347) Αργύριον λέγει την αργυράν δραχμήν ή το δηνάριον και το Ασσάριον ήτον το πρώτον χαλκούν νόμισμα, ώστε και τα δέκα ασσάρια λέγει δεκάχαλκον.↩
348) Τον Ιούλιον διεδέχθη ο Κορνήλιος. Αλλ' η επελθούσα άλωσις της Ρώμης τοσαύτην, κατά Λίβιον, ενεποίησε δεισιδαίμονα κατάπληξιν εις τους Ρωμαίους, ώστε έκτοτε ουδείς ήθελε πλέον να διαδεχθή Τιμητήν αποθανόντα, και ηνάγκασαν και τον άλλον τιμητήν να παραιτηθή.↩
349) Το Κελτικόν γένος ήτον, κατά τας ιδέας των αρχαίων, λίαν εκτεταμένον, οικούν την Γαλλίαν την Γερμανίαν και την Ισπανίαν.↩
350) Ριπαία όρη, τα της Σιβηρίας.↩
351) Τα Πυρρηναία.↩
352) Οι Κελτόριοι εισίν άγνωστοι αλλαχόθεν. Ίσως διορθωτέον εις Κελτιβήρων. Οι δε Σέννωνες ήσαν λαός Γαλατικός, την Καμπανίαν οικών. ↩
353) Η διήγησις αύτη πρέπει να έχη τι το μυθώδες, διότι Λουκίμων δεν ήτον παρά τοις Τυρρηνοίς όνομα κύριον, αλλά προσηγορικόν, σημαίνον τους ευγενείς.↩
354) Ουολούσκοι ή Ουόλσκοι (Volski), λαος της μεσαίας Ιταλίας, (του Λατίου) μεσημβρινώς της Ρώμης κατοικουντες πάρα την θάλασσαν μέχρι του Αμεσήνου ποταμού. Οι δε Φαλίσκοι, κάτοικοι της Τυρρηνικής πόλεως Φαλερίου, την σήμερον Sta Maria di Fallari.↩
355) Ίδ. Βίον Νουμά, ΙΒ. ↩
356) Είκοσι στάδια απετέλουν μίαν ώραν.↩
357) Σήμερον ονομάζεται ο ποταμός ούτος Torrente di Catino. ↩
358) Τον Τίβεριν.↩
359) Η μάχη συνεκροτήθη κατά τα ρωμαϊκά χρονικά την 18 Ιουλίου, 394 ά. κ. Ρ.↩
360) Ηράκλειτος, Φιλόσοφος της 70 Ολυμ. Ίδ. Ρωμ. 84. Την δόξαν ταύτην εκφράζει ο Ησίοδος εις το ποίημα το επιγραφόμενον «Έργα και Ημέραι». ↩
361) Εις σύγγραμμα μη διατηρηθέν, και επιγραφόμενον «Περί Hμερών». Ίδε και Ρωμαϊκών κεφαλαίων καταγραφήν 25.↩
362) Ιούνιος — Ιούλιος.↩
363) Η εν Λεύκτροις μάχη, εν Ολυμ. 102. β'., καθ' ήν ο Επαμινώνδας ενίκησε τους Σπαρτιάτας.↩
364) Κερησσός, φρούριον εν Βοιωτία παρά τας Θεσπιάς επί του Ελικώνος.↩
365) Αλλαχού δεν αναφέρεται ο αρχηγός ούτος των Θεσσαλών. ↩
366) Βοηδρομιών, ο τρίτος μην, Αύγουστος — Σεμπτέμβιος. Η μάχη εγένετο εν Ολυμ. 72, γ'.↩
367) Εν Ολ. 75, β΄.↩
368) Ο Αλέξανδρος ενίκησε τον Δαρείον εν Ολ. 112, β'. ↩
369) Ο Χαβρίας ενίκησε τον στόλον της Σπάρτης υπό τον Πόλλειν εν Ολυμ. 100.↩
370) Η εν Σαλαμίνι μάχη εν Ολυμ. 75, α. ↩
371) Ίδε ανωτέρ. Σ. 196. σημ. 1.↩
372) Θαργηλιών, ο ενδέκατος, Απρίλιος — Μάιος.↩
373) Εν Ολυμ. 111, γ'.↩
374) Ο Τιμολέων, ελθών εκ Κορίνθου εις βοήθειαν των Σικελών κατά του Διονυσίου και των συμμάχων αυτού Καρχηδονίων, ενίκησε τούτους εν Κριμησώ κατ' Ολυμ. 110, ά.↩
375) Έρφορος, ιστορικός μετά Θουκυδίδην. Ίδ. Θεμιστ. ΚΖ. — . Καλλισθένης, ίσως ο Ολύνθιος, ανεψιός του Αριστοτέλους. Ή ο Ετεονίκου, Φαληρεύς, ρήτωρ, φίλος του Δημοσθένους. — Δαμάστης, ο Σιγιεύς, ιστοριογράφος σύγχρονος του Ηροδότου. — Φύλαρχος, ιστοριογράφος επί Πτολεμαίων. Ίδ. Θεμιστ. ΑΒ↩
