ΚΓ. Ως δ' εκομίσθησαν τα γράμματα ταύτα του Τιμολέοντος, και ήλθον και των Συρακουσίων οι πρέσβεις, και παρεκάλουν να επιμεληθώσι της πόλεως οι Κορίνθιοι, και να γίνωσιν εκ νέου πάλιν αυτής οικισταί, δεν ήρπασαν ούτοι ευθύς την ευκαιρίαν προς κόρεσιν της πλεονεξίας, ουδ' έλαβον την πόλιν αλλά πρώτον μεν, περιερχόμενοι τους ιερούς αγώνας εις την Ελλάδα και τας μεγίστας των πανηγύρεων, ανηγόρευον διά κηρύκων, ότι οι Κορίνθιοι καταλύσαντες την εν Συρακούσαις τυραννίδα, και διώξαντες τον τύραννον, καλούσι τους Συρακουσίους, και όν τινα θέλει των άλλων Σικελιωτών, να κατοικήσωσι την πόλιν, ελεύθεροι και αυτόνομοι, και την χώραν εξ ίσου και δικαίως διανεμηθέντες. Έπειτα δε, αγγελιαφόρους στέλλοντες εις την Ασίαν και τας νήσους, όπου ήκουσαν ότι κατώκουν διεσπαρμένοι φυγάδες, τους προσεκάλουν όλους να έλθωσιν εις την Κόρινθον, όθεν οι Κορίνθιοι έμελλον να τους πέμψωσιν ασφαλώς εις τας Συρακούσας, και πλοία και στρατηγούς να τοις χορηγήσωσιν ιδίαις δαπάναις. Ως δε ταύτα εκηρύττοντο, η μεν πόλις τον δικαιότατον και κάλλιστον απελάμβανεν έπαινον, και εζηλεύετο διότι ηλευθέρωσε μεν από των τυράννων, έσωσε δ' από των βαρβάρων και απέδιδεν εις τους πολίτας την χώραν οι δε συνελθόντες εις Κόρινθον, μη όντες αρκετοί το πλήθος, παρεκάλεσαν να λάβωσι συνοίκους εκ Κορίνθου και της άλλης Ελλάδος· και γενόμενοι ουχί ολιγώτεροι των δεκακισχιλίων, κατέπλευσαν εις τας Συρακούσας. Ήδη δε και εκ των διεσπαρμένων εις την Ιταλίαν και την Σικελίαν πολλοί συνήχθησαν περί τον Τιμολέοντα, και τότε εις αυτούς, εξήκοντα χιλιάδας γενομένους τον αριθμόν, ως λέγει ο Άθανις (251) διένειμε μεν την χώραν, επώλησε δε τας οικίας διά χίλια τάλαντα (252) δίδων ούτω συγχρόνως εις τους αρχαίους Συρακουσίους αφορμήν να εξαγοράσωσι τας εδικάς των, και ενταυτώ προμηθεύων ευπορίαν χρημάτων εις τον δήμους, όστις ούτως επένετο και προς όλα τ' άλλα και προς τον πόλεμον, ώστε και τους ανδριάντας επώλησε, και ψηφοφορία εγένετο περί εκάστου και κατηγορία, ως περί ανθρώπων εις ευθύνην υποβαλλομένων. Τότε δε λέγεται ότι οι Συρακούσιοι διετήρησαν τον ανδριάντα του παλαιού τυράννου Γέλωνος, εν ώ τους άλλους όλους κατεδίκασαν εν τη χειροτονία, διότι εσέβοντο και ετίμων τον άνδρα εκείνον ένεκα της νίκης ήν ενίκησε πλησίον της Ιμέρας κατά των Καρχηδονίων (253).
ΚΔ. Εν ώ δ' ούτως ανέζη και επληρούτο η πόλις, και πανταχόθεν συνέρρεον εις αυτήν πολίται, θέλων ο Τιμολέων και τας άλλας πόλεις να ελευθερώση, και εντελώς να εκριζώση εκ της Σικελίας τας τυραννίδας, εξεστράτευσεν εις τας χώρας αυτών, και τον μεν Ικέτην ηνάγκασε να χωρισθή από των Καρχηδονίων, και να συμφωνήση να κατεδαφίση τας ακροπόλεις, και να ζήση ως ιδιώτης εις τους Λεοντίνους· τον δε Λεπτίνην, όστις ετυράννει της Απολλωνίας (254) και πολλών άλλων κωμοπόλεων, επειδή παραδόθη όταν εκινδύνευεν ήδη να συλληφθή, δεν τον εθανάτωσεν, αλλά τον έπεμψεν εις την Κόρινθον, καλόν νομίζων να βλέπωσιν οι Έλληνες εν τη μητροπόλει ως φυγάδας και ταπεινώς ζώντας τους τυράννους της Σικελίας. Θέλων δε να ωφελώνται οι μισθοφόροι εκ της εχθρικής χώρας, και να μη μένωσιν αργοί, αυτός μεν επέστρεψεν εις τας Συρακούσας, όπως προσέξη εις της πολιτείας την αποκατάστασιν, και συνδιαθέση τα κυριώτατα και τα κάλλιστα μετά του Κεφάλου και του Διονυσίου, των νομοθετών οίτινες ήρχοντο εκ Κορίνθου· έπεμψε δε και τον Δείναρχον και τον Δημάρετον εις των Καρχηδονίων την επικράτειαν (255). Ούτοι δε, πόλεις πολλάς αποσπάσαντες από των βαρβάρων, ου μόνον αυτοί έζων εν αφθονία, αλλά και χρήματα παρεσκεύαζον διά τον πόλεμον, εξ όσων ελαφυραγώγουν.
ΚΕ. Εν τούτοις δ' οι Καρχηδόνιοι καταπλέουσιν εις το Λιλύβαιον (256), φέροντες εβδομήκοντα χιλιάδας στρατού, και τριήρεις διακοσίας, και πλοία άλλα χίλια, μηχανάς έχοντα και τέθριππα και σίτον άφθονον και τ' άλλα εφόδια, ως μέλλοντες να πολεμήσωσιν ουχί κατά μέρος πλέον, αλλά να διώξωσιν εξ όλης της Σικελίας τους Έλληνας· διότι η δύναμις εκείνη ήτον αρκούσα όπως καταβάλη τους Σικελιώτας και αν νοσηρώς δεν διέκειντο, και αν δεν είχον δι' αλλήλων εξαφανισθή. Ακούσαντες δ' ότι ελεηλατείτο η επικράτειά των, ευθύς μετ' οργής εκινήθησαν κατά των Κορινθίων, στρατηγούς έχοντες τον Ασδρούβαν και τον Αμίλκαν. Έφθασε δε ταχέως η αγγελία εις Συρακούσας, και τόσον κατεπλάγησαν οι Συρακούσιοι διά το μέγεθος της δυνάμεως, ώστε εκ τοσούτων μυριάδων μόλις τρισχίλιοι ετόλμησαν, λαβόντες τα όπλα, να ταχθώσιν υπό τον Τιμολέοντα· οι δε μισθοφόροι ήσαν τετρακισχίλιοι τον αριθμόν, και εκ τούτων πάλιν περί τους χιλίους δειλιάσαντες καθ' οδόν ανεχώρησαν, φρονούντες ότι δεν είχεν υγιείς ο Τιμολέων τας φρένας, αλλ' εμαίνετο παρ' ηλικίαν, και προς επτά μυριάδας εχθρών εβάδιζε μετά πεντακισχιλίων πεζών και χιλίων ιππέων, και έφερε την τοσαύτην δύναμιν οκτώ ημερών δρόμον μακράν των Συρακουσών, όθεν ούτε σωτηρίαν εδύναντο να ελπίσωσιν οι φεύγοντες, ούτε τάφον καν οι πεσόντες. Ενόμιζε δε κέρδος ο Τιμολέων ότι ούτοι φανεροί εγένοντο προ της μάχης· τους δε λοιπούς ενθαρρύνας, ταχέως επορεύθη προς τον Κρίμησον ποταμόν, όπου ήκουσεν ότι συνέρχονται οι Καρχιδόνιοι.
