη απεκρίθη, «διότι μόναι γεννώμεν άνδρας».
ΙΕ. Και ήσαν μεν και ταύτα παρακινητικά προς γάμον, αι πομπαί λέγω των παρθένων, και αι γυμνάσεις, και οι αγώνες αυτών εν παρουσία των νέων, οίτινες ειλκύοντο υπ' ερωτικής, ως λέγει ο Πλάτων (326) και ουχί υπό γεωμετρικής ανάγκης. Αλλά προσέθηκε και ατιμίαν εις τους αγάμους τινά, εμποδίζων αυτούς του να παρευρίσκονται εις τους γυμνικούς αγώνας ως θεαταί· προσέτι δ' οι άρχοντες τους διέταττον να περιέρχονται τον χειμώνα γυμνοί την αγοράν, και οι εκεί περιδιαβάζοντες τοις έψαλλον ωδήν τινα δι' αυτούς εστιχουργημένην, και λέγουσαν ότι δίκαια έπασχον, διότι δεν επείθοντο εις τους νόμους. Εστερούντο δε και της τιμής και της περιποιήσεως ήν οι νέοι προσέφεραν εις τους γεροντοτέρους. Διά τούτο κάνεις δεν κατηγόρησε τον λόγον όν τις είπε προς τον Δερκυλλίδην, καίτοι όντα καλόν στρατηγόν. Εν ώ τω όντι αυτός διέβαινε, των νεωτέρων τις δεν υπεχώρησεν εις αυτόν, ειπών, «Αλλ' ούτε συ εγέννησάς τινα, όστις εις εμέ να υποχωρήση». Ενυμφεύοντο δε δι' αρπαγής, ουχί μικράς και αώρους εις γάμον, αλλ' ακμαίας και ωρίμους παρθένους. Παραλαμβάνουσα δε την αρπασθείσαν η λεγομένη νυμφεύτρια, εξύριζε σύρριζα την κεφαλήν αυτής, την ενέδυεν ανδρός φορέματα και υποδήματα, και τη έστρωνε να κοιμηθή εις στίβαν καλάμων, μόνη, χωρίς φωτός. Τότε δ' ο νυμφίος, ούτε μεθύων ούτε τρυφών, αλλά νήφων ως πάντοτε, αφ' ού εδείπνησεν εις τα φιδίτια, εισήρχετο, έλυε της κόρης την ζώνην, και ανεγείρας αυτήν, την έφερεν εις την κλίνην. Μείνας δε πλησίον αυτής ουχί πολύν χρόνον, απήρχετο κοσμίως να κοιμηθή, ως πρότερον, μετά των άλλων νέων. Και του λοιπού το αυτό έπραττε, συνδιημερεύων μεν μετά των συνηλικιωτών του και συναναπαυόμενος, προς δε την νύμφην απερχόμενος μετά συστολής, εντρεπόμενος και φοβούμενος μη τον εννοήση τις των συνοίκων της. Ετεχνάζετο δε και η νύμφη και συνήργει ώστε να συναπαντώνται εις καιρόν αρμόδιον, και χωρίς τις να τους εννοήση. Εγίνοντο δε ταύτα ουχί επ' ολίγον καιρόν, αλλ' ως και παιδία να γεννηθώσι τινών, πριν ημέραν να ιδώσι τας γυναίκας των· Η δε τοιαύτη συνάντησις ου μόνον ήτον εξάσκησις εις εγκράτειαν και εις σωφροσύνην, αλλά και τα σώματα ανεδείκνυε γόνιμα και αυτούς έφερε πάντοτε διά του έρωτος νεαρούς και προσφάτους εις την ένωσιν, ουχί δε κεκορεσμένους και εξησθενημένους εκ των ελευθέρων συγκοινωνιών, αλλ' αφήνοντας πάντοτε ως λείψανόν