WeRead Powered by ReaderPub
Πλουτάρχου Βίοι Παράλληλοι - Τόμος 3 / Αλκιβιάδης - Κοριολάνος - Τιμολέων - Αιμίλιος Παύλος - Πελοπίδας - Μάρκελλος cover

Πλουτάρχου Βίοι Παράλληλοι - Τόμος 3 / Αλκιβιάδης - Κοριολάνος - Τιμολέων - Αιμίλιος Παύλος - Πελοπίδας - Μάρκελλος

Chapter 7: ΜΑΡΚΙΟΣ ΓΑΪΟΣ
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

A collection of parallel biographies recounts the births, public careers, campaigns, private habits, and notable incidents of several classical leaders, using anecdote and testimony to render character portraits. Each life mixes chronological narrative with moral and psychological observation, emphasizing how personal virtues and failings shaped political choices and fortunes. Comparative passages set paired figures against one another to illuminate contrasts in temperament, strategy, and civic conduct, while reported speeches and episodes punctuate assessments. The work privileges illustrative episodes and ethical appraisal over exhaustive chronology, inviting readers to draw lessons about leadership, reputation, and the interaction of character and public life.

AH. Οι δ' Αθηναίοι ελυπούντο μεν στερηθέντες της ηγεμονίας· αφ' ού δε και της ελευθερίας στερήσας αυτούς ο Λύσανδρος, παρέδωκε την πόλιν εις τριάκοντα άνδρας, τότε ενόουν την σπουδαιότητα των σκέψεων άς είχον αμελήσει όταν εδύναντο εισέτι να σωθώσιν, εις αυτάς επανήρχοντο ήδη όταν τα πράγματα είχον απολεσθή, και ολοφυρόμενοι επανέλεγον τα σφάλματα και τας ανοησίας των, ών μεγίστην εθεώρουν την δευτέραν προς τον Αλκιβιάδην οργήν των διότι τον απέρριψαν, χωρίς εις ουδέν ν' αδικήση· αλλά θυμωθέντες καθ' υπηρέτου όστις ολίγα πλοία αισχρώς απώλεσεν, έτι αισχότερον αυτοί αφήρεσαν από της πόλεως τον άριστον αυτής και πολεμικώτατον στρατηγόν. Και όμως και εις αυτήν έτι την κατάστασιν υπέφωσκεν αμυδρά τις ελπίς, ότι των Αθηναίων τα πράγματα δεν απωλέσθησαν εντελώς, εν όσω ο Αλκιβιάδης εισέτι εσώζετο. «Διότι ούτε άλλοτε ηρκέσθη φεύγων να ζη απραγμόνως και εν ησυχία, ούτε ήδη, αν οπωσούν καλώς διάκεινται τα κατ' αυτόν, θέλει ανεχθή την υπεροψίαν των Λακεδαιμονίων και των τριάκοντα τον εκτραχηλισμόν.» Και δεν ήσαν άτοπα τα τοιαύτα του πλήθους ονειροπολήματα· διότι και οι Τριάκοντα πολύ εφρόντιζον και ηρεύνων, και πολύν εποιούντο λόγον περί του τι έπραττεν εκείνος και τι διενοείτο. Τέλος δ' ο Κριτίας υπέβαλεν εις τον Λύσανδρον ότι, ενόσω οι Αθηναίοι εδημοκρατούντο, δεν εδύναντο οι Λακεδαιμόνιοι ν' άρχωσιν ασφαλώς της Ελλάδος· τους δ' Αθηναίους, και πράως αν διάκεινται και καλώς προς την ολιγαρχίαν, ο Αλκιβιάδης εν όσω ζη, δεν θα τους αφήση ποτέ να εμμείνωσιν ησύχως εις τα καθεστώτα. Αλλ' ο Λύσανδρος δεν επείσθη εις ταύτα πριν παρά των αρχόντων της πατρίδος του έλθη σκυτάλη (136) διατάττουσα αυτόν να εξολοθρεύση τον Αλκιβιάδην είτε διότι και εκείνοι εφοβήθησαν του ανδρός το επιχειρηματικόν και μεγαλοπράγμον, είτε διότι ηθέλησαν εις τον Άγιν να χαρισθώσιν.

ΛΘ. Ο Λύσανδρος λοιπόν έστειλε και παρήγγειλε ταύτα εις τον Φαρνάβαζον, εκείνος δε προσέταξε το έργον εις Μαγαίον τον αδελφόν, και εις Σουσαμίθρην τον θείον του. Τότε δ' έτυχε κατοικών ο Αλκιβιάδης εις κώμην τινα της Φρυγίας, έχων μεθ' εαυτού και την εταίραν Τιμάνδραν. Είδε δ' εις τον ύπνον του όνειρον τοιούτον· ότι εφόρει αυτός το ένδυμα της εταίρας, εκείνη δ' ότι είχε την κεφαλήν του εις τας αγκάλας της, και τω εστόλιζε το πρόσωπον ως γυναικός, και τω εζωγράφιζε, και τω έχριε ψιμμίθιον. Αλλοι δε λέγουσιν ότι είδε καθ' ύπνον τους περί τον Μαγαίον κόπτοντας την κεφαλήν του, και το σώμα του καιόμενον. Λέγεται δ' ότι ωνειρεύθη ταύτα ολίγον προ του θανάτου του. Οι δε σταλέντες κατ' αυτού δεν ετόλμησαν ν' εισέλθωσιν, αλλά περικυκλώσαντες την οικίαν ηθέλησαν να την καύσωσιν. Εννοήσας δε τούτο ο Αλκιβιάδης, συνήγαγε τα πλείστα των ιματίων και των στρωμάτων του, και τα έρριψεν εις το πυρ. Περιτυλίξας δε την χλαμύδα του εις την αριστεράν του χείρα, και λαβών γυμνόν το εγχειρίδιον εις την δεξιάν, διήλθε διά του πυρός χωρίς τι να πάθη. Διότι ουδείς υπέμεινεν εμπρός του, ή ήλθε μετ' αυτού εις χείρας, αλλά μακρυνθέντες, τον εκτύπησαν δι' ακοντίων και βελών. Ούτως έπεσεν αυτός, και οι βάρβαροι ανεχώρησαν· η δε Τιμάνδρα έλαβε τον νεκρόν, και τυλίξασα και καλύψασα αυτόν εις τους ιδίους αυτής χιτώνας, εκήδευσεν αυτόν, όσον αι περιστάσεις τη επέτρεπον, λαμπρώς και φιλοτίμως. Ταύτης λέγουσιν ότι ήτον θυγάτηρ η Λαΐς, η επονομασθείσα Κορινθία, αλλ' αιχμαλωτισθείσα εκ των Υκκάρων, μικράς Σικελικής πόλεως (137). Τινές δε, διά μεν τα λοιπά του θανάτου του Αλκιβιάδου συμφωνούσι προς ταύτα· λέγουσι δ' ότι την αιτίαν δεν έδωκεν ούτε ο Φαρνάβαζος, ούτε ο Λύσανδρος, ούτε οι Λακεδαιμόνιοι, αλλ' αυτός ο Αλκιβιάδης, διότι διέφθειρε την γυναίκα ενός των επισήμων, και την είχε μεθ' εαυτού· οι δ' αδελφοί της γυναικός, αγανακτούντες διά την ύβριν, έκαυσαν διά νυκτός την οικίαν ήν κατώκει ο Αλκιβιάδης, και εφόνευσαν αυτόν, ως ευρέθη, εν ώ επήδα διά του πυρός.

