Α.Ε. Εν ώ δ' ο Μολοσσός Αϊδωνεύς εξένιζε τον Ηρακλέα, ανέφερε κατά τύχην περί του Θησέως και του Πειρίθου τι ήλθον να πράξωσι και τι έπαθον ανακαλυφθέντες. Ελυπήθη δε βαρέως ο Ηρακλής, διότι ο είς μεν εξ αυτών απέθανεν αδόξως, ο δ' άλλος εκινδύνευε· και περί μεν του Πειρίθου εσκέφθη ότι ουδέν κατώρθου πλέον δι' επιπλήξεων, υπέρ του Θησέως όμως παρεκάλεσε, και εζήτησε να τω δοθή αύτη η χάρις. Ούτω τον εσυγχώρησεν ο Αϊδωνεύς, και αποφυλακισθείς ο Θησεύς επανήλθεν εις τας Αθήνας, όπου οι φίλοι του δεν είχον εισέτι εντελώς νικηθή· και όσα τεμένη υπήρχον πρότερον αφιερωμένα εις αυτόν κατ' απόφασιν της πόλεως, όλα τα καθιέρωσεν εις τον Ηρακλήν, και τα επωνόμασεν αντί Θησείων Ηράκλεια (162), εκτός μόνον τεσσάρων, ως έγραψεν ο Φιλόχορος. Θέλων δε και πάλιν να κυβερνά και να διευθύνη την πολιτείαν, ενέπεσεν εις στάσεις και ταραχάς, διότι όσους αφήκε τρέφοντας μίσος κατ' αυτού, όταν επέστρεψεν, εύρεν ότι ου μόνον τον εμίσουν, αλλά και δεν τον εφοβούντο, του δε δήμου εύρε πολύ μέρος διεφθαρμένον, και θέλον να κολακεύηται, αντί να εκτελή τας προσταγάς του εν σιωπή· και όταν ήθελε να μεταχειρισθή βίαν, είχεν εναντίον του τους δημαγωγούς και τους στασιαστάς· και τέλος, απελπισθείς διά την κατάστασιν των πραγμάτων, τους μεν υιούς του έστειλεν εις Εύβοιαν, προς Ελεφήνορα τον υιόν του Χαλκώδοντος (163) , αυτός δ' ο ίδιος, καταρασθείς τους Αθηναίους εις τον Γαργηττόν (164), εις την θέσιν ήτις ονομάζεται σήμερον Αρατήριον, απέπλευσεν εις την Σκύρον, διότι είχεν, ως ενόμιζε, φιλίαν προς τους εκεί, και εις την νήσον πατρικά κτήματα. Εβασίλευε δε τότε των Σκυρίων ο Λυκομήδης. Προς αυτόν λοιπόν ελθών, εζήτει να λάβη τους αγρούς του οπίσω, διά να κατοικήση εκεί. Τινές δε λέγουσιν ότι παρεκάλει τον βασιλέα να τον βοηθήση κατά των Αθηναίων. Ο δε Λυκομήδης, είτε φοβηθείς την δόξαν του ανδρός, είτε χαριζόμενος εις τον Μενεσθέα, τον έφερεν εις υψηλότατον μέρος της χώρας, ως διά να τω δείξη τους αγρούς εκείθεν, και σπρώξας αυτόν κατά των πετρών, τον εφόνευσε. Τινές δε λέγουσιν ότι έπεσε μόνος του παραπατήσας, όταν, καθώς συνήθιζεν, εξήλθε μετά το δείπνον εις περίπατον. Και τότε μεν ουδείς εφρόντισε διά τον θάνατόν του, διότι των μεν Αθηναίων εβασίλευεν ο Μενεσθεύς, οι δ' υιοί του Θησέως, ως ιδιώται, συνεξεστράτευον μετά του Ελαφήνορος εις το Ίλιον. Αποθανόντος δε του Μενεσθέως εκεί, επέστρεψαν αυτοί και ανέλαβον την βασιλείαν. Χρόνους δε πολλούς ύστερον και πολλά άλλα εκίνησαν τους Αθηναίους να τιμήσωσι τον Θησέα ως ήρωα, και όταν επολέμουν εν Μαραθώνι κατά των Μήδων, ενόμισαν ουκ ολίγοι ότι είδον φάντασμα του Θησέως, όστις ένοπλος εφέρετο εμπρός αυτών κατά των βαρβάρων.
ΑΣΤ. Μετά δε τα μηδικά, επί της αρχοντείας του Φαίδωνος (165) η Πυθία διέταξεν εις τους Αθηναίους, ελθόντας προς το μαντείον, να λάβωσι τα οστά του Θησέως, και θάψαντες αυτά μετά τιμής εις την πόλιν των, να τα φυλάττωσιν. Αλλά και να τα λάβωσιν ήτο δύσκολον, και να γνωρίσωσι πού ήτον ο τάφος του, διά το ακοινώνητον και την αγριότητα των βαρβάρων οίτινες κατώκουν την νήσον. Ο Κίμων όμως, κυριεύσας την νήσον, ως εγράψαμεν εις εκείνου τον βίον, και φιλοτιμούμενος να τον εύρη, είδεν, ως λέγουσιν, αετόν όστις εχτύπα διά του ράμφους του τόπον λοφώδη, και τον έξυε διά των ονύχων. Τότε κατά θείαν έμπνευσιν τω επήλθε να σκάψη εκεί, και εύρε θήκην μεγάλου σώματος, και πλησίον αυτού αιχμήν λόγχης χαλκής και ξίφος. Έφερε λοιπόν αυτά ο Κίμων επί της τριήρους, και οι Αθηναίοι πλήρεις χαράς τα εδέχθησαν μετά λαμπροτάτων πομπών και θυσιών, ως αν είχεν επιστρέψει ο ίδιος εις το άστυ. Και ετάφη μεν εις το μέσον της πόλεως, πλησίον του νυν γυμνασίου (166) είναι δε το ιερόν του άσυλον εις τους δούλους και εις πάντας τους αδυνάτους τους φοβουμένους των ισχυροτέρων την βίαν, διότι και ο Θησεύς ήτον βοηθός και προστάτης των αδικουμένων, και εδέχετο τας δεήσεις των ταπεινοτέρων. Την μεγαλειτέραν δε θυσίαν τελούσιν εις αυτόν κατά την ογδόην του Πυανεψιώνος (167), καθ' ήν ημέραν επέστρεψεν εκ Κρήτης μετά των νέων. Τιμώσι δ' αυτόν και τας άλλας ογδόας, είτε διότι έφθασεν εκ Τροιζήνος την ογδόην εκατομβαιώνος (168), ως διηγείται Διόδωρος ο περιηγητής (169), είτε διότι νομίζουσιν ότι υπέρ πάντα άλλον εις εκείνον μάλλον αρμόζει ο αριθμός ούτος, καθ' ό λεγόμενον υιόν του Ποσειδώνος, όστις κατά τας ογδόας εορτάζεται· καθότι η ογδοάς, ο πρώτος κύβος αριθμού αρτίου, και διπλασία του πρώτου τετραγώνου (170), έχει ως χαρακτήρα το μόνιμον και δυσκίνητον της δυνάμεως του Θεού, όν και Ασφάλιον και Γαιήοχον (171) προσονομάζομεν.
ΡΩΜΥΛΟΣ
Α. Το μέγα της Ρώμης όνομα, το πολλής δόξης τυχόν μεταξύ των ανθρώπων, από
τίνος και διά τίνα αιτίαν εδόθη εις την πόλιν, περί τούτου δεν συμφωνούσιν οι
συγγραφείς. Και άλλοι μεν λέγουσιν ότι οι Πελασγοί
(172),
πλανηθέντες εις τα πλείστα μέρη της οικουμένης, και πολλών ανθρώπων
εξουσιάσαντες, κατώκησαν και εκεί, και ωνόμασαν ούτω την πόλιν διά την μεγάλην
ρώμην των εις τα όπλα· άλλοι δε ότι, όταν εκυριεύθη η Τρωάς, διέφυγόν τινες,
επέτυχον πλοία, και φερόμενοι υπό των ανέμων, κατήντησαν εις την Τυρρηνίαν,
και έτυχε ν' αράξωσιν εις τον Θύμβριν ποταμόν
(173).