ΚΣΤ. Εν ώ δ' αυτός ανέβαινε τον λόφον, μεθ' όν έμελλον να ιδώσι το στράτευμα και την δύναμιν των εχθρών, τον απήντησαν ερχόμενοι ημίονοι φέροντες σέλινα· και εις τους στρατιώτας εφάνη ως αν ήτον κακόν το σημείον, διότι τα μνήματα των νεκρών συνηθίζομεν ως επί το πλείστον διά σελίνων να στεφανώμεν, και παροιμία τις επεκράτησεν εκ τούτου διά τον επικινδύνως νοσούντα, ότι χρειάζεται σέλινον. Θέλων λοιπόν ν' απαλλάξη αυτούς από της δεισιδαιμονίας, και να τοις αφαιρέση τους φόβους ο Τιμολέων, εσταμάτησε την πορείαν, και άλλα πολλά πρόσφορα προς τον καιρόν εις αυτούς ομιλήσας, είπεν ότι ο στέφανος φερόμενος εις αυτούς προ της νίκης, αυτομάτως ήλθεν εις χείρας των· διότι οι Κορίνθιοι στεφανούσι διά σελίνου τους νικώντας τα Ίσθμια, ως ιερόν, και πάτριον θεωρούντες τούτο το στέμμα, και τότε ακόμη, των Ισθμίων, ως τώρα των Νεμείων (257), σέλινον ήτον ο στέφανος. Το πάλαι δε δεν εγίνετο χρήσις της πεύκης. Ομιλήσας λοιπόν ο Τιμολέων, ως ερρέθη, προς τους στρατιώτας, έλαβε σέλινα και εστέφη πρώτος αυτός, και έπειτα οι περί αυτόν αρχηγοί και το πλήθος. Οι δε μάντεις ιδόντες δύο αετούς οίτινες επέτων προς αυτούς, και ο μεν είς έφερε δράκοντα εις τους όνυχάς του, ο δ' έτερος επέτα μεγαλοφώνως κλαγκάζων και θαρραλέως, έδειξαν αυτούς εις τους στρατιώτας, και όλοι ετρέποντο εις προσευχάς των θεών και εις παρακλήσεις.
ΚΖ. Το έτος ήτον τότε κατά την αρχήν του θέρους, και λήγων ο Θαργηλίων (258), επλησίαζεν ήδη εις τας τροπάς του ηλίου. Επειδή δε πολλήν ανέδιδεν ομίχλην ο ποταμός, κατ' αρχάς μεν εκρύπτετο υπό σκότος η πεδιάς, και ουδέν εφαίνετο των εχθρών· βοή δ' αμφίβολος και συγκεχυμένη ανέβαινε προς τον λόφον επάνω, όταν ανίστατο τοσούτος στρατός. Ως δ' αναβάντες εις τον λόφον εστάθησαν οι Κορίνθιοι, και κατά γης αφέντες τας ασπίδας ανεπαύοντο, ο ήλιος προχωρών ανεβίβαζε την αναθυμίασιν, και ο θολός αήρ αθροιζόμενος πρός τα υψηλά και συμπυκνούμενος, εκάλυψεν υπό νέφη τας ακρωρείας. Εκαθαρίσθησαν δ' οι τόποι υπό τους πόδας αυτών, και εφάνη ο Κρίμησος, και είδον τους εχθρούς διαβαίνοντας αυτόν, πρώτα μεν τα τέθριππα, καταπληκτικώς προς τον αγώνα παρεσκευασμένα, κατόπιν δε τούτων δεκακισχίλιοι οπλίται λευκάσπιδες. Τούτους εξέλαβον ως Καρχηδονίους ως εκ της λαμπρότητος του οπλισμού, και εκ της βραδύτητος και της τάξεως της πορείας αυτών. Μετά δε τούτους ήρχετο ο χείμαρος των άλλων εθνών, και διέβαινον αντωθούμενοι και μετά πολλής ταραχής· ώστε εννοήσας ο Τιμολέων ότι ο ποταμός τω έδιδε την αφορμήν να λάβη εκ των εχθρών τόσους μεθ' όσων θέλει να πολεμήση, και ειπών εις τους στρατιώτας να ιδώσι την φάλαγγα ότι είχε διαλυθή υπό του ρεύματος, και άλλοι μεν είχον ήδη διαβή, άλλοι δ' έμελλον να διαβώσι, διέταξε τον Δημάρετον να λάβη τους ιππείς και να ορμήση κατά των Καρχηδονίων, και να συνταράξη τας γραμμάς αυτών πριν έτι παραταχθώσιν. Ο ίδιος δε, καταβάς εις την πεδιάδα, τα μεν κέρατα έδωκεν εις τους άλλους Σικελιώτας, εγκαταμίξας εις εκάτερον καί τινας ξένους. Εν τω μέσω δε, λαβών πέριξ του τους Συρακουσίους και των μισθοφόρων το μαχιμώτατον, ολίγον μεν περιέμνεινε, παρατηρών των ιππέων το κίνημα. Ως δ' είδεν ότι τα άρματα, τρέχοντα εμπρός της τάξεως, δεν άφηνον αυτούς να προσβάλωσι τους Καρχηδονίους, και ότι όπως μη συνταραχθώσιν ηναγκάζοντο εις συνεχείς εξελιγμούς, και εις πυκνάς επιστροφάς και εφόδους, λαβών την ασπίδα του, και κράξας προς τους πεζούς να τον ακολουθήσωσι και να έχωσι θάρρος, εφάνη ότι εξέπεμπε φωνήν υπερφυσικήν και μείζονα της συνήθους, είτε διότι εις το πάθος κατά των αγώνα και τον ενθουσιασμόν ούτω την επέτεινεν, είτε διότι, ως τότε οι πλείστοι επίστευσαν, θεός τις ανέκραζε μετ' αυτού. Απέδωκε δε ταχέως την κραυγήν ο στρατός, και τον προέτρεψε να τους οδηγήση και να μην αργή. Τότε διά σημείου διέταξε τους ιππείς να παρελάσωσιν έξω παρά την τάξιν των αρμάτων, και να προσβάλωσι κατά πλευράν τους εχθρούς· αυτός δε, τους προμάχους πυκνώσας και συνασπίσας, και κελεύσας την σάλπιγγα να ηχήση, ώρμησε κατά των Καρχηδονίων.
ΚΗ. Ούτοι δε, την μεν πρώτην προσβολήν υπέμεινον ανδρείως, και απέφευγον τας πληγάς των δοράτων, διότι είχον κατάφρακτα τα σώματά των εις σιδηρούς θώρακας και χαλκάς περικεφαλαίας, και εκαλύπτοντο υπό μεγάλας ασπίδας. Όταν δ' εις ξίφη κατήντησεν ο αγών, απαιτών τέχνην ουχ ήττον ή ρώμην, εξαίφνης από των βουνών βρονταί φοβεραί εξερρήγνυντο, και πυρώδεις κατήρχοντο αστραπαί. Έπειτα δε το σκότος καταβάν από των λόφων και των κορυφών εις την μάχην μετά βροχής και ανέμου και χαλάζης, εις μεν τους Έλληνας επέπιπτεν όπισθεν και κατά νώτον, των δε βαρβάρων εκτύπα τα πρόσωπα, και ήστραπτεν εις τους οφθαλμούς των, και λαίλαψ υγρά και συνεχής κατεφέρετο συγχρόνως από των συννέφων. Ταύτα δε πολύ τους ενώχλουν, και μάλιστα τους απείρους· ουχ ήττον δε φαίνεται ότι τους έβλαψαν αι βρονταί, και των όπλων ο πάταγος, όταν εκτύπα αυτά η ραγδαία βροχή και η χάλαζα, διότι δεν ηκούοντο των αρχηγών τα προστάγματα. Προσέτι δε, επειδή οι Καρχηδόνιοι δεν ήσαν ελαφροί κατά τον οπλισμόν, αλλά, καθώς είπομεν, όλοι κατάφρακτοι, εμπόδιον ήτον εις αυτούς ο πηλός, και οι κόλποι των χιτώνων των πληρούμενοι ύδατος, ώστε ήσαν βαρείς εις τον αγώνα και δυσκίνητοι, ευκόλως δ' ερρίπτοντο κατά γης υπό των Ελλήνων, και αφ' ού έπιπτον, δεν εδύναντο πλέον να ανεγερθώσιν εκ του πηλού μετά των όπλων των. Προσέτι και ο Κρίμησος εξεχείλισε διά το πλήθος των διαβαινόντων, μεγάλως ήδη και υπό των βροχών αυξηθείς, και η περί αυτόν πεδιάς, διατεμνομένη υπ' αυλάκων και φαράγγων πολλών, επληρούτο ρευμάτων μη εχόντων εκροήν, και εις αυτά κατακυλιόμενοι οι Καρχηδόνιοι, δυσκόλως εξήρχοντο. Τέλος δε, εν ώ η κακοκαιρία εξηκολούθει, οι Έλληνες κατέβαλον την πρώτην τάξιν αυτών, άνδρας τετρακοσίους, και τότε το πλήθος όλον ετράπη εις φυγήν. Και πολλούς μεν επρόφθανον εις την πεδιάδα και τους εφόνευον, πολλούς δ' ο ποταμός, απαντωμένους μετά των έτι διαβαινόντων, τους κατέβαλλε, και παρασύρων αυτούς τους έπνιγε, πλείστους δε θέλοντας να σωθώσιν εις τους λόφους, τρέχοντες κατόπιν οι ψιλοί, τους εθανάτουν. Λέγεται δ' ότι δέκα χιλιάδες εφονεύθησαν, και ότι εξ αυτών τρισχίλιοι ήσαν Καρχηδόνιοι (259)· μέγα πένθος εις την πόλιν αυτών! διότι ούτε κατά το γένος, ούτε κατά τον πλούτον, ούτε κατά την δόξαν δεν υπήρχον άλλοι εκείνων ανώτεροι, ούτε μνημονεύεται ότι απέθανον πρότερον ποτέ εις μίαν μάχην τοσούτοι εξ αυτών των Καρχηδονίων· αλλά Λίβυας ως επί το πλείστον και Ίβηρας και Νομάδας μετεχειρίζοντο εις τας μάχας, ώστε όταν ενικώντο, άλλοι εβλάπτοντο.