ΜΑΡΚΙΟΣ ΓΑΪΟΣ


Α. Ο οίκος των Μαρκίων εν Ρώμη πολλούς έδωκεν ενδόξους άνδρας εις των Πατρικίων την τάξιν, και εξ αυτών είς ην και ο Μάρκιος Άγκος, ο προς θυγατρός εγγονός του Νουμά (138), ο μετά τον Τύλλον Οστίλιον βασιλεύσας. Μάρκιοι δ' ήσαν και ο Πόπλιος, και ο Κόιντος, οίτινες έφερον το πλείστον και κάλλιστον ύδωρ εις την πόλιν της Ρώμης (139), και Κηνσωρίνος (140), όν δις διώρισε τιμητήν (141) ο δήμος των Ρωμαίων και έπειτα, υπ' αυτού του ιδίου πεισθείς, έθετο νόμον και εψήφισεν ουδείς να δύναται δις να περιέλθη εις την αρχήν ταύτην. Γάιος δ' ο Μάρκιος, περί ού ενταύθα ο λόγος, τραφείς υπό χήραν μητέρα, και πατρός ορφανός, απέδειξεν ότι η ορφανία άλλα μεν έχει κακά, αλλά δεν εμποδίζει τινά να γίνη ανήρ σπουδαίος και διακεκριμένος· μόνοι δ' οι φαύλοι προτείνουσιν αυτήν ως τούτου αιτίαν, και την κατηγορούσιν ότι αυτή διαφθείρει δι' αμελείας. Ο ίδιος όμως εδικαιολόγησε και τους φρονούντας ότι αν φύσις γενναία και αγαθή μείνη παιδείας εστερημένη, μετά των καλών γεννά και κακά, καθώς ευγενής χώρα εις την γεωργίαν, μη αρκούσης τυχούσα καλλιεργίας διότι το κατά πάντα ισχυρόν και έντονον της διανοίας αυτού παρήγαγε μεν ορμάς μεγάλας και των καλών λειτουργούς· αλλ' αφ' ετέρου τον καθίστα δύσκολον και δυσσυμβίβαστον μετά των ανθρώπων, όντα και ακρίτως θυμώδη, και αμειλίκτως φιλόνεικον. Αλλά θαυμάζοντες οι άνθρωποι την προς ηδονάς και κόπους και προς χρημάτων απόκτησιν απάθειαν αυτού, και εγκράτειαν αυτήν ονομάζοντες και ανδρείαν και δικαιοσύνην, εις τας πολιτικάς σχέσεις του τον εθεώρουν μετά δυσαρεσκείας βαρύν, και άχαριν και ολιγαρχικόν. Ουδ' ωφελούνται ως προς άλλο τοσούτον οι άνθρωποι εκ της των Μουσών ευμενείας, όσον ότι διά του λογικού και της παιδείας εξημερούται η φύσις των, το ορθόν μέτρον δεχομένη εις το λογικόν, και αποβάλλουσα τας υπερβολάς. Κατ' εκείνους τους καιρούς εν γένει η Ρώμη εκείνο κυρίως το μέρος ετίμα της αρετής, το αφορών τας πολεμικάς και στρατιωτικάς πράξεις· και απόδειξις τούτου είναι ότι δι' ενός και του αυτού ονόματος εκαλούντο παρ' αυτή και η αρετή και η ανδρεία, και το δι' ού ιδίως ονομάζουσι την ανδρείαν έγινεν όνομα γένους διά την αρετήν (142).

Β. Επιρρεπέστερος δε των άλλων υπήρξεν ο Μάρκιος προς τους πολεμικούς αγώνας, και ευθύς εκ παιδικής ηλικίας είχε τα όπλα εις χείρας του. Και φρονών ότι εις ουδέν χρησιμεύουσι τα επίκτητα όπλα εις τους μη έχοντας ηκονισμένον και παρεσκευασμένον όπλον έμφυτον και συγγενές μετ' αυτών, ούτως εξήσκησε το σώμα του προς παν είδος μάχης, ώστε και ελαφρός ήτον τρέχων, και βαρύς εις τας συμπλοκάς, και δυσκατάβλητος εις του πολέμου την πάλην. Δια τούτο οι προς αυτόν έριν έχοντες ανδρείας και γενναιότητος, νικώμενοι επροφασίζοντο του σώματος αυτού την δύναμιν, ήτις δεν ελυγίζετο, και εις ουδένα κόπον ενέδιδεν.

Γ. Εξεστράτευσε δε κατά πρώτον ενώ ήτον μειράκιον έτι, ότε ο Ταρκύνιος, όστις εβασίλευσε της Ρώμης και εξεθρονίσθη, μετά πολλάς μάχας και ήττας έρριπτε τον έσχατον ούτως ειπείν κύβον αυτού (143), και πολλοί μεν Λατίνοι, πολλοί δ' άλλοι Ιταλιώται συνεξεστράτευον, και τον συνώδευον εις την Ρώμην, ουχί τοσούτον θέλοντες εκείνον να ευχαριστήσωσιν, όσον επιθυμούντες εκ φόβου και φθόνου να καταβάλωσι την αυξάνουσαν δύναμιν των Ρωμαίων. Εις την μάχην δε ταύτην, ήτις πολλάκις αμφιβόλως έκλινε προς αμφοτέρους, ευρώστως αγωνιζόμενος ο Μάρκιος υπό τους οφθαλμούς του Δικτάτωρος (144), και ιδών πλησίον πεσόντα άνδρα Ρωμαίον, δεν παρημέλησεν αυτόν, αλλά στας εμπρός, αντετάχθη κατά του επερχομένου εχθρού, και τον εθανάτωσεν. Όταν λοιπόν ενίκησεν ο στρατηγός, πρώτον εκείνον εστεφάνωσε διά στεφάνου δρυός· διότι εις τον όστις ήθελεν υπερασπίσει πολίτην, τούτον αποδίδει ο νόμος τον στέφανον, είτε τιμήσας προ πάντων την δρυν εξ αιτίας των Αρκάδων, διότι ο χρησμός του θεού τους ωνόμασε βαλανηφάγους (145), είτε διότι πανταχού και ταχέως οι εκστρατεύοντες δύνανται να προμηθεύωνται δρυν, είτε διότι ενόμιζον ότι ο της δρυός στέφανος, ιερός ων του Πολιέως Διός, πρεπόντως εδίδετο διά σωτηρίαν πολίτου. Είναι δε η δρυς εκ μεν των αγρίων δένδρων το φέρον τους ωραιοτάτους καρπούς, εκ δε των ημέρων (146) το ευρωστότατον· και έδιδεν όχι μόνον τροφήν το βαλανίδιον, αλλά και ποτόν, το μελίτειον (147). Επρομήθευε δε και παντοία κρέατα ζώων και πτηνών, διότι έδιδε τον ιξόν (148), όργανον κυνηγετικόν. Κατ' εκείνην δε την μάχην λέγουσιν ότι επεφάνησαν και οι Διόσκουροι, και μετά την μάχην ότι εδείχθησαν αμέσως εις την αγοράν επί των ίππων των, ών έρρεεν ο ιδρώς, και ανήγγειλε την νίκην, καθ' ό μέρος σήμερον υπάρχει ναός αυτών ωκοδομημένος περί την κρήνην. Όθεν και την ημέραν καθ' ήν εορτάζεται η νίκη εκείνη, κατά τας ειδούς του Ιουλίου μηνός (149), εις τοις Διοσκούρους την αφιέρωσαν.

Δ. Αλλ' ως φαίνεται, δόξα και τιμή εις τους νέους αποδιδομένη, αποσβέει μεν τας ελαφρώς φιλοτίμους φύσεις, όταν πολύ πρωίμως επέρχεται, και ταχέως ευχαριστεί αυτών την δίψαν και το αψίκορον· τας δ' εμβριθείς και ασφαλείς διανοίας αυξάνουσι και λαμπρύνουσιν αι τιμαί, ως υπό πνεύματος ανέμου προς το φαινόμενον καλόν ωθουμένας· διότι αι τοιαύται, ουχί επί σκοπώ αμοιβής, αλλ' ως ενέχυρον ήδη δούσαι, αισχύνονται να εγκαταλείψωσι την δόξαν αυτών, και να μη υπερβώσιν αυτήν διά νέων έργων. Τούτο συνέβη εις τον Μάρκιον, όστις αυτός εις εαυτόν προέθετο αγώνα ανδραγαθίας, και θέλων να ήναι κατά τας ορέξεις του πάντοτε νέος, προσέθετε κατορθώματα επί κατορθωμάτων και λάφυρα επί λαφύρων, και έβλεπε πάντοτε τους επομένους στρατηγούς, φιλονεικούντας μετά των προηγουμένων περί του τις να τω αποδώση περισσοτέρας τιμάς, και να υπερβή τον έτερον ως προς τας υπέρ αυτού μαρτυρίας. Οι Ρωμαίοι είχον τότε πολλούς αγώνας και πολλούς πολέμους, και ο Μάρκιος εξ ουδενός εξήλθεν αστεφάνωτος και αβράβευτος. Και διά μεν τους άλλους η δόξα ην της αρετής ο σκοπός, δι' εκείνον δε ο σκοπός της δόξης η ευχαρίστησις της μητρός του· διότι ενόμιζεν ότι εντιμώτατον τον καθιστά και μακαριώτατον το να τον ακούη εκείνη επαινούμενον, και να τον ιδή στεφανούμενον, και να τον εναγκαλισθή υπό χαράς δακρύουσα. Λέγουσι δ' ότι και ο Επαμινώνδας ωμολόγησε το ίδιον αίσθημα, ως μεγίστην ευτυχίαν του θεωρών, ότι έζων ο πατήρ και η μήτηρ του, και είδον την εν Λεύκτροις στρατηγίαν και νίκην του. Αλλ' εκείνος μεν είχε και τους δύο γονείς του χαίροντας μετ' αυτού και συνευτυχούντας. Ο δε Μάρκιος, φρονών ότι εις την μητέρα του οφείλει και την προς τον πατέρα ευγνωμοσύνην, ήτον ακόρεστος ευφραίνων και τιμών την Ουολουμνίαν (150), αλλά και κατά θέλησιν και παράκλησιν αυτής ενυμφεύθη, και αφ' ού απέκτησε παίδας, κατώκει την αυτήν οικίαν μετά της μητρός του.

