WeRead Powered by ReaderPub
Πλουτάρχου Βίοι Παράλληλοι - Τόμος 3 / Αλκιβιάδης - Κοριολάνος - Τιμολέων - Αιμίλιος Παύλος - Πελοπίδας - Μάρκελλος cover

Πλουτάρχου Βίοι Παράλληλοι - Τόμος 3 / Αλκιβιάδης - Κοριολάνος - Τιμολέων - Αιμίλιος Παύλος - Πελοπίδας - Μάρκελλος

Chapter 12: ΠΕΛΟΠΙΔΑΣ
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

A collection of parallel biographies recounts the births, public careers, campaigns, private habits, and notable incidents of several classical leaders, using anecdote and testimony to render character portraits. Each life mixes chronological narrative with moral and psychological observation, emphasizing how personal virtues and failings shaped political choices and fortunes. Comparative passages set paired figures against one another to illuminate contrasts in temperament, strategy, and civic conduct, while reported speeches and episodes punctuate assessments. The work privileges illustrative episodes and ethical appraisal over exhaustive chronology, inviting readers to draw lessons about leadership, reputation, and the interaction of character and public life.

ΚΘ. Αφ' ού δ' ωργάνισε τα πάντα καλώς, αποχαιρετίσας τους Έλληνας, και παρακαλέσας τους Μακεδόνας να ενθυμώνται την ελευθερίαν ήν τοις έδωκαν οι Ρωμαίοι, και να διατηρώσιν αυτήν δι' ευνομίας και ομονοίας, απήλθεν εις την Ήπειρον, έχων ψήφισμα της συγκλήτου να ωφελήση εκ λεηλασίας των εκεί πόλεων τους στρατιώτας όσοι επολέμησαν μετ' αυτού κατά του Περσέως. Θέλων δε να επιπέση καθ' όλων συγχρόνως, και εν ώ ουδείς τον περιέμενεν, εμήνυσε και ήλθον προς αυτόν δέκα οι πρώτοι εξ εκάστης πόλεως, και διέταξεν αυτούς όσος άργυρος και χρυσός υπήρχεν εις τας οικίας και τα ιερά, να τον φέρωσιν εις αυτόν εν ημέρα ρητή. Μεθ' εκάστων δ' εξ αυτών έστειλεν, ως δι' αυτό τούτο δήθεν, και φρουράν στρατιωτών, και ταξίαρχον προσποιούμενον ότι ζητεί και παραλαμβάνει το χρυσίον. Όταν δ' έφθασεν η ημέρα, εις ένα και τον αυτόν καιρόν ορμήσαντες όλοι ομού, ετράπησαν εις επιδρομήν και διαρπαγήν των πόλεων· ώστε εντός μιάς ώρας εξηνδραποδίσθησαν εκατόν πεντήκοντα χιλιάδες ανθρώπων, επορθήθησαν δε πόλεις εβδομήκοντα· από τόσης δε φθοράς και τοσούτου ολέθρου έκαστος στρατιώτης δεν έλαβε περισσοτέρας των ένδεκα δραχμών. Έφριξαν δ' όλοι οι άνθρωποι διά το τέλος του πολέμου, καθ' ό κατεκερματίσθη ολόκληρον έθνος, όπως προμηθευθή εις έκαστον τόσον μικρόν μέρισμα και κέρδος.

Λ. Πράξας δε τούτο ο Αιμίλιος, όλως παρά την φύσιν αυτού, ήτις ήτον χρηστή και επιεικής, κατέβη εις Ωρικόν (345) και εκείθεν διαβάς εις την Ιταλίαν μετά των δυνάμεων, ανέπλευσε τον Θύβριν (346) ποταμόν επί της βασιλικής εκκαιδεκήρους (347), κατακεκοσμημένης δι' όπλων αιχμαλώτων, διά φοινικίδων και πορφυρών, ώστε οι Ρωμαίοι, παρακολουθούντες την ναόν ήτις προς τον κτύπον των κωπίων βραδέως επροχώρει, την προέπεμπον ών πανηγυρίζοντες έξωθεν θριαμβευτικήν τινα θέαν πομπής. Οι δε στρατιώται, εποφθαλμιάσαντες τα βασιλικά χρήματα, επειδή δεν έτυχον τόσων όσα ηξίουν, ωργίζοντο μεν κρυφίως διά τούτο, και ηγανάκτουν κατά του Αιμιλίου· φανερώς δε τον κατηγόρουν ότι ήτον προς αυτούς αρχών βαρύς και δεσποτικός, και δεν ανταπεκρίθησαν πολύ προθύμως εις την επιθυμίαν ήν είχε να τελέση θρίαμβον. Εννοήσας δε τούτο ο Σέρβιος Γάλβας, όστις ήτον του Αιμιλίου εχθρός, και είς των υπ' αυτόν χιλιάρχων, ετόλμησεν αναφανδόν να ειπή ότι δεν πρέπει να τω δοθή ο θρίαμβος. Πολλάς δε διασπείρας εις το πλήθος των στρατιωτών διαβολάς κατά του στρατηγού, και την κατ' αυτού οργήν έτι μάλλον διερεθίσας, εζήτει παρά των δημάρχων και άλλην ημέραν, διότι δεν τω ήρκει εκείνη προς την κατηγορίαν, αν και είχε τέσσαρας έτι ώρας επιλοίπους. Οι δε δήμαρχοι τω είπον να ειπή ό,τι θέλει· και τότε αρχίσας λόγον μακρόν και ύβρεων πλήρη παντοδαπών, κατηνάλωσε της ημέρας τον χρόνον. Ως δ' έγινε σκότος, οι μεν δήμαρχοι έλυσαν την εκκλησίαν, οι δε στρατιώται θρασύτεροι γενόμενοι, συνέδραμον προς τον Γάλβαν, και συνασπισθέντες, περί την αυγήν κατέλαβον το Καπιτώλιον διότι οι δήμαρχοι εκεί έμελλον να συναθροίσωσι την εκκλησίαν.

ΛΑ. Άμα δ' εξημέρωσε, προέβησαν εις την ψηφοφορίαν, και η πρώτη φυλή εψήφισε κατά του θριάμβου. Ως δ' ενόησε το πράγμα ο άλλος δήμος και η σύγκλητος, το μεν πλήθος, λυπούμενον ότι υβρίζετο ο Αιμίλιος, φωνάς εξέπεμπεν απράκτους· οι δ' επισημότατοι των βουλευτών, βοώντες ότι το γινόμενον ήτον δεινόν, παρεκίνουν αλλήλους να επιληφθώσι της αναιδείας και της θρασύτητος των στρατιωτών, ήτις έμελλεν εις παν άνομον και βίαιον έργον να εκτραχηλισθή, αν ουδέν τους εκώλυε ν' αφαιρέσωσιν από του Αιμιλίου Παύλου τας επινικίους τιμάς. Διασχίσαντες επομένως τον όχλον και αναβάντες αθρόοι, είπον εις τους δημάρχους ν' αναβάλωσι την ψηφοφορίαν μέχρις ού εκθέσωσιν όσα θέλουσιν εις το πλήθος. Ως δ' έπαυσαν πάντες, και έγινε σιωπή, ανελθών ανήρ υπατικός, όστις διά προκλήσεων είχε φονεύσει εικοσιτρείς εχθρούς, ο Μάρκος Σερβίλιος, είπεν ότι, «πόσον μέγας στρατηγός ήτον ο Αιμίλιος Παύλος, ήδη προ πάντων το εννοεί, βλέπων ότι στράτευμα έχων τόσης γέμον κακίας και απειθείας, τόσω καλάς και μεγάλας πράξεις κατώρθωσε δι' αυτού· θαυμάζει δε τον δήμον, αν χαίρων διά τους κατά των Ιλλυριών και Λιγύων θριάμβους, στερή εαυτόν εκ φθόνου της ευχαριστήσεως του να ιδή ζώντα τον βασιλέα των Μακεδόνων, και του Αλεξάνδρου και του Φιλίππου την δόξαν αιχμάλωτον φερομένην υπό των ρωμαϊκών όπλων. Διότι, είπε, πώς δεν είναι δεινόν, ότι πριν, όταν διεδόθη φήμη αβέβαιος εις την πόλιν περί της νίκης, σεις εθύσατε εις τους θεούς, ευχόμενοι τον λόγον τούτον ταχέως να ιδήτε πραγματοποιούμενον· όταν δ' ήλθεν ο στρατηγός μετά της αληθούς νίκης, αφαιρείτε ήδη από μεν των θεών την τιμήν, αφ' υμών δ' αυτών την χαράν, ως φοβούμενοι να ιδήτε το μέγεθος των κατορθωμάτων σας, ή φειδόμενοι εχθρού βασιλέως; Τότε καν καλλήτερον θα ήτον αν απεκρούετε τον θρίαμβον εξ οίκτου προς εκείνον, ουχί εκ φθόνου προς τον στρατηγόν. Αλλ' εις τοσαύτην, είπεν, εξουσίαν προάγεται δι' ημών, ώστε περί στρατηγίας και θριάμβου τολμά να ομιλή άνθρωπος άτρωτος, και το σώμα έχων στίλβον εκ λειότητος και σκιατραφίας, προς ημάς οίτινες διά τοσούτων τραυμάτων επαιδεύθημεν να κρίνωμεν τας αρετάς και τας κακίας των στρατηγών.» Και ταύτα λέγων, ανέωξε τον χιτώνα του, και έδειξεν εις το στήθος του πληγών πλήθος απίστευτον. Έπειτα δε στραφείς, ανεκάλυψε μέρη τινά του σώματος, άτινα η ευπρέπεια δεν επιτρέπει να δείκνυνται γυμνά εις τον όχλον. Και προς τον Γάλβαν στραφείς, «Συ μεν, είπε, γελάς διά ταύτα· εγώ δε σεμνύνομαι απέναντι των πολιτών· διότι υπέρ αυτών ημέραν και νύκτα έφιππος τρέχων, έλαβον ταύτα. Αλλ' ελθέ και κάλεσον αυτούς εις την ψηφοφορίαν· εγώ δε καταβάς, θέλω τους παρακολουθήσει πάντας, και θέλω γνωρίσει τους κακούς και τους αχαρίστους, τους θέλοντας να δημαγωγώνται και ουχί να στρατηγώνται εις τους πολέμους.»