376) Δεύτερος μην, Ιούλιος — Αύγουστος.↩
377) Κρανών, πόλις της Πελασγιώτιδος, εν Θεσσαλία, πλησίον της Λαρίσσης. Οι Έλληνες ηττήθησαν αυτόθι υπό του Μακεδόνος Αντιπάτρου, του πατρός του Κασσάνδρου, εν Ολ. 114, γ'.↩
378) Η εν Χαιρωνεία μάχη, καθ' ήν οι Έλληνες ενικήθησαν κατά κράτος υπό του Φιλίππου, εγένετο εν Ολ. 110, γ'.↩
379) Αρχίδαμος, υιός του Αγησιλάου, εικοστός Βασιλεύς της Σπάρτης, απελθών εις Ιταλίαν εις βοήθειαν των Ταραντίνων, εφονεύθη εν Μαδουρία, πόλει της Καλαβρίας.↩
380) Των ελευσινιακών μυστηρίων, τελουμένων εν Αθήναις από της 15ης μέχρι της 20ης βοηδρομιώνος, του τρίτου μηνός, αυγούστου — σεπτεμβρίου.↩
381) Αι Θήβαι κατεσκάφησαν εν Ολ. 111, β'.↩
382) Επί Κασάνδρου, εν Ολ. 118, β'.↩
383) Μυστηριώδης του Βάκχου πομπή, μέρος αποτελούσα των Ελευσινίων. ↩
384) Γ. Σερουίλιος Καιπίων (C. Servilius Caepio), ενικήθη υπό των Κίμβρων εν έτει Ρ. 649, και ερρίφθη υπό των Ρωμαίων εις φυλακήν. ↩
385) Τιγράνης, βασιλεύς της Αρμενίας, γαμβρός του Μιθριδάτου, κατακτήσας πολλά της μεγάλης Ασίας μέρη περί το 100όν π. Χ. και εις μακρούς πολέμους μετά των Ρωμαίων διατελέσας.↩
386) Βασιλεύς της Περγάμου, μετ' Αλέξανδρον. ↩
387) Η μετά τας Καλάνδας και η μετά τας Νόννας αμέσως επομένη. Ίδ. Ρωμύλ. ΙΒ.↩
388) Ξόανον της Αθηνάς, υποτιθέμενον ότι έπεσεν εξ ουρανού εις την Τρωάδα, και καθίστα την πόλιν απόρθητον. Ο Διομήδης και ο Οδυσσεύς, εισελθόντες εις την πόλιν δι' υπονόμων, το έκλεψαν, και ούτως εκυριεύθη το Ίλιον. Κατά την κοινοτέραν δόξαν, την υπό των Ρωμαίων ιδίως διαδοθείσαν, ο Αινείας το έσωσεν εις Ιταλίαν, και διετηρείτο εν Ρώμη.↩
389) Δάρδανος, ο γενάρχης των Βασιλέων της Τρωάδος, ην έγγονος του Άτλαντος, και κατήγετο εκ Σαμοθράκης, όπου υπήρχεν η μυστηριώδης και πανάρχαιος Καβειρική ή Πελασγική λατρεία της Ρέας.↩
390) Κυρίνος, επωνομάσθη ο Ρωμύλος μετά την αποθέωσίν του. Ίδ. Ρωμ. ΚΠ.↩
391) Πίθων φέρει το σύνηθες κείμενον του Πλουτάρχου· αλλ' είς τινα χειρόγραφα φέρεται το εσφαλμένον Πιθηνών, εξ ού ο Κοραής ορθότατα υπενόησε την γραφήν Πιθίσκων, διότι η λατινική επωνυμία του μέρους είναι Doliοla (Πιθίσκοι) και ουχί Dolia (Πίθοι).↩
392) Ηρακλείδης, φιλόσοφος, μαθητής του Αριστοτέλους, έζη επί Μεγάλου Αλεξάνδρου, Ίδ. Σόλ. Α.↩
393) Η διήγησις αύτη του Ηρακλείδου προέρχεται εκ της τότε επικρατούσης έτι αγνοίας εν Ελλάδι περί των κατά την άνω και μέσην Ιταλίαν, και περί Ρώμης.↩
394) Ενταύθα παρενείρεται εις το κείμενον η επομένη φράσις.
Και πορευθείς ες Ουηίους, ενέτυχε τοις στρατιώταις,
και συνήγε πλείους από των συμμάχων, ως επιθησόμενος τοις πολεμίοις». Αύτη,
ως επανάληψις των αμέσως προηγουμένων, εισέφρυσε πιθανώς εξ αβλεψίας
αντιγραφέως, προσημείωσις παραφραστού τινος ούσα.
