ΙΖ. Μετά δε την άλωσιν των Κενινητών, εν ώ ητοιμάζοντο ακόμη οι άλλοι Σαβίνοι, συνησπίσθησαν κατά των Ρωμαίων οι κατοικούντες την Φιδήνην, το Κρουστουμέριον και την Αντέμναν και πολεμήσαντες και νικηθέντες, αφήκαν τον Ρωμύλον να κυριεύση τας πόλεις, και να διανείμη την χώραν των, και να μετοικήση αυτούς εις την Ρώμην. Διένειμε δ' ο Ρωμύλος την μεν λοιπήν χώραν εις τους πολίτας· όσην δ' είχον οι πατέρες των ηρπασμένων κορών, αυτήν την αφήκεν εις αυτούς τους ιδίους. Προς ταύτα όμως δυσαρεστούμενοι οι λοιποί Σαβίνοι, εξελέξαντο στρατηγόν τον Τάτιον, και εξεστράτευσαν κατά της Ρώμης. Επλησιάζετο δε δυσκόλως η πόλις, διότι είχον ως προμαχώνα το νυν Καπιτώλιον, έχον φρουράν, και φρούραρχον τον Ταρπήιον, ουχί Ταρπηίαν παρθένον, ώς τινες λέγουσιν, ευήθη τον Ρωμύλον αποδεικνύοντες. Ήτον δ' η Ταρπηία θυγάτηρ του φρουράρχου, και επρόδωκεν εις τους Σαβίνους το φρούριον, επιθυμήσασα χρυσά βραχιόλια Ά είδεν αυτούς φορούντας, και εζήτησεν εις μισθόν της προδοσίας της ό,τι εφόρουν εις τας αριστεράς αυτών χείρας. Εις τούτο δε συγκατετέθη ο Τάτιος, και τότε ανοίξασα μίαν πύλην, εδέχθη τους Σαβίνους. Δεν είπε δε μόνος, ως φαίνεται, ο Αντίγονος (233) ότι οι άνθρωποι αγαπώσι μεν τους προδίδοντας, μισούσι δε τους προδόσαντας· ουδ' ο Καίσαρ μόνος είπεν επί του Θρακός Ρυμιτάλκου (234) ότι αγάπα μεν την προδοσίαν μισεί δε τον προδότην· αλλά κοινώς τούτο συμβαίνει εις τους έχοντας ανάγκην των πονηρών, καθώς εις τους χρειαζομένους χολήν και φαρμάκιον των θηρίων, ότι αγαπώσι μεν την απ' αυτών ωφέλειαν όταν την λαμβάνωσιν, αποστρέφονται δε την κακίαν των όταν την επιτύχωσι. Τούτο συνέβη και εις τον Τάτιον ως προς την Ταρπηίαν, διατάξαντα εις τους Σαβίνους να ενθυμηθώσι τας υποσχέσεις των, και να μη δειχθώσι φειδωλοί ουδενός εξ όσων είχον εις τας αριστεράς των. Και αμέσως, αφαιρέσας πρώτος το βραχιόλιον και την ασπίδα του, τα έρριψε κατ' αυτής. Έπραξαν δ' όλοι το ίδιον, και αυτή υπό του χρυσού προσβαλλομένη, και πλακωθείσα υπό των ασπίδων, απέθανεν υπό το πλήθος ομού και το βάρος. Κατεδικάσθη δε και ο Ταρπήιος διά προδοσίαν, και εδιώχθη υπό του Ρωμύλου, ως λέγει ο Ιόβας (235) ότι διηγείται ο Γάλβας Σουλπίκιος (236). Μεταξύ δε των άλλα περί της Ταρπηίας ιστορούντων, απίθανα λέγουσιν οι διηγούμενοι ότι ήτον θυγάτηρ Τατίου του ηγεμόνος των Σαβίνων, και ότι διά βίας συνοικούσα μετά του Ρωμύλου, έκραξε και έπαθε ταύτα υπό του πατρός της. Είς τούτων είναι και ο Αντίγονος (237). Σιμύλος δ' ο ποιητής (238) και φλυαρεί εντελώς φρονών ότι η Ταρπηία επρόδωκε το Καπιτώλιον όχι εις τους Σαβίνους, αλλ' εις τους Κελτούς, ερασθείσα του βασιλέως αυτών. Λέγει δε ταύτα·
Καπιτολίων πετρών η Ταρπεία πλησίον οικούσα,
καταστροφεύς των τειχών ήτον της Ρώμης αυτή,
ότι δεσμούς νυμφικούς του Κελτών βασιλέως ποθούσα,
των πατρικών οικιών άπιστος ήτον φρουρός.
Και μετ' ολίγον περί του θανάτου της·
Ούτε οι Βόιοι, ούτε Κελτών τ' απειράριθμα έθνη
κτείναντες, είχον αυτήν ρίψ' εις του Πάδου τον ρουν,
αλλ' εξ ανδρείων χειρών τα βαρέα σωρεύσαντες όπλα,
εις την αθλίαν δεινήν έδωκαν φόνου στολήν.
ΙΗ. Επειδή δ' εκεί ετάφη η Ταρπηία, ωνομάσθη και ο λόφος Ταρπήιος, έως ότου ο βασιλεύς Ταρκύνιος αφιέρωσε τον τόπον εις τον Δία, και τότε μετεκομίσθησαν τα λείψανα, και εξέλιπε το όνομα της Ταρπηίας. Αλλά μέχρι τούδε πέτραν τινά εν τω Καπιτωλίω ονομάζουσι Ταρπηίαν, και απ' αυτής εκρήμνιζον τους κακούργους. Αφ' ού δ' εκυριεύθη η ακρόπολις υπό των Σαβίνων, ο μεν Ρωμύλος οργιζόμενος προυκάλει εις μάχην αυτούς, ο δε Τάτιος ην πλήρης θάρρους, βλέπων ότι αν εβιάζοντο εις φυγήν, θα είχον οχυρόν καταφύγιον διότι ο μεταξύ τόπος, εις όν έμελλον να συναντηθώσιν, υπό πολλών λόφων περιστοιχιζόμενος, εφαίνετο ότι ήθελε καταστήσει εις αμφοτέρους την μάχην οξείαν και δύσκολον διά της χώρας το δύσβατον, τας δε φυγάς και τας καταδιώξεις συντόμους εις τα στενά χωρία. Έτυχε δε, ολίγας ημέρας πριν, να λιμνάση ποταμός, και να μείνη βάλτος βαθύς και τυφλός εις μέρη επίπεδα, όπου κείται η αγορά σήμερον, όν δύσκολον ην να διακρίνη τις, ως και να προφυλαχθή απ' αυτού, και επικίνδυνος εν γένει και ύπουλος. Προς τούτον εφέροντο οι Σαβίνοι εξ απειρίας, αλλά τύχη καλή τους έσωσε· διότι ο Κούρτιος, ανήρ επίσημος, διά την δόξαν του καυχώμενος και υπεροπτικός, επροχώρει πολύ εμπρός των άλλων. Τούτου ο ίππος έπεσεν εις το βάραθρον, αυτός δε, κτυπών αυτόν και φωνάζων, επροσπάθει να τον εξαγάγη· αλλά βλέπων ότι ήτον αδύνατον, αφήκε τον ίππον, και εσώθη φεύγων ο ίδιος, και ο τόπος απ' αυτού ονομάζεται έτι και νυν «Κούρτιος λάκκος ». Προφυλαχθέντες δ' ούτως οι Σαβίνοι εκ του κινδύνου, επολέμησαν ισχυράν μάχην, ήτις ουδένα απέδειξε νικητήν, αν και πολλοί έπεσον, εν οίς και ο Οστίλλιος, όστις λέγεται ότι ην ανήρ της Ερσιλίας, και πάππος Οστιλλίου, του βασιλεύσαντος μετά τον Νουμάν. Έγινον δε και πολλαί μετά ταύτα συγκρούσεις, αλλ' ως είναι φυσικόν, λόγος γίνεται περί μιας κυρίως, της τελευταίας, καθ' ήν ο Ρωμύλος, κτυπηθείς εις την κεφαλήν υπό λίθου, εκινδύνευσε να πέση, και έπαυσε την προς τους Σαβίνους αντίστασιν οι δε Ρωμαίοι ενέδωκαν, και ετράπησαν εις φυγήν προς το Παλάτιον, εκδιωκόμενοι από τα επίπεδα μέρη. Αναλαβών όμως εκ της πληγής ο Ρωμύλος, ήθελε να δράμη εις τα όπλα, αντιταττόμενος εις τους φεύγοντας, και ισχυρώς κράζων, τους παρεκάλει να σταθώσι και να πολεμήσωσιν. Αλλά πολλή ήτον η φυγή πέριξ του, και ουδείς ετόλμα να στραφή οπίσω. Τότε υψώσας τας χείρας εις τον ουρανόν, ηυχήθη εις τον Δία να σταματήση το στράτευμα, και να μη αφήση να πέσωσι τα πράγματα των Ρωμαίων, αλλά να τ' ανορθώση. Ως δ' ετελείωσεν η ευχή, πολλούς εκυρίευσεν εντροπή προς τον βασιλέα, και δι' αιφνηδίου μεταβολής ανέλαβον θάρρος οι φεύγοντες. Και πρώτον μεν εστάθησαν, όπου σήμερον ίδρυται ο ναός του Διός του Στάτωρος, όστις δύναται να μεταφρασθή «Επιστάσιος»· έπειτα δε, συνασπισθέντες πάλιν, απώθησαν τους Σαβίνους οπίσω εις την θέσιν ήτις σήμερον ονομάζεται Ρήγια, και εις το ιερόν της Εστίας.