ΛΒ. Ούτω λέγουσιν ότι υπό, των λόγων τούτων ανεχαιτίσθη και μετεπείσθη το στρατιωτικόν, ώστε πάσαι αι φυλαί επεκύρωσαν τον θρίαμβον υπέρ του Αιμιλίου. Λέγεται δ' ότι ούτως ετελέσθη αυτός. Ο μεν δήμος, εις τα ιππικά θέατρα, τα καλούμενα Κίρκους, και εις την αγοράν στήσαντες ικριώματα, και τ' άλλα μέρη καταλαβόντες της πόλεως, όσα κατάλληλα εις θέσιν της πομπής, εκάθηντο να ιδώσιν αυτήν εστολισμένοι, και καθαρά ενδύματα φέροντες. Πας δε ναός ανεώχθη, και ην πλήρης στεφάνων και θυμιαμάτων. Υπηρέται δε, πολλοί και ραβδούχοι, εμποδίζοντες τους ατάκτως συρρέοντας και τρέχοντας εις το μέσον, ετήρουν ανοικτάς και καθαράς τας οδούς. Διηρέθη δ' η πομπή εις ημέρας τρεις, και εξ αυτών η μεν πρώτη παρέστησε την θέαν, μόλις εξαρκέσασα εις αυτήν, των αιχμαλώτων ανδριάντων και εικόνων, και κολοσσών, κομιζομένων επί ζευγών διακοσίων πεντήκοντα. Την δ' επαύριον διέβησαν εν πομπή τα κάλλιστα και πολυτελέστατα των Μακεδονικών όπλων εντός πολλών αμαξών, αστράπτοντα όλα εκ νεοχύτου χαλκού και σιδήρου, και ούτως εντέχνως διατεθειμένα και συναρμοσμένα, ώστε να φαίνωνται ως αν είχον σωρευθή ανωμάλως και αυτομάτως, περικεφαλαίαι πλησίον ασπίδων, και θώρακες επί κνημίδων, και Κρητικαί πέλται, και Θράκια δόρατα, και φαρέτραι μεθ' ιππικών αναμεμιγμέναι χαλινών, και ξίφη γυμνά μεταξύ τούτων προκύπτοντα, και σάρισσαι παραπεπηγμέναι· και ήσαν δεδεμένα χαλαρώς, όσον απητείτο ώστε η προς άλληλα κρούσις, όταν εσύροντο υπό των αμαξών, να ηχή τραχέως και φοβερώς, και η όψις αυτών και νενικημένων να εμπνέη φόβον τινά. Μετά δε τας οπλοφόρους αμάξας είποντο άνδρες τρισχίλιοι, νόμισμα φέροντες αργυρούν εντός αγγείων επτακοσίων πεντήκοντα τριταλάντων, ών έκαστον εκόμιζον ανά τέσσαρες. Άλλοι δ' έφερον κρατήρας αργυρούς, και κέρατα (348) και φιάλας, και ποτήρια, και καλώς διατεθειμένα όλα διά την πομπήν, και αξιόλογα διά το μέγεθος και την παχύτητα των τορευμάτων αυτών.

ΛΓ. Την δε τρίτην ημέραν ευθύς την αυγήν επορεύοντο σαλπιγκταί, παίζοντες μέλος ουχί προσόδων (349) ούτε πομπικόν, αλλ' όμοιον εκείνου δι' ού παροτρύνονται εις τας μάχας. Μετά δε τούτων ωδηγούντο εκατόν είκοσι οικότροφοι βόες χρυσόκεροι, κεκοσμημένοι διά ταινιών και στεμμάτων. Οι δ' οδηγοί αυτών νεανίσκοι προυχώρουν περιζώματα φορούντες ευπάρυφα, ως προς ιερουργίαν, και μετ' αυτών ήσαν παίδες, σπονδής αγγεία αργυρά κομίζοντες και χρυσά. Είποντο δε μετά τούτους οι το χρυσούν νόμισμα φέροντες εις αγγεία τριταλαντιαία διηρημένον, ως και το αργυρούν. Το δε πλήθος των αγγείων ήτον ογδοήκοντα, πλην τριών. Τούτους παρηκολούθουν οι κρατούντες την ιεράν φιάλην, ήν κατεσκεύασεν ο Αιμίλιος εκ χρυσού δεκατάλαντον, και διά πολυτίμων λίθων κεκοσμημένην, ως και οι επιδεικνύντες τας Αντιγονίδας και Σελευκίδας και τα Θηρίκλεια (350) και όλα τα κατά το δείπνον χρυσώματα του Περσέως. Τούτους παρηκολούθει το άρμα του Περσέως, και τα όπλα αυτού, και το διάδημα επί των όπλων του κείμενον. Έπειτα, μετά μικράν απόστασιν, εφέροντο δούλα τα τέκνα του βασιλέως, και μετ' αυτών όχλος τροφέων και διδασκάλων και παιδαγωγών, οίτινες εδάκρυον, και εξέτεινον μεν και αυτοί τας χείρας προς τους θεατάς, εδίδασκον δε και τα παιδία να παρακαλώσι και να ικετεύωσιν. Ήσαν δε, άρρενα μεν δύο, θήλυ δ' έν, μη εννοούντα εντελώς το μέγεθος των κακών, ένεκα της ηλικίας των· και καθίστα αυτά έτι μάλλον άξια ελέους η αναισθησία των προς την μεταβολήν, ώστε παρ' ολίγον να παρέλθη παροραθείς ο Περσεύς, διότι οι Ρωμαίοι υπ' οίκτου προσείχον εις τα νήπια, και εις πολλούς και δάκρυα συνέβη να χύσωσιν. Δι' όλους δε ην πλήρης λύπης και χάριτος η θέα, έως ότου τα παιδία παρήλθον.

ΛΔ. Κατόπιν δε των τέκνων και της ακολουθίας αυτών επορεύετο αυτός ο Περσεύς, ιμάτιον ενδεδυμένος χρώματος σκοτεινού, και εμβάδας επιχωρίας μακεδονικάς· εφαίνετο δ' ως υπό του μεγέθους των κακών τεθαμβωμένος και στερηθείς της χρήσεως του λογικού του. Μετά τούτων δ' είπετο χορός φίλων και οικείων αυτού, οίτινες είχον υπό πένθους βεβαρημένα τα πρόσωπα, βλέποντες δ' αδιακόπως προς τον Περσέα, εδάκρυον, ώστε προφανές ήτον εις τους θεατάς ότι διά την τύχην εκείνου έκλαιον, ολίγον φροντίζοντες περί της εδικής των. Ο Περσεύς είχε πριν πέμψει εις το Αιμίλιον, και τον παρεκάλεσε να μη πομπευθή, και ν' αποφύγη τον θρίαμβον. Εκείνος δε την ανανδρίαν αυτού, ως φαίνεται, και την φιλοψυχίαν καταγελών, «Αλλά τούτο, είπε, και πρότερον απ' αυτού εξηρτάτο, και ήδη εξαρτάται εισέτι,» δηλών τον προ της αισχύνης θάνατον, όν δεν υπέμεινεν ο ταλαίπωρος, αλλ' υπ' ελπίδων τινών δελεασθείς, έγινε μέρος των ιδίων αυτού λαφύρων. Μετά ταύτα δ' εκομίζοντο χρυσοί στέφανοι τετρακόσιοι το πλήθος, ούς αι πόλεις έπεμψαν μετά πρεσβειών εις τον Αιμίλιον, ως αριστεία της νίκης του. Έπειτα δ' ηκολούθει αυτός εις άρμα κεκοσμημένον μεγαλοπρεπώς επιβαίνων, ανήρ και άνευ της τοσαύτης εξουσίας αξιοθέατος, πορφύραν φέρων χρυσόστικτον, και δάφνης κλάδον προτείνων εις την δεξιάν του. Εδαφνηφόρει δε και πας ο στρατός, κατά λόχους και τάξεις επόμενος εις το άρμα του στρατηγού, άδων δε οτέ μεν πατρίους τινάς ωδάς, αίτινες είχον και μέρη προς γέλωτα, οτέ δ' επινικίους παιάνας, και επαίνους των κατορθωμάτων του Αιμιλίου, όστις ήτον περίβλεπτος και ζηλωτός υπό πάντων, και ουδενός εστερείτο των αγαθών· εκτός αν υπάρχη δαιμόνιόν τι προσδιωρισμένον ν' αφαιρή μέρος των μεγάλων και υπερόγκων ευτυχιών, και να μιγνύη ούτω τον ανθρώπινον βίον, ώστε ουδείς να έχη αυτόν άκρατον κακών και καθαρόν, αλλά, καθ' Όμηρον, εκείνοι να φαίνωνται μάλιστα ευτυχούντες δι' ούς αι τύχαι των πραγμάτων επ' αμφότερα τρέπονται (351).

