Λ. Ούτως η Ρώμη παραδόξως κυριευθείσα, παραδοξότερον έτι εσώθη, αφ' ού έμεινεν επτά ολοκλήρους μήνας υπό τους βαρβάρους· διότι εισελθόντες εις αυτήν ολίγας ημέρας μετά τας Κυιντιλίας είδους (400), απεδιώχθησαν κατά τας ειδούς Φεβρουαρίου. Ο δε Κάμιλλος ετέλεσε θρίαμβον, ως ήτον εύλογον, διότι έγινε σωτήρ της πατρίδος απολεσθείσης, και επανέφερε την πόλιν αυτήν εις εαυτήν. Τότε, εν ώ αυτός εισήρχετο επί της θριαμβευτικής αμάξης αυτού, επέστρεφον μεν οι έξωθεν μετά των γυναικών και των παίδων των, απήντων δ' αυτούς οι εις το Καπιτώλιον πολιορκηθέντες, οίτινες εκινδύνευσαν ν' αποθάνωσιν όλοι της πείνης, και ενηγκαλίζοντο αλλήλους και εδάκρυον, μη πιστεύοντες εις την παρούσαν των ευτυχίαν· και οι ιερείς και διάκονοι των Θεών, όσα ιερά φεύγοντες έκρυψαν εις την πόλιν, ή εκκλέψαντες παρέλαβον μεθ' εαυτών, ταύτα διασωθέντα, τα έφερον ήδη, και τα εδείκνυον, θεάματα ποθητά εις τους πολίτας, οίτινες τα εδέχοντο μετά χαράς, ως αν κατήρχοντο αυτοί πάλιν οι Θεοί μετ' αυτών εις την Ρώμην. Θυσιάσας δ' εις τους Θεούς, και καθαρίσας την πόλιν υπό την οδηγίαν των περί ταύτα εμπείρων, τους μεν υπάρχοντας ήδη ναούς αποκατέστησεν αύθις, ίδρυσε δε και αυτός ναόν της Φήμης και της Κληδόνος, ανευρών τον τόπον εκείνον, εις όν διά νυκτός προσέβαλεν εκ Θεού τον Κεδίκιον Μάρκον η φωνή η αναγγέλλουσα των βαρβάρων την εκστρατείαν. Μετά πολλής δε δυσκολίας και μόλις ανεκαλύπτοντο αι θέσεις των ιερών διά της φιλοτιμίας του Καμίλλου, και διά πολλού κόπου των ιεροφαντών.
ΛΑ. Επειδή δε και η πόλις ήτον εντελώς κατεστραμμένη, όταν έπρεπε ν' ανοικοδομηθή, οκνηρία κατέλαβε τον λαόν προς τα έργα, και ανέβαλλον αυτά, διότι εστερούντο όλων των αναγκαίων, και εχρειάζοντο μάλλον αναψυχήν τινα και ανάπαυσιν από των κακών, παρά να κοπιάσωσι και να κακοπαθήσωσιν, εν ώ και χρήματα τοις έλειπον, και τα σώματά των ήσαν εξησθενημένα. Ούτω κατ' ολίγον έστρεψαν πάλιν τον νουν των προς τους Βηίους, πόλιν ήτις διετηρείτο, και είχεν όλα τ' απαιτούμενα, και εχορήγησαν νέαν αφορμήν δημαγωγιών εις τους συνεχομένους να κολακεύωσι τον λαόν, και έδιδον ακρόασιν εις λόγους στασιαστικούς κατά του Καμίλλου, ότι εκείνος εκ φιλαυτίας και φιλοδοξίας στερεί αυτούς πόλεως ετοίμης, και τους βιάζει να κατοικώσιν εις ερείπια, και ν' ανασκάπτωσι τόσην τέφραν πυρκαϊάς, διά να λέγηται αυτός ουχί μόνον ηγεμών των Ρωμαίων και στρατηγός, αλλά και κτίστης έτι, τον Ρωμύλον παραγκωνίσας. Τότε φοβηθείσα τον θόρυβον η βουλή, τον μεν Κάμιλλον δεν αφήκε ν' αποθέση, ως ήθελε, την εξουσίαν εντός ενιαυτού, αν και ουδέποτε άλλος Δικτάτωρ υπερέβη τους έξ μήνας. Αυτή δε παρηγόρει και κατεπράυνε τον δήμον, πείθουσα και περιποιουμένη αυτόν, και δεικνύουσα μεν τα μνημεία και τους τάφους των πατέρων, ενθυμίζουσα δε τα ιερά χωρία και τους αγίους τόπους, όσους ο Ρωμύλος ή ο Νουμάς ή άλλος τις των βασιλέων καθιερώσας παρέδωκεν εις αυτούς. Μεταξύ δε των θείων αντικειμένων εν πρώτοις ανέφερον την νεοσφαγή κεφαλήν, ήτις εφάνη κατά την θεμελίωσιν του Καπιτωλίου (401), ως δηλούσα ότι ο τόπος εκείνος ήτον πεπρωμένον να γίνη κεφαλή της Ιταλίας, και της εστίας το πυρ, όπερ, αναπτόμενον μετά τον πόλεμον υπό των παρθένων, ήθελον σβύσει και εξαφανίσει οι εγκαταλείποντες την πόλιν, και θα είναι όνειδος αυτών αν την βλέπωσι κατοικουμένην ή υπ' αλλοεθνών και ξένων, ή έρημον και προβάτων βοσκήν. Τοιαύτας προς έκαστον ιδιαιτέρως και κοινώς πολλάκις εις τον δήμον επαναλαμβάνοντες ελεεινολογίας, εκάμπτοντο πάλιν υπό των του λαού, οίτινες έκλαιον την αμηχανίαν των, και τους παρεκάλουν, αφ' ού εσώθησαν ως εκ ναυαγίου γυμνοί και άποροι, να μη τους βιάσωσι να συνοικοδομήσωσι πάλιν τα λείψανα της κατεστραμμένης πόλεως, εν ώ υπήρχεν άλλη ετοίμη.
ΛΒ. Επρότεινε λοιπόν ο Κάμιλλος να συνέλθη η βουλή, και πολλά και αυτός ωμίλησε παρακαλών υπέρ της πατρίδος, πολλά δε και όστις εκ των άλλων ήθελε. Τέλος δε πείσας να εγερθή τον Λεύκων Λουκρήτιον, όστις συνείθιζε να γνωμοδοτή πρώτος πάντων, τον προσεκάλεσε ν' αποφανθή, και μετά ταύτα όλους τους άλλους κατά σειράν. Ως δ' εγένετο σιωπή, και ο Λουκρήτιος έμελλε ν' αρχίση, κατά τύχην διαβαίνων έξωθεν εκατόνταρχος φέρων τάγμα ημερησίας φυλακής, και φωνάξας μεγαλοφώνως τον πρώτον όστις έφερε την σημαίαν, τον διέταξε να σταθή εκεί και να στήση την σημαίαν, διότι ήτον αυτός κάλλιστος τόπος διά να καθήσωσι και να μείνωσιν. Ως δ' ηκούσθη η φωνή αύτη εγκαίρως, εν ώ εσκέπτοντο περί αδήλου του μέλλοντος, ο Λουκρήτιος, προσκυνήσας, είπεν ότι εις την θείαν εντολήν προσθέτει την γνώμην του και αυτός, και έκαστος των άλλων την ηκολούθησε. Θαυμαστή δ' έγινε μεταβολή και της του πλήθους ορμής, και πάντες παρεκίνουν αλλήλους, και ήρχιζον το έργον, ουχί διαιρέσαντες αυτό και κατά τάξιν, αλλά κατελάμβανεν έκαστος κατά λόγον της προθυμίας του οποίον τόπον ήθελε. Διά τούτο μετά σπουδής και τάχους ανεγείροντες την πόλιν, την ωκοδόμουν έχουσαν ανωμάλους τας οδούς μεταξύ των συσσωρευομένων κατοικιών και εντός ενός έτους λέγεται ότι ανεστήθη η πόλις νέα πάλιν και κατά τα τείχη, και κατά τας ιδιωτικάς οικοδομάς. Οι δε ταχθέντες υπό του Καμίλλου όπως ανεύρωσι και προσδιορίσωσι τους ιερούς τόπους, συγκεχυμένους και αυτούς, ως πάντα τα άλλα, όταν ήλθον εις τον ναΐσκον του Άρεως, περιοδεύοντες το Παλάτιον, αυτόν μεν εύρον, ως όλα τ' άλλα κατεστραμμένον και κεκαυμένον υπό των βαρβάρων ανερευνώντες δε και καθαίροντες τον τόπον, απήντησαν το μαντικόν ξύλον του Ρωμύλου (402), κεχωσμένον υπό πολλήν και βαθείαν στάκτην. Είναι δε τούτο κυρτόν κατά τα δύο πέρατα, και καλείται Λίτυον. Μεταχείζονται δ' αυτά διά να διαγράφωσι τα πλινθία, όταν κάθηνται μαντευόμενοι διά των ορνέων. Τούτο μετεχειρίζετο και εκείνος, διότι ήτον μαντικώτατος. Όταν δ' έγινεν άφαντος εκ του μέσου των ανθρώπων, παραλαβόντες οι ιερείς το ξύλον, το εφύλαττον άθικτον, ως παν άλλο ιερόν. Όταν λοιπόν, εν ώ όλα τα άλλα είχον απολεσθή, ανεύρον τούτο τότε διαφυγόν την φθοράν, επλήσθησαν γλυκυτάτων ελπίδων υπέρ της Ρώμης, πιστεύοντες ότι το σημείον τούτο τοις εξησφάλιζε την σωτηρίαν αΐδιον.