Ε. Εν ώ δ' ήδη μεγάλην είχε δόξαν και δύναμιν εις την πόλιν διά την ανδρείαν του, η βουλή, τους πλουσίους υπερασπίζουσα, διεφώνησε προς τον δήμον, όστις φαίνεται ότι πολλά έπασχε και δεινά υπό των πλουσίων. Διότι τους μεν μετρίαν περιουσίαν έχοντας, τους εστέρουν πάντων των κτημάτων των, εις ενέχυρα λαμβάνοντες και πωλούντες αυτά· τους δ' όλως απόρους τους συνελάμβανον και τους εφυλάκιζον, ει και είχον τα σώματα κεκαλυμμένα υπό πληγών και καταβεβλημένα υπό των κοπών ούς υπέστησαν εις τους υπέρ της πατρίδος πολέμους. Τούτων ο τελευταίος ην ο κατά των Σαβίνων, όν ανεδέχθησαν διότι και οι πλουσιώτατοι είχον υποσχεθή να δειχθώσι μετριώτεροι προς αυτούς, και η βουλή εψήφισεν εγγυητήν τον άρχοντα Μάρκον Ουαλέριον (151). Αλλ' αφ' ού και εις εκείνην την μάχην ηγωνίσθησαν προθύμως και ενίκησαν τους εχθρούς, χωρίς οι δανεισταί ουδεμίαν να δείξωσι προς αυτούς επιείκειαν, και η βουλή προσεποιείτο λήθην των υποσχέσεών της, και ηδιαφόρει βλέπουσα αυτούς συρομένους εις τας φυλακάς, τότε θόρυβος ηγέρθη πολύς εις την πόλιν, και συνωμοσίαι εγίνοντο επικίνδυνοι, και οι εχθροί εννοήσαντες ότι υπήρχον ταραχαί εις τον δήμον, εισώρμησαν και έκαιον την χώραν, και όταν οι άρχοντες εκάλουν εις τα όπλα τους έχοντας την στρατεύσιμον ηλικίαν, ουδείς υπήκουεν. Ούτω διηρέθησαν πάλιν αι γνώμαι των αρχόντων. Και τινές μεν ενόμιζον ότι πρέπει να ενδώσωσι μέχρι τινός εις τους πένητας, και να χαλαρώσωσι την υπερβολικήν της νομιμότητος αυστηρότητα· άλλοι δ' αντέτεινον, και είς αυτών ήτον και ο Μάρκιος, ουχί ότι ενόμιζε μέγιστον το των χρημάτων ζήτημα, αλλά παρακινών τους βουλευτάς, να καταπαύσωσιν, αν σωφρονώσι, και να σβέσωσι την αρχήν και την πρώτην απόπειραν της αυθαδείας του όχλου και της θρασύτητος αυτού, επανισταμένου κατά των νόμων.

ΣΤ. Επειδή δε πολλάκις εις ολίγον καιρόν συνήλθεν η βουλή, αλλ' ουδέν απεφάσιζε, συσσωματωθέντες αίφνης οι πένητες, και παρακινήσαντες αλλήλους, εγκατέλιπον την πόλιν, και καταλαβόντες το όρος το ήδη καλούμενον ιερόν, παρά τον Ανίωνα ποταμόν, αποκατέστησαν εκεί, και στασιαστικόν μεν ή βίαιον ουδέν έπραττον, έκραζον δ' ότι προ πολλού οι πλούσιοι τους εδίωξαν εκ της Ρώμης, πανταχού δ' η Ιταλία ότι θέλει τοις δώσει αέρα και ύδωρ και τόπον όπου να ταφώσι, και ότι ουδέν άλλο κερδίζουσι κατοικούντες την Ρώμην, παρά να πληγώνωνται και να φονεύωνται εκστρατεύοντες υπέρ των πλουσίων. Τότε εφοβήθη η βουλή, και έπεμψε τους μετριοπαθεστέρους και δημοτικωτέρους των πρεσβυτέρων. Μεταξύ δ' αυτών τον λόγον έλαβεν ο Μενήνιος Αγρίππας· και πολλά μεν παρεκάλεσε τον δήμον, πολλά δ' είπε μετά θάρρους υπέρ της βουλής, και εις το τέλος του λόγου του περιήλθεν εις το σχήμα του μύθου το περίφημον έκτοτε γενόμενον «Εστασίασαν, είπε, του ανθρώπου τα μέλη πάντα προς την γαστέρα, και την κατηγόρουν ότι μόνη αυτή εκάθητο αργή εις το σώμα, και ουδέν συνεισέφερε, τα δ' άλλα διά τας ορέξεις εκείνης υπέμενον κόπους πολλούς και υπηρεσίας· η δε γαστήρ ότι εγέλα διά την ανοησίαν των, διότι ηγνόουν ότι δέχεται μεν αυτή την τροφήν πάσαν, αλλ' αυτή την αναπέμπει πάλιν εξ εαυτής, και την διανέμει εις τα λοιπά. Τοιαύτη, είπεν, είναι και της συγκλήτου η σχέσις προς σας, ω πολίται· διότι όσα εκείνη βουλεύεται και πράττει υπέρ της προσηκούσης οικονομίας, επιφέρουσι και διανέμουσιν εις σας παν το χρήσιμον και ωφέλιμον».

Ζ. Έκτοτε διηλλάγησαν, ζητήσαντες παρά της βουλής και επιτυχόντες να εκλέγωσι πέντε άνδρας, προστάτας των χρηζόντων βοηθείας, τους νυν δημάρχους καλουμένους. Εξελέξαντο δε πρώτους αυτούς εκείνους ούς είχον λάβει και ως αρχηγούς της αποστασίας των, τον Ιούνιον Βρούτον και τον Σικίννιον Βέλλουτον. Αφ' ού δ' η πόλις ηνώθη, ευθύς ωπλίσθη ο λαός, και προσεφέρετο προθύμως εις τους άρχοντας διά να εκστρατεύσωσιν. Ο δε Μάρκιος, καίτοι ουδόλως ευχαριστούμενος ότι ο δήμος υπερίσχυσε και ενέδωκεν η αριστοκρατία, και εκ των άλλων πατρικίων πολλούς βλέπων ότι το αυτό ησθάνοντο, τους παρεκάλει όμως να μη μείνωσι κατώτεροι των δημοτών εις τους υπέρ πατρίδος αγώνας, αλλά να φανώσιν ότι υπερέχουσιν αυτών κατά την αρετήν μάλλον παρά κατά την δύναμιν.

Η. Εις δε το έθνος των Ουολούσκων, προς ούς επολέμουν, επισημοτάτη ήτον η πόλις των Κοριολάνων. Περί αυτήν εστρατοπέδευσεν ο ύπατος Κομίνιος· οι δ' άλλοι Ουολούσκοι, φοβηθέντες, συνέρρεον πανταχόθεν κατά των Ρωμαίων, διά να πολεμήσωσι πλησίον της πόλεως και να επιπέσωσι κατ' αυτών εκ δύο μερών. Επειδή δ' ο Κομίνιος διήρεσε την δύναμιν, και αυτός μεν κατετάχθη κατά των έξωθεν επερχομένων Ουολούσκων, τον δε Τίτον Λάρκιον, ένα των ανδρειοτάτων Ρωμαίων, αφήκε να διευθύνη την πολιορκίαν, καταφρονήσαντες οι Κοριολάνοι τους μείναντας, εξήλθαν, και προσβαλόντες τους Ρωμαίους, τους εδίωξαν μέχρι του χάρακος. Αλλ' εκεί εκδραμών μετ' ολίγων ο Μάρκιος, και νικήσας τους συμπλακέντας κατ' αρχάς μετ' αυτού, αναχαιτίσας δε τους άλλους όσοι εφώρμων, εκάλει τους Ρωμαίους μεγαλοφώνως. Διότι ήτον, ως απήτει παρά του στρατιώτου ο Κάτων, ου μόνον η χειρ αυτού και αι πληγαί άς κατέφερε φοβεραί εις τους εχθρούς όσοι τον απήντων, αλλ' ουδ' εις της φωνής του τον τόνον, ουδ' εις του προσώπου του την όψιν ηδύναντο ευκόλως ν' αντισταθώσι. Τότε πολλοί ηθροίσθησαν περί αυτόν και τον περιεκύκλωσαν, και οι εχθροί φοβηθέντες ανεχώρουν αλλά δεν ευχαριστήθη εκείνος, και τους ηκολούθησε, και τρέψας αυτούς, τους εδίωκε, φεύγοντας μέχρι των πυλών· εκεί δε, βλέπων ότι οι Ρωμαίοι παρητούντο της διώξεως, διότι πολλά εκ του τείχους κατεφέροντο βέλη, ουδείς δ' ετόλμα ουδέ την ιδέαν καν να συλλάβη του να ορμήση ομού μετά των φευγόντων εις πόλιν πλήρη εχθρών ενόπλων, αυτός εμπρός των σταθείς, τους παρεκίνει και τους ενεθάρρυνε, κράζων ότι υπό της τύχης ηνεώχθη η πόλις εις τους διώκοντας μάλλον παρά εις τους φεύγοντας. Επειδή δε πολλοί δεν ήθελον να τον ακολουθήσωσιν, ορμήσας διά μέσου των εχθρών, επήδησεν εις τας πύλας, και εισήλθε μετ' αυτών, διότι κατ' αρχάς ουδείς ετόλμησε να τον αντικρούση ή να τω αντισταθή· έπειτα όμως, όταν είδον ότι πολύ ολίγοι είχον εισέλθει, και πανταχόθεν έτρεχον και εμάχοντο προς αναμεμιγμένους ομού φίλους και εχθρούς, τότε λέγεται ότι και διά της ανδρείας, και διά της ταχύτητος ως και διά της τόλμης του ηγωνίσθη εντός της πόλεως αγώνα απίστευτον, και νικών πάντας καθ ών εφώρμα, άλλους μεν εξεδίωξε προς τ' έσχατα μέρη, άλλους δ' ηνάγκασεν εν απελπισία να ρίψωσι τα όπλα, και ούτως έδωκε καιρόν εις τον Λάρκιον να φέρη έξωθεν μετ' ασφαλείας τους Ρωμαίους.