ΙΘ. Εκεί δ' εν ώ ητοιμάζοντο διά να πολεμήσωσιν ως εξ αρχής πάλιν, τους ανεχαίτισε θέαμα καταπληκτικόν, και όψις λόγου παντός ανωτέρα. Αι ηρπασμέναι των Σαβίνων θυγατέρες εφάνησαν άλλαι άλλοθεν μετά βοής ορμώσαι και μετ' αλαλαγμού διά των όπλων και των νεκρών, ως υπό Θεού εμπνεόμεναι, προς τους άνδρας αυτών και προς τους πατέρας· και άλλαι μεν έφερον νήπια παιδία εις τας αγκάλας, άλλαι δ' εδείκνυον λελυμένην την κόμην των, και πάσαι εκάλουν διά των φιλτάτων ονομάτων ποτέ μεν τους Σαβίνους, ποτέ δε τους Ρωμαίους. Εκ τούτου λοιπόν συνεκινήθησαν αμφότεροι, και εχωρίσθησαν αφέντες αυτάς να προχωρήσωσιν εις το μέσον της παρατάξεως· και πολύς κλαυθμός ηγέρθη παρ' αυτοίς, και πολύς τους κατέλαβεν οίκτος προς το θέαμα, και έτι μάλλον προς τους λόγους, οίτινες, αρχόμενοι από δικαίων και θαρραλέων νουθεσιών, απέληγον εις δεήσεις και ικεσίας. «Τι κακόν, έλεγον, σας εκάμαμεν, κατά τι σας εβλάψαμεν, ώστε τόσα φοβερά δεινά επάθομεν και τόσα πάσχομεν ήδη; και ηρπάσθημεν μεν βιαίως και παρανόμως υπό των ανδρών οίτινες μας έχουσιν ήδη, αρπασθείσαι δε ημελήθημεν επί τοσούτον χρόνον υπό των αδελφών και των πατέρων ημών, όσος ήρκεσε να συνδέση ημάς διά μεγίστων αναγκών προς τους ασπονδοτάτους εχθρούς, και να μας κάμη να φοβώμεθα σήμερον υπέρ των παρανόμων ημών βιαστών όταν μάχωνται, και να κλαίωμεν όταν αποθνήσκωσι· διατί δεν ήλθατε να μας απαλλάξητε, όταν ήμεθα παρθένοι, από των αδικούντων ημάς, αλλ' ήδη αποσπάτε συζύγους από τους άνδρας των και μητέρας από τα τέκνα των, χορηγούντες εις ημάς τας αθλίας βοήθειαν οικτροτέραν της αμελείας και της προδοσίας εκείνης; Ούτως ηγαπήθημεν υπ' εκείνων, ούτως ελεούμεθα υφ' υμών. Αν επολεμήτε δι' άλλην αιτίαν, έπρεπε να παύσητε τον πόλεμον, αφ' ού δι' ημών εγίνατε πενθεροί και πάπποι και οικείοι των πολεμίων σας· αν δ' ο πόλεμος υπέρ ημών γίνεται, λάβετε ημάς μετά των γαμβρών και των τέκνων, και απόδοτε εις ημάς τους πατέρας και τους συγγενείς, μηδέ μας στερήσητε, σας παρακαλούμεν, των παιδίων και των ανδρών ημών, διά να μη γίνωμεν και εκ δευτέρου αιχμάλωτοι». Τοιαύτα πολλά έλεγεν η Ερσιλία και παρεκάλουν αι άλλαι· και τότε εγένοντο ανακωχής σπονδαί, και ήλθον εις συνδιαλέξεις οι στρατηγοί· εν τούτοις δ' αι γυναίκες έφερον τους άνδρας και τα τέκνα των εις τους πατέρας και εις τους αδελφούς, και προσέφερον τροφήν και ποτόν εις τους έχοντας ανάγκην αυτών, και εθεράπευον τους τετρωμένους, φέρουσαι αυτούς εις τους οίκους των, και τοις έδιδον αφορμήν να ιδώσιν ότι αύται ήρχον εις την οικίαν, οι δε άνδρες ότι είχον πάσαν προσήλωσιν εις αυτάς, και ότι ταις απέδιδον πάσαν τιμήν και αγάπην. Διά ταύτα εσυνθηκολόγησαν ώστε αι μεν γυναίκες, όσαι ήθελον, να μείνωσι μετά των εχόντων αυτάς, ελεύθεραι, ως ερρέθη, παντός έργου και πάσης υπηρεσίας, πλην της παρασκευής των ερίων· να κατοικώσι δε κοινώς την πόλιν οι Ρωμαίοι και οι Σαβίνοι, και να καλήται Ρώμη η πόλις διά τον Ρωμύλον, Κυρίται δε να λέγωνται πάντες οι Ρωμαίοι διά το όνομα της του Τατίου πατρίδος· να βασιλεύωσι δε και να στρατηγώσιν ομού οι δύω ούτοι ηγεμόνες. Το μέρος δ' όπου εγένοντο αι συνθήκαι αύται καλείται μέχρι τούδε Κομίτιον, διότι οι Ρωμαίοι λέγουσι κομίρε το συνέρχεσθαι.
Κ. Επειδή δ' εδιπλασιάσθη η πόλις, προσετέθησαν εις τους Πατρικίους εκατόν Σαβίνοι· αι δε λεγεώνες εγένοντο εκ πεζών μεν εξακισχιλίων, ιππέων δ' εξακοσίων. Φυλάς δε συστήσαντες τρεις, ωνόμασαν τους μεν από του Ρωμύλου «Ραμνήνσης», τους δ' από του Τατίου «Τατιήνσης» τους δε τρίτους «Λουκερήνσης», από του άλσους εις ό πολλοί κατέφυγον, διότι εδόθη εις αυτό ασυλία, και ούτω κατετάχθησαν εις την πολιτείαν ονομάζουσι δε τα άλση Λούκους. Ότι δε τρεις ήσαν αι φυλαί, τούτο μαρτυρεί και το όνομα αυτών διότι μέχρι τούδε Τρίβους καλούσι τας φυλάς, και τους φυλάρχους Τριβούνους. Έκαστη δε φυλή είχε δέκα φρατρίας, περί ών τινες λέγουσιν ότι ήσαν επώνυμοι εκείνων των γυναικών. Αλλά τούτο φαίνεται ψευδές, διότι πολλαί έχουσιν εκ χωρίων τας ονομασίας των. Αληθές όμως είναι ότι πολλά εκανόνισαν εις τιμήν των γυναικών, εν οίς εισί και ταύτα· να υποχωρώσιν εις τας οδούς όταν τας απαντώσιν, ουδείς δε να λέγη λόγον αισχρόν εμπρός γυναικός, ή να φαίνηται γυμνός, ουδεμία να καταγγέλληται εις τα φονικά δικαστήρια· να φορώσι δε και οι παίδες αυτών την καλουμένην «Βούλλαν», περιδέραιον όμοιον κατά το σχήμα προς πομφόλυγα, έχον δε πορφυρούν γύρον πέριξ (239). Δεν συνεσκέπτοντο δ' οι βασιλείς ευθύς κοινώς μετ' αλλήλων, αλλ' έκαστος αυτών πρότερον ίδιαιτέρως μετά των εκατόν, και μετά ταύτα μόνον συνήγον όλους ομού. Κατώκει δ' ο μεν Τάτιος όπου είναι ήδη ο ναός της Μονήτης (240), ο δε Ρωμύλος πλησίον εις τους λεγομένους Βαθμούς καλής ακτής, οίτινες εισί παρά την κατάβασιν την εκ του Παλατίου εις τον μέγαν ιππόδρομον. Ενταύθα λέγουσιν ότι εβλάστησε και η ιερά κράνεια, μυθολογούντες ότι ο Ρωμύλος, δοκιμάζων ποτέ τας δυνάμεις του, ηκόντισε λόγχην από του Αβεντίνου, έχουσαν ξύλον κρανείας· ενεπήχθη δ' η αιχμή τοσούτον βαθέως, ώστε πολλοί εδοκίμασαν να την ανασπάσωσιν, αλλ' ουδείς το κατώρθωσεν· η δε γη ότι, γόνιμος ούσα, εδέχθη το ξύλον, και βλαστούς ανέπεμψε, και έθρεψεν ισχυρόν κρανείας στέλεχος. Τούτο φυλάττοντες οι διάδοχοι του Ρωμύλου, και σεβόμενοι ως έν των αγιωτάτων ιερών, το περιετείχισαν. Αν δ' ήθελε φανή είς τινα των προσερχομένων ότι δεν ήτο θαλερόν και χλωρόν, αλλ' ότι ατροφούν εμαραίνετο, ευθύς αυτός ειδοποίει περί τούτου μετά κραυγών όσους απήντα, και εκείνοι, ως εις πυρκαϊάν βοηθούντες, εφώναζον ύδωρ, και συνέτρεχον πανταχόθεν, αγγεία πλήρη φέροντες εις τον τόπον. Λέγεται δ' ότι όταν ο Γάιος Καίσαρ επεσκεύαζε τας προς αυτό αναβάσεις, οι τεχνίται περισκάπτοντες τα πλησίον, έβλαψαν εξ απροσεξίας τας ρίζας, και το φυτόν εμαράνθη.
