WeRead Powered by ReaderPub
Πλουτάρχου Βίοι Παράλληλοι - Τόμος 3 / Αλκιβιάδης - Κοριολάνος - Τιμολέων - Αιμίλιος Παύλος - Πελοπίδας - Μάρκελλος cover

Πλουτάρχου Βίοι Παράλληλοι - Τόμος 3 / Αλκιβιάδης - Κοριολάνος - Τιμολέων - Αιμίλιος Παύλος - Πελοπίδας - Μάρκελλος

Chapter 14: ΣΥΓΚΡΙΣΙΣ ΠΕΛΟΠΙΔΟΥ ΚΑΙ ΜΑΡΚΕΛΛΟΥ
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

A collection of parallel biographies recounts the births, public careers, campaigns, private habits, and notable incidents of several classical leaders, using anecdote and testimony to render character portraits. Each life mixes chronological narrative with moral and psychological observation, emphasizing how personal virtues and failings shaped political choices and fortunes. Comparative passages set paired figures against one another to illuminate contrasts in temperament, strategy, and civic conduct, while reported speeches and episodes punctuate assessments. The work privileges illustrative episodes and ethical appraisal over exhaustive chronology, inviting readers to draw lessons about leadership, reputation, and the interaction of character and public life.

ΙΖ. Ουχ ήττον όμως ο Μάρκελλος απέφυγε ταύτα, και σκώπτων τους τεχνίτας και μηχανοποιούς όσους είχε μεθ' εαυτού, τοις έλεγε· «Δεν θα παύσωμεν προς τον γεωμετρικόν τούτον Βριάρεων (435) πολεμούντες, όστις τα μεν πλοία μας ως ποτήρια βυθίζει εις την θάλασσαν, και παίζων αποβάλλει αυτά μετ' αισχύνης (436), τους δε μυθικούς εκατόγχειρας υπερτερεί, τοσαύτα συγχρόνως βέλη καθ' ημών τοξεύων;» Διότι τω όντι πάντες οι λοιποί Συρακούσιοι ήσαν σώμα των του Αρχιμήδους επινοιών, μία δ' ήτον η τα πάντα κινούσα και στρέφουσα ψυχή, και τα μεν άλλα όπλα ησύχαζον, μόνα δε τα εδικά του μετεχειρίζετο τότε η πόλις και προς άμυναν και προς ασφάλειαν. Τέλος δε τους Ρωμαίους ούτω πεφοβισμένους βλέπων ο Μάρκελλος, ώστε αν ανεφαίνετο καλώδιον ή ξύλον προτεινόμενον υπεράνω του τείχους, εβόων εκείνο, ότι ο Αρχιμήδης κινεί μηχανήν τινα κατ' αυτών, και τραπέντες έφευγον· απέσχε πάσης μάχης και προσβολής του λοιπού, αναθεμένος εις τον καιρόν την έκβασιν της πολιορκίας. Τοσούτον δε φρόνημα και βάθος ψυχής, και τόσον είχε θεωρημάτων πλούτον ο Αρχιμήδης, ώστε περί έργων εξ ών απέκτησεν όνομα και δόξαν ουχί ανθρωπίνης αλλά θείας τινός συνέσεως, ουδέν ηθέλησε ν' αφήση σύγγραμμα, αλλά την περί τα μηχανικά πραγματείαν και πάσαν τέχνην ένεκα χρείας εξασκουμένην ως αγεννή και βάναυσον θεωρών, εις εκείνα μόνα κατέβαλλε την ιδίαν αυτού φιλοτιμίαν, εις όσα το καλόν και εντελές αμιγές μένει του αναγκαίου, και εις ά, ασύγκριτα όντα προς τα λοιπά πάντα, αμιλλάται η ύλη προς την απόδειξιν, καθ' όσον η μεν παρέχει το κάλλος και μέγεθος, η δε την ακρίβειαν και την δύναμιν την υπερφυή. Διότι εις όλην την γεωμετρίαν δεν δύνανται ν' ευρεθώσι δυσκολώτερα και βαθύτερα ζητήματα κατά μέθοδον απλουστέραν και καθαρωτέραν της του Αρχιμήδου γεγραμμένα. Και τούτο τινές μεν αποδίδουσιν εις ευφυίαν του ανδρός, άλλοι δε νομίζουσιν ότι δι' υπερβολής κόπου φαίνεται έκαστον ως ακόπως και ευκόλως γενόμενον. Διότι, ζητών τις, δύναται να εύρη αφ' εαυτού την απόδειξιν, όταν δε παρ' εκείνω την μανθάνη, τω φαίνεται ως αν και αυτός ο ίδιος την ευρίσκη. Διά τοσούτον λείας και ταχείας οδού φέρει προς το αποδεικνόμενον, ουδέ πρέπει ν' απιστήσωμεν εις τα περί αυτού λεγόμενα, ότι ως υπ' οικείας τινός και συνοίκου σειρήνος θελγόμενος, ελησμόνει να τρώγη, και παρέλειπε του σώματός του την επιμέλειαν· Όταν δε πολλάκις τον είλκυον διά της βίας ν' αλειφθή (437) και λουσθή, εις της εσχάρας την τέφραν έγραφε σχήματα γεωμετρικά, και επί του ηλειμμένου σώματός του έφερε διά του δακτύλου γραμμάς, υφ' ηδονής μεγάλης κατεχόμενος, και μουσόληπτος ων αληθώς. Πολλών δε και καλών ευρέτης γενόμενος, λέγεται ότι παρεκάλεσε τους φίλους και συγγενείς του να τω στήσωσι μετά θάνατον επί του τάφου του τον κύλινδρον περιλαμβάνοντα την σφαίραν, επιγράψαντες τον λόγον της υπεροχής του περιέχοντος στερεού προς το περιεχόμενον (438).

ΙΗ. Τοιούτος λοιπόν ο Αρχιμήδης γενόμενος, διεφύλαξεν αήττητον εαυτόν και την πόλιν, καθ' όσον απ' αυτού εξηρτάτο. Εν τω μεταξύ δε της πολιορκίας ο Μάρκελλος εκυρίευσε μεν τους Μεγαρέας, πόλιν εκ των παλαιοτάτων μεταξύ των Σικελικών, εκυρίευσε δε του Ιπποκράτους το κατά τας Ακίλας (439) στρατόπεδον, και εφόνευσεν υπέρ τους οκτακισχιλίους, επιπεσών εν ώ κατεσκεύαζον χαρακώματα. Επέδραμε δε πολύ μέρος της Σικελίας, και πόλεις απεστάτησεν από των Καρχηδονίων, και εις όλας τας μάχας ενίκησε τους τολμήσαντας ν' αντισταθώσι. Μετά παρέλευσιν δε καιρού, λαβών αιχμάλωτον Δάμιππόν τινα Σπαρτιάτην, όστις εξέπλευσεν εκ Συρακουσών, επειδή οι Συρακούσιοι απήτουν ν' αναλάβωσι διά λύτρων τον άνδρα, πολλάκις περί τούτου συνομιλών και διαπραγματευόμενος, κατεσκόπευε πύργον τινά, όστις δεν εφυλάττετο μεν αμελώς, εδύνατο δε να δεχθή κρυφίως άνδρας, διότι πλησίον αυτού το τείχος ήτον ευεπίβατον. Αφ' ού λοιπόν, πολλάκις πλησιάσας τον πύργον όπως διαλεχθή, εσυμπέρανε καλώς το ύψος αυτού, και κλίμακες ητοιμάσθησαν, παραφυλάξας όταν οι Συρακούσιοι ετέλουν εορτήν της Αρτέμιδος, και είχον τραπή εις οίνον και εις παιγνίδια, κατώρθωσεν ου μόνον τον πύργον κρυφίως να καταλάβη, αλλά και να περικυκλώση το τείχος δι' όπλων πριν ανατείλη η ημέρα, και να διαρρήξη τα Εξάπυλα. Ως δ' εννοήσαντες ταύτα, ήρχισαν να κινώνται και να ταράττωνται οι Συρακούσιοι, διέταξε να σαλπίσωσι πανταχόθεν, και πολλήν επροξένησε φυγήν και φόβον, διότι ενομίσθη ότι δεν έμεινε κανέν μέρος ανάλωτον. Έμεινε δε το ισχυρότατον και κάλλιστον και μέγιστον, το καλούμενον Αχραδινή, διότι ήτον τετειχισμένον προς την έξω πόλιν, ής το έν μέρος ονομάζουσι Νέαν, και το έτερον Τύχην.

