WeRead Powered by ReaderPub
Πλουτάρχου Βίοι Παράλληλοι - Τόμος 2 / Σόλων - Ποπλικόλας - Θεμιστοκλής - Καμίλλος - Περικλής - Φάβιος Μάξιμος cover

Πλουτάρχου Βίοι Παράλληλοι - Τόμος 2 / Σόλων - Ποπλικόλας - Θεμιστοκλής - Καμίλλος - Περικλής - Φάβιος Μάξιμος

Chapter 14: ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΥ ΤΟΜΟΥ.
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

The volume assembles comparative biographies of prominent classical leaders, tracing their public careers, reforms, and military deeds while noting private habits and moral strengths and weaknesses. It pairs diverse examples to highlight differing political styles and civic values, using anecdote, legislative excerpts, and rhetorical speeches to illuminate decisions and consequences. The narrative alternates chronological episodes with ethical commentary, exploring themes of leadership, ambition, lawgiving, and the role of fortune, and concludes each life with reflections intended to instruct readers about virtue and effective statesmanship.

ΚΣΤ. Τότε δε δι' άλλης οδού αντιταττόμενος ο Φάβιος εις τον Σκηπίωνα, εμπόδισε τους νέους όσοι επροθυμούντο να συνεκστρατεύσωσι μετ' αυτού, και τους συνείχε, κραυγάζων εις τας βουλάς και τας συνελεύσεις, ότι ο Σκηπίων όχι μόνον ο ίδιος εδραπέτευε προ του Αννίβου, αλλ' απέπλει λαμβάνων μεθ' εαυτού και την λοιπήν δύναμιν της Ιταλίας, δημαγωγών διά ματαίων ελπίδων τους νέους, και πείθων αυτούς να εγκαταλείψωσι γονείς και γυναίκας και πόλιν, εις ής τας θύρας τροπαιούχος και ανίκητος κάθηται ο εχθρός. Ταύτα λοιπόν λέγων, εφόβισε τους Ρωμαίους, και εψήφισε να μεταχειρισθή ο Σκηπίων μόνα τα στρατεύματα της Σικελίας, και εκ των συνοδευσάντων αυτόν εις την Ιβηρίαν να λάβη τριακοσίους, οίτινες ήσαν πιστοί εις αυτόν. Η πολιτική αύτη του Φαβίου ήτον σύμφωνος προς την φύσιν αυτού. Όταν δ' ο Σκηπίων διέβη εις την Λιβύαν, και ευθύς ανηγγέλλοντο εις την Ρώμην έργα θαυμαστά, και πράξεις υπερήφανοι το μέγεθος και το κάλλος, και εις επικύρωσιν της φήμης ήρχοντο λάφυρα πολλά, και ο βασιλεύς των Νομάδων αιχμάλωτος, και δύο στρατόπεδα συγχρόνως επυρπολήθησαν, και πολλοί εφθάρησαν άνθρωποι εν αυτοίς, και όπλα πολλά και ίπποι συγκατεκάησαν, και πρεσβείαι εστέλλοντο υπό των Καρχηδονίων προς τον Αννίβαν, προσκαλούσαι και ικετεύουσαι αυτόν ν' αφήση τας ανεκτελέστους εκείνας ελπίδας, και να σπεύση εις βοήθειαν της πατρίδος του, εις δε την Ρώμην όλοι είχον διά στόματος τον Σκηπίωνα διά τα κατορθώματά του, τότε ο Φάβιος απήτει να πέμψωσι διάδοχον του Σκηπίωνος, άλλην μεν μη έχων πρόφασιν, ειπών δε το γνωστόν αξίωμα, ότι δεν είναι ασφαλές να πιστεύωνται εις ενός ανθρώπου τύχην πράγματα τόσον μεγάλα· διότι δύσκολον είναι να επιτυγχάνη είς και αυτός πάντοτε. Διά τούτων δε δυσηρέστησε το πλήθος, ως άνθρωπος δύσκολος και φθονερός, ή διά το γήρας όλως άτολμος γενόμενος, και τας ελπίδας αποκρούων, και τον Αννίβαν υπέρ παν μέτρον τρομάζων. Και αφ' ού δ' ούτος απέπλευσε της Ιταλίας μετά του στρατού αυτού, ουδέ τότε αφήκεν αθορύβητον και εν πεποιθήσει ασφαλείας την χαράν και το θάρρος των πολιτών αλλά τότε μάλιστα έλεγεν ότι η πόλις διέτρεχε τον έσχατον κίνδυνον, και ότι επίφοβος ήτο η θέσις των πραγμάτων αυτής. Διότι εις την Λιβύαν και προ της Καρχηδόνος βαρύτερος θα επιπέση κατ' αυτών ο Αννίβας, και εις τον Σκηπίωνα θ' αντιταχθή θερμός έτι υπό του αίματος πολλών αρχιστρατήγων και Δικτατώρων και υπάτων. Ώστε εκ των λόγων τούτων εταράττετο πάλιν η πόλις, και εν ώ ο πόλεμος είχε μετατεθή εις Λιβύαν, ενόμιζον ότι ο φόβος ήλθε πλησιέστερον εις την Ρώμην.

ΚΖ. Αλλ' ο Σκηπίων μετ' ολίγον καιρόν νικήσας εις μάχην κατά κράτος τον Αννίβαν, και ταπεινώσας και καταπατήσας την υπεροψίαν της Καρχηδόνος καταβεβλημένης, απέδωκεν εις τους πολίτας χαράν ανωτέραν πάσης ελπίδος, και την εξουσίαν αυτών τω όντι

Σεισθείσαν υπό σάλου την ανώρθωσε (634).

Του Φαβίου Μαξίμου όμως η ζωή δεν παρετάθη μέχρι του τέλους του πολέμου, ουδ' ήκουσεν αυτός του Αννίβου την ήτταν, ουδ' είδε την μεγάλην και βεβαίαν της πατρίδος του ευτυχίαν· αλλά καθ' όν καιρόν ο Αννίβας απήρχετο της Ιταλίας, νοσήσας, απέθανε. Και οι μεν Θηβαίοι έθαψαν δημοσίως τον Επαμινώνδαν διά την πενίαν ήν αφήκεν οπίσω του· διότι μετά θάνατόν του λέγεται ότι ουδέν ευρέθη εις την οικίαν του πλην ενός οβολού σιδηρού (635). Τον δε Φάβιον οι Ρωμαίοι δεν ενεταφίασαν μεν δημοσίως, αλλ' έκαστος προσέφερεν ιδιαιτέρως το μικρότατον των νομισμάτων του, ουχί ως βοηθών δι' ένδειαν αυτού, αλλ' ως θάπτων τον πατέρα του δήμου· και ούτως ο θάνατος αυτού έλαβε τιμήν και δόξαν της ζωής του αξίαν.