Επειδή δ' αι γυναίκες αυτών ήσαν απηυδημέναι και δυσηρεστημέναι εκ της
θαλασσοπλοΐας, μία εξ αυτών, ήτις και κατά το γένος και κατά τον νουν φαίνεται
ότι υπερείχε των άλλων, Ρώμη ονομαζόμενη, ταις εσυμβούλευσε να καύσωσι τα
πλοία. Και αυταί μεν το έπραξαν· οι δε άνδρες των κατά πρώτον μεν ηγανάκτουν·
έπειτα όμως εξ ανάγκης αποκατέστησαν περί το Παλλάντιον, και τάχιστα ήρχισαν
επιτυγχάνοντες υπέρ πάσαν ελπίδα, ευρόντες γην εύφορον, και περιοίκους οίτινες
προθύμως τους εδέχθησαν· διό και άλλας τιμάς απέδωκαν εις την Ρώμην, και την
πόλιν ωνόμασαν κατ' αυτήν, ως αιτίαν του οικισμού. Έκτοτε επεκράτησε, λέγεται,
αι ρωμαίαι γυναίκες να φιλώσιν εις το στόμα τους συγγενείς και οικείους άνδρας,
διότι εκείναι, όταν έκαυσαν τα πλοία, ούτως εφίλουν και εκολάκευον τους άνδρας,
παρακαλούσαι αυτούς, και πραΰνουσαι την οργήν των.
Β. Άλλοι δε λέγουσιν ότι το όνομα έδωκεν εις την πόλιν Ρώμην η θυγάτηρ του
Ιταλού
(174) και
της Λευκανίας, κατ' άλλους του Τηλέφου, υιού του Ηρακλέους, νυμφευθείσα τον
Αινείαν
(175), ή τον
Ασκάνιον, υιόν του Αινείου· άλλοι ότι την πόλιν ώκισεν ο Ρωμανός, υιός του
Οδυσσέως και της Κίρκης
(176)·
άλλοι, ο Ρώμος, του Ημαθίωνος
(177) ο
υιός, σταλείς εκ Τρωάδος υπό του Διομήδους· άλλοι, Ρώμος ο βασιλεύς των
Λατίνων, διώξας τους Τυρρηνούς
(178),
οίτινες είχον μεταβή εκ Θεσσαλίας εις Λυδίαν, και εκ Λυδίας εις Ιταλίαν. Ουδ' όσοι
δε, πιθανώτατα πάντων, αποδίδουσιν εις τον Ρωμύλον την επωνυμίαν της πόλεως,
ουδ' αυτοί συμφωνούσι περί της γενεαλογίας αυτού, διότι οι μεν θέλουσιν ότι, υιός
ων του Αινείου και της Δεξιθέας, θυγατρός του Φόρβαντος
(179)
εκομίσθη βρέφος εις την Ιταλίαν, ως και ο αδελφός αυτού Ρώμος· ότι δε,
πλημμυρήσαντος του ποταμού, τα μεν άλλα πλοιάρια επνίγησαν, το δ' έχον τους
παίδας εσώθη απροσδοκήτως, διότι ησύχως εξέπεσεν εις μαλακήν όχθην· εκ
τούτου επομένως ότι το μέρος εκείνο ωνομάσθη Ρώμη. Άλλοι λέγουσιν ότι η Ρώμη
ην θυγάτηρ της Τρωάδος εκείνης Δεξιθέας, και ότι νυμφευθείσα Λατίνον τον υιόν
του Τηλεμάχου, εγέννησε τον Ρωμύλον, άλλοι δε πάλιν ότι τον εγέννησεν η
Αιμυλία, θυγάτηρ του Αινείου και της Λαβινίας
(180),
νυμφευθείσα τον Άρην. Πολλά δε και όλως μυθώδη περί της γεννήσεως αυτού
διηγούνται, ότι εις τον Ταρχέτιον
(181),
βασιλέα των Αλβανών
(182)
παρανομώματον και ωμότατον, εφάνη εντός του οίκου του θείον φάντασμα,
φαλλός
(183)
υψωθείς εκ της εστίας του, και μείνας πολλάς ημέρας εκεί. Ότι δ' εις την Τυρρηνίαν
υπήρχε τότε χρησμός της Τηθύος
(184), όστις,
ερωτηθείς υπό του Ταρχετίου, τω είπε να προσαγάγη εις το φάντασμα παρθένον,
και απ' αυτής θα εγεννάτο υιός ενδοξότατος, και έξοχος κατά την αρετήν και την
τύχην και την ανδρείαν ο Ταρχέτιος λοιπόν ότι είπε το μάντευμα εις μίαν των
θυγατέρων του και την διέταξε να προσέλθη εις τον φαλλόν, αλλ' αυτή μεν δεν
ηθέλησεν, έπεμψε δε μίαν των θεραπαινών της. Όταν όμως ο Ταρχέτιος ενόησε
τούτο, οργισθείς, ηθέλησε να φονεύση και τας δύω, αλλ' είδεν εις τον ύπνον του
την Εστίαν, ήτις τω απηγόρευσε τον φόνον· τότε δ' ότι παρήγγειλεν εις τας κόρας
να υφαίνωσιν ιστόν, δεδεμέναι εις φυλακήν, και όταν τον τελειώσωσιν, ότι τότε
θέλει τας δώσει εις γάμον. Και εκείναι μεν ότι ύφαινον δι' όλης της ημέρας· την
νύκτα όμως ότι άλλαι, κατά παραγγελίαν του Ταρχετίου, διέλυον τον ιστόν.
Η θεραπαινίς εν τούτοις ότι εγέννησε δίδυμα, και ο Ταρχέτιος ότι έδωκεν αυτά είς
τινα Τεράτιον διά να τα φονεύση, αλλ' αυτός τα έφερε και τα κατέθεσε πλησίον του
ποταμού· εκεί δε λύκαινα ότι ερχομένη τοις έδιδε τον μαστόν, και ότι παντοία
πτηνά έφερον τροφήν και εψώμιζον τα βρέφη, έως ότου βουκόλος ιδών και
θαυμάσας το γινόμενον, ετόλμησε να πλησιάση και να λάβη τα παιδία. Ότι δε, αφ'
ού κατά τοιούτον τρόπον αυτά εσώθησαν, ηλικιωθέντα, επέπεσαν κατά του
Ταρχετίου και τον ενίκησαν. Ταύτα διηγείται Προμαθίων τις, γράψας Ιταλικήν
ιστορίαν.
Γ. Του δε πιθανωτέρου λόγου και του πλείστους έχοντος μάρτυρας τα κυριώτερα εξέδωκεν εν Ελλάδι Διοκλής ο Πεπαρήθιος (185) όν κατά τα πλείστα ηκολούθησε και ο Φάβιος Πίκτωρ (186). Λέγονται δε και περί τούτων παντοίαι διαφοραί, αλλά τα ουσιωδέστερα εισί ταύτα. Η διαδοχή των βασιλέων της Άλβης, των εκ του Αινείου καταγομένων, κατήντησεν εις δύω αδελφούς, τον Νομήτορα και τον Αμούλιον. Διήρεσε δ' ο Αμούλιος τα πάντα εις δύο μερίδας, την μεν μίαν περιέχουσαν την βασιλείαν, την δ' άλλην τα χρήματα και τον χρυσόν όν είχεν εκ της Τρωάδος, και ο Νομήτωρ έλαβε κατ' εκλογήν την βασιλείαν. Ο Αμούλιος όμως, έχων τα χρήματα, και ως εξ αυτών περισσοτέραν δύναμιν παρά τον Νομήτορα, τω ήρπασε και την βασιλείαν, και φοβούμενος μη εκ της θυγατρός αυτού γεννηθώσιν υιοί, την κατέστησεν ιέρειαν της Εστίας, διά να ζήση πάντοτε άγαμος και παρθένος. Ονομάζουσι δ' αυτήν οι μεν Ιλίαν, οι δε Ρέαν, και άλλοι Σιλουίαν. Αλλά πολύς δεν παρήλθε καιρός, και εφωράθη έγγυος ούσα παρά τον νόμον όστις επεκράτει διά τας Εστιάδας. Και από μεν της εσχάτης ποινής έσωσεν αυτήν Ανθώ, η θυγάτηρ του βασιλέως, παρακαλέσασα τον πατέρα της. Εφυλακίσθη όμως, και εφυλάττετο ακοινώνητος, διά να μη γεννήση κρυφίως του Αμουλίου. Εγέννησε δε δύο υιούς υπερφυείς κατά το μέγεθος και το κάλλος· διά τούτο έτι μάλλον φοβηθείς αυτούς ο Αμούλιος, παρήγγειλεν υπηρέτην να τους λάβη και να τους ρίψη. Λέγουσι δε τινες ότι ωνομάζετο ούτος Φαυστύλος, άλλοι δ' ότι ουχί αυτός, αλλ' ο σώσας αυτούς. Κατέθεσε λοιπόν ο υπηρέτης τα βρέφη εις σκάφην, και κατέβη εις τον ποταμόν να τα ρίψη· ιδών όμως πολύ και ορμητικόν το ρεύμα κατερχόμενον, εφοβήθη να πλησιάση, και αφήσας την σκάφην πλησίον της όχθης, ανεχώρησε. Ο ποταμός εν τούτους εξηπλούτο, και η πλημμύρα, καταλαβούσα την σκάφην και υψώσασα αυτήν ησύχως, την έφερεν εις θέσιν ικανώς μαλακήν, ήτις σήμερον ονομάζεται Κερμανόν, το πάλαι δε, ως φαίνεται, Γερμανόν, διότι και τους αδελφούς Γερμανούς (187) ονομάζουσιν.
