The Project Gutenberg eBook of Πλουτάρχου Βίοι Παράλληλοι - Τόμος 3
Title: Πλουτάρχου Βίοι Παράλληλοι - Τόμος 3
Author: Plutarch
Translator: Alexandros Rizos Rankaves
Release date: May 12, 2013 [eBook #42700]
Most recently updated: October 23, 2024
Language: Greek
Credits: Produced by Sophia Canoni. Thanks to George Canonis for
his major work in proofreading.
Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic, otherwise the spelling of the book has not been changed. Footnotes have been converted to endnotes and their numbers are included in ().//Σημείωση: Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό, κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Οι υποσημειώσεις έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου και οι αριθμοί τους περικλείονται σε ().
ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΥ
ΒΙΟΙ ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΙ.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ
ΥΠΟ
Α.Ρ. ΡΑΓΚΑΒΗ
TOMOΣ ΤΡΙΤΟΣ.
ΑΛΚΙΒΙΑΔΗΣ. — ΚΟΡΙΟΛΑΝΟΣ — ΤΙΜΟΛΕΩΝ.
ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΠΑΥΛΟΣ — ΠΕΛΟΠΙΔΑΣ — ΜΑΡΚΕΛΛΟΣ
ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ,
ΤΥΠΟΙΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΚΟΡΟΜΗΛΑ.
1864
ΓΕΩΡΓΙΩ ΜΠΗΚΑ
ΗΠΕΙΡΩΤΗ
ΦΙΛΟΓΕΝΕΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΥΠΕΡ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ
ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΦΙΛΟΤΙΜΙΑΣ ΕΝΕΚΑ
Η ΤΩΝ ΠΑΡΑΛΛΗΛΩΝ ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ
ΑΝΑΤΙΘΕΤΑΙ
ΑΛΚΙΒΙΑΔΗΣ
A. ΤΟΥ Αλκιβιάδου η οικογένεια φαίνεται πρώτον έχουσα αρχηγόν Ευρυσάκην τον υιόν του Αίαντος (1)· εκ μητρός δ' ήτον Αλκμαιωνίδης, γεννηθείς εκ Δεινομάχης, της θυγατρός του Μεγακλέους (2). Ο δε πατήρ αυτού Κλεινίας εναυμάχησεν ενδόξως εις το Αρτεμίσιον (3), έχων τριήρη ήν ώπλισε δι' ιδίας δαπάνης, και εφονεύθη έπειτα πολεμών κατά των Βοιωτών περί την Κορώνειαν (4). Επίτροποι δ' ήσαν του Αλκιβιάδου ο Περικλής και ο Αρίφρων, υιοί του Ξανθίππου, συγγενείς όντες αυτού (5). Ορθώς δε λέγεται ότι ουκ ολίγον συνετέλεσεν εις την δόξαν του η προς αυτόν εύνοια και φιλική διάθεσις του Σωκράτους. Και του μεν Νικίου και Δημοσθένους και Λαμάχου και Φορμίωνος και Θρασυβούλου και Θηραμένους (6), ανδρών οίτινες επί της εποχής αυτού επίσημοι ανεδείχθησαν, ουδενός ουδ' η μήτηρ καν ονομάζεται· του δ' Αλκιβιάδου ηξεύρομεν και την τροφόν, ότι ήτον Λάκαινα το γένος, και εκαλείτο Αμύκλα, και τον παιδαγωγόν, ότι ωνομάζετο Ζώπυρος, ως το μεν ο Αντισθένης (7), το δε διηγείται ο Πλάτων. Και περί μεν της ωραιότητος του Αλκιβιάδου ίσως τίποτε δεν πρέπει να ειπώμεν, εκτός ότι και παις όταν ήτον, και νεανίσκος και ανήρ, ήνθει αύτη εις πάσαν ηλικίαν και εις πάσαν ώραν του σώματός του, και τον καθίστα εράσμιον και γλυκύν. Διότι δεν είναι αληθές, ως ο Ευριπίδης έλεγεν, ότι όλων των ωραίων ανθρώπων ωραίον είναι και το φθινόπωρον· αλλά το πλεονέκτημα τούτο είχε μετ' ολίγων άλλων ο Αλκιβιάδης διά την καλήν φύσιν και κράσιν του σώματός του. Η δε φωνή του λέγουσιν ότι είχε και τραυλότητά τινα ήτις την εστόλιζε, και έδιδεν εις την πολυλογίαν αυτού επαγωγόν τινα χάριν. Απομνημονεύει δε και ο Αριστοφάνης την τραυλότητα αυτού (8) όπου περιπαίζει τον Θέωρον (9)·
Και ο Αλκιβιάδης μ' έλεγε τραυλώς·
«Ο Θέωλος· ιδέ τον, έχει κόλακος
(10)
την κεφαλήν.» Ορθώς αυτά ετραύλισε.
Και ο Άρχιππος (11), χλευάζων τον υιόν του Αλκιβιάδου, λέγει·
«Νωθρώς βαδίζει έλκων το ιμάτιον,
όπως φαίνηται όσον ενδέχεται προς τον πατέρα του ομοιότερος, και
τραυλά προφέρει και στραβολαιμίζεται
Β. Και το μεν ήθος αυτού πολλάς μετά ταύτα, ως είναι επόμενον εν μέσω μεγάλων πραγμάτων και πολυτρόπων τυχών, έδειξε τας ανομοιότητας προς εαυτό και τας μεταβολάς· αλλ' εν ώ πολλά και μεγάλα είχεν εκ φύσεως πάθη, το ισχυρότατον αυτών ήτον το φιλόνεικον άμα και το φιλόπρωτον, ως φαίνεται εκ των παιδικών απομνημονευμάτων του. Παλαίων ποτέ και στενοχωρούμενος, διά να μη πέση, έφερεν εις το στόμα του τους δακτύλους του στενοχωρούντος αυτόν, και εφαίνετο ως αν ήθελε να τω φάγη τας χείρας, ώστε ηναγκάσθη να τον αφήση, και είπε. «Δαγκάνεις, ω Αλκιβιάδη, ως αι γυναίκες». «Όχι, απεκρίθη εκείνος, αλλ' ως οι λέοντες». Άλλοτε δε, μικρός ων, έπαιζεν αστραγάλους εις την οδόν. Όταν δ' ήτον η σειρά του να ρίψη, επήλθε φορτηγός άμαξα· και πρώτον μεν είπεν αυτός προς τον οδηγούντα το ζεύγος να περιμείνη, διότι έπρεπε να ρίψη τους αστραγάλους εις της αμάξης τον δρόμον. Επειδή δ' εκείνος, αγροίκος ων, δεν υπήκουσε και επροχώρει, οι μεν άλλοι παίδες απεσύρθησαν, ο δ' Αλκιβιάδης, πρηνής πεσών εμπρός του ζεύγους, και εξαπλωθείς, τω είπεν, αν θέλη να περάση. Τότε ο άνθρωπος φοβηθείς, ανεχαίτισε το ζεύγος του, όσοι δ' είδον τα γενόμενα, έμεινον εκπεπληγμένοι, και έτρεξαν μετά βοής προς αυτόν. Όταν δ' έφθασεν εις ηλικίαν να μανθάνη, εις μεν τους λοιπούς διδασκάλους προθύμως υπήκουεν, απέφευγε δε το μάθημα του αυλού, ως αγενές και ελευθέρων ανάξιον, λέγων ότι η χρήσις της λύρας και του πλήκτρου αυτής δεν διαφθείρει ούτε το σχήμα ούτε την μορφήν ήτις αρμόζει εις άνδρα ελεύθερον· ανθρώπου δε φυσώντος διά του στόματος τους αυλούς, ουδ' οι οικειότεροι δύνανται να γνωρίσωσιν ευκόλως το πρόσωπον. Προσέτι δε, ότι η μεν λύρα ομιλεί και τραγωδεί ομού μετά του παίζοντος αυτήν, ο δ' αυλός ότι αποστομοί και φράττει, και αφαιρεί εκάστου την φωνήν και τον λόγον. «Ας αυλώσιν, είπε, των Θηβαίων οι παίδες, διότι δεν ηξεύρουσι να διαλέγωνται. Εις ημάς δε τους Αθηναίους, καθώς λέγουσιν οι πατέρες ημών, αρχηγέτις είναι η Αθηνά, και ο πατρώος (12) Απόλλων. Εξ αυτών δε, εκείνη μεν έρριψε τον αυλόν, αυτός δ' έγδαρε τον αυλητήν (13).» Τοιαύτα αστειευόμενος ή σπουδαίως λέγων ο Αλκιβιάδης, και αυτός παράτησε το μάθημα, και εξ αιτίας αυτού και οι άλλοι· διότι ταχέως διεδόθη λόγος εις τους παίδας ότι καλώς ποιών ο Αλκιβιάδης αποστρέφεται την αυλητικήν, και χλευάζει τους σπουδάζοντας αυτήν. Διά τούτο ο αυλός εξέπεσεν όλως διόλου ως διασκέδασις των ελευθέρων, και περιεφρονήθη.