ΣΥΓΚΡΙΣΙΣ
ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ ΚΑΙ
ΦΑΒΙΟΥ ΜΑΞΙΜΟΥ


Α. Και οι μεν βίοι των ανδρών τούτων τοιαύτην έχουσι την ιστορίαν. Επειδή δε και πολιτικής και πολεμικής αρετής πολλά και καλά παραδείγματα αφήκαν αμφότεροι, ας αρχίσωμεν εκ των πολεμικών, παρατηρούντες, ότι ο Περικλής, διοικήσας τον δήμον όταν ήτον εις θέσιν ευδαιμονεστάτην και μέγιστος δι' εαυτού, και όταν εις δυνάμεως υπερτάτην περιήλθεν ακμήν, δύναται να υποτεθή ότι ένεκα της κοινής ευτυχίας και της υγιούς καταστάσεως των πραγμάτων, διέμεινεν ασφαλής και απρόσκοπτος. Αι δε του Φαβίου πράξεις, αναδεχθέντος την διεύθυνσιν της πόλεως εις καιρούς αίσχους και συμφορών, δεν διετήρησαν αυτόν ασφαλή εις τα αγαθά, αλλ' εκ κακών τον προήγαγον εις τα κρείττονα. Και εις μεν τον Περικλέα επέτρεψαν αι επιτυχίαι του Κίμωνος, και του Μυρωνίδου και του Λεωκράτους τα τρόπαια, και τα πολλά και μεγάλα κατορθώματα του Τολμίδου, εορτάζων μάλλον και πανηγυρίζων να στρατηγή της πόλεως, παρά ν' ανακτήση και να φυλάττη αυτήν διά του πολέμου. Ο δε Φάβιος, βλέπων πολλάς μεν φυγάς και ήττας, πολλούς δε θανάτους και σφαγάς αυτοκρατόρων (636) και στρατηγών, τας λίμνας δε και τας πεδιάδας και τους δρυμούς πλήρεις νεκρών στρατοπέδων, και τους ποταμούς μέχρι της θαλάσσης αίμα και πεφονευμένους κυλίοντας, διά της ιδίας αυτού εμβριθείας (637) και ευσταθείας ανέλαβε και υπεστήριζε την πόλιν, και δεν αφήκε, παρασυρομένη υπό των σφαλμάτων των άλλων, να καταστραφή εντελώς. Αφ' ετέρου όμως δεν φαίνεται επίσης δύσκολον να διαχειρισθή τις πόλιν τεταπεινωμένην υπό συμφορών, και διά την ανάγκην εις ήν διατελεί υποτασσομένην εις τους φρονίμους, ως το να χαλινώση την αυθάδειαν και την θρασύτητα δήμου παραφερομένου και επαιρομένου διά τας ευτυχίας του. Κατά τούτον όμως τον τρόπον φαίνεται ο Περικλής δαμάσας τους Αθηναίους. Αλλά και το μέγεθος και πλήθος των κακών, όσα εφώρμησαν τότε κατά της Ρώμης, ανέδειξαν τον Φάβιον άνδρα μέγαν και ισχυρόν την διάνοιαν, διότι ούτε τον εσύγχυσαν, ούτε τον ηνάγκασαν να εγκαταλείψη τας ιδέας του.

Β. Και εις μεν την άλωσιν της Σάμου υπό Περικλέους δύναται ν' αντιταχθή η κατάληψις της Τάραντος, και εις την Εύβοιαν αι κατά την Καμπανίαν πόλεις· διότι την Καπύην εκυρίευσαν οι ύπατοι Φούλβιος και Άππιος (638). Δεν φαίνεται δε να ενίκησεν ο Φάβιος ποτέ εις μάχην εκ παρατάξεως, πλην εκείνης, μεθ' ήν ετέλεσε τον πρώτον του θρίαμβον, εν ώ ο Περικλής έστησεν εννέα τρόπαια, νικήσας τους εχθρούς κατά γην και κατά θάλασσαν. Δεν αναφέρεται δ' ουδεμία τοιαύτη πράξις του Περικλέους, οίαν έπραξεν ο Φάβιος αρπάσας τον Μινούκιον από των χειρών του Αννίβου, και διασώσας ολόκληρον στρατόπεδον των Ρωμαίων· και τούτο ήτον όντως έργον καλόν ανδρείας ομού, φρονήσεως και χρηστότητος. Επίσης όμως πάλιν ουδέ λάθος κανέν αναφέρεται του Περικλέους, οποίον έσφαλεν ο Φάβιος, απατηθείς υπό του στρατηγήματος του Αννίβου διά των βοών, όταν κατέλαβε τον εχθρόν αυτομάτως και εκ τύχης εμπεσόντα εις τα στενά, και τον αφήκε να φύγη κρυφίως διά νυκτός, και την ημέραν να διέλθη διά της βίας, και να τον προκαταλάβη βραδύνοντα, και να τον νικήση εν ώ είχε συλληφθή υπ' αυτού. Αν δ' ο καλός στρατηγός πρέπη ουχί μόνον τα παρόντα να ηξεύρη να διοική, αλλά και να προνοή ορθώς περί των μελλόντων, ο μεν πόλεμος των Αθηναίων ετελείωσεν ως προείδε και προείπεν ο Περικλής· διότι εις πολλά αναμιγνύμενοι, απώλεσαν την δύναμίν των. Οι δε Ρωμαίοι, πέμψαντες παρά την γνώμην του Φαβίου τον Σκηπίωνα κατά των Καρχηδονίων, εγένοντο παντοκράτορες ουχί εκ τύχης, αλλά διά της σοφίας και ανδρείας του στρατηγού όστις ενίκησε τους εχθρούς. Ώστε υπέρ τούτου μεν μαρτυρούσιν αι αποτυχίαι της πατρίδος του ότι καλώς προεγνώρισεν, ο δε υπό των κατορθωμάτων αυτής εξελέγχεται ότι εντελώς ηπατήθη. Ίσον δε σφάλμα είναι του στρατηγού το να εμπέση εις κακόν χωρίς να το περιμένη, ως το ν' αφήση εκ δυσπιστίας να παρέλθη καιρός κατορθώματος· διότι η αυτή, ως φαίνεται, απειρία και το θάρρος γεννά και το θάρρος αφαιρεί.