Θ. Ούτως εκυριεύθη η πόλις, και οι πλείστοι επεδόθησαν εις αρπαγάς και λεηλασίας· ο δε Μάρκιος εβόα, φοβερόν νομίζων, εν ώ ο ύπατος και οι συν αυτώ είχον βεβαίως συμπλακή που ήδη μετά των εχθρών και εμάχοντο, αυτοί να περιφέρωνται ζητούντες χρήματα να κερδήσωσιν, ή επί προφάσει χρημάτων να δραπετεύσωσιν από του κινδύνου. Επειδή δε πολλοί δεν επείθοντο εις αυτόν, λαβών τους θελήσαντας να τον ακολουθήσωσι, διευθύνθη προς την οδόν καθ' ήν ενόησεν ότι είχε προχωρήσει το στράτευμα. Και πολλάκις μεν παρεκίνει τους μετ' αυτού και τους παρεκάλει να μη ενδώσωσι, πολλάκις δ' ηύχετο εις τους Θεούς να μη καθυστερήση εις την μάχην, αλλά να έλθη εν καιρώ, να συναγωνισθή και συγκινδυνεύση μετά των πολιτών. Ήτον δε τότε και συνήθεια παρά τοις Ρωμαίοις, όταν παρετάττοντο εις μάχην, και πριν ή λάβωσι τας ασπίδας και ζωσθώσι την τήβεννον (152), να κάμνωσι την διαθήκην των προφορικώς, εις επήκοον τριών ή τεσσάρων, ονομάζοντες τον κληρονόμον των. Εύρε λοιπόν ο Μάρκιος τους στρατιώτας εν ώ ταύτα έπραττον, όντες ήδη απέναντι των εχθρών. Και κατ' αρχάς μεν εταράχθησάν τινες, όταν τον είδον ελθόντα μετ' ολίγων, πλήρη αίματος και ιδρώτος. Όταν όμως δραμών προς τον ύπατον περιχαρής, τω έδωσε την δεξιάν, και τω ανήγγειλε την της πόλεως άλωσιν, και ο Κομίνιος τον ενηγκαλίσθη και τον εφίλησε, τινές μεν ακούσαντες, άλλοι δ' εικάσαντες το γενόμενον κατόρθωμα, ενεπλήσθησαν θάρρους, και μετά βοής παρεκάλουν να ορμήσωσι κατά των εχθρών και να συμπλακώσιν. Ο δε Μάρκιος ηρώτησε τον Κομίνιον, πώς εισιν οι εχθροί παρατεταγμένοι, και πού ίστατο το μαχημώτατον μέρος αυτών. Τω είπε δ' εκείνος ότι κατά το μέσον, ως ενόμιζεν, ήσαν τα τάγματα των Αντιατών, ανθρώπων πολεμικωτάτων, και ουδενός κατωτέρων κατά την γενναιότητα. «Σε παρακαλώ λοιπόν, είπεν ο Μάρκιος, και ζητώ επιμόνως, απέναντι τούτων να τάξης ημάς.» Και ο ύπατος ενέδωκε, θαυμάσας την προθυμίαν αυτού. Ότε δ' ήρχισε των δοράτων η συμπλοκή, ώρμησεν εμπρός ο Μάρκιος, και οι κατά μέτωπον τεταγμένοι Ουολούσκοι δεν αντέσχον, αλλά το μέρος της φάλαγγος καθ' ού επέπεσεν, αμέσως διεσπάσθη. Αι δύο πτέρυγες όμως στρεφόμεναι εφ' εαυτάς, περιεκύκλουν διά των οπλών τον άνδρα, και τότε φοβηθείς ο ύπατος, έπεμψεν εις βοήθειάν του τους ανδρειοτάτους των περί αυτόν. Έγινε δ' ισχυρά μάχη περί τον Μάρκιον, εις ήν πολλοί έπεσαν εν ολίγω χρόνω νεκροί, και οι Ρωμαίοι, επιμένοντες βιαίως κατά των εχθρών, τους απέκρουσαν, και όταν έτρεψαν αυτούς εις φυγήν, απήτουν παρά του Μαρκίου, βεβαρυμένου υπό κόπου και υπό πληγών, ν' αναχωρήση εις το στρατόπεδον. Αλλ' εκείνος είπεν ότι δεν απαυδούσιν οι νικηταί, και επετίθετο κατά των φευγόντων. Ηττήθη δε και το επίλοιπον στράτευμα, και πολλοί μεν εφονεύθησαν, πολλοί δ' ηχμαλωτίσθησαν.

I. Την δ' επαύριον, αφ' ού ήλθε και ο Λάρκιος (153) και οι άλλοι συνηθροίζοντο προς τον ύπατον, αναβάς ούτος το βήμα, και εις τους Θεούς αποδούς την πρέπουσαν ευλογίαν διά τα τοιαύτα κατορθώματα, εστράφη και προς τον Μάρκιον. Και πρώτον μεν είπε θαυμαστόν αυτού έπαινον, διά τα κατορθώματα αυτού, ών τα μεν είδεν ο ίδιος εν τη μάχη, τα δε εμαρτύρει ο Λάρκιος. Έπειτα δε, εκ των πολλών αιχμαλωτισθέντων χρημάτων και ίππων και ανθρώπων, τον προσεκάλεσε να εκλέξη ανά δέκα εξ όλων, πριν ή γίνη η διανομή εις τους άλλους, εκτός δε τούτων τω προσέφερε και ως αριστείον, ίππον κεκοσμημένον. Ταύτα επήνεσαν οι Ρωμαίοι· αλλ' ο Μάρκιος, ελθών εις το μέσον, τον μεν ίππον είπεν ότι δέχεται, και χαίρει διά τους επαίνους του άρχοντος· τα δ' άλλα θεωρών ως μισθόν και ουχί ως τιμήν, τα εγκαταλείπει, και θα ευχαριστηθή εις την διανομήν οία θέλει γίνη εις ένα έκαστον. «Κατ' εξαίρεσιν όμως, είπε, μίαν χάριν ζητώ, και παρακαλώ να την λάβω. Είχον φίλον μεταξύ των Ουολούσκων, μετ' εμού διά φιλοξενίας συνδεδεμένον, άνδρα αγαθόν και μετριοπαθή. Ούτος ηχμαλωτίσθη, και εκ πλουσίου και μακαρίου έγινε δούλος. Μεταξύ των πολλών κακών υφ' ών περιστοιχίζεται, αρκεί έν να τω αφαιρέσω, την πώλησιν.» Ως δ' είπε ταύτα, έτι μείζων βοή απήντησεν εις τον Μάρκιον, και περισσότερον τον εθαύμαζον ότι δεν ενικάτο υπό των χρημάτων, παρ' ότι ηνδραγάθει εις τους πολέμους. Διότι και όσοι όπως δήποτε τον εφθόνουν και εζηλοτύπουν διότι έτυχεν εξαισίων τιμών, και εκείνοι, ως ουδέν λαβόντα, τον εθεώρουν άξιον μεγάλα να λάβη· και μάλλον εθαύμαζον την αρετήν αυτού δι' ής κατεφρόνει τοιούτων αμοιβών, παρ' εκείνην δι' ής ηξιούτο αυτών. Διότι καλλήτερον είναι καλώς να μεταχειριζώμεθα τα χρήματα μάλλον παρά τα όπλα· ευγενέστερον δ' είναι να μη χρειαζώμεθα τα χρήματα, παρά να τα μεταχειριζώμεθα.