ΛΕ. Διότι είχε τέσαρας υιούς, δύο μεν εις άλλας μετατεθέντας συγγενείας, ως ήδη ευρέθη, τον Σκηπίωνα και τον Φάβιον, δύο δε, παίδας έτι την ηλικίαν, ούς έτρεφεν εις την οικίαν του, γεννηθέντος εξ άλλης γυναικός. Εκ τούτων ο μεν ετελεύτησε πέντε ημέρας πριν ή θριαμβεύση ο Αιμίλιος, και ην ετών δεκατεσσάρων· ο δε, δωδεκαετής, απέθανε τρεις ημέρας μετά τον θρίαμβον· ώστε ουδείς έμεινε ρωμαίος μη λυπηθείς αυτόν διά το πάθος, και πάντες έφριξαν διά της τύχης την ωμότητα, ότι δεν εδίστασε τοσούτον πένθος να ρίψη εις οικίαν ζηλευομένην, και χαράς και θυσιών γέμουσαν, και ν' αναμίξη θρήνους και δάκρυα εις παιάνας επινικίους και εις θριάμβους.

ΛΣΤ. Αλλ' ο Αιμίλιος ορθώς φρονών ότι η ανδρία και το θάρρος εισί χρήσιμα εις τους ανθρώπους ουχί μόνον κατά των όπλων και των σαρισσών, αλλ' επίσης προς πάσαν της τύχης αντίστασιν, ούτως ήρμοσε και διέθεσε τον συγκερασμόν των εις αυτόν συμβαινόντων, ώστε εντός των αγαθών ηφανίσθησαν τα κακά, και τα οικεία εντός των δημοσίων, και δεν εταπεινώθη της νίκης το μέγεθος, ουδέ καθυβρίσθη αυτής η αξιοπρέπεια. Και τον μεν πρώτον των υιών του αποθανόντα θάψας, ευθύς εθριάμβευσεν, ως ερρέθη· αφ' ού δε μετά τον θρίαμβον απέθανε και ο δεύτερος, συναγαγών εις εκκλησίαν των Ρωμαίων τον δήμον, είπε λόγους ανδρός μη χρήζοντος παρηγορίας, αλλά παρηγορούντος τους πολίτας θλιβομένους δι' όσα εκείνος υπέφερε. Προς ουδέν ουδέποτε, τοις είπε, δειλιάσας των ανθρωπίνων, εκ των θείων εφοβήθη πάντοτε την τύχην, ως απιστότατον και ποικιλώτατον πράγμα· μάλιστα δε, βλέπων αυτήν ως πνεύμα λαμπρόν να βοηθή πάσας τας πράξεις του εις τούτον τον πόλεμον, περιέμενε μεταβολήν αυτής τινά και παλίρροιαν· «Διότι εις μίαν, είπεν, ημέραν τον Ιόνιον κόλπον από Βρεντεσίου (352) περάσας, έφθασα εις την Κέρκυραν· πέντε δ' ημέρας μετά ταύτα ήμην εις Δελφούς και έθυον εις τον Θεόν, και μετ' άλλας πέντε ημέρας παρέλαβον τον στρατόν εν Μακεδονία, και τελέσας τον συνήθη καθαρμόν αυτού (353), και αρχίσας τας πράξεις, εντός άλλων δεκαπέντε ημερών επέθηκα εις τον πόλεμον το κάλλιστον τέλος. Απιστών δε προς την τύχην, διότι πάντα κατά ρουν εχώρουν, και ουδείς ήτον φόβος και ουδείς κίνδυνος από των εχθρών, προ πάντων κατά τον πλουν εφοβούμην την μεταβολήν της μοίρας, διότι έφερον ευτυχώς τοσούτον στρατόν νικήσαντα, και λάφυρα και βασιλείς αιχμαλώτους. Αλλά και αφ' ού σώος ήλθον προς υμάς, και είδα την πόλιν χαράς γέμουσαν και προθυμίας και θυσιών, πάντοτε υπώπτευον την τύχην, ηξεύρων ότι ουδέν μέγα χαρίζει εις τους ανθρώπους ειλικρινώς και άνευ φθόνου. Η δε ψυχή μου αγωνιώσα, και υπέρ της πόλεως το μέλλον επισκοπούσα, δεν αφήκε τούτον τον φόβον, ειμή αφ' ού τοσαύτη μοι επέπεσε δυστυχία εις τον οίκον, και ηναγκάσθην να θάψω αλλεπαλλήλως, εν ημέραις ιεραίς, υιούς αρίστους, τους μόνους ούς κατέλιπον εις εμαυτόν διαδόχους. Τώρα πλέον είμαι όλως ακίνδυνος, και θάρρος έχω, και νομίζω ότι η τύχη θέλει σας μείνει αβλαβής και βεβαία. Διότι ικανώς ανταπέδωκεν εις εμέ και διά των εμών κακών τα γενόμενα κατορθώματα, τον θριαμβεύοντα ουχ ήττον προφανές παράδειγμα της ανθρωπίνης παραστήσασα ασθενείας παρά τον εν θριάμβω συρόμενον· εκτός ότι ο Περσεύς μεν και νικηθείς έχει τους υιούς του, ο δ' Αιμίλιος, νικήσας, εστερήθη των εδικών του.»

ΛΖ. Τοιούτους ευγενείς και μεγάλους λόγους λέγουσιν ότι επρόφερεν ο Αιμίλιος εις τον δήμον, εξ αληθινού και απλάστου φρονήματος. Ως προς τον Περσέα δεν ει και οικτείρων της τύχης την μεταβολήν, και προθυμηθείς να τον βοηθήση, ουδέν κατώρθωσεν, εκτός του να τον μεταφέρη εκ του καλουμένου κάρκερε παρ' αυτοίς (354) εις τόπον καθαρόν και εις φιλανθρωποτέραν δίαιταν. Εκεί φρουρούμενος, ως μεν οι πλείστοι έγραψαν, απέθανεν εκουσίως εξ ασιτίας. Τινές όμως ιστορούσιν ίδιόν τινα και διάφορον του θανάτου του τρόπον. Λέγουσιν ότι δυσαρεστηθέντες κατά τι και θυμώσαντες κατ' αυτού οι φυλάττοντες αυτόν στρατιώται, επειδή κατ' άλλο δεν εδύναντο να τον ενοχλήσωσι και τον βλάψωσι, του αφήρουν τον ύπνον, και προσέχοντες ακριβώς, τον εμπόδιζον ν' αποκοιμηθή, και διά παντός τρόπου τον διετήρουν έξυπνον, και ούτω βασανισθείς ετελεύτησεν. Απέθανον δε και τα δύο εκ των παιδίων του. Ο δε τρίτος, ο Αλέξανδρος, λέγουσιν ότι έγινεν επιτήδειος εις την τορευτικήν και την λεπτουργικήν, και ότι μαθών τα ρωμαϊκά γράμματα και την διάλεκτον, έγινεν υπογραμματεύς των αρχόντων, και ότι εις την υπηρεσίαν ταύτην έδειξεν ευφυίαν και επιτηδειότητα.