Γ. Μεταξύ διαφόρων άλλων ύβρεων έγραψεν ο Αντιφών (14) και ότι, όταν ήτον παις, εδραπέτευσεν εκ της οικίας του πρός τινα των εραστών του, Δημοκράτην καλούμενον· και ότι ο μεν Αρίφρων ήθελε να τον ζητήση διά κήρυκος, αλλ' ο Περικλής δεν αφήκεν, ειπών· «Αν μεν απέθανε, θέλει φανή διά του κηρύγματος μόνον κατά μίαν ημέραν πρότερον, αν δ' είναι σώος, η τιμή του δεν θέλει είσθαι σώα δι' όλου του βίου του.» Ομοίως διηγείται ότι εφόνευσε καί τινα των οπαδών του, κτυπήσας αυτόν διά ξύλου εις την παλαίστραν του Σιβυρτίου (15). Αλλ' ίσως ταύτα δεν πρέπει να πιστευθώσι, διότι γράφονται υπ' ανθρώπου όστις ο ίδιος ομολογεί ότι υβρίζει τον Αλκιβιάδην υπ' έχθρας κινούμενος.
Δ. Ήδη δε πολλοί και επίσημοι συνήγοντο περί αυτόν και τον επεριποιούντο· και οι μεν άλλοι ήτον προφανές ότι εξεπλήττοντο και τον επεμελούντο διά την λαμπρότητα της καλλονής αυτού· η δ' αγάπη του Σωκράτους ήτον μεγίστη απόδειξις της αρετής και της ευφυίας του νεανίου· διότι βλέπων αυτήν εμφαινομένην και διαλάμπουσαν εις την μορφήν αυτού, αλλά τον πλούτον και την επίσημον θέσιν αυτού φοβούμενος, και τον όχλον των πολιτών, των ξένων και των συμμάχων, των επιζητούντων την εύνοιαν αυτού διά κολακειών και χαρίτων, ήθελε να τον προστατεύση, και να μη τον παραβλέψη ως φυτόν ού ο καρπός πίπτει και φθείρεται εις το άνθος. Διότι κανένα η τύχη δεν περιεστοίχισε και ωχύρωσε τοσούτον διά των λεγομένων αγαθών, ώστε ουδ' υπό της φιλοσοφίας να είναι τρωτός, ουδ' η παρρησία ή οι δηκτικοί λόγοι να έχωσι λαβήν επ' αυτού. Και ευθύς μεν εξ αρχής εξεθήλυνον τον Αλκιβιάδην οι θέλοντες ν' αρέσωσιν εις αυτόν, και τον εκώλυον ν' ακούη τον νουθετούντα και εκπαιδεύοντα αυτόν. Εκείνος όμως, ευγενές έχων το φρόνημα, εγνώρισε τον Σωκράτην, και εσχετίσθη προς αυτόν, απομακρύνας τους πλουσίους και ενδόξους λατρευτάς του. Φίλον δ' αποκτήσας αυτόν τυχαίως, και ακούσας των λόγων αυτού, ουχί εραστού θέλοντος ηδονάς αναξίας ανδρών, ουδέ ζητούντος φιλήματα και εναγκαλισμούς, αλλά σοφού, όστις ήλεγχε την σαθρότητα της ψυχής αυτού, και κατέβαλλε τον κενόν και ανόητον τύφον αυτού,
Κατακαθίσας ο αλέκτωρ, έκλινεν
ως δούλον το πτερόν του
(16).
Και την μεν του Σωκράτους σχέσιν εξελάμβανεν ότι τω όντι ήτον θεών υπηρεσία προς επιμέλειαν και σωτηρίαν των νέων. Περιφρονών δ' αυτός εαυτόν, θαυμάζων εκείνον, αγαπών δε την φιλοφροσύνην αυτού, και την αρετήν αυτού εντρεπόμενος, αυτός, όστις ήτον εικών του έρωτος, ως λέγει ο Πλάτων, κατ' ολίγον απέκτησεν αντέρωτα και αυτός· ώστε εξεπλήττοντο πάντες βλέποντες ότι αυτός μετά του Σωκράτους συνεδείπνει, και συνεπάλαιε, και κατώκει υπό την ιδίαν σκηνήν, προς δε τους άλλους αυτού λατρευτάς ήτον απότομος και δύσκολος, και πρός τινας προσεφέρετο και διόλου σοβαρώς, καθώς προς Άνυτον τον υιόν του Ανθεμίωνος. Ούτος ηγάπα τον Αλκιβιάδην, και καλέσας ποτέ εις δείπνον ξένους τινάς, εκάλεσε και εκείνον. Και την μεν πρόσκλησιν ηρνήθη ο Αλκιβιάδης· μεθύσας δ' εις τον οίκον του μετά των φίλων του, ήλθε κωμάζων (17) προς τον Άνυτον, και σταθείς εις του ανδρώνος τας θύρας, και ιδών τας τραπέζας κεκαλυμμένας υπό ποτηρίων αργυρών και χρυσών, διέταξε τους υπηρέτας του να λάβωσι τα ημίση εξ αυτών, και να τα φέρωσιν εις την οικίαν του. Δεν κατεδέχθη δε να εισέλθη, αλλ' αφ' ού έπραξε ταύτα, ανεχώρησεν. Επειδή δ' οι ξένοι ωργίζοντο, και έλεγον ότι ο Αλκιβιάδης μετεχειρίσθη τον Άνυτον υβριστικώς και υπερηφάνως, ο Άνυτος είπεν, «Επιεικώς εξ εναντίας και φιλοφρόνως· διότι εν ώ τω ήτον επιτετραμμένον να τα λάβη όλα, μας αφήκε τα ημίση (18)».