↩
395) Η λίτρα ήτον ίση προς το ελληνικόν Ημίμναιον, άρα το ημίλιτρον προς 25 δραχμ. βάρους. Η δε κοτύλη υγρού ήτον το 12ον του Χοός ήτοι 144ον του μετρητού, αντιστοιχούντος προς 29 οκάδες↩
396) Πεντήκοντα χιλιάδας δραχμάς χρυσού, ήτο έν περίπου εκατομμύριον δραχμών αργυρών↩
397) «Νενικημένοις οδύνη». væh victis!↩
398) Τρεις ώρας περίπου.↩
399) Η φέρουσα προς Γαβίους, εν Δατίω, νοτιοανατολικώς της Ρώμης, πόλιν έχουσαν την λατρείαν της Αργείας Ήρας.↩
400) Κυιντίλιαι ειδοί, ήτοι τα μέσα του Ιουλίου. Ίδ. Ρωμ. ΙΒ. ↩
401) Επί Ταρκυνίου, σκαπτομένων επί του Ταρπηίου βράχου των θεμελίων του ναού του Διός, ευρέθη νεοσφαγής κεφαλή, ήτις εξηγήθη υπό των οιωνοσκόπων ως δηλούσα ότι η Ρώμη έσται της Ιταλίας η κεφαλή. Δια τούτο μυθολογείται ότι και ο λόφος ωνομάσθη Καπιτώλιον εκ του Capitum, του δηλούντος κεφαλήν.↩
402) Η μαντική ράβδος, το Λίτυον (Lituus) ιδίως των Τυρρηνών οιωνοσκόπων, ήτον επικαμπής άνωθεν, ως συνεχώς παρίσταται επί Ρωμαϊκών αναγλύφων και νομισμάτων. Δι' αυτής οι μάντεις εχάραττον γραμμάς εις τον αέρα, διαιρούντες τον ουρανόν εις τμήματα, τα πλινθία περί ών λέγει ο Πλούταρχος, ών τα μεν εθεωρούντο καθαρά και αίσια, τα δε τουναντίον. Το πλινθία ταύτα ρωμαϊστί εκαλούντο Templa, (εκ του τέμνειν, τέμενος), όθεν το Contemplor.↩
403) Αικανοί, λαός Ιταλικός, κατοικών μεσημβρινώς της Ρώμης εν τω Λατίω, και γείτων των Λατίνων και των Ουόλσκων.↩
404) Πόλις της Τυρρηνίας καλουμένη σήμερον Σάρτι.↩
405) Το όρος τούτο απέχει περί τας δέκα ώρας από της Ρώμης. ↩
406) Ίδ. Ρωμύλ, ΚΘ.↩
407) Τη εβδόμη Ιουλίου.↩
408) Εν έτει Ρώμης 369.↩
409) Εις τα περίχωρα της Ρώμης.↩
410) Ίδ. Ρωμύλ. §Κ.↩
411) Η αυτή πόλις ήν ανωτέρω §ΛΑ ωνόμασε Σούτριον. ↩
412) Κάτοικοι του Τούσκλου ή Τουσκούλου (Tusculum), πόλεως επισήμου του Λατίου.↩
413) Ίο ειρηνικόν ιμάτιον ελέγετο τήβενος· το δε του πολέμου πάγος.↩
414) Ισοπολιτεία λέγεται η σχέσις δύο πόλεων, ων οι πολίται πολιτεύονται διά των αυτών νόμων και απολαμβάνουσι των αυτών δικαιωμάτων.↩
415) Ίδε λεπτομερέστερον περί της στάσεως ταύτης εν Τίτω Λιβίω (VI. 24-38).↩
416) Θέλει να είπη αργυράς δραχμάς. Αλλά τότε το αργυρούν νόμισμα δεν ήτο έτι εν χρήσει εν Ρώμη.↩
417) Εν έτει 487 από κτίσεως Ρώμης.↩
418) Ποταμός του Λατίου, ρέων από των Απενίνων, και εισβάλλων εις τον Τίβεριν πλησίον της Ρώμης.↩
419) Φαίνεται ότι ο αριθμός πρέπει να είναι ορθότερον εικοσιτρία.↩
420) Ο συμμέτοχος της στάσεως του Στόλωνος και του πενθερού αυτού Φαβίου Αμβούστου. Τον δε Μάρκιον Αιμίλιον ονομάζει ο Λίβιος (VII, 1) Λεύκιον Αιμίλιον Μαμερκίνον.↩
421) Έτος από κτίσεως Ρώμης 389, της ηλικίας του Καμίλλου το ογδοηκοστόν πρώτον.↩
422) Αθηναίος φιλόσοφος, μαθητής του Σωκράτους, ιδρυτής της Κυνικής σχολής, διδάσκων εις το Κυνόσαργες. Έγραψεν ιστορίαν του Αλκιβιάόου απολεσθείσαν. Tινές νομίζουσι αυτόν Ρώδιον ιστορικόν.↩
423) Περίφημος αυλητής εκ Βοιωτίας.↩
424) Τον Αλέξανδρον.↩
425) Πίσα, η ιερά χώρα εν Ολυμπία, όπου ην ιδρυμένος ο ναός του Διός, και το περίφημον χρυσελεφάντινον άγαλμα του Φειδίου.↩
426) Ούτω δεν θα έκρινον ο Περικλής ουδ' ο Αλέξανδρος, οι υπερτάτως τους καλλιτέχνας τιμώντες, αλλ' ουδ' ο Αδριανός, όστις ηξίου ότι ην ο πρώτος καλλιτέχνης της εποχής του.↩