τι και διερέθισμα του προς αλλήλους πόθου και της αγάπης. Εν ώ δε διά τοσαύτης αιδούς και τάξεως διεκόσμησε τον γάμον, αφήρεσε προσέτι και την ματαίαν και γυναικώδη ζηλοτυπίαν, ως καλόν μεν νομοθετήσας να λείψη από του γάμου πάσα κακοήθεια και πάσα αταξία, αλλά να μετέχωσι της παιδοποιίας οι άξιοι μόνον, και περιγελών ως άμικτα έχοντας και ακοινώνητα ήθη τους τιμωρούντας ταύτα διά σφαγών και πολέμων. Διότι εσυγχώρει εις άνδρα γέροντα νέας γυναικός, αν είχεν υπόληψιν και αγάπην προς νέον τινά καλόν καγαθόν, να τον φέρη προς αυτήν, και πληρώσας αυτήν γενναίου γόνου, να οικειοποιήται το γεννηθέν παιδίον. Επέτρεπε δ' αφ' ετέρου και εις χρηστοήθη άνδρα, αν εθαύμαζε σώφρονά τινα και καλλίτεκνον γυναίκα, έγγαμον ήδη, να πείθη τον άνδρα της να τω παραχωρή αυτήν, διά να γεννηθώσιν εξ αυτής παίδες, ως εις καλλίκαρπον χώραν φυτευθέντες, αγαθών ανδρών αδελφοί και συγγενείς. Διότι πρώτον μεν ο Λυκούργος θεώρει τους παίδας ως ανήκοντας ουχί ιδίως εις τους πατέρας, αλλά κοινώς εις την πόλιν· όθεν ήθελε να γεννώνται οι πολίται εκ των άριστων, ουχί εκ των τυχόντων. Έπειτα δε πολλήν έβλεπε την αβελτηρίαν και τον τύφον εις τα περί τούτου των άλλων νομοθετήματα· διότι κύνας μεν και ίππους ενούσι μετά των αρίστων του είδους των, λαμβάνοντες αυτούς διά παρακλήσεων ή μισθού παρά των κυρίων των τας δε γυναίκας κατακλείουσι και φρουρούσι, απαιτούντες αυτών μόνων να είναι οι παίδες, και άφρονες αν ώσι, και παρήλικες και ασθενικοί (327) ως τα παιδία να μη γίνωνται κακά προς πρώτους τους γονείς και τροφείς των, αν εκ κακών γεννηθώσι, και εξ εναντίας χρηστά, αν χρηστήν έχωσι γέννησιν. Ταύτα δ' ούτω κατά φυσικούς και πολιτικούς λόγους γινόμενα τότε, τοσούτον απείχον της ακολασίας ήτις λέγεται ότι μετά ταύτα επεκράτησεν ως προς τας γυναίκας, ώστε ποτέ συζυγική απιστία παρ' αυτοίς δεν ηκούσθη. Και απομνημονεύεται λόγος Γεράδα τινός Σπαρτιάτου, εκ των παλαιοτάτων, όστις ερωτηθείς υπό ξένου πώς τιμωρούνται οι μοιχοί παρ' αυτοίς, είπεν «Ω ξένε, ουδείς γίνεται μοιχός παρ' ημίν». Επειδή δ' ο ξένος επέμεινεν ρωτών «Αλλ' αν γίνη;» «Πληρώνει, είπεν ο Γεράδας, ταύρον μέγαν, όστις κύψας από του Ταϋγέτου (328) πίνει εις τον Ευρώταν». Προς ταύτα θαυμάσας ο ξένος, ηρώτησε, «Και πώς γίνεται βους τόσος μέγας;» ο δε Γεράδας γελάσας, «Και πώς γίνεται, είπε, μοιχός εις την Σπάρτην;» Ταύτα ιστορούνται περί των γάμων.
