— Διότι βέβαια, φίλε μου Αδείμαντε, εκείνος, που αφοσιώνεται αληθινά εις την μελέτην της αληθείας, ούτε καιρόν έχει να καταβιβάζη το βλέμμα του εις τα συνήθη και καθημερινά έργα των ανθρώπων, και να πιάνεται με αυτούς και να δημιουργή φθόνους και μίση γύρω του· αλλ' απεναντίας προσηλωμένοι πάντοτε εις πράγματα, που τα διέπει τάξις ωρισμένη και έχουν υπόστασιν αναλλοίωτον, που δεν βλάπτουν ποτέ το ένα το άλλο, αλλά φυλάττουν τας αυτάς διαθέσεις και την αυτήν σχέσιν μεταξύ των, δεν ημπορούν παρά να τα μιμούνται και οι ίδιοι και να αφομοιώνωνται προς αυτά· ή νομίζεις πως υπάρχει τρόπος να μείνη κανείς ανεπηρέαστος και να μη μιμηθή ένα πράγμα, που το λατρεύει και ζη πάντα μαζί του; — Αδύνατον.
— Τοιουτοτρόπως και ο φιλόσοφος, αφού έχει να κάμη πάντοτε με πράγματα θεία, που τα διέπει τάξις αναλλοίωτος, γίνεται και αυτός θείος και μετρημένος εις όλας του τας πράξεις, όσον τουλάχιστον είναι αυτό δυνατόν δι' άνθρωπον διότι εις όλα τα ανθρώπινα θα έχη πάντα να εύρη κανείς κάτι. — Έχεις δίκαιον.
— Εάν λοιπόν τον υποχρεώση κάποια ανάγκη, εκείνα που βλέπει και μελετά εκεί, να τα εφαρμόση και εις τα ανθρώπινα ήθη και να νομοθετήση διά τον δημόσιον και ιδιωτικόν βίον των ομοίων του, χωρίς να περιορίζεται μόνον εις την τελειοποίησιν του εαυτού του, νομίζεις ότι θα γίνη κακός διδάσκαλος και εισηγητής της σωφροσύνης και της δικαιοσύνης και πάσης εν γένει πολιτικής αρετής; — Κάθε άλλο βέβαια.
— Αλλ' αν ακόμη και ο λαός κατορθώση να εννοήση ότι είναι αληθινά όλα αυτά που λέγομεν διά τους φιλοσόφους, θα εξακολουθή να τους έχη εις το κακόν, και δεν θα μας πιστεύσουν που τους λέγομεν, ότι είναι αδύνατον να ευδαιμονήση μία πολιτεία, παρά μόνον εάν χαράξουν το σχέδιόν της οι ζωγράφοι εκείνοι, που έχουν προ των οφθαλμών των ως υπόδειγμα το θείον πρότυπον; — Θα αλλάξουν βέβαια γνώμην, αν εννοήσουν την αλήθειαν· αλλά πώς θα κάμουν οι φιλόσοφοι διά να χαράξουν αυτό το σχέδιον;
— Θα θεωρήσουν την πόλιν και τας ψυχάς των ανθρώπων ως ένα πίνακα, τον οποίον εν πρώτοις οφείλουν να κάμουν τελείως καθαρόν· πράγμα που δεν είναι και πολύ εύκολον· γνώριζε όμως ότι εις αυτό θα διαφέρουν αμέσως από τους άλλους, διότι δεν θα θελήσουν να εγγίσουν ούτε ιδιώτην ούτε πόλιν μηδέ να γράψουν νόμους, πριν ή τους παραλάβουν καθαρούς, ή το κάμουν αυτό οι ίδιοι. Και πολύ σωστά. Τώρα λοιπόν πρέπει να προσχεδιάσουν το διάγραμμα της πολιτείας; — Πώς όχι; — Έπειτα λοιπόν, νομίζω, θα αρχίσουν να εργάζωνται συστηματικώς, και θα στρέφουν συχνά να κυττάζουν και από το ένα μέρος και από το άλλο, και προς το φύσει καλόν και δίκαιον και ηθικόν και όλα τα τοιαύτα, και προς το ανθρωπίνως τοιούτον αναμιγνύοντες δε και συνδυάζοντες τα δύο ταύτα στοιχεία θα σχηματίσουν τον αληθινόν άνθρωπον, κατ' εκείνο το παράδειγμα, το οποίον ο Όμηρος ονομάζει θεόμορφον και όμοιον με τους θεούς, όταν απαντάται εις ένα άνθρωπον. — Πολύ σωστά. — Εννοείς βέβαια ότι θα γίνη ανάγκη, τώρα να σβύνουν αυτό, έπειτα πάλιν να το αναζωγραφίζουν, έως ότου επιτύχουν να κάμουν τας ανθρωπίνας ψυχάς όσον ενδέχεται περισσότερον θεοφιλείς. — Κατ' αυτόν τον τρόπον θα γίνη, αλήθεια, ωραιοτάτη η εικών.
— Λοιπόν υπάρχει τώρα τουλάχιστον ελπίς να πείσωμεν εκείνους, που έλεγες πως θα χυθούν επάνω μας με όλα τα σωστά των, ότι ένας τοιούτος ζωγράφος των πολιτειών είναι ο φιλόσοφος εκείνος, διά τον οποίον εξωργίζοντο τότε, όταν ημείς τους ελέγαμεν ότι πρέπει να του αναθέσωμεν την διοίκησιν των πόλεων; και δεν θα καταπραϋνθώσι πλέον τώρα, κατόπιν αυτών τα οποία ήκουσαν ; — Και πολύ μάλιστα, εάν τουλάχιστον έχουν νουν.
— Διότι τι θα έχουν πλέον να μας αντιτείνουν; ότι δεν είναι οι φιλόσοφοι ερασταί του όντος και της αληθείας; — Θα ήτο άτοπος αυτός ο ισχυρισμός. — Ότι η φύσις και ο χαρακτήρ αυτών, όπως τον εζωγραφίσαμεν ημείς, δεν πλησιάζει προς ό,τι τελειότατον υπάρχει; — Ούτε αυτό. — Ή ότι μία τοιαύτη φύσις, εάν τύχη και της προσηκούσης εκπαιδεύσεως, δεν θα είναι εις θέσιν παρά κάθε άλλην να αποκτήση την τελείαν αρετήν και την σοφίαν; ή θα προκρίνουν εκείνους μάλλον, τους οποίους ημείς απεκλείσαμεν από τας τάξεις των αληθινών φιλοσόφων; — Όχι βέβαια. — Υπάρχει λοιπόν φόβος να εξαγριωθούν πλέον, όταν τους λέγωμεν, ότι είναι αδύνατον να τεθή τέρμα εις τα δεινά που υφίστανται και αι πολιτείαι και οι πολίται, ούτε να συντελεσθή εμπράκτως η πολιτεία, την οποίαν ημείς διά του λόγου εσχεδιάσαμεν, πριν ή αναλάβουν την πάσαν εξουσίαν εις την πόλιν οι φιλόσοφοι; — Ίσως ολιγώτερον. — Θέλεις λοιπόν να αφήσωμεν κατά μέρος αυτό το ίσως, και να είπωμεν ότι τους κατεπραΰναμεν τελείως και ότι είναι πλέον πεπεισμένοι εντελώς, ίνα, αν όχι άλλο, αλλ' από εντροπήν τουλάχιστον μείνουν σύμφωνοι μαζί μας; — Το θέλω μάλιστα.
— Ας τους θεωρήσωμεν λοιπόν αυτούς πεπεισμένους ως προς το σημείον τούτο· ποίος τώρα θα μας αμφισβητήση, ότι δεν είναι δυνατόν να γεννηθούν τέκνα βασιλέων ή δυναστών, που να έχουν φυσικήν προδιάθεσιν διά την φιλοσοφίαν; — Κανείς. — Και αφού γεννηθούν τοιούτοι, θα έχη κανείς να είπη, ότι κατ' αναπόφευκτον ανάγκην θα διαφθαρούν; ότι βέβαια είναι δύσκολον να σωθούν, και ημείς το παραδεχόμεθα· ότι όμως εις όλον το διάστημα του χρόνου δεν ημπορεί ούτε ένας ποτέ από όλους να σωθή, υπάρχει κανείς να το ισχυρισθή; — Και πώς; — Αλλ' όμως αρκεί και ένας να υπάρξη, και να έχη πόλιν που να θέλη να τον ακούση, διά να κατορθώση όλα αυτά, που θεωρούνται τώρα αδύνατα. — Πραγματικώς αρκεί. — Διότι αν ευρεθή ένας άρχων να θέση τους νόμους και τας διατάξεις, που ωρίσαμεν ημείς, δεν είναι βέβαια αδύνατον να θελήσουν και οι πολίται να υποβληθούν εις αυτούς. — Καθόλου βέβαια αδύνατον. — Αλλά τάχα μήπως θα ήτο παράδοξον και αδύνατον, να επέλθουν και εις άλλων τον νουν εκείνα, που εσκέφθημεν και παρεδέχθημεν ημείς; — Όχι βέβαια. — Ότι δε αυτά είναι άριστα, αν υποτεθή ότι είναι δυνατά, νομίζω το απεδείξαμεν ήδη εν τοις έμπροσθεν αρκετά πειστικώς. — Αρκετά βέβαια. — Το τελικόν μας λοιπόν τώρα συμπέρασμα είναι, ότι η νομοθεσία μας, εάν ήθελεν εφαρμοσθή, θα ήτο η τελειοτάτη· και ότι, είναι μεν δύσκολον το πράγμα να γίνη, όχι όμως και αδύνατον. — Εις αυτό πράγματι τι συμπέρασμα καταλήγομεν.