IΘ. Αφ' ού δε και ταύτα εκυριεύθησαν, άμα έφεξεν, ο Μάρκελλος κατέβη διά των Εξαπύλων, μακαριζόμενος υπό των υπ' αυτόν αρχηγών. Και αυτός μεν λέγεται ότι ιδών άνωθεν και κατοπτεύσας της πόλεως το μέγεθος και το κάλλος, επί πολύ εδάκρυσε, συμπαθών δι' ό,τι έμελλε να συμβή, και εννοήσας εκ ποίου εις ποίον σχήμα έμελλε να μεταβληθή μετά μικρόν, υπό του στρατοπέδου διαρπαγείσα. Διότι εκ των αρχηγών ουδείς ήτον ο τολμών να εναντιωθή εις τους στρατιώτας, οίτινες εζήτουν να ωφεληθώσιν εκ της αρπαγής. Πολλοί δε παρεκίνουν και να την πυρπολήσωσι και να την κατασκάψωσιν. Αλλά τον λόγον τούτον ουδέ ν' ακούση καν ηθέλησεν ο Μάρκελλος, και όλως άκων βιασθείς, τοις επέτρεψε να ωφεληθώσιν από χρημάτων και ανδραπόδων, τοις απηγόρευσε δε να εκτείνωσι χείρα εις ελεύθερα σώματα, και τοις διέταξεν ούτε να φονεύσωσιν, ούτε να καταισχύνωσιν, ούτε ν' ανδραποδίσωσί τινα των Συρακουσίων. Αλλ' ει και τοιαύτα μέτρα αποφασίσας, ενόμιζεν όμως ουχ ήττον ότι οικτρά πάσχει η πόλις, και εις τοσούτον χαράς μέγεθος η ψυχή του διεφαίνετο και συμπαθούσα και συναλγούσα, όταν έβλεπε πολλής και λαμπράς ευδαιμονίας τον αφανισμόν εις ολίγον καιρόν επερχόμενον. Λέγεται δ' ότι ο πλούτος ούτος υπήρξεν ουχί ολιγώτερος του ύστερον αρπαγέντος από της Καρχηδόνος. Καθότι και την άλλην πόλιν, μετ' ολίγον χρόνον κυριευθείσαν διά προδοσίας, τον εβίασαν να την διαρπάση, πλην των βασιλικών χρημάτων, άτινα επεφυλάχθησαν εις το δημόσιον ταμείον. Μάλιστα δε του Αρχιμήδου ο θάνατος ελύπησε τον Μάρκελλον. Ούτος έτυχε μελετών τι καθ' εαυτόν επί διαγράμματος· και εις την θεωρίαν έχων προσηλωμένον και τον νουν και το βλέμμα του, δεν ενόησε την επιδρομήν των Ρωμαίων, ουδέ την άλωσιν της πόλεως. Αιφνιδίως δ' επήλθε κατ' αυτού στρατιώτης, και τον διέταξε να τον ακολουθήση προς τον Μάρκελλον· αλλ' εκείνος δεν ήθελε πριν ή τελειώση το πρόβλημα, και το φέρη εις την απόδειξιν. Οργισθείς δε τότε ο στρατιώτης και σύρας το ξίφος, τον εφόνευσεν. Άλλοι δε λέγουσιν ότι επήλθε μεν ευθύς ξιφήρης ο Ρωμαίος να τον φονεύση· εκείνος δ' ότε τον είδε, τον παρεκάλει και τον ικέτευε να περιμείνη ολίγον καιρόν, ώστε να μη αφήση το ζητούμενον ατελές και άλυτον, αλλ' ότι αυτός ηδιαφόρησε και τον εθανάτωσε. Λέγεται δε και τρίτος λόγος, ότι στρατιώται, απαντήσαντες αυτόν φέροντα προς τον Μάρκελλον όργανα μαθηματικά, σκιόθηρα (440) και σφαίρας και γωνίας, δι' ών γίνεται αισθητόν εις την όψιν το μέγεθος του ηλίου, και νομίσαντες ότι εις την θήκην φέρει χρυσίον, τον εθανάτωσαν. Ομολογείται όμως ότι ελυπήθη ο Μάρκελλος, και απεστράφη τον φονέα του ανδρός ως ανόσιον, τους δ' οικείους του Αρχιμήδους ανευρών ετίμησεν.

Κ· Έως τότε οι Ρωμαίοι ενομίζοντο υπό των άλλων ανθρώπων δεινοί μεν εις τον πόλεμον και φοβεροί εις τας μάχας· καλής δε και φιλανθρώπου γνώμης και εν γένει πολιτικής αρετής υποδείγματα δεν είχον δώσει, και πρώτος τότε φαίνεται υποδείξας εις τους Έλληνας ο Μάρκελλος ότι δικαιότεροι ήσαν οι Ρωμαίοι. Διότι ούτω μετεχειρίζετο τους συμβαλλομένους, και τοσαύτας πόλεις και ιδιώτας ευηργέτησεν, ώστε αν εις την Ένναν, ή προς τους Μεγαρείς ή τους Συρακουσίους επράχθη έργον τι μη επιεικές, εφαίνετο ότι ήτον εξ αιτίας των παθόντων μάλλον παρά των πραξάντων αυτό. Θέλω δ' αναφέρει έν μεταξύ πολλών. Υπάρχει πόλις της Σικελίας Εγγύιον, ουχί μεγάλη, αρχαιοτάτη δε, και ένδοξος, διότι επεφάνησαν εις αυτήν Θεαί άς καλούσι Ματέρας. Λέγεται δ' ότι το ιερόν αυτών είναι Κρητών ίδρυμα, και λόγχας τινας εδείκνυον και περικεφαλαίας χαλκάς, έχουσας τας μεν Μηριόνου (441), τας δε Ουλίξου (442), τουτέστιν Οδυσσέως επιγραφάς, των αναθέντων αυτάς εις τας Θεάς. Αύτη έκλινε προθυμότατα προς τους Καρχηδονίους· ο δε Νικίας, ανήρ πρώτος μεταξύ των πολιτών, έπειθεν αυτήν να στραφή προς τους Ρωμαίους, αναφανδόν και μετά παρρησίας ομιλών εις τας εκκλησίας, και ως κακώς φρονούντας ελέγχων τους υπεναντίους. Εκείνοι δε φοβούμενοι την δύναμιν αυτού και την δόξαν, επεβεύλευσαν να τον αρπάσωσι και να τον παραδώσωσιν εις τους Φοίνικας. Εννοήσας λοιπόν ο Νικίας ότι αδήλως παρεφυλάττετο, εξέφερεν εν φανερώ λόγους περί των Ματέρων ανεπιτηδείους, και πολλά έπραττεν ως απιστών προς την νομιζομένην εμφάνισιν αυτών, και ως καταφρονών την κοινήν πεποίθησιν. Έχαιρον δε διά τούτο οι εχθροί του, διότι παρείχεν αυτός καθ' εαυτού την μεγίστην αιτίαν των όσα έμελλε να πάθη. Αφ' ού δ' ητοιμάσθησαν τα πάντα διά την σύλληψιν, οι πολίται ήσαν εις εκκλησίαν, και ο Νικίας, εν ώ έλεγέ τι και εσυμβούλευεν εις τον δήμον, εξαίφνης έπεσε κατά γης, και μετ' ολίγον, αφ' ού, ως ήτον επόμενον, ησυχία έγινε μετ' εκπλήξεως, εγείρας την κεφαλήν, και περιφέρων αυτήν, μετά φωνής βαρείας και υποτρόμου, κατά μικρόν επιτείνων και οξύτερον εκπέμπων τον ήχον, ως είδεν υπό φρίκης και σιωπής κατεχομένους τους θεατάς, απορρίψας το ιμάτιόν του, και τον χιτωνίσκον του διαρρήξας, ανεπήδησεν ημίγυμνος, και έτρεχε προς την έξοδον του θεάτρου (443), βοών ότι υπό των Ματέρων διώκεται. Επειδή δε ουδείς, εκ δεισιδαιμονίας, ετόλμα να τον εγγίση ουδέ να τον απαντήση, αλλ' εξέκλινον της οδού του, έδραμεν εκτός των πυλών, ούτε φωνήν τινα ούτε κίνησιν παραλείψας όσαι πρέπουσιν εις δαιμονιώντα και εις παράφρονα. Η δε γυνή του, εν γνώσει του τεχνάσματος ούσα, και ομού μηχανωμένη αυτό, έλαβε τα παιδία της, και πρώτον μεν ικέτις εκυλίετο εμπρός του ναού των Θεών, έπειτα δε, προσποιουμένη ότι ζητεί εκείνον πλανώμενον, χωρίς ουδείς να την εμποδίση, απήλθε της πόλεως ασφαλώς. Και διεσώθησαν μεν ούτως εις Συρακούσας προς τον Μάρκελλον. Κατά δε των Εγγυίων, οίτινες πολλά και ύβρισαν και επλημμέλησαν, ελθών ο Μάρκελλος, τους έδεσε πάντας διά να τους τιμωρήση. Ο δε Νικίας, παραστάς εις αυτόν, εδάκρυσε, και τέλος εκ των χειρών και εκ των γονάτων λαμβάνων αυτόν, τον παρεκάλει υπέρ των πολιτών, αρχόμενος από των εχθρών του. Τότε συγκινηθείς ο Μάρκελλος, τους αφήκε πάντας, και την πόλιν κατ' ουδέν έβλαψεν, εις δε τον Νικίαν και χώραν πολλήν και δωρεάς πολλάς έδωκε. Ταύτα διηγείται Ποσειδώνιος ο φιλόσοφος (444).