427) Αργείος γλύπτης, σύγχρονος και συμμαθητής του Φειδίου, ποιήσας την Αργείαν Ήραν, κολοσσιαίαν και χρυσελεφαντίνην.↩
428) Ανακρέων, ο περίφημος λυρικός εκ Τέου της Ιωνικής, επί Πεισιστράτου και Σόλωνος. Φιλήμων εκ Σόλων της Κιλικίας, κωμικός ποιητής, επί Αλεξάνδρου. Αρχίλοχος, εκ Πάρου, μέγας αλλά δριμύτατος σατυρικός ποιητής. ↩
429) Προφανές είναι και εντεύθεν και εξ άλλων χωρίων ό,τι οι Βίοι δεν εγράφησαν εις ήν σειράν διέθηκαν αυτούς οι αντιγραφείς, εις χρονολογικήν των γεγονότων κατάταξιν αποβλέψαντες.↩
430) Εις δέκα φυλάς διηρείτο ο αττικός λαός. Η Ακαμαντίς ήτον η έκτη. Υποδιηρούντο δ' αι φυλαί εις 175 δήμους περίπου. Ο των Χολαργέων ανήκεν εις την φυλήν ταύτην· η δε θέσις αυτού είναι άγνωστος.↩
431) Ακρωτήριον της Ιωνίας απέναντι της Σάμου. Ενταύθα ο Ελληνικός στόλος υπό τον Ξάνθιππον ενίκησε τον Περσικόν, την τρίτην βοηδρομιώνος, Ολ. 75, β'. καθ' ήν ημέραν οι Έλληνες εθριάμβευον και εν Πλαταιαίς.↩
432) Ο Αθηναίος Κλεισθένης, ο το Σολώνειον πολίτευμα επί το δημοτικώτερον μεταρρυθμίσας, ήν εγγονός σικυωνίου τυράννου Κλεισθένους, υιός της περιζητήτου θυγατρός αυτού Αγαρίστης, και του Αθηναίου Αλκμαιωνίδου Μεγακλέους. Τούτου υιοί ήσαν ο Κλεισθένης και Ιπποκράτης, του δ' Ιπποκράτους θυγάτηρ η Αγαρίστη, η μήτηρ του Περικλέους, ώστε ο Περικλής ην κυρίως, ουχί εγγονός, αλλά μικρός ανεψιός του Κλεισθένους.↩
433) Φυτόν έχον βολβώδη και κρομμυδειδή την ρίζαν, κοινότατον εν Αττική, παρά τοις αρχαίοις σκίλλα και σχίνος.↩
434) Ποιητής της αρχαίας κωμωδίας, ως μέθυσος κωμωδούμενος υπό του συγχρόνου αυτού Αριστοφάνους. Ίδ. Σόλ. ΚΕ.↩
435) Πιθανώς από Χείρωνος, του Κενταύρου, του δεινού περί την ιατρικήν, και διδασκάλου του Αχιλλέως. Δια της κωμωδίας ταύτης εχλεύαζεν ίσως ο ποιητής τους παιδαγωγούς ή ιατρούς των δημοσίων πραγμάτων, όντας όμως πραγματικώς χείρωνας των ούς ήθελον να διοικήσωσι. ↩
436) Παρωδία του Νεφεληγερέτης του Ομήρου (Ιλ. Α, 511), εκ του αγείρειν τας νεφέλας.↩
437) Άλλην κωμωδίαν του Κρατίνου.↩
438) «Μακάριε» λέγει το κείμενον. Εις άλλα χειρόγραφα κάριε», (εκ του κάρα, κεφαλή), ίσως το αληθές, κατά κωμικήν συγκοπήν του μακάριε, περιεχόμενον πιθανώς είς τινα διθύραμβον ή ύμνον εις τον Δία. Έν χειρόγραφον έχει «μακροκάρηνε».↩
439) Ποιητής και αυτός της παλαιάς κωμωδίας, ού μνημονεύονται 6 δράματα παρά Σουίδα και Αθηναίω. ↩
440) Τον χλευάζει ως έχοντα βαρείαν κεφαλήν.↩
441) Ως ευρυχώρου αιθούσης, διότι των δωματίων η ευρυχωρία εξεφράζετο διά του αριθμού των κλινών άς ηδύναντο να περιλάβωσι ↩
442) Εύπολις, κωμικός ποιητής Αθηναίος, σύγχρονος του Αριστοφάνους.↩
443) Παίζει, κεφάλαιον λέγων τον Περικλήν, ήτοι ό,τι εξαίρετον και λόγου άξιον, αλλά συγχρόνως ως κεφαλάν δήθεν και μακροκέφαλον.↩
444) Δηλαδή Δαμών Λαμώνος, και ουχί Δάμων Δάμωνος, παραγόμενον εκ του Δαμάω, και ουχί εκ του Δήμος.↩
445) Πυθοκλείδης, Κείος σοφιστής και μουσικός, ού και ο Πλάτων (Πρωτ.) ποιείται μνείαν ως διδασκάλου του Περικλέους.↩
446) Δηλαδή φιλόσοφος, περί τα κοινωνικά ιδίως ζητήματα ασχολούμενος· διότι βαθμηδόν μόνον και μεταγενεστέρως η λέξις μετέπεσεν εις την κοινήν αυτής σημασίαν, ως εκ της καταχρήσεως ήτις εγένετο υπό των ψευδοσοφιστών.↩