— Αφού λοιπόν μόλις και μετά βίας επήρε τέλος αυτό το ζήτημα, δεν πρέπει τώρα να εξετάσωμεν και όσα υπολείπονται ακόμη, πώς δηλαδή και με ποίας μαθήσεις και ασκήσεις θα μορφώσωμεν τους ικανούς να διαφυλάξουν αδιάφθορον το πολιτικόν μας σύστημα, και εις ποίαν ηλικίαν θα τους εφαρμόζωμεν έκαστον αυτών των μαθημάτων; — Πρέπει πράγματι.
— Εις τίποτε, δεν με ωφέλησεν η σοφία μου, που εζήτησα πριν να αποφύγω τας δυσκολίας του ζητήματος της κοινοκτημοσύνης των γυναικών, της τεκνοποιίας και του διορισμού των αρχόντων, επειδή εγνώριζα πόσον λεπτόν ήτο αυτό και πόσον δυσχερές να εφαρμοσθή τελείως εις την πραγματικότητα· διότι τώρα πάλιν παρουσιάζεται μ' όλα ταύτα η ανάγκη να επανέλθω εις αυτά· και το μεν ζήτημα των γυναικών και των τέκνων ετελείωσεν οριστικώς, είναι όμως ανάγκη να επαναλάβω εξ αρχής το ζήτημα των αρχόντων· ελέγαμεν λοιπόν, εάν ενθυμήσαι, ότι πρέπει να έχουν μέγαν ζήλον δια το καλόν της πόλεως και να δοκιμάζεται αυτός ο ζήλος και με ηδονάς και με λύπας, ούτως ώστε μήτε από πόνους μήτε από φόβους μήτε από καμμίαν άλλην μεταβολήν να φαίνωνται ότι λησμονούν το αξίωμα τούτο, και όστις δεν ημπορέση να υποστή την δοκιμασίαν να απορρίπτεται, όστις δε εξέλθη αδιάφθορος, όπως ο χρυσός από το πυρ, να καθίσταται άρχων και να του δίδωνται πάσαι αι τιμαί και αι διακρίσεις και εφ' όσον ζη και μετά θάνατον. Αυτά είναι όσα ελέγαμεν τότε, αν και με πολλάς υπεκφυγάς και επιφυλάξεις, από φόβον μήπως κινήσω ζητήματα, εις τα οποία ακριβώς έχομεν εμπέση τώρα. — Σωστότατα τα λέγεις τα ενθυμούμαι όλα.
— Εδίσταζα λοιπόν τότε, φίλε μου, να είπω αυτά που επί τέλους απετόλμησα να εκστομίσω· τώρα όμως, που το πρώτον βήμα έγινε, ας το ειπούμεν αδιστάκτως, ότι οι άριστοι φύλακες που θα διορίζωμεν πρέπει να είναι φιλόσοφοι. — Ας το ειπούμεν. — Σκέψου όμως πόσον ολίγους τοιούτους θα έχης φυσικά· διότι σπανίως συμβαίνει αι ιδιότητες, αι οποίαι, καθώς ανεπτύξαμεν, πρέπει να ενυπάρχουν εις την φιλοσοφικήν φύσιν, να ευρίσκωνται συνηνωμέναι εις το αυτό άτομον, αλλ' ως επί το πλείστον ευρίσκονται μοιρασμέναι. — Τι δηλαδή εννοείς; — Εκείνοι που είναι προικισμένοι με ευμάθειαν, με καλόν μνημονικόν, που έχουν πνεύμα εύστροφον και οξύ και άλλας τοιαύτας σχετικάς ιδιότητας, δεν συμβαίνει συνήθως να είναι αφ' ενός μεν θερμουργοί και μεγαλεπήβολοι, συγχρόνως δε τοιούτοι, ώστε να δύνανται να ρυθμίζουν την ζωήν των με το πνεύμα της τάξεως, της ησυχίας, της σταθερότητος, αλλά από την φυσικήν οξύτητα του χαρακτήρος των παρασύρονται όπως λάχη και καμμία πλέον ευστάθεια εις το τέλος δεν τους μένει. — Αλήθεια είναι αυτό που λέγεις.
— Απεναντίας οι ευσταθείς χαρακτήρες και που εύκολα δεν μεταβάλλονται, τους οποίους θα ημπορούσε κανείς να μεταχειρισθή με μεγαλυτέραν εμπιστοσύνην, και μένουν εις τον πόλεμον απαθείς και ασυγκίνητοι από κάθε φόβον, αυτοί πάλιν πάσχουν το ίδιον πράγμα και εις τα μαθήματα, έχουν την αυτήν δυσκινησίαν και βραδύτητα πνεύματος, είναι ως αποναρκωμένοι, και σχεδόν τους πιάνη χασμουρητό και νύστα, όταν είναι ανάγκη να τελειώσουν καμμίαν σπουδαίαν εργασίαν. — Πραγματικώς. — Ημείς όμως είπαμεν ότι πρέπει να μετέχουν εις τον ανώτατον βαθμόν και από τας δύο αυτάς ιδιότητας, άλλως δεν θα ήτο ανάγκη να λάβωμεν καν τον κόπον διά την τελειοτάτην εκπαίδευσίν των, ούτε να τους ανυψώσωμεν εις τας τιμάς της εξουσίας. — Πολύ σωστά.
— Δεν το παραδέχεσαι λοιπόν τώρα ότι σπανιώτατοι θα είναι οι τοιούτοι χαρακτήρες; — Πώς όχι; — Πρέπει λοιπόν να τους υποβάλλωμεν εις την δοκιμασίαν όλων εκείνων που ελέγαμεν τότε και πόνων και φόβων και ηδονών, εκτός δε τούτου, πράγμα τι οποίον παρελείψαμεν τότε να είπωμεν, πρέπει να τους εκγυμνάζωμεν εις μέγαν αριθμόν μαθημάτων, διά να ίδωμεν αν το πνεύμα των είναι ικανόν να βαστάση τας μεγίστας σπουδάς, ή θα αποδειλιάση, όπως συμβαίνει με άλλους εις τους σωματικούς αγώνας. — Πρέπει βέβαια να τους υποβάλωμεν εις αυτήν την εξέτασιν· αλλά ποίας ονομάζεις μεγίστας σπουδάς;
— Θα ενθυμήσαι βέβαια, ότι, αφού διεκρίναμεν τρία μέρη της ψυχής, επροσπαθήσαμεν να καθορίσωμεν εις ποίον έκαστον εξ αυτών ανήκει η δικαιοσύνη και η ανδρεία και η σωφροσύνη και η σοφία. — Εάν δεν το ενθυμούμην, δεν θα ήμην άξιος να ακούω τα επίλοιπα. — Ενθυμείσαι ακόμη και τι είχαμεν ειπή πριν από αυτά; — Τι; — Ελέγαμεν ότι, διά να κατανοήσωμεν αυτά με πάσαν την δυνατήν ακρίβειαν, υπήρχεν άλλη μακροτέρα οδός, την οποίαν έπρεπε να διατρέξωμεν διά να το κατορθώσωμεν, ηδυνάμεθα όμως και από τα προηγούμενα να εξαγάγωμεν αποδείξεις, αι οποίαι οπωσδήποτε να μας χρησιμεύσουν διά το ζήτημα· και σεις εδηλώσετε ότι αρκείσθε με αυτόν τον δεύτερον τρόπον^ και τοιουτοτρόπως επραγματεύθημεν τότε το ζήτημα, όχι μεν μετά της προσηκούσης, κατά την γνώμην μου, ακριβείας, εάν δε ικανοποιητικώς διά σας, είσθε οι αρμόδιοι σεις να το ειπήτε. — Εγώ τουλάχιστον έμεινα ευχαριστημένος, μου εφάνη δε ότι και οι άλλοι επίσης.