Ε. Ούτως εφέρετο και προς τους λοιπούς λατρευτάς του, πλην ενός μετοίκου (19), όστις λέγουσιν ότι ολίγην είχε περιουσίαν, αλλά την επώλησεν όλην, και συνάξας εκατόν στατήρας (20), προσέφερεν αυτούς εις τον Αλκιβιάδην, και τον παρεκάλει να τους δεχθή. Γελάσας δε, και ευχαριστηθείς διά τούτο ο Αλκιβιάδης, εκάλεσεν εις δείπνον αυτόν, και εστιάσας και φιλοξενήσας αυτόν, τω απέδωκε το χρυσίον του, και τον επρόσταξε την επαύριον εις την δημοπρασίαν των δημοσίων φόρων να παρουσιασθή ως αγοραστής και να υπερθεματίση. Αλλ' ο άνθρωπος ήθελε ν' αποφύγη, διότι πολλών ταλάντων ήτον η αγορά. Ο Αλκιβιάδης όμως τον ηπείλησεν ότι θα τον μαστιγώση αν δεν υπακούση (21), διότι ο ίδιος είχεν ιδιαιτέραν τινά δυσαρέσκειαν τότε κατά των τελωνών (22). Ήλθε λοιπόν την αυγήν αμέσως εις την αγοράν, και προσέθεσεν εις την δημοπρασίαν τάλαντον (23). Τότε οι τελώναι συνήλθον αγανακτούντες, και τον έλεγον να ονομάση τον εγγυητήν του, πεπεισμένοι όντες ότι δεν θα εύρισκε. Ταραχθείς δ' ο άνθρωπος ανεχώρει, όταν ο Αλκιβιάδης, μακρόθεν ιστάμενος, είπε προς τους άρχοντας «Εμέ γράψατε, είναι φίλος μου. Εγγυώμαι.» Ταύτα ακούσαντες οι τελώναι, έμεινον εις αμηχανίαν, διότι συνήθιζον εκ των δευτέρων αγορών να χρεωλυτώσι τας πρώτας, και δεν έβλεπον πώς ν' απαλλαγώσι της δυσκολίας. Ήρχησαν λοιπόν να παρακαλώσι τον άνθρωπον, και να τω προσφέρωσι χρήματα· ο δ' Αλκιβιάδης δεν τον άφησε να λάβη ολιγώτερα του ταλάντου, και μόνον όταν τω έδωκαν το τάλαντον, τον διέταξε να παραιτηθή της δημοπρασίας. Κατά τούτον τον τρόπον ωφέλησεν αυτόν.
ΣΤ. H δε του Σωκράτους αγάπη, ει και πολλούς και μεγάλους είχεν ανταγωνιστάς, ως επί το πλείστον υπερίσχυε παρά τω Αλκιβιάδη, διότι οι λόγοι εκείνου είχον επιρροήν επί της ευγενούς αυτού φύσεως, και έστρεφον την καρδίαν του, και δάκρυα τω απέσπων πολλάκις. Ενίοτε όμως ενέδιδε και εις τους κόλακας, οίτινες πολλάς τω προσέφερον ηδονάς, και διέφευγε τον Σωκράτην, και ως δραπετεύων εκυνηγείτο· διότι μόνον εκείνον ησχύνετο και εφοβείτο, τους δ' άλλους όλους περιεφρόνει. Ο Κλεάνθης (24) έλεγεν ότι, ο νέος όν ηγάπα, υπ' αυτού μεν εκρατείτο εκ μόνων των ωτίων, εις δε τους άλλους ότι παρέχει πολλάς άλλας λαβάς, εννοών την πολυφαγίαν και την ακολασίαν και την οινοποσίαν. Ο δ' Αλκιβιάδης ην μεν έκδοτος εις τας ηδονάς· τοιαύτην τουλάχιστον υπόνοιαν δίδει η λεγομένη υπό του Θουκυδίδου «παρανομία της κατά το σώμα διαίτης του (25).» Αλλά μάλλον διά της φιλοτιμίας και φιλοδοξίας κυριεύοντες αυτόν οι διαφθορείς του, τον παρέσυρον προ της καταλλήλου ηλικίας εις μεγάλων πραγμάτων ενασχολήσεις, πείθοντες αυτόν ότι άμα αρχήση εις τα δημόσια αναμιγνύμενος, ου μόνον θέλει αμαυρώσει ευθύς τους άλλους στρατηγούς και δημαγωγούς, αλλά θέλει υπερτερήσει και του Περικλέους την δύναμιν και την δόξαν μεταξύ των Ελλήνων. Καθώς λοιπόν ο σίδηρος εις το πυρ γίνεται μαλακός, υπό του ψύχους όμως πυκνούται πάλιν και συστέλλει τα μόριά του, ούτω και εκείνον ο Σωκράτης, οσάκις τον κατελάμβανε πλήρη χαυνότητος και φιληδονίας, τον συνεπίεζε διά του λόγου και τον συνέστελλε, και τον καθίστα ταπεινόν και άτολμον, διδάσκων αυτόν πόσον ήτον ελλειπής και κατά πόσον προς την αρετήν ατελής.
Ζ. Ως δ' υπερέβη την παιδικήν ηλικίαν, επήγεν εις γραμματοδιδάσκαλον, και τω εζήτησεν έν βιβλίον του Ομήρου. Επειδή δ' ο διδάσκαλος τω είπεν ότι ουδέν έχει του Ομήρου, τω κατέφερε μίαν διά του γρόνθου και ανεχώρησεν. Εις άλλον δ' όστις τω είπεν ότι έχει τον Όμηρον διωρθωμένον υφ' εαυτού· «Και πώς, τω απεκρίθη, διδάσκεις γράμματα, όταν είσαι ικανός να διορθώνης τον Όμηρον, και δεν ανατρέφεις μάλλον τους νέους;» θέλων δε να συντύχη ποτέ μετά του Περικλέους, ήλθεν εις την θύραν αυτού, και ακούσας ότι καιρόν δεν έχει, αλλά σκέπτεται πώς να δώση απολογισμόν εις τους Αθηναίους, ανεχώρησεν ο Αλκιβιάδης ειπών «Και δεν ήτον καλλήτερον να σκεφθή πώς να μη δώση λόγον εις τους Αθηναίους;» Εν ώ ήτον εισέτι μειράκιον, ηκολούθησε την εις Ποτίδαιαν (26) εκστρατείαν, και είχε τον Σωκράτην σύνοικον εις την σκηνήν του, και επολέμει πλησίον αυτού εις τους αγώνας. Έγινε δε μάχη ισχυρά, καθ' ήν αμφότεροι διεκρίθησαν· ο δ' Αλκιβιάδης επληγώθη, και ο Σωκράτης εστάθη εμπρός του και υπερασπίσθη, και προδήλως έσωσεν αυτόν μετά των όπλων αυτού. Δικαιότατα επομένως το αριστείον ανήκεν εις τον Σωκράτην. Επειδή δ' οι στρατηγοί, εις την κοινωνικήν θέσιν του Αλκιβιάδου αποβλέποντες, εφαίνοντο ότι ήθελον εις αυτόν ν' αποδώσωσι την δόξαν, ο Σωκράτης, θέλων ν' αυξήση την προς τα καλά φιλοτιμίαν αυτού, πρώτος εμαρτύρει και παρεκάλει να τω δώσωσι τον στέφανον και την πανοπλίαν (27). Όταν δ' έγινεν η εν Δηλίω μάχη (28), και έφευγον οι Αθηναίοι, ο μεν Αλκιβιάδης, ήτον έφιππος. Ιδών δε τον Σωκράτην υποχωρούντα πεζόν μετ' ολίγων άλλων, δεν επέρασεν εμπρός, αλλά τον συνώδευσε και επολέμησεν υπέρ αυτού κατά των εχθρών, οίτινες επέπιπτον και πολλούς εφόνευον. Αλλά ταύτα εγένοντο ύστερον (29).
