WeRead Powered by ReaderPub
Πλουτάρχου Βίοι Παράλληλοι - Τόμος 3 / Αλκιβιάδης - Κοριολάνος - Τιμολέων - Αιμίλιος Παύλος - Πελοπίδας - Μάρκελλος cover

Πλουτάρχου Βίοι Παράλληλοι - Τόμος 3 / Αλκιβιάδης - Κοριολάνος - Τιμολέων - Αιμίλιος Παύλος - Πελοπίδας - Μάρκελλος

Chapter 8: ΣΥΓΚΡΙΣΙΣ ΑΛΚΙΒΙΑΔΟΥ ΚAI MAPKIOΥ ΓΑΪΟΥ
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

A collection of parallel biographies recounts the births, public careers, campaigns, private habits, and notable incidents of several classical leaders, using anecdote and testimony to render character portraits. Each life mixes chronological narrative with moral and psychological observation, emphasizing how personal virtues and failings shaped political choices and fortunes. Comparative passages set paired figures against one another to illuminate contrasts in temperament, strategy, and civic conduct, while reported speeches and episodes punctuate assessments. The work privileges illustrative episodes and ethical appraisal over exhaustive chronology, inviting readers to draw lessons about leadership, reputation, and the interaction of character and public life.

ΚΒ. Υπήρχε δέ τις ανήρ εκ της πόλεως του Αντίου, όστις διά τε τον πλούτον και την ανδρείαν και του γένους του την λαμπρότητα είχε βασιλικήν επιρροήν μεταξύ των Ουολούσκων· ωνομάζετο δε Τύλλος Αμφίδιος (177). Ήξευρε δ' ο Μάρκιος ότι υπό τούτου εμισείτο υπέρ πάντα άλλον Ρωμαίον, διότι πολλάκις απειλήσαντες και προκαλέσαντες αλλήλους κατά τας μάχας, και κομπάσαντες διότι ήσαν αλλήλων εφάμιλλοι, ως ταύτα φέρουσιν αι φιλοτιμίαι και ζηλοτυπίαι των νέων πολεμιστών, προσέβηκαν εις την κοινήν των εθνών αυτών και ιδιαιτέραν κατ' αλλήλων έχθραν. Ουχ ήττον όμως, βλέπων ότι ο Τύλλος είχε φρονήματος μέγεθος, και προ πάντων ότι επεθύμει να βλάψη τους Ρωμαίους, άμα τω έδιδον λαβήν, εδικαίωσε τον ειπόντα (178)· «Δύσκολον να πολεμή τις τον θυμόν, διότι και την ψυχήν δίδει, διά ν' απολαύση ό,τι επιθυμεί. Λαβών λοιπόν ιμάτιον, και όλην την ενδυμασίαν δι' ής εις όντινα ήθελε τον ιδή, να μη φανή ποίος ήτον, ως ο Οδυσσεύς,

Ήλθεν εις πόλιν ανδρών δυσμενών (179).

ΚΓ. Ήτον δ' εσπέρα, και πολλοί μεν τον απήντων, ουδείς δε τον εγνώριζεν. Εβάδιζε δε προς την οικίαν του Τύλλου, και εισελθών, αίφνης εκάθησεν εις την εστίαν σιωπών (180), και καλύψας την κεφαλήν του, έμεινεν ήσυχος. Οι δ' άνθρωποι της οικίας, θαυμάσαντες, δεν ετόλμησαν μεν να τον ανεγείρωσι, διότι είχεν αξιοπρέπειάν τινα και το σχήμα και η σιωπή αυτού. Είπον δε εις τον Τύλλον, όταν εκάθητο εις το δείπνον, το παράδοξον του πράγματος. Τότε εγερθείς εκείνος, ήλθε προς αυτόν, και τον ανέκρινε, τις ήτον, διατί ήλθε, και τι ήθελεν· ο δε Μάρκιος, αποκαλύψας την κεφαλήν του, και ολίγον καιρόν περιμείνας, «Αν εισέτι δεν με γνωρίζης, ω Τύλλε, είπε τέλος, ή αν βλέπων με δεν πιστεύης τους οφθαλμούς σου, ανάγκη να γίνω εγώ κατήγορος εμαυτού. Ειμί ο Γάιος Μάρκιος, όστις έπραξε μεγάλα κακά κατά των Ουολούσκων, και περιφέρω την επωνυμίαν ήτις δεν επιτρέπει ν' αρνηθώ αυτά, Κοριολάνος καλούμενος. Διότι όλων των κόπων και των κινδύνων μου ουδέν άλλο απήλαυσα έπαθλον, πλην του ονόματος ό φέρω ως παράσημον της προς υμάς έχθρας. Τούτο μοι έμεινεν αναφαίρετον, όλα δε τ' άλλα ομού μοι τα εστέρησεν ο φθόνος και η ύβρις του δήμου και η ανανδρεία και προδοσία των αρχών και των ισοτίμων μου, και φυγάς εδιώχθην, και εκάθησα ικέτης εις την εστίαν σου, ουχί ασφάλειαν και σωτηρίαν ζητών, — διότι προς τι θα ηρχόμην εδώ αν εφοβούμην ν' αποθάνω; — αλλά θέλων να λάβω εκδίκησιν, και εκδικούμενος ήδη κατά των αποβαλόντων με, δι' αυτού τούτου ότι καθιστώ σε κύριον εμαυτού. Αν λοιπόν έχης όρεξιν να επιχειρήσης τι κατά των εχθρών σου, άγε, ω γενναίε, και ωφελήθητι εκ των συμφορών μου, και κατάστησον την ατυχίαν μου κοινόν των Ουολούσκων ευτύχημα· εγώ δε θέλω πολεμήσει υπέρ υμών τόσω επιτυχέστερον παρά καθ' υμών, όσω καλήτερον πολεμούσιν οι γνωρίζοντες τα κατά τους εχθρούς, παρά οι αγνοούντες. Αν όμως απέκαμες πολεμών, ούτ' εγώ θέλω να ζήσω, ούτε σύ καλόν είναι να με σώσης, άνδρα έκπαλαι μεν εχθρόν και πολέμιον, ήδη δ' ανωφελή και άχρηστον.» Ως λοιπόν ήκουσε ταύτα ο Τύλλος, εχάρη θαυμαστώς, και δους την δεξιάν, «Ανάστα, τω είπεν, ω Μάρκιε, και θάρρει. Διότι ήλθες μέγα δίδων αγαθόν εις ημάς, όταν μας δίδης τον εαυτόν σου. Έλπιζε δε μεγαλήτερα παρά των Ουολούσκων.» Και τότε μεν εφιλοξένησε και επεριποιήθη τον Μάρκιον· τας δ' επιούσας ημέρας συνεσκέπτοντο περί του πολέμου.