ΛH. Μεταξύ δε των Μακεδονικών κατορθωμάτων του Αιμιλίου προσαναφέρεται η δημοτικωτάτη και τον λαόν μεγάλως ευχαριστήσασα πράξις, ότι τοσαύτα κατετέθησαν υπ' αυτού χρήματα εις το δημόσιον, ώστε δεν εχρειάσθη έκτοτε πλέον να πληρώση φόρον ο δήμος μέχρι των καιρών του Ιρτίου και Πάνσα, οίτινες ήσαν ύπατοι επί του πρώτου πολέμου του Αντωνίου και Καίσαρος. Και εκείνο δε ιδίον είναι και αξιόλογον του Αιμιλίου, ότι εν ώ ηγαπάτο και ετιμάτο διαφερόντως υπό του δήμου, επέμεινεν όμως εις τας αριστοκρατικάς του αρχάς, και ουδ' είπεν ουδ' έπραξε τι χαριζόμενος εις τους πολλούς, αλλά μετά των πρώτων και ισχυροτάτων συνειργάζετο πάντοτε τα της πολιτείας. Τούτο μάλιστα και προσήψε μετά καιρόν ο Άππιος εις τον Αφρικανόν Σκηπίωνα, ότι μέγιστοι όντες ούτοι εις την πόλιν, εζήτουν την τιμητικήν αρχήν (355), ο μεν την βουλήν έχων και τους αρίστους περί αυτόν (διότι αύτη ήτον η πατροπαράδοτος των Αππίων πολιτική), ο δε, μέγας μεν ων αφ' εαυτού, μεγάλως όμως σπουδάζων πάντοτε και να ευχαριστή τον δήμον. Όταν λοιπόν είδε ποτέ ο Αππιος τον Σκηπίωνα να εισέλθη εις την αγοράν, έχων παρά την πλευράν αυτού ανθρώπους αγεννείς και αρχαίους δούλους, ανθρώπους αγοραίους και δυναμένους να συναθροίσωσιν όχλον, και να βιάσωσι πράγματα διά κραυγής και διά σπουδαρχίας, αναβοήσας, «Ω Παύλε, είπεν, Αιμίλιε, στέναξον υπό την γην, βλέπων ότι τον υιόν σου φέρουσιν εις την τιμητίαν ο κήρυξ Αιμίλιος και ο Λικίννιος και ο Φιλόνεικος (356)». Αλλ' ο Σκηπίων απελάμβανε της ευνοίας ταύτης του δήμου, ωφελών μεγάλως αυτόν. Ο δ' Αιμίλιος, καί τοι ων αριστοκρατικός, ηγαπάτο όμως υπό του πλήθους ουχί ολιγώτερον εκείνου όστις δημαγωγικώς εφαίνετο κολακεύων αυτό, και ομιλών ούτως ώστε να τω ευχαριστή. Εδήλωσε δε τούτο και διά του ότι, εκτός των άλλων καλών τον ηξίωσαν και της τιμητίας, ήτις είναι των αρχών η ιερωτάτη, και μεγάλης απολαμβάνουσα δυνάμεως και ως προς τ' άλλα, και ως προς την των βίων εξέτασιν διότι οι τιμηταί έχουσι το δικαίωμα να εκβάλωσι της συγκλήτου τον απρεπώς ζώντα, και να προγράφωσι τον άριστον, και ν' ατιμάζωσι τον ακολασταίνοντα νέον δι' αφαιρέσως του ίππου αυτού. Προσέτι αυτοί επιβλέπουσι των περιουσιών τας εκτιμήσεις, και του πληθυσμού τας απογραφάς. Απεγράφησαν δ' επ' αυτού χιλιάδες ανθρώπων τριακόσιοι τριάκοντα επτά, και τετρακόσιοι πεντήκοντα δύο. Προέγραψε δ' εκ της βουλής τον Μάρκον Αιμίλιον Λέπιδον, τετράκις ήδη καρπούμενον την ανωτάτην ταύτην τιμήν· εξέβαλε δε τρεις συγκλητικούς εκ των μη επισήμων, και εις την των ιππέων εξέτασιν εδείχθη μετριώτατος και αυτός, και ο συνάρχων αυτού Μάρκιος Φίλιππος.

ΛΘ. Αφ' ού δε διευθέτησε τα πλείστα και μέγιστα, ενόσησε νόσον κατ' αρχάς μεν δεινήν, έπειτα δ' ακίνδυνον, αλλά μακράν και δυσθεράπευτον γενομένην. Πεισθείς δ' υπό των ιατρών, έπλευσεν εις την Ελέαν της Ιταλίας, και διέτριβεν εκεί πολύν χρόνον εις παραλίους αγρούς εν μέσω ησυχίας βαθείας. Τότε δ' επόθησαν αυτόν οι Ρωμαίοι, και φωνάς πολλάκις εξέπεμπον εις τα θέατρα, ως ευχόμενοι και ανυπόμονοι όντες να τον ιδώσιν. Επειδή δε τις ιερουργία ετελείτο, και η υγεία αυτού εφαίνετο ικανώς αναλαβούσα, επανήλθεν εις την Ρώμην. Και εκείνην μεν την θυσίαν έθυσε μετά των άλλων ιερέων, εν ώ ο λαός όλος χαίρων τον περιεστοίχιζε. Την δ' επαύριον έθυσε πάλιν ο ίδιος εις τους Θεούς ευχαριστήρια διά την σωτηρίαν του. Ως δ' ετελείωσεν η θυσία, επιστρέψας εις την οικίαν του, και εις την κλίνην ριφθείς, πριν ή αισθανθή και νοήση την μεταβολήν, τω επήλθεν έκστασις και παραφορά των φρενών, και απέθανε την τρίτην ημέραν, ουδενός στερηθείς και πάντων απολαύσας όσα θεωρούνται εις ευδαιμονίαν συντείνοντα· διότι και η περί την εκφοράν αυτού πομπή θαυμασία εγένετο, μετά προθυμίας ήτις εκόσμησε την αρετήν του ανδρός διά των αρίστων και μακαριωτάτων ενταφίων δώρων. Ήσαν δε ταύτα ουχί χρυσός, ουδ' ελέφας, ουδ' η λοιπή πολυτέλεια και επίδειξις της παρασκευής, αλλ' εύνοια, και τιμή, και ευγνωμοσύνη, ου μόνον παρά των πολιτών, αλλά και παρά των εχθρών. Και όσοι κατά τύχην παρήσαν Ίβηρες και Λίγυοι και Μακεδόνες, οι μεν ισχυροί κατά τα σώματα και νέοι, λαβόντες την νεκρικήν κλίνην, την ύψωσαν επί των ώμων των και την έφερον· οι δε πρεσβύτεροι παρηκολούθουν καλούντες τον Αιμίλιον ευεργέτην και σωτήρα των πατρίδων των· διότι ου μόνον κατά τους καιρούς των κατακτήσεών του μετεχειρίσθη πάντας ηπίως και φιλανθρώπως, αλλά και καθ' όλον τον λοιπόν βίον του διετέλεσε πάντοτε ευεργετών αυτούς, και φροντίζων υπέρ αυτών ως υπέρ οικείων και συγγενών. Η δε περιουσία αυτού λέγουσιν ότι μόλις συνεποσούτο εις τριακοσίας εβδομήκοντα χιλιάδας δραχμών, και ότι κληρονόμους αυτής αφήκε τους δύο υιούς του· αλλ' ο νεώτερος Σπηκίων την παρεχώρησεν όλην εις τον αδελφόν του, διότι αυτός είχε δοθή εις οίκον ευπορώτερον, τον του Αφρικανού Σκηπίωνος. Τοιούτος λέγεται ο τρόπος και ο βίος του Παύλου Αιμιλίου.

ΣΥΓΚΡΙΣΙΣ
ΤΙΜΟΛΕΝΤΟΣ
ΚΑΙ
ΑΙΜΙΛΙΟΥ ΠΑΥΛΟΥ


A. Ταύτα διηγείται η ιστορία, και προφανές είναι ότι δεν έχει πολλάς διαφοράς ουδ' ανομοιότητας η σύγκρισις. Διότι αμφότεροι επολέμησαν προς ενδόξους ανταγωνιστάς, ο μεν προς Μακεδόνας, ο δε προς Καρχηδονίους· και αι νίκαι αυτών υπήρξαν περιβόητοι, διότι ο είς εκυρίευσε την Μακεδονίαν, και έπαυσε την απ' Αντιγόνου διαδοχήν εις τον έβδομον Βασιλέα· ο δε εξήλειψε τας τυραννίδας πάσας εκ Σικελίας, και ηλευθέρωσε την νήσον. Εκτός μόνον αν θελήση τις να προτείνη την ένστασιν, ότι ο μεν Αιμίλιος επολέμησε προς τον Περσέα ακμαίον και νικήσαντα τους Ρωμαίους, ο δε Τιμολέων προς τον Διονύσιον απηυδημένον και κατασυντετριμμένον· και πάλιν υπέρ του Τιμολέοντος ότι πολλούς μεν τυράννους, μεγάλην δε δύναμιν, την των Καρχηδονίων, διά του τυχόντος στρατεύματος ενίκησε, και ουχί, ως ο Αιμίλιος, έχων άνδρας εμπειροπολέμους και μαθόντας να διοικώνται, αλλά διά μισθοφόρων, και ανδρών ατάκτων, και συνειθισμένων να εκστρατεύωσι προς ιδίαν αυτών ευχαρίστησιν. Διότι ίσα κατορθώματα δι' ανίσου δυνάμεως τιμήν προσθέτουσιν εις τον στρατηγόν.