Γ. Εις δε τα πολιτικά λίαν αξιοκατηγόρητος είναι ο Περικλής διά τον πόλεμον, διότι λέγεται ότι αυτός τον επέφερε, μη θελήσας να ενδώση εις την προς τους Λακεδαιμονίους φιλονεικίαν. Νομίζω δ' ότι ουδ' ο Φάβιος Μάξιμος θα ενέδιδέ ποτε εις τους Καρχηδονίους, αλλ' ότι ευγενώς θα υπέμενε τον κίνδυνον υπέρ της ηγεμονίας της Ρώμης. Του Φαβίου η προς τον Μινούκιον επιείκεια και πραότης καταδικάζει τον στασιασμόν κατά του Κίμωνος και του Θουκυδίδου, οίτινες άνδρες όντες αγαθοί και αριστοκρατικοί, ηναγκάσθησαν υπό του Περικλέους να φύγωσι, και εξωστρακίσθησαν. Η δύναμις όμως και το κράτος του Περικλέους ήτον μεγαλήτερον, όθεν και ουδένα άλλον στρατηγόν αφήκεν εις την πόλιν να υποπέση εις δυστυχήματα διά κακών βουλευμάτων· αλλά μόνος ο Τολμίδης, διαφυγών και αποκρούσας διά βίας αυτόν, κατεστράφη εν Βοιωτία· οι δ' άλλοι όλοι, διά το μέγεθος της δυνάμεώς του παρακολούθουν αυτόν, και υπετάσσοντο εις την γνώμην του. Ο δε Φάβιος καθ' εαυτόν ων άπταιστος και αναμάρτητος, φαίνεται ότι δεν είχεν επίσης την δύναμιν του να εμποδίζη τους άλλους· διότι δεν θα υπέπτιπτον εις τοσαύτας συμφοράς οι Ρωμαίοι, αν ο Φάβιος εδύνατο παρ' αυτοίς όσον ο Περικλής εν Αθήναις. Την δ' ως προς τα χρήματα μεγαλοφροσύνην αυτών απέδειξαν ο μεν ουδέν λαμβάνων παρά των διδόντων, ο δε πολλά δίδων εις τους ανάγκην έχοντας, και διά των ιδίων αυτού χρημάτων εξαγοράσας τους αιχμαλώτους. Ταύτα όμως δεν ήσαν πολλά τον αριθμόν, αλλά μόνον έξ τάλαντα (639)· εν ώ δεν δύναταί τις να ειπή πόσα ο Περικλής εδύνατο να ωφεληθή και παρά συμμάχων και παρά βασιλέων, οίτινες διά την δύναμίν του ήθελον να τον περιποιώνται, και όμως διατήρησεν αδωροδόκητον εαυτόν και καθαρώτατον. Προς δε το μέγεθος των έργων και των ναών, και προς την ανέγερσιν οικοδομημάτων, δι' ών εκόσμησεν ο Περικλής τας Αθήνας, όλαι αι προ των Καισάρων φιλότιμοι της Ρώμης ιδρύσεις δεν δύνανται αξίως να παραβληθώσιν, αλλ' έξοχον έχει και ασύγκριτον το πρωτείον η μεγαλουργία τούτων και η μεγαλοπρέπεια.

ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΥ ΤΟΜΟΥ.


1) Δίδυμος, ο Αλεξανδρεύς, γραμματικός επί Αυγούστου, γράψας υπομνηματισμούς εις λογογράφους και ποιητάς. Εις αυτόν αποδίδονται, αλλά κακώς, τα μικρά εις Όμηρον σχόλια. Ουδέν των συγγραμμάτων του διεσώθη.

2) Ασκληπιάδης, γραμματικός εκ Βιβυνίας, σύγχρονος του Διδύμου. Εσχολίασε και διόρθωσε συγγράμματα φιλοσόφων.

3) Φιλοκλής ήτον ο ανεψιός του Αισχύλου, τραγικός ποιητής, και έτερος, τραγικός και αυτός, και τρίτος, κωμικός, χλευαζόμενος υπ' Αριστοφάνους.

4) Από Κόδρου, του τελευταίου Βασιλέως, του θυσιασθέντος υπέρ της πόλεως.

5) Ηρακλείδης ο Ποντικός, φιλόσοφος εξ Ηρακλείας του Πόντου, μαθητής Σπευσίππου και Αριστοτέλους.

6) Σοφοκλ. Τραχίν. 442.

7) Συνήθως οι αρχαίοι ηλοίφοντο διά μύρων μετά το λουτρόν. Προ των γυμνικών αγώνων όμως ηλοίφοντο στεγνοί δ' ελαίου, και μετά ταύτα εκυλίοντο εις την άμμον. Η απαγόρευσις αύτη του Σόλωνος τοις έκλειεν άρα και τα γυμνάσια. Η δ' ετέρα, του να μη αγαπώσι τους παίδας, προήρχετο εκ του ότι ο έρως αυτών δεν εδύνατο να έχη τον καθαρόν και ευγενή χαρακτήρα της φιλίας των ελευθέρων.

8) Χάρμος, άγνωστος αλλαχόθεν.

9) Κατά τα Παναθήναια ετελείτο ο αγών της λαμπάδος ή λαμπαδηφορίας, καθ' όν οι αγωνιζόμενοι έτρεχον από της Ακαδημίας προς την πόλιν λαμπάδας έχοντες, και ενίκα εκείνος ούτινος η λάμπας δεν εσβύνετο.

10) Ο περιπατητικός. Ίδ. Λυκ. 20.

11) Ο Σόλων, ήτον ποιητής. Τούτο το απόσπασμα εκ των ποιημάτων του, ηρωελεγείον, σύγκειται, ως τα πλείστα εξ αυτών, εξ εξαμέτρων, και πενταμέτρων εναλλάξ. Έγραψε δε, ως φαίνεται εκ των αποσπαμάτων του, εις διάφορα μέτρα, και εις εξαμέτρους, και εις τριμέτρους ιαμβικούς, και εις τετραμέτρους τροχαϊκούς.

12) «Έργον ουδέν όνειδος· αεργίη δε τ' όνειδος». Ησιόδ. Έργ. και Ημ. 311.