ΚΛ. Την δε Ρώμην ετάραττε μεν η δυσμένεια των πατρικίων κατά του δήμου, αφορμήν μεταξύ άλλων έχουσα και του Μαρκίου την καταδίκην, πολλά δε ανήγγελλον θαύματα προσοχής άξια και οι μάντεις και οι ιερείς και οι ιδιώται. Έν δε λέγεται ότι τοιούτον τι υπήρξεν. Υπήρχε Τίτος τις Λατίνος, ανήρ ουχί λίαν επίσημος, φιλήσυχος άλλως και μέτριος, και καθαρός δεισιδαιμονίας, έτι δε μάλλον αγυρτίας. Ούτος είδεν όνειρον ότι τω εφάνη ο Ζευς, και τω διέταξε να ειπή προς την σύγκλητον, ότι κακόν και δυσαρεστότατον χορευτήν τω έστειλαν προ της πομπής (181). Έλεγε δε ότι ιδών το όνειρον, δεν εφρόντισε πολύ κατ' αρχάς. Όταν όμως και εκ δευτέρου το είδε και εκ τρίτου, και πάλιν ημέλησε, τότε ότι τω απέθανεν υιός αγαθός, και το σώμα του ιδίου ότι έγινεν αιφνιδίως παράλυτον. Ταύτα δ' είπε κομισθείς φοράδην επί κλίνης εις την σύγκλητον. Άμα δε τα είπεν, ησθάνθη ευθύς, ως λέγουσι, δυνάμεις αναλαμβάνον το σώμα του, και αναστάς απήλθε βαδίζων. Θαυμάσαντες λοιπόν οι βουλευταί, ηρεύνησαν ακριβώς το πράγμα, και ήτον τοιούτον· Παραδούς τις δούλον του εις άλλους δούλους, τους διέταξε να φέρωσιν αυτόν εις την αγοράν μαστιγούντες, και έπειτα να τον φονεύσωσιν. Εν ώ δε ταύτα έπραττον, και ο άνθρωπος βασανιζόμενος, πολλάς και παντοίας εστρέφετο υπό του πόνου στροφάς, και κινήσεις άλλας δυσαρέστους εκινείτο πάσχων δεινώς, επήλθεν η πομπή κατά τύχην· και πολλοί μεν ηγανάκτουν εκ των παρόντων, ούτε θέαμα φαιδρόν βλέποντες, ούτε πρεπούσας κινήσεις· ουδείς όμως επεχείρισε να εμποδίση, αλλά περιωρίσθησαν όλοι εις ύβρεις και εις κατάρας, κατά του ούτω πικρώς τον άνθρωπον τυραννούντος, εν ώ οι τότε μετεχειρίζοντο τους δούλους μετά μεγαλητέρας επιεικείας, διότι και οι ίδιοι ειργάζοντο εις τας οικιακάς υπηρεσίας, και συνέζων μετ' εκείνων, ώστε είχον περισσοτέραν σχέσιν, και ήσαν ημερώτεροι προς αυτούς· και μεγάλη τιμωρία δούλου αμαρτήσαντος ήτον, να λάβη επ' ώμων το ξύλον της αμάξης εφ' ού στηρίζουσι τον ρυμόν, και να περιέλθη ούτω την γειτονίαν· όστις δ' ήθελε πάθει τούτο, και τον έβλεπον οι συγκάτοικοι και οι γείτονες, δεν επιστεύετο πλέον, και εκαλείτο Φούρκιφερ (182)· διότι καλούσι Φούρκαν οι Ρωμαίοι ό,τι οι Έλληνες ονομάζουσιν υποστάτην και στήριγμα.

ΚΕ. Όταν λοιπόν ο Λατίνος τοις διηγήθη το δράμα τούτο, και ηπόρουν τις ήτον ο τότε της πομπής προηγούμενος δυσάρεστος και κακός χορευτής, ανεμνήσθησάν τινες την άτοπον τιμωρίαν του δούλου εκείνου, όν μαστιγούντες εδίωκον διά της αγοράς, και μετά ταύτα τον εθανάτωσαν. Eσυμφώνησαν λοιπόν οι ιερείς, και ο μεν δεσπότης του δούλου ετιμωρήθη, και εις τον Θεόν ετέλεσαν εξ αρχής πάλιν την πομπήν και τα θεάματα. Φαίνεται δ' ο Νουμάς και κατά τα άλλα ότι υπήρξε σοφώτατος των ιερών εξηγητής, και τούτο ότι άριστα ενομοθέτησε προς ευλάβειαν, ότι, όταν οι άρχοντες και οι ιερείς εκτελώσι τι των αφορώντων τα θεία, προβαίνει ο κήρυξ μεγαλοφώνως βοών· «Οκ άγε (183)» Σημαίνει δ' η λέξις· «Τούτο πράττε,» προσκαλούσα να προσέχωσιν εις τα ιερά, και μηδέν έργον να παρεμβάλλωσι, μηδ' ασχολίαν τινα βιωτικήν, καθώς τα πλείστα των ανθρωπίνων γίνονται τρόπον τινά κατ' ανάγκην και διά βίας. Είναι δε συνήθεια παρά τοις Ρωμαίοις να επαναλαμβάνωσι τας ουσίας και τας πομπάς και τα θεάματα ου μόνον διά τοσούτον σπουδαίαν αιτίαν, αλλά και διά μικροτάτας. Αν είς των ίππων οίτινες είλκον τας καλουμένας Θήσσας (184) ήθελε ατονήσει, ή αν ο ηνίοχος ήθελε λάβει τας νίας εις την αριστεράν χείρα, αμέσως εψήφιζον ν' αρχίση η πομπή εκ νέου· και εις τους μεταγενεστέρους χρόνους τριακοντάκις επανέλαβον μίαν θυσίαν, διότι τοις εφαίνετο πάντοτε ότι επήλθε τι κώλυμα, ή ότι προσέκρουσεν είς τι η τελετή. Τοσαύτη ήτον των Ρωμαίων η προς το θείον ευλάβεια.

ΚΣΤ. Ο δε Μάρκιος και ο Τύλλος εις το Άντιον συνωμίλουν κρυφίως μετά των δυνατωτάτων, και τους παρεκίνουν, εν ώ οι Ρωμαίοι διετέλουν στασιάζοντες προς αλλήλους, να κινήσωσι πόλεμον. Και τινές μεν εδίσταζον, διότι είχον διετείς σπονδάς και ανακωχήν μετά των Ρωμαίων· αλλά την πρόφασιν τοις επρομήθευσαν αυτοί οι Ρωμαίοι, ένεκα υποψίας τινός ή διαβολής κηρύξαντες εις τα θεάματα και τους αγώνας ν' αναχωρώσιν οι Ουολούσκοι εκ της πόλεως πριν της δύσεως του ηλίου. Τινές δε λέγουσιν ότι τούτο έγινε δι' απάτης και δόλου του Μαρκίου, πέμψαντος εις την Ρώμην προς τους άρχοντας άνθρωπον να κατηγορήση ψευδώς τους Ουολούσκους, ότι διανοούνται εις τα θεάματα να επιτεθώσι κατά των Ρωμαίων, και να καύσωσι την πόλιν. Το κήρυγμα τούτο τους κατέστησεν όλους δυσμενεστέρους προς τους Ρωμαίους· ο δε Τύλλος έτι μάλλον αυξάνων το πράγμα και παροξύνων αυτούς, τους έπεισε τέλος να πέμψωσιν εις την Ρώμην, και ν' απαιτήσωσι την χώραν και τας πόλεις όσας διά πολέμου αφήρεσαν οι Ρωμαίοι από των Ουολούσκων. Οι δε Ρωμαίοι, ακούσαντες τους πρέσβεις, ηγανάκτησαν, και απεκρίθησαν, ότι πρώτοι μεν θα λάβωσι τα όπλα οι Ουολούσκοι, τελευταίοι όμως θα τα καταθέσωσιν οι Ρωμαίοι. Μετά ταύτα, συναγαγών πάντα τον δήμον εις εκκλησίαν ο Τύλλος, αφ' ού εψήφησαν τον πόλεμον, τοις εσυμβούλευσε να καλέσωσι τον Μάρκιον, μη μνησικακούντες κατ' αυτού, και πιστεύοντες ότι συμμαχών θέλει τους ωφελήσει περισσότερον αφ' ό,τι τους έβλαψεν.

ΚΖ. Επειδή δε, προσκληθείς ο Μάρκιος, και ομιλήσας προς το πλήθος, εφάνη επίσης και διά των λόγων ως και διά των όπλων ανήρ ικανός και πολεμικός, και έξοχος κατά τε το φρόνημα και την τόλμην, ανηγορεύθη μετά του Τύλλου στρατηγός αυτοκράτωρ (185) εις τον πόλεμον. Φοβούμενος δε μη ο αναγκαίος καιρός προς προπαρασκευήν των Ουολούσκων γίνη πολύς, και αφαιρέση την ευκαιρίαν της πράξεως, τα μεν άλλα διέταξε να συνάξωσι και χορηγήσωσιν οι κατά την πόλιν δυνατοί και οι άρχοντες· αυτός δε τους προθυμοτάτους άνευ καταλόγου πείσας να ταχθώσιν υπ' αυτόν εκουσίως, εισώρμησεν εις την χώραν των Ρωμαίων αιφνιδίως, και όταν ουδείς τον επρόσμενεν· όθεν τοσαύτα ήρπασε λάφυρα, ώστε απηύδησαν άγοντες και φέροντες αυτά οι Ουολούσκοι, και μεταχειριζόμενοι αυτά εις το στρατόπεδον. Ήτον δ' η τοσαύτη ευπορία, και το ότι έβλαψε και κατέστρεψε την χώραν, το μικρότατον δι' αυτόν ωφέλημα εκ της εκστρατείας εκείνης. Ο δε σκοπός δι' όν έπραττε ταύτα, ο μέγας, ήτον ότι καθίστα τους πατρικίους έτι μισητοτέρους προς τον δήμον· διότι, εν ώ εκακοποίει και διέφθειρε τ' άλλα πάντα, εκείνων τους αγρούς εφύλαττεν ισχυρώς, και δεν άφηνε να τους εγγίσωσιν, ούτε να λάβωσι τίποτε εξ αυτών. Όθεν έτι μάλλον ύποπτοι εγένοντο προς αλλήλους, και εταράττοντο, οι μεν πατρίκιοι κατηγορούντες το πλήθος, ότι εξεδίωξεν αδίκως άνδρα δυνατόν, ο δε δήμος αιτιώμενος εκείνους ότι εκ μνησικακίας αυτοί φέρουσι τον Μάρκιον, και ότι εν ώ πoλεμούνται οι άλλοι, αυτοί κάθηνται θεαταί, φύλακα του πλούτου και των κτημάτων των έχοντες έξω αυτόν τον πόλεμον. Ταύτα κατορθώσας ο Μάρκιος, και μεγάλως βοηθήσας τους Ουολούσκους εις το να λάβωσι θάρρος και να καταφρονώσι τους εχθρούς, επέστρεψεν ασφαλώς.