Β. Ήσαν δε και οι δύο καθαροί και δίκαιοι εις την διοίκησιν των πραγμάτων· αλλ' ο μεν Αιμίλιος φαίνεται ότι ήλθεν εξ αρχής αμέσως ούτω παρεσκευασμένος υπό των νόμων της πατρίδος του· ο δε Τιμολέων εμόρφωσεν ούτως αυτός εαυτόν. Τούτου δε τεκμήριον είναι ότι οι μεν Ρωμαίοι κατά τους τότε καιρούς ήσαν όλοι επίσης εύκτατοι, και εις τα έθιμα υποκείμενοι, και τους νόμους σεβόμενοι και τους πολίτας· εκ δε των Ελλήνων ουδείς υπάρχει αρχηγός ή στρατηγός, όστις διοικήσας εν Σικελία δεν διεφθάρη, εκτός μόνου του Δίωνος· αν και αυτόν τον Δίωνα υπώπτευόν τινες ότι της μοναρχίας ωρέγετο, και ωνειροπόλει βασιλείαν τινά λακωνικήν. Ο δε Τίμαιος (357) λέγει ότι και τον Γύλιππον (358) αδόξως και ατίμως απέπεμψαν οι Συρακούσιοι, κατηγορήσαντες αυτόν διά φιλοπλουτίαν και απληστίαν κατά την στρατηγίαν του. Όσα δε παρενόμησαν και ηπίστησαν Φάραξ ο Σπαρτιάτης και Κάλλιππος ο Αθηναίος (359), ελπίσαντες να άρξωσι της Σικελίας, ταύτα υπό πολλών ιστορήθησαν. Αλλά τίνες ήσαν ούτοι, και τίνων πραγμάτων κύριοι, ώστε τοιαύτα να ελπίσωσιν; Ο είς εξ αυτών υπηρέτει τον Διονύσιον διωχθέντα των Συρακουσών, ο δε Κάλλιππος ήτον είς των αρχηγών των ξένων, οίτινες εβοήθουν τον Δίωνα. Αλλ' ο Τιμολέων, στρατηγός αυτοκράτωρ σταλείς εις τους Συρακουσίους κατ' αίτησιν και παράκλησιν αυτών, και οφείλων ουχί να ζητή δύναμιν αλλά να έχη όσην εκείνοι τω έδωκαν οικειοθελώς, ως τέρμα εθεώρησε της στρατηγίας και της αρχής του την κατάλυσιν των παρανόμων αρχόντων. Εκείνο όμως του Αιμιλίου είναι θαυμαστόν, ότι τοσαύτην βασιλείαν καταστρέψας, ουδέ κατά μίαν δραχμήν ηύξησε την περιουσίαν του, ουδ' είδεν, ουδ' ήγγισε τα χρήμματα, καίτοι πολλά εις άλλους δους και χαρίσας. Δεν λέγω δ' ότι ο Τιμολέων είναι αξιόμεμπτος, καλήν οικίαν λαβών και χωρίον διότι αισχρόν δεν είναι το να λάβη τις τοιαύτα, αλλά να μη λάβη είναι καλήτερον, και άκρας αρετής επίδειξις είναι το ν' αρνήται εκείνα, όσα τω είναι επιτετραμμένον να λάβη. Καθώς δε το σώμα δύναται μεν να υποφέρη ή το ψύχος ή την ζέστην, αλλά ρωμαλεώτερον είναι το ανεχόμενον αμφοτέρας ομού τας μεταβολάς, ούτως άκρα είναι της ψυχής η ευρωστία και η ισχύς, όταν ούτε αι ευτυχίαι την εξογκώσιν εις ύβριν και υπεροψίαν, ούτε αι συμφοραί την ταπεινώσι. Διά τούτο φαίνεται τελειότερος ο Αιμίλιος, όστις επί της καταδρομής της τύχης και κατά το μέγα πάθημα του θανάτου των υιών αυτού ουδέ μικρότερος ουδ' ήττον αξιοπρεπής εφάνη παρά επί των ευτυχημάτων του. Ο δε Τιμολέων, μετά την γενναίαν του πράξιν κατά του αδελφού του, δεν αντέσχε διά της φρονήσεως προς την συμφοράν, αλλ' υπό μετανοίας και λύπης ταπεινωθείς, επί είκοσι έτη δεν υπέμεινε να ιδή το βήμα και την αγοράν (360). Πρέπει δε τα αισχρά ν' αποφεύγη τις, και δι' αυτά να αισχύνηται· το δε να φοβήται πάσαν αδοξίαν είναι ίδιον ήθους ημέρου μεν και απλού, αλλά μη έχοντος μέγεθος.

ΠΕΛΟΠΙΔΑΣ


Α. Κάτων ο πρεσβύτερος, πρός τινας επαινούντας άνθρωπον ασυλλογίστως παράφορον και τολμηρόν εις τον πόλεμον, είπεν ότι διαφέρει το να νομίζη τις την αρετήν πολλού λόγου αξίαν του να θεωρή μικρού λόγου αξίαν την ζωήν. Και ορθώς έλεγε ταύτα. Εις το στρατόπεδον του Αντιγόνου υπήρχε ριψοκίνδυνός τις στρατιώτης, αλλά καχεκτικός και ασθενής το σώμα. Ερωτηθείς δ' υπό του βασιλέως περί της αιτίας της ωχρότητος αυτού, ωμολόγησεν ότι είχε νόσον τινά εκ των αποκρύφων. Φιλοτιμηθείς λοιπόν ο βασιλεύς, διέταξεν εις τους ιατρούς, αν υπήρχε τις βοήθεια, να τω δαψιλεύσωσι πάσαν επιμέλειαν. Ούτω θεραπευθείς ο γενναίος εκείνος, έπαυσε να είναι φιλοκίνδυνος και ορμητικός εις τους αγώνας, ώστε και ο Αντίγονος τον επέπληττε διά τούτο, και εθαύμαζε διά την μεταβολήν. Ο δ' άνθρωπος δεν έκρυψε το αίτιον, αλλ' είπεν «Ω βασιλεύ, συ μ' έκαμες ατολμότερον, απαλλάξας με των κακών εκείνων, δι' ά μοι ην η ζωή αδιάφορος.» Προς τούτο συμφώνως φαίνεται ότι είπε και Συβαρίτης τις ανήρ (361) περί των Σπαρτιατών, ότι μέγα πράγμα δεν κάμνουσι ζητούντες τον θάνατον εις τους πολέμους, διά ν' αποφεύγωσι τοσούτους κόπους και τοιαύτην δίαιταν. Αλλ' εις μεν τους Συβαρίτας, οίτινες ήσαν εξηντλημένοι εκ μαλθακότητος και τρυφής, φυσικόν ήτον να φαίνωνται ως τον βίον μισούντες όσοι εξ ορμής προς το καλόν και εκ φιλοτιμίας δεν εφοβούντο τον θάνατον. Εις δε τους Λακεδαιμονίους η αρετή εδίδασκε και να ζώσι και ν' αποθνήσκωσιν ευχαρίστως, ως δηλοί το επικήδειον τούτο επίγραμμα·

«Έθνηξαν, όχι καλόν θεωρούντας το ζην ή το θνήσκειν,
αλλά καλόν το καλώς πράττειν αμφότερ' αυτά.»

Διότι ούτε το ν' αποφεύγη τις τον θάνατον είναι μεμπτόν, αν ορέγεται του βίου ουχί αισχρώς, ούτε το να υπομένη αυτόν είναι καλόν, αν τούτο γίνηται εξ αηδίας προς την ζωήν. Διά τούτο ο Όμηρος τους θαρραλεωτάτους και μαχιμωτάτους άνδρας εξάγει πάντοτε προς τας μάχας καλώς και καταλλήλως ωπλισμένους· οι δε των Ελλήνων νομοθέται τιμωρούσι τον ρίψασπιν, ουχί τον ρίπτοντα το ξίφος ή την λόγχην του, διδάσκοντες ότι έκαστος πρέπει να φροντίζη μάλλον να μη πάθη παρά να κακοποιήση τους εχθρούς, και μάλιστα οι άρχοντες πόλεως ή στρατεύματος.