ΛΓ. Δεν είχον δ' έτι παύσει ασχολούμενοι περί ταύτα, όταν τους κατέλαβε πόλεμος, και οι μεν Αικανοί (403) μετά των Ουολούσκων και Λατίνων εισέβαλον εις την χώραν, οι δε Τυρρηνοί επολιόρκουν το Σούρτιον (404), πόλιν σύμμαχον των Ρωμαίων. Στρατοπεδεύσαντες δ' οι χιλίαρχοι, οίτινες είχον την αρχηγίαν των Ρωμαίων, παρά το Μάρκιον όρος (405), επολιορκούντο υπό των Λατίνων, και κινδυνεύοντες ν' απολέσωσι το στρατόπεδόν των, εμήνυσαν εις την Ρώμην, και τότε εξελέγη ο Κάμιλλος εκ τρίτου Δικτάτωρ. Λέγονται δε περί του πολέμου τούτου λόγοι διττοί, εξ ών διηγούμαι πρώτον τον μυθώδη. Λέγουσιν ότι οι Λατίνοι, είτε προφασιζόμενοι, είτε θέλοντες αληθώς ν' αναμίξωσι τα γένη πάλιν εξ αρχής, έστειλαν και εζήτουν παρά των Ρωμαίων παρθένους ελευθέρας εις γυναίκας· οι δε Ρωμαίοι ηπόρουν τι να πράξωσι, διότι, μη αποκαταστηθέντες εισέτι, ουδ' αναλαβόντες τας δυνάμεις των, εφοβούντο τον πόλεμον, και υποπτεύον ότι η ζήτησις των γυναικών ήτον πρόφασις διά να λάβωσιν ομήρους, και ευπρεπείας χάριν ότι την ωνόμαζον επιγαμίαν. Τότε θεραπαινίς τις, ονομαζομένη Τουτούλα, ως δέ τινες λέγουσι, Φιλωτίς (406), εσυμβούλευσε τους άρχοντας να στείλωσι μετ' αυτής εκ των υπηρετριών τας ωραιοτέρας και τας μάλλον κατά την μορφήν διακεκριμένας, και να τας στολίσωσιν ως νύμφας ευγενείς, τα δε λοιπά ότι θέλουσιν είσθαι εδική της φροντίς. Κατεπείσθησαν λοιπόν οι άρχοντες, και εκλέξαντες εκ των θεραπαινίδων όσας εκείνη εθεώρησε καταλλήλους διά την περίστασιν, τας εστόλισαν διά λαμπρών φορεμάτων και διά χρυσού, και τας παρέδωκαν εις τους Λατίνους, οίτινες εστρατοπέδευον ουχί πολύ μακράν της πόλεως. Την νύκτα δε, αι μεν άλλαι υπέκλεψαν τας μαχαίρας των εχθρών, η δε Τουτούλα ή Φιλωτίς, αναβάσα εις μεγάλην αγριοσυκήν, και εκτείνασα το ιμάτιόν της προς τα οπίσω, ύψωσε λαμπάδα προς την Ρώμην, καθώς είχε προσυμφωνήσει μετά των αρχόντων, χωρίς να το γνωρίζη ουδείς άλλος εκ των πολιτών. Δια τούτο και οι στρατιώται, βιαζόμενοι υπό των αρχόντων, εξήρχοντο θορυβωδώς, και έκραζον ο είς τον άλλον, και μόλις έμβαινον εις τάξιν. Ελθόντες δ' εις το χαράκωμα, εν ώ οι εχθροί δεν τους περιέμενον αλλ' εκοιμώντο, εκυρίευσαν το στρατόπεδον, και εφόνευον τους περισσοτέρους. Λέγεται δ' ότι τούτο έγινε κατά τας Ιουλίας, ως τώρα λέγονται, ως δ' ωνομάζοντο τότε Κυιντιλίας νόννας (407), και ότι η ήδη τελουμένη εορτή είναι της πράξεως εκείνης ενθύμησις· διότι, πρώτον μεν, εξερχόμενοι της πύλης, πολλά των εγχωρίων και κοινών ονομάτων καλούσι μεγαλοφώνως, Γάιον, Μάρκον, Λούκιον, και αλλά όμοια, μιμούμενοι τας κραυγάς μεθ' ών εκαλούντο τότε εν μέσω της μεγάλης των βίας. Έπειτα, εστολισμέναι λαμπρώς αι υπηρέτριαι, περιφέρονται, και αστειευόμεναι περιπαίζουσιν όσους απαντώσιν. Εκτελούσι δε και μάχην τινά αύται μεταξύ των, ως είχον και τότε μεθέξει του προς τους Λατίνους πολέμου. Κάθηνται δε και τρώγουσι, σκιαζόμεναι υπό κλάδους συκής· και την ημέραν καλούσι Νόννας Καπρατίνας, εξ αιτίας, ως νομίζεται, της αγριοσυκής αφ' ής η θεραπαινίς ύψωσε την λαμπάδα· διότι την αγριοσυκήν ονομάζουσι Καπρίφικον. Άλλοι δε διισχυρίζονται ότι τα περισσότερα τούτων γίνονται και λέγονται διά το συμβάν του Ρωμύλου· διότι κατά ταύτην την ημέραν έγινεν αυτός άφαντος έξω της πύλης, όταν επήλθε σκότος και θύελλα, και, ώς τινες νομίζουσιν, έγινεν ηλίου έκλειψις· και ότι η ημέρα εκ τούτου ωνομάσθη Νόνναι καπρατίναι, διότι την αίγα ονομάζουσι κάπραν, ο δε Ρωμύλος ανελήφθη δημηγορών περί το καλούμενον Αιγός έλος, ως εγράψαμεν εις τον βίον εκείνου.
