WeRead Powered by ReaderPub
Πλουτάρχου Βίοι Παράλληλοι - Τόμος 3 / Αλκιβιάδης - Κοριολάνος - Τιμολέων - Αιμίλιος Παύλος - Πελοπίδας - Μάρκελλος cover

Πλουτάρχου Βίοι Παράλληλοι - Τόμος 3 / Αλκιβιάδης - Κοριολάνος - Τιμολέων - Αιμίλιος Παύλος - Πελοπίδας - Μάρκελλος

Chapter 13: ΜΑΡΚΕΛΛΟΣ
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

A collection of parallel biographies recounts the births, public careers, campaigns, private habits, and notable incidents of several classical leaders, using anecdote and testimony to render character portraits. Each life mixes chronological narrative with moral and psychological observation, emphasizing how personal virtues and failings shaped political choices and fortunes. Comparative passages set paired figures against one another to illuminate contrasts in temperament, strategy, and civic conduct, while reported speeches and episodes punctuate assessments. The work privileges illustrative episodes and ethical appraisal over exhaustive chronology, inviting readers to draw lessons about leadership, reputation, and the interaction of character and public life.

ΛΑ. Και η μεν πρεσβεία προσέθηκεν εις τον Πελοπίδαν ου μικράν εύνοιαν, αφ' ού επέστρεψε, διά τον συνοικισμόν της Μεσσήνης και των άλλων Ελλήνων την αυτονομίαν. Επειδή δ' Αλέξανδρος ο Φεραίος, εις την αρχαίαν φύσιν του επανελθών, των Θεσσαλών μεν ουκ ολίγας κατέστρεφε πόλεις, εις δε τας των Φθιωτών, τας των Αχαιών όλας (410), και εις τας των Μαγνήτων έθετε φρουράς, ακούσασαι ότι ο Πελοπίδας επέστρεψεν, ευθύς αι πόλεις έπεμψαν πρεσβείας εις Θήβας, ζητούσαι δύναμιν, και εκείνον ως στρατηγόν. Εψήφισαν δ' οι Θηβαίοι προθύμως, και τα πάντα εγένοντο ταχέως έτοιμα. Όταν δ' ο στρατηγός ήτον περί την έξοδον, εξέλιπεν ο ήλιος (411) και σκότος εν ημέρα κατέλαβε την πόλιν. Ο δε Πελοπίδας, βλέπων όλους τεταραγμένους διά το φαινόμενον τούτο, ενόμισεν ότι δεν πρέπει να τους βιάση, εν ώ ήσαν κατάφοβοι και μη έχοντες ελπίδας καλάς, ουδέ να ριψοκινδυνεύση μετά πολιτών επτακισχιλίων· αλλά δοθείς μόνος εις τους Θεσσαλούς, και τριακοσίους ιππείς αναλαβών εθελοντάς και ξένους, εκίνησεν, εν ώ ουδ' οι μάντεις τον άφηνον, ουδ' οι άλλοι πολίται εδείκνυον προθυμίαν· διότι εφαίνετο ότι προς άνδρα λαμπρόν μέγα εγένετο σημείον εξ ουρανού. Εκείνος όμως ήτον μεν και θερμότερος κατά του Αλεξάνδρου, υπ' οργής κατεχόμενος δι' όσα καθυβρίσθη· ήλπιζε δε και την οικίαν αυτού να εύρη νοσούσαν και ανάστατον δι' όσα είχεν ομιλήσει μετά της Θήβης. Προ πάντων δε τον προυκάλει το κάλλος της πράξεως, διότι επεθύμει και εφιλοτιμείτο, καθ' ούς καιρούς οι Λακεδαιμόνιοι έπεμπον στρατηγούς και αρμοστάς εις τον Διονύσιον, τον τύραννον της Σικελίας, οι δ' Αθηναίοι μισθόν εδέχοντο παρά του Αλεξάνδρου, και ήγειρον χαλκούν ανδριάντα αυτού ως ευεργέτου, τότε να επιδείξη εις τους Έλληνας τους Θηβαίους μόνους εκστρατεύοντας υπέρ των τυραννουμένων, και καταλύοντας μεταξύ των Ελλήνων τας παρανόμους και βιαίας δυναστείας.

ΑΒ. Ως λοιπόν, ελθών εις Φάρσαλον, ήθροισε την δύναμιν, ευθύς εβάδισε κατά του Αλεξάνδρου. Εκείνος δε, Θηβαίους μεν ολίγους περί τον Πελοπίδαν βλέπων, αυτός δε περισσοτέρους των διπλασίων έχων οπλίτας Θεσσαλούς, αντετάχθη κατ' αυτού παρά το Θετίδιον. Είς τινα δ' όστις είπε προς τον Πελοπίδαν ότι πολλούς έχων ο τύραννος έρχεται· «Καλήτερον, απεκρίθη αυτός· διότι περισσοτέρους θα νικήσωμεν.» Προς το μέσον, κατά τας καλουμένας Κυνός κεφαλάς, προέχουσι λόφοι απότομοι και υψηλοί. Τούτους ώρμησαν αμφότεροι να καταλάβωσι διά των πεζών των. Τους δ' ιππείς ο Πελοπίδας, πολλούς όντας και αγαθούς, αφήκε κατά των ιππέων του εχθρού, και νικώντες ούτοι, ώρμησαν εις το πεδίον ομού μετά των φευγόντων· ο δ' Αλέξανδρος εφάνη τους λόφους καταλαβών, και ορμών κατά των Θεσσαλών οπλιτών, οίτινες ανέβαινον ύστερον, και επροσπάθουν να βιάσωσι θέσεις ισχυράς και ανάντεις, εφόνευε τους πρώτους, οι δ' άλλοι πληγάς ελάμβανον, ουδέν κατορθούντες. Ιδών λοιπόν ταύτα ο Πελοπίδας, τους μεν ιππείς ανεκάλει οπίσω, και τους διέταξε να ορμήσωσι προς τους παρατεταγμένους εκ των εχθρών. Αυτός δε, την ασπίδα ευθύς λαβών, δράμων ανέβη προς τους επί των λόφων μαχομένους· και διά των όπισθεν ορμήσας προς τους πρώτους, τοσαύτην ενέπνευσε γενναιότητα και προθυμίαν εις όλους, ώστε οι εχθροί ενόμισαν ότι επήρχοντο κατ' αυτών άλλοι γενόμενοι κατά τα σώματα και κατά τας ψυχάς. Και δύο μεν ή τρεις προσβολάς απέκρουσαν βλέποντες δ' αυτούς ευρώστως εφορμώντας, και το ιππικόν επιστρέφον από της διώξεως, υπεχώρησαν, και ανεχώρησαν βήμα προς βήμα. Ο δε Πελοπίδας, από των υψωμάτων ιδών όλον το στρατόπεδον των εχθρών ότι δεν είχε μεν έτι τραπή εις φυγήν, αλλ' ότι επληρούτο ήδη θορύβου και ταραχής, εστάθη, και περιέφερε πέριξ τα βλέμματά του, αυτόν ζητών τον Αλέξανδρον. Ως δ' είδεν αυτόν εις το δεξιό χέρας ενθαρρύνοντα και παρατάττοντα τους μισθοφόρους, δεν ανεχαίτισε την οργήν του, ουδ' εσυλλογίσθη, αλλά προς την όψιν ταύτην αναφλεχθείς, και εις το πάθος του παραδούς το σώμα και της πράξεως αυτού την διεύθυνσιν, επήδησε πολύ των άλλων εμπρός, και έτρεχε βοών και προκαλών τον τύραννον. Και εκείνος μεν δεν εδέχθη την ορμήν του ουδ' υπέμεινεν, αλλ' έφυγε προς τους δορυφόρους του, και εκρύβη μεταξύ αυτών. Των δε μισθοφόρων, οι μεν πρώτοι ελθόντες εις χείρας ανεχαιτίσθησαν υπό του Πελοπίδου, τινές δε και πληγωθέντες ετελεύτησαν. Οι δε περισσότεροι, μακρόθεν διά των δοράτων κτυπώντες αυτόν, τον κατετραυμάτιζον διά μέσου των όπλων αυτού, έως ότου οι Θεσσαλοί, συγκινηθέντες, έδραμον από των λόφων εις βοήθειαν αυτού. Αφ' ού δε ήδη έπεσεν, επελθόντες οι ιππείς, έτρεψαν όλην την φάλαγγα, και διώξαντες αυτήν μακράν, ενέπλησαν νεκρών την χώραν, υπέρ τους τρισχιλίους φονεύσαντες.