ΚΗ. Ως δε συνηθροίσθη ταχέως και προθύμως όλη η δύναμις, και εφάνη πολλή, απεφάσισαν μέρος μεν αυτής ν' αφήσωσιν εις τας πόλεις προς ασφάλειαν, μετά του λοιπού δε μέρους να εκστρατεύσωσι κατά των Ρωμαίων. Αφήκαν δ' ο Μάρκιος να εκλέξη οίαν ήθελεν εκ των δύω στρατηγιών. Αλλ' ο Τύλλος, ειπών ότι κατά μεν την ανδρείαν δεν βλέπει κατώτερόν του τον Μάρκιον, τον βλέπει όμως να έχη τύχην καλητέραν εις όλας τας μάχας, προσεκάλεσεν αυτόν ν' αναλάβη την ηγεμονίαν των εκστρατευόντων· αυτός δ' είπεν ότι μένων οπίσω, θα φυλάξη τας πόλεις, και διά τους εκστρατεύοντας θέλει φροντίζει τα πρόσφορα. Έτι μάλλον λοιπόν ενθαρρυνθείς ο Μάρκιος, επροχώρησε πρώτον προς το Κίρκαιον, πόλιν άποικον των Ρωμαίων (186) και επειδή αύτη παρεδόθη εκουσίως, ουδόλως την έβλαψε. Μετά δε ταύτα ελεηλάτει των Λατίνων την χώραν, πιστεύων ότι ενταύθα θα ήρχοντο να πολεμήσωσι προς αυτόν οι Ρωμαίοι υπέρ των Λατίνων, οίτινες ήσαν σύμμαχοι αυτών, και πολλάκις τους επεκαλούντο. Επειδή δε το πλήθος εφάνη πρόθυμον, και οι ύπατοι, ολίγον έτι έχοντες της αρχής χρόνον, δεν ήθελον να κινδυνεύωσιν επ' αυτού, και επομένως απέπεμψαν τους Λατίνους, ο Μάρκιος προέβη κατ' αυτών των πόλεων, και κυριεύσας κατά κράτος τους Τολερίνους και τους Λαουικάνους και τους Πεδάνους, προσέτι δε τους Βωλάνους, διότι αντεστάθησαν εις αυτόν, και τους ανθρώπους αιχμαλώτισε και τα χρήματα αυτών διήρπασε. Των δε παραδιδομένων ελάμβανε μεγίστην επιμέλειαν, όπως ουδέ παρά την θέλησιν αυτού βλάπτωνται, και διά τούτο εστρατοπέδευεν απώτατα απ' αυτών, και απέφευγε την χώραν των εντελώς.

ΚΘ. Όταν δε, κυριεύσας τας Βόλλας, πόλιν μη απέχουσαν υπέρ τους εκατόν σταδίους (187) της Ρώμης, πολλά μεν ελαφυραγώγησε πράγματα, σχεδόν δ' όλους εφόνευσε τους ενήλικας, και οι Ουολούσκοι, ουδ' όσοι διωρίσθησαν να μένωσιν εις τας πόλεις, συγκατένευον εις τούτο, αλλ' όλοι ένοπλοι συνέρρεον περί τον Μάρκιον, λέγοντες ότι εκείνον μόνον ηξεύρουσιν άρχοντά των, τότε μέγα εφημίσθη το όνομά του καθ' όλην την Ιταλίαν, και θαυμαστή ήτον της αρετής αυτού η υπόληψις, διότι ενός μόνου ατόμου μετάθεσις κατώρθωσε στροφήν των πραγμάτων τοσούτον παράδοξον. Των δε Ρωμαίων αι υποθέσεις ήσαν εις δεινήν κατάστασιν, διότι είχον μεν απελπισθή από του πολέμου, κατέτριβον δε τας ημέρας των εις συνωμοσίας και στασιαστικούς λόγους προς αλλήλους, έως ότου ανηγγέλθη ότι οι εχθροί πολιορκητικόν τείχος ωκοδόμουν περί το Λαουίνιον, όπου και θεών πατρώων των Ρωμαίων έκειντο ιερά, και ήτον η του γένους αυτών αρχή, διότι πρώτην εκείνην την πόλιν έχτισεν ο Αινείας. Έκτοτε δε διά μιας θαυμαστώς μετεβλήθη η γνώμη του δήμου, παραδόξως δε και απροσδοκήτως μετετράπη και η των πατρικίων και ο μεν δήμος επροθυμήθη ν' ακυρώση του Μαρκίου την καταδίκην, και να προσκαλέση αυτόν εις την πόλιν, η δε βουλή συναχθείσα, και σκεφθείσα περί του βουλεύματος, απέρριψεν αυτό, και εμπόδισε την εκτέλεσίν του, είτε διότι φιλονείκως ηναντιούτο εις όλα όσα ο δήμος εζήτει, είτε άλλως μη θέλουσα να επιστρέψη αυτός διά χάριτος του λαού, είτε και κατ' αυτού εκείνου ήδη οργιζομένη, διότι αυτός όλους εκακοποίει, εν ώ όλοι δεν εδείχθησαν αγνώμονες προς αυτόν, και εφάνη εχθρός της πατρίδος του, εν ώ ήξευρεν ότι το κυριώτατον και άριστον μέρος αυτής έτρεφε προς αυτόν συμπαθείας, και ηδικείτο ομού μετ' αυτού. Ως δ' η απόφασις αύτη εκοινοποιήθη προς τον λαόν, ο μεν δήμος δεν είχε δικαίωμα να ψηφίση τι νομίμως άνευ προδουλεύματος.

Λ. Ο δε Μάρκιος, ακούσας ταύτα, έτι μάλλον ετραχύνθη, και αφείς την πολιορκίαν, εβάδιζε μετ' οργής κατά της πόλεως, και εστρατοπέδευσε περί τας λεγομένας Κλοιλίας τάφρους, τεσσαράκοντα μόνον σταδίους απέχων της πόλεως. Εφάνη δε φοβερός, και πολύν εξήγειρε θόρυβον, αλλά και προς το παρόν έπαυσε την διχογνωμίαν· διότι κανείς, ούτε άρχων, ούτε βουλευτής ετόλμησε πλέον ν' αντειπή εις το πλήθος ότι δεν πρέπει να φέρωσιν οπίσω τον Μάρκιον· αλλά βλέποντες τας γυναίκας να τρέχωσιν άνω και κάτω της πόλεως, και προσευχάς και δάκρυα και δεήσεις των γερόντων εις τα ιερά, και πανταχού έλλειψιν τόλμης και λογισμών σωτηρίων, ωμολόγησαν ότι ορθώς ο δήμος επεχείρησε συνδιάλλαξιν μετά του Μαρκίου, η δε βουλή ότι εντελώς έσφαλεν όταν έδειξεν οργήν και μνησικακίαν, εν ώ καλόν ήτον να παύση μάλλον αυτήν. Απεφάσισαν λοιπόν όλοι να πέμψωσι πρέσβεις προς τον Μάρκιον, και να τω προτείνωσι να επανέλθη εις την πατρίδα του, να τον παρακαλέσωσι δε συγχρόνως να παύση τον πόλεμον. Οι δε πεμφθέντες βουλευταί ήσαν σχετικοί του Μαρκίου, και ήλπιζον πολλήν φιλοφροσύνην κατά τας πρώτας αυτών συνεντεύξεις μετ' ανδρός οικείου και φίλου. Δεν συνέβη όμως ούτως, αλλά, διά του στρατοπέδου των εχθρών οδηγηθέντες, εύρον αυτόν καθήμενον μετ' όγκου και υπεροψίας ανυποφόρου. Έχων δε τους πρώτους των Ουολούσκων περί εαυτόν, διέταξε τους πρέσβεις να ειπώσι τι θέλουσιν. Ως δ' είπον αυτοί μετά του πρέποντος ήθους λόγους επιεικείς και φιλόφρονας, και έπειτα εσιώπησαν, αυτός απεκρίθη μέρος μεν πικρώς υπέρ εαυτού, και μετ' οργής δι' όσα έπαθε, μέρος δ' υπέρ των Ουολούσκων, ως στρατηγός, προσκαλών ν' αποδώσωσι τας πόλεις και την χώραν όσην διά του πολέμου απέκοψαν, και να δώσωσιν εις τους Οδολούσκους ισοπολιτείαν οποίαν είχον και οι Λατίνοι· διότι άλλη ασφαλής κατάλυσις του πολέμου δεν υπήρχε, παρά η επί τη βάσει ισότητος και δικαιοσύνης. Τοις έδωκε δε τριάκοντα ημέρας καιρόν να σκεφθώσι. Και άμα αναχώρησαν οι πρέσβεις, ευθύς απεσύρθη και αυτός εκ της Ρωμαϊκής χώρας.