ΚΑ. Μήνας δ' εδέχθησαν οι Σαβίνοι τους των Ρωμαίων, και περί αυτών όσα ήσαν αναγκαία εγράφησαν εις τον βίον του Νουμά (241). Τας ασπίδας δε μετεχειρίσθη ο Ρωμύλος εκείνων, και μετέβαλε τον ίδιον εαυτού οπλισμόν και τον των Ρωμαίων, οίτινες πρότερον έφερον ασπίδας αργολικάς. Μετείχον δε των εορτών και των θυσιών αλλήλων, μη αφαιρέσαντες μεν όσας εώρταζον άλλοτε τα γένη, προσθέντες δε και άλλας νέας, εξ ών είναι και η των Ματρωναλίων, προσδιορισθείσα διά τας γυναίκας (242), ένεκα της παύσεως του πολέμου, και η των Καρμενταλίων. Νομίζουσι δέ τινες ότι η Καρμέντα είναι μοίρα, κυρία της γεννήσεως των ανθρώπων, δι' ό και τιμώσιν αυτήν αι μητέρες. Άλλοι δε φρονούσιν ότι η γυνή (243) του Αρκάδος Ευάνδρου (244), ούσα μαντική, και εν ενθουσιασμώ εμμέτρους χρησμούς απαγγέλλουσα, επωνομάσθη Καρμέντα, διότι Κάρμινα καλούσι τας ποιήσεις. Ήτον δε το κύριον όνομα αυτής Νικοστράτη. Και εις τούτο μεν πάντες συμφωνούσι· την Καρμένταν όμως τινές ερμηνεύουσι πιθανώτερον εκ της ενθουσιαστικής παραφροσύνης· διότι το «στερείσθαι» λέγουσι Κάρηρε, Μέντεμ δε τον «νουν» ονομάζουσι. Περί δε των Παριλίων ωμιλήσαμεν ήδη. Τα δε Λουπερκάλια, ως εκ του καιρού μεν καθ' όν πανηγυρίζονται δύνανται να υποτεθώσιν ότι σημαίνουσι «Καθάρσια», διότι τελούνται κατά τας αποφράδας ημέρας του Φεβρουαρίου μηνός, όν δύναταί τις να εξηγήση «Καθάρσιον», και την ημέραν εκείνην ωνόμαζον το πάλαι Φεβράτην· σημαίνει δε το όνομα της εορτής ελληνιστί Λύκια (245), και διά τούτο φαίνεται ότι είναι τελετή παμπάλαιος από των Αρκάδων των μετά του Ευάνδρου. Αλλά τούτο είναι νέα ιδέα (246), διότι το όνομα δύναται να παρήχθη και εκ της λυκαίνης, καθ' όσον βλέπομεν τους Λουπέρκους (247) αρχομένους να τρέχωσιν εκείθεν, όπου λέγεται ότι είχεν εκτεθή ο Ρωμύλος. Τα δε γινόμενα κατά την εορτήν καθιστώσι δυσνόητον την αιτίαν διότι σφάζουσιν αίγας, έπειτα φέρουσι δύω μειράκια εξ ευγενών, και εγγίζουσι το μέτωπον αυτών διά της μαχαίρας ηματωμένης· άλλοι δε τους σπογγίζουσιν ευθύς, έχοντες έριον βρεγμένον εις γάλα, και τα μειράκια πρέπει να γελάσωσιν αμέσως αφ' ού σπογγισθώσι. Μετά δε τούτο, κόπτοντες τα δέρματα των αιγών, τρέχουσι γυμνοί, και περιζώματα μόνον φορούντες, και διά των λωρίων κτυπώσιν οποίον απαντήσωσι. Δεν φεύγουσι δε το κτύπημα ουδ' αι ενήλικες γυναίκες, διότι νομίζουσιν ότι συντελεί εις την κύησιν και την καλήν των ελευθερίαν. Ίδιον δ' είναι της εορτής και το να θυσιάζωσι κύνα οι Λούπερκοι. Βούτας δέ τις, γράψας ελεγεία (248) περί των μυθωδών αιτιών των ρωμαϊκών εθίμων, λέγει ότι όταν ο Ρωμύλος ενίκησε τον Αμούλιον, ήλθε τρέχων μετά χαράς εις τον τόπον, όπου η λύκαινα τους εθήλασε νήπια, και ότι η εορτή τελείται εις μίμησιν του τρεξίματος, και τρέχουσιν οι ευγενείς
« Τύπτοντες ούς απαντώσιν, ως ο Ρώμυλος και Ρέμος
ώρμων εξ Άλβης ποτέ, έχοντες ξίφος οξύ»,
και ότι το μεν να εγγίζωσι το μέτωπον διά του ηματωμένου ξίφους, είναι σύμβολον του τότε φόνου και κινδύνου, το δε να καθαρίζωνται διά του γάλακτος, της τροφής αυτών. Ο δε Γάιος Ακίλιος (249) ιστορεί ότι προ της κτίσεως εχάθησαν τα θρέμματα του Ρωμύλου, όστις, ευχηθείς εις τον Φαύνον, έτρεξε γυμνός εις αναζήτησίν των διά να μη ενοχλήται υπό του ιδρώτος, και διά τούτο περιτρέχουσι γυμνοί και οι Λούπερκοι. Ως δε προς τον κύνα, δύναταί τις να ειπή, αν μεν η θυσία ήτον καθαρμός, ότι εθυσιάζετο ως καθαρτήριος· διότι και οι Έλληνες εις τας τελετάς των καθαρμών προσφέρουσι σκυλάκια, και πολλάκις μεταχειρίζονται τα λεγόμενα «περισκυλακισμούς». Αν δ' ετέλουν αυτήν ως ευχαριστήριον εις την λύκαιναν, και εις ευγνωμοσύνην διά την τροφήν και την σωτηρίαν του Ρωμύλου, δεν είναι άτοπον ότι σφάζουσι κύνα· διότι ο κύων είναι του λύκου πολέμιος· εκτός αν άλλως τιμωρήται το ζώον ως ενοχλούν τους Λουπέρκους όταν τρέχωσι.