ΑΓ. Και ότι μεν οι Θηβαίοι βαθέως εθλίβοντο όσοι παρήσαν εις του Πελοπίδου τον θάνατον, και ότι τον ωνόμαζον πατέρα και σωτήρα και διδάσκαλον των μεγίστων και καλλίστων αγαθών, δεν είχε τι το πολλού θαυμασμού άξιον. Οι δε Θεσσαλοί και οι σύμμαχοι, υπερβαλόντες διά των ψηφισμάτων των πάσαν τιμήν πρέπουσαν εις αρετήν ανθρωπίνην, έτι μάλλον απέδειξαν διά της λύπης των την προς αυτόν εύνοιάν των. Διότι λέγουσιν ότι οι παρευρεθέντες εις την μάχην ούτε θώρακα απεδόθησαν, ούτε ίππον εξεχαλίνωσαν, ούτε πληγήν έδεσαν πρότερον, αφ' ότου ήκουσαν εκείνου τον θάνατον, αλλά μετά των όπλων θερμοί ερχόμενοι προς τον νεκρόν, ως αισθανόμενον, εσώρευσαν πέριξ του τα εχθρικά λάφυρα, έκοψαν δε τας χαίτας των ίππων των, και έκοψαν και την ιδίαν των κόμην. Αφ' ού δ' απήλθον εις τας σκηνάς των, πολλοί ουδέ πυρ ανήψαν, ουδέ δείπνον έλαβον, σιγή δε και κατήφεια κατείχε παν το στρατόπεδον, ως αν δεν είχον νικήσει επιφανεστάτην νίκην και μεγίστην, αλλ' αν είχον ηττηθή και υποδουλωθή υπό του τυράννου. Εκ δε των πόλεων, ως ανηγγέλθησαν ταύτα, ήλθον αι αρχαί, και μετ' αυτών οι έφηβοι και οι παίδες και οι ιερείς, προς υποδοχήν του σώματος, τρόπαια και στεφάνους και πανοπλίας χρυσάς φέροντες. Όταν δ' έμελλε να γίνη του σώματος η εκφορά, προσελθόντες οι πρεσβύτατοι των Θεσσαλών, παρεκάλουν τους Θηβαίους αυτοί να θάψωσι τον νεκρόν. Είς δ' αυτών έλεγεν· «Άνδρες σύμμαχοι, χάριν ζητούμεν παρ' υμών, ήτις επί της τοσαύτης δυστυχίας θέλει μας φέρει τιμήν και παρηγορίαν. Δεν θα προπέμψωσιν οι Θεσσαλοί ζώντα τον Πελοπίδαν, ουδέ θα αισθανθή τας αξίας τιμάς ας θέλομεν τω αποδώσει· αλλ' αν μας επιτρέψητε να εγγίσωμεν τον νεκρόν, και ημείς αυτοί να κοσμήσωμεν και να θάψωμεν το σώμα αυτού, θα δείξωμεν ότι αναγνωρίζομεν πόσον μεγαλητέρα είναι των Θεσσαλών η συμφορά παρά η των Θηβαίων· διότι σεις μεν εστερήθητε μόνον αγαθού αρχηγού· ημείς δε και τούτου και της ελευθερίας. Και τω όντι πώς θα τολμήσωμεν πλέον να σας ζητήσωμεν άλλον στρατηγόν, όταν δεν σας απεδώσαμεν τον Πελοπίδαν;» Και οι Θηβαίοι επέτρεψαν ταύτα.

ΛΔ. Εκείνων δε των ταφών δεν θεωρούσι γενομένας λαμπροτέρας ποτ' άλλας όσοι δεν νομίζουσι την λαμπρότητα συνισταμένην εις τον ελέφαντα και τον χρυσόν και τας πορφύρας, ως ο Φίλιστος (412), υμνών και θαυμάζων την του Διονυσίου ταφήν, ήτις υπήρξεν η από της τυραννίας εξοδός του ως μεγάλης τραγωδίας θεατρική καταστροφή. Ο δε μέγας Αλέξανδρος, όταν απέθανεν ο Ηφαιστίων, ου μόνον ίππους εκούρευσε και ημιόνους, αλλά και τας επάλξεις εκρήμνισε των τειχών, ώστε και αι πόλεις αύται να φαίνωνται ως πενθούσαι, αντί της προτέρας μορφής των κουράς λαβούσαι άτιμον σχήμα. Και ταύτα μεν, προστάγματα δεσποτών όντα, και διά βίας εκτελούμενα, και φθόνον προκαλούντα επί τους τυγχάνοντας αυτών, μίσος δ' επί των βιαζομένων, δεν ήσαν επίδειξις ευνοίας ουδέ τιμής, αλλά βαρβαρικού όγκου και πολυτελείας και αλαζονείας, και σπατάλη της περιουσίας εις μάταια και κακόζηλα. Ανήρ όμως δημοτικής καταγωγής, εις ξένην γην αποθανών, χωρίς ουδ' η γυνή, ουδ οι παίδες, ουδ' οι συγγενείς του να παρευρίσκωνται, χωρίς ουδείς να παρακαλέση περί τούτου, ή εις αυτό ν' αναγκάση, προπεμπόμενος υπό τοσούτων δήμων και πόλεων αμιλλωμένων, και συνοδευόμενος και στεφανούμενος, ευλόγως εφαίνετο της τελειοτάτης ευδαιμονίας τυχών. Ως έλεγεν ο Αίσωπος, δεν είναι λυπηρότατος των ευτυχούντων ο θάνατος, αλλά μακαριώτατος μάλιστα, διότι κατέθετεν εις ασφαλή τόπον τας ευτυχίας των αγαθών, μη αφήνων την τύχην να μεταβάλη αυτάς. Διά τούτο έτι ορθότερον Λάκων τις, ασπασθείς τον Ολυμπιονίκην Διαγόραν, όστις είδε και τους υιούς του στεφανουμένους εις τα Ολύμπια, είδε δε και τους υιούς των υιών και των θυγατέρων του, «Απόθανε, τω είπεν, ω Διαγόρα! Δεν θ' αναβής εις τον Όλυμπον.» Νομίζω δ' ότι αν τις όλας ομού προσέθετε τας Ολυμπιακάς και Πυθικάς νίκας, δεν θα τας έκρινεν αξίας να παραβληθώσι προς ένα των αγώνων του Πελοπίδου. Ηγωνίσθη δε πολλούς και κατώρθωσε πολλά, και το πλείστον του βίου του εν δόξη ζήσας και τιμή, τέλος επί της δεκάτης τρίτης βοιωταρχίας του απέθανεν αριστεύων υπέρ της ελευθερίας των Θεσσαλών, εις νίκην μετέχουσαν τυραννοκτονίας.

ΑΕ. Ο δε θάνατος αυτού μεγάλως μεν ελύπησε τους συμμάχους, έτι δε περισσότερον τους ωφέλησε. Διότι οι Θηβαίοι, ως ήκουσαν του Πελοπίδου τον θάνατον, χωρίς ουδόλως ν' αναβάλωσι την τιμωρίαν, εν τάχει απέστειλαν επτακισχιλίους οπλίτας ιππείς δ' επτακοσίους, υπό στρατηγούς τον Μάλκιτον και τον Διογείτονα. Ευρόντες δε τεταπεινωμένον και εξησθενημένον τον Αλέξανδρον, τον ηνάγκασαν εις τους Θεσσαλούς μεν ν' αποδώση τας πόλεις όσας κατείχε, τους δε Μάγνητας και τους Φθιώτας και Αχαιούς ν' αφήση ελευθέρους, αποσύρων την φρουράν, να ομώση δε ν' ακολουθή τους Θηβαίους καθ ών αν αυτοί τον οδηγώσιν ή τον διατάττωσιν. Εις ταύτα ηρκέσθησαν οι Θηβαίοι, θέλω δε διηγηθή πώς ολίγον μετά ταύτα εξεδίκησαν επ' αυτού οι Θεοί τον θάνατον του Πελοπίδου. Θήβην, την σύζυγον αυτού, πρώτον μεν, ως ευρέθη, ο Πελοπίδας εδίδαξε να μη φοβήται την έξω λαμπρότητα και την επίδειξιν της τυραννίδος, ήτις εφρουρείτο υπό φυλάκων και όπλων. Έπειτα δε, φοβουμένη την απιστίαν αυτού και μισούσα αυτού την ωμότητα, συνεφώνησε μετά των αδελφών της, οίτινες ήσαν τρεις, ο Τισίφονος, ο Πυθόλαος και ο Λυκόφρων, και επεχείρησε ταύτα· Την μεν άλλην οικίαν του τυράννου κατείχον αι φυλακαί των διανυκτερευόντων· ο δε θάλαμος εις όν συνείθιζον να κοιμώνται, ήτον υπερώος, και εμπρός αυτού εφύλαττε κύων δεδεμένος, φοβερός εις όλους, εκτός εις μόνους εκείνους και εις ένα εκ των οικετών, εκείνον όστις τον έτρεφεν. Όταν λοιπόν ήλθεν ο καιρός του επιχειρήματος, η Θήβη είχεν από της ημέρας ήδη κεκρυμμένους τους αδελφούς της εις παρακείμενον οίκον τινα. Εισελθούσα δε, ως συνείθιζε, μόνη προς τον Αλέξανδρον, κοιμώμενον ήδη, και μετ' ολίγον πάλιν εξελθούσα, εις μεν τον υπηρέτην διέταξε να λάβη έξω τον κύνα, διότι ήθελε ν' αναπαυθή μεθ' ησυχίας εκείνος· αυτή δ' εις την κλίμακα, φοβουμένη μη κροτή όταν αναβαίνωσιν οι νεανίσκοι, κατέστρωσε μαλλία· έπειτα δ' ανεβίβασεν ούτω τους αδελφούς της ξιφήρεις, και στήσασα αυτούς εμπρός των θυρών, εισήλθεν η ιδία, έλαβε το ξίφος του, κρεμμάμενον υπέρ την κεφαλήν του, και τοις το έδειξεν ως σημείον ότι εκοιμάτο ο τύραννος. Αλλ' επειδή οι νεανίσκοι ήσαν εκπεπληγμένοι και εδίσταζον, επιπλήττουσα αυτούς, τοις ώμνυε μετ' οργής ότι θέλει εξυπνήση τον Αλέξανδρον και τω καταμηνύσει την πράξιν. Ούτως αισχυνθέντας αυτούς συγχρόνως και φοβηθέντας, τους εισήγαγε, και τους έφερεν εις την κλίνην, κρατούσα και τον λύχνον. Εξ αυτών δε, ο μεν, πιέσας τους πόδας του, τους εκράτει, ο δε συλλαβών αυτόν εκ των τριχών, έστρεψεν οπίσω την κεφαλήν του, και ο τρίτος, κτυπών αυτόν διά του ξίφους, τον εφόνευσεν. Ούτως απέθανεν αυτός, θάνατον ταχύν, και διά τούτο ίσως πραότερον αφ' ό,τι προσήκεν. Επειδή όμως ην ο μόνος ή πρώτος των τυράννων όστις υπό της ιδίας αυτού γυναικός εφονεύθη, και το σώμα του μετά θάνατον παντοίως αικισθέν, ερρίφθη και κατεπατήθη υπό των Φεραίων, φαίνεται άξια των παρανομιών του παθών.
 