ΛΑ. Ταύτην έλαβον ως πρώτην αιτίαν δυσαρεσκείας κατ' αυτού όσοι των Ουολούσκων προ πολλού βαρείαν ησθάνοντο και εφθόνουν αυτού την δύναμιν. Είς τούτων ην και ο Τύλλος, ιδίως μεν κατ' ουδέν αδικηθείς υπό του Μαρκίου, αλλ' εις πάθος υποπεσών τοις ανθρώποις κοινόν. Διότι ελυπείτο βλέπων ότι η δόξα του εντελώς ημαυρούτο, και ότι παρεβλέπετο υπό των Ουολούσκων, φρονούντων ότι ο Μάρκιος ήτον το παν δι' αυτούς, απαιτούντων δε ν' αρκώνται οι άλλοι εις μόνον το μέρος της αρχής και της δυνάμεως όσον ήθελε τοις δώσει εκείνος. Εκ τούτου διεσπείροντο κρυφίως αι πρώται κατηγορίαι, και συνερχόμενοι μεταξύ των ηγανάκτουν, και την αναχώρησίν του ωνόμαζον προδοσίαν, διότι αν δεν έδωκεν όπλα και τείχη, έδωκεν όμως καιρόν, εφ' ού τα λοιπά δύνανται και να σώζωνται και πάλιν να καταστρέφωνται, έδωκε τριάκοντα ημέρας εις τον πόλεμον, εν ώ δεν υπάρχει τι ως αυτόν μεγαλητέρας μεταβολάς εις μικρότερον λαμβάνον καιρόν. Ο Μάρκιος όμως δεν αφήκε το διάστημα τούτο του χρόνου να παρέλθη ματαίως, αλλά, περιερχόμενος, έφθειρε και κατέστρεφε τους συμμάχους των πολεμίων, και εκυρίευσεν επτά πόλεις μεγάλας και πολυανθρώπους. Οι δε Ρωμαίοι δεν ετόλμων μεν να βοηθήσωσιν αυτούς, αλλ' αι ψυχαί των ήσαν καταβεβλημέναι, και ομοίως διέκειντο προς τον πόλεμον και τα υπό νάρκης ήδη καταληφθέντα και παραλελυμένα σώματα αυτών. Αφ' ού δ' ο καιρός παρήλθε, και ο Μάρκιος επέστρεψεν εκ νέου μεθ' όλης της δυνάμεως, έπεμψαν πάλιν πρεσβείαν να παρακαλέση τον Μάρκιον να μετριάση την οργήν του, και μακρύνας τους Ουολούσκους εκ της χώρας, να πράξη και προτείνη ό,τι νομίζει συμφέρον εις αμφοτέρους· διότι εκ φόβου μεν ουδόλως θα ενέδιδον οι Ρωμαίοι· αν όμως νομίζη ότι πρέπει να τύχωσιν ευγενούς τινος υποχωρήσεως οι Ουολούσκοι, ότι όλα δύνανται να εγκριθώσιν υπέρ αυτών, αφ' ού καταθέσωσι τα όπλα. Προς ταύτα δ' ο Μάρκιος είπεν, ότι ως στρατηγός μεν των Ουολούσκων ουδέν αποκρίνεται, ως συμπολίτης δε των Ρωμαίων ότι τους συμβουλεύει και τους παρακαλεί, μετριοφρονέστερον περί του δικαίου σκεφθέντες, να επιστρέψωσι προς αυτόν μετά τρεις ημέρας, φέροντες το ζητούμενον ψήφισμα· αν δ' άλλως αποφασίσωσι, να ηξεύρωσιν ότι δεν θέλουσιν έχει άδειαν να επανέλθωσι φέροντες κενούς λόγου εις το στρατόπεδον.

ΛΒ. Όταν δ' επέστρεψαν εις την Ρώμην οι πρέσβεις, και ταύτα ήκουσεν η βουλή, ως αν είχεν η πόλις εμπέσει εις χειμώνα και τρικυμίαν, ανέσυρε και έρριψε την ιεράν άγκυραν (188), ψηφίσασα, όσοι ήσαν ιερείς θεών, ή μυστικών οργίων εκτελεσταί, ή των οιωνών την μαντικήν μετερχόμενοι τέχνην, ήτις ήτον παλαιόθεν πατροπαράδοτος παρά τοις Ρωμαίοις, όλοι ούτοι ν' απέλθωσι προς τον Μάρκιον, φέροντες τας στολάς, άς δι' εκάστον προσδιώριζεν ο νόμος κατά τας ιερουργίας, και να προτείνωσι και παρακαλέσωσιν αυτόν να παύση τον πόλεμον πρότερον, και μετά ταύτα να συνδιαλεχθή μετά των πολιτών περί των Ουολούσκων. Και εδέχθη μεν τους άνδρες εις το στρατόπεδον, ουδ' υπεχώρησεν όμως, ουδ' έπραξεν, ουδ' είπε τι μαλακώτερον, αλλά τους προσεκάλεσεν ή να κλείσωσι την ειρήνην επί τοις όροις ούς τοις είπε και πρότερον, ή να δεχθώσι τον πόλεμον. Αφ' ού λοιπόν επέστρεψαν οι ιερείς, απεφασίσθη να μένωσιν ακίνητοι εις την πόλιν, και να φυλάττωσι τα τείχη, αποκρούοντες τους εχθρούς όταν τους προσβάλλωσι, και πάσαν των την ελπίδα στηρίζοντες μάλλον εις τον καιρόν και εις τας απροσδοκήτους της τύχης φοράς, διότι ήξευρον ότι εξ ιδίων ουδέν έπραττον προς σωτηρίαν των, αλλά την πόλιν κατείχε ταραχή, και φόβος, και φήμαι κακαί, μέχρις ού συνέβη πράγμα τι όμοιον προς το πολλάκις υπό του Ομήρου λεγόμενον, μη πείθον όμως πολύ τους ανθρώπους. Όταν εκείνος εις τας μεγάλας και απροσδοκήτους πράξεις λέγη και αναφωνή·

«Τω το ενέβαλε δε η Θεά Αθηνά εις τας φρένας·» (189)
«Έτρεψε δε τις αθάνατος τούτων τας φρένας, την φήμην
θεις εις του δήμου τον νουν· (190)

και το

«Ταύτα ενόμισεν, ή τω διέταξε ταύτα Θεός τις.» (191).

καταφρονούσι ταύτα πολλοί, διισχυριζόμενοι ότι διά πραγμάτων αδυνάτων και δι' απιστεύτων μυθευμάτων, καθιστά απίστευτον την λελογισμένην και ελευθέραν εκάστου προαίρεσιν. Αλλά δεν πράττει τούτο ο Όμηρος· εξ εναντίας τα πιθανά και συνήθη και λογικώς περαιούμενα αποδίδει εις την ημετέραν ενέργειαν, ώστε και λέγει πολλάκις·

«Τότε εσκέφθην εγώ εντός της μεγάλης ψυχής μου» (192).