ΚΘ. Γνωστή δ' έγινεν εις τους Έλληνας η δόξα των πεσόντων, από των λαφύρων. Οι λαφυραγωγούντες ουδ' εφρόντιζον καν περί των σιδηρών και χαλκών αντικειμένων· τοσούτον άφθονος ήτον ο άργυρος, άφθονος δε και ο χρυσός, ότε, διαβάντες τον ποταμόν, εκυρίευσαν το στρατόπεδον μετά των υποζυγίων. Εκ δε των αιχμαλώτων οι μεν περισσότεροι εκλάπησαν υπό των στρατιωτών, εις το κοινόν δ' εδείχθησαν πεντακισχίλιοι τον αριθμόν. Εκυριεύθησαν δε και διακόσια τέθριππα. Καλλίστην δε και μεγαλοπρεπεστάτην θέαν εδείκνυε του Τιμολέοντος η σκηνή, διότι πέριξ αυτής εσωρεύθησαν παντοδαπά λάφυρα, και μεταξύ αυτών εξετέθησαν χίλιοι μεν θώρακες εξαίρετοι το κάλλος και την εργασίαν, ασπίδων δε δέκα χιλιάδες. Και ολίγοι πολλούς λαφυραγωγούντες και πολλάς έχοντες ωφελείας, μόλις την τρίτην ημέραν μετά την μάχην έστησαν τρόπαιον. Ομού δε μετά της φήμης της νίκης, έπεμψεν, ο Τιμολέων εις Κόρινθον τα ωραιότατα των αιχμαλώτων όπλων, θέλων η πατρίς του να γίνη ζηλωτή εις όλους τους ανθρώπους, και όλοι να βλέπωσιν εις εκείνην μόνην μεταξύ των ελληνικών πόλεων τους επιφανεστάτους ναούς ουχί δι' ελληνικών κεκοσμημένους λαφύρων, ουδέ λυπηρά έχοντας μνημόσυνα αναθημάτων εκ φόνου ομοφύλων και συγγενών, αλλά βαρβαρικά λάφυρα, διά καλλίστων επιγραφών δηλούντα την ανδρείαν και την δικαιοσύνην των νικητών, ότι «οι Κορίνθιοι και Τιμολέων ο στρατηγός, ελευθερώσαντες από των Καρχηδονίων τους Έλληνας τους κατοικούντας την Σικελίαν, αφιέρωσαν ταύτα εις τους Θεούς ως ευχαριστήρια.»
Λ. Μετά ταύτα αφήσας εις την εχθρικήν χώραν τους μισθοφόρους να λεηλατώσι των Καρχηδονίων την επικράτειαν, επέστρεψεν ο ίδιος εις τας Συρακούσας, και τους χιλίους μισθοφόρους εκείνους οίτινες τον εγκατέλιπον προ της μάχης επεκήρυξεν από της Σικελίας, και πριν ή δύση ο ήλιος τους ηνάγκασε να εξέλθωσι των Συρακουσών. Και ούτοι μεν, διαπλεύσαντες εις την Ιταλίαν, εφονεύθησαν δι' απιστίας των Βρεττίων, και τοιαύτην τιμωρίαν τοις επέβαλεν ο Θεός διά την προδοσίαν των. Ο δε Μάμερκος, ο τύραννος της Κατάνης, και ο Ικέτης, είτε φθονούντες τα κατορθώματα του Τιμολέοντος, είτε φοβούμενοι αυτόν, και μη εμπιστευόμενοι εις αυτόν, ως άσπονδον εχθρόν των τυράννων, συνεμάχησαν προς τους Καρχηδονίους, και τους προσεκάλεσαν να στείλωσι δύναμιν και στρατηγόν, αν δεν θέλωσι ν' απολέσωσιν όλως διόλου την Σικελίαν. Ούτως έπλευσεν ο Γέσκων, πλοία μεν έχων εβδομήκοντα, μισθοφόρους δε προσλαβών Έλληνας, εν ώ πριν ποτέ οι Καρχηδόνιοι δεν είχον μεταχειρισθή Έλληνας· τότε δε τους εθαύμασαν ως ακαταμαχήτους, και μαχιμωτάτους όλων των ανθρώπων. Συνενωθέντες δ' όλοι ομού εις την Μεσσηνίαν (260) εφόνευσαν τετρακοσίους ξένους επικούρους, ούς είχε στείλει ο Τιμολέων. Εις δε των Καρχηδονίων την επικράτειαν, περί τας καλουμένας Ιεράς (261), ενεδρεύσαντες, εφόνευσαν τους μετ' Ευθύμου του Λευκαδίου μισθοφόρους. Εκ τούτων δε προ πάντων έγινε περίφημος η ευτυχία του Τιμολέοντος. Διότι ούτοι ήσαν εξ εκείνων οίτινες μετά Φιλοδήμου του Φωκέως και μετά του Ονομάρχου κατέλαβον τους Δελφούς και μετέσχον της ιεροσυλίας (262). Επειδή δε πάντες τους εμίσουν, και εφυλάττοντο απ' αυτών ως επικαταράτων, επλανώντο εις την Πελοπόννησον, και παρέλαβεν αυτούς ο Τιμολέων, μη έχων άλλους στρατιώτας. Φθάσαντες δ' εις Σικελίαν, ενίκησαν μεν εις όλας τας μάχας όσας επολέμησαν μετ' εκείνου. Αφ' ού δ' ετελείωσαν οι πλείστοι και μέγιστοι των αγώνων, σταλέντες υπ' αυτού άλλου να βοηθήσωσι, κατεστράφησαν και εξολοθρεύθησαν, όχι όλοι ομού, αλλά κατά μέρος, και η εις αυτούς προφανώς επιβληθείσα καταδίκη ήτον προς ευτυχίαν του Τιμολέοντος τοιαύτη, ώστε να μη αποβαίνη εις βλάβην των αγαθών ή των πονηρών τιμωρία. Επομένως των θεών η ευμένεια προς τον Τιμολέοντα απεδείχθη θαυμασίως ου μόνον εις τα κατορθώματα αυτού, αλλά προσέτι και εις τας πράξεις εις άς απέτυχεν.
ΛΑ. Αλλ' ο λαός των Συρακουσίων ωργίζετο υπό των τυράννων περιοριζόμενος· διότι ο Μάμερκος, όστις εμεγαλοφρόνει ως γράφων ποιήματα και τραγωδίας, εκόμπαζε και διά την νίκην του επί των μισθοφόρων· και τας ασπίδας αναθείς εις τους Θεούς, επέγραψεν εις αυτάς ελεγείον υβριστικόν·
«Ταύτας, ασπίδας οστρειογραφείς
(263),
χρυσελεφαντηλέκτρους
(264),
έχομεν δι' ευτελών λάβει ασπίδων ημείς.»