ΜΑΡΚΕΛΛΟΣ


Α. Ο δε Μάρκιος Κλαύδιος, όστις πεντάκις ην ύπατος εν Ρώμη, λέγουσιν ότι υπήρξεν υιός Μάρκου, πρώτος δ' εκ της οικογενείας ωνομάσθη Μάρκελλος, όπερ εστίν Αρήιος (413) ως λέγει ο Ποσειδώνιος (414)· διότι είχε πολεμικήν εμπειρίαν, σώμα δε ρωμαλέον, χείρα δ' ανδρείαν, φύσιν δε φιλοπόλεμον, ήτον σώφρων, φιλάνθρωπος, εραστής της ελληνικής παιδείας και των ελληνικών γραμμάτων επί τοσούτον, ώστε να τιμά και να θαυμάζη τους εις ταύτα ευδοκιμούντας· ο ίδιος όμως, ένεκα των ασχολιών του, μη κατορθώσας να εξασκή και να μάθη αυτά καθ' όσον επροθυμείτο· Διότι αν εις άλλους ανθρώπους ο Θεός, ως είπεν ο Όμηρος,

έδωκεν, εκ νεαράς ηλικίας εις γήρας, να πλέκουν
ανθρωποκτόνους πολέμους,

πολύ μάλλον επέκλωσε τούτο εις τους τότε πρωτεύοντας των Ρωμαίων, οίτινες, όταν μεν ήσαν νέοι, εις την Σικελίαν επολέμουν κατά των Καρχηδονίων, εν ακμαία δ' ηλικία κατά των Γαλατών υπέρ αυτής της Ιταλίας, και εις το γήρας των εμάχοντο πάλιν κατά του Αννίβα και των Καρχηδονίων, μη έχοντες, ως οι άλλοι, διά το γήρας ανάπαυσιν εκ των εκστρατειών, αλλ' εκαλούντο εις στρατηγίας πολέμων και εις αρχηγίας, εκλεγόμενοι διά την ευγένειαν και τα προτερήματά των.

Β. Ο δε Μάρκελλος, ουδενός μεν είδους μάχης ήτον άπειρος και ανάσκητος· αλλ' υπέρ πάντα εις την μονομαχίαν διακρινόμενος, ουδεμίαν απέφυγε ποτε πρόκλησιν, και πάντας, όσοι τον προυκάλεσαν, τους εφόνευσεν. Εις δε την Σικελίαν έσωσε τον αδελφόν του Οτακίλιον κινδυνεύοντα, υπερασπίσας αυτόν και φονεύσας τους προσβαλόντας αυτόν. Διά ταύτα νέος έτι έλαβεν αμοιβάς και στεφάνους παρά των στρατηγών. Γινόμενον δ' επί μάλλον και μάλλον επίσημον, ανέδειξεν αυτόν ο δήμος αγορανόμον της επιφανεστέρας τάξεως, οι δ' ιερείς Αύγουρα· είναι δε τούτο είδος ιερωσύνης, εις ήν ιδίως έδωκεν ο νόμος να επιβλέπη και παραφυλάττη των οιωνών την μαντικήν. Ηναγκάσθη δ' όταν ηγορανόμει να εισαγάγη παρά την θέλησίν του δίκην τοιαύτην. Είχεν υιόν ομώνυμον, νεαρού κάλλους εξαισίου, περίβλεπτον δ' υπό των πολιτών διά την σωφροσύνην και την ανατροφήν του. Εις τούτον ο Καπετωλίνος, ο συνάρχων του Μαρκέλλου, ανήρ ασελγής και θρασύς, επρότεινε λόγους ατίμους. Και το μεν πρώτον τον απέκρουσε μόνον του· επειδή δ' επανήλθε πάλιν αυτός, το είπε προς τον πατέρα του. Διά τούτο αγανακτήσας ο Μάρκελλος, κατήγγειλεν εις την βουλήν τον άνθρωπον. Εκείνος δε διαφόρους εμηχανάτο αποφυγάς και αναβολάς, τους δημάρχους επικαλούμενος, οίτινες όμως δεν εδέχθησαν την επίκλησιν αυτού, δι' ό αντέταξεν άρνησιν εις την κατηγορίαν. Αλλ' επειδή ουδείς υπήρξε των λόγων μάρτυς, απεφάσισεν η βουλή να φέρη εμπρός της τον παίδα. Ως δ' ήλθε, και είδον αυτού το ερύθημα και τα δάκρυα, και την αιδώ ανεμεμιγμένην μετ' ακατασχέτου θυμού, δεν εχρειάσθησαν άλλο τεκμήριον, και καταψηφίσαντες επέβαλον πρόστιμον εις τον Καπετωλίνον. Εκ δε των χρημάτων τούτων ο Μάρκελλος αργυρά σπονδής αγγεία κατασκευάσας, τ' αφιέρωσεν εις τους Θεούς.

Γ. Ο πρώτος των Καρχηδονίων πόλεμος, επί εικοσιδύο έτη διαρκέσας, είχεν ήδη περατωθή, όταν επήλθε νέος αγών εις την Ρώμην, ο Γαλατικός. Οι Ίνσομβρες, έθνος Κελκτικόν, κάτοικοι του υπό τας Άλπεις μέρους της Ιταλίας, και καθ' εαυτούς όντες μεγάλοι, εκάλουν και δυνάμεις, και εμήνυσαν εκ των Γαλατών τους επί μισθώ εκστρατεύοντας, οίτινες ωνομάζοντο Γεσσάται. Και θαυμαστόν μεν εφαίνετο, και τύχης αγαθής πρόνοια, ότι ο Κελτικός πόλεμος δεν εξερράγη συγχρόνως μετά του Λιβυκού· αλλ' ως αν έμενον οι Γαλάται εις εφεδρείαν, και ορθώς και δικαίως ησύχαζον εν όσω εκείνοι εμάχοντο, μετά ταύτα τότε εκηρύχθησαν κατά των νικητών, και τους επροκάλεσαν όταν τους είδον μη έχοντας πλέον ασχολίαν. Εν τούτοις όμως και η χώρα ενέπνεε φόβον, διότι η γειτνίασις έφερεν όμορον και οικιακόν ούτως ειπείν τον πόλεμον, και προσέτι η παλαιά των Γαλατών υπόληψις, ούς υπέρ πάντας άλλους φαίνονται φοβούμενοι οι Ρωμαίοι, διότι και η πόλις των υπ' αυτών εκυριεύθη, και έκτοτε νόμον έθεντο να μη είναι στρατεύσιμοι οι ιερείς, εκτός πάλιν αν επέλθη Γαλατικός πόλεμος. Εδήλουν δε τον φόβον αυτών και αι ετοιμασίαι, διότι τοσαύται μυριάδες Ρωμαίων ούτε πριν ούτε μετά ταύτα λέγονται τα όπλα λαβούσαι, προσέτι δε και η κατά τας θυσίας καινοτομία, διότι ενώ ουδέν ετέλουν βαρβαρικόν ουδέ ξενικόν, αλλά διέκειντο ως προς τας περί τα θεία δοξασίας των ελληνικώς και πράως όσον ενδέχεται, τότε, όταν συνέπεσεν ο πόλεμος ούτος, ηναγκάσθησαν να υπακούσωσιν εις λόγιά τινα εκ των Σιβυλλείων, και δυο μεν Έλληνας, άνδρα και γυναίκα, δύο δε Γαλάτας ομοίως έθαψαν ζώντας εις την καλουμένην βοών αγοράν, και διά τούτους μέχρι τούδε έτι τελούσιν εν Νοεμβρίω μηνί εις τους Έλληνας και Γαλάτας απορρήτους και αθεάτους ιερουργίας.