και

«Είπε, κ' εθλίβη πικρώς ο Πηλείδης, διπλώς δ' η ψυχή του
εις λογισμούς εκυμάτει εντός του λασίου του στήθους» (193)

και πάλιν

        «Δεν έπεισεν όμως
τον αγαθόν εις τας σκέψεις, τον έμφρονα Βελλεροφόντην .» (194)

Εις δε τας εκτάκτους και παραδόξους πράξεις, όσαι ανάγκην έχουσιν ενθουσιώδους τινός ορμής και θάρρους, παρεισάγει τον Θεόν ουχί ως αφαιρούντα την ελευθέραν θέλησιν, αλλ' ως κινούντα αυτήν, ούτε εμποιούντα τας ορμάς, αλλά μόνον τας φαντασίας υφ' ών αι ορμαί διεγείρονται· και διά τούτων δεν παριστά την πράξιν ακούσιον, αλλά δίδει την αρχήν της εκουσίου ενεργείας, προσθέτων θάρρος εις αυτήν και ελπίδα. Διότι ή πρέπει να θεωρήσωμεν τα θεία ως ξένα πάσης αρχής και αιτίας των καθ' ημάς συμβαινόντων, ή τις άλλος υπάρχει τρόπος δι' ού να βοηθώσι τους ανθρώπους και να συνεργώσιν υπέρ αυτών; Τούτο δεν κατορθούσι βεβαίως πλάττοντες το σώμα ημών, ουδέ μεταστρέφοντες οι ίδιοι εις ό,τι χρειάζεται τας χείρας ημών και τους πόδας, αλλά διά τινων αρχών και φαντασιών και επινοιών διεγείροντες της ψυχής ημών τας πρακτικάς ή προαιρετικάς δυνάμεις, ή εκ του εναντίου αποτρέποντες αυτάς και συνέχοντες.

ΛΓ. Εν Ρώμη δε τότε και αι γυναίκες, άλλαι μεν εις άλλα ιερά, αι δε πλείσται, και επισημόταται προσέφευγον ικετεύουσαι εις τον βωμόν του Καπιτωλίου Διός. Μεταξύ δ' αυτών ήτον και η Ουαλερία, αδελφή του Ποπλικόλα, του πολλά και μεγάλα και εν πολέμοις και εν τη πολιτεία ωφελήσαντος τους Ρωμαίους. Και ο μεν Ποπλικόλας είχεν αποθάνει πριν, ως διηγήθημεν εις εκείνου τον βίον· η δε Ουαλερία ήτον ένδοξος εις την πόλιν και τιμωμένη, διότι εφαίνετο ότι διά του βίου της δεν κατήσχυνε το γένος αυτής. Αύτη, παθούσα εξαίφνης το πάθος ό λέγω, και κατ' επίνοιαν, εις ήν βεβαίως δεν ήτον ξένη η θεία έμπνευσις, το συμφέρον κατανοήσασα, ηγέρθη η ιδία, και εγείρασα και όλας τας άλλας, ήλθεν εις την οικίαν της μητρός του Μαρκίου Ουολουμνίας. Ως δ' εισήλθε, και εύρεν αυτήν καθημένην μετά της νύμφης της, και εις τα γόνατά της έχουσαν τα παιδία του Μαρκίου, στήσασα τας γυναίκας κύκλω πέριξ αυτής, «Ημείς, είπεν, ω Ουολουμνία, και συ ω Ουεργιλία (195), ερχόμεθα γυναίκες προς γυναίκας, ούτε κατά ψήφισμα της βουλής, ούτε κατά διαταγήν άρχοντος. Αλλ' ο θεός οικτείρας, ως φαίνεται, τας ικεσίας ημών, μας εκίνησε να διευθυνθώμεν εδώ προς σας, και να ζητήσωμεν παρ' υμών ό,τι εις ημάς μεν και τους άλλους πολίτας θέλει γίνει αίτιον σωτηρίας, εις σας δε, αν πεισθήτε, θέλει φέρει δόξαν λαμπροτέραν εκείνης, ής απήλαυσαν των Σαβίνων αι θυγατέρες, όταν εις φιλίαν και ειρήνην συνήνωσαν τους πολεμούντας πατέρας και άνδρας των (196). Έλθετε, πορευθήτε μεθ' ημών προς τον Μάρκιον, και ενώσατε τας δεήσεις υμών μετά των ημετέρων, και μαρτυρήσατε υπέρ της πατρίδος σας μαρτυρίαν αληθή και δικαίαν, ότι καί τοι πολλά βλαπτομένη, ουδέν κακόν έπραξεν ή εσκέφθη καθ' υμών οργιζομένη, αλλά σας αποδίδει εις εκείνον, και αν ουδεμίαν επιεική παραχώρησιν μέλλη παρ' αυτού ν' απολαύση.» Ταύτα είπεν η Ουαλερία, ανεβόησαν δ' αι άλλαι γυναίκες, και η Ουολουμνία απήντησε· «Και των κοινών συμφορών, ω γυναίκες, εξ ίσου μετέχομεν, και ιδίως κακώς διακείμεθα, απολέσασαι του Μαρκίου την δόξαν και αρετήν, και βλέπουσαι ως και το σώμα αυτού φρουρούμενον μάλλον παρά σωζόμενον υπό των εχθρικών όπλων. Το μέγιστον δε δι' ημάς των δυστυχημάτων είναι, αν η πατρίς ημών ούτως εξησθένησεν, ώστε εις ημάς να στηρίζη τας ελπίδας της· διότι δεν ηξεύρω αν θέλη φροντίσει δι' ημάς εκείνος, αφ' ού δεν φροντίζει διά την πατρίδα του, ήν πάντοτε προετίμησε και μητρός και γυναικός και παιδίων. Ουχ ήττον όμως λάβετε και φέρετε ημάς προς εκείνον, διότι αν όχι άλλο, δυνάμεθα την τελευταίαν πνοήν ημών να εκπνεύσωμεν εν ικεσίαις υπέρ της πατρίδος.»

ΛΑ. Και τότε αναστήσασα τα παιδία και την Ουεργιλίαν, μετά των άλλων γυναικών επορεύθη προς το στρατόπεδον των Ουολούσκων· η δ' όψις αυτών ενέπνευσε και εις τους εχθρούς οίκτον, αιδώ και σιωπήν. Έτυχε δ' ο Μάρκιος να κάθηται τότε επί του βήματος μετά των ανωτέρων αξιωματικών, και ως είδε προερχομένας τας γυναίκας, εθαύμασεν· όταν δ' εγνώρισε την μητέρα του, ήτις εβάδιζε πρώτη, ήθελε να εμμείνη εις τους μεν αμετατρέπτους και ακάμπτους του διαλογισμούς, αλλά νικηθείς υπό του πάθους και συνταραχθείς υπό του θεάματος, δεν υπέμεινε να πλησιάση εν ώ αυτός εκάθητο, και καταβάς μετά βίας, την προϋπάντησε, και ησπάσθη πρώτον και επί μακρόν χρόνον την μητέρα του, έπειτα την γυναίκα και τα παιδία του, ούτε δακρύων ούτε φιλοφροσύνης πλέον φειδόμενος, αλλ' εις του πάθους το ρεύμα όλον εαυτόν παραδούς.