447) Αλείπται ήσαν οι εις τους γυμνικούς αγώνας δι' ελαίου αλείφοντες και προπαρασκευάζοντες τους παλαιστάς.↩
448) Κωμικός ποιητής. Ίδ. Θεμιστ. ΑΒ.↩
449) Τον ονομάζει Χείρωνα, παραβάλλων αυτόν προς τον διδάσκαλον του Αχιλλέως, ίσως αινιττόμενος την κωμωδίαν του Κρατίνου. ↩
450) Ζήνων εξ Ελέας της Ιταλίας, φιλόσοφος, διδαχθείς υπό Παρμενίδου, θεμελιωτού της σκεπτικής φιλοσοφίας· άλλος του Κιτιέως Ζήνωνος, του αρχηγού της Στωικής σχολής.↩
451) Φιλόσοφος, διδάσκαλος του Ζήνωνος, εξ Ελέας και αυτός, μαθητής του Ξενοφάνους και του Αναξιμάνδρου, ζήσας εν Αθήναις, και συναναστραφείς τον Σωκράτην, γέρων ήδη αυτός.↩
452) Εκ Φλιούντος, πόλεως της Αργολίδος, φιλόσοφος στωικός μαθητής του Πύρωνος, επί Πτολεμαίου του Φιλαδέλφου.↩
453) Του επίσης τα υπέρ και τα κατά επιτυχώς διισχυριζομένου. ↩
454) Το κείμενον έχει «πάντων επιλήπτορος», του επιλαμβανομένου πάντων, εις πάντα εμβαθύνοντος. Αλλ' εν Διογένει Λαερτίω Θ'. Βίω Ζήνωνος, ο αυτός στίχος φέρεται «Πλατωνεπιλήπτορος η δε Μελίσσου», ήτοι ελέγχοντος τον Πλάτωνα και τον Μέλισσον. ↩
455) Περίφημος φιλόσοφος, μαθητής του Αναξιμένους. ↩
456) Χίος ποιητής τραγικός και λυρικός, ακμάσας επί Περικλέους. ↩
457) Αι τραγικαί παραστάσεις συνέκειντο συνήθως εκ τριών τραγωδιών, αίτινες συνείχοντο ως εκ της αποθέσεως, και εκαλούντο ομού Τριλογία. Εις αυτάς δε προσηρτάτο και έν Σατυρικόν δράμα, οίον σώζεται ο Κύκλωψ του Ευριπίδου, απαρτίζον πλήρη Τετραλογίαν.↩
458) «Δοξοκομπίαν» λέγει ο Πλούταρχος, ωραίαν λέξιν διατηρητέαν, και αντιστοιχούσαν προς το Γαλλικόν jactance.↩
459) Θουκυδίδης ο Μιλησσίου, Αλωπεκήθεν, στρατηγός, γαμβρός του Κίμωνος.↩
460) Φαίνεσαι ότι παρετήρουν την βοήν του δίσκου όν εξεσφενδόνιζον, και κατ' αυτήν εμάντευον, Ίδ. Όμ. Οδ. Θ.↩
461) Σαλαμινία και Πάραλος ήσαν αι δύο δημόσιαι τριήρεις, αίτινες εστέλλοντο διά τας σπουδαίας υπηρεσίας της πόλεως.↩
462) Ο περιπατητικός φιλόσοφος, ο σταλείς υπό των Αθηναίων πρέσβυς εις Ρώμην μετά του Διογένους του Στωικού και μετά του Καρνεάδου. ↩
463) Ο Πλάτων, όστις ήτον λάτρις της νομίμου και συνετής ελευθερίας, εθεώρει την υπερβολικήν ως άκρατον οίνον μεθύσκοντα. ↩
464) Δηλαδή, κατά την γλώσσαν των κωμικών, επολέμει την Εύβοιαν και επίεζε τας νήσους.↩
465) «Παρενέτεινε», λέγει το κείμενον, δηλαδή ως χορδάς εις κιθάραν ενέτεινε εις τον λόγον του τας φιλοσοφικας δόξας του Αναξαγόρου. ↩
466) Εν Φαίδρω, σελ. 210.↩
467) Αριστοφ. Αχαρν. 530.↩
468) Τσίμπλαν. Το πάλαι η Αίγινα εθαλασσοκράτει και αντεφέρετο κατά των Αθηνών. Κατά την 80ήν ολυμπιάδα οι Αθηναίοι την εκυρίευσαν, και τους λόγους τούτους υπηγόρευεν εις τον Περικλήν η πρόσφατος έτι έχθρα. Το λόγιον τούτο ο Αθηναίος (Γ, 99) αποδίδει εις τον Δημάδην.↩
469) Ο ποιητής Σοφοκλής διεκρίθη και διά της στρατιωτικής αυτού ικανότητος.↩
470) Θάσσιος ραψωδός, σύγχρονος του Περικλέους. Ίδ. Θεμ. Δ. ↩
471) Ο ιστορικός. Β, 96.↩
472) Όη ή Οίη ήτον δήμος της Αττικής, κείμενος πέραν του Πυθίου, του σημερινού Δαφνίου, επί της οδού της Ελευσίνος.↩
473) Θεωρικά, τα διανεμόμενα εις το πλήθος όπως πληρώνη την είσοδον εις τα θέατρα· δικαστικά δε, ο διδόμενος μισθός εις τους δικάζοντας πολίτας.↩