ΚΑ. Όταν δ' οι Ρωμαίοι ανεκάλεσαν τον Μάρκελλον, πόλεμον εγχώριον έχοντες προ των θυρών αυτών, επανερχόμενος συμπαρέλαβε τα πλείστα και κάλλιστα των εν Συρακούσαις αναθημάτων, όπως χρησιμεύσωσιν εις επίδειξιν του θριάμβου αυτού και εις κόσμησιν της πόλεως, ήτις ουδέν είχεν ουδ' εγνώριζε πρότερον των κομψών αριστουργημάτων, ουδ' ηγαπάτο εν αυτή το χάριεν και το γλαφυρόν. Πλήρης δ' ούσα όπλων βαρβαρικών και λαφύρων καθημαγμένων, και εστεφανωμένη δι' απομνημονεύσεων θριάμβων και διά τροπαίων, παρείχε θέαμα ουδ' ιλαρόν, ουδ' άφοβον, ουδ' εις δειλούς και τρυφώντας θεατάς αρέσκον· αλλά, καθώς ο Επαμινώνδας εκάλει το Βοιώτιον πεδίον Άρεως ορχήστραν, ο δε Ξενοφών την Έφεσον πολέμου εργαστήριον, ούτω νομίζω ότι εδύνατό τις τότε να ονομάση την Ρώμην, κατά τον Πίνδαρον, «Τέμενος Άρεως βαθυπλούτου (445)». Διά τούτο περισσότερον ηυδοκίμησε παρά μεν τω δήμω ο Μάρκελλος, διαποικίλας την πόλιν διά θεαμάτων, ηδονήν παρεχόντων και χάριν και φιλοκαλίαν ελληνικήν, παρά δε τοις πρεσβυτέροις ο Φάβιος Μάξιμος, όστις ουδέν τοιούτον μετεκίνησεν, ουδέν μετέφερεν εκ της Ταραντίνων πόλεως όταν εκυριεύθη, αλλά τα μεν άλλα χρήματα και τον πλούτον ήρπασε, τα δ' αγάλματα αφήκε να μένωσιν, ειπών εκείνο το μνημονευόμενον· «Ας αφήσωμεν, είπεν, εις τους Ταραντίνους τους Θεούς τούτους παρωργισμένους.» Κατηγόρουν δε τον Μάρκελλον, πρώτον μεν ότι καθίστα την πόλιν επίφθονον, διότι ου μόνον ανθρώπους, αλλά και Θεούς αιχμαλώτους έφερεν εις αυτήν και επόμπευεν· έπειτα δ' ότι τον δήμον, συνειθισμένον όντα να πολεμή ή να γεωργή, άπειρον δε τρυφής και μαλθακότητος, και κατά τον Ευριπίδειον Ηρακλέα (446)

«άκομψον, φαύλον (447), εις τα μέγιστ' αγαθόν,»

τον ενέπλησεν αργίας και λαλιάς, περί τεχνών και τεχνιτών ασχολούμενον, και πολύ μέρος της ημέρας εις ταύτα διατρίβοντα. Εκείνος όμως διά ταύτα εκαυχάτο και προς τους Έλληνας, ότι εδίδαξε τους Ρωμαίους να τιμώσι και να θαυμάζωσι τα καλά και τα θαυμαστά της Ελλάδος, εν ώ πριν δεν ήξευρον τούτο.

ΚΒ. Επειδή δ' οι εχθροί του Μαρκέλλου ηναντιούντο προς τον θρίαμβον, και προσέτι πράξεις τινές ήσαν έτι ελλιπείς κατά την Σικελίαν, και ο τρίτος θρίαμβος εφθονείτο, συγκατένευσε, τον μεν εντελή και μέγαν θρίαμβον να τελέση εις το όρος Αλβανόν, τον δε μικρόν να φέρη εις την πόλιν. Τούτον οι Έλληνες καλούσιν Εύαν, οι δε Ρωμαίοι Όβαν (448). Εκτελεί δ' αυτόν τις ουχί βαίνων επί του τεθρίππου, ουδέ δάφνης έχων στέφανον, ουδέ σάλπιγγας περί αυτόν, αλλά πεζός, συρτά φορών σανδάλια, υπό πολλών αυλητών περιστοιχιζόμενος, και μυρσίνης στέφανον φορών, ως απόλεμος, και γλυκύς την όψιν μάλλον παρά καταπληκτικός. Τούτο δε μοι φαίνεται μέγιστον τεκμήριον ότι το πάλαι ώρισαν τους θριάμβους κατά τον τρόπον και ουχί κατά το μέγεθος της πράξεως. Διότι οι υπερισχύσαντες των εχθρών μετά μάχης και φόνου, επόμπευον, ως φαίνεται, τον πολεμικόν εκείνον και φοβερόν, ως συνηθίζουσιν εις των στρατοπέδων τους καθαρμούς, διά δάφνης πολλής στέψαντες τα όπλα και τους άνδρας. Εις δε τους στρατηγούς όσοι πολέμου δεν έλαβον ανάγκην, μόνον δε διά σχέσεως και πειθούς και λόγου διέθεσαν τα πάντα καλώς, ο νόμος επέτρεπε διά παιάνων να συνοδεύσωσι την απόλεμον ταύτην και πανηγυρικήν πομπήν· διότι ο αυλός είναι μουσική της ειρήνης, και το μύρτον της Αφροδίτης φυτόν, ήτις υπέρ πάντας τους θεούς αποστρέφεται την βίαν και τους πολέμους. Όβας δ' ονομάζεται ο θρίαμβος ούτος ουχί εκ του Ευασμού (449), διότι και τον άλλον παραπέμπουσιν ευάζοντες και άδοντες· αλλ' οι Έλληνες έδωκαν εις την λέξιν παραγωγήν εις αυτούς συνήθη, πεπεισμένοι ότι μέρος της του θριάμβου τιμής ανήκε και εις τον Διόνυσον, όν Εύιον και Θρίαμβον ωνόμαζον. Δεν είναι όμως τούτο το αληθές· αλλ' εις τον μέγαν θρίαμβον ήτον πάτριον εις τους στρατηγούς να θύωσι βόα, εις δε τούτον έθυον πρόβατον. Όβα δε τα πρόβατα οι Ρωμαίοι καλούσι (450) και εκ τούτου τον θρίαμβον Όβαν ωνόμασαν. Άξιον δε λόγου είναι ν' αναμνησθώμεν και του λακωνικού νομοθέτου, όστις διέταξε τας θυσίας εναντίας προς τον ρωμαϊκόν. Τω όντι εν Σπάρτη εκ των επανελθόντων στρατηγών ο μεν δι' απάτης ή πειθούς κατορθώσας ό,τι θέλει, θύει βουν, ο δε διά μάχης, αλεκτρυόνα. Διότι, ει και όντες πολεμικώτατοι, ουχ ήττον ενόμιζον μείζονα και μάλλον εις άνθρωπον πρέπουσαν την διά λόγου και συνέσεως πράξιν, παρά την μετά βίας και ανδρείας. Και ταύτα μεν πως καλώς έχουσιν, ας σκεφθή έκαστος.