ΛΔ. Την δ' ετέραν διήγησιν ούτω λέγουσιν οι περισσότεροι συγγραφείς, επιδοκιμάζοντες αυτήν. Όταν έγινεν εκ τρίτου Δικτάτωρ ο Κάμιλλος, ακούσας ότι το μετά των χιλιάρχων στράτευμα επολιορκείτο υπό των Λατίνων και των Ουολούσκων, ηναγκάσθη να οπλίση και τους πολίτας όσοι ήσαν ουχί πλέον νέοι, αλλά παρακμάσαντες ήδη. Πορευθείς δε διά μακρού γύρου πέριξ του Μαρκίνου όρους, και μη εννοηθείς υπό των εχθρών, εστρατοπέδευσεν οπίσω αυτών, και ανάψας πολλά πυρά, ούτως εδήλωσε την παρουσίαν του. Τότε οι πολιορκούμενοι, θάρρος λαβόντες, εσκέπτοντο να εκδράμωσι, και να συνάψωσι μάχην. Οι δε Λατίνοι και οι Ουολούσκοι, περιορισθέντες εντός των χαρακωμάτων, ωχύρουν διά ξύλων πολλών και περιέφραττον το στρατόπεδον πανταχόθεν, όντες μεταξύ δύο εχθρικών προσβολών, και απεφάσισαν να περιμείνωσιν άλλην δύναμιν εκ της πατρίδος των, ελπίζοντες συγχρόνως και των Τυρρηνών βοήθειαν. Εννοήσας δε τούτο ο Κάμιλλος, και φοβηθείς μη πάθη ό,τι αυτός έκαμεν εις τους εχθρούς όταν τους περιεκύκλωσεν, εβιάζετο να προλάβη αυτούς. Επειδή δε το περίφραγμα ήτον ξύλινον, και σφοδρός άνεμος κατήρχετο από των ορέων όταν εξημέρωνεν, ετοιμάσας πολλά πυρά, και περί την αυγήν οδηγών το στράτευμα, τους άλλους διέταξεν από του απέναντι μέρους να ρίπτωσι βέλη μετά κραυγών· ο ίδιος δ' έχων μεθ' εαυτού τους μέλλοντας να βάλωσι το πυρ προς το μέρος του χαρακώτος όπου συνήθως προσέπιπτε κυρίως ο άνεμος, περιέμενε την ώραν. Όταν δε, αφ' ού ήρχισεν η μάχη, ανέτειλεν ο ήλιος, και ο άνεμος εφύσα λαμπρός, εσήμανε την προσβολήν, και κατέσπειρε περί τον χάρακα άφθονα τα πυροβόλα. Ταχέως δ' υψώθησαν αι φλόγες τρεφόμενοι εκ των πυκνών πάλων και των ξυλίνων σταυρωμάτων, και εξετείνοντο πέριξ, χωρίς οι Λατίνοι να έχωσι κανέν βοήθημα έτοιμον διά την απόσβεσιν. Επειδή δε το στρατόπεδον ήτον ήδη πλήρες πυρός, εις ολίγον αυτοί συστελλόμενοι τόπον, ηναγκάζοντο να περιπίπτωσιν εις τους εχθρούς, οίτινες ένοπλοι και παρατεταγμένοι τους περιέμενον έξω του χαρακώματος. Και εξ αυτών μεν ολίγοι διέφυγον· τους δε μείναντας εις το στρατόπεδον όλους κατέστρεψε το πυρ, έως ότου οι Ρωμαίοι το έσβεσαν διά να δοθώσιν εις την αρπαγήν των πραγμάτων.
ΛΕ. Αφ' ού δε ταύτα έγιναν, αφείς εις το στρατόπεδον τον υιόν του Λούκιον, φύλακα των αιχμαλωτισθέντων ανθρώπων και των χρημάτων, εισέβαλεν ο ίδιος εις των εχθρών την χώραν, και κυριεύσας την πόλιν των Αικανών, και υποτάξας τους Ουολούσκους, ωδήγησεν ευθύς το στράτευμα προς το Σούτριον, επειδή δεν είχεν εισέτι ακούσει τα συμβάντα εις τους Σουρτίνους, αλλ' έσπευδε να βοηθήση, νομίζων αυτούς εις κίνδυνον και πολιορκουμένους υπό των Τυρρηνών. Αυτοί δε, την μεν πόλιν είχον ήδη παραδώσει εις τους εχθρούς, πάντων δ' εστερημένοι, και μετά μόνων αφειμένοι των ιματίων των, απήντησαν μετά παίδων και γυναικών καθ' οδόν τον Κάμιλλον, διά την τύχην των οδυρόμενοι. Λυπηθείς δ' ο Κάμιλλος διά την θέαν ταύτην, και βλέπων τους Ρωμαίους ότι εδάκρυον προς τας παρακλήσεις των Σουτρίνων, και ηγανάκτουν διά τα γενόμενα, απεφάσισε να μη αναβάλη την τιμωρίαν, αλλ' ευθύς, την ιδίαν εκείνην ημέραν να κινηθή κατά του Σουτρίου, σκεπτόμενος ότι ανθρώπους οίτινες εκυρίευσαν πόλιν προ ολίγου ευδαίμονα και πλουσίαν, και ουδένα εχθρόν αφήκαν εις αυτήν ουδέ περιέμενον έξωθεν, θέλει τους εύρει όλως εις παραλυσίαν παραδεδομένους, και αφυλάκτους. Και ορθώς εσκέφθη. Όχι μόνον την χώραν διήλθε χωρίς να εννοηθή, αλλά και εις τας πύλας έφθασε, και τα τείχη κατέλαβε, διότι ουδείς τα εφύλαττεν, αλλ' ήσαν εις τας οικίας διεσπαρμένοι, μεθύοντες και συμποσιάζοντες. Όταν δ' ενόησαν ότι οι εχθροί είχον ήδη κυριεύσει της πόλιν, τόσον κακώς διέκειντο υπ' ακρασίας και μέθης, ώστε ουδ' εις φυγήν ετράπησαν πολλοί, αλλ' εντός των οικιών έμενον αισχρώς φονευόμενοι, ή παρεδίδοντο εις τους πολεμίους. Ούτω λοιπόν συνέβη εις την πόλιν των Σουτρίνων, δις κατακτηθείσαν εντός μιας ημέρας, και ν' απολέσωσιν οι έχοντες αυτήν, και να την λάβωσι πάλιν οπίσω, εξ αιτίας του Καμίλλου, οι αυτής στερηθέντες.
ΛΣΤ. Ο δε διά ταύτην την νίκην θρίαμβος αυτού τω περιεποίησε τιμήν και λαμπρότητα ουχί ολιγωτέραν των δύο πρώτων. Διότι και αυτούς τους πολίτας όσοι εφθόνουν αυτόν, και διισχυρίζοντο ότι κατώρθου τα πάντα εξ ευτυχίας τινός μάλλον παρά εξ ικανότητος, ηνάγκασαν τότε αι πράξεις του ν' αποδώσωσι δόξαν εις την δεινότητα και εις την δραστηριότητα του ανδρός. Επισημότατος δε μεταξύ των αντιπάλων των φθονούντων αυτόν ήτον ο Μάρκος Μάλλιος, ο πρώτος απωθήσας τους Κελτούς από της ακροπόλεως, ότε διά νυκτός ανέβησαν εις το Καπιτώλιον, και διά τούτο Καπιτωλίνος επονομασθείς. Ούτος, έχων την αξίωσιν ότι ήτον πρώτος των πολιτών, και μη δυνάμενος να υπερτερήση διά καλών τρόπων του Καμίλλου την δόξαν, επεχείρησε τα κοινά και συνήθη των θελόντων ν' αρπάσωσι τυραννικήν εξουσίαν, εδημαγώγει το πλήθος, μάλιστα μεν υπερασπιζόμενος τους αφειλέτας και συνηγορών υπέρ αυτών κατά των δανειστών, άλλους δε και διά της βίας αφαιρών από των χειρών αυτών, και εμποδίζων να δικασθώσι κατά τον νόμον· ώστε πολλοί των απόρων ταχέως τον περιεστοίχισαν, και πολύν φόβον επροξένουν εις τους επισημοτέρους πολίτας, αυθάδεις γινόμενοι, και την αγοράν ταράττοντες. Εν μέσω τούτων, Δικτάτωρ γενόμενος Κόιντος ο Καπιτωλίνος (408), εφυλάκισε τον Μάλλιον· αλλ' ο λαός, άμα τούτο έγινεν, ήλλαξεν ενδύματα, πράγμα γινόμενον διά μεγάλας και δημοσίας συμφοράς. Τότε φοβηθείσα τον θόρυβον η σύγκλητος διέταξε ν' αφεθή ο Μάλλιος. Αλλά και αφ' ού αφέθη, δεν εβελτιώθη αυτός, αλλά θρασύτερον εδημαγώγει, και ταραχάς διήγειρεν εις την πόλιν. Εξελέγη δε πάλιν χιλίαρχος ο Κάμιλλος, και εις δίκην εισήχθη ο Μάλλιος. Αλλά τους κατηγόρους αυτού έβλαπτε μεγάλως η θέα, διότι ο τόπος εφ' ού ιστάμενος ο Μάλλιος ενυκτομάχησε κατά των Κελτών, εφαίνετο άνωθεν από του Καπιτωλίου εις την αγοράν, και ενέπνεεν οίκτον εις τους βλέποντας αυτόν. Και αυτός δε προς εκεί τας χείρας υψών, και δακρύων, ενεθύμιζε τους αγώνας αυτού, ώστε οι κρίνοντες έμενον εις αμηχανίαν, και πολλάκις ανέβαλλον την δίκην, ούτε το έγκλημα θέλοντες ν' αθωώσωσιν, εν ώ φανερά είχον αυτού τα τεκμήρια, ούτε τον νόμον δυνάμενοι να εφαρμόσωσιν, εν ώ ως εκ της θέσεως του τόπου είχον προ οφθαλμών των την πράξιν αυτού. Τούτο εννοήσας ο Κάμιλλος, μετέφερε το δικαστήριον έξω της πόλεως, εις το Πετηλίνον δάσος (409), όθεν το Καπιτώλιον δεν εφαίνετο. Τότε και ο ενάγων εκατηγόρησε, και οι κρίνοντες απέβαλον την μνήμην των παλαιών γεγονότων, ούτως ώστε παρεδίδοντο εις την οργήν ής τα νέα αυτού εγκλήματα ήσαν άξια· Ο Μάλλιος λοιπόν καταδικασθείς, ανεβιβάσθη εις το Καπιτώλιον, και ριφθείς κατά του κρημνού, τον αυτόν τόπον έλαβεν ως μνημείον και των ευτυχεστάτων έργων, και των μεγίστων ατυχημάτων αυτού. Οι δε Ρωμαίοι, κατασκάψαντες την οικίαν αυτού, ανήγειρον ιερόν Θεάς, ήν ονομάζουσι Μονήταν (410), και εψήφισαν ότι του λοιπού ουδείς των Πατρικίων θέλει κατοικεί πλέον εις την ακρόπολιν.