13) Το κείμενον λέγει «Πρώτος», άλλα βεβαίως κατά λάθος, διότι τον οικιστήν της Μασσαλίας ονομάζει Πρώτιν ο Ιουστίνος (ΜΓ, Γ, 11), καθ' όν ενυμφεύθη Γύπτιν, την θυγατέρα Νάννου, του βασιλέως των Κελτών. Κατά δ' Αριστοτέλην (Αθήν. ΙΓ, 36), ο Πρώτις ην υιός του οικιστού της Μασσαλίας, Ευξείνου του Φωκαέως, νυμφευθέντος την θυγατέρα του Νάννου, Πέλταν.

14) Ο Μιλήσιος, είς των επτά σοφών. Κατά Διογένην τον Λαέρτιον, (Α), εμίσθωσε τα ελαιουργεία, και εκέρδησε πολλά χρήματα.

15) Πιθανώς άλλος του Ιατρού.

16) Περίανδρος, υιός Κυψέλου, τύραννος της Κορίνθου, είς των επτά σοφών και αυτός.

17) Αλιείς εκ της νήσου Κω.

18) Εκ της Μιλήτου, επισήμου πόλεως της Ιωνίας.

19) Βίας εκ Πριήνης της Ιωνίας, είς και αυτός των επτά σοφών.

20) Ισμήνιος ελέγετο ο Απόλλων από Ισμηνού, ποταμού παραρρέοντος τας Θήβας. Είχε δ' υπό την επωνυμίαν ταύτην αρχαιοτάτην λατρείαν εν Θήβαις.

21) Θεόφραστος, ο περίφημος φιλόσοφος εξ Ερεσσού της Λέσβου, σύγχρονος του Αλεξάνδρου, μαθητής του Αριστοτέλους.

22) Βαθυκλής, καλλιτέχνης, ιδίως τορευτής εκ Μαγνησίας της προς Μαιάνδρω, δ' επί Κροίσου κατασκευάσας εν Λακωνία τον θρόνον του Αμυκλαίου Απόλλωνος.

23) Ανάχαρσις, Σκύθης, εκ της βασιλικής οικογενείας, υιός δ' Ελληνίδος, ελθών εις την Ελλάδα περί την 47 Ολυμπιάδα και τραφείς εις την Ελληνικήν παιδείαν, κατετάχθη, μετά των 7 σοφών.

24) Πάταικος, φιλόσοφος Πυθαγορικός, ιστορικός, πιθανώς και μυθοποιός.

25) Την αρετήν θεωρεί ενταύθα ως συμφυή μετά των ψυχικών δυνάμεων, υφ' ών έχουσι λαβήν τα φάρμακα και αι νόσοι, και ως δι' αυτών εκδηλουμένην και ενεργούσαν.

26) Ελεγεία, τα έχοντα εναλλάξ ένα εξάμετρον και ένα πεντάμετρον.

27) Ως εφόρουν οι ασθενείς. (Πλάτ. Πολιτ. Γ. 306)

28) Κωλιάς, ακρωτήριον της Αττικής ανατολικώς του Φαλήρου, εις την θέαν την καλουμένην «Τρεις Πύργοι».

29) Εις τη Κωλιάδα ελατρεύετο κυρίως η Αφροδίτη.

30) Μεταξύ των διαφόρων ποταμών οίτινες έφερον το όνομα Ασωπός φαίνεται ότι υπήρχεν εις και εν Αιγίνη (Πίνδ. Νεμ. Γ, 7). Τούτου μάλλον παρά του εν Βοιωτία ήτον θυγάτηρ η Σαλαμίς. Εκτός αν ο χρησμός ωνόμασεν Ασώπιον τον Σαλαμίνιον κόλπον δι' αυτό τούτο, διότι η Σαλαμίς ελέγετο θυγάτηρ του Ασωπού.

31) Περίφημος και Κυχρεύς, ήρωες της Σαλαμίνος, ο πρώτος αλλαχόθεν άγνωστος, ο δεύτερος υιός του Ποσειδώνος και της Σαλαμίνος, βασιλεύσας επί της ομωνύμου νήσου, διότι εφόνευσε δράκοντα όστις την εξερήμου.

32) Τριακόντορος, πολεμικόν πλοίον, έχον τριάκοντα κωπία.

33) Η Εύβοια είναι πολύ μακράν, και επιπροσθεί το Σούνιον. Εννοεί δ' ότι η άκρα εκείνη ήτον εις τα βορειοανατολικά της νήσου.

34) Εις αρχαιοτάτους χρόνους η Σαλαμίς ωνομάζετο και Σκιράς. (Ευσταθ. εις Διον. 511. Στράβ. Η, 393). Το όνομα τούτο περιωρίσθη μετά ταύτα, φαίνεται, εις έν ακρωτήριον, το βορειανατολικόν, όπου υπήρχε και ναός της Αθηνάς Σκιράδος (Ηρόδ. II, 84). Είχε δε το επίθετον τούτο η Αθηνά και εν Αττική, και ώφειλεν αυτό, ει και διάφοροι παραγωγαί αυτού αναφέρονται, εις την τραχείαν και πετρώδη θέσιν εφ' ής ίστατο ο ναός της.

35) Ενυάλιος, ο Άρης.

36) Κατάλογος των πλοίων, ή Βοιωτία, μέρος της δευτέρας ραψωδίας της Ιλιάδος, περιέχων απαρίθμησιν των πλοίων και των στρατευμάτων μεθ' όσων οι Έλληνες εξεστράτευσαν κατά της Τρωάδος. Τον κατάλογον τούτον λέγεται νοθεύσας ο Σόλων, διά προσθήκης των δύω στίχων. Το τέχνασμα τούτο ήτον δυνατόν τότε, όταν τα ποιήματα του Ομήρου εκ στήθους κυρίως απεμνημονεύοντο, και κατά πρώτον μάλιστα επί Πεισιστράτου συνελέγησαν.

37) Βραυρών, δήμος της Αττικής, κατά τα Μεσόγαια, Βράουνας καλούμενος σήμερον. Η δε Μελίτη ήτον μέρος της πόλεως των Αθηνών, πιθανώς το βορειοδυτικόν.

38) Ηρέας, Μεγαρεύς, ιστορικός. Ίδ. και Θησ. § Κ.

39) Ιαονία, αρχαίος, πιθανώς Ασιανός τόπος, αντί Ιωνία.

40) Κίρρα, αρχαία πόλις εις τον Κορινθιακόν κόλπον, λιμήν των Δελφών. Οι Κιρραίοι κατεκράτησαν γην ιεράν, ανήκουσαν εις τον ναόν. Εντεύθεν ο αμφικτυονικός κληθείς πόλεμος, καθ' όν γενικός μεν αρχηγός ην ο τύραννος των Σικυωνίων Κλεισθένης, στρατηγός δε των Αθηναίων ο Αλκμαίων. Κυριευθείσα τότε η Κίρρα, κατεδαφίσθη, και η χώρα αυτής αφιερώθη εις τον Απόλλωνα.