ΚΓ. Όταν δ' ήτον ο Μάρκελλος εκ τετάρτου ύπατος, έπεισαν οι εχθροί του τους Συρακουσίους να έλθωσιν εις Ρώμην και να κατηγορήσωσιν αυτόν, και να καταβοήσωσι προς την σύγκλητον, ότι δεινά έπαθον παρά τας συνθήκας. Έτυχε δε τότε εις το Καπιτώλιον θυσίαν τινα τελών ο Μάρκελλος· εν ώ δ' έτι εσυνεδρίαζεν η γερουσία, προσπεσόντες οι Συρακούσιοι, παρεκάλουν να τοις επιτραπή να ομιλήσωσι και να τοις αποδοθή δικαιοσύνη. Ο δε συνάρχων τους απέβαλλεν, αγανακτών υπέρ του Μαρκέλλου μη παρόντος. Ακούσας όμως περί τούτου ο Μάρκελλος, ήλθεν αμέσως, και πρώτον μεν εις τον δίφρον καθήσας, ήρχισε την εξέτασιν των υποθέσεων ως ύπατος. Έπειτα δε, αφ' ού τ' άλλα ετελείωσαν, καταβάς από του δίφρου, και μεταβάς ως ιδιώτης εις τον τόπον αφ' ού συνηθίζουσι να ομιλώσιν οι κρινόμενοι, αφήκε να τον κατηγορήσωσιν οι Συρακούσιοι. Ούτοι δε μεγάλως εταράχθησαν διά την αξιοπρέπειαν και την πεποίθησιν του ανδρός, και ακαταμάχητον ευρόντες αυτόν ότε εκράτει τα όπλα, έτι μάλλον φοβερόν τον ενόμιζον φέροντα την περιπόρφυρον χλαμύδα, και δεν ετόλμησαν ν' αναβλέψωσι προς αυτόν· ουχ ήττον όμως, ενθαρρυνόμενοι υπό των διαφερομένων προς τον Μάρκελλον, ήρχισαν την κατηγορίαν, και διεξήλθον δικαιολογίαν τινά μετ' ολοφυρμού μεμιγμένην. Ήτον δε το συμπέρασμα αυτής ότι σύμμαχοι όντες και φίλοι των Ρωμαίων, έπαθον όσα εις πολλούς των εχθρών άλλοι στρατηγοί επέτρεψαν να μη πάθωσι. Προς ταύτα δ' ο Μάρκελλος απεκρίθη ότι, αναλόγως των κακών όσα έπραξαν κατά των Ρωμαίων, ουδέν έπαθον, πλην όσων δεν δύναταί τις να εμποδίση να πάθωσιν άνθρωποι εις πόλεμον και κατά κράτος νικηθέντες· ότι δ' ούτοι ενικήθησαν εξ αιτίας αυτών των ιδίων, διότι δεν ηθέλησαν να πεισθώσιν, εν ώ πολλάκις τους παρεκίνησε· και δεν επολέμησαν βιασθέντες υπό των τυράννων, αλλ' εξελέξαντο εκείνοι τυράννους διά να πολεμήσωσιν. Αφ' ού δ' ερρέθησαν οι λόγοι, και, κατά την συνήθειαν, ανεχώρουν οι Συρακούσιοι εκ της βουλής, εξήλθε μετ' αυτών και ο Μάρκελλος, παραδούς εις τον συνάρχοντά του την σύγκλητον, και έμεινε προ των θυρών του βουλευτηρίου, κατ' ουδέν μεταβαλών τον συνήθη του τρόπον, ούτ' εκ φόβου διά την δίκην, ούτ' εκ θυμού κατά των Συρακουσίων, αλλά πράως και κοσμιώτατα περιμένων της δίκης το τέλος. Αφ' ού δε διεκρίθησαν αι γνώμαι, και νικών απεδείχθη, προσπίπτουσιν εις αυτόν οι Συρακούσιοι, και τον παρακαλούσι μετά δακρύων να καταστείλη την οργήν του κατ' αυτών των παρόντων, να οικτείρη δε και την άλλην πόλιν, ήτις ενθυμείται τας ευεργεσίας του, και ευγνωμονεί δι' αυτάς. Συγκινηθείς λοιπόν ο Μάρκελλος, και αυτούς εσυγχώρησε, και τους άλλους Συρακουσίους εξηκολούθησεν ευεργετών πάντοτε· και η σύγκλητος τοις εξησφάλισε την ελευθερίαν ήν ο Μάρκελλος απέδωκεν εις αυτούς, και τους νόμους, και όσα διεσώθησαν των κτημάτων των. Ένεκα τούτων και άλλας τιμάς έλαβε παρ' αυτών, και νόμον έθεντο, οψέποτε επιβαίνει της Σικελίας ο Μάρκελλος, ήτις των εγγόνων αυτού, να στεφανηφορώσιν οι Συρακούσιοι και να θύωσιν εις τους Θεούς.

ΚΔ. Έκτοτε δε τρέπεται κατά του Αννίβου, και εν ώ οι άλλοι ύπατοι και αρχηγοί σχεδόν όλοι μετά τα εν Κάνναις έν μόνον μετεχειρίζοντο στρατήγημα κατά του ανδρός, το ν' αποφεύγωσι τας μάχας, ουδείς δ' ετόλμα να παραταχθή κατ' αυτού και να έλθη εις χείρας, αυτός την εναντίαν εβάδισεν οδόν, πιστεύων ότι κατά τον καιρόν όστις ενομίζετο ότι θέλει καταστρέψει τον Αννίβαν, ήθελε καταστραφή πρότερον υπ' εκείνου ανεπαισθήτως η Ιταλία· και φρονών ότι ο Φάβιος, όστις πάντοτε προς την ασφάλειαν απέβλεπε, δεν ιάτρευε καλώς εκείνης το νόσημα, περιμένων να συναποσβεσθή ο πόλεμος μετά της μαραινομένης δυνάμεως της πατρίδος, ως οι των ιατρών άτολμοι και δειλοί ως προς τα βοηθήματα, εκλαμβάνουσιν ως της νόσου παρακμήν την της δυνάμεως εξανάλωσιν. Πρώτον μεν λοιπόν κυριεύσας τας μεγάλας Σαυνιτικάς πόλεις (451) αίτινες είχον αποστατήσει, έλαβεν εν αυταίς και πολύν σίτον αποτεταμιευμένον, και χρήματα, και τους φυλάττοντας αυτάς στρατιώτας του Αννίβου, όντας τρισχιλίους. Έπειτα δε, αφ' ού ο Αννίβας εφόνευσεν εν Απουλία τον ανθύπατον Φούλβιον Γναίον μετά ένδεκα χιλιάρχων, κατέκοψε δε και του στρατού το πλείστον, έπεμψεν εις την Ρώμην γράμματα, παρακινών τους πολίτας να έχωσι θάρρος, διότι αυτός εβάδιζεν ήδη να κόψη την χαράν του Αννίβου. Λέγει δ' ο Λίβιος ότι αναγνωσθέντα τα γράμματα ταύτα, δεν ηλάττωσαν μεν την λύπην, ηύξησαν όμως τον φόβον^ διότι οι Ρωμαίοι του συμβάντος ατυχήματος μεγαλήτερον ενόμιζον τον προκείμενον κίνδυνον, καθ' όσον ο Μάρκελλος ήτον κρείττων του Φουλβίου. Αλλ' αυτός, καθώς έγραψεν, ευθύς, διώκων τον Αννίβαν, εισέβαλεν εις την Λευκανίαν, και ευρών αυτόν καθήμενον επί λόφων οχυρών περί την πόλιν Νομίστρωνα, κατεστρατοπέδευσεν ο ίδιος εις την πεδιάδα. Την δ' επαύριον, πρώτον εις μάχην παρατάξας το στράτευμα, αφ' ού κατέβη και ο Αννίβας, συνεκρότησε μάχην, ήτις κρίσιν δεν έλαβεν, αλλ' όμως έγινεν ισχυρά και μεγάλη· διότι από της τρίτης ώρας (452) ελθόντες εις χείρας, μόλις αφ' ού επήλθε το σκότος διελύθησαν. Ως δ' εξημέρωσεν, έφερε πάλιν το στράτευμα, και παρατάξας αυτό μεταξύ των νεκρών, προυκάλει τον Αννίβαν να διαγωνισθώσι περί της νίκης. Επειδή όμως εκείνος ανεχώρησε, συλήσας τους νεκρούς των εχθρών, και θάψας τους φίλους, τον εδίωκεν εκ νέου· και εις ουδεμίαν μεν υπέπεσε των ενεδρών όσας εκείνος τω έστησεν, υπερίσχυσε δε εις πάντας τους ακροβολισμούς, και διά τούτο εθαυμάζετο. Ώττε και, επειδή επείγον αι αρχαιρεσίας ενέκρινεν η βουλή τον άλλον ύπατον να φέρη μάλλον οπίσω εκ Σικελίας, παρά να μετακινήση τον Μάρκελλον, όστις ήτον ησχολημένος κατά του Αννίβου. Όταν δ' ήλθε, τον παρεκίνει ν' αναγορεύση Δικτάτωρα τον Κόιντον Φούλβιον· διότι ο Δικτάτωρ δεν εκλέγεται υπό του πλήθους ουδ' υπό της βουλής, αλλά τις των υπάτων ή των στρατηγών, προελθών εις τον δήμον, αναγορεύει δικτάτωρα όντινα αυτός εγκρίνει· και διά τούτο Δικτάτωρ ο ρηθείς καλείται· διότι το λέγειν ή αγορεύειν Δίκερε (453) οι Ρωμαίοι καλούσι. Τινές δε λέγουσιν ότι ο Δικτάτωρ ωνομάσθη εκ του ότι δεν προκαλεί ψήφον ή χειροτονίαν, αλλ' αφ' εαυτού προστάττει όσα αποφασίση· διότι τας διαταγάς των αρχόντων οι μεν Έλληνες διατάγματα, οι δε Ρωμαίοι έδικτα ονομάζουσιν.