ΙΑ. Αφ' ού δ' έπαυσε βοών και θορυβούν το πλήθος, αναλαβών τον λόγον ο Κομίνιος, «Εκείνας μεν, είπεν, ω συστρατιώται, τας δωρεάς δεν ημπορείτε να βιάσητε τον άνδρα να τας λάβη, όταν δεν τας δέχηται ουδέ τας θέλη. Ας τω δώσωμεν όμως δωρεάν ήν δεν δύναται ν' αποποιηθή, αν ψηφίσωμεν να καλήται Κοριολάνος, αν προ ημών ήδη αύτη η πράξις του δεν τω έδωκε τούτο.» Εκ τούτου έλαβε τρίτον όνομα το Κοριολάνος. Διό και προφανές είναι ότι εκ των ονομάτων του το κύριον μεν ήτον Γάιος· το δε δεύτερον, Μάρκιος, ήτον το κοινόν της οικίας ή του γένους αυτού· το δε τρίτον προσέλαβεν έπειτα ως επίθετον εκ πράξεως τίνος, ή συμβάντος, ή χαρακτήρος της μορφής ή αρετής τινος· ως οι Έλληνες εκ πράξεως μεν έδιδον επίθετα Σωτήρα και Καλλίνικον· της δε μορφής Φύσκωνα και Γρυπόν, της δ' αρετής Ευεργέτην και Φιλάδελφον· της τύχης δ' Ευδαίμονα, ως εκαλείτο ο δεύτερος των Βάττων. Είς τινας δε βασιλείς και τα σκώμματα έδωκαν επικλήσεις, ως ο Αντίγονος επεκλήθη Δώσων, και ο Πτολεμαίος Λάθυρος (154). Έτι δε μάλλον ποιούνται χρήσιν του τοιούτου γένους των ονομάτων οι Ρωμαίοι, Διαδήματον (155) καλέσαντές τινα των Μετέλλων, διότι πολύν καιρόν, πληγήν έχων, περιεπάτει περιδεδεμένος το μέτωπον· άλλον δε Κέλερα (156), διότι έσπευσεν ολίγας ημέρας μετά τον θάνατον του πατρός του να τελέση επιταφίους μονομάχων αγώνας, και εθαυμάσθη αυτού η ταχύτης και η δραστηριότης των προπαρασκευών. Τινάς δε μέχρι τούδε καλούσιν, ως εκ της συμπτώσεως της γεννήσεως, Πρόκλον μεν αν εγεννήθη απόντος του πατρός του (157) Πόστουμον δε, αν αφ' ού ο πατήρ απέθανεν (158), Ουοπίσκον δε, αν εκ διδύμων ο είς επιζήση (159). Εκ δε σωματικών αιτιών ονομάζουσιν όχι μόνον Σύλλας, ουδέ Νίγρους, ουδέ Ρούφους, αλλά και Καίκους, και Κλωδίους (160), καλώς συνηθίζοντες μήτε την τυφλότητα, μήτ' άλλην τινά σωματικήν ατυχίαν να θεωρώσιν ως όνειδος ουδ' ως λοιδορίαν, αλλά να τ' ακούωσιν ως ίδια εαυτών ονόματα. Αλλά ταύτα ανήκουσιν εις άλλο είδος συγγραφής.

ΙΒ. Αφ' ού δ' ο πόλεμος έπαυσε, διήγειρον πάλιν στάσιν οι δημαγωγοί, νέαν μεν ουδεμίαν έχοντες αιτίαν, ουδέ δικαίαν κατηγορίαν, αλλ' ως πρόφασιν επρότεινον κατά των πατρικίων αυτά εκείνα τα κακά, όσα ήσαν αναγκαίαι συνέπειαι των προτέρων αυτών ταραχών και ερίδων. Διότι το πλείστον μέρος της χώρας είχε μείνει άσπαρτον και αγεώργητον· εξ αιτίας δε του πολέμου ο καιρός δεν επέτρεψε να ετοιμασθή αγορά επεισάκτων καρπών. Επήλθεν επομένως μεγάλη ένδεια, και οι δημαγωγοί, βλέποντες ότι ο δήμος ούτε αγοράν είχε, ούτε, αν αγορά υπήρχεν, είχε χρήματα διά ν' αγοράση, διέδιδον λόγους και κατηγορίας κατά των πλουσίων, ότι εκείνοι επέφερον την πείναν εις τον λαόν εκ μνησικακίας. Ήλθε δ' εν τούτοις πρεσβεία των Οθελιτράνων (161), να παραδώση την πόλιν εκ μέρους αυτών, και να παρακαλέση να τοις στείλωσιν οι Ρωμαίοι αποίκους· διότι νόσος επελθούσα λοιμώδης, τόσην φθοράν επέφερε των ανθρώπων, ώστε μόλις έμεινεν αυτών το δέκατον. Εφάνη λοιπόν εις τους νουν έχοντας ότι καταλλήλως και εν καιρώ επήλθεν η ανάγκη αύτη των Ουελιτράνων, ότε και αυτοί εχρειάζοντο ανακούφισιν της αμηχανίας των· και ήλπιζον να διασκεδάσωσι την στάσιν, αν το θορυβούν και εξημμένον μέρος μετά των δημαγωγών εκαθαρίζετο ως περίττωμα νοσερόν και ταραχώδες της πόλεως. Τούτους λοιπόν καταγράφοντες έπεμψαν εις την αποικίαν οι ύπατοι, και επιχείρησαν δι' άλλων εκστρατείαν κατά των Ουολούσκων, προσπαθούντες να δώσωσιν εις αυτούς άλλην ασχολίαν από των εμφυλίων θορύβων, και νομίζοντες ότι αν πλούσιοι ομού και πένητες, και δημοτικοί και πατρίκιοι συνήρχοντο πάλιν εις τα όπλα και το στρατόπεδον και εις αγώνας κοινούς, ημερώτερον και φιλικώτερον θα διετίθεντο προς αλλήλους.

ΙΓ. Αλλ' οι περί τον Σικίννιον Βρούτον δημαγωγοί ανθίσταντο, βοώντες ότι το σκληρότατον των έργων ωνόμασαν διά του πραοτάτου ονόματος, αποικίαν, και ωθούσιν ανθρώπους πτωχούς ως εις βάραθρον, στέλνοντες αυτούς εις πόλιν αέρος νοσερού και νεκρών ατάφων γέμουσαν, να συγκατοικήσωσι μετά δαίμονος ξένου και εξολοθρευτού (162). Και έπειτα, ως να μη ηρκούντο εις το να εξολοθρεύσωσιν άλλους των πολιτών διά της πείνης, και άλλους να παραδίδωσιν εις την πανώλην, επιφέρουσι προσέτι και αυθαίρετον πόλεμον, όπως ουδενός κακού μείνη η πόλις απηλλαγμένη, διότι είχεν αρνηθή να δουλεύη τους πλουσίους. Τοιούτους λόγους πανταχόθεν ακούων ο δήμος, ούτε εις τον κατάλογον ενεγράφετο των υπάτων (163), και κατά της αποικίας ήτον προκατειλημμένος. Και η μεν βουλή ήτον εις απορίαν ο δε Μάρκιος, πλήρης όγκου ήδη ων και υψηλοφρονών, και θαυμαζόμενος υπό των ισχυροτάτων, ανθίστατο απαρακαλύπτως εις τους δημαγωγούς. Και την μεν αποικίαν απέστειλαν, αναγκάσαντες διά μεγάλων ποινών τους διά κλήρου τυχόντας ν' απέλθωσιν εις αυτήν. Επειδή δ' εντελώς απεποιούντο την εκστρατείαν, ο Μάρκιος, λαβών τους πελάτας αυτού (164), και όσους άλλους έπεισεν, επέδραμε την χώραν των Αντιατών, και πολύν σίτον εύρε, πολλά δ' επέτυχε λάφυρα ποιμνίων και αιχμαλώτων, αλλά δι' εαυτόν ουδέν εκράτησεν, επανήλθεν όμως εις την Ρώμην μετά των στρατιωτών του, οίτινες πολλά και ποικίλα πράγματα έφερον μεθ' εαυτών εκ της λεηλασίας, ώστε μετενόουν οι άλλοι, και εφθόνουν τους πλουτήσαντας, και ηγανάκτουν κατά του Μαρκίου, και δυσηρεστούντο διά την δόξαν αυτού και την δύναμιν, ής την αύξησιν εθεώρουν ως επιβλαβή εις τον δήμον.