Δ. Και οι μεν πρώτοι αγώνες και νίκας μεγάλας και σφάλματα αναδείξασαι των Ρωμαίων, εις ουδέν απέληξαν βέβαιον. Όταν δ' οι ύπατοι Φλαμίνιος και Φούριος εξεστράτευσαν μετά μεγάλων δυνάμεων κατά των Ινσόμβρων, τότε εφάνη αίμα ρέων ο ποταμός όστις βρέχει την Πικηνίδα χώραν, ευρέθη δε και ότι τρεις σελήναι εφάνησαν περί την πόλιν Αρίμινον. Οι δ' ιερείς, οίτινες κατά τας επί των εκλογών των υπάτων ψηφοφορίας παρεφύλαττον τους οιωνούς, εβεβαίουν ότι κακαί τοις εφάνησαν, και εις των ορνίθων τας προρρήσεις εναντίαι αι των υπάτων αναγορεύσεις. Ευθύς λοιπόν έπεμψεν η σύγκλητος εις το στρατόπεδον γράμματα, και εμήνυσε τοις υπάτοις να επιστρέψωσιν όσον τάχιον και να παραιτηθώσι της αρχής, και ουδέν να επιχειρήσωσι πριν ως ύπατοι κατά των εχθρών. Ταύτα δε τα γράμματα λαβών ο Φλαμίνιος, δεν τα ηνέωξε πριν ή συνάψας μάχην προς τους βαρβάρους, τους έτρεψεν εις φυγήν, και επέδραμε την χώραν αυτών. Όταν όμως επανήλθε μετά πολλών λαφύρων, δεν τον προϋπάντησεν ο δήμος, αλλά διότι προσκληθείς ευθύς δεν υπήκουσεν, ουδ' επείσθη εις τα γράμματα, αλλά περιΰβρισε και κατεφρόνησεν αυτά, παρ' ολίγον να ψηφίσωσιν άρνησιν του θριάμβου αυτού· αφ' ού δ' εθριάμβευσε, τον κατέστησαν ιδιώτην, αναγκάσαντες αυτόν να παραιτηθή της υπατείας μετά του συνάρχοντος. Ούτω παρά Ρωμαίοις εις τον Θεόν ανήγοντο πάντα τα πράγματα. Παράβλεψιν δε των μαντείων και των πατρίων εθίμων ουδ' εις τας μεγίστας επιτυχίας εδέχοντο, συντελεστικώτερον νομίζοντες προς σωτηρίαν της πόλεως το να σέβωνται τα θεία οι άρχοντες, παρά το να υπερισχύωσι των εχθρών.

Ε. Και Τιβέριος μεν ο Σεμπρώνιος, ανήρ και διά την ανδρείαν και διά την καλοκαγαθίαν του ουδενός ολιγώτερον αγαπηθείς υπό των Ρωμαίων, ανέδειξεν ο ίδιος, υπατεύων, ως διαδόχους του, τον Σκηπίωνα Νασικάν και τον Γάιον Μάρκιον. Εν ώ δ' ήσαν αυτοί ήδη εις τας επαρχίας και επί κεφαλής των στρατευμάτων, κατά τύχην ιδών αυτός ιερατικά τινα υπομνήματα, εύρεν εις αυτά πάτριόν τι έθιμον ό ηγνόει. Ήτον δε τούτο· Όταν αρχων, εις ορνιθοσκοπίαν καθεζόμενος εις οίκον όν έχει εκτός της πόλεως ή εις μεμισθωμένην σκηνήν, υπ' αιτίας τινός αναγκασθή, πριν ή δοθώσιν ασφαλή σημεία, να επανέλθη εις την πόλιν, έπρεπε ν' αφήση την προμεμισθωμένην οικίαν, και να λάβη άλλην, εξ ής να επαναλάβη απ' αρχής πάλιν την θέαν. Τούτο δεν εγνώριζε, φαίνεται, ο Τιβέριος, και δις εις τον ίδιον οίκον καθήμενος, ανέδειξε τους ειρημένους υπάτους. Ύστερον δε, γνώρισας το σφάλμα του, ανέφερεν αυτό εις την σύγκλητον. Εκείνη δε, αν και μικρά ήτον η έλλειψις, δεν την κατεφρόνησεν, αλλ' έγραψεν εις τους άνδρας, και εκείνοι, εγκαταλιπόντες τάς επαρχίας, επέστρεψαν εις την Ρώμην, και κατέθεσαν την αρχήν. Αλλά ταύτα μεν ύστερον επράχθησαν. Περί δε τους αυτούς εκείνους χρόνους, και δύο ιερείς επιφανέστατοι εστερήθησαν της ιερωσύνης των, ο Κορνήλιος Κέθηγος, διότι έδωκε τα σπλάγνα του ιερείου παρά την τάξιν, και ο Κούιντος Σουλπίκιος, διότι, εν ώ ετέλει θυσίαν, έπεσεν από της κεφαλής του ο οξύς πίλος, όν οι καλούμενοι Φλαμίνιοι φορούσιν. Ότε δ' ο Δικτάτωρ Μινούκιος κατέστησεν ίππαρχον τον Γάιον Φλαμίνιον, επειδή ηκούσθη να τρίζη ποντικός, όν καλούσι Σόρικα (415), καθαίρεσαν τούτους διά ψήφου, και κατέστησαν άλλους. Φυλάττοντες δ' ούτως εν μικροίς την ακρίβειαν, μετ' ουδεμιάς ανεμίγνυον αυτήν δεισιδαιμονίας, αλλά μόνον επέμενον ουδέν ν' αλλάττωσιν ουδέ τα παρεκβαίνωσιν εκ των πατρίων.

ΣΤ. Όταν λοιπόν παρητήθη της αρχής ο Φλαμίνιος, διά των καλουμένων μεσοβασιλέων απεδείχθη ύπατος ο Μάρκελλος. Και παραλαβών την αρχήν, εκλέγει συνάρχοντά του τον Γναίον Κορνήλιον. Ελέχθη δ' ότι πολλά μεν συμβιβαστικά επρότεινον οι Γαλάται, έκλινε δε και η βουλή προς ειρήνην, αλλ' ο Μάρκελλος ότι ετράχυνε τον δήμον προς τον πόλεμον. Αλλά και αφ' ού έγινεν ειρήνη φαίνεται ότι ανεκαίνισαν τον πόλεμον οι Γαισσάται, υπερβάντες τας Άλπεις, και τους Ινσόμβρους διεγείραντες, διότι τριάκοντα χιλιάδες αυτοί προσετέθησαν εις εκείνους όντας πολλαπλασίους, και υπερηφανευόμενοι, ώρμησαν ευθύς εις τας Ακέρρας, πόλιν επέκεινα του Πάδου κειμένην. Εκείθεν δε, μυρίους Γεσσάτας ο βασιλεύς Βριτόμαρτος (416) λαβών, ελεηλάτει την περί τον Πάδον χώραν. Ταύτα ακούσας ο Μάρκελλος, τον μεν συνάρχοντα αυτού κατέλιπε παρά τας Ακέρρας, έχοντα μεθ' εαυτού πάσαν την πεζήν και βαρείαν δύναμιν, και των ιππέων το τρίτον μέρος· αυτός δε τους λοιπούς ιππείς λαβών, και τους ελαφροτάτους των πεζών, περί τους εξακοσίους, προυχώρει, ούτε ημέραν ούτε νύκτα αναστέλλων την πορείαν του, έως ού απήντησε τους δεκακισχιλίους Γεσσάτας, περί το καλούμενον Κλαστίδιον (417), κώμην Γαλατικήν, προ ολίγου των Ρωμαίων υπήκοον γενομένην. Δεν τω επετράπη δε ν' αναπαύση τον στρατόν του και να τον αφήση ν' αναλάβη· διότι, άμα έφθασε, ταχέως ενοήθη υπό των βαρβάρων, και κατεφρονήθη, ως έχων ολίγους πεζούς μεθ' εαυτού, και επειδή περί του ιππικού ολίγον εφρόντιζον οι Κελτοί. Καθότι, άριστοι όντες ιππομάχοι, και κατά τούτο μάλιστα φαινόμενοι ότι υπερέχουσι, τότε και κατά το πλήθος ήσαν πολύ του Μαρκέλλου υπέρτεροι. Ευθύς λοιπόν ώρμησαν επ' αυτόν, ως διά να τον αρπάσωσι, μετά βίας πολλής και δεινών απειλών, και ο βασιλεύς ίππευεν εμπρός των άλλων. Ο δε Μάρκελλος, όπως μη προλάβωσι και τον περικυκλώσωσι, και εκταθώσι πέριξ του ολιγοστού του στρατού, παρέτεινε μακράν τας ίλας των ιππέων, λεπτόν εκτείνων το κέρας, έως ότου ολίγον απείχε των εχθρών. Ήδη δε, καθ' ήν στιγμήν έμελλε να προσβάλη, συνέβη να τρομάξη ο ίππος του εκ των αλαλαγμών των εχθρών, και στραφείς μετά βίας να φέρη οπίσω τον Μάρκελλον. Ούτος δε, φοβηθείς μη φέρη τούτο ταραχήν εις τους Ρωμαίους εκ δεισιδαιμονίας, σύρει ταχέως τον χαλινόν προς τ' αριστερά, και περιστρέψας τον ίππον απέναντι των εχθρών, προσεκύνησε τον ήλιον, ως στραφείς δήθεν ένεκα τούτου, και ουχί κατά τύχην. Διότι τοιαύτην έχουσιν οι Ρωμαίοι συνήθειαν, να προσκυνώσι τους Θεούς περιστρεφόμενοι (418)· όταν δε συγκρούωνται μετά των εχθρών, να προσεύχωνται εις τον Φερέτριον Δία (419) υποσχόμενοι ν' αφιερώσωσιν εις αυτόν τα ωραιότερα των όπλων ά ήθελον κυριεύσει επί των εχθρών.