ΛΕ. Κορεσθείς δε τούτων, όταν ενόησεν ότι η μήτηρ του ήθελε ν' αρχήση να ομιλή, περιστοιχισθείς υπό των προβούλων των Ουολούσκων, ήκουσε την Ουολουμνίαν ταύτα λέγουσαν· «Βλέπεις, ω υιέ μου, και χωρίς ημείς να σοι το ειπώμεν, και εννοείς εκ των ενδυμάτων και εκ της μορφής των αθλίων σωμάτων ημών, εις ποίαν οικουρίαν μας κατεδίκασεν η φυγή σου. Σκέφθητι τώρα πόσον είμεθα πασών των γυναικών ατυχέσταται ημείς αι ενταύθα ελθούσαι, δι' άς η τύχη μετέβαλε το γλυκύτατον των θεαμάτων εις φοβερώτατον, διότι εγώ μεν βλέπω τον υιόν μου, αυτή δε τον άνδρα της εχθρικώς απειλούντα της πατρίδος τα τείχη. Ό,τι δ' εις τους άλλους είναι παρηγορία πάσης δυστυχίας και κακοπραγίας, το να προσεύχωνται εις τους θεούς, και τούτο κατήντησε δυσχερέστατον δι' ημάς· διότι δεν δυνάμεθα να ζητώμεν νίκην συγχρόνως διά την πατρίδα και σωτηρίαν διά σε παρά των Θεών· αλλ' ό,τι ήθελε καταρασθή τις των εχθρών εναντίον ημών, ταύτα περιέχουσιν αι ημέτεραι ευχαί. Διότι ανάγκη η γυνή και τα τέκνα σου να στερηθώσιν ή σου ή της πατρίδος των. Εγώ δε δεν θα περιμείνω να κρίνη ο πόλεμος εν ώ ζω την τύχην μου κατά τούτο. Αλλ' αν δεν σε πείσω αντί έριδος και κακών να φέρης ομόνοιαν και φιλίαν, και να γίνης αμφοτέρων ευεργέτης μάλλον παρά του ενός μέρους καταστροφεύς, ήξευρε και έσω προειδοποιημένος, ότι δεν θα επέλθης κατά της πατρίδος σου, πριν πατήσης νεκρόν της μητρός σου το σώμα· διότι δεν πρέπει να περιμείνω την ημέραν καθ' ήν θέλω ιδή ή τους πολίτας θριαμβεύοντας κατά του υιού μου, ή τον υιόν μου θριαμβεύοντα κατά της πατρίδος του. Και αν μεν σοι ζητώ να σώσης την πατρίδα σου καταστρέφων τους Ουολούσκους, τότε βεβαίως, υιέ μου, δύσκολος σοι προτείνεται και δυσδιάλυτος σκέψις· διότι ούτε τους πολίτας ν' αφανίσης είναι καλόν, ούτε τους εις σε εμπιστευθέντας είναι δίκαιον να προδώσης. Τώρα δε ζητούμεν απαλλαγήν των κακών, σωτήριον μεν εις αμφοτέρους επίσης, ένδοξον δε μάλλον και καλήν εις τους Ουολούσκους, διότι, όντες ισχυρότεροι, θέλουσι φανή ότι αυτοί δίδουσιν, εν ώ τα λαμβάνουσι, τα μέγιστα των αγαθών, την ειρήνην και την φιλίαν. Τούτων, αν γίνωσι, συ θέλεις είσθαι προ πάντων αίτιος, αν δε δεν γίνωσι, συ θέλεις έχει μόνος την μομφήν παρ' αμφοτέρων. Εν ώ δε ο πόλεμος είναι άδηλος πάντοτε, τούτο όμως έχει το πρόδηλον, ότι εις σε άλλο δεν μένει, παρ' αν νικήσης, να ήσαι ο κακός της πατρίδος σου δαίμων, αν νικηθής, να φανής ότι διά της οργής σου έγινες εις άνδρας φίλους και ευεργέτας αίτιος των μεγίστων συμφορών.»

ΛΣΤ. Εν ώ δε ταύτα έλεγεν η Ουολουμνία, ο Μάρκιος ηκροάτο ουδέν αποκρινόμενος. Επειδή δε και αφ' ού εσιώπησεν αύτη, έμεινεν έτι σιωπών επί χρόνον πολύν, πάλιν η Ουολουμνία «Τι σιγάς, ω υιέ μου; τω είπε. Τι; καλόν είναι να παραδίδηταί τις εντελώς εις την οργήν και την μνησικακίαν; και δεν είναι καλόν να κάμνη τινά χάριν εις την μητέρα όταν περί τοιούτων παρακαλή. Ή αρμόζει εις μέγαν άνδρα να ενθυμήται ότι εκακοποιήθη, το δε να σέβηται και τιμά τους γονείς του διά τας ευεργεσίας δι' ών τα παιδία υπ' αυτών ευεργετούνται, δεν είναι ίδιον ανδρός μεγάλου και αγαθού; Αλλ' εις ουδένα μάλλον ήρμοζε ν' αποδώση χάριν, ως εις σε, όστις ούτω πικρώς ενεργείς την αχαριστίαν. Άλλως τε κατά μεν της πατρίδος μεγάλως ήδη εξεδικήθης, εις δε την μητέρα σου ουδεμίαν χάριν απέδωκας. Και οσιώτατον μεν θα ήτον, και χωρίς τινος ανάγκης, όταν ούτω σε παρακαλώ, να τύχω παρά σου των καλών και δικαίων. Αλλ' αν συ δεν πείθησαι, διατί να μη προσφύγω και εις την εσχάτην ελπίδα;» Και ταύτα ειπούσα, προσπίπτει εις τους πόδας αυτού, ομού μετά της γυναικός και των τέκνων του. Ο δε Μάρκιος, «Τι μ' έκαμες, ω μήτερ» αναβοήσας, την ανήγειρε, και σφοδρώς πιέσας την δεξιάν της, «Ενίκησας, είπε, νίκην ευτυχή μεν διά την πατρίδα, εις εμέ δ' ολεθρίαν, και απέρχομαι νικηθείς υπό σου μόνης.» Ως δ' είπε ταύτα, ολίγα συνομιλήσας ιδίως μετά της μητρός και της γυναικός του, αυτάς μεν απέπεμψεν οπίσω εις Ρώμην, ως τον παρεκάλεσαν· άμα δε παρήλθεν η νυξ, απήγαγε τους Ουολούσκους, οίτινες διέκειντο ουχί κατά τον ίδιον τρόπον πάντες, ουδ' ομοίως, αλλ' οι μεν αυτών εμέμφοντο και τον άνθρωπον και την πράξιν του, οι δε ούτε τούτον ουδ' εκείνον, διότι επεθύμουν την φιλίωσιν και την ειρήνην. Τινές δε, δυσαρεστούμενοι προς τα γινόμενα, εθεώρουν όμως τον Μάρκιον ουχί ως άνθρωπον πονηρόν, αλλά συγγνώμης άξιον, διότι εις τοιαύτην πίεσιν μόνον ενέδωκεν. Ουδείς δ' αντέστη, αλλ' όλοι τον ηκολούθησαν, την αρετήν μάλλον παρά εις την εξουσίαν αυτού σεβόμενοι.

ΛΖ. Το δε μέγεθος του φόβου και του κινδύνου των Ρωμαίων ως εκ του πολέμου, απεδείχθη μάλιστα όταν κατελύθη ο πόλεμος. Διότι ως οι τα τείχη φυλάττοντες είδον εκείθεν τους Ουολούσκους αναχωρούντας, ανεώχθησαν ευθύς πάντα τα ιερά, και πάντες εφόρεσαν στεφάνους, ως αν είχον νικήσει, και ετέλουν θυσίας. Μάλιστα δ' η προς τας γυναίκας αγάπη και τιμή της τε βουλής και του πλήθους άπαντος εδήλωσε την χαράν της πόλεως, και όλοι εν πάση πεποιθήσει έλεγον και εφρόνουν ότι εκείναι έγινον της κοινής σωτηρίας αίτιαι. Και η μεν βουλή εψήφισεν, παν ό,τι αύται ήθελον ζητήσει προς δόξαν ή προς χάριν, να το πράξωσι και το χορηγήσωσιν αυταίς οι άρχοντες· αλλ' αύται ουδέν άλλο εζήτησαν, εκτός του να οικοδομηθή ιερόν της Γυναικείας τύχης, και το μεν ανάλωμα να καταβάλωσιν εξ εαυτών διά συνεισφοράς, τας δ' ιερουργίας και τας τιμάς όσαι ανήκουσιν εις τους Θεούς ν' αναλάβη δημοσίως η πόλις. Η βουλή επήνεσε τότε την φιλοτιμίαν αυτών, και διά δημοσίας δαπάνης ίδρυσε τον ναόν και το άγαλμα (197)· αύται όμως ουχ ήττον συνεισέφερον, και κατασκεύασαν δεύτερον άγαλμα. Περί αυτού δε λέγουσιν οι Ρωμαίοι ότι, όταν το έστηνον εντός του ναού, ωμίλησε και είπε τοιαύτα τινά·

«Μ' εδόσατε, γυναίκες, κατά θεσμόν θεοφιλή.»
 