ΚΕ. Επειδή όμως ελθών εκ Σικελίας ο του Μαρκέλλου συνάρχων, άλλον ήθελε ν' αναγορεύση συνάρχοντα, διά να μη βιασθή παρά την γνώμην του, εξέπλευσε διά νυκτός εις Σικελίαν. Ούτως ωνόμασεν ο δήμος Δικτάτωρα τον Κόιντον Φούλβιον· η δε βουλή έγραψεν εις τον Μάρκελλον, τούτον ν' αναγορεύση· και ούτος πεισθείς, ανηγόρευσεν αυτόν, και συνεπεκύρωσε του δήμου την γνώμην· αυτός δε πάλιν ανθύπατος ανεδείχθη και διά το επόμενον έτος. Συμφωνήσας δε μετά του Φαβίου Μαξίμου, εκείνος μεν να κινηθή κατά των Ταραντίνων, αυτός δε συμπλεκόμενος μετά του Αννίβου και επασχολών αυτόν, να τον εμποδίζη να τοις βοηθή εναντίον εκείνου, επορεύθη κατ' αυτού περί το Καννύσιον, και τω επεφαίνετο πανταχόθεν, εν ώ εκείνος πολλάς ήλλασε στρατοπεδείας, και απέφευγε την μάχην. Τέλος δε, επιπεσών κατ' αυτού άμα εστρατοπέδευσε, τον εξανέστησε δι' ακροβολισμών, και παρετάχθη ο Αννίβας εις μάχην, ήν εδέχθη ο Μάρκελλος, αλλ' η νυξ τους εχώρισεν. Άμα δ' επήλθεν η ημέρα, εφάνη πάλιν ένοπλον έχων τον στρατόν και παρατεταγμένον· ώστε ο Αννίβας δυσθύμως συναθροίσας τους Καρχηδονίους, τους παρεκάλεσε ν' αγωνισθώσι την μάχην εκείνην υπέρ πασών των προγενεστέρων· «Διότι βλέπετε, είπεν, ότι ουδέ ν' αναπνεύσωμεν μετά τοσαύτας νίκας μας επιτρέπεται, ουδέ να ησυχάσωμεν ει και υπερισχύσαμεν, αν δεν αποκρούσωμεν τούτον τον άνθρωπον.» Και τότε συμπλακέντες εμάχοντο. Και φαίνεται ότι επί της μάχης άκαιρον στρατήγημα μεταχειρισθείς ο Μάρκελλος, απέτυχε· Διότι βλέπων ότι το δεξιό αυτού κέρας υπέφερε, διέταξεν έν των ταγμάτων να προχωρήση εμπρός. Η δε μετακίνησις αύτη ταράξασα τους μαχομένους, παρέδωκε την νίκην εις τους εχθρούς, και έπεσαν δισχίλιοι επτακόσιοι Ρωμαίοι. Αναχωρήσας δ' ο Μάρκελλος εις το χαράκωμά του, και συναγαγών τον στρατόν, είπεν ότι βλέπει πολλά Ρωμαίων όπλα και σώματα, Ρωμαίον δε ουδένα βλέπει. Επειδή δ' εζήτουν συγγνώμην, είπεν ότι δεν την δίδει εις νενικημένους, αν δε νικήσωσι θέλει την δώσει· αύριον δ' ότι θέλει πολεμήσει πάλιν, όπως οι πολίται ακούσωσι την νίκην πρότερον παρά την φυγήν. Ειπών δε ταύτα, διέταξε να διανείμωσιν εις τους ηττηθέντας λόχους κριθάριον αντί σίτου. Αν δε και πολλοί εκ της μάχης διέκειντο επικινδύνως και αθλίως, λέγεται όμως ότι δεν υπήρξε κανείς όν να μη ελύπησαν του Μαρκέλλου οι λόγοι μάλλον παρά τα τραύματα.

ΚΣΤ. Ως δ' εξημέρωσεν, εξετέθη μεν ο φοινικούς χιτών, ως ήτον συνήθεια, σύμβολον ότι μάχη έτι έμελλε να δοθή. Οι δ' ατιμασθέντες λόχοι παρακαλέσαντες κατέλαβον την πρώτην τάξιν· και τον άλλον στρατόν εξάγοντες οι χιλίαρχοι, τον παρέταττον. Ακούσας δε τούτο ο Αννίβας, «Ω Ηράκλεις, είπε, ότι να κάμη τις άνθρωπον όστις ούτε την κακήν ούτε την καλήν τύχην ηξεύρει να υποφέρη; διότι μόνος αυτός ούτε νικών δίδει ανάπαυσιν, ούτε λαμβάνει νικώμενος· αλλά πάντοτε, ως φαίνεται, θα μαχώμεθα προς αυτόν, όστις και το θάρρος εν επιτυχίαις και την αισχύνην εν αποτυχίαις μεταχειρίζεται πάντοτε ως πρόφασιν διά να τολμά.» Μετά τούτο συνεπλάκησαν αι δυνάμεις, και οι μεν άνδρες επολέμουν μετ' ίσης ανδρείας, διέταξε δ' ο Αννίβας να φέρωσι τα θηρία εις την πρώτην τάξιν και να τ' αντιτάξωσιν εις των Ρωμαίων τα όπλα. Επειδή δ' ευθύς μέγας έγινεν ωθισμός και ταραχή μεταξύ των πρώτων, είς των χιλιάρχων, ονόματι Φλάβιος, σημαίαν αρπάσας, ώρμησε κατ' αυτών, και διά του ακοντίου της σημαίας τύψας τον πρώτον ελέφαντα, τον έστρεψεν οπίσω. Εκείνος δε, φερόμενος προς τον κατόπιν αυτού ερχόμενον, συνετάραξε και τούτον και τους επομένους. Ιδών δε τούτο ο Μάρκελλος, διέταξεν οι ιππείς να ορμήσωσι μετά πάσης ταχύτητος προς τους θορυβουμένους, και να κάμωσιν ώστε οι εχθροί έτι μάλλον να επιπέσωσιν επ' αλλήλους· ούτοι δε τότε λαμπρώς προσβαλόντες, κατέκοπτον μέχρι του στρατοπέδου τους εχθρούς, και τον περισσότερον φόνον επροξένουν τα φονευόμενα και πίπτοντα θηρία. Λέγεται δ' ότι απέθανον υπέρ τους οκτακισχιλίους· Ρωμαίοι δ' εφονεύθησαν μεν τρισχίλιοι, επληγώθησαν δε πάντες σχεδόν, και τούτο επέτρεψεν εις τον Αννίβαν, αναστάς την νύκτα, να μεταφέρη τον στρατόν του μακράν του Μαρκέλλου· διότι εις τούτον ήτον αδύνατον να τον διώξη, εξ αιτίας του πλήθους των τετρωμένων· αλλά βραδέως και αυτός μετέβη εις Καμπανίαν, και το θέρος διέμεινεν εν Σινοέσση, αναψυχήν δίδων εις τους στρατιώτας.

ΚΖ. Ο δ' Αννίβας, άμα απηλλάγη του Μαρκέλλου, θεωρών ήδη το στράτευμα εκείνου ως διαλελυμένον, και άφοβος περιερχόμενος, έφλεγε κύκλω πάσαν την Ιταλίαν· και εκακολογείτο εις την Ρώμην ο Μάρκελλος· και οι εχθροί του εξήγειρον εις κατηγορίαν του τον Πουβλίκιον Βίβλον, ένα των δημάρχων, άνδρα δεινόν εις τους λόγους και βίαιον. Ούτος πολλάκις συναγαγών τον δήμον, έπεισεν αυτόν να παραδώση εις άλλον στρατηγόν την δύναμιν· «Διότι ο Μάρκελλος, είπεν, ολίγον εις τον πόλεμον γυμνασθείς, ως εκ παλαίστρας εις θερμά λουτρά ετράπη διά ν' αναπαυθή.» Ταύτα ακούσας ο Μάρκελλος, εις μεν το στρατόπεδον αφήκε τους αντιστρατήγους· αυτός δ' επανήλθεν εις την Ρώμην ν' απολογηθή διά τας κατ' αυτού κατηγορίας. Εκ των διαβολών δε τούτων εύρε δίκην κατ αυτού παρεσκευασμένην. Όταν λοιπόν ωρίσθη η ημέρα, και ο δήμος συνήλθεν εις τον Φλαμίνιον ιππόδρομον, ο μεν Βίβλος αναβάς κατηγόρησεν· ο δε Μάρκελλος απελογείτο βραχέα και απλά ο ίδιος ομιλήσας. Μετά πολλής όμως και λαμπράς παρρησίας οι επισημότατοι και πρώτοι των πολιτών παρεκάλουν τους δημότας να μη φανώσι χειρότεροι κριταί παρά τον εχθρόν, δειλόν ψηφίζοντες τον Μάρκελλον, όν μόνον μεταξύ των αρχηγών φεύγει εκείνος, και διατελεί μη μαχόμενος κατ' αυτού, ως κατ' άλλου στρατηγού μαχόμενος. Αφ' ού δ' οι λόγοι ούτοι ερρέθησαν, τοσούτον η έκβασις της δίκης έψευσε τας ελπίδας του κατηγόρου, ώστε ου μόνον αφέθη των κατηγοριών ο Μάρκελλος, αλλ' ανεδείχθη και το πέμπτον ύπατος.