Η. Ήτον δ' ο Ιππόνικος, ο πατήρ του Καλλίου, ανήρ δόξαν έχων πολλήν και δύναμιν διά τον πλούτον και την καταγωγήν του (30). Τούτον εκτύπησε διά του γρόνθου, ουχί παραφερόμενος υπ' οργής ή έριδος, αλλά διά να γελάσωσι, στοιχηματίσας μετά των φίλων του. Επειδή δ' η αυθάδειά του αύτη έγινε περιβόητος εις την πόλιν, και, ως ήτον επόμενον, όλοι ηγανάκτουν κατ' αυτού, άμα εξημέρωσεν, απήλθεν ο Αλκιβιάδης εις την οικίαν του Ιππονίκου, εκτύπησε την θύραν, και εισελθών προς αυτόν, απεδύθη το ιμάτιόν του, και τω παρέδωκε το σώμα παρακαλών αυτόν να τον μαστιγώση και να τον τιμωρήση. Τότε εκείνος τον εσυγχώρησε, και κατεπραΰνθη, και μετά ταύτα τω έδωκεν εις γάμον και την κόρην του Ιππαρέτην. Τινές δε λέγουσιν ότι ουχί ο Ιππόνικος, αλλά Καλλίας ο υιός αυτού έδωκεν εις τον Αλκιβιάδην την Ιππαρέτην μετά προικός δέκα ταλάντων (31). Έπειτα δε, όταν αύτη εγέννησεν, ότι εισέπραξεν ο Αλκιβιάδης άλλα πάλιν δέκα, την απαίτησιν προτείνων ότι ούτω συνεφώνησεν αν γεννηθώσιν υιοί. Ο δε Καλλίας, φοβούμενος τας επιβουλάς του, προσήλθεν εις τον δήμον και τω εχάρισε τα χρήματα και τον οίκον του (32), εν περιπτώσει καθ' ήν ήθελε συμπέσει ν' αποθάνη χωρίς ν' αφήση απογόνους. Ήτον δ' εύτακτος γυνή η Ιππαρέτη, και ηγάπα τον άνδρα της, και ελυπείτο εις τον γάμον της, βλέπουσα τας σχέσεις αυτού μετά ξένων και Αθηναίων εταιρών, δι' ό και εγκαταλείψασα την οικίαν, απήλθε προς τον αδελφόν της. Επειδή δ' ο Αλκιβιάδης ηδιαφόρει, και εξηκολούθει παραδιδόμενος εις τρυφάς, ανάγκη ήτον να παραδώση την έγγραφον αίτησιν του διαζυγίου εις τον άρχοντα, ουχί δι' άλλων, άλλα παρουσιαζομένη αυτοπροσώπως. Όταν λοιπόν μετέβη προς αυτόν όπως πράξη τούτο κατά τον νόμον, επελθών ο Αλκιβιάδης, την ήρπασε, και απήλθε, φέρων αυτήν διά της αγοράς, χωρίς ουδείς να εναντιωθή ή να τολμήση να την αφαιρέση. Έμεινε δ' ούτω παρ' αυτώ μέχρι του θανάτου της, και απέθανε μετ' ολίγον, όταν ο Αλκιβιάδης έπλευσεν εις την Έφεσον. Δεν εφάνη δε παντελώς η βία αύτη ούτε παράνομος ούτε απάνθρωπος· διότι ο νόμος διά τούτο φαίνεται απαιτών να παρουσιάζηται η χωριζομένη γυνή η ιδία εις το δημόσιον, όπως δίδηται αφορμή εις τον άνδρα ν' απαιτή αυτήν και να την λαμβάνη οπίσω.
Θ. Είχε δ' αυτός κύνα θαυμαστόν διά το μέγεθος και το κάλλος, όν είχεν αγοράσει εβδομήκοντα μνας (33). Τούτου έκοψε την ουράν, ήτις ήτον ωραιοτάτη· οι δε φίλοι του τον επέπληττον διά τούτο, και τω έλεγον ότι όλοι οργίζονται διά τον κύνα και τον κακολογούσι. Τότε γελάσας ο Αλκιβιάδης, «Γίνεται λοιπόν, είπεν, ό,τι ήθελον. Διότι θέλω οι Αθηναίοι περί τούτου να λαλώσιν, όπως μη λέγωσι χειρότερόν τι περί εμού.»
Ι. Λέγεται δ' ότι η πρώτη αυτού είσοδος εις τα πολιτικά εγένετο μετά χρηματικής συνεισφοράς, ήν προσέφερεν ουχί εκ προμελέτης· αλλ' εν ώ διήρχετο, ακούσας τους Αθηναίους ότι εθορύβουν, ηρώτησε τις ην η του θορύβου αιτία· και μαθών ότι εγίνοντο επιδόσεις χρημάτων (34), προσήλθε και συνεισέφερεν· ο δε δήμος εχειροκρότει και εβόα, και εκείνος υπό χαράς ελησμόνησεν ότι είχεν ορτύκιον εις τον κόλπον του ιματίου του (35)· φοβηθέν δ' αυτό έφυγε, και τότε έτι μάλλον εβόων οι Αθηναίοι, και πολλοί ηγέρθησαν και έτρεχον να το κυνηγήσωσι· το συνέλαβε δ' ο κυβερνήτης (36) Αντίοχος, και τω το επέδωκε, δι' ό και έγινε προσφιλέστατος εις τον Αλκιβιάδην. Εν ώ δ' η καταγωγή και ο πλούτος αυτού, και αι εις τας μάχας ανδραγαθίαι, και οι πολλοί φίλοι και οικείοι του τω ήνοιγον ευρείας τας θύρας της πολιτείας, αυτός δι' ουδενός άλλου ήθελε τοσούτον να ισχύση παρά τω λαώ, ως διά της χάριτος του λόγου αυτού. Και ότι μεν είχε δύναμιν ευγλωττίας, και οι κωμικοί μαρτυρούσι τούτο, και ο δυνατώτατος των ρητόρων (37) εν τω κατά Μειδίου λόγω του λέγει ότι προς τοις άλλοις ο Αλκιβιάδης υπήρχε δεινότατος περί το λέγειν. Αν δε πιστεύσωμεν τον Θεόφραστον (38), άνδρα φιλομαθή και ιστορικόν υπέρ πάντα φιλόσοφον, ο Αλκιβιάδης ήτον ο πάντων ικανώτατος εις το να ευρίσκη επιχειρήματα, και να επινοή τα εικότα. Αλλά ζητών ου μόνον τι πρέπει να λέγη, αλλά και πώς και τίνας λέξεις και φράσεις πρέπει να μεταχειρίζηται μη έχων δ' αυτάς προχείρους, πολλάκις επρόσκοπτε, και εν ώ ωμίλει εσιώπα και διεκόπτετο, και όταν η λέξις τον διέφευγεν, επανελάμβανε την τελευταίαν και εσκέπτετο.
ΙΑ. Περιβόητοι δ' έγιναν και αι ιπποτροφίαι αυτού διά το πλήθος των αμαξών του· διότι ουδείς άλλος ούτε ιδιώτης ούτε βασιλεύς έπεμψε ποτέ επτά εις την Ολυμπίαν, αλλά μόνος εκείνος. Ότι δ' ενίκησε, και ότι έλαβε και το δεύτερον άθλον και το τέταρτον, ως λέγει ο Θουκυδίδης (39), ως δε λέγει ο Ευριπίδης, και το τρίτον, τούτο κατά λαμπρότητα και δόξαν υπερβαίνει πάσαν περί τα τοιαύτα φιλοτιμίαν. Λέγει δ' ο Ευριπίδης εις το άσμα αυτού ταύτα·
Σε, ω υιέ του Κλεινίου θα ψάλλω.
Καλόν μεν η νίκη, πλην κάλλιστον,
ό,τι ουδείς των Ελλήνων κατώρθωσε,
πρώτος μ' άρμα να τρέξη,
και δεύτερος και τρίτος·
και νικήσας ακόπως
(40),
τρις στεφθείς μ' ελαίαν,
υπό κήρυκος ν' ανευφημήσαι
(41).