ΛΗ. Μυθολογούσι δε μάλιστα ότι δις ηκούσθη η φωνή αυτή, πείθοντες ημάς περί πραγμάτων άτινα φαίνονται ως ποτέ να μη έγιναν, και περί ών είναι δύσκολον να πεισθώμεν. Αδύνατον δεν είναι τω όντι να φανώσιν αγάλματα ιδρούντα, δακρύοντα, ή υγρασίαν τινά σταλάζοντα αιματώδη· διότι τα ξύλα και οι λίθοι πολλάκις μεν συνάγουσι σήψιν τινά, εξ υγρασίας προκύπτουσαν, πολλά δ' εκπέμπουσιν αφ' εαυτών χρώματα, και δέχονται βαφάς εκ των περί αυτά· και ουδέν φαίνεται υπάρχον εμπόδιον εις το να δίδη ο Θεός ενίοτε σημεία τινά διά των τοιούτων. Δυνατόν δ' είναι προσέτι όταν ρήγνυνται τα αγάλματα να εκβάλλωσι και κρότον τινά ομοιάζοντα γογγισμόν ή στεναγμόν, ή όταν διαστέλλωνται κατά το βάθος τα μόρια αυτών βιαιότερον· αλλ' εις άψυχον να ενυπάρχη φωνή έναρθρος, και διάλεκτος ούτω σαφής και αξιόλογος, και εντελής κατά την προφοράν, τούτο είναι όλως ακατανόητον· αφ' ού ουδ' η ψυχή, ουδ' ο Θεός δύναται να ηχή και να ομιλή άνευ σώματος οργανικού, και έχοντος τα προς τον λόγον αρμόδια μέρη. Όπου δ' η ιστορία διά πολλών και αξιοπίστων μαρτύρων βιάζει ημάς να πιστεύσωμεν, εκεί το φαινόμενον μας πείθει ότι πάθος τι ανόμοιον προς την αίσθησιν προσέβαλε την φανταστικήν της ψυχής ημών δύναμιν (198)· καθώς καθ' ύπνους νομίζομεν ότι βλέπομεν όσα δεν βλέπομεν, και ακούομεν όσα δεν ακούομεν. Ουχ ήττον όμως οι λίαν εμπαθές έχοντες το αίσθημα της προς τον Θεόν αγάπης και φιλίας αυτών, και μηδέν των τοιούτων δυνάμενοι να διαμφισβητήσωσιν ή ν' αρνηθώσι, στηρίζουσι κυρίως την πίστιν αυτών εις το θαυμάσιον, και εις την ιδέαν ότι η δύναμις του Θεού είναι εκ των ου καθ' ημάς· διότι ουδέν αυτής ουδαμώς ομοιάζει την δύναμιν του ανθρώπου, ούτε η φύσις, ούτε η τέχνη, ούτε η ισχύς· ούτε παράλογον είναι οσάκις πράττει τι εκ των όσων δεν πράττονται υφ' ημών, και κατορθοί τ' ακατόρθωτα· αλλά μάλλον κατά πάντα ο Θεός διαφέρων, προ πάντων είναι ανόμοιος του ανθρώπου και αλλοίος ως προς τα έργα. Αλλά των μεν θείων τα πλείστα, καθ' Ηρακλείτου (199), διαφεύγουσιν εξ απιστίας την γνώσιν ημών.

ΛΘ. Τον δε Μάρκιον, ως επανήλθεν εις το Άντιον εκ της εκστρατείας, μισών μεγάλως ο Τύλλος, και δυσμενώς εκ φόβου προς αυτόν διακείμενος, υπεβουλεύετο να τον φονεύση ευθύς, φρονών ότι αν διέφευγε τότε, λαβήν άλλην δεν θα τω έδιδε. Πολλούς δε συναγαγών και ετοιμάσας κατ' αυτού, διέταξε ν' αποδώση την αρχήν, δίδων εις τους Ουολούσκους και λόγον των πράξεών του. Εκείνος δε, φοβούμενος να γίνη ιδιώτης εν ώ εστρατήγει ο Τύλλος και είχε μεγίστην δύναμιν μεταξύ των συμπολιτών του, έλεγεν ότι την μεν αρχήν θέλει αποδώση εις τους Ουολούσκους εάν διατάξωσι, διότι και διά της διαταγής όλων αυτών την έλαβεν^ ευθύνας όμως και λόγον να δώση εις τους Αντιάτας όσοι επιθυμούσιν, ουδέ τώρα το αποφεύγει. Έγινεν επομένως εκκλησία, και εκεί οι προητοιμασμένοι δημαγωγοί εγειρόμενοι παρώξυνον το πλήθος. Όταν δ' ανέστη ο Μάρκιος, και οι μεν λίαν θορυβούντες ενέδιδον υπ' αιδούς, και τον άφηνον να ομιλήση αφόβως, οι δε άριστοι των Αντιατών, οι προ πάντων χαίροντες διά την ειρήνην, εφαίνοντο ότι θα τον ήκουον μετ' ευνοίας και θα τον έκρινον μετά δικαιοσύνης, εφοβήθη ο Τύλλος του ανδρός την απολογίαν, διότι ήτον περί το λέγειν δεινότατος, και τα πρότερα αυτού έργα τω περιποίουν εύνοιαν νικώσαν την μετά ταύτα κατηγορίαν του· ή μάλλον αυτή η κατηγορία ήτον απόδειξις του μεγέθους της οφειλομένης χάριτος εις αυτόν διότι δεν θα εφαίνοντο αδικούμενοι ως μη κατακτήσαντες την Ρώμην, αν, εξ αιτίας του Μαρκίου, δεν ήσαν εγγύς να την κατακτήσωσιν. Έκρινον λοιπόν ότι δεν πρέπει ν' αργήσωσι περισσότερον, ή ν' αποπειραθώσι του πλήθους· αλλά κραυγάζοντες οι θρασύτατοι των συνωμοτών ότι δεν πρέπει να τον ακούσωσιν, ουδέ ν' αφήσωσι να τυραννή ο προδότης τους Ουολούσκους, και να μη καταθέτη την αρχήν, επέπεσαν όλοι ομού και τον εφόνευσαν, και ουδείς των παρόντων τον υπερησπίσθη. Ότι όμως τούτο εγένετο παρά την γνώμην των πλείστων, τούτο αμέσως το έδειξαν, συνδραμόντες εξ όλων των πόλεων, και θάψαντες εντίμως αυτόν, και δι' όπλων και λαφύρων κοσμήσαντες τον τάφον αυτού, ως ανδρός εξόχου και στρατηγού. Οι δε Ρωμαίοι τον θάνατον αυτού ακούσαντες, άλλο μεν ουδέν έδειξαν σημείον ουδέ τιμής, ουδ' οργής κατ' αυτού· αλλ' έδωκαν εις τας γυναίκας την άδειαν ήν εζήτησαν να πενθήσωσιν αυτόν επί δέκα μήνας, ως ήτον συνήθεια να πενθή εκάστη τον πατέρα, τον υιόν ή τον αδελφόν της, και τούτο ήτον το όριον του μακροτάτου πένθους, ορισθέν υπό του Νουμά Πομπιλίου, ως εδηλώσαμεν εις όσα περί εκείνου εγράψαμεν (200). Του δε Μαρκίου την έλλειψιν ευθύς συνησθάνθησαν των Ρωμαίων τα πράγματα. Διότι πρώτον μεν διαιρεθέντες περί ηγεμονίας προς τους Αικανούς, οίτινες ήσαν φίλοι αυτών και σύμμαχοι, προέβησαν μέχρι τραυμάτων και φόνων (201). Έπειτα δε, νικηθέντες υπό των Ρωμαίων εις μάχην, εις ήν και ο Τύλλος απέθανε, και το άνθος της δυνάμεως αυτών κατεστράφη, ηρκέσθησαν εις συνθήκας αισχίστας, υπήκοοι γενόμενοι, να υπακούωσιν εις της Ρώμης τας προσταγάς.