KH. Παραλαβών δε την αρχήν, πρώτον μεν εν Τυρρηνία κατέπαυσε μέγα κίνημα προς αποστασίαν, και επελθών κατεπράυνε τας πόλεις. Έπειτα δ' ηθέλησε να καθιερώση εις την Δόξαν και την Αρετήν ναόν υπ' αυτού οικοδομηθέντα εκ των Σικελικών λαφύρων, αλλ' εκωλύθη υπό των ιερέων, οίτινες δεν ήθελον εις ένα ναόν να περιέχωνται δύο θεοί· δι' ό ήρχισε πάλιν να οικοδομή και άλλον, μη υποφέρων ευκόλως την γενομένην κατ' αυτού αντίκρουσιν, και θεωρών αυτήν ως κακόν οιωνόν· διότι και άλλα πολλά σημεία ετάραττον αυτόν, ιερών τινων κεραυνώσεις, και ποντικοί διαφαγόντες τον χρυσόν εις τον ναόν του Διός. Ελέχθη δ' ότι και βους αφήκε φωνήν ανθρώπου, και παιδίον ότι εγεννήθη έχον ελέφαντος κεφαλήν, και ότι έζησε· και εις τας θυσίας των εξιλασμών και της αποτροπής των κακών μη ευρίσκοντες oι μάντεις καλά τα ιερά, τον εκράτουν εις την Ρώμην, ει και διαφλεγόμενον υπό πόθου και ανυπομονησίας· διότι ουδείς ποτε ηράσθη τοσούτον έρωτα πράγματος ουδενός, όσον ο άνθρωπος ούτος του να κριθή διά μάχης προς τον Αννίβαν. Τούτο και διά νυκτός ήτον το όνειρόν του, και μετά των φίλων και συναρχόντων του περί ενός εβουλεύετο, και προς τους Θεούς μίαν, μόνον ανέπεμπε φωνήν, να καταλάβη τον Αννίβαν εις μάχης παράταξιν. Νομίζω δ' ότι μετά πλείστης ευχαριστήσεως θα διηγωνίζετο εντός τείχους ή χαρακώματος περιτεθέντος εις αμφότερα τα στρατεύματα. Και αν ήδη δεν ήτον κεκαλυμμένος οπό δόξης πολλής, και διά πολλών δεν είχεν αποδείξει ότι υπέρ πάντα άλλον στρατηγόν υπήρχεν εμβριθής και φρόνιμος, θα έλεγον ότι τον κατέλαβε μιρακιώδες τι πάθος και φιλοδοξία μη πρέπουσα εις πρεσβύτην τοιούτον. Διότι είχεν ηλικίαν υπέρ τα εξήκοντα έτη, και ήτον το πέμπτον ήδη ύπατος.

ΚΘ. Αφ' ού λοιπόν έγινον θυσίαι και καθαρμοί, ως υπηγόρευον οι μάντεις, εξήλθε μετά του συνάρχοντος αυτού εις τον πόλεμον, και μεταξύ Βαντίας πόλεως και Βενυσίας καθήμενος, ηρέθιζε συνεχώς τον Αννίβαν. Εκείνος δε, εις μάχην μεν δεν κατέβαινεν· εννοήσας δ' ότι έστελλον στρατόν κατά Λοκρών των Επιζεφυρίων (454) έστησεν ενέδρας, και εφόνευσε δισχιλίους και πεντακοσίους. Τούτο παρέφερεν υπό θυμού τον Μάρκελλον προς την μάχην, και εγείρας την δύναμιν την έφερε πλησιέστερα. Υπήρχε δε μεταξύ των στρατοπέδων λόφος, ικανώς μεν οχυρός, πλήρης δε θάμνων παντοδαπών, και είχε και σκοπιάς προκλινείς προς αμφοτέρας τας πλευράς, και υδάτων υπεφαίνοντο πηγαί καταρρεόντων. Εθαύμαζον επομένως οι Ρωμαίοι τον Αννίβαν, ότι πρώτος καταλαβών τόπον τοσούτον κατάλληλον, δεν τον διετήρησεν, αλλά τον αφήκεν εις τους εχθρούς. Εις εκείνον όμως καλός μεν εφαίνετο ο τόπος εις στρατοπέδευσιν, πολύ καλήτερος όμως εις ενέδραν, και προς τούτο θέλων μάλλον να μεταχειρισθή αυτόν, ενέπλησε τους θάμνους και τας κοιλάδας ακοντιστών πολλών και λογχοφόρων, πεπεισμένος ότι η θέσις αύτη διά την καταλληλότητα αυτής ήθελεν ελκύσει τους Ρωμαίους. Ουδ' εψεύσθη δε της ελπίδος του· διότι ευθύς πολύς έγινε λόγος εις το στρατόπεδον των Ρωμαίων ότι πρέπει να καταλάβωσι τον τόπον, και στρατηγικάς έλεγον θεωρίας, κατά πόσον θέλουσιν υπερισχύσει των εχθρών, προ πάντων μεν αν εκεί στρατοπεδεύσωσιν, ειδεμή, αν τειχίσωσι τον λόφον. Απεφάσισεν επομένως ο Μάρκελλος, μετ' ολίγων ιππέων περιελθών αυτόν, να τον παρατηρήση· και λαβών τον μάντιν, ετέλει θυσίαν· ως δε το πρώτον έπεσεν ιερείον, τω έδειξεν ο μάντις το ήπαρ ότι κεφαλήν δεν είχεν· ως δ' έθυσε το δεύτερον, η κεφαλή του ήπατος είχε το μέγεθος υπερφυές, και τ' άλλα εφάνησαν φαιδρά θαυμαστώς, και ο φόβος των πρώτων εφάνη διαλυθείς. Οι δε μάντεις τούτο μάλιστα έλεγον ότι φοβούνται, και ότι διά ταύτα ταράττονται· διότι λαμπρότατα ιερά διαδεχόμενα τ' απαισιώτατα εκείνα και σκυθροπώτατα, ύποπτον καθίστων την ατοπίαν της μεταβολής. Αλλ' όμως

«Tο πεπρωμένον ουδέ πυρ oυδέ τείχος σιδήρου κωλύει»

κατά Πίνδαρον. Εξήλθεν επομένως παραλαβών τον συνάρχοντα αυτού Κρισπίνον, και τον ίδιον υιόν του, όντα χιλίαρχον τότε, και ιππείς εν όλοις διακοσίους είκοσιν, ών ουδείς ην Ρωμαίος, αλλ' οι μεν άλλοι Τυρρηνοί, τεσσαράκοντα δε Φρεγελλάνοι, δείγματα ανδρείας και πίστεως δόντες εις τον Μάρκελλον πάντοτε. Επειδή δ' ο τόπος ήτον θαμνώδης και σύδενδρος, ανήρ καθήμενος άνω κατεσκόπευε, αυτός μεν μη φαινόμενος εις τους εχθρούς, βλέπων δε το στρατόπεδον των Ρωμαίων. Ως δ' αυτός είπε τα γινόμενα εις τους ενεδρεύοντας, αφέντες να έλθη πλησίον ο Μάρκελλος, ανέστησαν αιφνηδίως, και περικυκλώσαντες αυτόν πανταχόθεν, ηκόντιζον, εχτύπων, εδίωκον τους φεύγοντας, συνεπλέκοντο προς τους ανθισταμένους. Ήσαν δ' ούτοι οι τεσσαράκοντα Φρεγελλάνοι. Και οι μεν Τυρρηνοί ευθύς κατ' αρχάς ετράπησαν δειλιάσαντες· αυτοί δε συμπυκνωθέντες επολέμουν προ των υπάτων, έως ού ο Κρισπίνος υπό δύο ακοντισμάτων τρωθείς, έστρεψεν εις φυγήν τον ίππον, τον δε Μάρκελλον διατρύπησέ τις εις τα πλευρά διά λόγχης πλατείας, ήν καλούσι Λαγκίαν (455). Τότε και οι ολίγιστοι περισωθέντες των Φρεγελλάνων, αφήκαν αυτόν πεσόντα, αρπάσαντες δε τον υιόν του τετρωμένον, φεύγουσιν εις το στρατόπεδον. Απέθανον δ' ουχί περισσότεροι των τεσσαράκοντα, ηχμαλωτίσθησαν δε, εκ μεν των ραβδούχων πέντε, εκ δε των ιππέων δεκαοκτώ. Απεβίωσε δε και ο Κρισπίνος εκ των πληγών, ολίγας επιζήσας ημέρας· και δυστύχημα τοιούτον ουδέποτε πριν συνέβη εις τους Ρωμαίους, εις μίαν μάχην ν' αποθάνωσι και οι δύο αυτών ύπατοι.