ΙΒ. Τούτο δε το λαμπρόν κατέστησεν έτι ενδοξότερον η φιλοτιμία των πόλεων. Διότι οι Εφέσιοι τω έστησαν σκηνήν πολυτελώς εστολισμένην, η δε πόλις των Χίων τω προσέφερε τροφάς διά τους ίππους του, και πλήθος θυμάτων, οίνον δ' οι Λέσβιοι, και τα άλλα προς υποδοχήν αναγκαία, όπως φιλεύη πολλούς αφειδώς. Αλλά συκοφαντία τις ή κακοήθεια ίσως συμβάσα κατά τον αγώνα εκείνον, έδωκεν αφορμήν πολλών λόγων. Λέγεται ότι εις τας Αθήνας υπήρχε Διομήδης τις, άνθρωπος ουχί πονηρός, φίλος δε του Αλκιβιάδου, και επιθυμών να κερδήση την νίκην των Ολυμπίων. Ακούσας λοιπόν ότι είχον οι Αργείοι δημόσιον άμαξαν, και ηξεύρων ότι ο Αλκιβιάδης είχε μεγάλην επιρροήν, και φίλους πολλούς εις το Άργος, τον κατέπεισε ν' αγοράση την άμαξαν δι' αυτόν. Την ηγόρασε λοιπόν ο Αλκιβιάδης, αλλά την ενέγραψεν εις ίδιον εαυτού όνομα, διά δε τον Διομήδην ηδιαφόρησεν εντελώς, και τον αφήκε ν' αγανακτή, και να επιμαρτύρηται Θεούς και ανθρώπους. Φαίνεται δ' ότι και δίκη προέκυψεν εκ τούτου, και λόγον έγραψεν ο Ισοκράτης (42) περί του ζεύγους υπέρ του υιού του Αλκιβιάδου· εις αυτόν όμως ο αντίδικος καλείται Τισίας και ουχί Διομήδης.
ΙΓ. Αφ' ού δ' επεδόθη εις την πολιτικήν, εν ώ ήτον μειράκιον έτι, τους μεν άλλους δημαγωγούς ευθύς εταπείνωσεν· ανταγωνιστάς δ' είχε Φαίακα τον Ερασιστράτου (43) και Νικίαν τον Νικηράτου, τούτον μεν προβεβηκότα ήδη την ηλικίαν και θεωρούμενον ως στρατηγόν άριστον· τον δε Φαίακα αρχίζοντα, ως αυτός, τότε ν' αυξάνη, και εξ επισήμων όντα γονέων, αλλά κατώτερον αυτού και κατά τ' άλλα και κατά την ευγλωττίαν· διότι εφαίνετο μάλλον κοινωνικός και καταπειστικός εις τας ιδιαιτέρας συναναστροφάς, παρά ικανός να υποφέρη τους αγώνας εις την εκκλησίαν του δήμου· και ως ο Εύπολις (44) λέγει·
καλώς ελάλει, αλλ' ωμίλει ασθενώς.
Υφίσταται δε και λόγος τις κατ' Αλκιβιάδου, γραφείς υπό Φαίακος· εν αυτώ δε μεταξύ άλλων λέγεται και ότι η πόλις είχε πολλά σκεύη χρυσά και αργυρά διά τας πομπάς, ο δ' Αλκιβιάδης τα μετεχειρίζετο όλα ως εδικά του, διά την καθ' ημέραν οικιακήν χρήσιν του. Υπήρχε δέ τις τότε Υπέρβολος Περιθοίδης (45) όν αναφέρει ως άνθρωπον πονηρόν και ο Θουκυδίδης (46) και όστις εις τους κωμικούς όλους εν γένει έδιδεν αφορμήν διασκεδάσεως, χλευαζόμενος πάντοτε εις τα θέατρα. Ανάλγητος ούτος προς τας κατηγορίας και απαθής ων, εξ αδιαφορίας διά την δόξαν, όπερ είναι αναισχυντία και ανοησία, αν καί τινες τ' ονομάζουσιν ανδρείαν και ευτολμίαν, εις κανένα μεν δεν ήρεσκε, τον μετεχειρίζετο δε πολλάκις ο δήμος, όταν επεθύμει να εξευτελίζη τους κατέχοντας τ' αξιώματα και να τους συκοφαντή. Υπό τούτου και τότε ο δήμος καταπεισθείς, έμελλε να ρίψη το όστρακον (47), δι' ού ταπεινούντες εξορίζουσι πάντοτε τον πολίτην εκείνον όστις υπερέχει των πολιτών κατά την δόξαν και δύναμιν, τον φθόνον των μάλλον παρηγορούντες παρά τον φόβον των. Επειδή δε προφανές ήτον ότι καθ' ενός των τριών θα έρριπτον το όστρακον, συνήνωσεν ο Αλκιβιάδης τας φατρίας, και συνδιαλλαχθεις μετά του Νικίου, έτρεψε τον οστρακισμόν κατά του Υπερβόλου. Ως δέ τινες λέγουσι, συνωμίλησεν ουχί μετά του Νικίου, αλλά μετά του Φαίακος, και εκείνου προσλαβών την φατρίαν, έδιωξε τον Υπέρβολον, όστις πολύ απείχε του να το περιμένη· διότι εις την ποινήν ταύτην ουδείς υπέπιπτε ταπεινός και άδοξος, ως είπε και ο Πλάτων ο κωμικός (48), τον Υπέρβολον αναφέρων·
Των τρόπων του έπαθ' εκείνος άξια,
πλην των στιγμάτων κ' εαυτού ανάξια·
Διά τοιούτους δεν ευρέθη τ' όστρακον.
Αλλά τα περί τούτων ιστορούμενα αλλαχού ερρέθησαν εκτενέστερον (49).
ΙΔ. Ελύπει δε τον Αλκιβιάδην επίσης ο Νικίας θαυμαζόμενος υπό των εχθρών, ή τιμώμενος υπό των πολιτών· διότι ο Αλκιβιάδης ήτον πρόξενος των Λακεδαιμονίων (50), και επεριποιήθη τους άνδρας αυτών όσοι είχον αιχμαλωτισθή εις την Πύλον (51). Επειδή δ' εκείνοι διά του Νικίου κυρίως επιτυχόντες ειρήνην, και λαβόντες τους άνδρας οπίσω, υπερηγάπων αυτόν, και μεταξύ των Ελλήνων ελέγετο λόγος ότι ο Περικλής μεν εκίνησεν, ο Νικίας δε διέλυσε τον πόλεμον, και οι περισσότεροι ωνόμαζον Νικίειον την ειρήνην, διά τούτο δυσηρεστείτο σφοδρώς ο Αλκιβιάδης και εφθόνει, και εσκέπτετο πώς να ταράξη τας συνθήκας. Και πρώτον μεν εννοήσας ότι οι Αργείοι, μισούντες και φοβούμενοι τους Σπαρτιάτας, ήθελον ν' αποσπασθώσιν απ' αυτών, τοις έδιδε κρυφίως ελπίδας συμμαχίας μετά των Αθηναίων, και τους ενεθάρρυνε, στέλλων και συνεννοούμενος μετά των προεστώτων του δήμου, να μη φοβώνται, ουδέ να κλίνωσιν υπό τους Λακεδαιμονίους, αλλά να στραφώσι προς τους Αθηναίους, και να περιμείνωσι, διότι τάχιστα αυτοί θα μετενόουν και θ' άφηνον την ειρήνην. Όταν δ' οι Λακεδαιμόνιοι συνήψαν συμμαχίαν προς τους Βοιωτούς, και παρέδωκαν εις τους Αθηναίους την Πάνακτον (52) ουχί, ως έπρεπεν, ορθήν, αλλά κατεδαφίσαντες αυτήν, ιδών τους Αθηναίους οργιζομένους, τους ηρέθιζεν έτι μάλλον, και εθορύβει περί Νικίου, και τον διέβαλλε, πιθανάς κατηγορίας προτείνων, ότι τους εν Σφακτηρία συλληφθέντας εχθρούς, ουδ' ο ίδιος, όταν εστρατήγει, ηθέλησε να τους αιχμαλωτίση, και ότε άλλοι τους ηχμαλώτισαν, αυτός τους