41) Οι Αμφικτύονες ήσαν οι απεσταλμένοι διαφόρων πόλεων, οίτινες είχον του ναού την επιμέλειαν. Το συνέδριον δ' αυτών ελάμβανε πολλάκις και πολιτικόν χαρακτήρα, και απεφάσιζε προσέτι περί ειρήνης και πολέμου, όταν μάλιστα επρόκειτο, περί ζητημάτων αφορώντων το ιερόν.

42) Των νικητών εις τους δημοσίους αγώνας συνετάττοντο και διετηρούντο κατάλογοι. Των νικησάντων εις τα Πύθια, περί τους Δελφούς, συνέταξεν ο Αριστοτέλης, μη διατηρηθέντα.

43) Πιθανώς ο περιπατητικός φιλόσοφος, όστις έγραψε και επισήμων φιλοσόφων βίους. Διογ. Β. 55.

44) Ο Σάμιος Ευάνθης, συγγραφεύς άλλοθεν άγνωστος.

45) Αλκμαίων, υιός του Μεγακλέους, έγγονος Αλκμαίωνος, του τελευταίου ισοβίου άρχοντος.

46) Κύλων, επίσημος Αθηναίος, γαμβρός του Θεαγένους, τυράννου των Μεγάρων, κατέλαβε την Ακρόπολιν, επί σκοπώ να γίνη και αυτός τύραννος των Αθηνών, κατά Ολ. 42, α', ή 45. α'. Αλλ' επολιορκήθη στενώς, και αυτός μεν εδραπέτευσε μετά του αδελφού του, οι δ' οπαδοί του κατέφυγον εις ναόν τον της Αθηνάς. Οι πολιορκηταί δε, υποσχεθέντες ότι δεν θέλουσι τους βλάψει, τους εξήγειρον εκείθεν, διά να μη αποθάνωσιν εκ πείνης εντός των ναών, και παρά την υπόσχεσιν τους απέσφαξαν. Οι Αθηναίοι όμως απεδοκίμασαν την ανόσιον ταύτην πράξιν, και των φονέων τους μεν εθανάτωσαν, ρίψαντες εκτός της χώρας και τα οστά αυτών, τους δε εξώρισαν. Τούτο είναι το Κυλώνειον ανοσιούργημα, το Κυλώνειον άγος, ως ονομάζεται εν τη ιστορία. (Θουκ. Α, 126).

47) Ο πατήρ του εν τω προλαβόντι παραγράφω μνησθέντος Αλκμαίονος, του στρατηγού των Αθηναίων εις τον Αμφικτυονικόν πόλεμον.

48) Το άγαλμα τούτο ήτον το εντός του ναού της Πολιάδος επί της Ακροπόλεως ξύλινον, το Διιπετές (ουρανοκατάβατον). Το χρυσελεφάντινον, όν έργον του Φειδίου, δεν υπήρχε τότε.

49) Εκράτουν την κλωστήν, ίνα μένωσιν ασφαλείς πάντοτε υπό την προστασίαν της Θεάς.

50) Σεμναί Θεαί ήσαν αι Ευμενίδες ή Εριννύες, ών το ιερόν ήτον εις τους βορειανατολικούς πρόποδας του Αρείου Πάγου, άντικρυ, της Ακροπόλεως.

51) Μετά τον Αλκμαίονα, τον πατέρα του Μεγακλέους, έπαυσεν η αρχοντία, και κατέστησαν εννέα άρχοντες δεκαετείς.

52) «Ε ν α γ ε ί ς».

53) Φλυεύς ή Φλυάσιος, από Φλύας, δήμου της Αττικής.

54) Νίσαια, ο λιμήν των Μεγάρων, ημίσειαν ώραν απ' αυτών απέχων.

55) Φαίστιος, εκ Φαιστού, πόλεως Κρητικής· κατ' άλλους Φαιστός ην η πατρίς του πατρός του, ο δ' Επιμενίδης εγεννήθη εν Κνωσσώ της Κρήτης. Ήτον σοφός, και ιδίως περί τα ιερά, και μαγικής τέχνης γνώσις απεδίδετο εις αυτόν, και πολλά θαυμάσια περί αυτού διηγούνται, μεταξύ δ' άλλων ότι εκοιμήθη εντός σπηλαίου επί 57 έτη, ότι εκαθάρισε τας Αθήνας από λοιμόν, και ότι έζησε 157 έτη χωρίς να φανή ποτέ τρώγων.

56) Υιός Κυψέλου, τύραννος Κορίνθου, είς των 7 σοφών.

57) Κατ' άλλους Βλάστης.

58) Κουρήται, πανάρχαιος φυλή, κατοικούσα την Αιτωλίαν και την Κρήτην, και ενταύθα χειρονακτικάς τινας τέχνας ασκούσασα, ιδίως δε την λατρείαν του Διός δι' ορχήσεων και άλλων εθίμων τελούσα, οπαδοί δε της Κυβέλης κατ' άλλους των αρχαίων ιδίως, και τον Δία βρέφος αναθρέψαντες. Ο Επιμενίδης έγραψε ποίημα περί αυτών, και των ιερέων της Κυβέλης Κορυβάντων.

59) Η υποτιθεμένη αύτη προφητεία επηλήθευσεν επί Μακεδόνων, ότε ο Αντίπατρος έθηκε Μεκεδονικήν φρουράν εις την άκραν της Μουνυχίας, εν Ολ. 116.

60) Η ελαία ήν εχάρισεν η Αθηνά εις τας Αθήνας όταν εφιλονείκησε μετά του Ποσειδώνος περί της κυριαρχίας αυτών. Ήτον δ' η ελαία αύτη εντός του ναού της Πολιάδος Αθηνάς.

61) Ο αττικός λαός διηρείτο τότε εις τας τρεις ταύτας γεωγραφικάς διαιρέσεις, αίτινες παρέμεινον και εις τους μετά ταύτα χρόνους. Πεδιείς ήσαν οι κατοικούντες το περί τας Αθήνας πεδίον, Διάκριοι κατά το βόρειον ορεινόν μέρος της Αττικής, από του Πεντελικού και επέκεινα, και Πάραλοι, οι κατοικούντες την ανατολικήν πλευράν, τα λεγόμενα Μεσόγαια, μέχρι της θαλάσσης.