Α. Υπήρχε δ' εκεί πλησίον ερινεός, όν εκάλουν Ρωμινάλιον, ή διά τον Ρωμύλον, ή, ως πολλοί νομίζουσι, διότι τα μηρυκώμενα (188) θρέμματα υπό την σκιάν αυτού ανεπαύοντο την μεσημβρίαν, ή μάλλον διά το βύζαγμα των βρεφών· καθότι οι παλαιοί Ρούμαν ωνόμαζον την ρώγαν του μαστού, και Ρουμουλίαν ονομάζουσι θεάν τινα, ήτις φαίνεται των νηπίων επιμελουμένη, και θύουσιν εις αυτήν νηφάλια (189), και σπένδουσι γάλα εις τα ιερά. Εν ώ λοιπόν εκεί έκειντο τα παιδία, λέγεται ότι ήλθεν η λύκαινα και τα εθήλαζε, και ότι ήρχετο και δρυοκολάπτης (190) και τα έτρεφε μετ' αυτής και τα εφύλαττε. Τα ζώα ταύτα θεωρούνται ως ιερά του Άρεως· τον δε δρυοκολάπτην εξόχως σέβονται και τιμώσιν οι Λατίνοι· διά τούτο μάλιστα επιστεύθη όταν έλεγεν η γεννήσασα τα παιδία, ότι εκ του Άρεως τα εγέννησεν, ει και λέγουσιν ότι εξηπατήθη υπ' αυτού του Αμουλίου, όστις τη εφάνη ένοπλος και την ήρπασεν. Άλλοι δε διισχυρίζονται ότι το όνομα της τροφού, διά το αμφίβολον της σημασίας του, έτρεψε την φήμην προς το μυθώδες, διότι οι Λατίνοι ωνόμαζον Λούπας τας λυκαίνας εκ των θηρίων, και εκ των γυναικών τας εταίρας· και ότι τοιαύτη ήτον η γυνή του Φαυστύλου, του θρέψαντος τα βρέφη, Άκκα Λαρεντία ονομαζομένη. Εις αυτήν θύουσιν οι Ρωμαίοι, και σπονδάς τελεί εις αυτήν κατ' Απρίλιον ο ιερεύς του Άρεως, και Λαρεντίαν καλούσι την εορτήν.
Ε. Τιμώσι δε και άλλην Λαρεντίαν δι' αιτίαν τοιαύτην. Ο νεωφύλαξ του Ηρακλέους, βαρυνόμενος εξ αργείας, ως φαίνεται, επρότεινεν εις τον Θεόν να παίξωσι κύβους, και είπε καθ' εαυτόν, αν μεν νικήση, να λάβη καλόν τι παρά του Θεού, αν δε νικηθή, να προσφέρη εις τον Θεόν άφθονον τράπεζαν και ωραίαν γυναίκα να συναναπαυθή. Ούτως έθεσε τας ψήφους, άλλας υπέρ του Θεού και άλλας υπέρ εαυτού, και ρίψας, εφάνη νικώμενος· θέλων δε να μείνη πιστός εις τον λόγον του, και δίκαιον νομίζων να τηρήση ό,τι υπεσχέθη, ητοίμασε δείπνον διά τον Θεόν, και μισθώσας την Λαρεντίαν, ωραίαν ούσαν, αλλ' ουχί έτι επίσημον, προσεκάλεσε και εφίλευσεν αυτήν εις τον ναόν, και στρώσας κλίνην εντός αυτού, την έκλεισε μετά το δείπνον, ως αν έμελλε να νυμφευθή τον Θεόν. Λέγεται δ' ότι και ο Θεός ήλθε προς την γυναίκα, και την παρήγγειλε ν' απέλθη το πρωί εις την αγοράν, και χαιρετήσασα τον πρώτον όν ήθελεν απαντήση, να συνδέση μετ' αυτού φιλίαν. Την απήντησε λοιπόν πολίτης ηλικιωμένος, και ικανήν έχων περιουσίαν, χωρίς παιδίων και γυναικός, Ταρρούτιος ονομαζόμενος. Ούτος γνωρίσας την Λαρεντίαν, την ηγάπησε, και αποθανών την αφήκε κληρονόμον εις πολλά και καλά κτήματα, ών εκείνη τα πλείστα έδωκεν εις τον δήμον διά διαθήκης. Λέγεται δ' ότι, ένδοξος ήδη ούσα, και νομιζομένη αγαπητή των Θεών, εγένετο άφαντος εις αυτόν εκείνον τον τόπον, εις όν εκείτο και η προτέρα Λαρεντία. Καλείται δε ήδη ο τόπος Βήλαυρον, διότι πολλάκις, όταν ο ποταμός επλημμύρει, διήρχοντο κατά την θέσιν ταύτην διά πορθμείων εις την αγοράν ονομάζουσι δε την πορθμείαν Βηλατούραν (191). Τινές δε λέγουσιν ότι την πάροδον ήτις έφερεν εκ της αγοράς εις τον Ιππόδρομον οι παρασκευάζοντες το θέαμα εκάλυπτον δι' ιστίων, αρχόμενοι από τούτου του μέρους· ονομάζουσι δε Ρωμαϊστί το ιστίον Βήλον (192). Διά ταύτα λοιπόν τιμάται η δευτέρα Λαρεντία παρά τοις Ρωμαίοις.
ΣΤ. Τα δε βρέφη ανέσωσεν ο Φαυστύλος, χοιροβοσκός του Αμουλίου, χωρίς ουδείς να τον εννοήση, ως όμως τινές λέγουσι, πλησιέστεροι εις την πιθανότητα, εν γνώσει του Νομήτορος, όστις εχορήγει κρυφίως τροφάς εις τους τρέφοντας. Και λέγεται ότι και γράμματα έμαθον οι παίδες κομισθέντες εις Γαβίους (193), και όλα τ' άλλα όσα χρήσιμα εις τους ευγενείς. Ιστορούσι δ' ότι ωνομάσθησαν και ούτοι από του μαστού, διότι τους είδον θηλάζοντας το θηρίον, Ρώμυλος και Ρώμος (194). Και ευθύς μεν εκ της νηπιακής αυτών ηλικίας η των σωμάτων ευγένεια ενέφαινε διά του μεγέθους και διά του κάλλους αυτών την φύσιν των παιδίων. Αυξήσαντες δε, ήσαν και οι δύω θυμοειδείς και μεγαλόψυχοι προς τους φαινομένους κινδύνους, και ακατάπληκτον έχοντες τόλμην. Ο δε Ρωμύλος εφαίνετο γνωστικώτερος, και πολιτικήν έχων σύνεσιν, αποδεικνύων κατά τας σχέσεις προς τους γείτονας επί βοσκών και επί κυνηγίων ότι ηγεμονικόν μάλλον παρά ευπειθή έλαβεν εκ φύσεως χαρακτήρα. Διά τούτο ηγαπώντο υπό των ομοφύλων και των νεωτέρων των κατεφρόνουν δε τους βασιλικούς επιστάτας και οικονόμους και αγελάρχας, ως μη ανωτέρους αυτών κατά την ανδρείαν, και ούτε δι' απειλάς ούτε διά την οργήν αυτών εφρόντιζον. Έζων δε και διέτριβον ελευθερίως, ελευθέριον νομίζοντες ουχί την αργίαν και την απονίαν, αλλά τα γυμνάσια, και τα κυνήγια, και τας εκδρομάς, και την καταδίωξιν των ληστών, και την σύλληψιν των κλεπτών, και την από της βίας απαλλαγήν των αδικουμένων. Ως προς ταύτα λοιπόν ήσαν περιβόητοι.