ΚΒ. Λέγεται δ' ότι ο Ρωμύλος εισήγαγε πρώτος και την του πυρός καθιέρωσιν, καταστήσας ιεράς παρθένους αυτού, Εστιάδας ονομαζομένας (250). Άλλοι δε τούτο μεν αναφέρουσιν εις τον Νουμάν, ως προς τα λοιπά δε λέγουσιν ότι ο Ρωμύλος ήτον λίαν θεοσεβής, και προσέτι και της μαντικής έμπειρος, και ότι διά την μαντικήν εκράτει το καλούμενον Λίτυον. Είναι δε τούτο ράβδος καμπύλη, δι' ής οι καθήμενοι διά να οιωνοσκοπήσωσι διαγράφουσι τας διαιρέσεις του ουρανού. Λέγεται δ' ότι εφυλάττετο τούτο εις το Παλάτιον, και απωλέσθη κατά τα Κελτικά, όταν εκυριεύθη η πόλις· όταν δε πάλιν εδιώχθησαν οι βάρβαροι, ότι ευρέθη εντός τέφρας βαθείας αβλαβές από του πυρός, εν ώ όλα τ' άλλα πράγματα είχον βλαβή και καταστραφή. Έθηκε δε και νόμους, εξ ών αυστηρός είναι ο μη συγχωρών εις γυναίκα να χωρίζηται τον άνδρα της, επιτρέπων όμως εις τον άνδρα ν' αποβάλλη την γυναίκα του, αν φαρμακεύση τα τέκνα της, αν μεταχειρίζηται αντικλείδια, ή αν φανή άπιστος προς αυτόν· αν δ' άλλως ήθελε την αποπέμψει, μέρος μεν της περιουσίας του να είναι της γυναικός, μέρος δε ν' αφιερούται εις την Δήμητραν· ο δε πωλήσας την γυναίκα του, να θυσιάζηται εις τους χθονίους Θεούς. Περίεργον δ' είναι ότι ουδεμίαν ποινήν ώρισε κατά των πατροκτόνων, λέγων ότι πάσα ανδροφονία είναι πατροκτονία, και θεωρών εκείνο μεν ως αποτρόπαιον, τούτο δ' ως αδύνατον. Και επί πολύν μεν χρόνον εφάνη ότι ορθώς εθεώρησεν ως αδύνατον την τοιαύτην αδικίαν διότι ουδείς έπραξε τοιούτον έγκλημα εις την Ρώμην, εις διάστημα εξακοσίων ετών. Πρώτος όμως μετά τον Αννιβαϊκόν πόλεμον ιστορείται ο Λεύκιος Όστιος ότι έγινε πατροκτόνος. Και ταύτα μεν ικανά περί τούτων.
Κ.Γ. Το δε πέμπτον έτος της βασιλείας του Τατίου, οικείοι τινές και συγγενείς αυτού απαντήσαντες καθ' οδόν πρέσβεις οίτινες μετέβαινον εκ Λαυρεντού εις την Ρώμην, επεχείρησαν να τοις αφαιρέσωσι τα χρήματά των, και επειδή αυτοί δεν άφηνον αλλ' ανθίσταντο, τους εφόνευσαν. Επειδή δε το τόλμημα ήτον στυγερόν, ο Ρωμύλος εφρόνει ότι πρέπει οι εγκληματίαι να τιμωρηθώσιν ευθύς, ο δε Τάτιος ανέβαλλε την απόφασιν και εχρονοτρίβει. Τούτο υπήρξε το μόνον αίτιον φανεράς διαιρέσεως μεταξύ των κατά δε τα λοιπά μετριοπαθώς όσον το δυνατόν διακείμενοι, εκυβέρνων από κοινού και μεθ' ομονοίας. Οι δε των φονευθέντων συγγενείς, στερούμενοι του δικαίου των ένεκα του Τατίου, επιπίπτουσι κατ' αυτού, εν ώ ετέλει θυσίαν μετά του Ρωμύλου εν Λαβινίω (251), και τον φονεύουσι· τον Ρωμύλον δε, ως άνδρα δίκαιον, προέπεμψαν μετ' ευφημιών. Ούτος δε, το μεν σώμα του Τατίου κομίσας έθαψεν εντίμως, και κείται περί το καλούμενον Αρμιλούστριον (252) εις το Αβεντίνον, την δε τιμωρίαν του φόνου εντελώς παρημέλησε. Τινές δε των συγγραφέων ιστορούσιν ότι η μεν πόλις των Λαυρεντίων φοβηθείσα παρέδωκε τους φονείς του Τατίου, ο Ρωμύλος όμως ότι τους αφήκεν, ειπών ότι ο φόνος εξηγοράσθη διά του φόνου. Τούτο έδωκεν αφορμήν εις λόγους και υποψίας, ότι τον ηυχαρίστησε το συμβάν το απαλλάξαν αυτόν από του συνάρχοντος· όμως ο Ρωμύλος ουδέν εκ των πραγμάτων διετάραξεν, ουδ' έφερεν αναστατώσεις εις τους Σαβίνους· αλλ' οι μεν αγάπην τρέφοντες προς αυτόν, οι δε φοβούμενοι την δύναμίν του, και άλλοι ως Θεόν αυτόν θεωρούντες, εξηκολούθουν ευνοούντες αυτόν και θαυμάζοντες. Και των ξένων πολλοί εθαύμαζον τον Ρωμύλον. Οι αρχαιότεροι κατοικούντες τον τόπον Λατίνοι (253), πέμψαντες προς αυτόν, εσυμφώνησαν φιλίαν και συμμαχίαν· εκυρίευσε δε τας Φιδήνας, πόλιν γειτνιάζουσαν εις την Ρώμην, ως μέν τινες λέγουσι, πέμψας εξαίφνης τους ιππείς, και διατάξας αυτούς να κόψωσι των πυλών τους στρόφιγγας, έπειτα δε φανείς αυτός απροσδοκήτως· άλλοι δε λέγουσιν ότι πρώτοι εκείνοι εισώρμησαν και ελεηλάτησαν και έβλαψαν μεγάλως την χώραν και το προάστειον, ο δε Ρωμύλος ότι στήσας ενέδρας, εφόνευσε πολλούς αυτών, και εκυρίευσε την πόλιν. Δεν την κατέστρεψε δε, ουδέ την κατέσκαψεν, αλλά την κατέστησεν αποικίαν των Ρωμαίων, πέμψας δισχιλίους πεντακοσίους να την κατοικήσωσι, κατά τους ειδούς του Απριλίου (254).
ΚΛ. Ολίγον μετά ταύτα συνέβη λοιμός, επιφέρων μεν εις τους ανθρώπους αιφνήδιον θάνατον άνευ νόσου, συνεπάγων δε καρπών αφορίαν και αγονίαν θρεμμάτων· έβρεξε δε και σταγόνας αίματος εις την πόλιν, ώστε εις τας επελθούσας συμφοράς προσετέθη και πολλή δεισιδαιμονία. Επειδή δε τα αυτά συνέβαινον και εις τους κατοικούντας το Λαυρεντόν, ενομίσθη γενικώς ότι θεία οργή επήλθεν επ' αμφοτέρας τας πόλεις διά τα συγχυσθέντα δίκαια κατά του Τατίου τον φόνον και κατά τον φόνον των πρέσβεων. Τότε παρεδόθησαν οι φονείς εκατέρωθεν, και άμα ετιμωρήθησαν, τα δεινά προφανώς ηλαττώθησαν, και ο Ρωμύλος διέταξε να εξαγνισθή η πόλις διά καθαρμών, οίτινες λέγεται ότι τελούνται μέχρι τούδε εις την Φερεντίνην πύλην. Πριν δε παύση ο λοιμός, εκινήθησαν οι Καμέριοι (255) κατά των Ρωμαίων, και επέδραμον εις την χώραν των, νομίζοντες ότι διά τα παθήματά των δεν θα εδύναντο ν' αντισταθώσιν. Αλλ' ο Ρωμύλος εξεστράτευσεν αμέσως κατ' αυτών, τους επολέμησε, τους ενίκησε, και εφόνευσεν εξακισχιλίους· κυριεύσας δε την πόλιν, τους μεν ημίσεις των διασωθέντων μετώκισεν εις την Ρώμην, διπλασίους δε των μενόντων μετέφερεν εκ Ρώμης εις Καμερίαν, κατά τας Σεξτιλίας Καλάνδας (256)· τοσούτον είχον περισσεύσει οι πολίται αυτού, εν ώ μόλις προ δεκαέξ ετών είχε κατοικήσει την Ρώμην. Μεταξύ δε των άλλων λαφύρων, έφερε και χαλκούν τέθριππον εκ Καμερίας, και έστησεν αυτό εις τον ναόν του Ηφαίστου, προσθείς τον ίδιον εαυτού ανδριάντα, στεφανούμενον υπό της Νίκης.