62) Φανίας, εξ Ερεσού της Λέσβου, περιπατητικός φιλόσοφος, μαθητής του Αριστοτέλους.

63) Άρχων επώνυμος.

64) «Το ίσον πόλεμον ου ποιεί».

65) Δηλ. νόμιμον, συγκεκερασμένην βασιλείαν, αντί της τυραννίας.

66) Ο Πιττακός, τύραννος των Λεσβίων, ήτον είς των επτά σοφών.

67) Φώκον, άγνωστον τίνα. Πιθανώς προπάτορά τινα του Φωκίωνος, όστις ήτον υιός Φώκου.

68) Δηλ. Φιληνάδας.

69) Σεισάχθεια, δηλαδή απόσεισις, αφαίρεσις του βάρους.

70) Ανδροτίων, Αθηναίος ιστορικός της γ'. εκατονταετηρίδος π. Χ. έγραψεν ιστορίαν της Αττικής εις 12 βιβλία.

71) Ορθότερον ότι εσμίκρυνε τοσούτον την δραχμήν, ώστε αι επ' αυτού 100 δραχμαί ήσαν ισοδύναμοι προς 73 των αρχαιοτέρων, διότι ούτε πιθανόν είναι η αρχαία μνα να περιείχε τον παράδοξον και δυσδιαίρετον αριθμόν των 73 δρ. (Το ημίμναιον θα ήτον λοιπόν εκ 36 1/2 δραχμών!), ούτε εις τας καθ' ημέραν συναλλαγάς θα εχρησίμευεν αν η μνα μόνη είχε γίνει ελαφροτέρα, η δε δραχμή είχε μείνει η ιδία.

72) Κόνων, προφανώς προπάτωρ του ήρωος της Κνίδου. Κλεινίας, προπάτωρ του Αλκιβιάδου, αναμφιβόλως ο πάππος του πατρός αυτού. Ιππόνικος, πιθανώς ο πατήρ του δαδούχου Καλλίου, όστις ην εις την μάχην του Μαραθώνος.

73) Το τάλαντον 6000 δραχμαί.

74) Πολύζηλος, Ρόδιος συγγραφεύς, αλλαχόθεν άγνωστος.

75) Εννοεί ουχί βασιλεύς· διότι άλλως ήτον εκ των ευγενεστέρων οικογενειών των Αθηνών, καταγόμενος εξ αυτού του Κόδρου.

76) Ο Δράκων, άρχων αιρεθείς εν Ολ. 39, δ', έδωκε νόμους εις τας Αθήνας, εξ ών μόνους τους αφορώντας του φονείς διετήρησεν ο Σόλων, ως έχοντας τας ποινάς αναλόγους προς το κακούργημα, και πιθανώς αρχαιοτάτους, και προγενεστέρους του Δράκοντος.

77) Δημάδης, είς των δέκα Αθηναίων ρητόρων, επί Φιλίππου.

78) Ο μέδιμνος ήτον μέτρον σίτου, ισοδυναμούν προς 85 λίτρας περίπου.

79) Συνεισφέροντας αξίαν ίππου.

80) Ζευγίται, διότι εδύναντο να έχωσιν έν ζεύγος βοών.

81) Θης, ως λέγεται, παρά του Θέω, Θάω, Τίθειμι, κυρίως ο υπό των γαιούχων τιθέμενος, εις τα κτήματα αυτών όπως επί μισθώ τα καλλιεργή.

82) Η βουλή του Αρείου Πάγου κοινώς επιστεύετο πολύ αρχαιοτέρα του Σόλωνος, και πανάρχαιον δικαστήριον των Αθηνών, δικάσαν τον Ορέστην και αυτόν τον Άρην, και εις ιστορικωτέρους χρόνους μέλλον να επιληφθή της δίκης του Μεσσηνίου Πολυχάρους εν Ολ. 9., β'. (Παυσ. Δ, 5), μίαν και ημίσειαν εκατονταετηρίδα προ του Σόλωνος, όστις φαίνεται ότι ερρύθμισε μόνον την πολιτικήν δικαιοδοσίαν του συνεδρίου τούτου· εκτός αν η μεταγενεστέρα φήμη αυτού δεν έδωκεν αφορμήν εις τους μύθους, και δεν απεδόθησαν αυτώ τα εις άλλα δικαστήρια ανήκοντα.

83) Οι Αθηναίοι διηρούντο τότε εις τας τέσσαρας Φυλάς, αίτινες, ως φαίνεται, ήσαν παντός ιωνικού λαού η διαίρεσις, επώνυμοι των τεσσάρων υιών του Ίωνος κατά τον μύθον, αληθώς όμως επώνυμοι του βίου εις όν εκάστη επεδίδετο. Ίδ. κατωτ. ΚΓ.

84) Την του Αρείου Πάγου.

85) Εφέται, άλλο δικαστήριον εν Αθήναις, φονικάς δίκας δικάζον, ιδίως τους ακουσίους φόνους. Αυτοί πιθανώς εδίκαζον κατ' αρχάς και εις τον Άρειον Πάγον, πριν ο Σόλων κατατήση ιδίαν βουλήν Αρειοπαγιτών.

86) Άξονες, στρεπταί σανίδες, περί άς ήσαν γεγραμμένοι οι νόμοι του Σόλωνος.

87) Επίτιμος ήτον ο απολαμβάνων πάντων των πολιτικών αυτού δικαιωμάτων, άτιμος δε, ο στερούμενος τινών εξ αυτών.

88) Πρυτανείον, το μέρος των συνεδριάσεων των πρυτάνεων της βουλής εις τους μετά ταύτα χρόνους, ήν έν των δικαστηρίων και αυτό, ού προέδρευεν είς των εννέα αρχόντων, ο λεγόμενος βασιλεύς.

89) Επίκληρος ωνομάζετο η κόρη εις ήν, δι' έλλειψιν αδελφού, περιήρχετο η πατρική κληρονομία. Κύριος δε της επικλήρου ήτον ο πλησιέστερος αυτής συγγενής, όστις ώφειλε να προστατεύη αυτήν και την περιουσίαν. Εις τούτον ανήκε το πρώτον δικαίωμα να την νυμφευθή. Ενιαχού η μετάφρασις αποφεύγει επίτηδες την μεγάλην ακρίβειαν. Αλλά σπανιώτατα τούτο, και όπου φαίνεται αναπόφευκτον.