Ζ. Συνέβη δε ποτέ τις φιλονεικία μεταξύ των βουκόλων του Νομήτορος, και των του Αμουλίου, και αρπαγή των βοσκημάτων αυτών. Μη ανεχθέντες δε ταύτην οι δύω νέοι, επέπεσαν επ' αυτούς, τους έτρεψαν εις φυγήν, και αφήρεσαν μέρος πολύ των λαφύρων διά δε την αγανάκτησιν του Νομήτορος ήσαν αδιάφοροι· συνήγον δε και εδέχοντο πολλούς πτωχούς και πολλούς δούλους, μεταδίδοντες εις αυτούς θάρρος και αρχάς φρονήματος επαναστατικού. Εν ώ δ' ο Ρωμύλος ησχολείτο περί θυσίαν τινά, διότι ηγάπα τας θυσίας και την μαντικήν, οι βοσκοί του Νομήτορος, απαντήσαντες τον Ρώμον βαδίζοντα μετ' ολίγων, επέπεσαν κατ' αυτού, και μετά πολλάς πληγάς και τραύματα εκατέρωθεν, ενίκησαν οι του Νομήτορος, και συνέλαβον ζώντα τον Ρώμον, τον έφερον προς τον Νομήτορα και τον κατηγόρησαν^ αλλ' αυτός δεν τον ετιμώρησε, φοβηθείς τον αδελφόν του όστις ήτον θυμώδης. Ελθών όμως προς αυτόν, τον παρεκάλει αυτός να τον εκδικήση, αδελφόν όντα, και υβρισθέντα υπό υπηρετών εκείνου, όντος βασιλέως. Επειδή δε και οι λοιποί κάτοικοι της Άλβης εξέφραζον ομοίως αγανάκτησιν, και ενόμιζον ότι αδίκως έπασχε ταύτα ο ανήρ, υπό τούτων κινηθείς ο Αμούλιος, παρέδωσε τον Ρώμον εις τον Νομήτορα να τον μεταχειρισθή όπως θέλει. Τον παρέλαβε λοιπόν εκείνος, και όταν τον έφερεν εις την οικίαν του, θαυμάζων του νεανίσκου το σώμα, υπερτερούν πάντας κατά το μέγεθος και την δύναμιν, βλέπων δ' εις το πρόσωπον αυτού το θάρρος και της ψυχής την ανδρείαν, αδούλωτον και μη συγκινουμένην υπό των ατυχημάτων, ακούων δε τα έργα και τας πράξεις αυτού σύμφωνα προς όσα έβλεπε, και, το μέγιστον, ως φαίνεται, διά την παρουσίαν Θεού τινος, όστις μεγάλων πραγμάτων αρχάς παρεσκεύαζεν, εξ υπονοιών και εκ τύχης προσεγγίζων εις την αλήθειαν, τον ανέκρινε τις είναι, και πώς εγεννήθη, και διά φωνής πραείας και δ' ημέρου βλέμματος τω έδιδεν εμπιστοσύνην και θάρρος. Εκείνος δ' απεκρίθη μετά τόλμης· «Τίποτε δεν θέλω σοι κρύψει, διότι συ φαίνεσαι του Αμουλίου βασιλικώτερος, και ακούεις και εξετάζεις πριν τιμωρήσης, εν ώ εκείνος καταδικάζει ακρίτους. Κατ' αρχάς μεν ηξεύρομεν ότι είμεθα υιοί του Φαυστύλου και της Λαρεντίας, οικετών του βασιλέως. Είμεθα δε δίδυμοι. Αφ' ού δε κατηγορήθημεν προς σε, και κινδυνεύομεν περί της ζωής μας, ακούομεν μεγάλα περί ημών αυτών. Αν δ' είναι αληθή ταύτα, ο παρών αγών φαίνεται ότι θέλει το αποδείξει· διότι η γέννησις ημών λέγεται απόκρυφος, και εν τη νηπιότητι η θήλασις και η τροφή ημών παράδοξος, ότι ετράφημεν υπό των θηρίων και των σαρκοφάγων ορνέων εις ά ερρίφθημεν, υπό μαστού λυκαίνης και υπό ράμφους δρυοκολάπτου, εντός σκάφης κείμενοι, παρά τον μέγαν ποταμόν. Υπάρχει δε και η σκάφη και σώζεται, και έχει χαλκά υποζώματα, και εις αυτά έχει γράμματα αμυδρώς εγκεχαραγμένα. Ταύτα όμως θέλουσιν ίσως ύστερον καταντήσει γνωρίσματα ανωφελή εις τους γονείς ημών, αφ' ού ημείς φονευθώμεν. Ο Νομήτωρ λοιπόν, και εκ των λόγων τούτων, και τον καιρόν εικάζων εκ της όψεως του νεανίου, δεν απέρριψε την προσμειδιώσαν αυτόν ελπίδα, αλλ' επροσπάθησε να προσέλθη κρυφίως προς την θυγατέρα του, και να τη ειπή περί τούτων, διότι αυστηρώς εφρουρείτο εισέτι εκείνη.
Η. Ο δε Φαυστύλος, ακούσας την σύλληψιν του Ρώμου και την παράδοσιν, απήτησε παρά του Ρωμύλου να τον βοηθήση, τότε σαφώς γνωστοποιήσας εις αυτόν τα περί της γεννήσεώς του, εν ώ πριν τοις έλεγε νύξεις τινάς σκοτεινάς, και πλαγίως τοις εφανέρου τόσα μόνον, όσα ήρκουν ώστε, προσέχοντες εις αυτά, να μη ταπεινοφρονώσι. Λαβών δ' αυτός την σκάφην, επορεύθη προς τον Νομήτορα, σπεύδων και φόβου πλήρης, διότι ο καιρός κατεπείγε. Κινήσας δ' εις υποψίαν τους περί τας πύλας φρουρούς του Βασιλέως, και υποβλεπόμενος υπ' αυτών, και ταραττόμενος όταν ηρωτάτο, εφωράθη ότι έκρυπτε την σκάφην υπό τον μανδύαν του. Συνέπεσε δε να υπάρχη τις μεταξύ αυτών εκ των λαβόντων τα παιδία διά να τα ρίψωσι, και παρευρεθέντων εις την έκθεσιν. Ούτος, ιδών την σκάφην τότε, εγνώρισεν αυτήν εκ της κατασκευής και εκ των γραμμάτων, και υπονοήσας την αλήθειαν, δεν ημέλησεν, αλλ' είπε το πράγμα εις τον Βασιλέα, και παρουσίασε τον Φαυστύλον να έξετασθή. Εις ταύτην δε την πολλήν και μεγάλην στενοχωρίαν, ο Φαυστύλος ουδ' ανίκητος έμεινε μεν, ουδ' εντελώς όμως και εις την βίαν υπέκυψε, και ωμολόγησε μεν ότι οι παίδες εσώθησαν, αλλ' είπεν ότι έβοσκον ποίμνια μακράν της Άλβης· αυτός δ' ότι την σκάφην έφερε προς την Ιλίαν, ήτις πολλάκις επεθύμησε να ιδή και να εγγίση αυτήν, προς βεβαιοτέραν ελπίδα της σωτηρίας των τέκνων της. Ό,τι δε φυσικώς συμβαίνει, εις τους ταραττομένους και πράττοντας εξ οργής ή εκ φόβου, τούτο συνέπεσε να πάθη και ο Αμούλιος· διότι έπεμψε μετά πάσης σπουδής άνδρα άλλως χρηστόν και φίλον του Νομήτορος, να ερωτήση τον Νομήτορα αν έφθασέ τις λόγος εις αυτόν περί των παιδίων, ότι εσώθησαν. Ελθών λοιπόν ο άνθρωπος, και ιδών κατ' αυτήν εκείνην την στιγμήν τον Νομήτορα να εναγκαλίζηται και φιλοφρονήται τον Ρώμον, και τας ελπίδας αυτού ενεψύχωσε, και τους παρεκίνησε δραστηρίως να ενεργήσωσι, και ηνώθη μετ' αυτών και συνέπραττεν. Ουδ' αν ήθελον δε τοις επετρέπετο να χρονοτριβώσι· διότι ο Ρωμύλος επλησίαζεν ήδη, και πολλοί των πολιτών έτρεχον προς αυτόν, κινούμενοι υπό μίσους και φόβου προς τον Αμούλιον. Έφερε δε μεθ' εαυτού και πολλήν δύναμιν τεταγμένην καθ' εκατοστυίας, ών εκάστης ηγείτο ανήρ, έχων περιτετυλιγμένην εις κοντάριον αγκαλίδα χόρτου και κλάδων. Καλούσι δ' αυτά οι Λατίνοι Μανίπλα, εξ ού και μέχρι τούδε εις τα στρατεύματα μανιπλαρίους τούτους ονομάζουσιν (195). Ο μεν Ρωμύλος λοιπόν εκίνει τους εντός εις αποστασίαν, ο δε Ρωμύλος έφερε στρατόν έξωθεν και ο τύραννος, ούτε πράξας ούτε σκεφθείς τι προς σωτηρίαν του εξ απορίας και ταραχής, συνελήφθη και εφονεύθη. Τα πλείστα τούτων λέγει και ο Φάβιος (196) και ο Πεπαρήθιος Διοκλής, όστις φαίνεται πρώτος συγγράψας «Ρώμης κτίσιν»· και πολλοί μεν ύποπτον θεωρούσιν αυτών το δραματικόν και μυθιστορικόν· Αλλά βλέποντες την τύχην ποία και πόσα δημιουργεί, και αναλογιζόμενοι τα πράγματα των Ρωμαίων, δεν πρέπει να δυσπιστώμεν, διότι δεν θα έφθανον εις τοιαύτην ακμήν δυνάμεως, αν ελάμβανον αρχήν ουχί θείαν, ουδ' έχουσαν μέγα τι και παράδοξον.