ΛΖ. Ο δε Κάμιλλος, κληθείς να λάβη και έκτην φοράν την χιλιαρχίαν, παρητείτο, διότι και την ηλικίαν ήτον ήδη προβεβηκώς, και εφοβείτο μέχρι τινός και τον φθόνον, και χαιρεκακίαν τινα της τύχης μετά τοσαύτην δόξαν και τόσα κατορθώματα. Η δε προτεινομένη φανερά αιτία ήτον αρρώστια του σώματος, διότι συνέπεσε ν' ασθενή κατά τας ημέρας εκείνας. Αλλά δεν τον αφήκεν ο δήμος ν' αποποιηθή την αρχήν, και εκραύγαζεν ότι δεν τον θέλει ούτε να ιππεύη ούτε να οπλομαχή εις τους πολέμους, αλλά μόνον να σκέπτηται και να προστάττη· ούτω τον ηνάγκασε να δεχθή την στρατηγίαν, και μεθ' ενός των συνάρχων του, του Λευκίου Φουρίου, να εξαγάγη ευθύς τον στρατόν κατά των εχθρών. Ήσαν δ' ούτοι οι Πραινεστίνοι και οι Ουολούσκοι, οίτινες μετά πολλής δυνάμεως περιέτρεχον λεηλατούντες την συμμαχικήν των Ρωμαίων ώραν. Εξήλθε λοιπόν και εστρατοπέδευσε πλησίον των εχθρών, και ευθύς μεν ήθελε να παρατείνη τον πόλεμον διά χρονοτριβών, και αν ήτον ανάγκη μάχης, ν' αγωνισθώσι μόνον αφ' ού αυτός αναλάβη την υγείαν του. Αλλ' επειδή ο σύναρχος αυτού Λεύκιος, δόξαν επιθυμών, εφέρετο προς τον κίνδυνον ακατασχέτως, και παρεκίνει συγχρόνως και τους ταξιάρχας και λοχαγούς, φοβηθείς μήπως φανή ότι εκ φθόνου θέλει να εμποδίση την φιλοτιμίαν νέων ανδρών και ν' αφαιρέση απ' αυτών την αφορμήν κατορθώματος, συνεχώρησε παρά την θέλησίν του εις εκείνον να παρατάξη την δύναμιν, αυτός δε, εξ αιτίας της ασθενείας έμεινε μετ' ολίγων εις το στρατόπεδον. Αλλ' ο Λεύκιος, ριφθείς μετά νεανικής προπετείας εις την μάχην, απέτυχεν. Ιδών δ' ο Κάμιλλος την τροπήν των Ρωμαίων, δεν εκρατήθη, αλλ' εξορμήσας εκ της κλίνης, ερρίφθη μετά των οπαδών αυτού εις τας πύλας του χαρακώματος, διά των φευγόντων διασχίζων την οδόν του προς τους διώκοντας, ώστε οι μεν ευθύς εστρέφοντο εις τα οπίσω και τον ηκολούθουν, όσοι δ' ήρχοντο έξωθεν, ίσταντο εμπρός αυτού συνασπιζόμενοι, και παρεκίνουν αλλήλους να μη μείνωσιν οπίσω του στρατηγού των. Και τότε μεν ούτως ηναγκάσθησαν να παραιτηθώσι της διώξεως οι εχθροί. Την δ' επαύριον προχωρήσας ο Κάμιλλος μετά της δυνάμεως, και συνάψας μάχην, και αυτούς νικά κατά κράτος, και το χαράκωμα αυτών κυριεύει, εισορμήσας εις αυτό ομού μετά των φευγόντων, και τους περισσοτέρους εφόνευσε. Μετά τούτο δε, ακούσας ότι η πόλις Σατρία (411) εκυριεύθη υπό των Τυρρηνών, και ότι οι κάτοικοι αυτής, εσφάγησαν, όντες όλοι Ρωμαίοι, το μεν πολύ και βαρύ στράτευμα έστειλεν εις την Ρώμην, αυτός δε, παραλαβών τους ακμαιοτέρους και προθυμοτέρους, επέπεσε κατά των κυριευσάντων την πόλιν Τυρρηνών, και νικήσας αυτούς, άλλους μεν απεδίωξεν, άλλους δ' εφόνευσεν.
ΛΗ. Επανελθών δε μετά πολλών λαφύρων εις την Ρώμην, έδειξεν ότι φρονιμώτατοι πάντων ήσαν όσοι δεν εφοβήθησαν την ασθένειαν και το γήρας αρχηγού έχοντος εμπειρίαν και τόλμην, αλλ' εξελέξαντο εκείνον, μη θέλοντα και νοσούντα, μάλλον παρά τους νέους όσοι παρεκάλουν και εζήτουν να στρατηγήσωσι. Διά τούτο και όταν ερρέθη ότι απεστάτησαν οι Τουσκλάνοι (412), έλεγον τον Κάμιλλον να εξέλθη κατ' αυτών, εκλέξας και ένα των πέντε συστρατηγών του. Εκείνος δε, αν και όλοι παρεκάλουν και ήθελον, αφήσας τους άλλους, εξελέξατο τον Λεύκιον Φούριον, εν ώ ουδείς περιέμενε τούτο, διότι εκείνος ήτον όστις προ ολίγου είχε προθυμηθή να πολεμήση παρά του Καμίλλου την γνώμην, και είχε νικηθή εις την μάχην. Θέλων όμως, ως φαίνεται, να κρύψη την συμφοράν αυτού, και ν' απαλλάξη από της καταισχύνης τον άνθρωπον, αυτόν αντί όλων των άλλων προήγαγεν. Οι δε Τουσκλάνοι, το σφάλμα των διορθούντες διά πανουργίας, εν ώ ο Κάμιλλος εβάδιζεν εναντίον των, τας μεν πεδιάδας επλήρωσαν ανθρώπων οίτινες εγεώργουν, και έβοσκον ποίμνια, ως εν καιρώ ειρήνης, τας δε πύλας είχον ανεωγμένας, και τα παιδία σπουδάζοντα εις τα σχολεία. Του δε λαού οι μεν βαναυσουργοί ήσαν εις τα εργαστήρια, καταγινόμενοι εις τας τέχνας, οι δ' αστοί εις την αγοράν, ιμάτια άνευ όπλων φορούντες (413). Οι δ' άρχοντες περιήρχοντο μετά σπουδής προσδιορίζοντες καταλύματα διά τους Ρωμαίους, ως ουδέν κακόν περιμένοντες ή έχοντες επί της συνειδήσεώς των. Πράττοντες δε ταύτα, δεν έπεισαν μεν τον Κάμιλλον ότι δεν υπήρξε προδοσία· αλλ' εκείνος οικτείρας την μετάνοιαν αυτών διά την προδοσίαν των, τοις παρήγγειλε ν' απέλθωσιν εις την σύγκλητον να την παρακαλέσωσι να πραΰνη την οργήν αυτής· συνέπραξε δε και αυτός εις τας παρακλήσεις των, όπως αθωωθή η πόλις από πάσης κατηγορίας, και δοδή εις αυτήν ισοπολιτεία (414). Αύται ήσαν της έκτης αυτού χιλιαρχίας αι επιφανέσταται πράξεις.