90) Το κυδώνιον είχον εις πολλήν υπόληψιν οι αρχαίοι (Plin. II. Ν. XVI, II). Εδήλου δε το έθιμον, ότι πρέπει οι προς αλλήλους λόγοι των νυμφίων να έχωσι χάριν και γοητείαν. (Πλου. Γαμ. παραγγ.).

91) Τας «φερνάς», όσα η νύμφη φέρει εις τον νυμφίον έπιπλα και ενδύματα, το τράχωμα, ουχί την προίκα, διότι εξ εναντίας πάσα γυνή, εκτός αν ήτον όλως πένητος κόρη, έπρεπε να έχη την προίκα της.

92) Διονύσιος, ο τύραννος των Συρακουσών.

93) Εκ δράματός τινος επιγραφομένου Φιλοκτήτης, ουχί του γνωστού του Σοφοκλέους, αλλ' άλλου τινος απολεσθέντος. Εις τα ηθικά του ο Πλούταρχος (Ει πρεσβ. πολιτ. 9) αναφέρει του χωρίου τούτου δύο πλήρεις στίχους

«Τις δ' αν σε νύμφη, τις δε παρθένος νέα

δέξαιτ' αν; Εύγ' ουν ως γαμείν έχεις τάλας».

ήτοι

Τις νύμφη, τις παρθένος θενά σε δεχθή;

Ω! εύγε! Είσαι διά γάμους, άθλιε.

94) Οβολός, το έκτον της δραχμής, σχεδόν 1/2 σημερινή δραχ.

95) Δηλαδή οι επί Ρωμαίων.

96) Γυναικονόμοι, άρχοντες, έχοντες την επιτήρησιν της κοσμίου διαγωγής των γυναικών.

97) Μαθητής Αριστοτέλ. ιστορικός εκ της εν Πόντω Ηρακλείας.

98) Δημήτριος Φαληρεύς, ο επί Μακεδόνων άρχων των Αθηνών, φιλόσοφος και συγγραφεύς.

99) Ακριβέστερον ήσαν τα ονόματα των Όπλητες, Αργάδεις (εκ του Άργον το έργον ή ο αγρός), Αιγικορείς και Τελέοντες (οι τα ιερά τελούντες ή τους φόρους τελούντες), Οι δε Γεδέοντες θα παρήγοντο εκ του Γη και δαίω (το διαιρώ), ή αν η λέξις ήτον Γελέοντες, εκ του γης λαός.

100) Στάδιον, έκταση 600 ποδών. Ιππικόν δε λέγεται διότι τόσην έκτασιν διέτρεχον οι ίπποι κατ' ευθείαν εις τους αγώνας.

101) Η οργυιά 6 πόδας.

102) Χους είναι το δωδέκατον του μετρητού = 2 οκάδες 172 δράμια.

103) Διότι έλαιον εγίνετο άφθονον.

104) Κρατίνος, Αθηναίος κωμικός ποιητής της αρχαίας κωμωδίας, επ' Αριστοφάνους.

105) Έξ εκ των εννέα αρχόντων ωνομάζοντο Θεσμοθέται.

106) Εν τη αγορά υπήρχε λίθος, όθεν εγίνοντο τα δημόσια κηρύγματα.

107) Το μέγεθος της τιμής αποδεικνύει το σχεδόν αδύνατον της παραβάσεως. Ο χρυσός επί Σόλωνος ήτον σπανιώτατος.

108) Εννοεί την τελευταίαν του σεληνιακού μηνός, καθ' ήν γίνεται μάλιστα καταφανής η ανωμαλία.

109) «Ένη και νέα». Ένη είναι λέξις αρχαιοτάτη, σημαίνουσα παλαιάν.

110) Ομήρ. Οδύσσ, Ξ, 162. Ο Όμηρος ομιλεί περί της αφίξεως του Οδυσσέως εις την Ιθάκην, εννοών επομένως μίαν και την αυτήν ημέραν.

111) Νουμηνία, νέος μην.

112) Εις τρεις δεκάδας διηρείτο ο αττικός μην. Η πρώτη ωνομάζετο «μηνός αρχομένου» ή «ισταμένου», ή δευτέρα «μεσούντος», ή τρίτη «φθίνοντος». Δια τας δυο πρώτας ηρίθμουν τας ημέρας κατά σειράν αύξουσαν: «πρώτη, δευτέρα ισταμένου ή μεσούντος». Δια την τρίτην ηρίθμουν κατά σειράν ελαττουμένην, λέγοντες «δεκάτη, εννάτη φθίνοντος», αντί εικοστή, εικοστή πρώτη.

113) Κάνωβις, Ηλιούπολις και Σάις, πόλεις της κάτω Αιγύπτου.

114) Πλάτων εν Τιμαίω· ότι ο Σόλων έμαθε παρ' αρχαίων αιγυπτίων ιερέων περί μεγίστης νήσου, Ατλαντίδος καλουμένης, ήτις υπήρχεν άλλοτε εις τον Ωκεανόν, εντός των Ηρακλείων στηλών, και κατωκείτο υπ' αρχαιοτάτων και ισχυροτάτων εθνών, των Ατλάντων· ότι δ' εις τους μετέπειτα χρόνους κατεποντίσθη υπό σεισμών. Κατ' άλλο χωρίον του Πλάτωνος (Κριτ. μείζ.), οι Άτλαντες μετ' αναριθμήτου στρατού εκυρίευσαν το πλείστον του τότε γνωστού κόσμου, πλην μόνων των Αθηνών, αίτινες ου μόνον δεν υπετάγησαν, αλλά και τον στόλον εκείνων κατεπόντισαν, και τον στρατόν κατετρόπωσαν. Τα πλείστα τούτων εισίν αναμφιβόλως μυθώδη, τινές δε νομίζουσιν ότι περιέχουσα ίσως αληθούς τινος ιστορικού συμβάντος αμυδράς απομνημονεύσεις, και ότι η Ατλαντίς είναι η Αμερική, εις παναρχαίους χρόνους γνωστή υπάρξασα και μετά ταύτα λησμονηθείσα. Άλλοι πpεσβεύoυσιv ότι η Ατλαντίς δεν απείχε τοσούτον μακράν, αλλ' ότι ήτον η Αρκαδία. Ο Σόλων έγραψε ποίημα περί του μυθικού εκείνου πολέμου.

115) Υψηλήν.

116) Η Αφροδίτη.

117) Σάρδεις, πρωτεύουσα της Λυδίας, ής βασιλεύς ήτον ο Κροίσος.