— Αλλ', ω φίλε μου, εις ζητήματα τοιαύτης σπουδαιότητος, κάθε απόδειςις από την οποίαν λείπει έστω και το παραμικρόν, δεν ημπορεί ποτε να είναι επαρκής· διότι το ατελές δεν ημπορεί να είναι το ορθόν μέτρον κανενός πράγματος· πολλοί όμως ενίοτε φαντάζονται ότι είναι αρκετόν και ότι δεν είναι ανάγκη να προχωρήσουν περαιτέρω. — Πραγματικώς πολλοί το παθαίνουν αυτό από οκνηρίαν της σκέψεως. — Αλλά ένα τοιούτον ελάττωμα πρέπει να είναι ολωσδιόλου ξένον από τον φύλακα της πόλεως και των νόμων. — Φυσικώτατα.
— Πρέπει λοιπόν, αγαπητέ μου, ο τοιούτος να διατρέξη την μεγαλυτέραν εκείνην οδόν, που είπαμεν, και να καταβάλη όχι ολιγωτέρους κόπους διά την μάθησιν παρά διά την εκγύμνασιν του σώματος· αλλέως, όπως ελέγαμεν και τώρα, ποτέ δεν θα φθάση εις το τέλος της υψίστης εκείνης επιστήμης, η οποία παρά κάθε άλλον του ταιριάζει. — Και πώς; υπάρχει λοιπόν και άλλο τι ανώτερον της δικαιοσύνης και των λοιπών αρετών, που επραγματεύθημεν; — Υπάρχει μάλιστα· και δι' αυτάς ακόμη τας αρετάς, που ανεφέραμεν, είναι ανάγκη να μην αρκεσθή, όπως τώρα εμείς, εις το απλούν σχεδιογράφημά των, αλλ' οφείλει απεναντίας να ζητήση τελειότατα επεξειργασμένην την εικόνα· διότι δεν θα ήτο γελοίον, δι' άλλα μεν πράγματα μικρού λόγου άξια, να εντείνη όλας του τας προσπαθείας, διά να τα έχη όσον το δυνατόν ακριβέστατα και σαφέστατα, να μη θεωρή δε τα σπουδαιότατα άξια της μεγίστης ακριβείας; — Είναι ορθότατος ο συλλογισμός σου· νομίζεις όμως ότι θα σε αφήσωμεν να περάσης, χωρίς να σε ερωτήση κανείς, ποίον είναι αυτό το μέγιστον μάθημα, που λέγεις, και εις τι αναφέρεται:
— Όχι βέβαια, αλλά ερώτα με και συ· άλλως τε μου το ήκουσες όχι μίαν ή δύο φοράς ως τώρα· ή όμως δεν το ενθυμείσαι, ή έβαλες πάλιν εις τον νουν σου να με δυσκολεύης με νέας ενστάσεις· και αυτό μάλλον πιστεύω· διότι πολλάκις έχεις ακούση, ότι το μέγιστον μάθημα είναι η ιδέα του αγαθού, την οποίαν προσλαμβάνουν και η δικαιοσύνη και αι άλλαι αρεταί, διά να γίνουν χρήσιμοι και ωφέλιμοι· και τώρα γνωρίζεις πολύ καλά, ότι δι' αυτό πρόκειται να ομιλήσω, ακόμη δε ότι γνωρίζομεν αυτήν την ιδέαν του αγαθού όχι πολύ επαρκώς· εάν δε δεν την γνωρίζωμεν, ηξεύρεις ότι τίποτε δεν μας ωφελεί να γνωρίζωμεν όλα τα άλλα τελειότατα, χωρίς αυτήν, όπως θα μας ήτο ανωφελής και η απόκτησις παντός άλλου πράγματος, άνευ του αγαθού^ ή νομίζεις ότι θα μας ωφελούσε τίποτε να είχαμεν αποκτήση το κάθε τι, εάν δεν ήτο αυτό και καλόν; ή να ηξεύραμεν όλας τας γνώσεις του κόσμου, εάν δεν ήσαν αυταί καλαί και ωφέλιμοι: — Όχι, μα την αλήθειαν, δε το πιστεύω αυτό.
— Αλλ' όμως γνωρίζεις βέβαια και τούτο ακόμη, ότι οι μεν περισσότεροι παραδέχονται ότι το αγαθόν συνίσταται εις την ηδονήν, οι δε λεπτότεροι εις την φρόνησιν. — Πώς όχι; — Και ότι προς τούτοις οι παραδεχόμενοι αυτό το τελευταίον δεν έχουν να δείξουν τι είναι αυτή η φρόνησις του αγαθού. — Αστείος, μα την αλήθειαν, ορισμός. — Πώς όχι, αφού, ενώ μας ονειδίζουν πως δεν γνωρίζομεν το αγαθόν, έπειτα μας ομιλούν δι' αυτό ως να το εγνωρίζαμεν; διότι λέγουν, ότι είναι η φρόνησις του αγαθού, ως να ήμεθα υποχρεωμένοι να εννοήσωμεν τι λέγουν μόλις ανοίξουν το στόμα των και προφέρουν την λέξιν αγαθόν. — Πολύ σωστά.
— Αλλά και εκείνοι που ορίζουν το αγαθόν ότι είναι η ηδονή, μήπως περιπίπτουν εις μικροτέραν πλάνην από τους άλλους; ή μήπως δεν αναγκάζονται και αυτοί να ομολογήσουν ότι υπάρχουν και ηδοναί κακαί; — Βεβαίως. — Ώστε καταντούν, νομίζω, να παραδέχωνται ότι τα ίδια είναι και καλά και κακά· ή όχι; — Μάλιστα.
— Δεν είναι λοιπόν φως φανερόν, ότι αυτό το ζήτημα υπόκειται εις πολλάς και μεγάλας αμφισβητήσεις; — Πώς όχι; — Αλλά δεν είναι επίσης φανερόν ότι προκειμένου μεν περί του ωραίου και περί του δικαίου, οι περισσότεροι και εις τους λόγους των και εις τας πράξεις των θα ηρκούντο εις εκείνο, το οποίον θα τους εφαίνετο ως τοιούτον, ενώ προκειμένου περί του αγαθού, κανείς δεν θα ηρκείτο πλέον εις τα φαινόμενα, αλλά πάντες ζητούν το πραγματικόν αγαθόν και απορρίπτουν το κατ' επίφασιν τοιούτον; — Αναμφιβόλως.
— Λοιπόν, αυτό το πράγμα του οποίου την απόκτησιν επιζητεί πάσα ψυχή και χάριν του οποίου πράττει τα πάντα, διά να μαντεύση τι είναι, ευρίσκεται δε πάντοτε εις απορίαν και εις την αδυναμίαν να το ορίση ακριβώς και με την ακράδαντον εκείνην πίστιν, που έχει διά τα άλλα πράγματα, ένεκα δε τούτου δεν δύναται να καρπωθή το εξ αυτών όφελος, αυτό λοιπόν το τόσον μέγα και σπουδαίον πράγμα ημπορούμεν να είπωμεν ότι επιτρέπεται να το γνωρίζουν κατ' αυτόν το τρόπον αμυδρώς και ασαφώς οι άριστοι εκείνοι της πόλεώς μας, εις τους οποίους θα εμπιστευθώμεν και θα παραδώσωμεν τα πάντα; — Όχι βέβαια. — Πιστεύω πράγματι, ότι δεν θα είχε πάρα πολύ μεγάλην αξίαν ο φύλαξ εκείνος της πόλεως, ο οποίος θα κατέχη την ιδέαν του ωραίου και του δικαίου, χωρίς να γνωρίζη και ποίαν σχέσιν έχουν αυτά με το αγαθόν, υποθέτω δε ότι και εκείνα είναι αδύνατον να κατανοήση κανείς επαρκώς δίχως την προηγουμένην γνώσιν αυτού. — Και πολύ σωστά το υποθέτεις. — Δεν θα λάβη λοιπόν την τελειοτάτην αυτής διακόσμησιν η πολιτεία μας, εάν ο φύλαξ, που θα έχη την ανωτάτην εποπτείαν της, συνενώνη, εκτός του δικαίου και του ωραίου, και την επιστήμην μαζί του αγαθού; — Κατ' ανάγκην· αλλά συ, Σωκράτη, τι παραδέχεσαι ότι είναι το αγαθόν, επιστήμη ή ηδονή; ή τίποτε άλλο εκτός αυτών:
— Καλός είσαι· τα εγνώριζα καθαρά και από πριν, πως δεν είσαι συ άνθρωπος να αρκεσθής με ό,τι παραδέχονται συνήθως οι άλλοι περί αυτών. — Διότι δεν μου φαίνεται, Σωκράτη, λογικόν, ένας άνθρωπος, που καταγίνεται τόσον καιρόν με αυτά τα ζητήματα, να γνωρίζη μεν τας ιδέας των άλλων επ' αυτού του αντικειμένου, να μη λέγη δε την ιδικήν του. — Πολύ καλά^ σου φαίνεται όμως λογικόν να ομιλή κανείς περί πράγματος, που δεν γνωρίζει, ως να το εγνώριζε; — Καθόλου βέβαια· θα ημπορούσε όμως να λέγη μίαν εικασίαν, η οποία θα του εφαίνετο πιθανή. — Μα πώς; δεν έμαθες ακόμη πόσον γελοίαι είναι όλαι αι θεωρίαι, που δεν στηρίζονται επί της επιστήμης ; ότι και αι καλύτεραι μεταξύ αυτών είναι, ούτως ειπείν, τυφλαί; ή νομίζεις ότι εκείνοι που κατά τύχην ευρίσκουν μίαν αλήθειαν, χωρίς όμως να την στηρίζουν εις λογικήν απόδειξιν, διαφέρουν καθόλου από τους τυφλούς, που βαδίζουν ορθώς την ευθείαν οδόν ; — Έχεις δίκαιον.