ΛΘ. Μετά δε ταύτα, όταν ο Λικίννιος Στόλων (415) ήγειρε μεγάλην στάσιν εις την πόλιν, και ο δήμος επανίστατο κατά της συγκλήτου, απαιτών εκ των δύο διοριζομένων υπάτων ο είς να είναι απλώς δημότης, και όχι και οι δύο πατρίκιοι, τότε εξελέγησαν μεν, δήμαρχοι, εμπόδισε δε το πλήθος να εκτελεσθώσι και αι υπατικαί αρχαιρεσίαι· επροχώρουν δε δι' αναρχίας τα πράγματα εις μείζονας ταραχάς, όταν ο Κάμιλλος ανεδείχθη και εκ τετάρτου Δικτάτωρ υπό της Βουλής παρά του δήμου την θέλησιν, ουδ' αυτός έχων προθυμίαν να δεχθή, ουδέ θέλων να εναντιωθή προς ανθρώπους έχοντας θάρρος απέναντι αυτού διά τους πολλούς και μεγάλους αγώνας των, διότι περισσότερα έπραξε μετ' αυτών στρατηγών, παρά μετά των Πατρικίων εις τα πολιτικά, εννοών δ' ότι και τώρα εξελέγη υπ' αυτών φθονούμενος δι' εκείνα, όπως ή παύση την δημοκρατίαν, αν υπερίσχυε, ή παυθή αυτός, εάν ενικάτο. Ουχ ήττον όμως επροσπάθησε να οικονομήση την περίστασιν, και μαθών την ημέραν καθ' ήν οι δήμαρχοι εμελέτων να προτείνωσι τον νόμον, διεκήρυξεν απογραφήν στρατολογικήν, και μετεκάλεσε τον λαόν από της αγοράς εις το πεδίον, διά μεγάλων προστίμων απειλών τους μη υπακούοντας. Αλλ' επειδή οι δήμαρχοι, εις τας απειλάς ανθιστάμενοι, τον ανεκάλουν πάλιν εκείθεν, και ώμνυον ότι θέλουσι τον ζημιώσει διά πεντήκοντα χιλιάδων αργυρίου (416) αν δεν παύση να στερή τον δήμον του νόμου και να εμποδίζη την ψηφοφορίαν, είτε φοβηθείς άλλην εξορίαν και κατάδίκην, μη πρέπουσαν πλέον εις αυτόν, γέροντα όντα και απηυδημένον, είτε διότι δεν ηδυνάτο να καταβάλη την δυσνίκητον και ακαταμάχητον βίαν του πλήθους, τότε μεν απεσύρθη εις την οικίαν του· τας δε λοιπάς ημέρας, προσποιούμενος τον άρρωστον, παρητήθη της εξουσίας, η δε σύγκλητος εγκατέστησεν άλλον Δικτάτωρα, όστις ανέδειξεν ίππαρχον αυτόν τον αρχηγόν της στάσεως Στόλωνα, και τον αφήκε να κυρώση τον νόμον όστις προ πάντων δυσηρέστει τους Πατρικίους. Ώρισε δ' ούτος, ουδείς να έχη γην περισσοτέραν των πεντακοσίων πλέθρων. Και τότε μεν ο Στόλων ανεδείχθη λαμπρός, νικήσας εις την ψηφοφορίαν. Ολίγον ύστερον όμως εφωράθη ο ίδιος έχων όσην εμπόδιζεν άλλους να έχωσι, και κατά τον ίδιον νόμον ετιμωρήθη.
Μ. Αλλ' ενώ έμενεν εισέτι η περί των υπατικών αρχαιρεσιών φιλονεικία, ήτις και ήτον το δυσκολώτερον της στάσεως αντικείμενον, και πρώτη αφορμή αυτής εγένετο, και περισσοτέρους περισπασμούς έδωκεν εις την Βουλήν, διαιρέσασα αυτήν προς τον δήμον, ήλθον ειδήσεις σαφείς, ότι οι Κελτοί, ορμώμενοι πάλιν από της Αδριατικής θαλάσσης, ήρχοντο μετά πολλών μυριάδων κατά της Ρώμης. Μετά του λόγου δ' αυτού ήρχισαν και του πολέμου τα έργα, διότι η χώρα ελεηλατείτο, και οι άνθρωποι, όσο δεν εδύναντο να καταφύγωσιν εις την Ρώμην, διεσκορπίζοντο εις τα όρη. Ο φόβος λοιπόν ούτος έπαυσε την στάσιν, και συνελθόντες εις έν οι άριστοι μετά του πλήθους, και η βουλή μετά του δήμου, εξελέξαντο όλοι ομοφώνως Δικτάτωρα εκ πέμπτου τον Κάμιλλον (417). Ήτον δ' αυτός τότε πολύ γέρων, και σχεδόν ογδοηκοντούτης. Βλέπων όμως την ανάγκην και τον κίνδυνον, ούτε απολογίαν είπεν ως πρότερον, ούτε προφάσεις μετεχειρίσθη, αλλ' αμέσως δεχθείς την στρατηγίαν, εστρατολόγει τους αξιοπολέμους. Γνωρίζων δ' ότι το κυριώτερον μέρος της δυνάμεως των βαρβάρων συνίστατο εις τας μαχαίρας αυτών, άς βαρβαρικώς και όλως ατέχνως καταφέροντες, έκοπτον ομού ώμους και κεφαλάς, διέταξε να χαλκευθώσι διά τους περισσοτέρους περικεφαλαίαι ολοσίδηροι και έξωθεν λείαι, ώστε αι μάχαιραι να ολισθαίνωσιν ή να θραύωνται εις αυτάς· πέριξ δε των ασπίδων ήρμοσε λεπίδα χαλκήν, διότι το ξύλον μόνον δεν αντείχεν εις τα κτυπήματα. Εδίδαξε δ' ο ίδιος τους στρατιώτας να μεταχειρίζωνται μακρά ακόντια, και διευθύνοντες αυτά υπό τας μαχαίρας των εχθρών, να δέχωνται αυτάς καταφερομένας.