Λ. Ο δ' Αννίβας περί μεν των άλλων ολίγον εφρόντισεν· ακούσας όμως ότι έπεσεν ο Μάρκελλος, εξήλθεν εν σπουδή αυτός εις τον τόπον, και σταθείς παρά τον νεκρόν, και πολλήν καιρόν την δύναμιν θεωρήσας του σώματος του και την μορφήν αυτού, ούτε φωνήν αφήκεν υπερήφανον, ούτε εις την όψιν του έδειξε χαράν, ως τις φονεύσας εχθρόν φοβερόν και επικίνδυνον· αλλά θαυμάσας διά το απροσδόκητον του θανάτου του, έλαβε μεν τον δακτύλιόν του, κοσμήσας δε το σώμα του, και διαθέσας εντίμως, το έκαυσε, και συνάξας τα λείψανα εις κάλπην αργυράν, και θεις εντός αυτής και χρυσούν στέφανον, τα έστειλε προς τον υιόν του. Απαντήσαντες δε των νομάδων τινές τους φέροντας αγγείον, ώρμησαν να το αφαιρέσωσι· και επειδή ανθίσταντο εκείνοι, βιάζοντες και μαχόμενοι, εσκόρπισαν τα οστά. Ακούσας δε τούτο ο Αννίβας, «Ουδέν λοιπόν, είπε προς τους παρόντας, δύναται να γίνη παρά την θέλησιν του Θεού»· και τους μεν νομάδας ετιμώρησε, δεν εφρόντισε δε πλέον περί της αποστολής ή της λογής των λειψάνων, ως φρονών ότι κατά την θέλησιν Θεού τινος ο Μάρκελλος και εφονεύθη ούτω παραδόξως και έμεινεν άταφος. Και ταύτα μεν ιστορούσιν οι περί τον Κορνήλιον Νέπωτα και τον Ουαλέριον Μάξιμον (456). Ο δε Λίβιος, και Καίσαρ ο Σεβαστός (457) λέγουσιν ότι εκομίσθη η υδρία προς τον υιόν του, και ετάφη λαμπρώς. Υπήρχε δ' αφιέρωμα του Μαρκέλλου, εκτός των εν Ρώμη, και γυμνάσιον προσέτι εν Κατάνη της Σικελίας· και ανδριάντες δε και εικόνες εξ όσων έλαβεν εν Συρακούσαις, ανετέθησαν υπ' αυτού εν Σαμοθράκη παρά τοις Θεοίς ούς Καβείρους ωνόμαζον, και περί την Λίνδον (458) εις το ιερόν της Αθηνάς. Εκεί υπήρχε και ανδριάς αυτού έχων ταύτα επιγεγραμμένα, ως λέγει ο Ποσειδώνιος (459

Ούτος, ω ξένε, ο μέγας αστήρ της πατρίδος του Ρώμης
     Μάρκελλος είναι, κλεινής Κλαύδιος εκ γενεάς·
Την υπατείαν επτάκις εν μέσω πολέμων φυλάξας,
     κ' εις των εχθρών τους στρατούς φόνον προχύσας πολύν.

Διότι ο ποιήσας το επίγραμμα συγκατηρίθμησεν εις τας πέντε υπατείας του και την ανθύπατον αρχήν, ήν ήρξε δις. Το δε γένος αυτού λαμπρόν διέμενε μέχρι Μαρκέλλου του ανεψιού του Καίσαρος (460), υιού της Οκταβίας, αδελφής του Καίσαρος, και του Γαΐου Μαρκέλλου. Ούτος δ' αγορανόμος ων εν Ρώμη, απέθανε μόλις νυμφευθείς την θυγατέρα του Καίσαρος, και μετ' αυτής ολίγον καιρόν συνοικήσας. Εις τιμήν δε και μνήμην αυτού η μεν μήτηρ του Οκταβία ανέθηκε την βιβλιοθήκην, ο δε Καίσαρ θέατρον, επιγράψας αυτό εις όνομα του Μαρκέλλου.

ΣΥΓΚΡΙΣΙΣ
ΠΕΛΟΠΙΔΟΥ
ΚΑΙ
ΜΑΡΚΕΛΛΟΥ


Α. Όσα λοιπόν μας εφάνησαν αναγραφής άξια εκ των περί Πελοπίδου και Μαρκέλλου ιστορημένων, ταύτα εισίν. Ήσαν δε και αι φύσεις και τα ήθη αυτών όμοιαι, και ούτως ειπείν εφάμιλλοι, διότι αμφότεροι και ανδρείοι ήσαν, και φιλόπονοι, και θυμοειδείς, και μεγαλόφρονες· αλλά κατά τούτο φαίνονται μόνον διαφοράν έχοντες, ότι ο μεν Μάρκελλος εις πολλάς κυριευθείσας πόλεις ενήργησε σφαγάς, ο δ' Επαμινώνδας και ο Πελοπίδας ουδένα ποτέ εξ όσων ενίκησαν εθανάτωσαν, ουδέ πόλεις εξηνδραπόδισαν. Λέγεται δ' ότι οι Θηβαίοι ουδέ τους Ορχομενίους θα μετεχειρίζοντο ούτως, αν εκείνοι ήσαν παρόντες. Ως δε προς τας πράξεις, θαυμαστά μεν και μεγάλα του Μαρκέλλου ήσαν τα κατά των Κελτών, ότι ολίγους έχων περί αυτόν ιππείς, απέκρουσε τοσούτον πλήθος ιππέων και πεζών, όπερ σπανίως ιστορείται υπ' άλλου κατορθωθέν στρατηγού, και εφόνευσε και τον αρχηγόν αυτών· εν ώ ο Πελοπίδας απέτυχεν εις ομοίαν επιχείρησιν, και εφονεύθη υπό του τυράννου, και έπαθε πριν ή πράξη. Αλλ' εις ταύτα δυνάμεθα να παραβάλωμεν τα Λεύκτρα και τας Ταγύρας, των αγώνων αυτού τους λαμπροτάτους και τους μεγίστους. Κατόρθωμα δε του Μαρκέλλου διά κρυφίας ενέδρας δεν έχομεν να παραβάλωμεν προς την πράξιν του Πελοπίδου όταν επανήλθεν εκ της φυγής, και όταν εφόνευσε τους εν Θήβαις τυράννους. Εκείνο δε το έργον φαίνεται πάντων πρωτεύον των γενομένων ποτέ εν σκότει και δι' απάτης. Και τους Ρωμαίους μεν επολέμει φοβερός και τρομερός τότε ο Αννίβας, καθώς τους Θηβαίους οι Λακεδαιμόνιοι. Ότι δ' ενέδωκαν ούτοι και εις τον Πελοπίδαν περί τας Τεγύρας και περί τα Λεύκτρα είναι βέβαιον· τον Αννίβαν όμως ο Μάρκελλος, ως μεν ο Πολύβιος λέγει, ουδ' άπαξ ενίκησε και φαίνεται ότι ο άνθρωπος ούτος έμεινεν αήττητος μέχρι Σκηπίωνος. Ημείς δε πιστεύομεν εις τον Λίβιον, εις τον Καίσαρα, εις τον Νέπωτα, και μεταξύ των Ελλήνων εις τον βασιλέα Ιόβαν (461) ότι οι περί τον Αννίβαν ηττήθησαν ενίοτε και ετράπησαν εις φυγήν υπό του Μαρκέλλου, χωρίς όμως σπουδαίου αποτελέσματος· και εφαίνετο μάλλον ότι ψευδείς τινας πτώσεις έπιπτεν ο Λίβυς κατά τας συμπλοκάς εκείνας. Ό,τι δ' ευλόγως και προσηκόντως εθαυμάσθη, ήτον ότι μετά τοσαύτας τροπάς στρατοπέδων και φόνους στρατηγών, και σύγχυσιν όλης ομού της των Ρωμαίων ηγεμονίας, οι Ρωμαίοι διά του θάρρους των καθίσταντο πάλιν ισόπαλοι του εχθρού· διότι ο εμποιήσας ζήλον φιλοπόλεμον κατά των εχθρών εις το στράτευμα, αντί του φόβου και της καταπλήξεως υφ' ών κατείχετο πριν, και φρονηματίσας και ενθαρρύνας αυτό εις το να μη παραιτήται ευκόλως της νίκης, αλλά και ν' αμφισβητή αυτήν, και να φιλοτιμήται να την κερδήση, είς ήτον ανήρ, ο Μάρκελλος. Και εν ώ συνειθισμένοι ήσαν υπό των συμφορών να ευχαριστώνται αν διά της φυγής διέφευγον τον Αννιβαν, τοις εδίδαξε να αισχύνωνται αν μεθ' ήττης εσώζοντο, να συστέλλωνται δε και αν κατ' ολίγον ενέδιδον, και να λυπώνται αν δεν ενίκων.