Ζ. Κατά την στιγμήν ταύτην ιδών αυτόν ο των Γαλατών βασιλεύς, και από των συμβόλων αυτού τεκμαιρόμενος ότι άρχων τις είναι ούτος, εκέντησε τον ίππον του πολύ προ των άλλων, και ώρμησεν εναντίον του, μετά μεγάλης φωνής αλαλάζων προκλητικώς, και το δόρυ του σείων, ανήρ κατά το μέγεθος του σώματος εξέχων όλων των Γαλατών, και διαλάμπων εν πανοπλία, ήτις έστιλβεν ως αστραπή υπό χρυσού και αργύρου και βαφών και ποικιλμάτων παντοίων. Επειδή δ' όταν περιέφερε τα βλέμματά του εις την εχθρικήν φάλαγγα ο Μάρκελλος, ταύτα τω εφάνησαν ως τα κάλλιστα των όπλων, και υπέλαβεν ότι ταύτα εισίν εκείνα ά ηυχήθη να προσφέρη εις τον Θεόν, ώρμησε κατά του ανδρός, και διά του δόρατος διαπεράσας αυτού τον θώρακα, και διά της ορμής του ίππου του την προσβολήν επιτείνας, τον ανέτρεψε ζώντα, και επιφέρων δευτέραν και τρίτην πληγήν, τον εφόνευσε. Πηδήσας δ' από του ίππου του, και διά των χειρών του εγγίσας τα όπλα του νεκρού, είπε προς τον ουρανόν· «Ω μεγάλα στρατηγών και ηγεμόνων έργα και πράξεις επιβλέπων εν πολέμοις Φερέτριε Ζευ, σ' επικαλούμαι ως μάρτυρα ότι τρίτος εγώ άρχων των Ρωμαίων άρχοντα, και στρατηγός βασιλέα, τον άνδρα τούτον ιδιοχείρως κατατροπώσας και κτείνας, αφιερώ εις σε τα πρώτα και κάλλιστα των λαφύρων. Συ δε δος εις ημάς ομοίαν τύχην, ότε και εις τα λοιπά του πολέμου τρεπώμεθα.» Μετά ταύτα δ' εφώρμησαν οι Ρωμαίοι ιππείς ουχί προς τους ιππείς κεχωρισμένους, αλλά και προς τους πεζούς μαχόμενοι, οίτινες ομού αντετάττοντο. Και νικώσι νίκην κατά τρόπον αξιόλογον και παράδοξον· διότι ούτε πρότερον ούτε ύστερον ποτε λέγονται τοσούτοι ιππείς, τοσούτους ιππείς ομού και πεζούς νικήσαντες. Φονεύσας δε τους πλείστους, και όπλα και χρήματα κυριεύσας, επανήλθε προς τον συνάρχοντά του, εναγωνίως πολεμούντα κατά των Κελτών περί πόλιν μίαν των μεγίστων και πολυανθρωποτάτων εκ των Γαλατικών. Καλείται δε Μεδιόλανον, και έχουσι μητρόπολιν αυτήν οι κατά τούτο το μέρος Κελτοί, όθεν ζωηρότατα μαχόμενοι υπέρ αυτής, αντεπολιόρκουν τον Κορνήλιον. Ως όμως επήλθεν ο Μάρκελλος, ακούσαντες οι Γεσσάται την ήτταν και τον θάνατον του βασιλέως των, απήλθον, και το μεν Μεδιόλανον κυριεύεται, τας δ' άλλας πόλεις παρέδοσαν οι Κελτοί, πάντα τα καθ' εαυτούς αφέντες εις την διάκρισιν των Ρωμαίων. Και εις αυτούς μεν εδόθη ειρήνη επί συμφωνίαις μετρίαις.

Η. Εψήφισε δ' η σύγκλητος υπέρ μόνου του Μαρκέλλου θρίαμβον, και εισήλασεν ούτος κατά μεν την άλλην λαμπρότητα και τον πλούτον και τα λάφυρα και τα εξαίσια των αιχμαλώτων σώματα, θαυμαστός ως ολίγοι άλλοι εφάνησαν. Ευαρεστότατον δε πάντων και νεώτατον θέαμα επεδείκνυεν αυτός εαυτόν, φέροντα εις τον θεόν του βαρβάρου την πανοπλίαν. Κόψας ωραίας δρυός όρθιον και μέγαν κορμόν, και διασκευάσας αυτόν ως τρόπαιον, έδεσε και εκρέμασεν εις αυτόν τα λάφυρα, ευκόσμως διαβείς και περιαρμόσας έκαστον. Ως δε προυχώρει η πομπή, λαβών αυτόν εις τας χείρας του, ανέβη εις το τέθριππον, και επόμπευεν ούτω διά της πόλεως, ως τροπαιοφόρον άγαλμα της ιδίας αυτού νίκης κάλλιστον και αξιοπρεπέστατον. Ο δε στρατός είπετο δι' ωραιοτάτων όπλων κεκοσμημένος, και ψάλλων και αλλά επίτηδες ποιηθέντα μέλη, και παιάνας επινικίους εις τον Θεόν και τον στρατηγόν. Ούτω δε προβάς και φθάσας εις τον ναόν του Φερετρίου Διός, έστησε και καθιέρωσε το τρόπαιον, τρίτος και τελευταίος μέχρι των καθ' ημάς καιρών. Διότι πρώτος αφιέρωσεν όπλα φονευθέντος εχθρού ο Ρωμύλος, απ' Άκρωνος του Καινινήτου, δεύτερος δ' ο Κόσσος Κορνήλιος, από Τολουμνίου του Τυρρηνού· μετά δε τούτους ο Μάρκελλος από Βριτομάρτου, του βασιλέως των Γαλατών· μετά δε Μάρκελλον ουδέ είς (420). Καλείται δ' ο μεν Θεός εις όν γίνεται η πομπή Φερέτριος Ζευς, ως μέν τινες λέγουσιν από του εις φέρετρον περιαγομένου τροπαίου, κατά την Ελληνικήν γλώσσαν, ήτις τότε ήτον πολύ έτι συναναμεμιγμένη μετά της Λατινικής. Ως δ' άλλοι φρονούσιν, είναι αύτη επωνυμία του κεραυνοβολούντος Διός, διότι Φερίρε (421) καλούσι το κτυπάν οι Ρωμαίοι. Άλλοι δε λέγουσιν ότι το όνομα έγινεν εκ της πληγής του πολέμου· διότι τώρα εις τας μάχας, όταν διώκωσι τους εχθρούς, φωνάζουσι προς αλλήλους συνεχώς το Φέρι, τουτέστι κτύπα. Τα δ' όπλα των φονευθέντων εχθρών κοινώς μεν Σπόλια, ιδίως δε ταύτα Οπίμια καλούσιν· αν και εν τοις υπομνήμασι λέγεται ότι ο Νουμάς Πομπίλιος και πρώτων Οπιμίων και δευτέρων και τρίτων μνημονεύει, λέγων, τα μεν πρώτα όσα κυριευθώσι ν' αφιερώνται εις τον Φερέτριον Δία, τα δε δεύτερα εις τον Άρην, και τα τρίτα εις τον Κυρίνον· και να λαμβάνη ως αμοιβήν ασσάρια (422) τριακόσια ο πρώτος, ο δε δεύτερος διακόσια, και ο τρίτος εκατόν. Επικρατεί όμως μάλλον ο λόγος ότι εκείνα μόνα εισίν οπίμια, όσα λαμβάνει εις μάχην εκ παρατάξεως και πρώτα στρατηγός στρατηγόν φονεύσας. Αλλά περί τούτων τοσαύτα. Οι δε Ρωμαίοι διά την νίκην και του πολέμου την παύσιν ούτως ηυχαριστήθησαν, ώστε και εις τον Πύθιον Απόλλωνα εις τους Δελφούς έπεμψαν χαριστήριον κρατήρα χρυσούν από λιτρών . . (423), και εκ των λαφύρων λαμπρώς μετέδωκαν εις τας συμμαχίδας πόλεις, και προς τον Ιέρωνα πολλά έπεμψαν, των Συρακουσών βασιλέα, φίλον όντα και σύμμαχον.