Αφ' ού δε ταύτα έγινον, και ο Τιμολέων εξεστράτευσεν εις Καλαυρίαν (265), ο Ικέτης εισώρμησεν εις την Συρακουσίαν, και πολλά λαβών λάφυρα, και πολλά αυτήν βλάψας και υβρίσας, απήλθε παρ' αυτήν την Καλαυρίαν, καταφρονών τον Τιμολέοντα διότι ολίγους είχε στρατιώτας. Εκείνος δε, αφείς αυτόν να προχωρήση, τον παρηκολούθησε διώκων αυτόν μετά ψιλών και ιππέων. Ως δ' ενόησε τούτο ο Ικέτης, αφ' ού διέβη τον Δαμυρίαν ποταμόν, εστάθη αμυντικήν θέσιν λαμβάνων· διότι θάρρος τω έδιδεν η δυσκολία της διαβάσεως και το κρημνώδες της εκατέρωθεν όχθης. Εις δε τους ιλάρχους (266) του Τιμολέοντος ενέπεσε δεινή έρις και φιλονεικία, ήτις επέφερε της μάχης αναβολήν· διότι ουδείς αυτών ήθελε να διαβή ύστερος των άλλων κατά των εχθρών, αλλ' έκαστος ήθελεν αυτός να προταγωνιστήση· και τάξιν ουδεμίαν είχεν η διάβασις, ως ωθούντο και παρέτρεχον ο είς τον άλλον. Θέλων επομένως ο Τιμολέων να κληρώση τους αρχηγούς, έλαβε παρ' εκάστου δακτύλιον, και αφ' ού έβαλεν όλους τους δακτυλίους εις την χλαμύδα του και τους ανέμιξε, έδειξε τον πρώτον, όστις κατά τύχην είχε γλυφήν της σφραγίδος τρόπαιον. Ως δ' είδον τούτο οι νεανίσκοι, μετά χαράς ανακράζοντες, δεν περιέμεινον πλέον τον άλλον κλήρον, και όσον ταχύτερον εδύνατο έκαστος διαβάντες τον ποταμόν, ήλθον εις χείρας μετά των εχθρών. Ούτοι δε δεν υπέμεινον την βίαν αυτών, αλλά φεύγοντες, έρριπτον, όλοι ανεξαιρέτως τα όπλα των, και έπεσαν και χίλιοι φονευθέντες.
AΒ. Ολίγον δε μετά ταύτα, εις των Λεοντίνων την χώραν στρατεύσας ο Τιμολέων, συλλαμβάνει τον Ικέτην ζώντα, και τον υιόν αυτού Ευπόλεμον, και τον ίππαρχον Εύθυμον, υπό των στρατιωτών δεθέντας και εις αυτόν κομισθέντας. Και ο μεν Ικέτης και ο νεανίσκος, ως τύραννοι και προδόται τιμωρηθέντες, εθανατώθησαν. Ο δ' Εύθυμος, ανήρ αγαθός ων εις τους πολέμους, και διά της τόλμης αυτού διακρινόμενος, δεν έτυχεν οίκτου, διότι κατηγορήθη ως ειπών βλασφημίαν τινά κατά των Κορινθίων. Ερρέθη δηλαδή ότι, όταν οι Κορίνθιοι εξεστράτευσαν κατ' αυτών, δημηγορών εις τους Λεοντίνους, είπεν ότι ουδέν έγινε φοβερόν ή δεινόν αν
«Κορίνθιαι γυναίκες εκ του οίκου των
εξήλθον.
(267)»
Ούτως οι πολλοί των ανθρώπων αγανακτούσιν εκ λόγων μάλλον ή εκ πράξεων πονηρών, και δυσκολώτερον υποφέρουσι την ύβριν παρά την βλάβην. Και η μεν δι' έργων άμυνα επιτρέπεται ως αναγκαία εις τους πολεμούντας· αι δ' ύβρεις, αποτέλεσμα φαίνονται ούσαι πολλού μίσους ή πολλής κακίας.
ΛΓ. Αφ' ού δ' επανήλθεν ο Τιμολέων, οι Συρακούσιοι δικάσαντες τα θυγατέρας του Ικέτου επ' εκκλησίας, τας εθανάτωσαν (268). Τούτο δε το έργον φαίνεται πάντων των του Τιμολέοντος αξιομεμπτότερον διότι, αν εκείνος ήθελε να το εμποδίση, δεν θα εφονεύοντο ούτως αύται. Φαίνεται δ' ότι τας παρέβλεψε, και τας αφήκεν εις τον θυμόν των πολιτών, οίτινες εξεδίκησαν επ' αυτών τον Δίωνα, τον αποβαλόντα τον Διονύσιον. Διότι ο Ικέτης ήτον ο καταποντίσας ζώσας την γυναίκα του Δίωνος Αρετήν, και την αδελφήν αυτού Αριστομάχην, και τον υιόν του, παίδα έτι όντα, ως εγράψαμεν εις τον βίον του Δίωνος.
ΛΔ. Μετά δε ταύτα, στρατεύσας κατά του Μαμέρκου εις την Κατάνην, εύρεν αυτόν εις αντίστασιν παραταχθέντα περί το ρεύμα την Άβολον (269), και νικήσας, τον έτρεψεν εις φυγήν, και εφόνευσεν υπέρ τους δισχιλίους, ων μέρος ουκ ολίγον ήσαν οι υπό Γέσκωνος πεμφθέντες επίκουροι Φοίνικες. Μετά ταύτας τας πράξεις οι Καρχηδόνιοι μετά παρακλήσεων έκλεισαν ειρήνην μετ' αυτού, επί συμφωνία αυτοί μεν να έχωσι την εντός του Αλύκου χώραν (270), εις δε τους θέλοντας να μετοικώσι προς τους Συρακουσίους να δίδωσι τας περιουσίας και τας οικογενείας των, και να παύσωσι πάσαν συμμαχίαν μετά των τυράννων. Ο δε Μάμερκος, το θάρρος απολέσας και τας ελπίδας, απέπλευσεν εις την Ιταλίαν, όπως φέρη Λευκανούς (271) κατά του Τιμολέοντος και των Συρακουσίων. Αλλ' οι μετ' αυτού εκπλεύσαντες, στρέψαντες τας τριήρεις οπίσω, επανήλθον εις Σικελίαν, και παρέδωκαν εις τον Τιμολέοντα την Κατάνην. Τότε, αναγκασθείς και αυτός, κατέφυγεν εις Μεσσήνην προς τον Ίππωνα, όστις ήτον της πόλεως τύραννος. Αλλ' ο Τιμολέων επήλθε κατ' αυτών και τους επολιόρκησε κατά γην και κατά θάλασσαν· και ο μεν Ίππων, αποδιδράσκων επί πλοίου, συνελήφθη, και παραλαβόντες αυτόν οι Μεσσήνιοι, και τους υιούς αυτού εκ των σχολείων, και ως θέαμα κάλλιστον του τυράννου την τιμωρίαν νομίζοντες, τους έφερον εις το θέατρον, και βασανίσαντες αυτούς, τους εφόνευσαν. Ο δε Μάμερκος παρεδόθη εις τον Τιμολέοντα, επί τω όρω του να δικασθή υπό των Συρακουσίων, χωρίς όμως να τον κατηγορήση ο Τιμολέων. Εκομίσθη επομένως εις Συρακούσας, και προελθών εις τον δήμον, επεχείρησε ν' απαγγείλη λόγον τινά ον είχε προ πολλού συνθέσει ο ίδιος. Αλλ' επειδή θόρυβος ηγείρετο, και έβλεπε την εκκλησίαν ανένδοτον, ώρμησε, ρίψας το ιμάτιόν του, διά μέσου του θεάτρου (272), και τρέχων έθραυσε την κεφαλήν του εις έν εκ των βάθρων διά ν' αποθάνη. Δεν έτυχεν όμως τοιούτου τέλους, αλλ' απήχθη ζων έτι, και υπέστη των ληστών την ποινήν (273).