474) Εις τον Άρειον Πάγον κατετάττοντο και έμενον εις αυτόν ισόβιοι μόνοι οι εννέα άρχοντες, αφ' ού κατέθετον την εξουσίαν, αν ουδέν υπήρχε κατηγορία τις κατ' αυτών. Ήσαν δ' ούτοι οι έξ Θεσμοθέται, ο Βασιλεύς, ο Πολέμαρχος, και ο κυρίως λεγόμενος Άρχων ή ο Επώνυμος.↩
475) Ουχί αιρεταί, εδίδοντο διά κλήρου, ουχί διά ψήφου των εκλογέων.↩
476) Άρειος Πάγος εξ αρχαιοτάτου είχε τας φονικάς μάλιστα δίκας εις την δικαιοδοσίαν του. Αλλ' από του Σόλωνος προσέλαβε την πολιτικήν σημασίαν.↩
477) Τανάγρα, χώρα Βοιωτική κατά τα βόρεια μεθόρια της Αττικής, όπου την σήμερον το Σάλεσι.↩
478) Ήτον της Οινηίδος φυλής.↩
479) Ιδομενεύς, ιστορικός άλλως άγνωστος.↩
480) Πολιορκών το Κίτιον.↩
481) Αλωπεκή, δήμος της Αττικής, οι σημερινοί Αγγελόκηποι. Ούτος ήτον ο στρατηγός Θουκυδίδης ο Μιλησσίου.↩
482) «Διαπλοκή» λέγει το κείμενον. Ο δε Κοραής ηθέλησε να διορθώση «διπλόη».↩
483) Οι κληρούχοι ήσαν πολίται Αθηναίοι, πεμπόμενοι εις κατακτηθείσαν χώραν, ενίοτε δε και εις σύμμαχον, διότι από Περικλέους μετεχειρίζοντο τους συμμάχους ως υπηκόους· διανεμόμενοι διά κλήρου την γην, και αποκαθιστόμενοι εις αυτήν, χωρίς να παύωσι θεωρούμενοι ως Αθηναίοι. ↩
484) Χερσόνησος είναι η βορεία ή Ευρωπαϊκή χερσόνησος του Ελλησπόντου.↩
485) Βισάλται, θρακικός λαός εν Μακεδονία, παρά τον Στρυμόνα. ↩
486) Η Σύβαρις, πόλις της Λευκανίας, επί του Ταραντινού κόλπου. ↩
487) Μετά τα μηδικά οι σύμμαχοι των Αθηναίων συνεισέφερον ετησίως υπέρ της κοινής δήθεν σωτηρίας, και προς παρασκευάς δι' απόκρουσιν νέας εισβολής των βαρβάρων. Αι δε συνεισφοραί αύται ωνομάσθησαν φόροι, και το ταμείον αυτών ήτον εις Δήλον, όπου είχεν ιδρυθή υπό την προστασίαν του Απόλλονος· μετετέθη δ' υπό Περικλέους εις την Ακρόπολιν, επί προφάσει ότι ήτον εκεί ασφαλέστερον.↩
488) Δι' ών έκαστον δαπανώνται χίλια τάλαντα, 29 εκατομμύρια σημερινών δραχμών. Εννοείται ότι η ποσότης αύτη δεν πρέπει να ληφθή ως κατά γράμμα εκτίμησις της γενομένης δαπάνης. ↩
489) Ως έν των σκληροτέρων και ευγενεστέρων ξύλων, χρήσιμον εις την κατασκευήν ξοάνων, ή των γλυπτών αρχιτεκτονικών κοσμημάτων ↩
490) Ότι παρά τοις αρχαίοις η τεχνική έκφρασις του πλάττειν τον χρυσόν ήτον μαλάσσειν, απόδειξις το κοινόν αυτού όνομα σήμερον, μάλαγμα. Τινές όμως ηθέλησαν να στίξωσιν ούτως Βαφείς χρυσού, μαλακτήρες ελέφαντος, ζωγράφοι, διότι οι αρχαίοι είχον, φαίνεται, την σήμερον άγνωστον τέχνην του να καθιστώσιν ευλύγιστον τον ελέφαντα.↩
491) Ολίγον μετά ταύτα, επί Αλκιβιάδου ακμάζοντα. ↩
492) Εκατόμπεδον ελέγετο έν μέρος του Παρθενώνος, το κυριώτερον, το περιέχον το άγαλμα. Εκ τούτου το όνομα εξετείνετο και επί όλου του ναού. Υποτίθεται δ' ότι και προ του Παρθενώνος υπήρχεν εις την αυτήν θέσιν άλλον ναός, Εκατόμπεδος ονομαζόμενος, και καείς υπό των Περσών. ↩
493) Το ιερόν της Ελευσίνος ελέγετο και Τελεστήριον, διότι αυτόθι ετελούντο τα μυστήρια, και Ανάκτορον, ως κατοικία της Δήμητρος.↩
494) Ξυπέτη, δήμος της Κεκροπίδος φυλής, παρά το Φάληρον. ↩
495) Ο ναός ούτος είχε σειράν ή μάλλον τέσσαρας σειράς κιόνων επί του εδάφους ισταμένων, επί αυτών διάζωμα, πιθανώς υψηλόν εσωτερικόν διάδρομον παρά τας πλευράς, και υπέρ αυτό δευτέραν κιόνων σειράν. ↩