Θ. Όταν ο Αννίβας εισέβαλεν εις την Ιταλίαν, επέμφθη ο Μάρκελλος εις Σικελίαν, στόλον άγων. Και αφ' ού έγινεν η κατά τας Κάννας ήττα (424), και των Ρωμαίων ουκ ολίγαι χιλιάδες εφονεύθησαν εις την μάχην, ολίγοι δε σωθέντες εις το Κανύσιον κατέφυγον, και περιεμένετο ότι ο Αννίβας θέλει ορμήσει ευθύς κατά της Ρώμης, καταστρέψας το άριστον μέρος της δυνάμεως των Ρωμαίων· πρώτον μεν έστειλεν ο Μάρκελλος εκ των πλοίων φυλακήν εις την πόλιν, άνδρας χιλίους πεντακοσίους· έπειτα, λαβών ψήφισμα της βουλής, ήλθεν εις Κανύσιον, και τους εκεί συνειλεγμένους παραλαβών, τους εξήγαγε των φρουρίων, ως μη έχων σκοπόν να εγκαταλείψη την χώραν εις των εχθρών την διάκρισιν. Παρά δε τοις Ρωμαίοις οι πρώτιστοι αρχηγοί και οι δυνατώτεροι άνδρες είχον αποθάνει εις τας μάχας. Τον Φάβιον δε Μάξιμον, τον έχοντα την μεγίστην υπόληψιν πίστεως και συνέσεως, κατηγόρουν ένεκα της πολλής ακριβείας των σκέψεών του όπως μη πάθη τι ο στρατός, ως αργόν εις τας πράξεις του και ως άτολμον. Και νομίζοντες ότι ο στρατηγός ούτος ήρκει μεν διά την ασφάλειαν, ουχί δε και διά την άμυναν, κατέφευγον εις τον Μάρκελλον, και το θαρραλέον αυτού και δραστήριον συγκιρνώντες και συναρμόττοντες μετά της περισκέψεως και της προνοίας εκείνου, ότε μεν τους εχειροτόνουν ομού υπάτους, ότε δ' εν μέρει τον ένα ύπατον και τον άλλον ανθύπατον, και ούτω τους έστελλον. Ο δε Ποσειδώνιος (425) λέγει ότι ο μεν Φάβιος ωνομάζετο ασπίς, ο δε Μάρκελος ξίφος. Αυτός δ' ο Αννίβας έλεγεν ότι τον μεν Φάβιον εφοβείτο ως παιδαγωγόν, τον δε Μάρκελλον ως ανταγωνιστήν διότι ο μεν τον εμπόδιζε να πράξη τι κακόν, ο δ' έπραττε κατ' αυτού.

I. Και πρώτον μεν, επειδή εκ της νίκης του Αννίβου πολλήν οι στρατιώται του συνέλαβον αφοβίαν και θρασύτητα, επιτιθέμενος ο Μάρκελλος κατά των σκορπιζομένων εκ του στρατοπέδου, και επιδραμόντων την χώραν, τους κατέκοπτε, και εξησθένει ούτω του εχθρού τας δυνάμεις. Έπειτα δε, προς την Νέαν πόλιν (426) και την Νώλαν κινηθείς, των μεν Νεαπολιτών ενίσχυσε την προς τους Ρωμαίους προσήλωσιν, εις δε την Νώλαν εισελθών, εύρεν αυτήν στασιάζουσαν, διότι η βουλή δεν εδύνατο να διαχειρισθή και να ρυθμίση τον δήμον Αννιβίζοντα. Εις την πόλιν εκείνην υπήρχεν ανήρ πρωτεύων, και κατ' ανδρείαν επιφανής, ονομαζόμενος Βάνδιος. Ούτος εν Κάνναις ενδόξως αγωνισθείς, και πολλούς Καρχηδονίους φονεύσας, ευρέθη τέλος μεταξύ των νεκρών, βελών πλήρης. Τούτον θαυμάσας ο Αννίβας, ου μόνον τον αφήκεν άνευ λύτρων, αλλά και δώρα προσέθηκε, και φίλον τον εδέχθη και ξένον. Αποδίδων λοιπόν ταύτην την χάριν ο Βάνδιος, εγένετο προθύμως είς των αννιβιζόντων, και ισχύων, εκίνει τον δήμον εις αποστασίαν. Ο δε Μάρκελλος, να φονεύση μεν άνθρωπον ούτω λαμπρόν την τύχην, και κοινωνήσαντα των μεγίστων αγώνων των Ρωμαίων, δεν το ενόμισεν όσιον. Ων δε φύσει φιλάνθρωπος, είχε προσέτι και της πειθούς το προτέρημα, ώστε διά της ομιλίας του να κερδίζη υπέρ εαυτού τους έχοντας ήθος φιλότιμον. Ότε λοιπόν τον εχαιρέτισέ ποτε ο Βάνδιος, ηρώτησεν αυτόν τι άνθρωπος είναι, γνωρίζων μεν αυτόν προ πολλού, αλλ' αρχήν και πρόφασιν γνωριμίας τούτο ζητών Διότι άμα εκείνος είπε, Λεύκιος Βάνδιος, ως χαρείς και θαυμάσας ο Μάρκελλος, «Εκείνος λοιπόν, είπεν, είσαι συ ο Βάνδιος, περί ού τοσαύτα διηγούνται εν Ρώμη οι εις τας Κάννας αγωνισθέντες, ότι δεν εγκατέλιπες τον στρατηγόν Παύλον Αιμίλιον, αλλ' ότι εις τα πλείστα των βελών όσα κατ' αυτού ερρίπτοντο αντετάχθης, και εδέχθης αυτά εις το σώμα σου; Όταν δ' ο Βάνδιος τω είπεν ότι εκείνος είναι, και τω έδειξε μίαν εκ των πληγών του, «Και λοιπόν, τω είπε, τοιαύτα φέρων γνωρίσματα της προς ημάς φιλίας, δεν ήρχεσο αμέσως; ή σοι φαινόμεθα κακοί εις το ν' αμείβωμεν αρετήν φίλων, όταν τιμώμεν αυτήν και παρά τοις εχθροίς;» Τοιαύτα φιλόφρονα και κολακευτικά ειπών εις αυτόν, τω εχάρισεν ίππον πολεμιστήν, και πεντακοσίας δραχμάς αργυρίου.

ΙΑ. Έκτοτε έγινεν ο Βάνδιος ασφαλέστερος του Μαρκέλλου συμπράκτωρ και σύμμαχος, και δεινότατος μηνυτής και κατήγορος των τα εναντία φρονούντων. Ήσαν δε πολλοί, και διενοούντο, όταν οι Ρωμαίοι εξήρχοντο κατά των εχθρών, να διαρπάσωσιν αυτοί τας αποσκευάς. Δι' ό, παρατάξας ο Μάρκελλος την δύναμιν εντός περί τας πύλας, έστησε μετ' αυτής και τα σκευοφόρα, και εις τους Νωλαίους διά κήρυκος απηγόρευσε να πλησιάσωσιν εις τα τείχη. Ήτον λοιπόν όπλων ερημία επί των τειχών, και είλκυσε τον Αννίβαν να πλησιάση ατακτότερον, νομίζων ότι οι εν τη πόλει είχον ταραχάς. Τότε διατάξας ο Μάρκελλος ν' ανοίξωσι την πύλην εις ήν αυτός ίστατο, εξώρμησεν έχων μεθ' εαυτού των ιπποτών τους λαμπροτάτους, και ριφθείς κατά μέτωπον, συνεπλάκη μετά των εχθρών. Κατ' ολίγον δ' οι πεζοί δι' ετέρας πύλης προυχώρουν τρέχοντες και βοώντες, και εν ώ ο Αννίβας εχώριζε και κατ' αυτών την δύναμίν του, ηνεώχθη η τρίτη των πυλών, και δι' αυτής δράμοντες εξήρχοντο οι λοιποί, και επέπιπτον πανταχόθεν κατά των εχθρών, οίτινες, εκπεπληγμένοι διά το απροσδόκητον, κακώς ανθίσταντο ήδη και προς τους πρώτους συμπλακέντας, εξ αιτίας των έπειτα επελθόντων. Ενταύθα κατά πρώτον ο στρατός του Αννίβου ενέδωκεν εις τους Ρωμαίους, μετά φόνου πολλού και τραυμάτων προς το στρατόπεδον απωθούμενος. Διότι λέγονται ότι απέθανον υπέρ τους πενταχισχιλίους, ότι δ' εφόνευσαν ουχί περισσοτέρους των πεντακοσίων. Ο Λίβιος όμως δεν βεβαιοί ότι τοσούτον μεγάλη έγινεν αύτη η ήττα, ουδ' ότι τοσούτοι έπεσαν νεκροί των εχθρών, αλλ' ότι μεγάλην έλαβε δόξαν ο Μάρκελλος από της μάχης εκείνης, και θαυμαστόν θάρρος ότι έδειξαν οι Ρωμαίοι μετά τα προγενέστερα αυτών κακά, εννοήσαντες ότι ηγωνίζοντο προς εχθρόν ουχί ακαταμάχητον ουδ' αήττητον, αλλά δυνάμενον και αυτόν να πάθη.