Θ. Αφ' ού δ' απέθανεν ο Αμούλιος, και τα πράγματα καθησύχασαν, δεν ηθέλησαν ούτε να κατοικήσωσιν εις την Άλβην, εν όσω δεν ήσαν άρχοντες αυτής, ούτε να γίνωσιν άρχοντες εν όσω έζη ο προς πατρός πάππος των. Διά τούτο, δόντες εις εκείνον την ηγεμονίαν, και τας πρεπούσας τιμάς εις την μητέρα αυτών, απεφάσισαν να κατοικήσωσι κατ' ιδίαν, και να κτίσωσι πόλιν εις το μέρος εις ό κατά πρώτον ετράφησαν. Αύτη ήτον η ευπρεπεστάτη των προφάσεων, όταν, έχοντες περί εαυτούς συνηθροισμένους πολλούς δούλους και αποστάτας, ήτον ίσως ανάγκη ή ν' απολέσωσι πάσαν εξουσίαν, αν αυτοί διεσπείροντο, ή να συγκατοικήσωσιν ιδίως μετ' αυτών. Τω όντι της Άλβης οι κάτοικοι απήτουν να μη συναναμιγώσιν οι αποστάται μεθ' εαυτών, ουδ' ήθελον να τους δεχθώσι πολίτας, και τούτο εδήλωσε πρώτον το περί τας γυναίκας τόλμημα, γενόμενον όχι δι' ύβριν, αλλά δι' ανάγκην, και δι' έλλειψιν εκουσίων γάμων διότι αφ' ού τας ήρπασαν, μεγάλως τας ετίμησαν. Έπειτα δ' αμέσως, άμα κατά πρώτον ιδρύθη η πόλις, κατεσκεύασαν ιερόν καταφύγιον διά τους αποστατούντας, ονομάσαντες αυτά Θεού Ασυλαίου, και εδέχοντο εις αυτό πάντας, μη παραδίδοντες ούτε δούλον εις δέσποτας, ούτε πτωχόν εις δανειστάς, ούτε φονέα εις άρχοντας, αλλά λέγοντες ότι εξασφαλίζουσιν εις όλους την ασυλίαν κατά χρησμόν τινα της Πυθίας. Κατ' αυτόν τον τρόπον επληθύνθη ταχέως η πόλις· διότι αι πρώται εστίαι λέγουσιν ότι δεν ήσαν περισσότεραι των χιλίων. Αλλά ταύτα κατόπιν. Ως δ' ωρμήθησαν προς τον συνοικισμόν, ευθύς ήρχισαν διαφερόμενοι περί του τόπου. Και ο μεν Ρωμύλος έκτισε την καλουμένην Ρώμην κουαδράτην, όπερ εστί τετράγωνον (197) και εκείνον τον τόπον ήθελε να κατοικήση. Ο δε Ρώμος έκτισεν ισχυρόν τι χωρίον του Αβεντίνου, ονομασθέν Ρεμώνιον δι' εκείνον, ήδη δε Ριγνάριον καλούμενον. Συμφωνήσαντες δε ν' αφήσωσι την κρίσιν της φιλονεικίας των εις αισίους οιωνούς, εκάθησαν μακράν ο είς του άλλου, και τότε λέγεται ότι εφάνησαν έξ γύπες εις τον Ρώμον και διπλάσιοι εις τον Ρωμύλον. Άλλοι δε διισχυρίζονται ότι ο μεν Ρώμος αληθώς είδε τα όρνεα, ο δε Ρωμύλος ότι εψεύσθη, και ότι οι δώδεκα εφάνησαν εις αυτόν αφ' ού ήλθεν ο Ρώμος. Διά τούτο οι Ρωμαίοι μέχρι τούδε μεταχειρίζονται τους γύπας εις τας οιωνοσκοπίας των. Ο δε Ποντικός Ηρόδωρος (198) λέγει ότι και ο Ηρακλής έχαιρεν όταν γυψ τω εφαίνετο εις πράξιν τινά· διότι το ζώον τούτο είναι πάντοτε το αβλαβέστατον, μη βλάπτον ουδέν των όσα σπείρουσιν ή βόσκουσιν οι άνθρωποι, αλλά τρέφεται από νεκρών σωμάτων, και ούτε φονεύει τίποτε, ουδέ κακοποιεί τι έχον ψυχήν, και μάλιστα και νεκρών απέχει των άλλων πτηνών, διά την συγγένειαν, εν ώ οι αετοί και αι γλαύκες και οι ιέρακες και ζώντα κτυπώσι τα ομόφυλα πτηνά και τα φονεύουσιν αν και κατ' Αισχύλον
Αγνός δεν είναι όρνις όρνιθα φαγών.
Προσέτι δε, τα μεν άλλα ζώσιν ούτως ειπείν πάντοτε προ οφθαλμών ημών, και φαίνονται διά παντός· ο δε γυψ είναι θέαμα σπάνιον, και νεοσσούς γυπός ευκόλως δεν απαντώμεν διά τούτο καί τινες υπώπτευσαν ότι έξωθεν και εξ άλλης γης πετώσιν ενταύθα, εξαιτίας του σπανίου και μη συνεχούς της αυτών εμφανίσεως, οποίον λέγουσιν οι μάντεις ότι είναι το παρά φύσιν και ουχί αφ' εαυτού φαινόμενον, αλλά στελλόμενον υπό των Θεών.
Ι. Αφ' ού όμως εγνώρισε την απάτην ο Ρώμος, ωργίζετο, και εν ώ έσκαπτεν ο Ρωμύλος την τάφρον δι' ής έμελλε να περικυκλούται το τείχος, άλλα μεν των έργων εχλεύαζεν, εις άλλα δ' έφερεν εμπόδια. Τέλος δε, επήδησεν αυτήν (199) και τότε λέγουσιν ότι ενταύθα εφονεύθη, κτυπηθείς κατά τους μεν υπ' αυτού του Ρωμύλου, κατά τους δε υπό τινος των εταίρων αυτού, καλουμένου Κέλερος. Έπεσε δε και ο Φαυστύλος κατά την μάχην, και ο Πλειστίνος, περί ού ιστορούσιν ότι ήτον αδελφός του Φαυστύλου και ότι συνανέθρεψε τον Ρωμύλον. Και ο μεν Κέλερ μετώκησεν εις Τυρρηνίαν, και απ' εκείνου οι Ρωμαίοι Κέλερας (200) καλούσι τους ταχείς και ορμητικούς. Και τον Κόιντον Μέτελλον (201), διότι, όταν απέθανεν ο πατήρ του, εντός ολίγων ημερών ητοίμασε μονομάχων αγώνας, θαυμάσαντες το τάχος της παρασκευής του, τον επωνόμασαν Κέλερα.