ΚΕ· Εν ώ λοιπόν ούτως ενεδυναμούτο η Ρώμη, οι μεν αδυνατώτεροι των γειτόνων υπέκυπτον, και ηρκούντο να ζώσιν εν αφοβία· οι δε δυνατοί, φοβούμενοι και φθονούντες αυτήν, εφρόνουν ότι δεν έπρεπε ν' αδιαφορώσι προς την αύξησιν αυτής, αλλά να εναντιωθώσι, και να παρεμβάλωσι προσκόμματα εις τον Ρωμύλον. Πρώτοι δε μεταξύ των Τυρρηνών οι Ουήιοι, πολλήν έχοντες χώραν, και μεγάλην οικούντες πόλιν, ήρχισαν τον πόλεμον, ζητούντες τας Φιδήνας, ως εις αυτούς ανηκούσας. Τούτο δ' ην ου μόνον άδικον, αλλά και γελοίον, διότι εν ώ δεν τους εβοήθησαν τότε, όταν εκινδύνευον και επολεμούντο, αλλ' αφήκαν να φονευθώσιν οι άνδρες, ήδη απήτουν τας οικίας και την γην αυτών, όταν άλλοι την είχον. Υβρισθέντες λοιπόν υπό του Ρωμύλου εις τας αποκρίσεις του, διηρέθησαν εις δύω σώματα, και διά του μεν εκινήθησαν κατά του στρατεύματος των Φιδηνών, διά του δε αντετάχθησαν κατά του Ρωμύλου. Και κατά μεν τας Φιδήνας, νικήσαντες δισχιλίους Ρωμαίους, τους εθανάτωσαν· υπό του Ρωμύλου δε νικηθέντες, απώλεσαν υπέρ οκτακισχιλίους. Επολέμησαν δε και εκ δευτέρου περί την Φιδήνην, και πάντες ομολογούσιν ότι η νίκη ήτον, κατά το πλείστον, έργον αυτού του Ρωμύλου, πολλήν δείξαντος τέχνην και τόλμην, και αναπτύξαντος ανδρείαν και ποδών ταχύτητα υπέρ άνθρωπον. Το δ' υπό τινων λεγόμενον είναι εντελώς μυθώδες, ή καν όλως απίστευτον, ότι δεκατέσσαρες χιλιάδες ήσαν οι πεσόντες, και εξ αυτών ότι ο Ρωμύλος εφόνευσεν υπέρ τους ημίσεις διά της ιδίας χειρός του· αφ' ού και οι Μεσσήνιοι φαίνονται κομπάζοντες όταν λέγωσι περί του Αριστομένους ότι τρις ετέλεσε θυσίας εκατομφονίων (257) κατά των Λακεδαιμονίων. Τρέψας δ' αυτούς, αφήκεν ο Ρωμύλος να φύγωσιν οι σωθέντες, και εστράφη κατ' αυτής της πόλεως. Οι δε Ουήιοι δεν αντέσχον εις την μεγάλην αυτών συμφοράν, αλλά, παρακαλέσαντες, έκλεισαν συνθήκην και φιλίαν δι' εκατόν έτη, και παρεχώρησαν πολύ μέρος της ίδιας των χώρας, το καλούμενον Σεπτεμπάγιον, όπερ εστίν Επταμόριον (258), αφέντες και τας αλυκάς τας παρά τον ποταμόν, και πεντήκοντα των αρίστων πολιτών δόντες ομήρους. Ετέλεσε δε θρίαμβον διά την νίκην ταύτην κατά τας ειδούς του Οκτωβρίου (259), έχων εκτός άλλων πολλών αιχμαλώτων και τον ηγεμόνα των Ουηίων, γέροντα, όστις εφάνη αφρόνως πολιτευθείς, και ουχί μετ' εμπειρίας εις την ηλικίαν του αρμοζούσης. Διά τούτο και την σήμερον έτι, όταν τελώσι θυσίαν επινίκιον, αναβιβάζουσι διά της αγοράς εις το Καπιτώλιον γέροντα, στολήν φέροντα περιπόρφυρον, παιδικήν βούλλαν εις τον λαιμόν αυτού περιδέσαντες, και ο κήρυξ κηρύττει ότι πωλούνται Σαρδιανοί. Τούτο δε, διότι οι Τυρρηνοί λέγονται άποικοι των Σαρδιανών (260), οι δε Ουήιοι ήσαν πόλις τυρρηνική.
ΚΣΤ. Ούτος είναι ο έσχατος πόλεμος όν επολέμησεν ο Ρωμύλος. Έπειτα δε υπέπεσε και αυτός εις ό,τι πολλοί, ή μάλλον πλην ολίγων πάντες πάσχουσιν οι διά μεγάλων και παραδόξων ευτυχιών υψωθέντες εις όγκον και δύναμιν, και επαρθείς διά τας επιτυχίας του, έγινε βαρύτερος το φρόνημα, αφήκε τους δημοτικούς τρόπους, και ενεκολπώθη μοναρχίαν επαχθή, και δυσαρεστούσαν ως και εξ αυτού του σχήματος των ενδυμάτων ό παρεδέχθη· διότι εφόρει χιτώνα αλουργή, και τήβεννον περιπόρφυρον, και εθεώρει τας υποθέσεις καθήμενος εις θρόνον έχοντα έρεισμα υψηλόν. Ήσαν δε περί αυτόν πάντοτε οι νέοι οι καλούμενοι Κέλερες (261), διά την ταχύτητα μεθ' ής υπηρέτουν. Εμπρός δ' αυτού εβάδιζον άλλοι, μακρύνοντες τον όχλον διά βακτηριών, και εζωσμένοι λωρία διά να δένωσιν αμέσως όν τινα αυτός διέταττε. Το δε δένειν οι Λατίνοι έλεγον άλλοτε Λιγάρε, ήδη δε Αλλιγάρε, όθεν και οι ραβδούχοι καλούνται Λικτώρεις, και αι ράβδοι βάκυλα (262), διότι τότε βακτηρίας μετεχειρίζοντο. Πιθανόν όμως να ονομάζωνται ήδη Λικτώρεις διά παρενθέσεως του κάππα, και πρότερον Λιτώρεις, ήτοι «δημόσιοι λειτουργοί» Ελληνιστί· διότι μέχρι τούδε οι Έλληνες καλούσι λήιτον τον δήμον, και το πλήθος λαόν.
ΚΖ. Όταν δ' ο πάππος αυτού Νομήτωρ απέθανεν εις την Άλβην, και η σειρά ήλθεν εις αυτόν να βασιλεύση, εσύστησε δημοκρατίαν χαριζόμενος εις τον δήμον, και κατ' έτος διώριζεν άρχοντα εις τους Αλβανούς. Εδίδαξε δε διά τούτου και της Ρώμης τους δυνατούς να ζητώσιν αυτόνομον πολιτείαν και αβασίλευτον, άρχοντες εκ διαδοχής και αρχόμενοι· διότι ουδ' οι καλούμενοι Πατρίκιοι μετείχον της διοικήσεως, αλλά τ' όνομα μόνον είχον έντιμον και το σχήμα, και συνηθροίζοντο εις το Βουλευτήριον εκ συνηθείας μάλλον παρά προς γνωμοδότησιν, και όπως ακούωσιν εν σιωπή τας προσταγάς αυτού· και ανεχώρουν έπειτα, κατά τούτο μόνον υπερέχοντες του πλήθους, ότι αυτοί πρώτοι εμάνθανον τα διατρέχοντα. Και τα μεν άλλα ήσαν μικρά. Όταν δε διένειμε μόνος του την κατακτηθείσαν γην εις τους στρατιώτας, και απέδωκε τους ομήρους εις τους Ουηίους, χωρίς εκείνοι ούτε να καταπεισθώσιν ούτε να θέλωσιν, εφάνη ότι περιφρονεί εντελώς την Γερουσίαν. Διά τούτο υπέπεσεν αυτή εις υποψίαν και διεβλήθη, όταν μετ' ολίγον καιρόν ο Ρωμύλος έγινεν απροσδοκήτως άφαντος. Συνέβη δε τούτο κατά τας νόνας (263) του Ιουλίου, ως τώρα καλούσι τον μήνα, ή του Κυντιλίου, ως τότε τον έλεγον. Δεν δυνάμεθα δε να ειπώμεν, ουδ' ομολογείται παρά των ιστορικών ουδέν βέβαιον περί του θανάτου του, εκτός του καιρού καθ' όν συνέβη, και όν προανεφέραμεν διότι και μέχρι τούδε πολλά τελούνται κατά την ημέραν εκείνην όμοια προς το τότε συμβάν. Δεν πρέπει δε ν' απορώμεν διά την ασάφειαν, όταν και ο τρόπος του θανάτου του Αφρικανού Σκηπίωνος, όστις απεβίωσε μετά το δείπνον εις την οικίαν του, ούτε επιστεύθη ούτε απεδείχθη ποτέ· αλλ' οι μεν λέγουσιν ότι, ων φύσει φιλάσθενος, απέθανεν αιφνήδιον θάνατον, άλλοι δ' ότι εφαρμακεύθη μόνος του, και άλλοι ότι οι εχθροί του επιπεσόντες διά νυκτός, τον απέπνιξαν. Και όμως ο Σκηπίων έκειτο νεκρός εκτεθειμένος εις όλων τας όψεις, και πας τις, βλέπων το σώμα, εδύνατο να υποπτεύση ή και να κατανοήση το τι συνέβη. Ο Ρωμύλος εξ εναντίας απέθανεν αιφνηδίως, και ούτε μέρος αφήκε του σώματός του, ούτε των ενδυμάτων του λείψανον· αλλ' οι μεν υπέθετον ότι επαναστάντες κατ' αυτού οι βουλευταί εντός του ναού του Ηφαίστου, τον εφόνευσαν, και διανεμηθέντες το σώμα του, εξήλθον κρύψαντες έκαστος μέρος αυτού εις τον κόλπον του· άλλοι δε νομίζουσιν ότι δεν εγένετο άφαντος εν τω ιερώ του Ηφαίστου, ουδ' επί παρουσία μόνων των βουλευτών, αλλ' ότι συνέπεσε να προεδρεύη συνελεύσεως του δήμου έξω, περί το καλούμενον αιγός ή ζορκός έλος, ότε αιφνηδίως συνέβησαν εις τον αέρα φαινόμενα θαυμαστά και παράδοξα, και μεταβολαί απίστευτοι· ότι εξέλιπε του ηλίου το φως, και νυξ επήλθεν, ουχί ευδία και ήσυχος, αλλά βροντάς έχουσα μεγάλας, και ανεμοζάλην σφοδρώς πανταχόθεν πνέουσαν και εν ώ συνέβαινον ταύτα, ότι ο μεν πολύς όχλος διεσκορπίσθη και έφυγεν, οι δε δυνατοί συνήχθησαν όλοι επί το αυτό. Αφ' ού δ' έπαυσεν η ταραχή, και το φως ανέλαμψε, και το πλήθος ήρχισε να συρρέη πάλιν, όλοι εζήτουν και επόθουν τον βασιλέα, αλλ' οι δυνατοί δεν τους αφήκαν να πολυεξετάζωσι και πολυπραγμονώσιν, αλλά τους προέτρεψαν να τιμώσι τον Ρωμύλον και να τον σέβωνται ως αρπαγέντα εις τους Θεούς, πιστεύοντες ότι, αντί καλού βασιλέως, θέλει γίνει θεός ευμενής εις αυτούς. Και οι μεν πλείστοι πειθόμενοι εις τους λόγους, ανεχώρουν χαίροντες, και μετά χρηστών προσκυνούντες ελπίδων^ υπήρχον όμως καί τινες εξετάζοντες πικρώς το πράγμα και δυσμενώς, και ταράττοντες και κατηγορούντες τους πατρικίους, ότι εις αφροσύνας εζήτουν να πείσωσι τον δήμον, εν ώ αυτοί ήσαν οι δολοφόνοι του βασιλέως.