ΙΔ. Μετ' ολίγον δε καιρόν (165) επεζήτησε την υπατείαν ο Μάρκιος, και οι πλείστοι έκλινον προς αυτόν, και αιδώς τις εκυρίευσε τον δήμον, ν' ατιμάση και να ταπεινώση άνδρα και κατά το γένος πρώτον και κατά την αρετήν, μετά τοσαύτα και τοιαύτα ευεργετήματα. Διότι συνήθεια ήτον, οι επιζητούντες την αρχήν να παρακαλώσι, την δεξιάν δίδοντες εις τους πολίτας, και να κατέρχωνται εις την αγοράν το ιμάτιον μόνον ενδεδυμένοι, άνευ χιτώνος (166), είτε όπως διά του σχήματος τούτου ταπεινώσωσιν αυτούς έτι μάλλον κατά την δέησιν, είτε όπως, όσοι είχον πληγάς, δεικνύωσι προφανή τα σύμβολα της ανδρείας των. Ο λόγος καν δι' όν ήθελον, ο παρακαλών τους πολίτας να προσέρχηται εις αυτούς αχίτων και άζωστος, δεν ήτον η υποψία διανομής χρημάτων δήθεν και δεκασμού· διότι πολύν καιρόν μετά ταύτα εισήχθη η αγορά και η πώλησις, και συνανεμίγη αργύριον εις τας ψήφους της εκκλησίας· και έκτοτε και εις τους δικαστάς εκταθείσα και εις τα στρατόπεδα η δωροδοκία, έρριψεν εις μοναρχίαν την πόλιν, εξανδραποδίσασα διά των χρημάτων τα όπλα. Και φαίνεται τω όντι ότι κακώς δεν είπεν ο ειπών ότι την δημοκρατίαν κατέλυσεν όστις πρώτος έδωκε συμπόσια και εδωροδόκησε. Φαίνεται δ' ότι κρυφίως και κατ' ολίγον ογκούμενον, δεν εφανερώθη ευθύς το κακόν εις την Ρώμην· διότι δεν είναι γνωστόν τις είναι εις την Ρώμην όστις πρώτος εδωροδόκησε τον δήμον ή το δικαστήριον. Εις τας Αθήνας δε λέγεται ότι πρώτος έδωκεν αργύριον εις τους δικαστάς Άνυτος ο Ανθεμίωνος (167), κρινόμενος επί προδοσία κατά το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου, καθ' ήν εποχήν ο χρυσούς και ακηλίδωτος αιών επεκράτει εισέτι εις της Ρώμης την αγοράν.

ΙΕ. Επειδή λοιπόν ο Μάρκιος πολλάς εδείκνυε πληγάς εκ των πολλών αγώνων καθ' ούς επρώτευσεν, επί δεκαοκτώ έτη συνεχώς εκστρατεύων, σέβας ησθάνετο ο λαός προς την ανδρείαν αυτού, και συνενοούντο ήδη προς αλλήλους αυτόν να εκλέξωσιν. Όταν όμως, κατά την ημέραν της ψηφοφορίας ο Μάρκιος εισήλθεν εις την αγοράν, σοβαρώς υπό της βουλής προπεμπόμενος, και πάντες οι πατρίκιοι περί αυτόν φανερώς εδείκνυον ότι ποτέ υπέρ ουδενός τοσούτον είχον ενδιαφέρον, τότε ηλαττώθη πάλιν η προς αυτόν εύνοια του λαού, και ήρχισαν να οργίζωνται κατ' αυτού και να τον φθονώσιν. Εις τα αισθήματα δ' αυτών ταύτα προσετίθετο και ο φόβος, αν γίνη κύριος της αρχής άνθρωπος αριστοκρατικός, και τοσαύτην έχων παρά τοις πατρικίοις επιρροήν, μη αφαιρέση εντελώς την ελευθερίαν του δήμου. Τοιαύτα λοιπόν φρονούντες, ηρνήθησαν την ψήφον εις τον Μάρκιον. Όταν δ' ανηγορεύθησαν άλλοι, βαρέως μεν δυσαρεστήθη η βουλή, ως φρονούσα ότι αυτή μάλλον ή ο Μάρκιος περιεφρονήθη, και αυτός δεν υπέφερε το συμβάν μετριοπαθώς και πράως, διότι εκυβερνάτο μάλλον υπό θυμώδους και φιλονείκου της ψυχής, ως εκλαμβάνων ότι εις τούτο ενέκειτο το μέγεθος και η υψηλοφροσύνη· την εμβρίθειαν δε και την πραότητα, τα συντελεστικώτερα ταύτα στοιχεία της πολιτικής αρετής, δεν τας είχε προσοικειωθή διά του λόγου και της παιδείας, ουδ' ήξευρεν ότι ο επιχειρών ν' αναμιγή εις τα δημόσια και εις την των ανθρώπων διοίκησιν, πρέπει επιμελώς ν' αποφεύγη την υπεροψίαν, ήν ο Πλάτων έλεγε «της ερημίας σύνοικον», και να γίνηται εραστής της υπό τινων πολύ χλευαζομένης ανεξικακίας. Αλλ' απλούς τις πάντοτε και άκαμπτος ων, και πεποιθώς ότι της ανδρείας μόνον έργον είναι το να νικά πάντοτε και αφεύκτως, ουχί δε και της ασθενείας και μαλθακότητος, ανεχώρησε ταραχής πλήρης και πικρίας κατά του δήμου, θυμόν τρέφων όστις ανεδίδετο ως οίδημα εκ του πονούντος μάλιστα και του πάσχοντος μέρους της ψυχής αυτού. Οι δ' ενήλικες των πατρικίων, και ό,τι υπήρχεν εν τη πόλει επιδεικτικώτερον και μάλλον κομπάζον επ' ευγενεία, πάντοτε μεν ήσαν θερμώς εις τον άνδρα αφωσιωμένοι, τότε δ' έτι μάλλον προσηλούμενοι εις αυτόν, και περιστοιχίζοντές τον ουχί επ' αγαθώ, ηρέθιζον περισσότερον τον θυμόν αυτού, συμπάσχοντες και συναγανακτούντες· διότι ήτον οδηγός αυτών και διδάσκαλος ευμενής των πολεμικών εις τας εκστρατείας, και επαίρων διά ζήλου προς την αρετήν, άνευ δε φθόνου προς αλλήλους, το φρόνημα των ικανών να διαπρέψωσι διά κατορθωμάτων.

ΙΣΤ. Εν τούτοις δ' έφθασε σίτος εις την Ρώμην, πολύς μεν αγορασθείς εξ Ιταλίας, και ουχί ολιγώτερος χαρισθείς εκ Συρακουσών, όν έπεμψεν ο τύραννος Γέλων, ώστε οι πλείστοι συνέλαβον ελπίδας καλάς, πεποιθότες ότι μετά της σιτοδίας θα λείψωσι και αι έριδες εκ της πόλεως. Ευθύς λοιπόν συνήλθεν η βουλή, και σωρευθείς ο δήμος έξωθεν, περιέμενε το τέλος, ελπίζων ότι θέλει τύχει τιμών μετριωτάτων προς αγοράν, ή μάλλον ότι δωρεάν θέλει τοις διανεμηθή ο σταλείς σίτος· διότι υπήρχον εντός της βουλής τινές αναλαβόντες να πείσωσιν αυτήν περί τούτου. Αλλ' ο Μάρκιος αναστάς, σφοδρώς κατηγόρησε τους χαριζομένους εις τον λαόν, δημαγωγούς αποκαλών αυτούς, και προδότας της αριστοκρατίας, και τρέφοντας τα κατ' αυτής εις τον όχλον ερριμμένα πονηρά ύβρεως σπέρματα και θρασύτητος, ά καλόν ήτον αν δεν τα είχον αφήσει εξ αρχής να φυτρώσωσιν, ουδέ να γίνη ισχυρός ο δήμος διά τοιαύτης εξουσίας, και ήδη να είναι επίφοβος, διότι έχουσι παν ό,τι θέλουσι, και εις ουδέν παρά την θέλησίν των βιάζονται, ουδέ πείθονται εις τους υπάτους, αλλ' έχουσιν αναρχίαν, και αναγορεύουσιν ιδίους ηγεμόνας και άρχοντας. Προσέθηκε δε, ότι αν καθήσωσι και ψηφίσωσιν επιδόσεις και διανομάς, καθώς οι μάλλον δημοκρατούμενοι των Ελλήνων, θέλουσι μόνον προς κοινόν όλεθρον υποθάλψει αυτών την απείθειαν· διότι δεν θέλουσιν ειπεί ότι λαμβάνουσιν αυτάς εις αμοιβήν των εκστρατειών ας εγκατέλιπον, και των αποστασιών αυτών δι' ών επρόδοσαν την πατρίδα, και των κατά της βουλής διαβολών άς εδέχθησαν· αλλ' ελπίσαντες ότι ενδίδομεν διά φόβον, και ότι δίδομεν και επιτρέπομεν ταύτα όπως τους κολακεύσωμεν, δεν θέλουσι παύσει βρίζοντες και στασιάζοντες. Ώστε τούτο είναι εντελώς άφρον. Αν δε σωφρονώμεν, θέλομεν αφαιρέσει απ' αυτών την δημαρχίαν, ήτις είναι της υπατείας καταστροφή, και διαίρεσις της πόλεως, μη ούσης πλέον μιας, αλλά λαβούσης τομήν, ήτις ουδέτε πλέον θα μας επιτρέψη να συνεννοηθώμεν, ουδέ να ομοφρονήσωμεν, ουδέ να παύσωμεν νοσούντες και ταραττόμενοι.