ΙΑ. Ο δε Ρωμύλος εν τη Ρεμονία θάψας τον Ρώμον ομού μετά των τροφέων του, κατώκιζε την πόλιν. Έφερε δ' εκ Τυρρηνίας άνδρας τινάς, οίτινες διά κανόνων και διά γραμμάτων ωδήγουν και εδίδασκον όλα τα έργα, ως αν επρόκειτο περί τελετής (202). Εσκάφη λοιπόν λάκκος στρογγυλός όπου σήμερον είναι το Κομίτιον, και εις αυτόν κατετέθησαν απαρχαί όλων όσα μετεχειρίζοντο, είτε διότι ο νόμος τα εθεώρει καλά, είτε διότι η φύσις τα υπεδείκνυεν ως αναγκαία. Και τέλος, οι έποικοι, φέροντες έκαστος ολίγην γην εκ της χώρας εξ ής ήρχετο, την έρριψαν εντός του λάκκου, και την εμίγνυον. Ονομάζουσι δε τον λάκκον τούτον Μούνδον, καθώς και τον Όλυμπον. Έπειτα δε, ως κύκλον πέριξ κέντρου, περιέγραψαν περί αυτόν την πόλιν. Ο δ' οικιστής, προσαρμόσας εις άροτρον χαλκούν υννίον, και ζεύξας βουν αρσενικόν και δάμαλιν, ωδηγεί το ζεύγος, σκάπτον βαθείαν αύλακα κατά το περίγραμμα. Έργα δε των ακολουθούντων είναι να ρίπτωσιν εις την αύλακα τας βώλους όσας εγείρει το άροτρον, και να μη αφίνωσι καμμίαν να τρέπηται προς τα έξω. Και διά μεν της γραμμής ορίζουσι την θέσιν του τείχους, και ονομάζεται κατά συγκοπήν Πωμήριον (203), οίον όπισθεν τείχος, ή μετά τείχους. Όπου δε θέλουσι ν' ανοίξωσι πύλην, αφαιρούσι το υννίον, εγείρουσι το άροτρον, και αφίνουσι διακοπήν της γραμμής. Διά τούτο θεωρούσιν ως ιερόν παν το τείχος, πλην των πυλών. Αν δ' ενόμιζον και τας πύλας ιεράς, δεν θα εδύναντο, χωρίς να φοβηθώσι τους Θεούς, να δέχωνται και να εκπέμπωσι δι' αυτών πολλά των αναγκαίων και των μη καθαρών.
ΙΒ. Ομολογείται δ' ότι η κτίσις έγινεν ένδεκα ημέρας προ των Καλανδών (204) του μαΐου, και την ημέραν ταύτην εορτάζουσιν οι Ρωμαίοι, γενέθλιον της πατρίδος αυτήν ονομάζοντες. Κατ' αρχάς, ως λέγουσιν, ουδέν έμψυχον εθυσίαζον, αλλ' ενόμιζον ότι έπρεπε να φυλάττωσι καθαράν και αναίμακτον την επώνυμον εορτήν της γενέσεως της πατρίδος. Αλλά και προ της κτίσεως έτι είχον κατ' εκείνην την ημέραν ποιμενικήν τινα εορτήν, και ωνόμαζον αυτήν Παρίλια (205) τώρα δ' αι Ρωμαϊκαί νουμηνίαι κατ' ουδέν συμφωνούσι προς τας Ελληνικάς. Εκείνη δ' η ημέρα, καθ' ήν ο Ρωμύλος έκτιζε την πόλιν, λέγεται ότι έτυχε να είναι αληθής τριακάς (206), και ότι έγινε κατ' αυτήν και εκλειπτική σύνοδος σελήνης και ηλίου (207), ήν νομίζουσιν ότι είδε και Αντίμαχος (208) ο εποποιός της Τέου, κατά το τρίτον έτος της έκτης Ολυμπιάδος. Κατά δε τους καιρούς Ουάρρωνος του φιλοσόφου (209), του πολυμαθεστάτου των Ρωμαίων εις την ιστορίαν, υπήρχεν ο Ταρούτιος, φίλος αυτού, φιλόσοφος μεν κατά τ' άλλα και μαθηματικός, ασχολούμενος δε και εις των γενεθλιακών πινάκων την μέθοδον εξ απλής περιεργείας, και φαινόμενος ότι εις αυτήν ηυδοκίμει. Εις αυτόν επρότεινεν ο Ουάρρων να εύρη της γενέσεως του Ρωμύλου την ημέραν και ώραν, υπολογιζόμενος αυτήν εκ των φημιζομένων περιστάσεων του ανδρός, καθώς διεξάγονται αι λύσεις των γεωμετρικών προβλημάτων διότι εφρόνει, ότι διά της αυτής θεωρίας δι' ής ηξεύροντες την γένεσιν του άνθρωπου δυνάμεθα να προειπώμεν τον βίον αυτού, είναι δυνατόν και, δοθέντος του βίου, να ευρεθή ο χρόνος της γενέσεως (210). Ο Ταρούτιος λοιπόν εξεπλήρωσε την παραγγελίαν, και αναμετρήσας όσα έπραξε και όσα έπαθεν ο Ρωμύλος, και τον καιρόν της ζωής και τον τρόπον του θανάτου αυτού, και όλα τα τοιαύτα συναρμολογήσας, απεφήνατο μετά σπανίας τόλμης και αδιστάκτως, ότι ο Ρωμύλος συνελήφθη το πρώτον έτος της δευτέρας Ολυμπιάδος, την δεκάτην τρίτην ημέραν του αιγυπτιακού μηνός Χοιάκ (211), ώραν τρίτην, καθ' ήν εγένετο παντελής έκλειψις του ηλίου· ότι δ' εγεννήθη κατά μήνα Θωθ (212), την εικοστήν πρώτην ημέραν, περί την ανατολήν του ηλίου· η δε Ρώμη ότι εκτίσθη υπ' αυτού την εννάτην Φαρμουθί (213), μεταξύ της δευτέρας και τρίτης ώρας· διότι φρονούσιν ότι και των πόλεων καθώς και των ανθρώπων η τύχη έχει ωρισμένον τινά καιρόν, ευρισκόμενον εκ της θεωρίας της των αστέρων θέσεως επί της πρώτης κτίσεως αυτών. Αλλ' ίσως ταύτα και τα τοιαύτα ολιγώτερον θέλουσιν ελκύσει τους αναγνώστας δι' ό,τι έχουσι παράδοξον και περίεργον, αφ' ό,τι θέλουσι τους ενοχλήσει ως μυθωδώς απίθανα.
ΙΓ. Αφ' ού λοιπόν εκτίσθη η πόλις, πρώτον μεν διήρεσεν εις συντάγματα στρατιωτικά όλον το πλήθος των ενηλίκων και ήτον έκαστον σύνταγμα εκ τρισχιλίων μεν πεζών, τριακοσίων δ' ιππέων, και ώνομάσθη λεγεών, διότι οι μάχιμοι ήσαν εκλελεγμένοι εξ όλων. Έπειτα δε, τους μεν άλλους έθηκεν εις τάξιν δήμου, και Πωπούλους ωνομάσθη το πλήθος (214). Εκατόν δε τους αρίστους ανέδειξε Βουλευτάς, και αυτούς μεν Πατρικίους, το δε σύστημα αυτών εκάλεσε Σενάτον. Σημαίνει δ' ο Σενάτος (215) αληθώς Γερουσίαν· οι δε βουλευταί εκλήθησαν Πατρίκιοι, κατά τους μεν διότι ήσαν παίδων γνησίων πατέρες, κατ' άλλους δε μάλλον, διότι αυτοί είχον να δείξωσι τους ιδίους αυτών πατέρας, πλεονέκτημα ουχί κοινόν εις πολλούς των όσοι πρώτοι συνέρευσαν εις την πόλιν, και κατ' άλλους εκ της Πατρωνείας, ως ωνόμαζον και ανομάζουσι μέχρι τούδε εισέτι την προστασίαν νομίζοντες ότι Πάτρων τις, εκ των ελθόντων μετά του Ευάνδρου (216), προστατευτικός ων και βοηθητικός προς τους υποδεεστέρους, έδωκεν αφ' εαυτού εις το πράγμα την επωνυμίαν. Αλλά μάλλον ήθελεν επιτύχει τις την αλήθειαν, πιστεύων ότι ο Ρωμύλος τοις έδωκε το όνομα τούτο, απαιτών ότι πρέπει οι πρώτοι και δυνατότατοι να επιμελώνται τους ταπεινοτέρους διά πατρικής φροντίδος και κηδεμονίας, συγχρόνως δε διδάσκων τους άλλους να μη φοβώνται, μηδέ να λυπώνται διά τας τιμάς τας αποδιδομένας εις τους καλητέρους αυτών, αλλά να τους αγαπώσι, και πατέρας να τους νομίζωσι. Διά τούτο και μέχρι τούδε τους συγκλητικούς οι μεν ξένοι ονομάζουσιν άνδρας ηγεμόνας, οι ίδιοι δε Ρωμαίοι, πατέρας συγγεγραμμένους (217), όνομα μεταχειριζόμενοι έχον τιμήν μεν και αξίωμα μέγιστον, φθόνον δ' ελάχιστον πάντων. Και κατ' αρχάς μεν ωνόμασαν αυτούς Πατέρας μόνον· έπειτα δε, επειδή προσετίθεντο περισσότεροι, Πατέρας συγγεγραμμένους, Τούτο ην το σεβαστότερον όνομα δι' ού διέκρινε την διαφοράν μεταξύ του βουλευτικού και του δήμου. Διήρει δε δι' άλλων τους δυνατούς από του πλήθους, τούτους μεν Πάτρωνας ονομάζων, όπερ εστί προστάτας, εκείνους δε Κλίεντας, όπερ εστί πελάτας. Συγχρόνως δ' έδωκεν εις αυτούς αφορμήν μεγάλης ευνοίας, ήτις μεγάλα τοις εξησφάλιζε δίκαια. Διότι οι μεν δυνατοί εγίνοντο εξηγηταί των νόμων, και προστάται των δικαζομένων, και πάντων κηδεμόνες και σύμβουλοι· οι δε του πλήθους επεριποιούντο τούτους, ου μόνον τιμώντες αυτούς, αλλά και τας θυγατέρας των νυμφεύοντες μετ' αυτών, όταν οι δυνατοί ήσαν πένητες, και τα χρέη των εξοφλούντες. Ούτε νόμος δέ τις ούτε άρχων ηνάγκαζέ ποτε προστάτην να μαρτυρήση κατά πελάτου, ή πελάτην κατά προστάτου. Εις τους μεταγενεστέρους δε χρόνους τα μεν άλλα δικαιώματα παρέμεινον, αλλά το να λαμβάνωσιν οι δυνατοί χρήματα παρά των ταπεινοτέρων ενομίσθη αγενές και αισχρόν. Ταύτα λοιπόν περί τούτων.