— Προτιμάς λοιπόν να ακούης μίαν θεωρίαν άμορφον, τυφλήν και σκοτεινήν, ενώ ημπορείς να ακούσης από άλλους μίαν καλήν και φωτεινήν;
— Να ζης, Σωκράτη, είπε τότε ο Γλαύκων, μη σταματήσης τώρα εδώ εις το τέλος που ευρίσκεσαι· ημείς θα είμεθα ευχαριστημένοι, αν πραγματευθής και περί του αγαθού, όπως το έκαμες και περί της δικαιοσύνης και περί της σωφροσύνης και των άλλων που ανέπτυξες. — Και εγώ επίσης θα ήμουν πολύ ευχαριστημένος· αλλά φοβούμαι μήπως αυτό υπερβαίνη τας δυνάμεις μου, και παρ' όλην την καλήν μου θέλησιν, το πραγματευθώ τόσον άσχημα, ώστε να γίνω καταγέλαστος· ακούσετέ μου που σας λέγω· ας το αφήσωμεν τώρα, καλοί μου, αυτό το ζήτημα, τι είναι το αγαθόν^ θα μας έφερε πολύ μακρύτερα αυτή η εξέτασις και δεν θα κατώρθωνα να σας εξηγήσω την ιδέαν μου, ακολουθών τον δρόμων που επήραμεν ως τώρα· εκείνο όμως που φαίνεται γέννημα του αγαθού και πανομοιότυπον αυτού, είμαι πρόθυμος να εξετάσωμεν, εάν είσθε σύμφωνοι και σεις, ειδεμή το αφήνωμεν και αυτό. — Λέγε μας λοιπόν, αφού είναι έτσι, διά τον υιόν, και όσον διά τον πατέρα, μας μένεις χρεώστης δι' άλλην φοράν. — Θα ήθελα και εγώ να εξωφλούσα μαζί σας μια για πάντα και σεις να πάρετε το δίκαιόν σας, και όχι μόνον τους τόκους, όπως τώρα· αρκεσθήτε όμως οπωσδήποτε εις τον τόκον του αγαθού, εις αυτό το γέννημα του αγαθού που σας είπα· αλλά προσέξετε μήπως σας εξαπατήσω, χωρίς να το θέλω, και σας πληρώσω τον τόκον με κίβδηλον νόμισμα. — Έγνοια σου, θα λάβωμεν όλα μας τα μέτρα· μόνον λέγε εσύ.
— Θα το κάμω, αφού πρώτα σας υπενθυμίσω εκείνα που είπαμεν πριν, και εις πολλάς άλλας περιστάσεις προηγουμένως, και είχαμεν μείνη σύμφωνοι. — Ποία δηλαδή; — Υπάρχουν, είπαμεν, πολλά πράγματα αγαθά, και ονομάζομεν τοιουτοτρόπως καθ' ένα από αυτά. — Μάλιστα, το είπαμεν. — Υπάρχει όμως και το καθ' εαυτό ωραίον και το καθ' εαυτό αγαθόν και όλα τα άλλα τοιουτοτρόπως, τα οποία τότε ελαμβάναμεν ως πολλά, και εις το καθ' εαυτό τούτο αποδίδομεν όλας τας μερικάς ιδιότητας, ως εις μίαν ιδέαν απλήν και ενιαίαν. — Μάλιστα. — Και δι' εκείνα μεν τα πολλά λέγομεν ότι είναι αντικείμενα υποπίπτοντα εις τας αισθήσεις και όχι εις τον νουν, ενώ αι ιδέαι υποπίπτουν εις τον νουν και όχι εις τας αισθήσεις. — Σύμφωνότατοι.
— Διά ποίας λοιπόν αισθήσεως βλέπομεν τα ορατά πράγματα ; — Διά της οράσεως. Και διά της ακοής βέβαια τους ήχους και με τας άλλας αισθήσεις όλα τα άλλα αισθητά πράγματα· ή όχι; — Μάλιστα. — Αλλά έχεις τάχα προσέξη ποτέ πόσον ο δημιουργός των αισθήσεών μας εδημιούργησε πολυτελεστέραν την δύναμιν της οράσεως από τας άλλας αισθήσεις; — Δεν το επρόσεξα και πολύ. — Αλλά σκέψου κατ' αυτόν τον τρόπον· η ακοή και η φωνή έχουν ανάγκην κανενός τρίτου πράγματος, ώστε εκείνη μεν να ακούη, η δε φωνή να ακούεται, και το οποίον τρίτον πράγμα, εάν λείψη, ούτε εκείνη θα ακούη, ούτε αυτή θα ακούεται; — Όχι, δεν έχουν. Νομίζω δε, ότι και πολλαί άλλαι αισθήσεις, διά να μην είπω όλαι, δεν χρειάζονται κανέν τοιούτον πράγμα· ή ηξεύρεις εσύ να χρειάζωνται; — Καθόλου. — Ενώ, όσον αφορά την όρασιν, δεν παρατηρείς ότι διά να λειτουργήση, έχει ανάγκην και ενός άλλου πράγματος; — Πώς δηλαδή; — Αν και ενυπάρχη εις τους οφθαλμούς η δύναμις της οράσεως, και αν επιχειρήση τις να την εφαρμόση και την χρησιμοποιήση, και αν τα αντικείμενα που θέλει να ιδή έχουν τα χρώματά τους, ούτε η όρασις θα ιδή τίποτε και τα χρώματα θα μείνουν αόρατα, εάν δεν υπάρξη ακόμη και ένα τρίτον πράγμα, προωρισμένον εκ φύσεως ακριβώς δι' αυτόν τον σκοπόν. — Ποίον εννοείς; — Αυτό που ονομάζεις εσύ φως. — Έχεις δίκαιον. — Η αίσθησις λοιπόν της οράσεως έχει αυτήν την όχι μικράν υπεροχήν επί των άλλων αισθήσεων, ότι εζεύχθη προς το αντικείμενόν της με ένα ζυγόν πολύ ανωτέρας αξίας από τους άλλους, εκτός τουλάχιστον αν δεν έχη καμμίαν αξίαν το φως. — Πώς; αλλά έχει και παραέχει μάλιστα.
— Και ποίον τάχα από τους θεούς του ουρανού θεωρείς κύριον της ενεργείας αυτής, διά της οποίας το φως κάμνει τους οφθαλμούς να βλέπουν όσον γίνεται καλύτερα, και τα αντικείμενα επίσης να βλέπωνται; — Τον ίδιον, που νομίζεις και συ και όλοι οι άλλοι· διότι εννοείς βέβαια με την ερώτησίν σου τον ήλιον. — Και να έχη τάχα αυτήν την σχέσιν όρασις με τον θεόν τούτον; — Ποίαν δηλαδή; — Δεν είναι ήλιος βέβαια ούτε αυτή η ίδια η όρασις, ούτε το όργανον εις το οποίον υπάρχει, δηλαδή ο οφθαλμός. — Όχι βέβαια. — Έχει όμως την μεγαλυτέραν ομοιότητα και αναλογίαν με τον ήλιον από τα λοιπά αισθητήρια όργανα. — Έχει μάλιστα. Αυτήν λοιπόν την δύναμιν, που έχει, δεν την δανείζεται από τον ήλιον από τον οποίον εκπηγάζει; — Βεβαιότατα. — Δεν είναι λοιπόν και ο ήλιος, όχι μεν όρασις, αλλά ο αίτιος της οράσεως, υπό της οποίας πάλιν και ο ίδιος βλέπεται; — Έτσι είναι.