ΙΖ. Πολλά δε τοιαύτα λέγων ο Μάρκιος, εξήγειρε μεγάλως υπέρ αυτού ενθουσιώντας τους νέους, και παρ' ολίγον και πάντας τους πλουσίους, οίτινες εβόων ότι η πόλις μόνον εκείνον είχεν άνδρα ακολάκευτον και ανίκητον. Τινές όμως των πρεσβυτέρων αντέλεγον, υποπτεύοντες το αποβησόμενον. Και τω όντι καλόν δεν απέβη· διότι οι δήμαρχοι, παρόντες (168) ως ενόησαν ότι υπερίσχυε του Μαρκίου η γνώμη, έδραμον έξω προς τον όχλον μετά βοής, προοκαλούντες το πλήθος να συνέλθη και βοηθήση αυτούς. Έγινε δ' εκκλησία θορυβώδης, και ως διεδόθησαν εις αυτήν οι λόγοι ούς είπεν ο Μάρκιος, ολίγον έλειψε μετ' οργής ορμών να επιπέση ο δήμος κατά της βουλής· οι δε δήμαρχοι κατηγόρουν τον Μάρκιον και τον εκάλουν ν' απολογηθή. Όταν δ' αυτός υβριστικώς απεδίωξε τους πεμφθέντας υπηρέτας, τότε ήλθον αυτοί μετά των αγορανόμων (169), να τον σύρωσι διά της βίας, και έθηκαν χείρα επί του σώματος αυτού. Συνελθόντες όμως περί αυτόν οι πατρίκιοι, τους μεν δημάρχους απεδίωξαν, τους δ' αγορανόμους ερράβδισαν. Και τότε μεν εσπέρα επελθούσα, διέλυσε την ταραχήν· ως δ' εξημέρωσε, βλέποντες οι ύπατοι εξηγριωμένον τον δήμον, και συντρέχοντα πανταχόθεν εις την αγοράν, εφοβήθησαν διά την πόλιν, και συναθροίσαντες την βουλήν, την παρεκάλουν να σκεφθή ως διά λόγων ηπίων και ευμενών αποφάσεων να πραΰνωσι και ησυχάσωσι το πλήθος· διότι αν ήσαν φρόνιμοι, έπρεπε ν' αναγνωρίσωσιν ότι δεν ήτον πλέον ώρα φιλοτιμίας, ουδ' ανταγωνισμού περί δόξης, αλλά καιρός ακροσφαλής και κατεπείγων, εσκεμμένην και μετριοπαθή πολιτικήν απαιτών. Εις ταύτα υπεχώρησαν οι πλείστοι, και εξελθόντες όσον ηδύναντο, κατεπράυνον τον δήμον ομιλούντες προς αυτόν, τας κατ' αυτών κατηγορίας αναιρούντες μετά πραότητος, και μετρίαν χρήσιν ποιούμενοι της παραινέσεως και της επιπλήξεως ως δε προς την τιμήν και την αγοράν των ωνίων, λέγοντες ότι ουδεμία θέλει υπάρξει φιλονεικία μεταξύ αυτών.

IH. Επειδή δε το πλείστον μέρος του δήμου ενέδιδε, και, σωφρόνως τους λόγους τούτους ακούον, εφαίνετο ότι επείθετο και κατηυνάζετο, ανέστησαν οι δήμαρχοι, και είπον ότι, ως η βουλή φρονίμως σκέπτεται, θέλει και ο δήμος υποχωρήσει εις όσα είναι ορθά· απήτησαν όμως ν' απολογηθή ο Μάρκιος, αν διισχυρίζηται ότι δεν παρώξυνε την βουλήν, ουδέ προσκληθείς υπ' αυτών ηπείθησεν, όπως συνταράξη την πολιτείαν και καταλύση την δημοκρατίαν. Τέλος δ' ότι, κτυπών και υβρίζων τους αγορανόμους εν τη αγορά, δεν ήθελεν, όσον εξ αυτού εξηρτάτο, εμφύλιον να διεγείρη πόλεμον, και ν' αναγκάση τους πολίτας να λάβωσι τα όπλα. Έλεγον δε ταύτα, διότι ήθελον ή να ταπεινώσωσι τον Μάρκιον, αναγκάσαντες αυτόν να μετριάση παρά την φύσιν του το αγέρωχον της φρενός του και να κολακεύση τον δήμον, ή, αν ηκολούθει την φύσιν του, ν' αποβή άσπονδος η κατ' αυτού οργή του λαού, και τούτο μάλλον ήλπιζον, ορθώς τον άνδρα γνωρίζοντες. Τότε ανέστη αυτός ως ίν' απολογηθή, και ο δήμος εσιώπησε και ησύχασε να τον ακούση· όταν όμως προς ανθρώπους περιμένοντας λόγους παρακλητικούς ήρχισεν ου μόνον μετ' επαχθούς να ομιλή παρρησίας, και μετά της παρρησίας πολλήν κατηγορίαν ν' αναμιγνύη, αλλά και διά του τόνου της φωνής αυτού και διά της εκφράσεως του προσώπου του να εμφαίνη αφοβίαν ήτις υπεροψίαν εδείκνυε μάλλον και περιφρόνησιν, και ο δήμος εφαίνετο δυσανασχετών και οργιζόμενος διά τα λεγόμενα, τότε ο θρασύτατος των δημάρχων Σικίννιος, ολίγα τινά διαλεχθείς μετά των συναρχόντων του, προέβη εις το μέσον, και είπεν ότι οι δήμαρχοι κατεδίκασαν τον Μάρκιον εις θάνατον, και διέταξε τους αγορανόμους, αναβιβάσαντες αυτόν εις την άκραν, να τον κρημνίσωσιν ευθύς εις την υπ' αυτήν χαίνουσαν φάραγγα (170). Και οι μεν αγορανόμοι τον συνελάμβανον ήδη· αλλ' εις πολλούς των δημοτών εφαίνετο φρικτόν τούτο και υπεροπτικόν εκ μέρους του δήμου· οι δε πατρίκιοι, εκτός εαυτών, και πλήρεις οργής, ώρμησαν μετά κραυγών να τον βοηθήσωσι, καί τινες μεν διά των χειρών απέκρουον τους συλλαμβάνοντας αυτόν, και τον ενέκλειον εν τω μέσω των, άλλοι δε, τας χείρας εκτείνοντες, παρεκάλουν το πλήθος, επειδή λόγος και φωνή ουδέν κατώρθου εν μέσω τοιαύτης συγχύσεως και τοσούτου θορύβου. Τέλος, συνελθόντες οι φίλοι και οικείοι των δημάρχων, και εννοήσαντες, ότι άνευ φόνου πολλού των πατρικίων δεν εδύναντο ν' αποσπάσωσι και να τιμωρήσωσι τον Μάρκιον, κατέπεισαν αυτούς ν' αφαιρέσωσιν από της τιμωρίας ό,τι είχεν αλλόκοτον και βαρύ, και να μη τον θανατώσωσι διά βίας και άκριτον, αλλά ν' αφήσωσι τον δήμον να ψηφίση περί αυτού. Τότε προελθών ο Σικίννιος, ηρώτα τους πατρικίους· «Τι θέλοντες αφαιρούσι τον Μάρκιον από του δήμου, όστις θέλει να τον τιμωρήση;» Εκείνοι δε πάλιν τον αντηρώτων· «Αλλά τι διανοείσθε, και τι θέλετε σεις, φέροντες ούτως άνευ κρίσεως εις τιμωρίαν ωμήν και παράνομον ένα των αρίστων Ρωμαίων ανδρών;» «Μη λαμβάνετε λοιπόν, είπεν ο Σικίννιος, τούτο ως πρόφασιν έριδος και στάσεως προς τον δήμον· διότι σας δίδει ό,τι ζητείτε, το να κριθή ο άνθρωπος. Σε δε, Μάρκιε, παραγγέλλομεν, να παρουσιασθής εις την τρίτην από της παρούσης του δήμου αγοράν, και να πείσης τους πολίτας αν δεν ήσαι ένοχος, διότι θα σε κρίνωσι διά της ψήφου αυτών.»