αφήκε και τους απέδωκε, χαριζόμενος εις τους Λακεδαιμονίους· και όμως, ότι καί τοι φίλος ων εκείνων, δεν τους κατέπεισε να μη συνωμόσωσι μετά των Βοιωτών, ουδέ μετά των Κορινθίων, εμποδίζει δε τους Έλληνας όσοι θέλουσι να γίνωσι σύμμαχοι και φίλοι των Αθηναίων, αν δεν εγκρίνωσι τούτο οι Λακεδαιμόνιοι. Ταύτα κακώς διέθετον κατά του Νικίου, ότε, ως εκ τύχης, ήλθον πρέσβεις εκ Λακεδαίμονος, και εκείθεν λόγους φέροντες φιλικούς, και λέγοντες ότι έχουσι πληρεξουσιότητα να συνομολογήσωσι παν το δίκαιον και συμβιβαστικόν. Ταύτα εγένοντο δεκτά υπό της Βουλής, και την επαύριον έμελλε να συνέλθη ο δήμος (53). Φοβηθείς δ' ο Αλκιβιάδης, κατώρθωσεν οι πρέσβεις να έλθωσιν εις συνέντευξιν μετ' αυτού. Όταν δ' ήλθον, «Τι επάθατε, άνδρες Σπαρτιάται; τοις είπε· πώς δεν γνωρίζετε ότι η Βουλή είναι πάντοτε μετριοπαθής και φιλάνθρωπος προς πάντας τους εις αυτήν παρουσιαζομένους, ο δε δήμος μεγαλοφρονεί και μεγάλων ορέγεται, και αν ειπήτε ότι έρχεσθε πληρεξουσιότητα έχοντες, θέλει σας κακομεταχειρισθή, προστάζων σας και βίαν εις σας επιφέρων ; Μη πράττετε ταύτην την αφροσύνην, και αν θέλητε να εύρητε μετριοπαθείς τους Αθηναίους, και να μη βιασθήτε παρά την γνώμην σας, ομιλήσατε περί των δικαίων ως να μη έχητε πληρεξουσιότητα. Θέλομεν δε συμπράξει και ημείς διά να ευχαριστήσωμεν τους Λακεδαιμονίους.» Ταύτα δ' ειπών, έδωκεν όρκους εις αυτούς, και τους απέσπασεν εντελώς από του Νικίου, εις αυτόν εντελώς εμπιστευομένους, και θαυμάζοντας αυτού την μεγάλην ικανότητα και την σύνεσιν, ως ούσαν ανδρός ουχί του τυχόντος. Την δ' επαύριον συνήχθη ο δήμος, και εισήλθον προς αυτόν οι πρέσβεις. Ερωτηθέντες δε φιλοφρονέστατα υπό του Αλκιβιάδου υπό ποίους όρους ήλθον, είπον ότι δεν έχουσι πληρεξουσιότητα. Τότε αμέσως ο Αλκιβιάδης επέπεσε κατ' αυτών μετά κραυγών και οργής, ως αδικούμενος αυτός και ουχί ως αδικών, και τους εκάλει απίστους και παλιμβούλους, και ελθόντας επί σκοπώ ούτε να ειπώσιν ούτε να πράξωσί τι ορθόν. Ηγανάκτει δε και η βουλή, και ο δήμος ωργίζετο· ο δε Νικίας εκυριεύετο υπ' εκπλήξεως και κατηφείας διά των ανδρών την μεταβολήν, αγνοών την απάτην και τον δόλον.
ΙΕ. Ούτως απεπέμφθησαν οι Λακεδαιμόνιοι, και στρατηγός εκλεχθείς ο Αλκιβιάδης, κατέστησεν ευθύς τους Αργείους και τους Μαντινείς και τους Ηλείους (54) συμμάχους των Αθηναίων. Και τον μεν τρόπον της πράξεως ουδείς επήνει· το πραχθέν όμως υπ' αυτού ήτον μέγα, ότι διαίρεσε και εκλόνισε σχεδόν πάσαν την Πελοπόννησον, και εις μίαν ημέραν τόσας ασπίδας αντέταξε περί την Μαντίνειαν κατά των Λακεδαιμονίων, και διήγειρεν επ' αυτούς μακράν όλως των Αθηνών αγώνα και κίνδυνον, εις όν αν υπερίσχυον, η νίκη ουδέν μέγα πλεονέκτημα θα προσέθετεν εις αυτούς, αν δ' ενικώντο, δύσκολον θα ήτον η Λακεδαίμων να σωθή. Ευθύς δε μετά την μάχην, οι Χίλιοι (55) εν Άργει επιχείρησαν να καταλύσωσι τον δήμον και υποτάξωσιν εις εαυτούς την πόλιν. Ελθόντες δ' οι Λακεδαιμόνιοι, κατέλυσαν την δημοκρατίαν. Αλλ' οπλισθείς πάλιν ο δήμος υπερίσχυσε, και επελθών ο Αλκιβιάδης εξησφάλισε την νίκην εις τον δήμον, και τους έπεισε ν' ανεγείρωσι τα μακρά τείχη, και ενωθέντες μετά της θαλάσσης, να εξαρτήσωσιν εντελώς την πόλιν από της των Αθηναίων δυνάμεως. Και έφερε δε και τέκτονας και λιθουργούς εξ Αθηνών, και πάσαν εδείκνυε προθυμίαν, ευγνωμοσύνην και δύναμιν αποκτών δι' εαυτόν ουχί ήττον ή διά την πατρίδα του. Ομοίως δ' έπεισε και τους Πατρείς να συνάψωσι διά μακρών τειχών την πόλιν μετά της θαλάσσης. Και επειδή τις έλεγεν εις τους Πατρείς· «Οι Αθηναίοι θα σας καταπίωσιν,» «Ίσως, είπεν ο Αλκιβιάδης, κατ' ολίγον, και από τους πόδας· αλλ' οι Λακεδαιμόνιοι διά μιας και από την κεφαλήν.» Συγχρόνως δε συνεβούλευε τους Αθηναίους να φροντίζωσι και κατά ξηράν να είναι ισχυροί, και να κυρώσιν εμπράκτως τον όρκον όν οι έφηβοι έδιδον πάντοτε εις της Αγραύλου το ιερόν (56). Διότι ομνύουσιν, ως όρια της Αττικής να θεωρώσι τους σίτους, τας κριθάς, τας αμπέλους και τας ελαίας, διδασκόμενοι να καταστήσωσιν εδικήν των πάσαν την ήμερον και καρποφόρον χώραν.
ΙΣΤ. Αλλ' εν τω μέσω τοσούτων έργων πολιτικών, και λόγων, και φρονημάτων, και ικανότητος, πολλήν αφ' ετέρου εδείκνυε τρυφήν εις τον τρόπον του βίου του, και ακρασίαν εις τα φαγοπότια και τους έρωτας, και θηλυπρέπειαν εις την ενδυμασίαν του, έλκων πορφυράς εσθήτας διά της αγοράς, και πολιτέλειαν υπερήφανον, κόπτων τα καταστρώματα εις τας τριήρεις και απλών τα στρώματα εις ζώνας, ουχί εις σανίδας, όπως κοιμάται μαλακώτερον, και την ασπίδα του κατασκευάζων διάχρυσον, έχουσαν ως τύπον ουχί σημείον τι των πατέρων του, αλλ' έρωτα κεραυνοφόρον. Ταύτα βλέποντες, οι μεν επίσημοι πολίται εβδελύττοντο αυτά και ηγανάκτουν, αλλά και εφοβούντο συγχρόνως την αδιαφορίαν αυτού και την παρανομίαν, ως συμπτώματα τυραννικά και αλλόκοτα. Εξηγών δ' ο Αριστοφάνης ουχί κακώς την προς αυτόν διάθεσιν του δήμου λέγει ταύτα (57)·
Ποθεί, μισεί, και να τον έχη βούλεται.
Έτι δ' ισχυροτέρα είναι η επομένη αλληγορία·
Ποτέ μη τρέφης εις την πόλιν λέοντα·
ή εάν τρέφης, κλίνε εις τους τρόπους του.