ΚΗ. Εν ώ δ' ούτως εταράττοντο ούτοι, λέγεται ότι είς εκ των ευγενεστέρων μεταξύ των πατρικίων, μεγάλως διά το ήθος αυτού τιμώμενος, σχετικός δε και πιστός ων αυτού του Ρωμύλου, είς των εξ Άλβης εποίκων, ο Ιούλιος Πρόκλος, ελθών εις την αγοράν, και θεις την χείρα εις τα αγιώτατα ιερά, ενόρκως είπεν εις επήκοον πάντων, ότι εν ώ εβάδιζε, τω εφάνη καθ' οδόν απέναντί του ερχόμενος ο Ρωμύλος, καλός την όψιν και μέγας, ως ουδέποτε πριν, εστολισμένος δε δι' όπλων λαμπρών και φλεγόντων. Και αυτός μεν, εκπλαγείς διά το θέαμα, «Ω βασιλεύ, τω είπε, τι σοι συνέβη, ή τι σοι επήλθεν, ώστε ημάς μεν εις φοβεράς και αδίκους να εμβάλης κατηγορίας, την δε πόλιν πάσαν ν' αφήσης ορφανήν, εις βαθύ πένθος βεβυθισμένην;» Εκείνος δ' απεκρίθη· «Οι θεοί, ω Πρόκλε, ηθέλησαν, τόσον μόνον καιρόν να μείνω μετά των ανθρώπων, διότι είμαι εκείθεν, και κτίσας πόλιν όπως αυξηθή εις εξουσίαν και δόξαν, ν' αναβώ πάλιν εις τον ουρανόν. Αλλά χαίρε, και ειπέ εις τους Ρωμαίους ότι, αν συνενώσι την σωφροσύνην μετά της ανδρείας, θέλουσι φθάσει εις ύψιστον βαθμόν ανθρωπίνης δυνάμεως. Εγώ δε θέλω είσθαι προς υμάς ευμενής δαίμων Κυρίνος». Και ταύτα μεν εφαίνοντο αξιόπιστα εις τους Ρωμαίους διά τον τρόπον του λέγοντος και διά τον όρκον. Αλλ' εις τούτο λέγεται συντέλεσαν και θείον τι πάθος όμοιον μ' ενθουσιασμόν διότι ουδείς αντέλεξεν, αλλά πάσαν υπόνοιαν παραιτήσαντες και πάσαν κατηγορίαν, ηυχήθησαν προς τον Κυρίνον, και ως βοηθόν τον επεκαλούντο. Ταύτα αληθώς ομοιάζουσι πολύ μεθ' όσων μυθολογούσιν οι Έλληνες περί Αριστέου του Προκοννησίου, και Κλεομήδους του Αστυπαλαιέως, λέγοντες περί του Αριστέου ότι απέθανεν εντός πλυστικού καταστήματος, αλλ' όταν οι φίλοι του εζήτησαν το σώμα του, έγινεν άφαντον, τινές δ' ευθύς, τότε εξ οδοιπορίας επιστρέψαντες, είπον ότι απήντησαν τον Αριστέα πορευόμενον προς την Κρότωνα. Περί δε του Κλεομήδους λέγεται ότι, έχων σώματος μέγεθος και ρώμην υπερφυσικήν, παράφορος δ' ών τον τρόπον και μανικός, πολλά βίαια έπραττε, και τέλος εντός σχολείου παίδων, κτυπήσας διά της χειρός τον στύλον όστις εστήριζε την οροφήν, τον έθραυσε, κατά μεσής, και η στέγη έπεσεν (264). Επειδή δ' οι παίδες εφονεύθησαν, διωκόμενος ο Κλεομήδης, κατέφυγεν εις μέγα κιβώτιον, και κλείσας το κάλυμμα, το εκράτει ενδόθεν, ώστε πολλοί βιαίως ζητούντες να το ανοίξωσι, δεν εδύναντο. Τότε δ' έσχισαν το κιβώτιον, αλλ' ούτε ζώντα άνθρωπον εύρον εντός ούτε νεκρόν. Απορήσαντες δε, έπεμψαν εις Δελφούς να ερωτήσωσι την Πυθίαν, και αυτή απεκρίθη·
«Έσχατος πάντων ηρώων, Αστυπαλαιεύς Κλεομήδης».
Λέγεται δ' ότι και το σώμα της Αλκμήνης (265), όταν εφέρετο εις τον τάφον, έγινεν επίσης άφαντον, και ότι επί της κλίνης εφάνη κατακείμενος λίθος. Και εν γένει πολλά τοιαύτα μυθολογούσιν απίθανα, τους θνητούς την φύσιν μετά των Θεών εκθειάζοντες. Και το μεν να παραγνωρίζωμεν της αρετής την θειότητα είναι αγενές και ανόσιον· αλλά μωρόν είναι το να μιγνύωμεν τον ουρανόν και την γην. Ας ειπώμεν δε μάλλον, την ασφαλεστέραν ακολουθούντες γνώμην, κατά Πίνδαρον, ότι
«Εις τον πανίσχυρον θάνατον έπεται όλων το σώμα
ζων δε μόνον μένει της ζωής το είδωλον·
τούτο μόνον έχον εκ Θεών καταγωγήν».
(266)
Διότι εκείθεν έρχεται και έχει επανέρχεται, ουχί μετά του σώματος, αλλ' αν όσον περισσότερον απαλλαγή του σώματος, και διακριθή και γίνη εντελώς καθαρόν άσαρκον, και αγνόν διότι ψυχή ξηρά, καθ' Ηράκλειτον (267), είναι η αρίστη, πετώσα διά του σώματος, ως αστραπή διά νέφους· η δε μετά του σώματος μεμιγμένη και σώματος πλήρης, είναι ως αναθυμίασίς τις βαρεία και ομιχλώδης, δυσκόλως ανάπτουσα, και δυσκόλως προς τα άνω πετώσα (268). Δεν πρέπει λοιπόν των αγαθών ανθρώπων τα σώματα να τα στέλλωμεν ομού παρά φύσιν εις τον ουρανόν, αλλά να φρονώμεν ότι αι αρεταί και αι ψυχαί, όλως φυσικώς και κατά θείαν δικαιοσύνην, εκ μεν ανθρώπων μεταβάλλονται εις ήρωας, εκ δ' ηρώων εις δαίμονας, εκ δε δαιμόνων, αν εντελώς ως εις τελετήν καθαρισθώσι και αγιασθώσιν, αποφυγούσαι παν το εμπαθές και θνητόν, ουχί διά νόμου πόλεως, αλλά κατ' αλήθειαν, εις Θεούς, απολαμβάνουσαι τότε το κάλλιστον και μακαριώτατον τέλος (269).