ΙΣΤ. Το δε γεννηθέν παιδίον δεν είχεν εξουσίαν ο πατήρ του να το αναθρέψη· αλλά το έφερεν εις θέσιν καλουμένην Λέσχην, όπου καθήμενοι των συμφυλετών οι πρεσβύτεροι, και εξετάσαντες το παιδάριον, αν μεν το εύρισκον εύρωστον και καλώς μεμορφωμένον, τω επέτρεπον να το αναθρέψη, δίδοντες εις αυτόν ένα εκ των εννέα χιλιάδων κλήρων· αν δ' ήτον ασθενικόν και άμορφον, το έστελλον εις τας λεγομένας Αποθέτας, τόπον βαραθρώδη πλησίον του Ταΰγέτου, επί τω λόγω ότι ούτε εις αυτό ούτε εις την πόλιν ήτον χρήσιμον να ζη το αμέσως εξ αρχής μη έχον ευεξίαν και δύναμιν· όθεν και δεν έλουον αι γυναίκες τα βρέφη εις ύδωρ, αλλ' εις οίνον, δοκιμάζουσαι ούτω την κράσιν αυτών. Διότι, λέγεται ότι τα επιληπτικά και νοσώδη δεν αντέχουσι προς τον άκρατον οίνον, αλλ' αποκάμνοντα αποθνήσκουσιν (329) εν ώ τα υγιεινά μάλλον ενδυναμούνται και αποσκληρύνονται. Είχον δε και αι τροφοί τέχνην τινά εις την επιμέλειαν αυτών, διότι τα βρέφη χωρίς σπαργάνων ανατρέφουσαι, άφηνον ν' αναπτύσσονται ελευθέρως τα μέλη και η μορφή των, προσέτι δε τα συνήθιζον να είναι εύκολα εις πάσαν δίαιταν, να μη σιχαίνονται καμμίαν, να μη φοβώνται το σκότος ούτε την ερημίαν, ούτε δυστροπίας να συνηθίζωσιν ούτε κλαυθμηρισμούς. Διά τούτο και πολλάκις ξένοι ηγόραζον τροφούς Λακωνικάς, και η Αμύκλα, ήτις εθήλασε τον Αθήναιον Αλκιβιάδην, λέγεται ότι ήτον Λάκαινα. Αλλ' εις αυτόν μεν, ως λέγει ο Πλάτων, ο Περικλής (330) έδωκε παιδαγωγόν τον Ζώπυρον, όστις κατ' ουδέν διέφερε των άλλων δούλων. Εις δε των Σπαρτιατών τους παίδας ο Λυκούργος δεν επέτρεπε να έχωσι παιδαγωγούς αγοραστούς ή υπομισθίους, ούτε ήτον συγκεχωρημένον εις έκαστον ν' ανατρέφη και να εκπαιδεύη τον υιόν του ως ήθελεν, αλλ' άμα έφθανον εις το έβδομον έτος της ηλικίας των, ευθύς παραλαμβάνων όλους αυτούς, τους κατέταττεν εις αγέλας, και να συζώσιν αναγκάζων αυτούς και να συντρέφωνται, τους συνήθιζε ν' ασχολώνται ομού και να παίζωσι. Καθίστα δ' άρχοντα εκάστης αγέλης τον φρονιμώτερον εις τας σκέψεις και θαρραλεώτερον εις τας συμπλοκάς· και εις αυτόν απέβλεπον όλοι, και υπήκουον όταν επρόσταζε, και υπέφερον όταν τους ετιμώρει, ώστε η τιμωρία ήτον ευπειθείας μελέτη. Επέβλεπον δ' οι γεροντότεροι αυτούς όταν έπαιζον, και συνεχώς προκαλούντες μεταξύ αυτών μάχας και φιλονεικίας, παρετήρουν προσεκτικώς, οποίος ήτον έκαστος εξ αυτών ως προς την τόλμην, και αν δεν απέφευγε τας μάχας και τους αγώνας. Και γράμματα μεν εμάνθανον, ως αναγκαία· η δε λοιπή αγωγή αυτών σκοπόν είχε να τους καταστήση ευπειθείς εις την εξουσίαν, καρτερικούς εις τους κόπους, και ικανούς να νικώσιν εις τας μάχας. Διό και όσον επροχώρουν εις την ηλικίαν, τόσω ηύξανον την άσκησιν αυτών, ξυρίζοντες αυτούς σύρριζα, και συνηθίζοντες αυτούς να περιπατώσιν ανυπόδυτοι, και να παίζωσιν ως επί το πλείστον γυμνοί. Όταν δ' εγίνοντο δώδεκα ετών, δεν εφόρουν πλέον χιτώνα, και ελάμβανον έν μόνον κατ' έτος ιμάτιον, και είχον τα σώματα ρυπαρά, και ούτε λουτρά ήξευρον ούτε αλοιφάς (331), αλλά μόλις ολίγας ημέρας του έτους απελάμβανον τοιαύτας περιποιήσεις. Εκοιμώντο δ' ομού, διηρημένοι κατ' ίλας και αγέλας, εις στίβας άς αυτοί οι ίδιοι έφερον, κόπτοντες διά των χειρών των, και άνευ σιδήρου, τας κορυφάς των καλάμων αίτινες εβλάστανον εις του Ευρώτου τας όχθας. Τον δε χειμώνα έστρωνον και τους λεγομένους λυκοφάνους (332), και τους εμίγνυον εις τας στιβάδας, διότι νομίζεται ότι η ύλη αυτών έχει τι θερμαντικόν.