Β. Διότι αν, ως ο Ιφικράτης (362) διήρει, οι μεν ψιλοί ομοιάζωσι τας χείρας, το δ' ιππικόν τους πόδας, αύτη δ' η φάλαγξ το στήθος και τον θώρακα, και ο στρατηγός την κεφαλήν, ο ριψοκινδυνεύων και αυθαδώς τολμών δεν φαίνεται εαυτού μόνον παραμελών, αλλ' όλων όσων η σωτηρία απ' αυτού εξαρτάται, και τουναντίον. Όθεν ο Καλλικρατίδας (363), ει και μέγας ων κατά τ' άλλα, δεν απεκρίθη όμως καλώς προς τον μάντιν. Ότε ούτος τον παρεκάλει να φυλαχθή από του θανάτου, όν τα ιερά τω ανήγγελλον, εκείνος απήντησεν ότι η Σπάρτη δεν κατεστρέφετο παρά ένα. Είς τω όντι ήτον ο Καλλικρατίδας μαχόμενος, και πλέων, και πολεμών, αλλά στρατηγών, περιελάμβανεν εν εαυτώ όλην την δύναμιν, ώστε δεν ήτον είς, εκείνος μεθ' ού τοσαύτα εδύναντο να συναπολεσθώσι. Καλήτερα δ' ωμίλησεν ο γέρων Αντίγονος (364), όταν έμελλε να ναυμαχήση περί την Ανδρον. Τότε είς τινα όστις τω είπεν ότι πολύ περισσότερα ήσαν τα πλοία των εχθρών, «Εμέ δε, απεκρίθη, προς πόσα με υπολογίζεις;» μέγα λέγων το αξίωμα της αρχής, ως και είναι, όταν βοηθήται υπ' εμπειρίας και αρετής. Ταύτης δε πρώτον έργον είναι σώζη τον σώζοντα όλους τους άλλους. Διά τούτο καλώς ο Τιμόθεος, όταν ο Χάρης (365) επεδείκνυέ ποτε εις τους Αθηναίους πληγάς τινάς εις το σώμα του, και την ασπίδα του διά λόγχης τετρυπημένην! «Εγώ δε, είπε, πόσον ησχύνθην όταν κατά την πολιορκίαν της Σάμου έπεσε βέλος πλησίον μου, διότι παιδαριωδέστερον εφέρθην αφ' ό,τι έπρεπεν εις στρατηγόν και αρχηγόν τοσαύτης δυνάμεως.» Διότι όπου εις την κρίσιν της μάχης μεγάλως συντελεί του στρατηγού ο κίνδυνος, εκεί πρέπει αφειδώς να προσφέρει την χείρα του και το σώμα του, αφήνων να λέγωσιν οι διισχυριζόμενοι ότι πρέπει ο καλός στρατηγός κυρίως μεν διά γήρας, ειδέ μη, γέρων ν' αποθνήσκη. Όπου όμως μικρόν περιμένεται αποτέλεσμα εκ του κατορθώματος, απόλλυται δε το παν αν αποτύχη ο στρατηγός, ουδείς απαιτεί παρά του στρατηγού πράξιν στρατιώτου πραττομένην διά κινδύνου. Ταύτα είχον αφορμήν να προοιμιάσω, γράφων του Πελοπίδου τον βίον και τον του Μαρκέλλου, μεγάλων ανδρών, οίτινες έπεσαν παραλόγως. Διότι μαχιμώτατοι και ανδρειότατοι αμφότεροι χρηματίσαντες, και κοσμήσαντες τας πατρίδας των διά λαμπροτάτων στρατηγιών, έπειτα δε, ισχυροτάτους έχοντες ανταγωνιστάς, και ο μεν πρώτος, ως λέγεται, τρέψας εις φυγήν τον Αννίβαν, όστις ήτον αήττητος, ο δε τους Λακεδαιμονίους, άρχοντας της γης και θαλάσσης, νικήσας εκ παρατάξεως, δεν εφείσθησαν όμως εαυτών, και ασυλλογίστως εθυσίασαν την ζωήν των, όταν μάλιστα οι καιροί απήτουν τοιούτοι άνδρες, σωζόμενοι να άρχωσι. Διά τούτα ημείς, εις την ομοιότητα αυτών αφορώντες, εγράψαμεν παραλλήλους τους βίους αυτών.

Γ. Ο Πελοπίδας, υιός του Ιππόκλου, ήτον, ως και ο Επαμινώνδας, εξ επισήμου γένους των Θηβών. Τραφείς δ' εις πλούτον μέγαν, και παραλαβών, έτι νέος, λαμπρόν οίκον, ήρχισε βοηθών τους βοηθείας αξίους εκ των ενδεών, όπως φαίνηται αληθώς κύριος των χρημάτων και ουχί δούλος. Διότι οι πλείστοι, ως λέγει ο Αριστοτέλης, ή δεν μεταχειρίζονται τον πλούτον εκ φιλαργυρίας, ή καταχρώνται αυτόν εξ ασωτίας, και διάγουσι διηνεκείς δούλοι, ούτοι μεν των ηδονών, εκείνοι δε των ενασχολήσεων. Και οι μεν άλλοι, ευγνωμονούντες εις τον Πελοπίδαν, ωφελούντο εκ της προς αυτούς ελευθεριότητος και φιλανθρωπίας· μόνον δ' εκ των φίλων του τον Επαμινώνδαν δεν έπειθε να λαμβάνη του πλούτου του μέρους, εξ εναντίας δε μετείχεν αυτός της πενίας εκείνου διά της αφελείας των ενδυμάτων του, της λιτότητος της τραπέζης του, άοκνος ων εις τους κόπους, και εις τας εκστρατείας επιδεικνύων απλότητα, καθώς του Ευριπίδου ο Καπανεύς (366)

«..όστις βίον είχε μεν πολύν
ολίγον επί πλούτω πλην εκόμπαζεν,»

αισχυνόμενος αν εφαίνετο περισσότερα εις το σώμα του δαπανών παρά ό τα ελάχιστα κεκτημένος Θηβαίος. Και ο μεν Επαμινώνδας, πατρικήν σύντροφον έχων την πενίαν, έτι ελαφροτέραν και ολιγώτερον οχληράν την κατέστησε διά της φιλοσοφίας, και απλούν και μονότροπον βίον απ' αρχής παραδεχθείς. Ο δε Πελοπίδας συνήλθεν εις γάμον λαμπρόν, απέκτησε δε και παίδας, και όμως μη φροντίζων να κερδαίνη αφιερών, δ' όλον του τον καιρόν εις την υπηρεσίαν της πόλεως, ηλάττωσε την περιουσίαν του. Όταν δ' οι φίλοι του τον ενουθέτουν, και τω έλεγον ότι παραμελεί πράγμα αναγκαίον, το να έχη χρήματα, «Αναγκαίον, μα τον Δία, είπεν, εις τον Νικόδημον (367) τούτον», δείξας χωλόν τινα και τυφλόν.

Δ. Ήσαν δε και προς πάσαν αρετήν προσφυείς ομοίως, πλην ότι ο μεν Πελοπίδας επροτίμα να γυμνάζηται, ο δ' Επαμινώνδας να μανθάνη· και όταν εσχόλαζον, ο μεν διέτριβεν εις παλαίστρας και κυνηγέσια, ο δε ακούων τι και φιλοσοφών. Είχον δ' αμφότεροι πολλά και καλά εις δόξαν συντείνοντα. Οι δε νουν έχοντες ουδέν νομίζουσι μεγαλήτερον του ότι διά τοσούτων αγώνων και στρατηγιών και πολιτικών ενεργειών, διετήρησαν απ' αρχής μέχρι τέλους απρόσβλητον την προς αλλήλους εύνοιαν και φιλίαν. Διότι, άν τις αποβλέψας εις την πολιτικήν διαγωγήν του Αριστείδου, του Θεμιστοκλέους, του Κίμωνος, του Περικλέους, του Νικίου, του Αλκιβιάδου, πόσων ήτον μεστή ερίδων και φθόνων και ζηλοτυπιών προς αλλήλους, και παρατηρήση πάλιν την του Πελοπίδου προς τον Επαμινώνδαν ευμένειαν και τιμήν, τούτους πολύ ορθότερον και δικαιότερον θα ονομάση συνάρχοντας και συστρατήγους, παρά εκείνους, οίτινες διετέλεσαν αγωνιζόμενοι πώς να υπερισχύσωσι κατ' αλλήλων μάλλον, παρά κατά των εχθρών. Αιτία δ' αληθινή μεν ήτον η αρετή, ής ένεκα δεν εθήρευον από των πράξεων αυτών πλούτον ή δόξαν, τας πηγάς ταύτας του δεινού και φιλέριδος φθόνου, αλλ' ηράσθησαν αμφότεροι εξ αρχής έρωτα θείον, του να ιδώσι την πατρίδα των μεγίστην γινομένην και λαμπροτάτην διά της ενεργείας αυτών, και προς τούτο ως ίδια εαυτού μετεχειρίζετε έκαστος τα του άλλου κατορθώματα. Οι πλείστοι όμως νομίζουσιν ότι η σφοδρά προς αλλήλους φιλία εγεννήθη από της εν Μαντινεία εκστρατείας, όταν συνεξεστράτευσαν μετά των Λακεδαιμονίων, εις ούς, φίλους έτι όντας και συμμάχους, είχον πέμψει οι Θηβαίοι βοήθειαν. Διότι τεταγμένοι μετ' αλλήλων εις τους οπλίτας, και μαχόμενοι κατά των Αρκάδων, όταν ενέδωκε το προς αυτούς κέρας των Λακεδαιμονίων, και οι πλείστοι ετράπησαν εις φυγήν, αυτοί συνασπισθέντες απέκρουον τους εφορμώντας· και ο μεν Πελοπίδας, επτά τραύματα λαβών κατά στήθος, έπεσεν επί πολλών νεκρών φίλων ομού και εχθρών. Ο δ' Επαμινώνδας, ει και νομίζων ότι δεν είχε πλέον αυτός ζωήν, προέβη και εστάθη εμπρός του σώματος και των όπλων του, και εκινδύνευσε πολεμών μόνος πολλούς, προτιμών ν' αποθάνη παρά ν' αφήση κείμενον τον Πελοπίδαν εκεί· Εν ώ δε ήδη και αυτός κακώς διέκειτο, και είχε πληγήν μεν λόγχης εις το στήθος, ξίφους δ' εις τον βραχίονα, έφθασε βοηθών από του ετέρου κέρως ο Αγησίπολις, ο βασιλεύς των Σπαρτιατών, και έσωσεν ανελπίστως αυτός αμφοτέρους.