118) Ο Κλέοβις και ο Βίτων ήταν Αργείοι. Ο δε ναός της Ήρας, πανάρχαιος, και περίφημος εν τη αρχαιότητι, έκειτο μίαν περίπου ώραν ανατολικώς του Άργους, κατά τους πρόποδας των ορέων. Ο ναός ούτος, καείς, ανωδομήθη μετά τον Πελοποννησιακόν πόλεμον, και εις αυτόν κατεσκεύασεν ο Πολύκλειτος χρυσελεφάντινον το άγαλμα της Θεάς. Λείψανα του ναού σώζονται μέχρι τούδε.

119) Λογοποιοί λέγει το κείμενον, διότι λόγος δήλοι ό,τι και μύθος, légende.

120) «Τοις βασιλεύσι δεί ως ήκιστα ή ως ήδιστα ομιλείν.» — «Μα Δία· αλλ' ως ήκιστα ή ως άριστα.

121) Ίδ. § ΙΓ.

122) Ίδ. § ΙΒ.

123) Ίδ. § ΙH.

124) Η τραγωδία την πρώτην αρχήν της έλαβεν εκ χορών τρύγα ηλειμμένων το πρόσωπον, και ψαλλόντων ύμνους εις τον Διόνυσον εν καιρώ του τρύγους, κατά πρώτον εις το Ικάριον, δήμον Αττικής. Εκ τούτου λέγεται ότι Τρυγωδία εκλήθη (Αθήν. Β, 11), και τραγωδία, διότι οι ψάλλοντες ελάμβανον τράγον ως βραβείον. Πρώτος δ' ο Θέσπις παρενέβαλεν εις τας ωδάς ταύτας και πρόσωπον ηρωικήν τινα υπόθεσιν αφηγούμενον.

125) Ίδ. Ομήρ. Οδύσσ. Δ, 242-258, όπου η Ελένη διηγείται ότι ο Οδυσσεύς, ως δούλος πενιχρά ενδυθείς και το σώμα του τραυματίσας, εισήλθεν άγνωστος εις την Τρωάδα.

126) Αρίστων, ίσως πρόγονός τις του Πλάτωνος.

127) Ίδ. § Α.

128) Ίδ. § Δ.

129) Διότι ο Πλάτων ήτον προς μητρός απόγονος Δροπίδου αδελφού του Σόλωνος.

130) Τον λόγον τον επιγραφόμενον Κριτίας, όστις είναι ατελής.

131) Ο ναός του Ολυμπίου Διός, θεμελιωθείς επί Δευκαλίωνος, ήρχισεν οικοδομούμενος επί των Πεισιστρατιδών, αλλ' επί Πλουτάρχου έμενεν ατελής έτι, και μόνον επί Αδριανού επερατώθη.

132) Ίδ. § ΙΔ.

133) Ο Κωμίας ήτον άρχων επώνυμος εν Ολ. 55, α', π. Χ. 560, ο δ' Ηγέστρατος εν Ολ. 55, β', π. Χ. 559.

134) Εβασίλευσε σφάξας τον πενθερόν και προκάτοχόν του Σέρβιov Τύλλιον, εν Ολ. 6, δ'.

135) Λουκρητία, θυγάτηρ Λουκρητίου, και σύζυγος Κολλατίνου, ητιμάσθη υπό Σέξτου, του υιού του Ταρκυνίου, και εσφάγη ορκίζουσα τους Ρωμαίους να την εκδικήσωσι. Τότε οι Ρωμαίοι επανέστησαν, και απέκλεισαν τον Ταρκύνιον, διατελούντα εκτός της Ρώμης εις το στρατόπεδον. Και αυτός μεν ηναγκάσθη να καταφύγη εις Γαβίους, η δε Ρώμη εδημοκρατήθη.

136) Ο Λεύκιος Ιούνιος ήτον υιός του Μάρκου Ιούνιου, ενός των επισήμων Ρωμαίων ούς εθανάτωσεν ο Ταρκύνιος ότε κατέλαβε τον θρόνον, ως εθανάτωσε και τον πρεσβύτερον των υιών αυτού. Ίνα αποφύγη την αυτήν τύχην, ο νεώτερος, Λεύκιος Ιούνιος, επροσποιήθη τον ηλίθιον, διό και Βρούτος (Brutus) επωνομάσθη. Αλλ' όταν ήλθεν η στιγμή, ετιμώρησεν αυτός τον τύραννον, μεγάλην δείξας σύνεσιν και δύναμιν χαρακτήρος.

137) Από δούλου ελεύθερος.

138) Φρατρία είναι φυλή. Εν Αθήναις ήτον διαίρεσις των φυλών υπό θρησκευτικήν έποψιν. Οι πολιτογραφούμενοι Αθηναίοι ελάμβανον συγχρόνως το δικαίωμα να εγγραφώσιν εις οίαν δήποτε φρατρίαν ήθελον.

139) Αληθώς εκ του Vindicare, διότι επί των απελευθερώσεων ο κύριος του δούλου ήγγιζεν αυτόν εις την κεφαλήν διά ράβδου, προφέρων τας λέξεις Vindicare in libertatem, ό έστιν αποκαθιστάναι εις ελευθερίαν (Non. Marcell. IV, 487).

140) Τον Άρην. Το χωρίον ωνομάζετο, πιθανώς έκτοτε, campus martius.

141) Media inter duos pontes. Πάντες όμως οι συγγραφείς ονομάζουσιν αυτήν απλώς «νήσον», και ουδείς αναφέρει το όνομα αυτής, το παραφραζόμενον υπό του Πλουτάρχου. Ήτον δε κυρίως ιερά τω Ασκληπιώ, κατά Διονυσ. Αλικαρνασ. βιβλ. Ε. Ήδη δ' ονομάζεται νήσος του αγ. Βαρθολομαίου.

142) Ο Ταρκύνιος φαίνεται ότι είναι η προσωποποίησις της παναρχαίας τυρρηνικής κυριαρχίας εν Ρώμη· και αυτό αυτού το όνομα είναι τοπικόν μάλλον ή κύριον, κατ' επιχώριον προφοράν σημαίνον Τυρρηνός (Ταρχούν, Ταρχύνιος).

143) Arsia sylva. Κατ' άλλους, αλλ' ήττον ορθώς, ως φαίνεται, ursum sylva. Το δε Aesuvia prata.

144) Τελευταίαν ημέραν του Φεβρουαρίου.

145) Αναξιμένης, ρήτωρ εκ Λαμψάκου, ού μνημονεύει και ο Στράβων. Ίσως ο αυτός τω ιστορικώ, τω παρακολουθήσαντι τον Αλέξανδρον εις τας εκστρατείας του.