ΜΑ. Όταν δ' επλησίασαν οι Κελτοί, και ήσαν περί τον Ανίωνα ποταμόν (418), βαρύ στρατόπεδον έχοντες και πλήρες λαφύρων αφθόνων, έφερεν έξω το στράτευμα, και το έστησεν εις κοιλάδα σύδενδρον και μαλακήν, πολλάς κοιλότητας έχουσαν, ώστε το μεν περισσότερον μέρος αυτής εκρύπτετο, όσον δ' εφαίνετο, ο φόβος το εξελάμβανεν ως συστελλόμενον όλον εις τραχείς ανηφόρους. Θέλων δ' ο Καμίλλος ν' αυξήση έτι μάλλον την περί τούτου απάτην αυτών, δεν εβοήθησε τα υπό τους πόδας του μέρη, λεηλατούμενα, αλλά φράξας το χαράκωμα, έμεινεν εν ησυχία, έως ότου είδον άλλους μεν σκορπισθέντας όπως τροφάς συγκομίσωσιν, άλλους δ' εις το στρατόπεδον κατά πάσαν ώραν κατά κόρον τρώγοντας και μεθύοντας. Τότε δ' εν ώ νυξ ήτον έτι, πέμψας εμπρός τους ψιλούς διά να εμποδίζωσι τους βαρβάρους να παραταχθώσι, και να τους ταράττωσιν άμα εξήρχοντο του στρατοπέδου, κατεβίβασεν, άμα εχάραξε, τους οπλίτας, και παρέταττεν αυτούς εις την πεδιάδα, πολλούς και προθύμους, ουχί δε, ως οι βάρβαροι ήλπιζον ότι θέλουσι τους ιδή, ολίγους και ατόλμους. Και πρώτον μεν τούτο εταπείνωσε το φρόνημα των Κελτών, διότι δεν κατεδέχοντο να είναι αυτοί οι προσβεβλημένοι. Έπειτα δε, επιπίπτοντες οι ψιλοί, και πριν ή λάβωσι την συνήθη τάξιν και διαιρεθώσι κατά λόχους, ταράττοντες και βιάζοντες αυτούς, τους ηνάγκασαν να πολεμήσωσιν ατάκτως, και όπως έτυχε. Τέλος δ' ήλθε και ο Κάμιλλος, φέρων τους οπλίτας· και εκείνοι μεν, υψώσαντες τας μαχαίρας, ώρμησαν επί το αυτό· οι δε Ρωμαίοι, αποκρούοντες τας πληγάς διά των ακοντίων, και εις τα κτυπήματα αντιτάττοντες μέρη σεσιδηρωμένα, εγύριζον τον σίδηρον εκείνων, διότι ήτον μαλακός και εις λεπτάς λεπίδας εσφυρηλατημένος, ώστε αι μάχαιραι αυτών ταχέως ελυγίζοντο και εδιπλώνοντο, τας δε ασπίδας των διεπέρων τα ακόντια, και έλκοντα αυτάς, τας καθίστων βαρείας. Δια τούτο, ρίπτοντες τα ίδια αυτών όπλα, επροσπάθουν να μεταχειρισθώσι τα όπλα εκείνων, και λαμβάνοντες τα ακόντια διά των χειρών των, αλλού να τα στρέφωσιν. Οι δε Ρωμαίοι, βλέποντες αυτούς ούτω γυμνούς, ήρχισαν να μεταχειρίζωνται τα ξίφη αυτών, και πολλοί μεν εφονεύοντο εκ των ισταμένων εις τας πρώτας τάξεις, οι δε λοιποί έφευγον πανταχού εις όλην την πεδιάδα, διότι τους λόφους και τα υψηλά τα είχε προκαταλάβει ο Κάμιλλος, το δε στρατόπεδον έχοντες άφρακτον εξ αφοβίας, ήξευρον ότι ευκόλως θα εκυριεύετο. Η μάχη αύτη λέγουσιν ότι έγινε δεκατρία έτη μετά της Ρώμης την άλωσιν (419), και θάρρος ακλόνητον έλαβον εξ αυτής οι Ρωμαίοι, οίτινες πολύ εφοβούντο τους βαρβάρους, πιστεύοντες ότι την πρώτην φοράν ενικήθησαν ουχί υπό της δυνάμεως αυτών, αλλ' υπό νόσων και υπ' απροσδοκήτων συμβάντων. Τόσον δε μέγας ήτον ο φόβος αυτών, ώστε είχον ψηφίσει νόμον, να είναι οι ιερείς ελεύθεροι της στρατολογίας, εκτός αν επέκειτο Γαλατικός πόλεμος.
ΜΒ. Και των μεν στρατιωτικών του Καμίλλου αγώνων ούτος ήτον ο τελευταίος, διότι την πόλιν των Ουελιτράνων εκυρίευσεν ως πάρεργον της εκστρατείας ταύτης, αμαχητί υποταγείσαν. Των δε πολιτικών τω επεφυλάττετο ο μέγιστος και ο δυσκολώτατος, ο προς τον δήμον, όστις επέστρεφεν ισχυρός διά των νικών του, και επέμενε ν' αναδείξη ύπατον εκ των απλών δημοτών παρά τον υφιστάμενον νόμον, εν ώ η βουλή ανθίστατο, και δεν επέτρεπεν εις τον Κάμιλλον να καταθέση την αρχήν, διότι ήλπιζεν ότι έχουσα μεθ' εαυτής την ισχυράν και μεγάλην εξουσίαν εκείνου, θα ηγωνίζετο καλλήτερον υπέρ της αριστοκρατίας. Εις την αγοράν εκάθητο ο Κάμιλλος θεωρών υποθέσεις, όταν υπηρέτης πεμφθείς παρά των δημάρχων, τω διέταξε να τον ακολουθήση, και έθηκεν επί αυτού την χείρα του ως διά να τον σύρη. Τότε επλήσθη η αγορά κραυγής και θορύβου, ως ποτέ άλλοτε, και οι μεν περί τον Κάμιλλον απώθουν από του βήματος τον δημόσιον υπηρέτην, το δε πλήθος κάτωθεν τω έλεγε να τον σύρη. Απορών δε τι να πράξη, της μεν αρχής δεν παρητήθη, συμπεριλαβών δε τους βουλευτάς, επορεύθη προς την σύγκλητον, και πριν ή εισέλθη, στραφείς προς το Καπιτώλιον, ηυχήθη προς τους Θεούς να κατευθύνωσι τα πράγματα εις κάλλιστον τέλος, υποσχόμενος ν' ανεγείρη ναόν Ομονοίας, αν η ταραχή καταπαύση. Μέγας δ' αγών ηγέρθη εις την σύγλητον μεταξύ των εναντίων γνωμών ενίκησε δ' η μαλακωτέρα, ενδούσα εις τον δήμον, και επιτρέπουσα ο είς εκ των υπάτων να εκλέγηται υπό του πλήθους. Ταύτα ανεκήρυξεν ο Δικτάτωρ εις τον δήμον ότι απεφασίσθησαν υπό της βουλής και αμέσως, ως ήτον επόμενον, πλήρεις χαράς συνεφιλιούντο μετά της βουλής, και προέπεμπον μετά κρότου και βοής τον Κάμιλλον εις την οικίαν αυτού. Την δ' επαύριον συνελθόντες, εψήφισαν, ιερόν μεν της Ομονοίας, ως ευχηθείς υπεσχέθη ο Κάμιλλος, να οικοδομήσωσι, διά τα γεγονότα, εις θέσιν φαινομένην εκ της αγοράς και εκ της εκκλησίας· εις δε τας καλουμένας Λατίνας ημέρας να προσθέσωσι μίαν, και να εορτάζωσι τέσσαρας· αμέσως δε τότε να τελέσωσι θυσίαν και να στεφανωθώσιν όλοι οι Ρωμαίοι. Μετά ταύτα δ' έγειναν αρχαιρεσίαι υπό του Καμίλλου την προεδρείαν, και εξελέγησαν ύπατοι, ο μεν Μάρκος Αιμίλιος εκ των πατρικίων, ο δε Λεύκιος Σέξτιος, εκ των δημοτών, πρώτος (420). Τούτο είναι το τέλος των πράξεων του Καμίλλου.
ΜΓ. Τον μετά ταύτα δε χρόνον (421) λοιμική νόσος επέπεσεν εις την Ρώμην, και του μεν άλλου όχλου αναρίθμητον πλήθος έφθειρε, των δ' αρχόντων τους περισσοτέρους. Απέθανε δε και ο Κάμιλλος, ώριμος μεν, υπέρ τινα και άλλον άνθρωπον, διά την ηλικίαν και του βίου την τελειότητα, λυπήσας όμως τους Ρωμαίους όσον δεν τους ελύπησαν όλοι οι κατά τον χρόνον εκείνον εκ της νόσου αποθανόντες.