— Ένα λοιπόν τοιούτον πράγμα να φαντασθής ότι εννοώ, όταν ομιλώ διά το γέννημα του αγαθού, το οποίον είναι επομένως ανάλογον με τον πατέρα, που το εγέννησε· και ό,τι είναι ο ήλιος εις τον ορατόν κόσμον σχετικώς με την όρασιν και τα ορατά αντικείμενα, το ίδιον είναι και αυτό εις τον νοητόν σχετικώς με τον νουν και τα αντικείμενα της νοήσεως. — Πώς δηλαδή; εξήγησέ μου το καλύτερα. — Γνωρίζεις βέβαια ότι οι οφθαλμοί, όταν τους στρέφη κανείς προς τα αντικείμενα τα οποία φωτίζει όχι το φως της ημέρας, αλλά το αμυδρόν φέγγος της νυκτός, μόλις και μετά βίας τα διακρίνουν και ομοιάζουν σχεδόν τυφλοί, ως να μην υπάρχη πλέον εις αυτούς καθαρά όρασις. — Μάλιστα το γνωρίζω. — Όταν όμως στρέφουν προς τα αντικείμενα, τα οποία καταλάμπει ο ήλιος, τότε βλέπουν ευκρινώς, και υπάρχει εις αυτούς τους ιδίους οφθαλμούς η όρασις. — Πραγματικώς. — Το ίδιον λοιπόν να φαντασθής ότι συμβαίνει και με την ψυχήν όταν μεν στρέφη τα βλέμματά της εις ένα αντικείμενον, το οποίον φωτίζει η αλήθεια και το ον, τότε το εννοεί και το γνωρίζει ευκρινώς και φαίνεται ότι έχει νόησιν· όταν όμως τα στρέφη προς αντικείμενον, που είναι ανακατωμένον με σκότος, και το οποίον γεννάται και χάνεται, τότε πλέον δεν αντιλαμβάνεται καθαρά, αλλά σχηματίζει δοξασίας, που μεταβάλλονται άνω κάτω, και φαίνεται τότε ως να μην έχη νόησιν — Έτσι πράγματι φαίνεται.
— Αυτό λοιπόν, το οποίον παρέχει την αλήθειαν εις τα νοητά αντικείμενα, και δίδει εις την ψυχήν την δύναμιν της νοήσεως, αυτό να γνωρίζης ότι είναι η ιδέα του αγαθού, και ότι αυτή η ιδέα είναι η αιτία της επιστήμης και της αληθείας, εφ' όσον αύτη είναι αντικείμενον της γνώσεως· και όσον καλά και ωραία και αν είναι και τα δύο αυτά πράγματα, η γνώσις δηλαδή και η αλήθεια, ημπορείς να είσαι βέβαιος, χωρίς φόβον να απατηθής, ότι η ιδέα του καλού είναι κάτι τι διαφορετικόν από αυτά και πολύ συγχρόνως καλύτερον^ και όπως εκεί το ορθόν είναι να θεωρήται το φως και η όρασις κάτι τι ανάλογον προς τον ήλιον, όχι όμως και ήλιος, τοιουτοτρόπως και εδώ το ορθόν είναι να θεωρήται η γνώσις και η αλήθεια κάτι τι που έχει μεν αναλογίαν και ομοιότητα με το αγαθόν, δεν είναι όμως και αυτό το αγαθόν, διότι η φύσις του αγαθού έχει ασυγκρίτως ανωτέραν αξίαν. — Ανέκφραστος λοιπόν θα είναι η καλλονή του, αφού παρέχει μεν, καθώς λέγεις, την επιστήμην και την αλήθειαν, είναι όμως κατά πολύ ωραιότερον από αυτάς· και επομένως βέβαια αυτό που λέγεις δεν είναι η ηδονή.
— Θεός φυλάξοι! αλλά πρόσεξε καλύτερα ακόμη την εικόνα του κατ' αυτόν τον τρόπον, που θα σου την παραστήσω. — Πώς; — Πιστεύω να παραδέχεσαι ότι ο ήλιος όχι μόνον καθιστά ορατά τα αντικείμενα της οράσεως, αλλά παρέχει ακόμη εις αυτά και την γέννησιν και την αύξησιν και την τροφήν, χωρίς να είναι αυτός γέννησις. — Βεβαίως. Κατά τον ίδιον τρόπον δύνασαι να είπης ότι και τα αντικείμενα της νοήσεως δεν οφείλουν μόνον εις το αγαθόν την νόησίν των, αλλά και το είναι των και την ουσίαν των, χωρίς μολαταύτα να είναι αυτό ουσία, αλλά κάτι τι ανώτερον και από την ουσίαν κατά την αξίαν και την δύναμιν.
Και ο Γλαύκων με πολύ αστείον τρόπον, — Ω Απόλλων, ανέκραξε, τι δαιμονία υπερβολή! — Είσαι εσύ η αφορμή, του είπα εγώ, που με ηνάγκασες να ειπώ την ιδέαν μου περί αυτού του πράγματος. — Και μη σταματήσης έως εδώ, αλλά τελείωσε, αν όχι άλλο, αυτήν· τουλάχιστον την ομοιότητα του αγαθού προς τον ήλιον, αν παρέλειψες τίποτε. — Πράγματι παρέλειψα και πολλά μάλιστα. — Να μη παραλείψης μήτε το παραμικρότερον. — Πάντα θα μείνη και πολύ, νομίζω· όμως, όσα είναι δυνατόν προς το παρόν, θα προσπαθήσω να μη τα παραλείψω. — Έτσι μάλιστα. — Φαντάσου λοιπόν, ότι το αγαθόν και ο ήλιος είναι, ούτως ειπείν, δύο βασιλείς, ο ένας του νοητού κόσμου και ο άλλος του ορατού, διά να μην είπω του ουρανού, και νομίσης πως θέλω να παίξω με τας λέξεις· έχομεν λοιπόν δύο είδη, το νοητόν και το ορατόν. — Μάλιστα.
— Φαντάσου τώρα μίαν γραμμήν διηρημένην εις δύο άνισα τμήματα, και διαίρεσε πάλιν κατά τον αυτόν λόγον έκαστον τμήμα, και του ορατού και του νοητού, εις δύο άλλα μέρη^ τοιουτοτρόπως θα έχης και εις τα δύο τμήματα αφ' ενός ένα μέρος καθαρόν και αφ' ετέρου ένα μέρος αμυδρόν εις το τμήμα του ορατού το ένα μέρος, το αμυδρόν, θα περιλαμβάνη τας εικόνας· εννοώ δε εικόνας πρώτον μεν τας σκιάς, έπειτα δε τα είδωλα των αντικειμένων τα οποία σχηματίζονται επί των υδάτων, ή επί της επιφανείας των πυκνών, λείων και στιλπνών σωμάτων, και τα παρόμοια, εάν με εννοής. — Αλλά πώς; σε εννοώ. — Εις το άλλο μέρος θα περιλαμβάνωνται αυτά τα αντικείμενα, των οποίων είναι αι εικόνες αύται, δηλαδή τα διάφορα ζώα, τα φυτά και εν γένει όλα τα αντικείμενα της φύσεως ή της τέχνης. — Πολύ καλά. — Εάν τώρα ηθέλαμεν να εφαρμόσωμεν αυτήν την διαίρεσιν επί της αληθείας και του εναντίου της, δεν θα παρεδέχεσο ότι την αυτήν σχέσιν έχει η εικών προς το αντικείμενον, οποίαν η γνώσις προς την δοξασίαν; — Μάλιστα· ευρίσκω ορθοτάτην την αναλογίαν.
— Πρόσεξε τώρα πώς πρέπει να γίνη και η διαίρεσις του νοητού τμήματος. — Πώς; Εις δύο πάλιν^ και το μεν ένα μέρος είναι εκείνο, που αναγκάζεται η ψυχή να το ζητή μεταχειριζομένη τας εικόνας του ορατού τμήματος, και, επί τη βάσει μερικών ωρισμένων υποθέσεων, όχι να ανέρχεται προς μίαν αρχήν, αλλά να κατεβαίνη προς ένα τέλος· το δεύτερον δε μέρος είναι εκείνο, οπού η ψυχή, ορμωμένη από μίαν υπόθεσιν, προχωρεί προς μίαν αρχήν ανεξάρτητον πάσης υποθέσεως, με την βοήθειαν όχι των εικόνων, που είπαμεν ανωτέρω, αλλά χρησιμοποιούσα εις την μέθοδόν της αυτήν τας καθαράς ιδέας. — Δεν τα ενόησα και πολύ καλά αυτά που είπες.
— Θα τα εννοήσης αμέσως^ διότι θα σε βοηθήσουν εις την κατανόησιν αυτά που είπα παραπάνω. Δεν αγνοείς βέβαια ότι οι ασχολούμενοι περί την γεωμετρίαν, την αριθμητικήν και τα τοιαύτα, λαμβάνουν μερικάς υποθέσεις π. χ. το άρτιον και περιττόν, τα σχήματα, τα τρία είδη των γωνιών, αναλόγως της αποδείξεως που ζητούν· αυτάς δε τας υποθέσεις τας θεωρούν ως αξιώματα γνωστά, περί των οποίων δεν νομίζουν αναγκαίον να δώσουν κανένα λόγον, ούτε εις εαυτούς ούτε εις τους άλλους, ως να ήσαν φανερά εις τον καθένα· από αυτάς λοιπόν τας υποθέσεις αρχίζουν και έπειτα, από συλλογισμόν εις συλλογισμόν, καταντούν εις το τέλος να αποδείξουν αναμφιλέκτως, εκείνο που ανέλαβαν να αποδείξουν. — Το γνωρίζω πολύ καλά αυτό. — Γνωρίζεις ακόμη βέβαια, ότι μεταχειρίζονται προσέτι τας ορατάς εικόνας, και εφαρμόζουν εις αυτάς τους συλλογισμούς των, αν και δεν τους ενδιαφέρουν αυταί, αλλά τα αντικείμενα των οποίων είναι εικόνες· αναφέρουν δηλαδή τους συλλογισμούς των εις αυτό π. χ. το τετράγωνον και αυτήν την διαγώνιον, και όχι εις τας εικόνας αυτών που χαράζουν το ίδιον προκειμένου και περί των άλλων σχημάτων, τα οποία είτε πλάττουν είτε ζωγραφίζουν, και των οποίων υπάρχουν ακόμη και αι σκιαί και αι εικόνες επί του ύδατος, όλα αυτά τα μεταχειρίζονται ως μέσα, διά να γνωρίσουν εκείνα, που δεν ημπορεί κανείς να συλλάβη αλλέως παρά διά της διανοίας. — Είναι αληθές αυτό που λέγεις.