Ε. Μετά δε ταύτα, επειδή οι Σπαρτιάται διά μεν των λόγων προσεφέροντο ως φίλοι και σύμμαχοι των Θηβαίων, πραγματικώς δ' υπέβλεπον της πόλεως το φρόνημα και την δύναμιν, και προ πάντων εμίσουν την εταιρίαν (368) του Ισμηνίου και Ανδροκλείδου, εις ήν ανήκε και ο Πελοπίδας, και ήτις εφαίνετο φιλελεύθερος συγχρόνως και δημοτική, ο Αρχίας, και ο Λεοντίδας (369) και ο Φίλιππος, άνδρες ολιγαρχικοί και πλούσιοι, και ξένοι προς πάσαν μετριοφροσύνην, καταπείθουσι Φοιβίδαν τον Λάκωνα, όστις μετά στρατεύματος διήρχετο την χώραν, να καταλάβη εξαίφνης την Καδμείαν (370) και εκδιώξας τους εναντιουμένους, να καταστήση την πολιτείαν υπήκοον των Λακεδαιμονίων. Πεισθείς λοιπόν εκείνος, επετέθη, εν ώ οι Θηβαίοι δεν τον περιέμενον, επί της εορτής των Θεσμοφορίων, και εκυρίευσε την ακρόπολιν. Αρπαγείς δ' ο Ισμηνίας, και κομισθείς εις την Λακεδαίμονα, μετ' ολίγον καιρόν εφονεύθη· ο δε Πελοπίδας και ο Φερένικος και ο Ανδροκλείδας, μετά πολλών άλλων φεύγοντες, απεκηρύχθησαν. Ο δ' Επαμινώνδας έμεινεν εις την πόλιν, διότι κατεφρονείτο, ένεκα μεν της φιλοσοφίας, ως μη εις τα πράγματα αναμιγνύμενος, ένεκα δε της πενίας του, ως αδύνατος.

ΣΤ. Όταν δ' οι Λακεδαιμόνιοι τον μεν Φοιβίδαν έπαυσαν από της αρχής, και τω επέβαλον εκατόν χιλιάδων δραχμών πρόστιμον, την Καδμείαν όμως ουχ' ήττον εξηκολούθουν φρουρούντες, όλοι μεν οι άλλοι Έλληνες εθαύμαζον διά το άτοπον του πράγματος, ότι ετιμώρουν μεν τον πράξαντα, την δε πράξιν επεδοκίμαζον. Οι δε Θηβαίοι, στερηθέντες του πατρίου πολιτεύματος, και δουλωθέντες υπό του Αρχίου και Λεοντίδου, ουδεμίαν διετήρουν ελπίδα να σωθώσιν από της τυραννίας, ήν έβλεπον δορυφορουμένην υπό της δυνάμεως των Σπαρτιατών, και μη δυναμένην να καταλυθή αν δεν έπαυέ τις και εκείνους της κατά γην και θάλασσαν ηγεμονίας. Οι περί τον Λεοντίδαν όμως, μανθάνοντες ότι οι φυγάδες διέτριβον εν Αθήναις, προσφιλείς όντες εις το πλήθος, και τιμώμενοι υπό των καλών καγαθών πολιτών, ήρχισαν κρυφίως να επιβουλεύωνται αυτούς· και πέμψαντες ανθρώπους αγνώστους, τον μεν Ανδροκλείδαν φονεύουσι διά δόλου, των δ' άλλων αποτυγχάνουσιν. Ήλθον δε και παρά Λακεδαιμονίων γράμματα προς τους Αθηναίους, διατάττοντα να μη δέχωνται, ουδέ να παροξύνωσι τους φυγάδας, αλλά να τους αποδιώξωσιν, ως κοινούς εχθρούς καταδειχθέντας υπό των συμμάχων των. Οι Αθηναίοι όμως, εκτός του ότι έχουσι πάτριον και έμφυτον αίσθημα την φιλανθρωπίαν, ηθέλησαν ν' ανταμείψωσι προσέτι τους Θηβαίους, διότι ούτοι προ πάντων συνετέλεσαν εις της δημοκρατίας την αποκατάστασιν (371) και είχον ψηφίσει· «Αν τις Αθηναίος κατά των τυράννων κινή όπλα διά της Βοιωτίας, ουδείς Βοιωτός ούτε να το ακούη, ούτε να το βλέπη.» Ένεκα τούτων δεν ηδίκησαν τους Θηβαίους.

Ζ. Ο δε Πελοπίδας, καί τοι ων είς εκ των νεωτάτων, παρεκίνει όμως ιδίως και έκαστον των φυγάδων, και προς το πλήθος ωμίλησε λέγων, ότι ούτε καλόν είναι ούτε όσιον την μεν πατρίδα να παραβλέπωσιν υπό δουλείαν ούσαν και φρουράν ξένην έχουσαν, αυτοί δε ν' αρκώνται ότι έσωσαν την ζωήν των, και να κρέμανται από των ψηφισμάτων των Αθηναίων, και να κολακεύωσι προσκυνούντες πάντοτε τους δυναμένους να ομιλώσι και να πείθωσι τον όχλον. Αλλά, τοις είπεν, ότι πρέπει και να κινδυνεύωσιν υπέρ των μεγίστων, παράδειγμα προτιθέμενοι του Θρασυβούλου την τόλμην και αρετήν και, ως εκείνος πρότερον, εκ Θηβών ορμηθείς, κατέλυσε τους εν Αθήναις τυράννους, ούτω και αυτοί πάλιν, εξ Αθηνών προελθόντες, να ελευθερώσωσι τας Θήβας. Ως λοιπόν τους έπεισε ταύτα λέγων, πέμπουσιν εις τας Θήβας κρυφίως προς τους υπολειπομένους των φίλους, να τοις ειπώσι τ' αποφασισθέντα. Εκείνοι δ' ενέκρινον ταύτα, και ο Χάρων, όστις ήτον ο όλων επισημότατος, υπεσχέθη να δώση την οικίαν του· ο δε Φυλλίδας κατώρθωσε να γίνη γραμματεύς του Αρχίου και του Φιλίππου, οίτινες ήσαν πολέμαρχοι (372). Ο δ' Επαμινώνδας προ πολλού επλήρου τους νέους γενναίου φρονήματος· και προς τούτο τοις έλεγεν εις τα γυμνάσια να προκαλώσι τους Λακεδαιμονίους και να παλαίωσι κατ' αυτών έπειτα δε, βλέπων αυτούς κομπάζοντας όταν ενίκων και υπερίσχυον, τους επέπληττεν ότι έπρεπε να αισχύνωνται μάλλον διότι δι' ανανδρίαν εισί δούλοι ανθρώπων ών κατά την δύναμιν του σώματος τοσούτον διαφέρουσιν.