ΚΘ. Την δε δοθείσαν εις τον Ρωμύλον επωνυμίαν, τον Κυρίνον, οι μεν μεθερμηνεύουσιν Ενυάλιον, οι δε Πολίτην, διότι και τους πολίτας Κυρίτας ωνόμαζον^ άλλοι δε λέγουσιν ότι οι παλαιοί εκάλουν Κύριν την αιχμήν ή το δόρυ, και ωνόμαζον Ήρας Κυρίτιδος άγαλμά τι της Θεάς επ' αιχμής ιδρυμένον· οι δε κάτοικοι της Ρηγίας (270) ότι έχουσιν ιδρυμένον δόρυ και το ονομάζουσιν Άρην, και δόρυ δίδουσιν ως βραβείον εις τους εν πολέμω αριστεύοντας· ότι επομένως ο Ρωμύλος, ως θεός πολεμικός ή αιχμητής, ωνομάσθη Κυρίνος. Υπάρχει δε και ναός αυτού κατεσκευασμένος εις τον λόφον, όστις εξ αυτού ονομάζεται Κυρίνος. Η δ' ημέρα καθ' ήν ετελεύτησε, καλείται όχλου φυγή, και νόνναι Καπρατίναι, διότι κατερχόμενοι εκ της πόλεως, θυσιάζουσιν εις το της Αιγός έλος, την δ' αίγα καλούσι κάπραν. Εξερχόμενοι δε διά την θυσίαν, εκφωνούσι μετά βοής πολλά των εγχωρίων ονομάτων, οίον Μάρκου, Λουκίου, Γαίου, μιμούμενοι την τότε φυγήν, ότε έκραζον αλλήλους μετά φόβου και ταραχής. Αλλά τινές λέγουσιν ότι το μίμημα τούτο δεν είναι φυγής, αλλά παρακινήσεως και ταχύτητος, τοιαύτην αναφέροντες αιτίαν του λόγου των όταν οι Κελτοί, κυριεύσαντες την Ρώμην, εδιώχθησαν υπό του Καμίλλου (271), και εξησθενημένη η πόλις δεν ημπορούσεν ευκόλως ν' αναλάβη τας παλαιάς της δυνάμεις, εξεστράτευσαν κατ' αυτής πολλοί Λατίνοι, άρχοντα έχοντες τον Λίβιον Ποστούμιον. Ούτος δε, στρατοπεδεύσας ου μακράν της Ρώμης, έπεμψε κήρυκα, λέγων ότι οι Λατίνοι ήθελον ν' αναζωπυρήσωσι την εκλιπούσαν ήδη παλαιάν οικειότητα και συγγένειαν, συναναμιγνύμενοι διά νέων πάλιν επιγαμιών των γενών. Αν λοιπόν στείλωσι παρθένους πολλάς και τας γυναίκας όσαι άνδρας δεν έχουσιν, ότι θέλει υπάρξει ειρήνη και φιλία μεταξύ των, ως, διά τας ιδίας αιτίας, υπήρξε προς τους Σαβίνους. Ταύτα ακούσαντες οι Ρωμαίοι, εφοβούντο μεν τον πόλεμον, ενόμιζον δ' ότι και η παράδοσις των γυναικών δεν ήτον ολιγώτερον αιχμαλωσίας σκληρά. Εν ώ δ' ήσαν εις αμηχανίαν, υπηρέτριά τις, Φιλωτίς, ως δέ τινες λέγουσι Τουτόλα καλουμένη, έδωκε συμβουλήν ουδέτερον τούτων να πράξωσιν, αλλά διά δόλου να διαφύγωσι και τον πόλεμον, και το να δώσωσιν ενέχυρα. Ήτον δ' ο δόλος, αυτήν την Φιλωτίδα και μετ' αυτής και άλλας υπηρετρίας ωραίας να στολίσωσιν ως ελευθέρας, και να τας στείλωσιν εις τους εχθρούς· έπειτα δε την νύκτα η Φιλωτίς ν' ανάψη λαμπάδα, και οι Ρωμαίοι να έλθωσιν ένοπλοι, και να επιπέσωσιν εις τους εχθρούς εν ώ εκοιμώντο. Και έγιναν ταύτα αφ' ού επείσθησαν οι Λατίνοι, και ύψωσεν η Φιλωτίς την λαμπάδα εκ τινος αγρίας συκής, κρύψασα αυτήν όπισθεν διά περικαλυμμάτων και παραπετασμάτων, διά να είναι αόρατον το φως εις τους εχθρούς, να φαίνηται δ' εις τους Ρωμαίους. Καθώς λοιπόν το είδον, ευθύς εκίνησαν μετά βίας, και διά την ταχύτητα έκραζον πολλάκις αλλήλους περί τας πύλας. Επιπεσόντες δ' απροσδοκήτως εις τους εχθρούς, και νικήσαντες αυτούς, τελούσι την εορτήν ταύτην ως επινίκιον, και Καπρατίναι αι νόνναι καλούνται εξ αιτίας της αγρίας συκής, ήτις ονομάζεται υπό των Ρωμαίων καπρίφικος. Προσφέρεται δ' επ' αυτής γεύμα εις τας γυναίκας έξω, σκιαζομένας υπό κλάδους συκής. Αι δ' υπηρέτριαι συνάζουσι χρήματα, περιερχόμεναι, και παίζουσι, και έπειτα κτυπώνται και λιθοβολούνται μεταξύ των, ως και τότε ήλθον και συνηγωνίσθησαν μετά των Ρωμαίων όταν επολέμουν. Ταύτα δεν παραδέχονται πολλοί εκ των συγγραφέων. Αλλά και το να φωνάζωσι την ημέραν τα ονόματα, και το να έρχωνται διά την θυσίαν εις της Αιγός το έλος, φαίνεται μάλλον επικυρούν την πρώτην διήγησιν εκτός αν αμφότερα τα συμβάντα συνέπεσαν κατά διαφόρους μεν χρόνους, αλλά κατά την ιδίαν ημέραν. Λέγεται δ' ότι ο Ρωμύλος έγινεν άφαντος, ηλικίας μεν ων πεντηκοντατεσσάρων ετών, βασιλεύσας δ' έτη τριάκοντα οκτώ.
ΣΥΓΚΡΙΣΙΣ ΘΗΣΕΩΣ ΚΑΙ ΡΩΜΥΛΟΥ
Α. ΌΣΑ λοιπόν αξιομνημόνευτα περί Θησέως και Ρωμύλου συνέβη ν' ακούσωμεν,
ταύτα εισί. Φαίνεται δε πρώτον ότι ο μεν Θησεύς, αυτοπροαιρέτως, και χωρίς
ουδείς να τον αναγκάζη, αντί να βασιλεύση αφόβως εις την Τροιζήνα, διαδεχθείς
αρχήν ουκ ευκαταφρόνητον, αυτός αφ' εαυτού ωρέχθη μεγάλα πράγματα. Ο δε
Ρωμύλος, βιαζόμενος ν' αποφύγη την δουλείαν, και την τιμωρίαν ήτις επεκρέματο
εις αυτόν, έγινε κατά την έκφρασιν του Πλάτωνος, υπό φόβου ανδρείος, και διά να
μη πάθη τα έσχατα δεινά, ηναγκάσθη να πράξη έργα μεγάλα. Έπειτα το μέγιστον
τούτου έργον ήτον ότι ένα εφόνευσε, της Άλβης τον τύραννον· εκείνου δ' ήσαν
πάρεργα, και των αγώνων προοίμια ο Σκίρων, ο Σίννις, ο Προκρούστης, ο
Κορυννήτης, ους φονεύων ή τιμωρών απήλαττε την Ελλάδα από τυράννων, πριν
εκείνοι ούς έσωζε να ηξεύρωσι ποιος είναι. Και αυτός μεν κατώρθωσε να διέλθη
ασφαλώς διά της θαλάσσης, χωρίς να βλαφθή υπό των ληστών ο δε Ρωμύλος δεν
είχε την τύχην να μείνη ήσυχος εν όσω ο Αμούλιος έζη. Μεγάλη δ' υπέρ του
Θησέως απόδειξις είναι, ότι ούτος μεν, εν ώ ουδέν αδίκημα έπασχεν, εκινήθη κατά
των κακών ανθρώπων, εις υπεράσπισιν άλλων· εν ώ εκείνοι, εν όσω αυτοί δεν
επιέζοντο υπό του τυράννου, παρέβλεπον ότι ηδίκει τους άλλους όλους. Αν δ' ως
μέγα θεωρηθή ότι επληγώθη πολεμών κατά των Σαβίνων, και εφόνευσε τον
Άκρωνα, και πολλούς ενίκησεν εχθρούς εις την μάχην, προς τα έργα ταύτα δύναται
να παραβληθή η Κενταυρομαχία, και οι κατά των Αμαζόνων αγώνες.