— Αυτό λοιπόν είναι το ένα μέρος του νοητού τμήματος, που έλεγα, προς ζήτησιν του οποίου είναι αναγκασμένη η ψυχή να μεταχειρίζεται υποθέσεις όχι διά να ανέλθη εις μίαν πρώτην αρχήν, διότι δεν είναι δυνατόν να προχωρήση πέραν αυτών των υποθέσεων· αλλά μεταχειριζομένη εικόνας γηίνας και αισθητάς, τας οποίας γνωρίζει μόνον διά της δοξασίας, τας υποθέτει όμως εναργείς και φανεράς, βοηθείται υπ' αυτών διά να κατανοήση και γνωρίση τα αληθινά σχήματα. — Ενόησα ότι κάμνεις λόγον περί του αντικειμένου της γεωμετρίας και των άλλων συγγενών επιστημών.
— Εννόησε τώρα και όσα θα είπω διά το δεύτερον μέρος του νοητού· αυτό περιλαμβάνει εκείνα, με τα οποία η ψυχή έρχεται εις άμεσον επαφήν διά μέσου του συλλογισμού και της διαλεκτικής τέχνης· και ενταύθα μεταχειρίζεται υποθέσεις, τας οποίας όμως δεν λαμβάνει ως αξιώματα, αλλ' ως πραγματικάς υποθέσεις, ως στηρίγματα ούτως ειπείν και αφετηρίας, από τας οποίας παίρνει φόραν, διά να υψωθή μέχρι της πρώτης αρχής του παντός, ανεξαρτήτου από πάσης υποθέσεως· και αφού την αδράξη, κρατουμένη πάλιν από τα συμπεράσματα, που εξαρτώνται από εκείνην, κατεβαίνει από εκεί έως το έσχατον συμπέρασμα, χωρίς να μεταχειρισθή καθόλου κανένα αισθητόν, αλλά στηριζομένη αποκλειστικώς και μόνον επί των καθαρών ιδεών, από τας οποίας αρχίζει και εις τας οποίας τελειώνει.
— Σε εννοώ, αλλά όχι και πολύ καθαρά· διότι μου φαίνεται πολύ δύσκολον το ζήτημα που πραγματεύεσαι· νομίζω όμως ότι θέλεις να αποδείξης, πως αι γνώσεις του όντος και του νοητού, που αποκτώμεν διά μέσου της διαλεκτικής, είναι πολύ σαφέστεραι από τας γνώσεις των καλουμένων τεχνών, εις τας οποίας μερικαί υποθέσεις χρησιμεύουν ως αξιώματα· και είναι μεν ηναγκασμένοι οι ασχολούμενοι με αυτάς τας τέχνας να μεταχειρίζωνται την διάνοιαν και όχι τας αισθήσεις, αλλ' επειδή στηρίζονται επί υποθέσεων και δεν ανέρχονται εις μίαν αρχήν, από της οποίας, ως από σκοπιάς, να εξετάζουν τα πράγματα, κρίνεις ότι δεν έχουν την καθαράν εκείνην νόησιν περί αυτών, αν και μετά της αρχής είναι ταύτα νοητά· και διά τούτο, μου φαίνεται, αποδίδεις εις τους γεωμετρικούς και τους τοιούτους όχι νόησιν, αλλά διάνοιαν, την οποίαν τοποθετείς μεταξύ της δοξασίας και της καθαράς νοήσεως. — Πολύ ωραία ενόησες την σκέψιν μου^ λάβε λοιπόν διά τα τέσσαρα αυτά μέρη, του ορατού και του νοητού, που είπαμεν, και τέσσαρας ενεργείας της ψυχής· την νόησιν μεν διά το ανώτατον, την διάνοιαν διά το δεύτερον, διά το τρίτον την πίστιν και διά το τελευταίον την εικασίαν· απόδοσε δε εις έκαστον από τους τέσσαρας αυτούς τρόπους της γνώσεως περισσοτέραν ή ολιγωτέραν σαφήνειαν, καθ' ήν αναλογίαν και τα αντικείμενα αυτών μετέχουν περισσοτέρας ή ολιγωτέρας αληθείας. — Εννοώ και συμφωνώ μαζί σου και παραδέχομαι την διάταξιν που μου προτείνεις.
ΒΙΒΛΙΟΝ Ζ'.
Κατόπιν από αυτά παράστησε τώρα την ανθρωπίνην φύσιν, εν σχέσει προς την
παιδείαν και την απαιδευσίαν, με την εξής εικόνα, που θα σου είπω. Φαντάσου ένα
υπόγειον σπήλαιον, το οποίον να έχη ανοικτήν προς το φως την είσοδον καθ' όλον το
μήκος του, και μέσα εις αυτό το σπήλαιον ανθρώπους αλυσοδεμένους από τους
πόδας και τους αυχένας εκ παιδικής ηλικίας, εις τρόπον ώστε να μην ημπορούν να
μετακινηθούν από την θέσιν των και ούτε να βλέπουν παρά εμπρός των μόνον^
όπισθεν δε, εις αρκετήν απόστασιν και υψηλότερά των, να υπάρχη αναμμένη φωτιά,
από την οποίαν να έρχεται το φως έως αυτούς, μεταξύ δε αυτής και των δεσμωτών
ένας δρόμος προς τα επάνω· κατά μήκος αυτού του δρόμου φαντάσου ακόμη
κτισμένον ένα τοίχον, όπως εκείνα τα διαφράγματα που χωρίζουν τους θεατάς από
τους θαυματοποιούς και άνωθεν των οποίων οι τελευταίοι ούτοι επιδεικνύουν τα
θαύματά των. — Τα φαντάζομαι όλα αυτά. — Φαντάσου τώρα ανθρώπους, να
περνούν κατά μήκος αυτού του τοίχου, φορτωμένοι παντοειδή αντικείμενα και
ανδριάντας και άλλα ζώα κατασκευασμένα από λίθον ή ξύλον ή απ' ό,τι άλλο, εις
τρόπον ώστε όλα αυτά να φαίνωνται επάνω από τον τοίχον, και από αυτούς που τας
σηκώνουν άλλοι μεν να ομιλούν μεταξύ των, άλλοι δε να σιωπούν· — Είναι πολύ
παράξενη η εικών, και παράξενοι και οι δεσμώται σου.
— Και μολαταύτα αυτοί είμεθα ημείς οι ίδιοι· και εν πρώτοις, νομίζεις ότι αυτοί οι δεσμώται έχουν ιδή ποτέ και από τους εαυτούς των και από τους άλλους τίποτε άλλο, εκτός από τας σκιάς των, που σχηματίζει η λάμψις του πυρός επί του βάθους του σπηλαίου, προς το οποίον είναι γυρισμένοι; — Και πώς να ιδούν, αφού είναι αναγκασμένοι να κρατούν καθ' όλην την ζωήν ακίνητον την κεφαλήν των; — Επίσης και από τα αντικείμενα που περνούν αποπίσω των, τι άλλο παρά τας σκιάς των; — Βεβαιότατα. — Και αν ημπορούσαν να συνδιαλέγωνται μεταξύ των, δεν νομίζεις ότι θα εσυμφώνουν να δίδουν εις τας σκιάς, που βλέπουν να παρελαύνουν εμπρός των, τα ονόματα αυτών των ιδίων αντικειμένων; — Κατ' ανάγκην. — Τι δε; εάν είχε η φυλακή των και ηχώ, όταν θα ωμίλει κανείς από εκείνους που θα επερνούσαν, νομίζεις ότι θα εφαντάζοντο τίποτε άλλο, παρά ότι αι σκιαί, που βλέπουν εμπρός των, είναι εκείναι που ομιλούν; — Και τι άλλο βέβαια; — Και εν γένει δεν θα εγνώριζον, ότι υπάρχει καμμία άλλη πραγματικότης, έξω από αυτάς τας σκιάς. — Κατ' ανάγκην.