ΠΕΡΙΚΛΗΣ
Α. ΙΔΩΝ, ως φαίνεταί ποτε ο Καίσαρ εν Ρώμη πλουσίους περιφέροντας εις τους
κόλπους των μικρούς πήθικας και κυνάρια, ηρώτησεν αν αι γυναίκες αυτών δεν
γεννώσι παιδία, νουθεσίαν δους, εις ηγεμόνα πρέπουσαν, εις τους
καταναλίσκοντας εις ζώα την ενυπάρχουσαν εις ημάς αγάπης και φιλοστοργίας
δύναμιν, ήτις οφείλεται εις τους ανθρώπους. Επειδή λοιπόν η ψυχή ημών έχει εκ
φύσεως και φιλομαθή τινα διάθεσιν και φιλοθεάμονα, δικαίως δύναται να
καθάπτηται των κατάχρησιν αυτής ποιουμένων εις σπουδής ανάξια ακούσματα και
θεάματα, παραμελούντων δε τα καλά και ωφέλιμα. Διότι η μεν αίσθησις, ήτις
αντιλαμβάνεται των αντικειμένων όταν προσβάλληται υπ' αυτών, ίσως είναι
ηναγκασμένη να θεωρή παν το φαινόμενον, είτε χρήσιμον είτε άχρηστον. Τον νουν
όμως αν θέλη τις να μεταχειρισθή, ο νους επλάσθη ευκολώτατα να τρέπηται και να
μεταβάλληται κατά το δοκούν. Πρέπει επομένως να επιδιώκη το βέλτιστον, έπειτα
ου μόνον να θεωρή, αλλά και να τρέφηται θεωρών. Διότι, ως εις τον οφθαλμόν
πρόσφορον είναι το ανθηρόν και το τερπνόν χρώμα, το αναζωπυρούν και τέρπον
την όψιν, ούτω πρέπει να στρέφωμεν την διάνοιαν προς θεάματα, άτινα
ευχαριστούντα αυτήν, την έλκουσι προς το αγαθόν, το ανήκον εις την φύσιν αυτής.
Τοιαύτα δ' εισί τα ενάρετα έργα, άτινα, εξιστορούμενα, εξάπτουσι ζήλον και
προθυμίαν εις μίμησιν διότι ως προς άλλα πολλά, καί τοι θαυμάζοντες το πραχθέν,
δεν ορμώμεθα όμως αμέσως και εις το να πράξωμεν αυτό οι ίδιοι· εξ εναντίας
μάλιστα, ευχαριστούμενοι εκ του έργου, πολλάκις περιφρονούμεν τον εργάτην
αυτού. Ούτω μας τέρπουσι τα μύρα και της αλουργίδος το χρώμα, αλλά τους
βαφείς και τους μυρεψούς θεωρούμεν ως αγενείς τινας και βαναύσους τεχνίτας.
Διά τούτο δίκαιον είχεν ο Αντισθένης
(422) όταν
ήκουσεν ότι ο Ισμηνίας
(423) ήτον
σπουδαίος αυλητής, ν' αποκριθή· «Αλλ' είναι άνθρωπος μοχθηρός· άλλως δεν θα
ήτον αυλητής τοσούτον σπουδαίος». Ο δε Φίλιππος είπε προς τον υιόν του
(424), όστις
εις συμπόσιον είχε ψάλει μετά πολλής τέχνης και χάριτος· «Δεν εντρέπεσαι να
ψάλλης τόσον καλώς;» Διότι αρκεί αν Βασιλεύς καιρόν έχη ν' ακούη άλλους
ψάλλοντας, και πολύ θυσιάζει εις τας Μούσας όταν γίνηται θεατής άλλων εις
τοιούτους αγώνας ασχολουμένων.
Β. Η δ' ενασχόλησις προς τα ταπεινά εξελέγχεται εκ του ότι υπέρ των αχρήστων τις κοπιών, παραμελεί τα καλά, και ουδείς ευγενής νέος υπάρχει όστις, διότι είδε τον Δία εν Πίση (425) επεθύμησε να γίνη Φειδίας (426), ή την Ήραν εις το Άργος, Πολύκλειτος (427), ουδ' Ανακρέων ή Φιλήμων ή Αρχίλοχος (428), διότι τω ήρεσαν αυτών τα ποιήματα. Δεν είναι αναγκαίον, αν έργον τι τέρπη διά την χάριν του, να είναι περισπούδαστος και ο εργάτης αυτού. Όθεν ουδ' ωφελούσι τα τοιαύτα Θεάματα, τα μη εξάπτοντα ζήλον μιμήσεως, ουδ' εμποιούντα προθυμίαν και ορμήν προς άμιλλαν. Αλλ' αι πράξεις της αρετής διαθέτουσιν ούτως, ώστε συγχρόνως και τα έργα να θαυμάζωνται, και οι εργασθέντες αυτά να είναι επίζηλοι· ώστε των μεν αγαθών της τύχης αγαπώμεν την κτήσιν και την απόλαυσιν, των δε της αρετής αγαπώμεν τας πράξεις, και εκείνα μεν θέλομεν να προέρχωνται εις ημάς παρ' άλλων, ταύτα δε παρ' ημών μάλλον προς άλλους να γίνωνται. Διότι το καλόν έλκει προς εαυτό την ενέργειαν ημών, και εξορμά ημάς αμέσως εις πράξεις, και διαρρυθμίζει τα ήθη ημών, την προαίρεσιν ημών κινούν ουχί διά θεαμάτων μιμήσεως, αλλά δι' αυτής της του έργου εκθέσεως. Διά ταύτα ενεκρίναμεν και ημείς να εμμείνωμεν εις την των βίων περιγραφήν, και συνετάξαμεν δέκατον το βιβλίον τούτο (429), περιέχον τον βίον του Περικλέους και τον του Φαβίου Μαξίμου, του πολεμήσαντος προς τον Αννίβαν, ανδρών ομοίων μεν και κατά τας λοιπάς αρετάς, μάλιστα δε κατά την πραότητα και την δικαιοσύνην, και διότι εγένοντο ωφελιμώτατοι εις τας πατρίδας των, έχοντες την υπομονήν να υποφέρωσι την αγνωμοσύνην των δήμων και των συναρχόντων αυτών. Αν δε ορθώς εσκέφθημεν, θέλει κρίνει έκαστος εκ των ανωτέρω γραφομένων.
Γ. Ο Περικλής ήτον την φυλήν Ακαμαντίδης, Χολαργεύς δε τον δήμον (430), γένους και οίκου πατρόθεν και μητρόθεν του πρώτου· διότι Ξάνθιππος, ο νικήσας εις την Μυκάλην (431) τους στρατηγούς του βασιλέως, ενυμφεύθη την Αγαρίστην, έγγονον του Κλεισθένους (432), εκείνου όστις εδίωξε τους Πεισιστρατίδας, και κατέλυσε γενναίως την τυραννίαν, και έδωκε νόμους, και κατέστησε την πολιτείαν άριστα συγκεκερασμένην προς ομόνοιαν και προς σωτηρίαν. Αύτη είδεν εις τον ύπνον της ότι εγέννησε λέοντα, και μετ' ολίγας ημέρας εγέννησε τον Περικλέα, κατά τα λοιπά μεν άμεμπτον ως προς την του σώματος μόρφωσιν, την κεφαλήν όμως έχοντα επιμήκη και ασύμμετρον. Όθεν αι μεν εικόνες αυτού σχεδόν όλαι φέρουσι περικεφαλαίαν, διότι, ως φαίνεται, οι τεχνίται δεν ήθελον να τον εκθέσωσιν εις την χλεύην. Οι δ' Αττικοί ποιηταί τον ωνόμαζον σχινοκέφαλον, διότι ενίοτε ονομάζουσι Σχίνον και το σκυλλοκρόμμυον (433). Εκ δε των κωμικών ο Κρατίνος (434) λέγει εις τους «Χείρονας» αυτού (435),
Ο Κρόνος ο πρεσβυγενής και η στάσις, αλλήλοις μιγέντες,
τύραννον μέγαν έτεκον, όν κεφαληγερέτην
(436)
επικαλούσιν οι θεοί. »
Και πάλιν εις την «Νέμεσιν» αυτού (437)
«Ελθέ, Ζευ ξένιε και μακροκέφαλε (438)»
Ο δε Τηλεκλείδης (439) ποτέ μεν λέγει περί αυτού ότι αμηχανών διά τα δημόσια πράγματα, εκάθητο εις την πόλιν καρηβαρών (440), ποτέ δε μόνον ότι εκ κεφαλής ενδεκακλίνου (441) μέγαν εξέπεμπε θόρυβον. Ο δ' Εύπολις εν τοις Δήμοις (442) εξετάζων περί εκάστου των δημαγωγών ανερχομένων εκ του άδου, όταν ο Περικλής ωνομάσθη τελευταίος, ερωτά·
«Τι εκ των κάτω έφερες κεφάλαιον; (443)»
Δ. Διδάσκαλον δ' αναφέρουσιν οι πλείστοι ότι είχεν εις την μουσικήν τον Δάμωνα, ού το όνομα λέγουσιν ότι πρέπει να προφέρηται βραχυνομένης της πρώτης αυτού συλλαβής (444). Ο δ' Αριστοτέλης λέγει ότι ειργάσθη εις την εκμάθησιν της μουσικής και παρά τω Πυθοκλείδη (445). Φαίνεται δ' ότι ήτον ο Δάμων έξοχος σοφιστής (446), και συνεκαλύπτετο διά του ονόματος της μουσικής, θέλων να κρύψη την πολλήν του δεινότητα· μετά του Περικλέους δε συνανεστρέφετο, ως αλείπτης (447) και διδάσκαλος μετ' αθλητού των πολιτικών. Δεν κατώρθωσεν όμως ο Δάμων να μη γνωρισθή ότι μεταχειρίζετο την λύραν ως πρόσχημα, αλλ' ως μεγαλοπράγμων και φιλοτύραννος την διάθεσιν, εξωστρακίσθη, και έδωκεν ύλην εις των κωμικών τα σκώμματα. Ο Πλάτων (448), φερ' ειπείν, παρεισάγει τινά ερωτώντα αυτόν ούτω·
«Ειπέ μοι πρώτον, σε καθικετεύω. Συ,
ως λέγουν, Χείρων
(449),
έθρεψας τον Περικλήν.»