ΛΕ. Τας τυραννίδας λοιπόν κατά τούτον τον τρόπον εξήλειψεν ο Τιμολέων, και έπαυσε τους πολέμους. Την όλην δε νήσον εξηγριωμένην εκ των κακών παραλαβών, και υπ' αυτών των ιδίων αυτής κατοίκων μεμισημένην, εις τοσούτον βαθμόν την εξημέρωσε και την κατέστησε ποθητήν εις όλους, ώστε και ξένοι ήρχοντο να κατοικήσωσιν εκεί, όθεν πριν απεδίδρασκον αυτοί οι πολίται. Διότι την Ακράγαντα και την Γέλαν (274), πόλεις μεγάλας, ερημωθείσας υπό των Καρχηδονίων μετά τον αττικόν πόλεμον (275), κατώκησαν τότε, την μεν ο Μέγελλος και ο Φέριστος πλεύσαντες εξ Ελέας (276), την δε ο Γοργός εκ Κέου (277), και συναγαγόντες τους αρχαίους πολίτας, υπό τούτων δ' ηγαπάτο ο Τιμολέων, διότι ου μόνον παρέσχεν εις τας ιδρύσεις αυτών ασφάλειαν και γαλήνην, αλλά και τ' άλλα πάντα συμπαρεσκεύασε μετά πάσης προθυμίας, ως αν ήτον ο ίδιος οικιστής αυτών. Και πάντες δ' οι άλλοι ομοίως διέκειντο προς αυτόν, ώστε ούτε πολέμου κατάλυσις, ούτε νόμων θέσις, ούτε χώρας κατοικισμός, ούτε πολιτείας διάταξις εφαίνετο καλώς έχουσα, αν εκείνος δεν συνέπραττε και δεν συνδιέθετεν, ως ανώτατος καλλιτέχνης εις του έργου την αποπεράτωσιν θεοφιλή τινα και πρέπουσαν χάριν προσθέτων.
ΛΣΤ. Επί των χρόνων αυτού πολλοί μεγάλοι εγένοντο Έλληνες και μεγάλα κατώρθωσαν, ως ο Τιμόθεος (278), και ο Αγησίλαος, και ο Πελοπίδας, και ο Επαμινώνδας, όν προ πάντων εφιλοτιμείτο ο Τιμολέων να μιμηθή. Αλλ' αι πράξεις εκείνων είχον την λαμπρότητα μετά βίας τινός και μετά κόπου συναναμεμιγμένην, καί τινες αυτών δεν έμεινον άνευ μομφής και άνευ μετανοίας. Εις δε τα έργα του Τιμολέοντος, εξαιρουμένης της πράξεως εις ήν εξ ανάγκης εκινήθη κατά του αδελφού του, ουδέν υπάρχει εφ' ού να μη πρέπη, ως λέγει ο Τίμαιος, το του Σοφοκλέους επιφώνημα (279).
«Θεοί! τις Αφροδίτη, ή τις Ίμερος
(280)
συνέπραξε μ' εκείνον;
(281)»
Διότι, ως η μεν ποίησις του Αντιμάχου (282) και τα ζωγραφήματα του Διονυσίου (283), των Κολοφωνίων (284), ισχύν έχοντα και τόνον, φαίνονται βεβιασμένα και μετά κόπου γενόμενα, εις δε τας εικόνας του Νικομάχου (285) και εις του Ομήρου τους στίχους, εν ώ έχουσι δύναμιν και χάριν, φαίνεται όμως αριδήλως ότι ευκόλως και φυσικώς εξειργάσθησαν, ούτω προς τας στρατηγίας του Επαμινώνδου και του Αγησιλάου, αίτινες υπήρξαν πολύπονοι, και επετύγχανον δι' αγώνων δυσκόλων, ανεξεταζομένη η του Τιμολέοντος, και πολύ έχουσα το κάλλος συγχρόνως και την ευκολίαν, φαίνεται ουχί έργον τέχνης, αλλ' ικανότητος ευτυχούσης. Εκείνος όμως πάντα τα κατορθώματα αυτού απέδιδεν εις την τύχην, και εις την πατρίδα του προς τους φίλους γράφων, και δημηγορών προς τους Συρακουσίους, πολλάκις είπεν ότι γνωρίζει χάριν εις τον Θεόν, διότι, θέλων να σώση την Σικελίαν, αυτού προς τούτο μετεχειρίσθη το όνομα. Εις δε την οικίαν του ίδρυσεν ιερόν της Αυτοματίας (286), και εθυσίασεν εις αυτήν· αυτήν δε την οικίαν καθιέρωσεν εις τον ιερόν Δαίμονα. Κατώκει δ' οικίαν εκλεχθείσαν δι' αυτόν ως βραβείον της στρατηγίας του υπό των Συρακουσίων, ως τω έδωκαν και το τερπνότερον μέρος και κάλλιστον των αγρών. Εις τούτους δε διέμενε τον περισσότερον καιρόν, και εκεί έφερεν εξ Ελλάδος και την γυναίκα και τα παιδία του. Ποτέ δε δεν επέστρεψεν εις την Κόρινθον, ουδ' ανεμίγη εις τους ελληνικούς θορύβους, ουδέ παρεδόθη εις τον πολιτικόν φθόνον, εις όν ναυαγούσιν οι πλείστοι των στρατηγών, εξ απληστίας τιμών και δυνάμεων αλλά διεβίωσεν εκεί, απολαμβάνων τα καλά όσα αυτός κατώρθωσε. Τούτων δε το μέγιστον ήτον το να βλέπη να ευδαιμονώσιν εξ αιτίας του τοσαύται πόλεις και μυριάδες ανθρώπων.
ΛΖ. Επειδή δε πρέπει, ως φαίνεται, ου μόνον πας κορυδαλός να έχη λόφον εις την κεφαλήν, αλλά και πάσα δημοκρατία συκοφάντην, επετέθησαν και κατά του Τιμολέοντος δυο των δημαγωγών, ο Λαφύστιος και ο Δημαίνετος. Και ο μεν Λαφύστιος εις δίκην τινά τω εζήτει εγγύησιν, διό οι πολίται εθορύβουν και ήθελον να τον εμποδίσωσιν· αλλ' ο Τιμολέων δεν τους αφήκεν, ειπών ότι εκών αυτός υπέστη τοσούτους πόνους και τοσούτους κινδύνους, όπως δύναται ο βουλόμενος των Συρακουσίων να ποιήται χρήσιν των νόμων. Προς δε τον Δημαίνετον, όστις τον κατηγόρησε πολύ εις την εκκλησίαν διά την στρατηγίαν του, ουδέν απήντησεν· είπε δ' ότι χάριν εις τους Θεούς χρεωστεί, αυτήν εκείνην ήν τοις εζήτησε, βλέπων τους Συρακουσίους γενομένους κυρίους της ελευθερίας του λόγου. Αφ' ού δ' ομολογουμένως κατώρθωσεν έργα μέγιστα και κάλλιστα όλων των συγχρόνων αυτού Ελλήνων, και μόνος ηρίστευσεν εις τας πράξεις εκείνας εις άς παρεκίνουν πάντοτε οι σοφισταί διά πανηγυρικών λόγων τους Έλληνας· και εκ μεν των εγχωρίων κακών, άτινα κατείχον την αρχαίαν Ελλάδα, εκομίσθη υπό της τύχης μακράν, αναίμακτος και καθαρός, την δ' ικανότητα και την ανδρείαν του επέδειξεν εις τους βαρβάρους και τους τυράννους, εις τους Έλληνας δε και εις τους φίλους την πραότητα και την δικαιοσύνην του· τα δε πλείστα τρόπαια των αγώνων του έστησεν άνευ δακρύων και άνευ πένθους των πολιτών, παραδούς την Σικελίαν εις τους εγκατοίκους αυτής, εντός ολιγωτέρων των οκτώ ετών, καθαράν κακών και νόσων αιωνίων και συμφυών. Εις δε την πρεσβυτικήν ηλικίαν του ησθάνθη αμβλυνομένην την όρασίν του, και μετ' ολίγον εντελώς ετυφλώθη, ούτε δους αυτός αφορμήν, ούτε εξ ιδιοτρόπου καταδρομής της τύχης, αλλ', ως φαίνεται, εξ αιτίας τινός και διαθέσεως οικογενειακής, ήτις ενείργησε μετά του καιρού· διότι λέγεται ότι και πολλοί των συγγενών του απώλεσαν ούτω την όρασιν εις το γήρας απομαρανθείσαν. Ο δ' Άθανις (287) λέγει ότι επί του πολέμου έτι του προς τον Ίππωνα και τον Μάμερκον, εις το στρατόπεδον το κατά τας Μυλλάς (288), τω επήλθε γλαύκωμα εις τους οφθαλμούς, και όλοι προφανώς προείδον την τύφλωσιν· αλλ' ότι διά τούτο δεν εγκατέλιπε την πολιορκίαν, αλλ' επιμείνας εις τον πόλεμον, συνέλαβε τους τυράννους· άμα δ' επανήλθεν εις τας Συρακούσας, ότι παρητήθη της υπερτάτης αρχηγίας, και παρεκάλεσε τους πολίτας να τον απαλλάξωσιν, αφ' ού τα πράγματα είχον φθάσει εις κάλλιστον τέλος.