Διότι αι συνεισφοραί και χορηγίαι αυτού, και όσα, πάσης υπερβολής ανώτερα, φιλοτίμως εδαπάνα υπέρ της πόλεως, και των προγόνων αυτού η δόξα, και του λόγου η δύναμις, και του σώματος το κάλλος, και η ευρωστία και η δύναμις μετά της πολεμικής εμπειρίας, έπειθον τους Αθηναίους να συγχωρώσι πάντα τ' άλλα, και να υποφέρωσιν αυτά μεθ' υπομονής, αποδίδοντες εις τας παρεκτροπάς του τα μετριώτερα ονόματα πάντοτε, και παιγνίδια ονομάζοντες αυτάς και φιλανθρωπίας. Τοιούτον τι ήτον και το να κατακλείση τον ζωγράφον Αγάθαρχον, και μετά ταύτα, αφ' ού εζωγράφησε την οικίαν του, να τον αφήση, πλούσια δώρα δους εις αυτόν (58). Και το να ραπίση τον Ταυρέαν (59), όστις αντεχορήγει (60), διότι εφιλοτιμείτο να κερδίση την νίκην· και το ότι έλαβε γυναίκα Μηλίαν εκ των αιχμαλώτων, και αποκτήσας έθρεψε παιδίον εξ αυτής. Τούτο το έλεγον φιλάνθρωπον· και όμως αυτός εγένετο αιτιώτατος του ν' αποσφαγώσιν ηβηδόν όλοι οι Μήλιοι, υποστηρίξας το περί τούτου ψήφισμα. Όταν δ' ο Αριστοφών (61) εξωγράφησε την Νεμέαν, έχουσαν εις τας αγκάλας της καθήμενον το Αλκιβιάδην, τότε όλοι έτρεχον και έβλεπον την εικόνα χαίροντες. Οι δ' αρχαιότεροι δυσηρεστούντο και διά ταύτα, θεωρούντες αυτά ως εις τυράννους ίδια και παράνομα. Και ο Αρχέστρατος δε (62) δεν εφαίνετο ατόπως λέγων ότι η Ελλάς δεν θα εδύνατο να υποφέρη δύο Θεμιστοκλείς. Απαντήσας δέ ποτε Τίμων ο μισάνθρωπος τον Αλκιβιάδην, μετά τινα μεγάλην αυτού επιτυχίαν θριαμβευτικώς προπεμπόμενον εκ της εκκλησίας, δεν επέρασεν εμπρός του, ουδέ τον απέφυγεν ως συνήθως έπραττε δι' άλλους, αλλ' ήλθε προς αυτόν και χαιρετήσας· «Καλά κάμνεις, τω είπεν, ω παι, αυξανόμενος, διότι αυξάνεις κακόν μέγα εις όλους τούτους.» Τότε μεν άλλοι εγέλων, άλλοι δ' ύβριζον αυτόν· είς τινας όμως επροξένησεν ο λόγος πολλήν εντύπωσιν. Ούτως αμφίβολος ην η περί αυτού υπόληψις διά του χαρακτήρος αυτού το ανώμαλον.
ΙΖ. Έτι δ' επί ζωής του Περικλέους επεθύμουν οι Αθηναίοι την Σικελίαν, και ευθύς μετά τον θάνατόν του ήρξαντο της επιχειρήσεως, και έστελλον τας λεγομένας βοηθείας και συμμαχίας προς τους λαούς όσοι εκάστοτε ηδικούντο υπό των Συρακουσίων, ως οχετούς αυτάς προς την μεγάλην εκστρατείαν μεταχειριζόμενοι. Ο δε προ πάντων την επιθυμίαν αυτών ταύτην παροξύνας, και παρακινήσας αυτούς να επιχειρήσωσι να καταστρέψωσι την νήσον ουχί κατά μέρος ουδέ κατ' ολίγον, αλλά διά μεγάλου στόλου εκπλεύσαντες, ήτον ο Αλκιβιάδης, τον δήμον μεγάλα να ελπίση πείσας, και αυτός μεγαλητέρων όρεξιν έχων· Διότι διενοείτο να είναι η Σικελία ως προς τας ελπίδας του, αρχή της εκστρατείας, και ουχί τέλος, καθώς οι άλλοι ενόμιζον. Και ο μεν Νικίας, θεωρών την άλωσιν των Συρακουσών έργον δύσκολον, απέτρεπε τον δήμον· ο δ' Αλκιβιάδης την Καρχηδόνα και την Λιβύην (63) ονειροπολών, και αφ' ού αύται εκυριεύοντο, κατέχων ήδη την Ιταλίαν και την Πελοπόννησον, εθεώρει την Σικελίαν σχεδόν ως απλούν πολέμου εφόδιον. Και οι μεν νέοι αμέσως εξήπτοντο διά των ελπίδων, και ήκουον τους γεροντοτέρους πολλά και θαυμάσια περί εκστρατείας διηγουμένους, και πολλοί εκάθηντο εις τας παλαίστρας και εις τα αμφιθέατρα, διαγράφοντες το σχήμα της νήσου, και την θέσιν της Λιβύης και της Καρχηδόνος. Αλλ' ο φιλόσοφος Σωκράτης και ο αστρολόγος Μέτων (64) λέγουσιν ότι ουδέν καλόν ήλπιζον διά την πόλιν εκ της εκστρατείας εκείνης, ο μεν διότι, ως φαίνεται, ήλθε και τον ειδοποίησε το σύνηθες αυτού δαιμόνιον (65)· ο δε Μέτων, είτε εκ σκέψεως φοβηθείς το μέλλον, είτε μαντείας τινά τρόπον μεταχειρισθείς, επροσποιήθη ότι εβλάβη τας φρένας, και λαβών δάδα καίουσαν, επεχείρησε να πυρπολήση την οικίαν του. Τινές δε λέγουσιν ότι μανίαν ουδόλως επροσποιήθη ο Μέτων, αλλ' ότι έκαυσε την νύκτα τον οίκον του, και έπειτα το πρωί εξελθών παρεκάλει και καθικέτευε, μετά την τοσαύτην συμφοράν να επιτραπή εις τον υιόν του να μη συνεκστρατεύση. Και επέτυχε την επιθυμίαν του, απατήσας τους πολίτας.