— Σκέψου τώρα τι ώφειλε να συμβή φυσικά με αυτούς, εάν ήθελον τους λύση από τα δεσμά των και τους θεραπεύση από την πλάνην και την άγνοιάν των· ότε λοιπόν θα ελύετο ένας από αυτούς, και ηναγκάζετο έξαφνα να σηκωθή επάνω και να στρέψη την κεφαλήν και να βαδίση και να παρατηρήση προς το μέρος του φωτός, θα ησθάνετο βεβαίως μεγάλους πόνους από όλα αυτά, και από το εκθαμβωτικόν φως δεν θα ημπορούσε να ιδή καθαρά τα αντικείμενα, των οποίων έβλεπεν έως τώρα τας σκιάς· τι δε νομίζεις ότι ήθελεν ειπή, αν του έλεγε κανείς ότι εκείνα μεν που έβλεπε τότε ήσαν ένα τίποτε, ενώ τώρα βλέπει σωστότερα πράγματα πλησιέστερα προς την πραγματικότητα και μάλλον αληθινά; και αν του εδείκνυε κανείς το καθένα, από εκείνα που περνούν, και τον ηνάγκαζε να απαντήση τι είναι, δεν φρονείς ότι θα περιέπιπτεν εις μεγάλην απορίαν και θα ενόμιζεν ότι εκείνα, που έβλεπε τότε, ήσαν αληθινώτερα από αυτά που του δεικνύει τώρα; — Αυτό βέβαια θα επάθαινε.
— Αν δε τον ηνάγκαζαν να στρέψη τα βλέμματά του και προς αυτό το φως, δεν θα του επονούσαν οι οφθαλμοί και δεν θα έφευγε διά να γυρίση πάλιν προς εκείνα που ημπορεί να βλέπη, και δεν θα ενόμιζεν, ότι αυτά είναι πολύ σαφέστερα και καθαρώτερα, από τα άλλα που του έδειξαν; — Βεβαίως. — Εάν δε τώρα ήθελε τον αποσπάση κανείς από το σπήλαιον, και τον ανέβαζε διά της βίας από τον τραχύν εκείνον και ανηφορικόν δρόμων εις το φως του ηλίου, τι μαρτύριον θα ήτο δι' αυτόν και ποίαν αγανάκτησιν θα ησθάνετο να τον σύρουν κατ' αυτόν τον τρόπον! και όταν θα έφθανε τέλος εις το φως, πλημμυρισμένοι οι οφθαλμοί του από την άπλετον εκείνην λάμψιν της ημέρας, θα ημπορούσαν να ίδουν κανένα από τα αντικείμενα που λέγομεν ημείς τώρα πραγματικά; — Όχι βέβαια, έτσι τουλάχιστον έξαφνα. — Θα εχρειάζετο αναμφιβόλως να συνηθίση πρώτα, διά να κατορθώση να τα διακρίνη· και εις την αρχήν μεν θα έβλεπε ευκολώτατα τας σκιάς, έπειτα επί της επιφανείας των υδάτων τα είδωλα των ανθρώπων και των άλλων αντικειμένων, και τέλος αυτά τα ίδια· ακολούθως θα ημπορούσε να στραφή προς τον ουρανόν, τον οποίον κατ' αρχάς θα ήτο εις θέσιν να παρατηρήση την νύκτα ευκολώτερον, με το φως των άστρων και της σελήνης, παρά την ημέραν με το φως του ηλίου. — Πώς όχι; — Τελευταίον δε, νομίζω, θα ημπορούσε να ατενίση όχι μόνον την εικόνα του ηλίου επί των υδάτων, είτε τα είδωλα αυτού εις άλλας θέσεις, αλλά αυτόν τον ίδιον εις την πραγματικήν του θέσιν και να παρατηρήση πώς είναι. Μάλιστα.
— Και μετά ταύτα θα ήρχιζε να σκέπτεται και θα κατέληγεν, εις το συμπέρασμα, ότι ο ήλιος είναι εκείνος, που κάμνει τας εποχάς και τα έτη, που κυβερνά και επιτροπεύει τα πάντα εις τον ορατόν κόσμον, και είναι τρόπον τινά η αιτία όλων εκείνων, όσα έβλεπον εκεί κάτω εις το σπήλαιόν των. — Είναι πράγματι φανερόν ότι εις αυτά τα συμπεράσματα θα καταντούσε βαθμηδόν.
— Όταν δε θα ενθυμείτο την πρώτην του κατοικίαν και την σοφίαν, που είχαν οι συνδεσμώται του εκεί κάτω, τι νομίζεις; δεν θα εμακάριζε μεν τον εαυτόν του διά την μεταβολήν αυτήν, θα ελεεινολογούσε δε εκείνους; — Και πολύ μάλιστα.
— Εάν δε υπήρχον εκεί κάτω μεταξύ των τίποτε αμοιβαί και έπαινοι και τιμητικαί διακρίσεις δι' εκείνον που έβλεπε οξύτατα κατά την παρέλασίν των τας σκιάς, και ενθυμείτο ακριβέστατα ποίαι περνούν πρώται, ποίαι κατόπιν ή μαζί, και επομένως ήτο εις θέσιν καλύτερα από κάθε άλλον, να προείπη ποία σκιά έμελλε να παρουσιασθή εις ωρισμένην στιγμήν, τι λέγεις; θα τας επευφημούσεν ακόμη, και θα εζήλευε πλέον εκείνους που ετιμώντο εκεί κάτω και υπερείχον κατ' αυτόν τον τρόπον από όλους τους άλλους; ή θα επάθαινεν εκείνο, που λέγει ο Όμηρος διά τον Αχιλλέα και θα επροτιμούσε μυριάκις να ζη εις τον επάνω κόσμον, έστω και να είναι δούλος ενός άλλου πτωχού ανθρώπου και να υποφέρη ό,τι άλλο και αν είναι, παρά να εξακολουθή να ζη όπως τότε εκεί κάτω και να έχη τας ιδίας δοξασίας — Κάθε άλλο και εγώ παραδέχομαι ότι θα επροτιμούσε, παρά να εξακολουθή να ζη κατ' εκείνον τον τρόπον.
— Πρόσεξε ακόμη και εις αυτό· εάν ο τοιούτος ήθελε καταβή εκ νέου εκεί κάτω και αναλάβη την πρώτην του θέσιν, από την εξαφνικήν αυτήν μετάβασιν εκ του ηλίου εις το σκότος δεν θα εγίνετο πάλιν ωσάν τυφλός; — Εννοείται. — Και εάν, ενώ ακόμη δεν διακρίνη τίποτε και πριν αποκατασταθή τελείως η όρασίς του, πράγμα διά το οποίον θα εχρειάζετο βέβαια όχι και πολύ ολίγος χρόνος, εάν, λέγω, εγίνετο ανάγκη να διαγωνισθή με τους άλλους τους παντοτινούς δεσμώτας και να λέγη την γνώμην του διά τας σκιάς που περνούν, δεν θα τους επροξένει μεγάλον γέλωτα και δεν θα έλεγον περί αυτού, ότι επέστρεψεν από εκεί επάνω, που ανέβηκε, με χαλασμένους τους οφθαλμούς και ότι δεν αξίζει τον κόπον ούτε να επιθυμήση κανείς να αναβή εις τον επάνω κόσμον; και αν κανείς ήθελεν επιχειρήση να τους λύση από τα δεσμά και να τους ανεβάση, δεν θα ήσαν ικανοί και να τον σκοτώσουν, αν ημπορούσαν να τον πιάσουν στα χέρια τους; — Χωρίς άλλο.
— Αυτήν λοιπόν την εικόνα, αγαπητέ μου Γλαύκων, πρέπει να εφαρμόσης εις όλα εκείνα, που είπαμεν πριν^ το υπόγειον δεσμωτήριον είναι αυτός ο κόσμος, που βλέπομεν διά της οράσεως· το φως, από το οποίον φωτίζεται το σπήλαιον, είναι ο ήλιος μας· εάν τώρα δεχθής, ότι ο δεσμώτης εκείνος, που ανεβαίνει εδώ επάνω και βλέπει, όσα βλέπει, παριστάνει την ψυχήν που ανεβαίνει από τον ορατόν εις τον νοητόν κόσμον, θα είσαι μέσα εις την ιδέαν μου, αφού επιθυμείς να την ακούσης· ο θεός όμως μόνον γνωρίζει, αν είναι και αληθινή· εμένα εκείνο που μου φαίνεται, είναι αυτό: εις τον κόσμον της νοήσεως την τελευταίαν και ανωτάτην θέσιν κατέχει η ιδέα του αγαθού, η οποία ένεκα τούτου μετά δυσκολίας καθοράται· όταν όμως την ίδη κανείς, δεν ημπορεί να μη συμπεράνη, ότι αυτή είναι η αιτία παντός εν γένει εν τω σύμπαντι καλού και ωραίου, διότι και εις τον ορατόν κόσμον αυτή γεννά και το φως και την πηγήν του φωτός, τον ήλιον, και εις τον νοητόν είναι αυτή η δέσποινα, που παρέχει την αλήθειαν και την νόησιν^ και ότι προς αυτήν πρέπει να αποβλέπη εκείνος, που θέλει ορθώς και με φρόνησιν να κυβερνήση και τον ιδιωτικόν και τον δημόσιον αυτού βίον. — Συμμερίζομαι και εγώ την ιδέαν σου, καθόσον τουλάχιστον ημπορώ να την εννοήσω.