ΛH. Και ολιγώτερον πρέπει να θαυμάση τις αυτόν ότι υπέμεινε την συμφοράν αλύπως· αξιοθαύμαστοι δε μάλιστα ήσαν οι Συρακούσιοι διά την τιμήν και την ευγνωμοσύνην ήν απέδειξαν προς τον άνδρα αφ' ού ετυφλώθη, ότε ήρχοντο μεν και αυτοί εις τας θύρας του, έφερον δε και τους παρεπιδημούντας ξένους εις την οικίαν και το χωρίον του, ίνα ιδώσι τον ευεργέτην αυτών, αγαλλόμενοι και μεγαλοφρονούντες ότι επροτίμησε παρ' αυτοίς να εγκαταβιώση, καταφρονήσας την λαμπροτάτην επάνοδον εις την Ελλάδα, ήν τα κατορθώματά του τω παρεσκεύασαν. Και πολλά μεν και μεγάλα εις τιμήν εκείνου και εγράφοντο και επράττοντο· ουδενός δ' αυτών κατώτερον ήτον ότι εψήφισεν ο δήμος των Συρακουσίων, οσάκις συμπέση πόλεμος αυτών προς αλλοφύλους, να λαμβάνωσι Κορίνθιον στρατηγόν. Ωραίον δε θέαμα, και έντιμον δι' αυτόν παρίστα και το εις τας εκκλησίας γινόμενον· διότι τ' άλλα όλα δι' εαυτών κρίνοντες, εις τας μεγίστας διασκέψεις εκείνον εκάλουν. Ούτος δε, διά της αγοράς υπό ζεύγους συρόμενος, εκομίζετο εις το θέατρον, και εισήγετο επ' αυτής της αμάξης, καθώς εκάθητο. Και ο μεν δήμος τον ησπάζετο, ομοφώνως προσαγορεύων αυτόν· εκείνος δε, αντασπαζόμενος το πλήθος, και καιρόν τινα αφήνων διά τας ευφημίας και τους επαίνους, έπειτα ήκουε το συζητούμενον, και έδιδε γνώμην. Αφ' ού δ' αύτη ενεκρίνετο διά χειροτονίας, οι μεν υπηρέται πάλιν απεκόμιζον διά του θεάτρου το ζεύγος, οι δε πολίται, διά βοής και κρότου προπέμψαντες αυτόν, τας λοιπάς δημοσίας αποφάσεις διεπραγματεύοντο καθ' εαυτούς.
ΛΘ. Ενώ δ' ούτως εγηροτροφείτο εν τιμή και ευνοία, ως πατήρ κοινός, εκ μικράς αφορμής προστεθείσης εις την ηλικίαν, απέθανεν. Εδόθησαν δ' ημέραι τινές εις μεν τους Συρακουσίους όπως παρασκευάσωσι τα της ταφής του, εις δε τους περιοίκους και ξένους όπως συνέλθωσι· και κατά τ' άλλα λαμπράς έτυχε κηδείας, και νεανίσκοι διά ψήφου εκλεχθέντες, έφερον κεκοσμημένον τον νεκρικόν κράββατον διά των ανακτόρων του Διονύσου, άτινα δεν ήσαν κατεδαφισμένα, και πολλαί μυριάδες ανδρών και γυναικών τον προέπεμπον. Ήτον δ' η θέα αυτών εορτάσιμος, διότι πάντες ήσαν εστεφανωμένοι, και εφόρουν ενδύματα καθαρά, φωναί δε και δάκρυα, συγκεκραμένα μετά μακαρισμού του αποθανόντος, ενέφαινον ουχί τιμής τυπικήν ένδειξιν, ουδέ λειτουργίαν τινά εκ συνθήκης, αλλά πόθον δίκαιον, και αφοσίωσιν ευνοίας αληθινής. Τέλος δε, όταν η κλίνη ετέθη εις την πυράν, ο Δημήτριος, όστις ήτον ο μεγαλοφωνότατος των τότε κηρύκων, ανεκήρυξε τοιούτον κήρυγμα, πρότερον γεγραμμένον· «Ο δήμος των Συρακουσίων τούτον τον Τιμολέοντα Τιμοδήμου, Κορίνθιον, θάπτει διά διακοσίων μνων (289)· ετίμησε δ' αυτόν εις αιώνα τον άπαντα δι' αγώνων μουσικών, ιππικών, γυμνικών διότι τους τυράννους καταλύσας, και τους βαρβάρους καταπολεμήσας, και τας μεγίστας των κατεστραμμένων πόλεων κατοικίσας, απέδωκε τους νόμους εις τους Σικελιώτας.» Ενεταφίασαν δε το σώμα εις την αγοράν, και στοάς ύστερον περιεγείραντες, και παλαίστρας ενοικοδομήσαντες, προσδιώρισαν ταύτα εις γυμνάσιον των νέων, και ωνόμασαν αυτό Τιμολεόντειον. Αυτοί δε το πολίτευμα και τους νόμους μεταχειριζόμενοι τους υπ' αυτού τεθέντας, έμειναν επί πολύν χρόνον ευδαιμονούντες.
ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΠΑΥΛΟΣ
Α. Δι' άλλους μεν συνέβη ν' αρχίσω γράφων τους βίους εγώ, επέμεινα δε και
εξηκολούθησα ήδη δι' εμαυτόν, προσπαθών ως εις κάτοπρον να βλέπω εις την
ιστορίαν, και να διακοσμώ όσον δύναμαι και ν' αφομοιώ τον βίον μου προς
εκείνων τας αρετάς· διότι συνδιαίτησιν και συμβίωσιν ομοιάζει προ πάντων το
πράγμα, όταν δεχόμενοι και παραλαμβάνοντες έκαστον αυτών διά της ιστορίας ως
εις φιλοξενίαν, αναθεωρώμεν «πόσος και ποίος τις ήτον»
(290) τα
κυριώτερα και τα κάλλιστα των πράξεων αυτού προς γνώσιν λαμβάνοντες.
«Φευ! ποία ταύτης έστι μείζων ηδονή (291)»,
και ενεργότερα προς ηθών επανόρθωσιν; Και ο μεν Δημόκριτος (292) λέγει ότι πρέπει να ευχώμεθα όπως τυγχάνωμεν ειδώλων ευτυχών, και όπως κατέρχονται προς ημάς εκ του περιέχοντος τα συμφωνούντα μεθ' ημών και χρηστά μάλλον παρά τα φαύλα και τα μοχθηρά (293), εισαγαγών εις την φιλοσοφίαν λόγον ουχί αληθή, και παρεκτρέποντα προς απεράντους δεισιδαιμονίας. Ημείς δε, διά της περί την ιστορίαν ενασχολήσεως, και διά της συνηθείας της συγγραφής, παρασκευάζομεν ημάς αυτούς εις το να δεχώμεθα πάντοτε εις τας ψυχάς ημών τας μνήμας των αρίστων και δοκιμωτάτων· και αν η σχέσις των ανθρώπων μεθ' ών διαιτώμεθα εξ ανάγκης, φαύλον τι έχουσα ή αγενές ή κακόηθες, προσβάλλη ημάς δι' αυτού, ν' αποκρούωμεν αυτό και να το αποβάλλωμεν, στρέφοντες προς τα κάλλιστα των παραδειγμάτων ιλαράν την διάνοιαν και πραείαν. Εκ τούτων σοι πέμπω διά του παρόντος τον βίον Τιμολέοντος του Κορινθίου και τον του Αιμιλίου Παύλου, ανδρών ών ου μόνον αι προαιρέσεις αλλά και αι τύχαι υπήρξαν αγαθαί προς τα πράγματα, ώστε θέλει αμφισβητηθή αν δι' ευτυχίας μάλλον ή διά φρονήσεως κατώρθωσαν των έργων αυτών τα μέγιστα.