ΙΘ. Και τότε μεν ηρκέσθησαν οι πατρίκιοι εις ταύτην την λύσιν, και απήλθον περιχαρείς, έχοντες τον Μάρκιον. Εις δε τον μεταξύ της τρίτης αγοράς χρόνον (αι δ' αγοραί γίνονται παρά τοις Ρωμαίοις δι' εννέα ημερών, ας καλούσι Νουνδίνας), (171)συνέλαβον ελπίδα ν' αποφύγωσιν την κρίσιν, διότι επήλθεν εκστρατεία κατά των Αντιατών (172), και ενόμιζον ότι αν αποβή πολυχρόνιος και μακρά, ο δήμος θέλει είσθαι ημερώτερος επ' αυτής, και ή θέλει χαλαρωθή η οργή του, ή και θέλει όλως αποσβεσθή, όταν είναι επιδεδομένος εις του πολέμου τας ασχολίας. Αλλ' όταν ταχέως συμβιβασθέντες μετά των Αντιατών επέστρεψαν, εγίνοντο συχνά συνεδριάσεις των Πατρικίων, οίτινες εφοβούντο, και εσκέπτοντο πώς να μη δώσωσι τον Μάρκιον, και να μη αφήσωσι τους δημαγωγούς να ταράττωσι πάλιν τον δήμον. Και ο μεν Άππιος Κλαύδιος, όστις κατηγορείτο ως υπέρ πάντας μισόδημος, διεμαρτύρετο, λέγων ότι αυτοί οι ίδιοι θα καταστρέψωσι την βουλήν και θ' αφανίσωσιν εντελώς την πολιτείαν, αν δεχθώσι να γίνη ο δήμος κύριος της ψήφου κατά των πατρικίων. Οι πρεσβύτεροι όμως και δημοτικώτατοι (173) εξ εναντίας διισχυρίζοντο ότι, αν λάβη την εξουσίαν ο δήμος, θέλει γίνει ουχί σκληρός και βαρύς, αλλά πράος μάλιστα και φιλάνθρωπος· διότι δεν κατεφρόνει την βουλήν, αλλ' ενόμιζεν ότι κατεφρονείτο υπ' αυτής, κει η κρίσις θέλει τω φανή ως τιμή και παρηγορία, ώστε άμα λάβη την ψήφον, θέλει απεκδυθή την οργήν.

Κ. Βλέπων λοιπόν o Μάρκιος ότι, εξ ευνοίας μεν προς αυτόν, εκ φόβου δε προς τον δήμον η βουλή ήτον εις απορίαν, ηρώτησε τους δημάρχους τι κατηγορούσιν αυτόν, και περί τίνος τον φέρουσι να κριθή εις τον δήμον. Ως δ' είπον εκείνοι ότι τυραννία είναι το έγκλημά του, και ότι θέλουσι τον αποδείξει διανοούμενον να τυραννήση, αναστάς αμέσως, είπεν ότι o ίδιος θέλει έλθει προς τον δήμον ν' απολογηθή, μη θέλων ν' αποφύγη ουδένα τρόπον κρίσεως ούτε τιμωρίας, αν καταδικασθή. «Αρκεί μόνον, είπε, περί τούτου να με κατηγορήσητε, και να μη ψευσθήτε προς την βουλήν». Ως δ' υπεσχέθησαν, έγινεν επί τοις όροις τούτοις η κρίσις. Ότε δε συνήλθεν ο δήμος, εβίαζον οι δήμαρχοι να γίνη η ψηφοφορία ουχί κατά λόχους, αλλά κατά φυλάς (174), επιρροήν κατά τας ψήφους δίδοντες εις τον άπορον, και πολυπράγμονα, και περί του καλού ολίγον φροντίζοντα όχλον, υπέρ τους ευπόρους, και επισήμους, και εις τας εκστρατείας υποχρεουμένους πολίτας. Έπειτα δε, αφέντες την περί τυραννίδος κατηγορίαν, διότι ήτον αναπόδεικτος, εκείνους πάλιν ανέφερον τους λόγους, ούς πρότερον είπεν ο Μάρκιος εν τη βουλή, εμποδίζων να καταβιβάσωσι της αγοράς τας τιμάς, και ζητών ν' αφαιρεθή η δημαρχία από του δήμου. Νέαν δε κατηγορίαν εξέφερον κατ' αυτού, την περί διανομής των λαφύρων, ά λαβών εκ της χώρας των Αντιατών, δεν έφερεν εις το δημόσιον, αλλά τα διένειμεν εις τους μετ' αυτού συνεκστρατεύσαντας (175). Εκ ταύτης δε της κατηγορίας λέγεται ότι προ πάντων εταράχθη ο Μάρκιος, διότι δεν την περιέμενεν, ουδ' εύρεν εκ του προχείρου λόγους πειστικούς προς τον όχλον, αλλ' επαινέσας τους εκστρατεύσαντας, έτι μάλλον διήγειρε θόρυβον παρά των μη εκστρατευσάντων, οίτινες ήσαν πολυπληθέστεροι. Τέλος δ' εδόθη η ψήφος εις τας φυλάς, και κατ' αυτού εκηρύχθη τριών φυλών πλειονοψηφία (176). Ήτον δ' η ποινή της καταδίκης αειφυγία. Μετά δε την αναγόρευσιν της αποφάσεως ο δήμος απήλθε χαίρων και μεγαλοφρονών όσον ουδέποτε νικήσας εις μάχην τους πολεμίους. Η δε βουλή κατείχετο υπό λύπης και δεινής κατηφείας, μετανοούσα και αγανακτούσα ότι τα πάντα δεν έπραξε και δεν έπαθε πρότερον, πριν ή αφήση τον δήμον να την υβρίση, τοσαύτην εξουσίαν αναλαβών. Προς διάγνωσιν δε τότε δεν απητείτο ούτε ένδυμα ούτε παράσημον άλλο, αλλ' ευθύς προφανές ήτον ότι ο χαίρων ήτον δημότης, ο δε τεθλιμμένος ότι ήτον Πατρίκιος.

ΚΑ. Αλλ' ο Μάρκιος ανέκπληκτος ο ίδιος και αταπείνωτος κατά τε το σχήμα, το βάδισμα και του προσώπου την σύστασιν, εν ώ όλοι οι άλλοι ισχυρώς επαθαίνοντο, αυτός μόνος εφαίνετο ασυμπαθής προς εαυτόν, ουχί υπό φρονήσεως και πραότητος, ουδ' εκ μετριοπαθείας προς το συμβάν, αλλά μάλλον διότι τον κατεκυρίευεν η οργή και η αγανάκτησις. Τούτο δ' αγνοούσιν οι περισσότεροι ότι είναι αληθής λύπη. Διότι το αίσθημα τούτο, όταν αναφλεχθή εις θυμόν, αποβάλλει την ταπεινότητα και αδράνειαν, και δραστήριος φαίνεται ο οργιζόμενος, ως θερμός φαίνεται ο πυρέσσων, καθόσον η ψυχή σφύζει τότε τρόπον τινά, και διατείνεται και ογκούται. Την διάθεσιν ταύτην εδήλωσε διά των έργων του ευθύς τότε ο Μάρκιος· διότι εισελθών εις την οικίαν του, και ασπασθείς την μητέρα και την γυναίκα του, αίτινες μετά βοής ωλοφύροντο, και ειπών εις αυτός να υποφέρωσι το συμβάν μετά μετριότητος, ανεχώρησεν αμέσως και διευθύνθη προς τας πύλας. Εκεί δε πάντες σχεδόν οι πατρίκιοι ομού τον προέπεμπον. Αλλ' ούτε τι λαβών ή τι ζητήσας, ανεχώρησε, τρεις ή τέσσαρας πελάτας έχων περί αυτόν. Ημέρας δ' ολίγας διέτριψεν εις αγρούς τινας μόνος, υπό πολλών αντεφελκόμενος διά λογισμών ούς ο θυμός τω υπέβαλλεν, ουχί καλόν ή συμφέρον τι αφορώντας, αλλά πώς να εκδικηθή τους Ρωμαίους, και πώς να διεγείρη κατ' αυτών βαρύν τον πόλεμον και γειτονικόν. Απεφάσισε λοιπόν ν' αποπειραθή κατ' αρχάς των Ουολούσκων, οίτινες ήξευρεν ότι ήκμαζον και κατά τα σώματα ακόμη και κατά τα χρήματα, και ενόμιζεν ότι αι τελευταίαι των ήτται δεν κατέστρεψαν τοσούτον την δύναμιν αυτών, όσον τοις ενέβαλον οργήν φιλοπόλεμον.