— Έλα λοιπόν να συμμερισθής και αυτό ακόμη, και να μην παραξενεύεσαι πλέον, ότι εκείνοι που έφθασαν έως αυτό το σημείον, δεν ημπορούν να ευρίσκουν καμμίαν ευχαρίστησιν με τας συνήθεις ασχολίας των ανθρώπων, αλλά πάντοτε αι ψυχαί αυτών τείνουν να διατρίβουν εκεί επάνω υψηλά^ και είναι πολύ φυσικόν αυτό, εάν είναι σύμφωνον με την εικόνα εκείνην, που εδώσαμεν πριν. — Πράγματι, φυσικόν.
— Τι λοιπόν; σου φαίνεται τίποτε παράξενον, εάν ένας, που κατέρχεται από την θείαν εκείνην θεωρίαν εις τας ανθρωπίνους αθλιότητας, δεν γνωρίζη πώς να φερθή και φαίνεται φοβερά γελοίος, όταν, πριν ακόμη εξεικειωθή αρκετά εις το σκότος αυτού του κόσμου, αναγκασθή είτε εις τα δικαστήρια, είτε όπου αλλού, να υποστηρίξη την ιδέαν του περί των σκιών του δικαίου, ή περί των αγαλμάτων, των οποίων είναι αι σκιαί, που είπαμεν εις την εικόνα μας, και να αντικρούση τας δοξασίας, που έχουν περί δικαιοσύνης εκείνοι, οι οποίοι ποτέ των δεν την είδαν την ιδίαν; — Καθόλου βέβαια παράξενον.
— Αλλ' αν κανείς έχη νουν, θα ενθυμηθή, ότι είναι δύο ειδών και από δύο διαφορετικάς αιτίας προέρχεται η διατάραξις της οράσεως, είτε όταν μεταβαίνη κανείς από το φως εις το σκότος, είτε το εναντίον από το σκότος εις το φως· το ίδιον λοιπόν οφείλει να παραδεχθή και περί της ψυχής, και όταν ίδη καμμίαν να είναι ταραγμένη και να μην ημπορή να διακρίνη καθαρά, δεν πρέπει να γελά ανοήτως, αλλά να εξετάση τι από τα δύο συμβαίνει, τάχα επειδή ήλθεν από άλλον βίον φωτεινότερον έχει παραζαλισθή με το ασυνήθιστον εδώ σκότος, ή μήπως έρχεται από περισσοτέραν αμάθειαν εις κάπως ζωηρότερον φως και έχει θαμβωθή από την μεγαλυτέραν του λάμψιν και ανταύγειαν; και τότε βέβαια, εις μεν την πρώτην περίστασιν θα ώφειλε να την μακαρίση δι' αυτήν την παραζάλην της και τον τρόπον της, εις δε την δευτέραν να την ελεεινολογήση, και αν είχε την διάθεσιν να γελά μαζί της, ο γέλως του θα ήτο ολιγώτερον καταγέλαστος, παρά αν εγελούσε με την ψυχήν, που έχει φθάση άνωθεν από την χώραν του φωτός. — Είναι πολύ λογικά αυτά, που λέγεις.
— Πρέπει λοιπόν, εάν αυτά είναι αληθινά, να συμπεράνωμεν, ότι η παιδεία δεν είναι τοιαύτη, όπως διισχυρίζονται μερικοί που την έχουν επάγγελμά των· λέγουν δηλαδή πως, ενώ δεν υπάρχει μέσα εις την ψυχήν επιστήμη, αυτοί την εισάγουν, καθώς επάνω κάτω θα εισήγον την όρασιν εις οφθαλμούς τυφλούς. — Αυτό πράγματι λέγουν. — Αλλά ο τωρινός μας λόγος μας δίδει να εννοήσωμεν, ότι έκαστος έχει εις την ψυχήν του την δύναμιν του να μανθάνη και το προς τούτο κατάλληλον όργανον· και όπως, εάν δεν ήτο δυνατόν να γίνη διαφορετικά, θα έπρεπε να στρέφη κανείς τον οφθαλμόν του με όλον το σώμα μαζί από το σκοτεινόν προς το φωτεινόν, τοιουτοτρόπως πρέπει να στρέφη και το όργανον τούτο της μαθήσεως μαζί με όλην του την ψυχήν από εκείνο το οποίον γεννάται και φθείρεται προς το καθ' εαυτό ον, έως ότου κατορθώση επί τέλους να ημπορή να προσηλώνη τα βλέμματα εις το φωτεινότατον του όντος, το οποίον καθ' ημάς είναι το αγαθόν ή όχι; — Ναι.
— Εις τούτο λοιπόν συνίσταται όλη η τέχνη της περιστροφής ταύτης, πώς δηλαδή να στραφή η ψυχή κατά τρόπον ευκολώτατον και προς μεγαλυτέραν αυτής ωφέλειαν, και να ευρεθή μέσον όχι διά να της εμβάλλη κανείς την όράσιν, διότι αυτήν την έχει ήδη, αλλά διά να διορθώση την διεύθυνσιν αυτής της οράσεως, που είναι εστραμμένη όχι ορθώς και βλέπει όχι εκεί που έπρεπε. — Αυτό φαίνεται το σωστόν.
— Λοιπόν αι μεν άλλαι ιδιότητες της ψυχής ομοιάζουν επάνω κάτω με τας ιδιότητας του σώματος· διότι ενώ πράγματι δεν προϋπάρχουν από πριν, αναπτύσσονται έπειτα με την εκπαίδευσιν και την εξάσκησιν· ενώ η ιδιότης του γιγνώσκειν φαίνεται ότι έχει από όλα τα άλλα θειοτέραν τινά φύσιν, και ουδέποτε μεν χάνει την δύναμίν της, αποβαίνει δε χρήσιμος και ωφέλιμος, ή πάλιν άχρηστος και βλαβερά, αναλόγως της διευθύνσεως, που ήθελε λάβη· ή δεν έχεις προσέξη ακόμη, αυτών των ανθρώπων, που ονομάζονται πονηροί μεν, σοφοί δε συγχρόνως, πόσον η μικρά των ψυχή βλέπει οξύτατα και διακρίνει με θαυμασίαν διορατικότητα εκείνα, που την ενδιαφέρουν, διότι δεν έχει χαλασμένην την όράσιν, αλλ' επειδή την αναγκάζει να εξυπηρετή την κακίαν της, όσον οξύτερα βλέπει τόσον και μεγαλύτερα κακά εργάζεται; — Βεβαίως το έχω παρατηρήση.
— Εάν όμως εις τας τοιαύτας φύσεις ήθελέ τις ευθύς εκ παιδικής ηλικίας αποκόψη τας εμφύτους εκείνας κακίας, αι οποίαι, καθώς μολύβδινα βαρίδια, έλκουν την ψυχήν προς τας χυδαίας και ταπεινάς απολαύσεις της γαστριμαργίας και της λαγνείας και τας τοιαύτας εν γένει ηδονάς και την αναγκάζουν να βλέπη πάντα προς τας κάτω, εάν, λέγω, ήθελον απαλλαγή από αυτά και εστρέφοντο προς την αλήθειαν, βεβαίως θα την διέκρινον και αυτήν με την αυτήν εκείνην οξύτητα, με την οποίαν τώρα βλέπουν όσα τους ενδιαφέρουν. — Πολύ φυσικόν.
— Τι δε; και τούτο δεν είναι πολύ φυσικόν, ή μάλλον αναγκαίον συμπέρασμα εκ των προλεχθέντων, ότι μήτε οι απαίδευτοι και οι παντελώς άπειροι της αληθείας ημπορούν ποτέ να κυβερνήσουν την πολιτείαν, μήτε εκείνοι που τους άφησαν να περάσουν όλην την ζωήν των εις την σπουδήν και την μελέτην; διότι οι μεν πρώτοι δεν έχουν εις την ζωήν των ένα ωρισμένον σκοπόν, τον οποίον επιδιώκοντες να ρυθμίζουν σύμφωνα με αυτόν όλον και τον ιδιωτικόν και τον δημόσιον αυτών βίον^ οι άλλοι πάλιν, διότι ποτέ δεν θα συγκατένευον να αναμιχθούν εις τον πρακτικόν βίον, νομίζοντες ότι, αν και ζωντανοί ακόμη, ευρίσκονται ήδη εις τας Νήσους των μακάρων. — Δίκαιον έχεις.