Β. Ό,τι δ' ετόλμησεν ο Θησεύς ως προς τον Κρητικόν φόρον, το να εκπλεύση μετά παρθένων και παίδων ίνα παραδοθή ή εις θηρίον να τον φάγη, ή να σφαγή εις τον τάφον του Ανδρόγεω, ή, το ελαφρότατον αφ' όσα λέγονται, να δουλεύη δουλείαν άδοξον εις άνδρας αυθάδεις και δυσμενείς, δεν ημπορεί κάνεις να ειπή πόσην τόλμην αποδεικνύει, ή πόσην μεγαλοφροσύνην, ή δικαιοσύνην προς τα κοινά, ή πόθον δόξης και αρετής. Ώστε μοι φαίνεται ότι οι φιλόσοφοι δεν ώρισαν κακώς τον έρωτα ως Θεών υπηρεσίαν προς επιμέλειαν και σωτηρίαν των νέων διότι ο έρως της Αριάδνης φαίνεται προ πάντων ως να υπήρξεν έργον και τέχνασμα θείον, προς σωτηρίαν του ανδρός τούτου. Και δεν είναι δίκαιον να μεμφώμεθα την κόρην ήτις τον ηγάπησεν, αλλά ν' απορώμεν μάλλον ότι όλοι και όλαι το αυτό προς αυτόν δεν ησθάνθησαν. Αν δ' αύτη μόνη έπαθε τούτο, λέγω ότι ευλόγως εφάνη αξία και του έρωτος του Θεού (272), διότι ηγάπα τους καλούς και τους αγαθούς, και έτρεφεν έρωτα προς τους αρίστους. Ήσαν δ' αμφότεροι την φύσιν πολιτικοί, αλλ' ουδείς αυτών διεφύλαξε τον βασιλικόν τρόπον, αλλ' εμακρύνθησαν αυτού, και απέκλινον ο μεν προς το δημοτικώτερον, ο δε προς το τυραννικώτερον, εις το ίδιον σφάλμα υποπεσόντες, αλλά κατ' εναντίαν διεύθυνσιν. Διότι ο άρχων πρέπει προ παντός άλλου να σώζη αυτήν την αρχήν αλλ' η αρχή σώζεται αποφεύγουσα τα μη ανήκοντα εις αυτήν, ουχ ήττον ή επιμένουσα εις όσα τη ανήκουσιν^ ο δ' ενδίδων ή σκληρυνόμενος δεν μένει βασιλεύς ουδ' άρχων, αλλά γίνεται ή δημαγωγός ή δεσπότης, και ή μισείται ή καταφρονείται υπό των διοικουμένων και φαίνεται ότι εις εκείνο μεν υποπίπτει το σφάλμα εξ επιεικείας και φιλανθρωπίας, εις τούτο δ' εκ φιλαυτίας και εκ τραχύτητος.
Γ. Αν δε πρέπη και τ' ατυχήματα να μη αποδίδωνται όλως διόλου εις την τύχην, αλλά να ζητώμεν εις αυτά τας διαφοράς των ηθών και παθών εξ ών προέκυψαν, ουδείς ας θεωρήση ουδ' εκείνον ανένοχον ασυλλογίστου θυμού, και οργής αβούλως ορμητικής κατά του αδελφού του, ουδέ τούτον κατά του υιού του. Η δ' αρχή ήτις παρορμά εις θυμόν καθιστά συγγνωστότερον τον εκ μεγαλητέρας αιτίας εις το πάθος τούτο υποπεσόντα, ως τον καταβληθέντα υπό χειροτέρας πληγής. Ούτω δεν περιέμενέ τις να εξαφθή αιφνηδίως εις τοσούτον βαθμόν η διάνοια του Ρωμύλου, όταν εκ σκέψεως μόνον και εκ προνοίας υπέρ των κοινών συμφερόντων ήλθεν εις έριν· τον Θησέα όμως παρέφερον κατά του υιού έρως και ζηλοτυπία, και διαβολαί γυναικός, κακά ταύτα άτινα ολίγιστοι των ανθρώπων κατώρθωσαν να διαφύγωσι (273). Το δε μέγιστον, του μεν Ρωμύλου ο θυμός εξώκειλεν εις έργον, εις πράξιν μάλιστα ής ατυχές ήτον το τέλος· η δ' οργή του Θησέως προυχώρησε μόνον μέχρι λόγου και βλασφημίας και κατάρας γεροντικής, ή δ' άλλη συμφορά φαίνεται ότι εκ τύχης επήλθεν εις τον νεανίαν. Ώστε, κατά τούτο, υπέρ του Θησέως πρέπει να είναι η ψήφος.
Δ. Του άλλου όμως πρώτον μεν μέγα υπάρχει ότι εκ μικροτάτων έλαβε την αρχήν εις της πολιτείας τα πράγματα· διότι οι δύω παίδες, δούλοι ονομαζόμενοι και χοιροβοσκών υιοί, πριν ή γίνωσιν ελεύθεροι, ηλευθέρωσαν αυτοί πάντας σχεδόν τους Λατίνους, διά μιας αξιωθέντες να ονομασθώσι διά των ωραιοτάτων ονομάτων, φονείς των εχθρών, και σωτήρες των οικείων, και βασιλείς εθνών, και οικισταί πόλεων, ουχί μετοικισταί, οποίος ήτον ο Θησεύς, όστις εκ πολλών κατοικητηρίων εσύνθετε και συναπετέλει έν, πολλάς πόλεις αφήνων ερήμους, βασιλέων επωνύμους και παλαιών ηρώων. Ο δε Ρωμύλος ύστερον έπραττε ταύτα, αναγκάζων τους εχθρούς να κρημνίζωσι και αφανίζωσι τα ίδια εαυτών χωρία, και να συνοικώσι μετά των νικητών αλλά κατ' αρχάς δεν μετέθετεν ούτε ηύξανε πόλιν υπάρχουσαν, αλλ' εθεμελίου μη υπάρχουσαν, και περιποιών εις εαυτόν συγχρόνως πατρίδα, βασιλείαν, γένη, γάμους, φιλίας, ουδένα μεν εφόνευεν ή κατέστρεφεν, ευηργέτει δε τους αοίκους και ανεστίους, όσοι ήθελον να γίνωσι πολίται και ν' αποτελέσωσι δήμον. Ληστάς δε και κακούργους δεν απέκτεινεν, αλλ' εκέρδισεν έθνη διά του πολέμου, και πόλεις κατέστρεψε, και κατά βασιλέων εθριάμβευσε και κατά στρατηγών.
Ε. Και ο μεν του Ρώμου φόνος αμφισβητείται υπό τινος επράχθη, και το πλείστον μέρος της κατηγορίας εις άλλους αποδίδεται· έσωσε δ' ο Ρωμύλος προφανέστατα την μητέρα του κινδυνεύουσαν, και τον πάππον του, εις άτιμον και άδοξον δουλείαν περιπεσόντα, εκάθισεν εις του Αινείου τον θρόνον, και πολλά μεν τον ωφέλησεν αυτοπροαιρέτως, δεν τον έβλαψε δε κατ' ουδέν ουδ' ακουσίως. Η δε του Θησέως λήθη και αμέλεια της περί του ιστίου εντολής μόλις νομίζω διά πολλής μακροθυμίας και υπό ηπιωτάτων δικαστών δύναται ν' απαλλαγή του χαρακτήρος της πατροκτονίας. Τούτο εννοήσας Αττικός τις συγγραφεύς, ότι δυσχερεστάτη είναι η επί τούτου απολογία, πλάττει ότι ο Αιγεύς, ενώ έφθανε το πλοίον, τρέχων ν' αναβή εις την Ακρόπολιν διά να το ιδή, παρεπάτησε και έπεσεν, ως να μη είχεν οπαδόν κανένα, ή να μη τον παρηκολούθουν θεράποντες εν ώ έσπευδε προς την οδόν της θαλάσσης.