496) Φαίνεται ότι, ως οι μικρότεροι ναοί, ούτω και ο της Ελευσίνος, ελάμβανε το φως άνωθεν διά φεγγίτου (Οπαίου). Ούτος δε ίσως διότι ένεκα των μυστηρίων το κάτω μέρος αυτού έπρεπε να μένη εις σκότος.↩
497) Χολαργείς, δήμος της Ακαμαντίδος φυλής.↩
498) Τα μακρά τείχη ωκοδομήθησαν επί Κίμωνος, το έν προς τον Πειραιά, το δ' έτερον προς το Φάληρον. Επειδή όμως ήτον μεγάλη και δυσφύλακτος η μεταξύ αυτών απόστασις, μάλιστα κατά την παραλίαν, ο Περικλής εγνωμοδότησε να οικοδομηθή και άλλο, πλησίον εις το Πειραϊκόν, και ανατολικώς αυτού, ώστε τα δύο να περιλαμβάνωσιν εκατέρωθεν την Πειραϊκήν Χερσόνησον. Τούτο ωνομάσθη Δια μέσου τείχος, και αφ' ού ωκοδομήθη, εγκατελείφθη το άλλο, το Φαληρικόν. Ο Σωκράτης δε ομιλεί περί αυτού εν τω Γοργία του Πλάτωνος. ↩
499) Το Ωδείον ήτον θέατρον προσδιωρισμένον ιδίως διά μουσικήν και άσματα. Ουχί δε προς μίμησιν της σκηνής του Ξέρξου, αλλά δι' ακουστικούς λόγους είχε την οροφήν κωνικήν. Εξ αιτίας δε της οροφής έπρεπε να είναι αυτό πολύστυλον, εν ώ τα άλλα θέατρα ήσαν κατά πάσαν πιθανότητα ύπαιθρα. Το ωδείον ωκοδομήθη παρά τον Ιλισσόν και υπέρ την Εννεάκρουνον.↩
500) Γυναίκας εκ Θράκης, επιγραφή μιας των κωμωδιών του Κρατίνου.↩
501) Τον εξοστρακισμόν.↩
502) Το βάθρον του αγάλματος τούτου σώζεται εις αυτήν την θέσιν εις ήν έπεσεν ο τεχνίτης εις την νοτιανατολικήν γωνίαν των Προπυλαίων, φέρον επιγραφήν «Οι Αθηναίοι τη Αθηναία τη Υγεία. Πύρρος εποίησεν Αθηναίος». Σώζεται δ' εμπρός αυτού και μέρος του αρχαιοτέρου βωμού.↩
503) Ήτον χρυσελεφάντινον.↩
504) Ουχί επί του βάθρου του αγάλματος, αλλ' επ' ιδιαιτέρας στήλης, ίσως της περιεχούσης την αναγραφήν της δαπάνης προς κατασκευήν. ↩
505) Και ο Κοραής ομολογεί ότι η έννοια του χωρίου είναι αμφίβολος. ↩
506) Στησίμβροτος, ίδ. ανωτ. Θεμ. Δ.↩
507) Πλάτ. Φαίδρ. Γ, 270, και Γοργ.↩
508) Β, 65.↩
509) Ίδ. ανωτ. § Γ.↩
510) Περί του δημαγωγού και φίλου του Περικλέους Εφιάλτου, περί του περίφημου Κίμωνος του Μηλτιάδου, και περί Θουκυδίδου Μιλησσίου, ανωτέρω. Μυρωνίδης και Τολμίδης εισί δύο ένδοξοι στρατηγοί, πολεμήσαντες ο μεν εν Βοιωτία, ο δ' εν Πελοποννήσω. Ο Λεωκράτης, στρατηγός Αθηναίος επί του Πελοννησιακού πολέμου.↩
511) Αν είναι ούτος ο πατήρ του εκ Κοίλης Χαιρεδήμου, όστις κατ' επιγραφήν αναφερομένην υπό του σχολιαστού του Αριστοφάνους, Όρνιθ. 1128, και ανευρεθείσαν εις την Ακρόπολιν (Χαιρέδημος Ευαγγέλου εκ Κοίλης ανέθηκε) αφιέρωσεν επί της Ακροπόλεως τον χαλκούν Δούριον ίππον, έργον του Στρογγυλίωνος, δυνάμεθα να εικάσωμεν ότι η αυστηρά οικονομία της περιουσίας του Περικλέους δεν ήτον όλως αφιλοκερδής.↩
512) Ο Κοραής διώρθωσεν εν τω κειμένω «απεναντία», αντί του εν τοις χειρογράφοις «άπαντα», διότι η τοιαύτη πρόνοια υπέρ των εισοδημάτων του δεν ήτον διόλου σύμφωνος προς τον τρόπον του σκέπτεσθαι του φιλοσόφου, αλλ' όλως τ' ανάπαλιν.↩
513) Θετταλούς παρά την Οίτην.↩
514) Τον κόλπον της Λαμίας. ↩
515) Αι προγενέστεροι επιτυχίαι του Τολμίδου ήσαν η εισβολή εις την Λακωνικήν διά πάσης της Πελοποννήσου, και η άλωσις της Κεφαληνίας. Περί αυτού ίδ. Διόδ. ΙΑ τέλος και ΙΒ αρχήν.↩
516) Πηγαί ή Παγαί, πόλις της Μεγαρίδος εις τον κορινθ. κόλπον. ↩
517) Νεμέα, κοιλάς ολίγας ώρας απέχουσα της Σικυώνος. Εκεί ήτον ο λέων όν εφόνευσεν ο Ηρακλής, και εκεί ο ναός του Διός, ού ερείπια σώζονται και περί όν ετελούντο τα Νέμεια.↩