Β. Οι πλείστοι συγγραφείς ομολογούσιν ότι ο οίκος των Αιμιλίων ήτον εκ των ευπατριδών και των παλαιών. Ότι δ' ο πρώτος αυτών, όστις και εις το γένος κατέλιπε την επωνυμίαν του, ήτον ο Μάμερκος, υιός Πυθαγόρου του σοφού (294) διά την γλυκύτητα και χάριν του λόγου του Αιμύλιος (295) προσαγορευθείς, είπον τινές, οίτινες απέδωκαν εις τον Πυθαγόραν την εκπαίδευσιν του βασιλέως Νουμά (296). Και οι πλείστοι μεν των εκ της οικίας ταύτης εις δόξαν προαχθέντων ευτύχησαν διά της αρετής ήν εζήλωσαν. Του δε Λευκίου Παύλου το κατά τας Κάννας ατύχημα έδειξε και την φρόνησιν συγχρόνως και την ανδρείαν αυτού, διότι μη δυνηθείς να πείση τον συνάρχοντα αυτού, και να τον εμποδίση του να πολεμήση, εις μεν την μάχην άκων συνέπραξε μετ' αυτού, της δε φυγής δεν συμμετέσχεν, αλλ' όταν ο συνάψας την μάχην εγκατέλιπεν αυτήν, αυτός σταθείς και μαχόμενος κατά των εχθρών εφονεύθη. Τούτου η μεν θυγάτηρ Αιμιλία ενυμφεύθη τον μέγαν Σκηπίωνα· ο δ' υιός Παύλος Αιμίλιος, περί ού ταύτα γράφονται, εις ηλικίαν ελθών κατά καιρόν εφ' ού ήνθουν δόξαι και αρεταί επιφανεστάτων ανδρών και μεγίστων, διέλαμψεν ουχί ζηλώσας τα επιτηδεύματα των νέων οίτινες ευδοκιμούσιν, ουδέ την ιδίαν μετ' αυτών οδόν απ' αρχής πορευθείς· διότι ούτε εις λόγους ησχολείτο δικαστικούς, και τους ασπασμούς και τας δεξιώσεις και φιλοφροσύνας, δι' ών κολακεύοντες πολλοί τον δήμον απέκτων αυτού την εύνοιαν, θεραπευτικοί και σπουδαίοι λεγόμενοι, παρέλιπεν εντελώς, αν και προς αμφότερα ήτον ευφυής· αλλ' επιζητών μάλλον την απ' ανδρείας και δικαιοσύνης και πίστεως δόξαν, ως εκατέρου κρείττονα, και κατά τούτο διέφερε των ομηλίκων του απ' αρχής.
Γ. Η πρώτη δε των επισήμων αρχών ήν εζήτησεν υπήρξεν η αγορανομία (297), και προεκρίθη εκ δώδεκα υποψηφίων, οίτινες λέγεται ότι μετά ταύτα πάντες υπάτευσαν. Γενόμενος δ' ιερεύς των Αυγούρων ονομαζομένων (298), ούς οι Ρωμαίοι αναδεικνύουσιν επισκόπους και φύλακας της δι' ορνίθων και διοσημειών μαντικής, ούτως εσεβάσθη τα πάτρια ήθη, και κατενόησε την των παλαιών περί τα θεία ευλάβειαν, ώστε την ιερωσύνην, ήτις εφαίνετο έντιμός τις υπηρεσία, και επιζήτητουν άλλοι ένεκα δόξης, ανέδειξε μίαν των υπερτάτων τεχνών, και εδικαίωσε τους φιλοσόφους, όσοι ώρισαν την ευσέβειαν επιστήμην της των θεών θεραπείας. Διότι τα πάντα ετελούντο υπ' αυτού μετά σπουδής και μετ' εμπειρίας, και απείχε πάσης άλλης εργασίας όταν περί αυτής επρόκειτο, και ουδέν παρέλειπεν ή εκαινοτόμει, μετά των συνιερέων πάντοτε και περί των μικρών φιλονεικών, και διδάσκων ότι, αν νομίζη τις ότι το θείον είναι εύκολον και δεν δυσαρεστείται διά τας τοιαύτας αμελείας, εις την πόλιν όμως δύσκολον είναι να συγχωρή τα τοιαύτα και να τα παραβλέπη. Διότι ουδείς εξ αρχής αμέσως διά μεγάλου παρανομήματος μετακινεί την πολιτείαν, αλλά και αυτήν των μεγίστων την τήρησιν καταστρέφουσιν οι παραμελούντες την ακρίβειαν περί τα μικρά. Ουχ ήττον δ' απεδείκνυτο και των στρατιωτικών ηθών και παραδόσεων εξεταστής και φύλαξ, και στρατηγών δεν εδημαγώγει, ουδέ, ως οι πλείστοι τότε, εθήρευε δευτέρας αρχάς χαριζόμενος εις των πρώτων την διαχείρησιν, και πράως προσφερόμενος προς τους αρχομένους, αλλ' ως τις άλλων οργίων έμπειρος ιερεύς, εξήγει τα καθ' έκαστα των κατά τας στρατείας εθίμων, και φοβερός ών εις τους απειθούντας και παραβαίνοντας, ανώρθου την πατρίδα, και σχεδόν εθεώρει την επί των εχθρών νίκην ως πάρεργον της των πολιτών παιδεύσεως.
Δ. Επεκράτει τότε ο πόλεμος όν είχον οι Ρωμαίοι προς Αντίοχον τον μέγαν (299), και οι επιτηδειότατοι των στρατηγών αυτών ήσαν κατ' εκείνου απεσταλμένοι, όταν άλλος πόλεμος ηγέρθη εκ δυσμών, και μεγάλα κινήματα έγιναν εις την Ιβηρίαν. Εις τούτον εστάλη ο Αιμίλιος στρατηγός, έχων ουχί έξ πελέκεις (300), όσους έχουσιν οι στρατηγούντες, αλλά προσλαβών άλλους τόσους, ώστε η επισημότης της εξουσίας αυτού ωμοίασε την υπατικήν. Ενίκησε δε δις τους βαρβάρους εκ παρατάξεως, και εφόνευσε περί τας τριάκοντα χιλιάδας αυτών. Φαίνεται δ' ότι τούτο υπήρξε προφανές της στρατηγικής αυτού ικανότητος κατόρθωμα, διότι ωφεληθείς εκ της καταλληλότητος των χωρίων, και διάβασίν τινα ποταμού ενεργήσας, διευκόλυνε την νίκην εις τους στρατιώτας. Υπέταξε δε πόλεις διακοσίας πεντήκοντα, δεχθείσας αυτόν εκουσίως. Αφείς δε την επαρχίαν κατηρτισμένην εν ειρήνη και πίστει, επανήλθεν εις Ρώμην, ουδέ κατά μίαν δραχμήν εκ της εκστρατείας γενόμενος ευπορώτερος. Ήτον δε και κατά τ' άλλα αργός μεν εις το ν' αποκτά, δαπανηρός δε και αφειδής της περιουσίας του. Αύτη δε δεν ήτον πολλή, αλλά μόλις εξήρκεσε μετά τον θάνατον αυτού εις απόδοσιν της οφειλομένης προικός εις την γυναίκα του.