Ήκουσε δ' ο Περικλής και τον Ελεάτην Ζήνωνα (450). όστις επραγματεύετο περί της φύσεως ως ο Παρμενίδης (451), και είχεν αποκτήσει την συνήθειαν του να συζητή και δι' αντιλογιών να φέρη εις απορίαν ως και Τίμων ο Φλιάσιος (452) λέγει διά των εξής·
«Ζήνωνος του διπλογλώσσου
(453) το
μέγα, δυσδάμαστον σθένος,
επισταμένου τα πάντα
(454).
Ο δε περισσότερον μετά του Περικλέους συναναστραφείς και προ πάντων βαρύτητα δους εις αυτόν και δημαγωγίας εμβριθέστερον φρόνημα, και την αξιοπρέπειαν εξυψώσας του ήθους του, ήτον Αναξαγόρας ο Κλαζομένιος (455), όν οι τότε άνθρωποι «Νουν» επωνόμαζον, είτε την σύνεσιν αυτού θαυμάσαντες, ήτις εις την έρευναν της φύσεως εφάνη μεγάλη και έξοχος, είτε διότι πρώτος ως αρχήν της των όλων διακοσμήσεως έστησεν ουχί την τύχην ή την ανάγκην, αλλά τον νουν καθαρόν και άκρατον, διαχωρίζοντα τα όμοια μέρη εις την κοινήν όλων των άλλων ανάμιξιν.
Ε. Τούτον τον άνδρα υπερτάτως θαυμάσας ο Περικλής, και εντραφείς παρ' αυτώ εις την λεγομένην μετεωρολογίαν, και εις βαθείας συζητήσεις, ου μόνον είχεν, ως φαίνεται, το φρόνημα σοβαρόν, και τον λόγον υψηλόν και καθαρόν χυδαίας και επιτετηδευμένης βωμολοχίας, αλλά και του προσώπου αυτού η σοβαρότης, μη φαιδρυνομένου εις γέλωτα, και του βαδίσματος η πραότης, και η σεμνότης της ενδυμασίας, ήν, όταν ωμίλει, το πάθος ουδέποτε συνετάραττε, και της φωνής του ο αθόρυβος τόνος, και όσα τοιαύτα, εκίνουν πάντας εις θαυμασμόν και εις έκπληξιν. Υβριζόμενος δέ ποτε και κακολογούμενος δι' όλης ημέρας υπό τινος των βδελυρών και ακολάστων ανθρώπων, τον υπέφερε σιωπών εις την αγοράν, και ασχολούμενος εις υπόθεσιν κατεπείγουσαν. Το δ' εσπέρας απήλθεν ησύχως εις την οικίαν του, παρακολουθούμενος υπό του ανθρώπου, όστις πάσαν ύβριν εξετόξευε κατ' αυτού. Όταν δ' έμελλε να εισέλθη, επειδή ήτον ήδη σκότος, διέταξεν ένα των υπηρετών του να λάβη φως, και συνοδεύσας τον άνθρωπον να τον φέρη εις την οικίαν του. Ο δε ποιητής Ίων (456) λέγει ότι οι τρόποι του Περικλέους ήσαν αλαζωνικοί και μάλλον τετυφωμένοι, και ότι εις τας μεγαλαυχίας αυτού πολλή ήτον αναμεμιγμένη υπεροψία και περιφρόνησις των άλλων. Επαινεί δε του Κίμωνος την χάριν και την γλυκύτητα και την ευγένειαν κατά την συμπεριφοράν. Αλλ' ας αφήσωμεν τον Ίωνα, όστις απαιτεί, καθώς αι τραγικαί παραστάσεις, ούτω και η αρετή να έχη αφεύκτως και το σατυρικόν αυτής μέρος (457). Τους δ' αποκαλούντας την σοβαρότητα του Περικλέους τύφον και δοξοκομπίαν προέτρεπεν ο Ζήνων να δοξοκομπώσι (458) και αυτοί πως κατά τον ίδιον τρόπον, διότι και η προσποίησις αυτή των καλών διεγείρει κατ' ολίγον ζήλον αυτών και συνήθειαν.
ΣΤ. Δεν απήλαυσε δε μόνον ταύτα εκ της συναναστροφής του Αναξαγόρου ο Περικλής, αλλά φαίνεται ότι και δεισιδαιμονίας εγένετο ανώτερος, ήτις καταπλήττει τους αγνοούντας τας αιτίας των μετεώρων, όσοι δι' απειρίαν αυτών πληρούνται φόβων και ταραχής περί τα θεία. Την απειρίαν ταύτην θεραπεύουσα η φιλοσοφία της φύσεως, αντί της φοβεράς και πυρεσσούσης δεισιδαιμονίας εμπνέει αληθή ευσέβειαν μετ' αγαθών ελπίδων. Λέγεται δ' ότι έφερόν ποτε εκ των αγρών κριού μονοκέρου κεφαλήν εις τον Περικλέα, και ο μεν μάντις Λάμπων, ως είδε το κέρας φυόμενον ισχυρόν και στερεόν εκ της μέσης του μετώπου, είπεν ότι εν ώ τότε ήσαν δύο μερίδες ισχυραί εις την πόλιν, η του Θουκυδίδου (459) και η του Περικλέους, η δύναμις ήθελε περιέλθει εις ένα, εκείνον εις ού τους αγρούς το σημείον εφάνη. Ο δ' Αναξαγόρας, κόψας το κρανίον, έδειξεν ότι ο εγκέφαλος δεν κατείχε πάσαν την βάσιν, αλλ' οξύς ως αυγόν, εξ όλου του αγγείου είχεν ολισθήσει εις εκείνο το μέρος, όθεν άρχεται η ρίζα του κέρατος. Και τότε μεν εθαυμάσθη ο Αναξαγόρας υπό των παρευρεθέντων· ολίγον δ' έπειτα ο Λάμπων, όταν ο μεν Θουκυδίδης εξέπεσε της αρχής, όλα δε του δήμου τα πράγματα περιήλθον εις τον Περικλέα. Τίποτε δε, νομίζω, δεν εμπόδιζε και ο φυσικός να είχε δίκαιον, και ο μάντις, αν ο μεν την αιτίαν, ο δε το τέλος καλώς ενόησε· διότι του μεν έργον ήτον να θεωρήση πόθεν και πώς τι εγένετο· του δε, να προειπή προς τι εγένετο και τι σημαίνει. Οι δε λέγοντες ότι της αιτίας η εύρεσις είναι του σημείου αναίρεσις, δεν εννοούσιν ότι αρνούνται ομού και τα θεία σημεία και τα τεχνητά, τους κρότους των δίσκων (460), και των πυρών τα φώτα, και τας σκιάς των ηλιακών ωρολογίων, ών έκαστον ως έκ τινος αιτίας και ως εκ της κατασκευής του εγένετο τοιούτον, ώστε να είναι πράγματός τινος σημείον. Αλλά ταύτα ίσως εις άλλην ανήκουσι πραγματείαν.