Β. Επειδή δ' ο μεν Πελοπίδας ουδεμίαν ηττήθη μάχην εν όσω εστρατήγει, ο δε Μάρκελλος ενίκησε περισσοτέρας όλων των επ' αυτού Ρωμαίων, ίσως δύναται να φανή, ότι του μεν το δυσνίκητον, διά το πλήθος των κατορθωμάτων, δύναται να εξισωθή προς το αήττητον του ετέρου. Και ούτος μεν εκυρίευσε τας Συρακούσας, εκείνος δ' απέτυχε της πόλεως των Λακεδαιμονίων. Αλλά νομίζω ότι υπέρ την κατάκτησιν της Σικελίας μεγαλήτερον κατόρθωμα ήτον ότι επλησίασεν ο άλλος την Σπάρτην, και διέβη πρώτος ανθρώπων εμπολέμως τον Ευρώταν. Εκτός αν ειπή τις ότι το έργον τούτο ανήκει μάλλον εις τον Επαμινώνδαν παρά εις τον Πελοπίδαν, καθώς και τα Λεύκτρα, εν ώ αδιαίρετος είναι η δόξα των έργων του Μαρκέλλου· διότι μόνος εκυρίευσε τας Συρακούσας, και τους Κελτούς ενίκησε χωρίς του συνάρχοντός του, και εις τον Αννίβαν αντιταχθείς χωρίς ουδείς να τον βοηθή, εν ώ μάλιστα τον απέτρεπον πάντες, και μεταβαλών την μορφήν του πολέμου, πρώτος έγινε της τόλμης διδάσκαλος.

Γ. Τον δε θάνατον ουδενός των δύο τούτων ανδρών επαινώ· αλλά λυπούμαι και αγανακτώ διά το παράλογον του συμβάντος. Και θαυμάζω μεν ότι εις μάχας τοσαύτας, όσας ήθελεν αποκάμει τις απαριθμών, ο Αννίβας ουδ' επληγώθη ποτέ· μοι αρέσκει δε και ο εν τη Κυροπαιδεία Χρυσάντας (462), όστις έχων υψωμένον τον πέλεκυν, και έτοιμος ων να κτυπήση τον εχθρόν, άμα η σάλπιγξ εσήμανε την ανάκλησιν, αφήκε τον άνδρα, και πράως και κοσμίως ανεχώρησε. Συγγνωστόν όμως καθιστά τον Πελοπίδαν, ότι ενώ διεφλέγετο υπό του ενθουσιασμού της μάχης, συγχρόνως τον παρέφερε και ευγενής ορμή εκδικήσεως. Διότι άριστον μεν είναι νικών να σώζηται ο στρατηγός· αν δε πρέπη ν' αποθάνη, να εγκαταλείπη τον βίον μετ' αρετής, ως λέγει ο Ευριπίδης (463). Ούτως ο θάνατος αυτού γίνεται πράξις και ουχί πάθος. Εκτός δε του θυμού, έβλεπε προσέτι ο Πελοπίδας και την επιτυχίαν της νίκης εις του τυράννου τον θάνατον, και τούτο ουχί αλόγως εκίνησε την ορμήν του. Διότι δύσκολον είναι να εύρη τις άλλο κατόρθωμα τοσούτον καλήν και λαμπράν έχον την αφορμήν· Ο δε Μάρκελλος, εν ώ ουδ' ανάγκη μεγάλη επέκειτο, ουδ' ο ενθουσιασμός υπήρχεν όστις εις τας δεινάς περιστάσεις πολλάκις παραφέρει τον λογισμόν, ριφθείς απερισκέπτως εις κίνδυνον, απέθανε θάνατον ουχί στρατηγού, αλλά προδρόμου ή κατασκόπου τινός, τας πέντε υπατείας του και τρεις θριάμβους, και λάφυρα, και τρόπαια από βασιλέων παραδούς εις τους Ίβηρας και τους Νομάδας, τους αποθνήσκοντας υπέρ των Καρχηδονίων· ώστε και αυτοί οι ίδιοι ωργίζοντο καθ' εαυτών διά το κατόρθωμα, ότι ανήρ Ρωμαίος, ο άριστος διά την αρετήν, ο κατά την δύναμιν μέγιστος, και κατά την δόξαν λαμπρότατος, απώλετο μεταξύ Φρεγελλάνων προδιερευνητών. Ταύτα όμως δεν πρέπει να εκληφθώσιν ως κατηγορίαι κατά των δύο εκείνων ανδρών, αλλ' ως αγανάκτησις και ειλικρινής έλεγχος υπέρ αυτών των ιδίων προς αυτούς και την ανδρείαν αυτών, εις ήν εθυσίασαν τας άλλας αυτών αρετάς, μη φεισθέντες του βίου και της ψυχής των, ως αν εχάνοντο δι' εαυτούς και ουχί διά τας πατρίδας των μάλλον, και διά τους φίλους και συμμάχους των. Μετά δε τον θάνατον, ο μεν Πελοπίδας ταφείς είχε τους συμμάχους υπέρ ών απέθανεν, ο δε Μάρκελλος τους εχθρούς υφ' ών απέθανε. Και ζηλωτόν μεν είναι εκείνο και μακάριον· καλήτερον δε και μεγαλήτερον υπέρ την φιλίαν την αποδίδουσαν χάριν δι' ευεργεσίας άς έλαβεν, είναι η έχθρα θαυμάζουσα την αρετήν ήτις την έβλαψε. Διότι εις ταύτην μεν την περίστασιν την τιμήν έχει μόνον αυτό το καλόν· εις εκείνην δε το ωφέλιμον και η χρεία αγαπάται υπέρ την αρετήν.

ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ Γ'. ΤΟΜΟΥ.

1) Ευρυσάκης, υιός Αίαντος του Τελαμώνος, βασιλέως της Σαλαμίνος, ελατρεύετο ως ήρως εν Αθήναις, όπου είχε και ιερόν λεγόμενον Ευρυσάκειον.

2) Αλκμαιωνίδαι, επίσημον και πλούσιον γένος εν Αθήναις, απ' Αλκμαίωνος καταγόμενοι, του τελευταίου ισοβίου άρχοντος. Απόγονος εκείνου και προπάτωρ του πατρός του Αλκιβιάδου ην ο Μεγακλής, όστις επέσυρεν εις εαυτόν το Κυλώνειον άγος, και περί ού ίδ. βίον Σόλωνος, § ΙΒ.

3) Κατά του Ξέρξου. Ίδ. βίον Θεμιστοκλ. §Η.

4) Υπό στρατηγόν τον Τολμίδην, εν Ολ. 83 β'.

5) Ο μέγας Περικλής. Η δε συγγένεια ήτον αύτη· Δεινομάχη η μήτηρ του Αλκιβιάδου, ήτον πρώτη εξαδέλφη του Περικλέους, διότι ο πατήρ αυτής Μεγακλής ο Ιπποκράτους, Αλκμαιωνίδης, ήτον αδελφός της Αγαρίστης, μητρός του Περικλέους.

6) Νικίας και Δημοσθένης, οι επί του Πελοποννησιακού πολέμου περίφημοι στρατηγοί, Λάμαχος, ο μετά του Νικίου εις Σικελίαν σταλείς στρατηγήσας. Φορμίων, και ούτος επί του Πελοποννησιακού πολέμου στρατηγήσας (Θουκ. Α. 65). Θρασύβουλος, ο ελευθερωτής των Αθηνών από των Τριάκοντα· Θηραμένης είς των Τριάκοντα.

7) Ο ιδρυτής της κυνικής φιλοσοφίας, γράψας βίον Αλκιβιάδου. Κατ' άλλους Ρόδιος ιστορικός. Ίδ. Περικλ. § Α.

8) Σφήκ. Στ. 44 επ.

9) Τούτον ως επίορκον και χαμερπή κωμωδεί και αλλαχού ο Αριστοφάνης, εν Νεφ. 397.

10) Είπε κόλακος διά την τραυλότητα αντί κόρακος.