ΙΔ. Κατά δε τον τέταρτον μήνα μετά την κτίσιν, ως ιστορεί ο Φάβιος, έγινε το τόλμημα της αρπαγής των γυναικών. Και λέγουσι μέν τινες ότι φύσει φιλοπόλεμος ων ο Ρωμύλος, και πεισθείς έκ τινων χρησμών ότι η Ρώμη πέπρωται, διά πολέμων τρεφομένη και αυξάνουσα, να γίνη μεγίστη, αυτός πρώτος μετεχειρίσθη βίαν κατά των Σαβίνων· διότι ούτε έλαβε πολλάς παρθένους, αλλά μόνον τριάκοντα, καθό εις πόλεμον μάλλον αποβλέπων παρά εις γάμους. Τούτο όμως δεν είναι πιθανόν· αλλά βλέπων ότι η πόλις επληρώθη ευθύς εποίκων, εξ ών ολίγοι είχον γυναίκας, οι δε πλείστοι ήσαν μιγάδες εξ ανθρώπων απόρων και ασημάντων, οίτινες διά τούτο περιεφρονούντο, και υπετίθεντο ότι δεν θέλουσι μείνει ασφαλώς εις την πόλιν, ελπίζων δε και ότι το αδίκημα ήθελε χορηγήσει συναναμίξεώς τινα τρόπον και αρχήν συγκοινωνίας μετά των Σαβίνων, όταν ήθελαν ημερώσει τας γυναίκας, επεχείρησε το έργον κατά τούτον τον τρόπον. Διεδόθη πρώτον υπ' αυτού λόγος ότι ανεύρε βωμόν Θεού τινος υπό γην κεκρυμμένον. Ωνόμαζον δε τον Θεόν Κώνσον, είτε όντα Θεόν Βουλαίον, διότι μέχρι τούδε λέγουσι Κωνσίλιον το συμβούλιον, και τους Υπάτους Κωνσούλας, δηλαδή προβούλους· είτε όντα Ίππειον Ποσειδώνα, διότι ο βωμός αυτού κείται εντός του μείζονος των Ιπποδρομίων, αφανής μεν κατά τον άλλον καιρόν, μόνον δε κατά τους ιππικούς αγώνας ανακαλυπτόμενος (218). Άλλοι δε πάλιν λέγουσιν ότι, επειδή τα βουλεύματα εισίν αφανή και απόρθητα, διά τούτο ευλόγως ήτον κεκρυμμένος και του Θεού ο βωμός. Όταν δ' ανευρέθη, τότε ετέλεσεν επ' αυτού ο Ρωμύλος και θυσίαν λαμπράν και αγώνα, και θεάματα πανηγυρικά, αφ' ού τα προανήγγειλε. Και συνήλθον μεν πολλοί άνθρωποι, αυτός δε προέδρευε μετά των αρίστων, πορφυράν χλαμύδα φορών. Σύνθημα δε της επιχειρήσεως ήτον, εγερθείς να διπλώση την χλαμύδα του, και να την φορέση έπειτα πάλιν. Πολλοί λοιπόν, ξίφη έχοντες, προσείχον εις αυτόν, και άμα το σημείον εδόθη, σύραντες τα ξίφη, ώρμησαν μετά βοής, και ήρπασαν τας θυγατέρας των Σαβίνων, αυτούς δε φεύγοντας, τους αφήκαν ανενοχλήτους. Και άλλοι μεν λέγουσιν ότι τριάκοντα μόνον ηρπάγησαν, αφ' ών έλαβον και αι φρατρίαι (219) τα ονόματα αυτών ο δ' Ουαλέριος Αντίας (220), λέγει ότι ηρπάγησαν πεντακόσιαι είκοσι επτά, ο δ' Ιόβας (221) εξακόσιαι ογδοήκοντα τρεις παρθένοι. Μέγα δε δικαιολόγημα του Ρωμύλου είναι ότι γυναίκα ουδεμίαν έλαβον πλην της μόνης Ερσιλίας, περί ής ηπατήθησαν, διότι δεν προέβησαν υβριστικώς και αδίκως εις την αρπαγήν, αλλά διενοήθησαν να συνενώσωσι και συνδέσωσι τα γένη δι' αναποδράστων αναγκών. Περί δε της Ερσιλίας άλλοι μεν λέγουσιν ότι ενυμφεύθη τον Οστίλιον, άνδρα επισημότατον μεταξύ των Ρωμαίων· άλλοι δ' ότι αυτόν τον Ρωμύλον, και ότι εγέννησε τέκνα, μίαν μεν θυγατέρα, ήτις ωνομάσθη Πρίμα διά την τάξιν της γεννήσεώς της, ένα δ' υιόν, όν αυτός μεν ωνόμασεν Αόλλιον, διά την υπ' αυτού συνάθροισιν (222) των πολιτών, αι δε μετά ταύτα τον μετωνόμασαν Αβίλλιον. Και ταύτα μεν ιστορεί Ζηνόδοτος ο Τροιζήνιος (223), αλλά πολλοί τα διαψεύδουσι.