ΙΒ. Διά τούτο, ως απέθανεν ο είς των υπάτων, ο δήμος εκάλει εις την διαδοχήν τον Μάρκελλον απόντα, και διά της βίας ανέβαλε την αποκατάστασιν των αρχόντων, έως ότου ήλθεν εκείνος από του στρατοπέδου. Και ανεδείχθη μεν ύπατος δι' όλων των ψήφων. Επειδή όμως εβρόντησεν ο Θεός, και οι ιερείς δεν εθεώρησαν αίσιον το σημείον, εδίσταζον όμως να τον εμποδίσωσι φανερώς, και εφοβούντο τον δήμον, παρητήθη αυτός της αρχής, αλλά δεν απέφυγεν ουχ ήττον την στρατηγίαν, και αναγορευθείς ανθύπατος, και πάλιν εις το στρατόπεδον της Νώλας επανελθών, εκακοποίει τους προστεθέντες εις την φατρίαν του Φοίνικος. Όταν δ' εκείνος ήλθε δράμων εις βοήθειαν αυτών, και τον επροκάλει, ο Mάρκελλος δεν ηθέλησε να διαγωνισθή εκ παρατάξεως προς αυτόν^ αλλ' όταν ο Αννίβας έτρεψε το πλείστον του στρατού εις αρπαγήν, και δεν περιέμενε μάχην, τότε εκινήθη κατ' αυτού, δους εις τους πεζούς μεγάλα δόρατα των ναυμάχων, και διδάξας αυτούς να κτυπώσι δι' αυτών μοκρόθεν τους Καρχηδονίους, οίτινες δεν ήσαν ακοντισταί, αλλά μετεχειρίζοντο βραχέα και αγχέμαχα όπλα. Όθεν και φαίνεται ότι όσοι τότε συνεκρούσθησαν μετά των Ρωμαίων, έδειξαν εις αυτούς τα νώτα, και έφυγον φυγήν απροφάσιστον, απολέσαντες εξ εαυτών νεκρούς μεν πεντακισχιλίους, ελέφαντας δε τέσσαρας μεν φονευθέντας, δύο δε ζωντανούς αιχμαλωτισθέντας. Το δε μέγιστον, την τρίτην ημέραν μετά την μάχην, ιππείς φυγάδες εξ Ιβήρων και Νομάδων αυτομολούσιν υπέρ τους χίλιους τριακοσίους (427) εν ώ ποτέ πριν ο Αννίβας δεν έπαθε τοιούτον τι, αλλ' επί πλείστον χρόνον είχε διαφυλάξει εις μίαν γνώμην στράτευμα βαρβαρικόν εκ ποικίλων και πολυτρόπων εθνών συνηρμοσμένον. Και αυτοί μεν πιστοί παρέμειναν δι' όλου του καιρού και εις αυτόν τον Μάρκελλον και εις τους μετ' αυτόν στρατηγούς.

ΙΓ. Ο δε Μάρκελλος, ύπατος το τρίτον αναδειχθείς, έπλευσεν εις την Σικελίαν διότι υπό των περί τον πόλεμον επιτυχιών του Αννίβου επαρθέντες οι Καρχηδόνιοι, επεχείρησαν την άλωσιν της νήσου, εν ώ ήσαν μεγάλως τεταραγμένα τα πράγματα των Συρακουσών, μετά τον θάνατον του τυράννου Ιερωνύμου· διά τούτο υπήρχεν εκεί δύναμις των Ρωμαίων προαπεσταλμένη, και στρατηγός ο Άππιος. Εν ώ δε παρελάμβανε ταύτην ο Μάρκελλος, πολλοί Ρωμαίοι ελθόντες προσέπεσαν εις αυτόν, διότι τοιαύτη τοις είχε συμβή συμφορά· Εκ των περί τας Κάννας αντιταχθέντων εις τον Αννίβαν, άλλοι μεν έφυγον, άλλοι δε ζώντες ηχμαλωτίσθησαν, τόσοι το πλήθος, ώστε εφαίνετο εις τους Ρωμαίους ότι ουδ' έμενόν τινες να φυλάξωσι τα τείχη. Διετήρησαν όμως τοσαύτην μεγαλοψυχίαν και φρονήματος ύψος ώστε τους μεν αιχμαλώτους δεν έλαβον, ει και επώλει διά μικρά λύτρα αυτούς ο Αννίβας, αλλ' εψήφισαν αρνητικώς, και αφήκαν άλλοι μεν να φονευθώσιν, άλλοι δε να πωληθώσιν εκτός της Ιταλίας· το δε πλήθος των σωθέντων διά φυγής έστειλαν εις Σικελίαν, διατάξαντες να μη επιστρέψωσιν εις την Ιταλίαν, εν όσω η Ρώμη πολεμεί κατά του Αννίβου. Ούτοι, προσπεσόντες αθρόοι εις τον Μάρκελλον άμα έφθασε, και γονυπετείς ριφθέντες, εζήτουν μετά πολλής βοής και δακρύων να καταταχθώσιν εντίμως εις τον στρατόν, υποσχόμενοι να δείξωσι διά των έργων ότι κατ' ατυχίαν τινά μάλλον παρά δι' ανανδρίαν αυτών συνέβη η ήττα εκείνη. Οικτείρας λοιπόν αυτούς ο Μάρκελλος, έγραψεν εις την σύγκλητον ζητήσας εξ αυτών να συμπληροί πάντοτε του στρατού το ελλείπον. Αφ' ού δε πολλοί έγινον λόγοι, απόφασιν εξέδωκεν η βουλή, ότι οι Ρωμαίοι δεν έχουσι διά τα δημόσια πράγματα ανάγκην ανθρώπων ανάνδρων ανίσως δ' ο Μάρκελλος θέλη να μεταχειρισθή αυτούς, ότι ουδείς άρχων θέλει τοις απονείμη τινά των στεφάνων ή των δωρεών όσαι δίδονται δι' ανδρείαν. Το ψήφισμα τούτο ελύπησε τον Μάρκελλον, και επιστρέψας μετά τον εν Σικελία πόλεμον, εμέμφθη την βουλήν ότι αντί πολλών και μεγάλων έργων αυτού δεν τω παρεχώρησε να επανορθώση την δυστυχίαν τοσούτων πολιτών.