Η. Ωρίσθη δε προς την πράξιν ημέρα, και απεφάσισαν οι φυγάδες τους μεν άλλους να συνάξη ο Φερένικος και να περιμένη εις το Θριάσιον (373), ολίγοι δε των νεωτάτων να ριψοκινδυνεύσωσιν εισερχόμενοι πρώτοι εις την πόλιν· αν δε τι πάθωσιν ούτοι υπό των εχθρών, να επιμεληθώσιν όλοι οι άλλοι όπως μήτε οι παίδες μήτε οι γονείς αυτών μείνωσί ποτε εστερημένοι των αναγκαίων. Ανέλαβε δε την πράξιν ο Πελοπίδας πρώτος, έπειτα δ' ο Μέλων (374) και ο Δαμοκλείδας και ο Θεόπομπος, άνδρες εκ των πρώτων οίκων, και προς αλλήλους κατά μεν τ' άλλα πιστοί όντες και φίλοι, περί δόξης όμως και ανδρείας πάντοτε φιλονεικούντες. Γενόμενοι δ' όλοι δώδεκα, και τους απολειπομένους ασπασθέντες, και αγγελιαφόρον πέμψαντες εμπρός προς τον Χάρωνα, επροχώρησαν χλαμύδια μικρά φέροντες, και σκύλους θηρευτικούς, και πάλους (375), ώστε ουδείς των όσοι καθ' οδόν τους απήντα να τους υποπτεύση, αλλά να φαίνωνται ως ασκόπως περιφερόμενοι και κυνηγούντες. Όταν δ' έφθασεν ο πεμφθείς προς τον Χάρωνα αγγελιαφόρος, και τω είπεν ότι είναι αυτοί καθ' οδόν, του μεν Χάρωνος ουδόλως μετέβαλε την γνώμην η προσέγγισις του δεινού, αλλ' ήτον ανήρ γενναίος, και έδωκε την οικίαν του. Ιπποσθενίδας δε τις, άνθρωπος ουχί πονηρός, αλλά και φιλόπατρις μάλιστα, και ευνοϊκώς προς τους φυγάδας διακείμενος, στερούμενος όμως της τόλμης ην απήτει ο επικίνδυνος εκείνος καιρός, και αι προκείμεναι πράξεις, ως ζαλισθείς απέναντι του αγώνος όστις επέκειτο, και μόλις τότε συλλογισθείς ότι τρόπον τινά σαλεύουσι την αρχήν των Λακεδαιμονίων, και επιχειρούσι την ανατροπήν της εκείνων δυνάμεως, εις μόνας τας από φυγάδων τινών ασθενείς ελπίδας στηριζόμενοι, απελθών εις την οικίαν του εν σιωπή, πέμπει τινά των φίλων του προς τον Μέλωνα και Πελοπίδαν, να τοις ειπή ν' αναβάλωσι προς το παρόν, και επιστρέψαντες εις Αθήνας να περιμείνωσι καιρόν καταλληλότερον. Ωνομάζετο δε Χλίδων ο πεμφθείς, και αμέσως εις την οικίαν του πορευθείς, και τον ίππον του εκ του ιπποστασίου εξαγαγών, εζήτει τον χαλινόν. Η γυνή του όμως δεν τον είχε, και μη ηξεύρουσα πού ήτον, τω είπεν ότι τον έδωκεν εις ένα των οικείων των, και τότε ήρχισαν ύβρεις μεταξύ των, και μετά ταύτα βλασφημίας και η γυνή τω κατηράτο κακήν οδόν, εις αυτόν και εις εκείνους οίτινες τον έπεμπον· ώστε ο Χλίδων εν τη οργή του καταναλώσας πολύ της ημέρας εις ταύτα, προσέτι δε και ως οιωνόν το συμβάν θεωρήσας, αφήκε διόλου την οδόν, και ετράπη προς άλλα. Ούτως, ολίγον έλειψεν της μεγίστης και καλλίστης των πράξεων ευθύς εξ αρχής να διαφύγη η ευκαιρία.

Θ. Οι δε περί τον Πελοπίδαν, ενδύματα γεωργών φορέσαντες, και διαιρεθέντες, εισήλθον αγνώστως άλλοι δι' άλλων μερών της πόλεως, εν ώ έτι ήτον ημέρα. Ήτον δε τότε του έαρος η αρχή, και έπνεεν άνεμος και έπιπτε χιών, ώστε ευκολώτερον διέφυγον, διότι εξ αιτίας της τρικυμίας οι πλείστοι είχον καταφύγει ήδη εις τας οικίας των. Όσοι δ' είχον συμφέρον να γνωρίζωσι τα πραττόμενα, εκείνοι εδέχοντο τους προσερχομένους και τους έφερον ευθύς εις την οικίαν του Χάρωνος. Συνεποσώθησαν δ' αυτόθι μετά των φυγάδων εις πεντήκοντα, παρά δύο. Τα δε περί τους τυράννους ούτως είχον. Φυλλίδας ο γραμματεύς συνέπραττε μεν, ως ερρέθη, καθ' όλα, και εβοήθει τους φυγάδας. Διά δε την ημέραν εκείνην προ πολλού είχεν υποσχεθή εις τον Αρχίαν και τους μετ' αυτού συμπόσιόν τι και συναναστροφήν, και γυναίκας τινάς εκ των υπάνδρων, και έπραττεν ό,τι εδύνατο όπως τους παραδώση εις την επιχείρησιν των επιτιθεμένων, εκλελυμένους υπό των ηδονών και μεθύοντας. Πριν δ' έτι μεθυσθώσιν αυτοί εντελώς, έφθασε μήνυσίς τις εις αυτούς ουχί ψευδής μεν, αλλ' αβέβαιος, και πολλήν ασάφειαν έχουσα περί των φυγάδων, ότι εκρύπτοντο εις την πόλιν. Και ο μεν Φυλλίδας έστρεψε τον λόγον αλλαχού· ο Αργίας όμως έπεμψέ τινα των υπηρετών του προς τον Χάρωνα, προστάττων αυτόν να έλθη αμέσως. Ήτον δ' εσπέρα, και ητοιμάζοντο εντός οι περί τον Πελοπίδαν, φέροντες ήδη τους θώρακας, και τας μαχαίρας λαβόντες. Εξαίφνης ήκουσαν ότι εκτύπα η θύρα, και τρέξας τις, και μαθών παρά του υπηρέτου έτι οι πολέμαρχοι εζήτουν τον Χάρωνα να έλθη προς αυτούς, επανήλθε και το ανήγγειλε τεθορυβημένος, και πάντες ευθύς υπενόησαν ότι κατεμηνύθη η πράξις των, και ότι απωλέσθησαν πάντες, ουδέν καν πράξαντες της αρετής των άξιον. Ουχ ήττον όμως ενέκριναν να υπακούση ο Χάρων και ν' απέλθη ως ανυπόπτως δήθεν προς τους άρχοντας. Ήτον δ' άλλως ανδρώδης, και ακατάβλητον έχων θάρρος εις τα δεινά· αλλά δι' εκείνους τότε ήτον καταπεπληγμένος και εφοβείτο μη τις υποψία προδοσίας έλθη επ' αυτόν, αν τοσούτοι και τοιούτοι πολίται απολεσθώσιν. Όταν λοιπόν έμελλε ν' αναχωρήση, λαβών εκ της γυναικωνίτιδος τον υιόν του, παιδίον έτι τότε, αλλά πρώτον των ομηλίκων του κατά το κάλλος και την ρώμην του σώματος, τον ενεχείρισεν εις τους περί τον Πελοπίδαν, λέγων εις αυτούς, αν εννοήσωσί τινα δόλον και προδοσίαν εκ μέρους του, να τον μεταχειρισθώσιν ως εχθρόν, και να μη φεισθώσιν αυτού. Και πολλοί μεν αυτών εδάκρυον προς του Χάρωνος το φρόνημα και το πάθος· πάντες δ' ηγανάκτουν ότι εδύνατο να νομίση τινά τοσούτον δειλόν ή διεφθαρμένον υπό του παρόντος κινδύνου, ώστε να υποθέση εκείνον, ή να τω αποδώση την αιτίαν των συμβαινόντων και τον παρεκάλουν να μη αναμίξη μετ' αυτών τον υιόν του, αλλά να τον θέση εν ασφαλεί κατά του μέλλοντος, όπως αυτός καν αυξήση εκδικητής της πόλεως και των φίλων, περισωθείς και διαφυγών τους τυράννους. Ο δε Χάρων τον μεν υιόν του είπεν ότι δεν μακρύνει απ' αυτών, διότι ποίον βίον ή τίνα σωτηρίαν βλέπει καλητέραν δι' αυτόν, του ν' αποθάνη ανύβριστος μετά του πατρός και τοσούτων φίλων των; Ευχηθείς δ' εις τους Θεούς, και ασπασθείς πάντας και ενθαρρύνας, ανεχώρησε, προσέχων εις εαυτόν, και ρυθμίζων το σχήμα του προσώπου του και τον τόνον της φωνής του, ώστε να φανή ανομοιότατος προς ά έπραττεν.