ΙΕ. Μεταξύ δε των αρπασάντων τας παρθένους, λέγεται ότι έτυχον τότε τινές εκ των ασημοτέρων να φέρωσι κόρην έξοχον διά το μέγεθος και το κάλλος της· Απαντώντες δ' αυτούς τινές εκ των καλλητέρων, ήθελον να τοις την αφαιρέσωσι, και τότε αυτοί εκραύγαζον ότι την φέρουσι προς τον Ταλάσιον, νέον άνδρα χρηστόν και επίσημον. Τούτο δ' ακούσαντες εκείνοι, επευφημούντες και χειροκροτούντες επήνουν τον σκοπόν, και στραφέντες οπίσω, παρηκολούθουν, μετ' ευνοίας και χάριτος του Ταλασίου το όνομα αναβοώντες. Έκτοτε οι Ρωμαίοι μέχρι τούδε ψάλλουσιν εις τους γάμους τον Ταλάσιον, ως οι Έλληνες τον Υμέναιον διότι λέγουσιν ότι ο Ταλάσιος ηυτύχησε μετ' εκείνης της γυναικός. Σέξτιος δε Σύλλας ο Καρχηδόνιος, ούτε μουσών εστερημένος ανήρ ούτε χάριτος, έλεγεν εις ημάς, ότι την φωνήν ταύτην έδωκεν ως σύνθημα της αρπαγής ο Ρωμύλος, και όλοι εφώναζον τον Ταλάσιον όσοι έφερον τας παρθένους, και διά τούτο έμεινεν η συνήθεια αύτη κατά τους γάμους. Οι δε πλείστοι νομίζουσι, και εξ αυτών είναι και ο Ιόβας, ότι είναι πρόκλησις και παραίνεσις εις φιλεργίαν και Ταλασίαν, ως εκάλουν των μαλλίων την εργασίαν όταν τα Ιταλικά ονόματα δεν είχον εισέτι επικρατήσει των Ελληνικών (224). Αν δ' ορθώς τούτο λέγηται, και τω όντι μετεχειρίζοντο οι Ρωμαίοι τότε την λέξιν Ταλασία ως ημείς, ημπορεί τις άλλην να εικάση πιθανωτέραν αιτίαν. Όταν οι Σαβίνοι, μετά τον πόλεμον, εσυμβιβάσθησαν προς τους Ρωμαίους, έγινε συνθήκη περί των γυναικών, να μη υπηρετώσιν εις ουδέν άλλο έργον τους άνδρας, εκτός μόνης της ταλασίας. Έμεινε λοιπόν έκτοτε η συνήθεια κατά τους γάμους, οι συγγενείς ή οι παράνυμφοι, ή εν γένει οι παρόντες, να εκφωνώσι παίζοντες τον Ταλάσιον, ως διαμαρτυρόμενοι ότι η γυνή δι' ουδέν άλλο έργον εισέρχεται εις την οικίαν του ανδρός της, πλην διά την ταλασίαν. Διαμένει δε μέχρι τούδε το να μη υπερβαίνη η νύμφη το κατώφλιον του δωματίου οικειοθελώς, αλλά να φέρηται εις αυτό εις τας χείρας άλλων, διότι και εκείναι δεν εισήλθον τότε, αλλά διά της βίας εισήχθησαν. Τινές δε λέγουσιν ότι και το να χωρίζηται η κόμη της νύμφης δι' αιχμής δορατίου, είναι σύμβολον του ότι ο πρώτος γάμος έγινε μετά μάχης και πολεμικώς. Αλλά περί τούτου είπομεν περισσότερα εν τοις Αιτίοις (225). Έγινε λοιπόν της αρπαγής το τόλμημα περί την δεκάτην ογδόην ημέραν του τότε Σεξτιλίου μηνός, όστις ήδη καλείται Αύγουστος, καθ' ήν εορτάζοντο τα Κωνσάλια.
ΙΣΤ. Οι δε Σαβίνοι, πολλοί μεν ήσαν και πολεμικοί, κώμας δε κατώκουν ατειχίστους, διότι άποικοι όντες των Λακεδαιμονίων, προσήκον εφαίνετο να μεγαλοφρονώσι και να μη φοβώνται. Βλέποντες όμως ότι ήσαν δεδεμένοι διά μεγάλων ομήρων, και φοβούμενοι διά τας θυγατέρας των, απέστειλαν πρέσβεις, προκαλούντες συμφωνίας επιεικείς και μετρίας, ν' αποδώση μεν ο Ρωμύλος εις αυτούς τας κόρας, και να επανορθώση το έργον της βίας, μετά ταύτα δε να ενεργήση διά της πειθούς και του νόμου την μεταξύ των γενών φιλίαν και οικειότητα. Ο δε Ρωμύλος, τας μεν κόρας δεν εγκατέλειπε, παρεκίνει δε τους Σαβίνους να δεχθώσι την συνένωσιν· και οι μεν άλλοι έμενον σκεπτόμενοι και προετοιμαζόμενοι· Άκρων δε, ο βασιλεύς των Κενινητών (226) ανήρ θυμώδης και δεινός εις τα πολεμικά, και τα πρώτα τολμήματα του Ρωμύλου είχεν ιδή υπόπτως, και την αρπαγήν των γυναικών θεωρήσας ως πράξιν τοις πάσι φοβεράν, και μη δυναμένην να παροραθή ατιμώρητος, επεχείρησε πόλεμον, και εκινήθη κατ' αυτού μετά πολλής δυνάμεως· ομοίως δ' εκινήθη κατ' εκείνου και ο Ρωμύλος. Άμα δ' έφθασαν πλησίον αλλήλων, και είδον ο είς τον άλλον, προυκαλούντο αμοιβαίως εις μάχην, εν ώ τα στρατεύματα ένοπλα, έμενον ηρεμούντα. Υποσχεθείς δ' ο Ρωμύλος εις τον Δία αν νικήση και κατατροπώση τον εχθρόν, να φέρη αυτός εις τον Θεόν τα όπλα του νικηθέντος και να τω τ' αναθέση, αυτόν μεν ενίκησε και κατετρόπωσε, το δε στράτευμα, έτρεψεν εις φυγήν πολεμήσας, και την πόλιν εκυρίευσε· δεν έβλαψεν όμως όσους συνέλαβεν εντός αυτής, αλλά τοις διέταξε μόνον να κρημνίσωσι τας οικίας των και να τον ακολουθήσωσιν εις την Ρώμην, γινόμενοι πολίται αυτής κατ' ισονομίαν. Είναι δε τούτο το κυρίως αυξήσαν την Ρώμην, ότι πάντοτε προσελάμβανεν ους ενίκα και τους διένεμε μεταξύ των πολιτών. Ο δε Ρωμύλος, διά να εκπληρώση την υπόσχεσίν του κατά τρόπον όσον ευχαριστότερον εις τον Δία και τερπνότερον εις τους οφθαλμούς των πολιτών, παρατηρήσας εις το στρατόπεδον μεγάλην δρυν, την έκοψε και την εμόρφωσεν ως τρόπαιον, και διέθεσε και εκρέμασε πέριξ εν τάξει έκαστον των όπλων του Άκρωνος· ο ίδιος δε περιεζώθη μεν τον χιτώνα, έστεψε δε διά δάφνης την κεφαλήν του φέρουσαν κόμην, και κρατών κάτωθεν το τρόπαιον ορθόν, στηριζόμενον εις τον δεξιόν ώμον του, εβάδιζε ψάλλων πρώτος επινίκιον παιάνα, και παρακολουθούμενος από παντός του στρατού ενόπλου, προς χαράν και θαυμασμόν των υποδεχομένων αυτόν πολιτών. Αύτη η πομπή εγένετο αρχή και μιμήσεως αφορμή των μετά ταύτα θριάμβων· το δε τρόπαιον επωνομάσθη του Φερετρίου Διός ανάθημα, διότι οι Ρωμαίοι το πληγώνω λέγουσι Φερίρε, ο δε Ρωμύλος είχεν ευχηθή να πληγώση τον άνδρα και να τον καταβάλη. Τα δ' «Οπίμια σκύλα», λέγει ο Ουάρρων (227) ότι ωνομάσθησαν εκ του ότι και την περιουσίαν Όπεμ καλούσι· πιθανώτερον όμως δύναται να ειπή τις διά την πράξιν, καθότι το έργον ονομάζεται Όπους. Δίδεται δε καθιέρωσις Οπιμίων εις ανδραγαθήσαντα στρατηγόν, όστις εφόνευσε στρατηγόν ιδιοχείρως, και τούτου ηξιώθησαν τρεις μόνον Ρωμαίοι αρχηγοί, πρώτος ο Ρωμύλος, φονεύσας τον Κενινήτην Άκρωνα· δεύτερος ο Κορνήλιος Κόσσος (228), θανατώσας τον Τυρρηνόν Τολούμνιον· τελευταίος δ' ο Κλαύδιος Μάρκελλος (229), νικήσας τον Βριτόμαρτον, βασιλέα των Γαλατών. Και ο μεν Κόσσος και ο Μάρκελλος εισήρχοντο εις την Ρώμην επί τεθρίππων αμαξών, κρατούντες αυτοί τα τρόπαια. Περί δε του Ρωμύλου δεν λέγει ορθώς ο Διονύσιος (230) ότι μετεχειρίσθη άμαξαν διότι ιστορούσιν ότι πρώτος μεταξύ των βασιλέων ο Ταρκύνιος, ο υιός του Δημαράτου (231), ύψωσε τους θριάμβους εις το σχήμα τούτο και εις τον όγκον. Άλλοι δε λέγουσιν ότι πρώτος ετέλεσε θρίαμβον εφ' άρματος ο Ποπλικόλας (232). Του δε Ρωμύλου δύναταί τις να ιδή εις την Ρώμην τας εικόνας, φερούσας το τρόπαιον, αλλά πάσας πεζάς.