518) Τον ποταμόν της Ακαρνανίας, σήμερον Ασπροπόταμον. ↩
519) Γνωστός Αθηναίος στρατηγός.↩
520) Έν των εν Δελφοίς αναθημάτων.↩
521) Μετά ταύτα, επί Αλκιβιάδου.↩
522) Όν επομένως έγραψε προ τούτου.↩
523) 60,000 των τότε δραχμών, 288,000 των σημερινών. ↩
524) «Εις το δέον» ήτον η έκφρασις του Περικλέους.↩
525) Γράψας και ιστορικάς πραγματείας. Ίδ. Σόλ. ΚΑ. ↩
526) Εστιαία, πόλις της Ευβοίας κατά το σημερινόν Ξηροχώρι. ↩
527) Μετά πέντε έτη.↩
528) Ο ρήτωρ, αντίπαλος του Δημοσθένους.↩
529) Καλλίας ο δαδούχος, έγγονος του Λακκοπλούτου επονομασθέντος, Καλλίου, όστις λέγεται ευρών μέγαν περσικόν θησαυρόν επί της εν Μαραθώνι μάχης. Ίδ. Β. Αριστ. Α. ↩
530) Δηλαδή Ομφάλη ήτον ως η βασίλισσα των Λυδών, ής ηράσθη και ήν εδούλευσεν ο Ηρακλής. Δηιάνειρα, αδελφή του Μελεάγρου, γυνή του Ηρακλέους. Ήρα δ' επωνομάζετο η Ασπασία υπό των κωμικών, διότι εις τον Περικλήν εδίδετο το επωνύμιον Ολυμπίου.↩
531) Δηλαδή ήθη άσεμνα τα της Ασπασίας.↩
532) Κύρος ο νεώτερος, περί ού η του Ξενοφώντος Ανάβασις. ↩
533) Φώκαια, πόλις της Ιωνίας, υπέρ τον Έρμον ποταμόν. ↩
534) Πριήνη, πόλις Ιωνική της Καρίας, απέναντι της Σάμου. ↩
535) Οι Σάμιοι ήσαν σύμμαχοι των Αθηναίων. Οι δε σύμμαχοι, κατά τον νόμον όν οι Αθηναίοι είχον επιβάλει, ώφειλον να έρχωνται να δικάζωνται εν Αθήναις.↩
536) Χρυσού στατήρ, άγων δύο χρυσάς, ήτοι 20 των τότε αργυρών δραχμών (96 των σημερινών).↩
537) Μία των Σποράδων, κατέναντι της Σάμου.↩
538) Δηλαδή το εκτός των Σποράδων, το μεσημβρινόν. ↩
539) Ίδ. Θεμ. Δ.↩
540) «Υπόπρωρος» εν τοις χειρογράφοις· ο δε Κοραής ορθότατα διώρθωσεν υόπρωρος, καθ' Ησύχιον, γράφοντα· «Σάμαινα, είδος νεώς υός έχουσα προτομήν», και καθ' Ηρόδοτον λέγοντα ότι αι των Σαμίων τριήρεις είχον «καπρίους» τας προώρας.↩
541) Ο περίφημος της Σάμου τύραννος Πολυκράτης έζη κατά τας αρχάς της έκτης προ Χριστού εκατοενταετηρίδος.↩
542) Ιστορικός. Ίδ. Θεμιστ. ΚΖ. ↩
543) Ιστορικός. Ίδ. Σόλ. § Α.↩
544) Δούρις, Σάμιος, ιστορικός επί Πτολεμαίου του Φιλαδέλφου ↩
545) Αρχίλοχος, Ίδ. Θησ. Ε. Τα ποιήματά του δεν σώζονται. ↩
546) Ίδ. Θησ. Κ. ↩
547) Λ. 116.↩
548) Κύριον όνομα.↩
549) Νόθος παρά τοις Αθηναίοις ελέγετο ο γεννηθείς εκ πατρός Αθηναίου και μητρός ξένης.↩
550) Ίδε τον απολογισμόν της διπλής ταύτης αποστολής εν επιγραφή Rang. Ant. Hell. I. Ν. 115.↩
551) Κειμένη εν Μακεδονία εις τον Ισθμόν της Παλλήνης περί τον Άθω.↩
552) «Την ιεράν οργάδα», γην καλλιεργήσιμον μεταξύ Αττικής και Μεγαρίδος, αφιερωμένην εις τας Θεάς της Ελευσίνος.↩
553) Η πύλη ήτις ηνοίγετο επί της ιεράς οδού, της αγούσης εις Ελευσίνα και το προ της Ελευσίνος Θριάσιον πεδίον. Έκειντο δε όπου περίπου ίσταται σήμερον το εκκλησίδιον της Αγίας Τριάδος, εις ό, ολίγον αλλοιωθέν, μετέβη το όνομα των Θριασίων.↩
554) Αχαρνείς, σωζομένη κωμωδία του Αριστοφάνους. Οι στίχοι 624- 627.↩
555) Της χρυσελεφαντίνης Παρθένου Αθηνάς.↩
556) Ευρέθη και διατηρείται εν Αθήναις λίθινον αγαλμάτιον, παριστών την Αθηνάν ταύτην, και επί της ασπίδος έχον παραστάσεις τινάς της Αμαζονομαχίας, εν άλλοις δε και την εικόνα ταύτην του γέροντος.↩
557) Απαλλαγήν από φόρων.↩
558) Δημαγωγός, ού μνημονεύει και ο Αριστοφάνης εν Όρν. 988. ↩