ΙΔ. Τότε δ' εις την Σικελίαν πρώτον μεν εκδικούμενος κατά του στρατηγού των Συρακουσίων Ιπποκράτους, όστις, χαριζόμενος εις τους Καρχηδονίους, και την τυραννίδα θέλων να κατακτήση, πολλούς Ρωμαίους εφόνευσε πλησίον των Λεοντίνων, εκυρίευσε κατά κράτος την πόλιν των Λεοντίνων, και τους μεν Λεοντίνους δεν ηδίκησεν, όσους όμως αυτομόλους συνέλαβε, τους εμαστίγωσε και τους εθανάτωσεν. Ο δ' Ιπποκράτης πρώτον μεν έπεμψεν εμπρός λόγον εις τας Συρακούσας, ότι ο Μάρκελλος σφάζει ηβηδόν τους Λεοντίνους, έπειτα δε, ενώ ήσαν εκ τούτου τεταραγμένοι οι Συρακούσιοι, επιπεσών κατέλαβε την πόλιν. Τότε ο Μάρκελλος, κινηθείς μετά παντός του στρατού, προυχώρει προς τας Συρακούσας, και στρατοπεδεύσας πλησίον, έπεμψεν εις την πόλιν πρέσβεις να τοις ειπώσι τα περί των Λεοντίνων. Επειδή όμως τούτο εις ουδέν ωφελεί, και δεν επείθοντο οι Συρακούσιοι, διότι επεκράτουν οι περί τον Ιπποκράτην, προσέβαλε την πόλιν κατά γην συγχρόνως και κατά θάλασσαν και το μεν πεζικόν ωδήγει ο Άππιος· ο ίδιος δ' είχεν εξήκοντα πεντήρεις (428) πλήρεις παντοίων όπλων και βελών. Επί μεγάλου δε ζεύγματος οκτώ πλοίων μετ' αλλήλων συνδεδεμένων υψώσας μηχανήν, επέπλει κατά του τείχους, εις το πλήθος και εις την λαμπρότητα των ετοιμασιών του και εις την περιστοιχίζουσαν αυτόν δόξαν πεποιθώς. Αλλ' η μηχανή αύτη ην ουδέν προς τον Αρχιμήδην και προς τ' Αρχιμήδεια μηχανήματα, εξ ών ουδέν εθεώρει ο ανήρ ούτος ως έργον εμβριθούς σπουδής άξιον· αλλά τα πλείστα παρήχθησαν ως πάρεργα παιζούσης γεωμετρίας· Και πρώτον εφιλοτιμήθη ο βασιλεύς Ιέρων και έπεισε τον Αρχιμήδην να τρέψη μέρος της τέχνης του από των νοητών εις τα σωματικά, και τον λόγον τρόπον τινά δι' αισθήσεως αναμίξας εις τας ανάγκας, να καταστήση αυτόν νοητότερον εις τους κοινούς των ανθρώπων· Διότι την αγαπωμένην ταύτην και περιβόητον οργανικήν ήρχισαν μεν ν' ασκώσιν οι περί τον Εύδοξον και Αρχύταν, ποικίλλοντες διά του ευαρέστου την γεωμετρίαν, και δι' αισθητών και οργανικών παραδειγμάτων στηρίζοντες προβλήματα στερούμενα λογικής και πραγματικής αποδείξεως. Καθώς το περί των δύο μέσων αναλόγων πρόβλημα, στοιχείον αναγκαίον όν διά πολλάς των διαγραφών, έλυσαν αμφότεροι δι' οργανικών κατασκευών, γραμμάς τινας συναρμολογούντες μεσογράφους εκ καμπύλων και εκ τμημάτων (429). Επειδή δ' ο Πλάτων ηγανάκτησε και διισχυρίζετο προς αυτούς ότι κατέστρεφαν και διέφθειρον το αγαθόν της Γεωμετρίας, από των ασωμάτων και νοητών αποδιδρασκούσης προς τα αισθητά, και μεταχειρισμένης πάλιν σώμα πολλής και φορτικής βαναυσουργίας έχον ανάγκην, εχωρίσθη τότε και διεκρίθη της γεωμετρίας η μηχανική, και περιφρονουμένη επί πολύν καιρόν υπό της φιλοσοφίας, έγινε μία των στρατιωτικών τεχνών. Ο Αρχιμήδης, συγγενής ων και φίλος του βασιλέως Ιέρωνος, έγραψεν ότι, δοθείσης δυνάμεως, δύναταί τις να κινήση παν δοθέν βάρος· και εις την δύναμιν της αποδείξεως του πεποιθώς, εκόμπασεν, ως λέγουσι, ποτέ επί το νεανικώτερον, ότι αν είχε γην, θα εκίνει ταύτην, μεταβάς εις εκείνην (430). Επειδή δ' εθαύμασεν ο Ιέρων, και τον παρεκάλεσε να εφαρμόση εμπράκτως το πρόβλημα, και να δείξη τι των μεγάλων κινούμενον υπό μικράς δυνάμεως, πορισθείς ολκάδα τινά των βασιλικών, ήτις διά μεγάλου κόπου και πολλών χειρών είχε νεωλκηθή, και εμβαλών πολλούς ανθρώπους και το σύνηθες φορτίον, αυτός μακρόθεν καθήμενος, χωρίς αγώνος, αλλά δι' ηρέμου χειρός σείων αρχήν τινα μηχανήματος πολυσπάστου (431), έφερε την ολκάδα ομαλώς και απροσκόπτως, ως διά θαλάσσης τρέχουσαν. Εκπλαγείς λοιπόν ο βασιλεύς, και εννοήσας της τέχνης την δύναμιν, έπεισε τον Αρχιμήδην να τω κατασκευάση μηχανήματα διά παν είδος πολιορκίας, είτε αμυντικής, είτε επιθετικής. Και αυτός μεν δεν μετεχειρίσθη αυτά, διότι έζησε το πλείστον του βίου του απολέμως και πανηγυρικώς· τότε δ' υπήρχε παρά τοις Συρακουσίοις εν δέοντι η παρασκευή, και μετά της παρασκευής και ο παρασκευάσας.

ΙΕ. Ως λοιπόν προσέβαλον οι Ρωμαίοι εκ δύο μερών, έκπληξις κατέλαβε τους Συρακουσίους, και σιγή διά φόβον, νομίζοντας ότι δεν θ' ανθέξωσι προς βίαν και δύναμιν τοσαύτην. Εκίνησεν όμως τας μηχανάς του ο Αρχιμήδης, και συγχρόνως επέπεσαν διά μιας κατά των πεζών τοξεύματα παντοδαπά, και λίθων υπέρογκα μεγέθη, μετά κρότου και μετά τάχους απίστου καταφερόμενα, και επειδή ουδέν ανεχαίτιζε το βάρος αυτών, ανατρέποντα αθρόους τους εφ' ών κατέπιπτον, και πάσας τας τάξεις συγχέοντα. Κατά δε των πλοίων από των τειχών εξαίφνης επικρεμάμεναι κεραίαι, άλλα μεν επίεζον υπό το βάρος των άνωθεν και τα κατέδυον εις τον βυθόν της θαλάσσης, αλλά δε διά σιδηρών χειρών, ή διά μηχανών αίτινες ωμοίαζον γερανών στόματα, ανασύρουσαι εκ της πρώρας, ορθά τα εβύθιζον κατά πρύμνην, ή διά σχοινίων εντός αυτών κατ' εναντίαν διεύθυνσιν ενεργούντων περιστρέφουσαι αυτά και κύκλω φέρουσαι, τα προσέκρουον εις τους υπό το τείχος υψουμένους κρημνούς και σκοπέλους, μεγάλην επιφέρουσαι φθοράν και εις τους επιβάτας συντριβομένους. Πολλάκις δε πλοίον υψούτο μετέωρον από της θαλάσσης, και θέαμα ήτον φρικώδες ως εκρέματο τήδε κακείσε περιδινούμενον, μέχρις ού οι άνδρες εξερρίπτοντο αποσφενδονισθέντες, και το πλοίον κατέπιπτε κενόν εις τα τείχη, ή κατεκρημνίζετο ολισθαίνον, άμα ηνοίγετο η λαβή. Η δε μηχανή ήν ο Μάρκελλος έφερεν επί του ζεύγματος, ωνομάζετο σαμβύκη, διότι ωμοίαζέ πως το ούτω καλούμενον μουσικόν όργανον (432). Εν ώ δ' αυτή μακρόθεν έτι προσήγετο προς το τείχος, εξεσφενδονίσθη εξ αυτής λίθος δέκα ταλάντων έχων ολκήν (433), και μετά τούτον έπειτα άλλος, και τρίτος. Τούτων τινές, πεσόντες επ' αυτήν την μηχανήν μετά μεγάλου κτύπου και σεισμού, συνέτριψαν την βάσιν αυτής, και τας γομφώσεις του ζεύγματος διέσπειραν και εχώρισαν· ώστε ο Μάρκελλος, εις απορίαν περιελθών, και ο ίδιος μετά των πλοίων του απέπλευσε κατά τάχος, και εις τους πεζούς παρήγγειλε ν' αναχωρήσωσι. Συσκεφθέντες δ' απεφάσισαν την νύκτα, αν δυνηθώσι, να προσβάλωσι τα τείχη· διότι τα σχοινία ών χρήσιν εποιείτο ο Αρχιμήδης, πολλήν δύναμιν έχοντα, θα εσφενδόνιζον τα βέλη υπεράνω των κεφαλών των· εκ του πλησίον δε θα ήσαν εντελώς άπρακτα, διότι η βολή δεν είχε διάστημα. Εκείνος όμως είχεν, ως φαίνεται, προ πολλού και διά ταύτα παρασκευάσει των οργάνων συμμέτρους κινήσεις προς παν διάστημα, και βέλη βραχέα, και δοκούς ουχί μεγάλας. Εις πολλάς δε και συνεχείς τρύπας ήσαν τεθειμένοι σκορπίοι (434), οίτινες εις βραχύ μεν διάστημα και εγγύθεν έπληττον, αλλ' έμενον αόρατοι εις τους πολεμίους.

ΙΣΤ. Όταν λοιπόν επλησίασαν, νομίζοντες ότι δεν ενοήθησαν, πάλιν εκ νέου υπέπεσαν εις βέλη πολλά και πληγάς, και πέτραι κατεφέροντο κατά κάθετον επί της κεφαλής αυτών, και το τείχος ανέπεμπε τοξεύματα πανταχόθεν, ώστε ανεχώρησαν οπίσω. Αλλά και ενταύθα, ως ήσαν εις απόστασιν τεταγμένοι, εξώρμων βέλη, και έπιπτον κατ' αυτών εν ώ απήρχοντο, και πολλή εγίνετο αυτών η φθορά, πολλή δε των πλοίων η σύγκρουσις, χωρίς αυτοί να δύνανται ουδέν να πράξωσι κατά των εχθρών· διότι τα πλείστα των οργάνων κατεσκεύαζεν ο Αρχιμήδης υπ' αυτά τα τείχη· και εφαίνοντο οι Ρωμαίοι ως αν εμάχοντο κατά των θεών, διότι μυρία κακά επεχέοντο εξ αφανούς επ' αυτούς.