ΙH. Εξελέγη δε στρατηγός ο Νικίας παρά την θέλησίν του, αποφεύγων την αρχήν προς τοις άλλοις και διά τον συνάρχοντά του. Διότι εις τους Αθηναίους εφαίνετο ότι ο πόλεμος μάλλον θα ευδοκίμει αν δεν εστέλλετο ο Αλκιβιάδης άκρατος, αλλ' εις την τόλμην αυτού συνεμίγνυτο και η πρόνοια του Νικίου· καθ' όσον ο τρίτος στρατηγός Λάμαχος, καί τοι προβεβηκώς την ηλικίαν, δεν εφαίνετο όμως ολιγώτερον του Αλκιβιάδου θερμός και φιλοκίνδυνος κατά τους αγώνας. Όταν δ' έγινε διάσκεψις εν τω δήμω περί του πλήθους και του τρόπου των προπαρασκευών, ο Νικίας και τότε πάλιν επροσπάθει ν' αντισταθή και να εμποδίση τον πόλεμον. Αλλ' ο Αλκιβιάδης αντικρούσας αυτόν υπερίσχυσε, και τότε ο ρήτωρ Δημόστρατος (66) έγραψε ψήφισμα και είπεν ότι εις τους στρατηγούς πρέπει να δοθή πληρεξουσιότης και διά τας προπαρασκευάς, και δι' όλον τον πόλεμον. Επεκύρωσε δε τούτο ο δήμος, και όλοι ήσαν έτοιμοι ν' αποπλεύσωσιν· αλλά καλοί δεν ήσαν ουδέ της εορτής οι οιωνοί· διότι κατά τας ημέρας εκείνας συνέπιπτον τ' Αδώνια (67), και αι γυναίκες εξέθετον πολλαχού είδωλα όμοια προς νεκρούς ενταφιαζομένους, και ταφάς εμιμούντο κλαίουσαι, και έψαλλον θρήνους. Η δε περικοπή των Ερμών (68), ών οι πλείστοι, εντός μιάς νυκτός ηκρωτηριάσθησαν κατά τα πρόσωπα, συνετάραξε πολλούς εξ εκείνων οίτινες περιεφρόνουν τα τοιαύτα. Και ευρέθη μεν ότι οι Κορίνθιοι, αποίκους έχοντες τους Συρακουσίους, έπραξαν ταύτα επ' ελπίδι ότι ένεκα των οιωνών θ' ανεχαιτίζοντο οι Αθηναίοι, ή θα μετενόουν διά τον πόλεμον. Αλλ' εις το πλήθος δεν απετέλει εντύπωσιν ούτε ούτος ο λόγος, ούτ' εκείνοι των διισχυριζομένων ότι ουδέν υπήρχε κακόν σημείον, αλλ' οινοποσίας ακολάστων νέων αποτελέσματα, αρχομένων από παιγνιδίων, και τελευτώντων εις ασέβειαν. Εκλαμβάνοντες δε το γεγονός μετ' οργής και φόβου, και φρονούντες ότι ετολμήθη εκ συνωμοσίας διά πράγματα μεγάλα, εξετάζον αυστηρώς πάσαν αφορμήν υπονοίας, και η βουλή συνεδρίαζε προς τούτο, και ο δήμος συνήλθεν εις ολίγας ημέρας πολλάκις.
ΙΘ. Κατά τον αυτόν δε καιρόν ο δημαγωγός Ανδροκλής (69) παρουσίασε δούλους τινάς και μετοίκους (70), οίτινες κατηγόρουν τον Αλκιβιάδην και τους φίλους αυτού ότι και άλλα αγάλματα περιέκοψαν, και μεθύοντες απεμιμήθησαν τα μυστήρια. Έλεγον δ' ότι Θεόδωρος μέν τις εξετέλει το μέρος του κήρυκος, Πολυτίων (71) δε το του Δαδούχου, το δε του Ιεροφάντου ο Αλκιβιάδης, και οι άλλοι σύντροφοί του ότι ήσαν παρόντες, και εμυούντο δήθεν, μύστας ονομάζοντες αλλήλους. Ταύτα ήσαν γεγραμμένα εις την εισαγγελίαν (72) του Θεσσαλού, υιού του Κίμωνος, όστις κατήγγειλε τον Αλκιβιάδην δι' ασέβειαν προς τας Θεάς (73). Εκ τούτων ο δήμος ωργίζετο, και πικρώς διάκειτο προς τον Αλκιβιάδην, και ο Ανδροκλής, όστις ήτον εκ των ασπονδοτέρων εχθρών αυτού, παρώξυνε το πλήθος, ώστε κατ' αρχάς εταράχθησαν οι φίλοι του Αλκιβιάδου. Αλλ' ιδόντες ότι οι ναύται όσοι έμελλον ν' αποπλεύσωσιν εις Σικελίαν διέκειντο ευνοϊκώς προς αυτούς, ομοίως δε και οι στρατιώται, και ακούσαντες ότι οι Αργείοι και Μαντινείς, οίτινες ήσαν χίλιοι οπλίται, έλεγον αναφανδόν, ότι διά τον Αλκιβιάδην απέρχονται εις εκστρατείαν μακράν και υπερθαλάσσιον, αν δε κακώς τις κατ' αυτού προσφερθή, ότι αυτοί αμέσως αναχωρούσιν, έλαβον θάρρος, και παρέστησαν, όταν ήλθεν ο καιρός, ν' απολογηθώσιν, ώστε οι εχθροί των περιέστησαν πάλιν εις αθυμίαν και φόβους, μήπως κατά την κρίσιν ο δήμος φανή εξ ανάγκης ηπιώτερος προς αυτόν. Ετεχνάσθησαν επομένως να εγερθώσιν εις την εκκλησίαν του δήμου τινές ρήτορες, οίτινες εφαίνοντο εχθροί του Αλκιβιάδου, και τον εμίσουν ουχ ήττον των ομολογουμένων εχθρών του, και να ειπώσιν ότι άτοπον είναι, αφ' ού εξελέγη στρατηγός αυτοκράτωρ (74) τοσαύτης δυνάμεως, αφ' ού συνήλθον ο στρατός και οι σύμμαχοι, να χρονοτριβή ενόσω αυτοί εκλήρουν δικαστάς (75) και εμέτρουν το ύδωρ (76). «Και τώρα μεν, αγαθή τύχη, ας αποπλεύση· αφ' ού δε περατωθή ο πόλεμος, τότε ας απολογηθή κατά τους αυτούς νόμους.» Και δεν ηπατάτο μεν ο Αλκιβιάδης ως προς την κακοήθειαν της αναβολής, και προελθών έλεγεν ότι δεινόν είναι, αφήνων οπίσω του κατηγορίας καθ' εαυτού και διαβολάς, να στέλληται αβέβαιος μετά τοσαύτης δυνάμεως. Διότι πρέπει να θανατωθή μεν αν δεν αθωωθή εκ των κατηγοριών, αν δ' αθωωθή και φανή καθαρός, τότε να στραφή κατά των πολεμίων, χωρίς να φοβήται τους συκοφάντας.
Κ. Επειδή όμως δεν τους κατέπειθε, και τον διέταττον ν' αποπλεύση, ανεχώρησε μετά των συστρατήγων του, έχων τριήρεις μεν όχι πολύ ολιγωτέρας των εκατόν τεσσαράκοντα, οπλίτας δε πέντε χιλιάδας και εκατόν, τοξότας δε και σφενδονήτας και ψιλούς χιλίους τριακόσιους περίπου, και την άλλην ετοιμασίαν αξιόλογον. Φθάσας δ' εις την Ιταλίαν, και κυριεύσας το Ρήγιον, επρότεινε γνώμην κατά τίνα τρόπον πρέπει ο πόλεμος να διευθυνθή. Και ο μεν Νικίας ηναντιούτο· αλλ' ο Λάμαχος συνεφώνησε μετ' αυτού, και ούτω πλεύσας εις Σικελίαν εκυρίευσε την Κατάνην, άλλο δ' ουδέν έπραξε, διότι προσεκλήθη ευθύς υπό των Αθηναίων οπίσω ίνα κριθή. Διότι πρώτον μεν, ως ερρέθη, εκινήθησαν κατά του Αλκιβιάδου υπό δούλων και μετοίκων χλιαροί τινες υπόνοιαι και διαβολαί· έπειτα δε, οι εχθροί αυτού επί της απουσίας του σφοδρότερον καταφερόμενοι, και την εξύβρισιν των Ερμών μετά της των μυστηρίων συμπλέκοντες, ως γενομένας εκ μιας και της αυτής συνωμοσίας επί σκοπώ νεωτερισμού, τους μεν οπωσούν υπόπτους έρριψαν ακρίτους εις το δεσμωτήριον, ελυπούντο δε διότι δεν κατεψήφισαν τότε κατά του Αλκιβιάδου, και δεν τον έκρινον διά τοιαύτα εγκλήματα. Πας δ' οικείος ή φίλος ή σύντροφος αυτού, όστις υπέπεσεν εις την κατ' εκείνου οργήν, εύρεν αυτούς αμειλίκτους. Και ο μεν Θουκυδίδης παρέλειψε να ονoμάση τους καταμηνυτάς του· άλλοι δε ονομάζουσι τον Διοκλείδαν και τον Τεύκρον, και μεταξύ άλλων και ο κωμικός Φρύνιχος (77) ταύτα γράφων·