Ε. Ενυμφεύθη δε την Παπιρίαν, θυγατέρα του Μάσωνος (301), ανδρός υπατικού, και αφ' ού πολύν καιρόν συνώκησε μετ' αυτής, αφήκε τον γάμον, ει και άριστα τέκνα απ' αυτής αποκτήσας. Διότι αύτη τω εγέννησε τον κλεινότατον Σκηπίωνα και τον Μάξιμον Φάβιον. Αιτία δε γραπτή της διαξεύξεως αυτού δεν περιήλθεν εις ημάς, αλλά φαίνεται ότι αληθής είναι λόγος τις όστις ερρέθη περί της των γάμων διαλύσεως. Ανήρ Ρωμαίος εχώριζε την γυναίκα του· οι δε φίλοι του ενουθέτουν αυτόν· «Δεν είναι σώφρων; τω έλεγον, δεν είναι εύμορφος; δεν είναι γόνιμος;» Αλλ' εκείνος, δείξας το υπόδημά του (κάλτιον (302) καλούσαν αυτό οι Ρωμαίοι)· «Δεν είναι ωραίον αυτό; απήντησε, δεν είναι καινούργιον; Αλλά τις εξ υμών ημπορεί να γνωρίζη ποίον μέρος του ποδός μου θλίβει;» Και τω όντι μεγάλα μεν και πασίγνωστα σφάλματα εγένοντο αιτίαι διαζυγίων άλλων γυναικών· δι' άλλας δε, αηδία τις, και των ηθών δυσαρμοστία, και μικρά τινα και πυκνά παραπτώματα, άγνωστα εις τους άλλους, απεχθείας επιφέρουσιν ασυμβιβάστους εις τα συνοικέσια. Ούτω λοιπόν ο Αιμίλιος, χωρισθείς της Παπιρίας, ενυμφεύθη άλλην, και τους δύο παίδας ούς αυτή εγέννησεν είχεν εις την οικίαν του, τους δε προτέρους έδωκε θετούς εις τους μεγίστους οίκους και εις τα επιφανέστατα γένη, τον μεν πρεσβύτερον εις το του Μαξίμου Φαβίου, του πεντάκις υπατεύσαντος· τον δε νεώτερον υιοθετήσας ο υιός του Αφρικανού Σκηπίωνος, εξάδελφόν του όντα, ωνόμασε Σκηπίωνα. Εκ δε των θυγατέρων του Αιμιλίου την μεν ενυμφεύθη ο υιός του Κάτωνος, την δ' άλλην ο Αίλιος Τουβέρων, ανήρ άριστος, και εκείνος μεταξύ των Ρωμαίων, όστις την πενίαν υπέμεινε μεγαλοπρεπέστατα· διότι δεκαέξ ήσαν οι συγγενείς, Αίλιοι όλοι· είχον δ' οικίσκον μικρότατον, και έν χωρίον ήρκει εις όλους, μίαν έχοντας εστίαν μετά πολλών παίδων και γυναικών. Μεταξύ τούτων ήτον και η θυγάτηρ τούτου του Αιμιλίου, του δις υπατεύσαντος και δις θριαμβεύσαντος, μη αισχυνομένη την πενίαν του ανδρός της, αλλά θαυμάζουσα την αρετήν αυτού δι' ήν ήτον πένης. Οι σημερινοί δ' αδελφοί και συγγενείς, αν διά κλιμάτων (303) και ποταμών και διατειχισμάτων δεν χωρίσωσι τα κοινά κτήματα, και ευρύχωρον δεν λάβωσιν απ' αλλήλων απόστασιν, δεν παύουσι φιλονεικούντες. Ταύτα παρέχει η ιστορία άξια παρατηρήσεως και σκέψεως εις τους θέλοντας και αυτοί να σωθώσιν.
ΣΤ. Ο δ' Αιμίλιος, ύπατος εκλεχθείς (304), εξεστράτευσε κατά των παρά τας Άλπεις Αιγύων, ούς τινες και Λιγυστίνους ονομάζουσιν, έθνος μάχιμον και θυμοειδές, πείραν δε του πολέμου λαμβάνον παρά των Ρωμαίων διά την γειτνίασιν· διότι νέμονται τα έσχατα και προς τας Άλπεις καταλήγοντα μέρη της Ιταλίας, και εξ αυτών των Άλπεων όσα βρέχονται υπό του Τυρρηνικού πελάγους και αντικρύζουσι την Λιβύαν (305), μεμιγμένοι μετά Γαλατών και των παραλίων Ιβήρων. Τότε δε, περιτρέχοντες την θάλασσαν εις σκάφη πειρατικά, αφήρουν και διήρπαζον τα εμπορεύματα μέχρι των Ηρακλείων στηλών αναπλέοντες. Όταν λοιπόν επήλθε κατ' αυτών ο Αιμίλιος, τεσσαράκοντα χιλιάδες γενόμενοι, αντέστησαν κατ' αυτού· έχων δ' εκείνος μόνον οκτακισχιλίους, προσέβαλεν αυτούς, αν και πενταπλασίους, τους έτρεψεν εις φυγήν, και εις τα τείχη κατακλείσας αυτούς, τοις απεύθυνε προτάσεις φιλανθρώπους και συμβιβαστικάς· διότι οι Ρωμαίοι δεν ήθελον να εξολοθρεύσωσιν εντελώς το έθνος των Λιγύων, κείμενον ως περίφραγμα εμπρός αυτών η προπύργιον, και εμποδίζον τα κινήματα δι' ών οι Γαλάται πάντοτε ηπείλουν την Ιταλίαν. Εμπιστευθέντες λοιπόν εις τον Αιμίλιον, τω παρέδωσαν και τα πλοία των και τας πόλεις· και αυτός τας μεν πόλεις ουδόλως ηδίκησε, και τα τείχη μόνον κρημνίσας, τας απέδωκεν εις αυτούς· τα πλοία όμως τοις αφήρεσεν όλα, και ουδέν τοις αφήκε τρισκάλμου (306) μεγαλήτερον· τους δε συλληφθέντος υπ' αυτών διέσωσε, πολλούς ευρεθέντας και Ρωμαίους και ξένους. Ύστερον δε, ει και πολλάκις εφάνη ότι ήθελε πάλιν να υπατεύση, και άπαξ μάλιστα ετέθη και υποψήφιος, αποτυχών όμως και παροραθείς, έμενεν ήσυχος του λοιπού, εις των ιερών αφιερωμένος την επιμέλειαν, και εξασκών τους υιούς του εις μεν την επιχώριον και πάτριον παιδείαν, καθώς αυτός εξησκείτο, εις δε την ελληνικήν έτι φιλοτιμότερον. Διότι ου μόνον γραμματικοί, και σοφισταί, και ρήτορες, αλλά και πλάσται, και ζωγράφοι, και ίππων και σκύλων επιστάται, και κυνηγίου διδάσκαλοι Έλληνες ήσαν περί τους νεανίσκους. Ο δε πατήρ αυτών, αν δεν υπήρχε δημόσιόν τι εμπόδιον, παρευρίσκετο πάντοτε εις τας μελέτας και τα γυμνάσια αυτών, φιλότεχνος ών ως ουδείς έτερος των Ρωμαίων.
Ζ. Ήτον δε τότε των δημοσίων πράξεων ο καιρός, καθ' όν πολεμούντες κατά Περσέως, του βασιλέως των Μακεδόνων, κατηγόρουν τους στρατηγούς, ότι εξ απειρίας και ατολμίας διεχειρίζοντο αισχρώς και καταγελάστως τα πράγματα, και εκακοποιούντο μάλλον υπό των εχθρών ή ό,τι τους εκακοποίουν. Αφ' ού Αντίοχον, τον επικληθέντα Μέγαν, υποχωρήσαντα εκ της άλλης Ασίας, εδίωξαν επέκεινα του Ταύρου και τον κατέκλεισαν εις την Συρίαν, ευχαρίστως διά δεκαπέντε χιλιάδων ταλάντων τας συνθήκας ταύτας εξαγοράσαντα· αφ' ού ολίγον πρότερον εν Θεσσαλία συνέτριψαν τον Φίλιππον (307) και ηλευθέρωσαν τους Έλληνας από των Μακεδόνων· αφ' ού και τον Αννίβαν κατεπολέμησαν, προς όν ουδείς βασιλεύς εδύνατο να παραβληθή κατά τόλμην ή κατά δύναμιν, ενόμιζον ουχί ανεκτόν να είν' εμπεπλεγμένοι μετά του Περσέως, ως ίσοι προς ίσον της Ρώμης αντίπαλον, και επί πολύν χρόνον να πολεμή αυτός τους Ρωμαίους διά των λειψάνων της πατρικής ήττης· αγνοούντες ότι νικηθείς ο Φίλιππος, κατέστησε των Μακεδόνων την δύναμιν πολύ ισχυροτέραν και μαχιμωτέραν. Ταύτα θέλω βραχέως διηγηθή, αρχόμενος άνωθεν.