ΣΥΓΚΡΙΣΙΣ
ΑΛΚΙΒΙΑΔΟΥ
ΚAI
MAPKIOΥ ΓΑΪΟΥ


A. Αφ' ού δ' εξετέθησαν αι πράξεις όσας ενομίσαμεν λόγου και μνείας αξίας, προφανές είναι ότι αι μεν πολεμικαί υπέρ ουδετέρου κλίνουσι την πλάστιγγα ισχυρώς· διότι επίσης αμφότεροι πολλά μεν εις τας στρατηγίας των στρατιωτικής ανδρείας και τόλμης, πολλά δε τέχνης και προνοίας επέδειξαν έργα· εκτός αν θέλη τις να ειπή τον Αλκιβιάδην στρατηγόν τελειότερον, διά τας κατά γην και κατά θάλασσαν και εις πολλούς αγώνας διηνεκείς νίκας αυτού και τα κατορθώματα. Κοινόν δ' είχον αμφότεροι ότι όταν αυτοπροσώπως διώκουν τους στρατούς, ανώρθουν πάντοτε και προδήλως τα πράγματα της πατρίδος των, και όταν πάλιν απεσύροντο, ότι έτι προδηλότερον έβλαπτον. Ως προς την πολιτικήν δε διαγωγήν, την μεν του Αλκιβιάδου, την λίαν εκλελυμένην, και μη καθαρεύουσαν αναγωγίας και βωμολοχίας, διότι εθήρευε την εύνοιαν του λαού, ταύτην οι σώφρονες εβδελύττοντο· την δε του Μαρκίου, διότι ήτον χάριτος εστερημένη, υπερήφανος και ολιγαρχική, εμίσησεν ο δήμος των Ρωμαίων. Και επαινετή μεν ουδεμία είναι· αλλ' ο δημαγωγών και προς χάριν του δήμου πολιτευόμενος είναι αμεμπτότερος των κακώς μεταχειριζομένων τον λαόν, όπως μη φαίνωνται ότι δημαγωγούν διότι, αισχρόν μεν είναι το να κολακεύη τις τον δήμον όπως αποκτά δύναμιν, αλλά το να ισχύη διά του φόβου, και κακοποιών και πιέζων, είναι ου μόνον αισχρόν, αλλά προσέτι και άδικον.

Β. Κατά δε τον τρόπον, ως γνωστόν, ο μεν Μάρκιος υπολαμβάνεται ότι ήτον απλούς και ακέραιος, ο δ' Αλκιβιάδης πανούργος την διαγωγήν και μη σεβόμενος την αλήθειαν. Μάλιστα δε κατηγορούσιν αυτόν και δι' απάτην και κακοήθειαν, μεθ' ής δολιευθείς τους πρέσβεις των Λακεδαιμονίων, ως διηγείται ο Θουκυδίδης (202), διέλυσε την ειρήνην. Αλλά τούτο μεν το πολιτικόν αυτού τέχνασμα, ει και έρριψε πάλιν την πόλιν εις πόλεμον, την κατέστησεν όμως ισχυράν συγχρόνως και φοβεράν, διότι διά του Αλκιβιάδου απέκτησε την συμμαχίαν των Μαντινέων και των Αργείων. Ότι δε και ο Μάρκιος κατέστησε και αυτός δι' απάτης εις πόλεμον τους Ρωμαίους και τους Ουολούσκους, ψευδώς διαβαλών τους ερχομένους εις την θεωρίαν, τούτο διηγείται ο Διονύσιος (203)· η δ' αιτία καθιστά το έργον αυτού έτι χειρότερον διότι ουχί εκ φιλονεικίας, ή πολιτικής έριδος ή αμίλλης, ως εκείνος, αλλ' εις οργήν ενδίδων, παρ' ής, ως λέγει ο Δίων (204), ουδείς ουδέν ποτε απολαμβάνει ευχάριστον, πολλά της Ιταλίας μέρη συνετάραξε, και πολλάς πόλεις, αίτινες κατ' ουδέν τον ηδίκησαν, κατέστησε παρανάλωμα του κατά της πατρίδος θυμού. Και ο Αλκιβιάδης μεν κατέστη εξ οργής αίτιος μεγάλων συμφορών εις τους συμπολίτας του· αλλ' άμα είδε μετανοούντας αυτούς, κατεπραΰνθη· και ότε πάλιν απερρίφθη, δεν ενέκρινε των στρατηγών τα σφάλματα, ουδ' ημέλησεν όταν τους είδε κακώς να σκέπτωνται και να κινδυνεύωσιν· αλλ' ό,τι τοσούτον επαινείται ο Αριστείδης πράξας προς τον Θεμιστοκλέα, τούτο έπραξε και αυτός προς τους τότε άρχοντας, ελθών, αν και δεν ήσαν φίλοι του, και ειπών και διδάξας τα δέοντα. Ο δε Μάρκιος, πρώτον μεν εκακοποίησεν όλην την πόλιν, αν και υφ' όλης δεν εκακοποιήθη, εξ εναντίας μάλιστα η αρίστη και ισχυροτάτη μερίς των πολιτών συνηδικήθη μετ' αυτού και συνέπαθεν. Έπειτα δε, όταν διά πολλών πρεσβειών και παρακλήσεων επροσπάθησαν να κατευνάσωσι την οργήν και την λύπην του, δεν συνεκινήθη, ουδ' ενέδωκε, και απέδειξεν ότι εκίνησε βαρύν και άσπονδον πόλεμον όπως καταβάλη και καταστρέψη την πατρίδα του, όχι όπως επιστρέψη εις αυτήν και την απολαύση. Και κατά τούτο δεν δύναταί τις να τους ειπή διαφέροντας, ότι ο μεν Αλκιβιάδης, όταν επεβουλεύθη υπό των Σπαρτιατών, εκ φόβου συγχρόνως και μίσους αυτών μετέβη προς τους Αθηναίους· ο δε Μάρκιος, προς όν οι Ουολούσκοι προσεφέροντο μετά πάσης δικαιοσύνης, δεν ήτον καλόν να εγκαταλείψη αυτούς· διότι και αρχηγός αυτών ανηγορεύθη, και μεγίστην δύναμιν είχε, και πάσαν αυτών την εμπιστοσύνην, εν ώ εκείνου κατεχρώντο μάλλον ή ό,τι τον μετεχειρίζοντο οι Λακεδαιμόνιοι, μέχρις ού, περιφερόμενος εις την πόλιν, και κυλινδούμενος εις το στρατόπεδον, μέχρι τέλους ερρίφθη εις του Τισαφέρνου τας χείρας· εκτός αν τον επεριποιείτο, διά να μη φθαρώσιν εντελώς αι Αθήναι, εις άς επόθει να επιστρέψη.

Γ. Χρήματα δε ο μεν Αλκιβιάδης ότι και έλαβε πολλάκις ουχί πρεπόντως εκ δωροδοκιών λέγεται, και ότι εδαπάνησε κακώς εις τρυφήν και ακολασίαν. Εις δε τον Μάρκιον έδωκαν οι στρατηγοί προς τιμήν, αλλά δεν τον έπεισαν να τα δεχθή. Διά τούτο και προ πάντων δυσηρέστει το πλήθος εις τας περί χρεών του δήμου διαφοράς του, διότι επίστευον ότι έβλαπτε τους πένητας ουχί προς κέρδος, αλλά προς ύβριν και περιφρόνησιν. Ο Αντίπατρος (205) έν τινι επιστολή του, γράφων περί του θανάτου του φιλοσόφου Αριστοτέλους, προς τοις άλλοις λέγει ότι ο ανήρ εκείνος είχε και του πείθειν την δύναμιν. Εκ των πράξεων όμως και των αρετών του Μαρκίου ελλείπον το προσόν τούτο, καθίστα αυτάς επαχθείς και εις αυτούς τους υπ' αυτού ευεργετουμένους, διότι δεν υπέφερον την υπερηφάνειαν αυτού, και την αυθάδειαν, της ερημίας σύνοικον, ως λέγει ο Πλάτων (206). Ο δ' Αλκιβιάδης εξ εναντίας ήξευρε να μεταχειρίζηται οικείως τους υποθέσεις έχοντας μετ' αυτού, ώστε θαυμαστόν δεν είναι ότι εις όσα κατώρθου ήνθει η δόξα του ενισχυομένη υπό της αγάπης και της τιμής των ανθρώπων· διότι και αυτών των σφαλμάτων του τινά ευχαρίστουν πολλάκις και ήρεσκον. Όθεν ούτος μεν, εν ώ ου μικράς ουδ' ολίγας βλάβας επέφερεν εις την πόλιν, εξελέγετο όμως πολλάκις αρχηγός και στρατηγός· Εκείνος δ' εν ώ διά πολλών κατορθωμάτων και ανδραγαθιών απέκτησεν αρχήν ήτις τω ανήκεν, απεβλήθη όμως αυτής. Ούτω τον μεν, ουδέ κακοποιούμενοι υπ' αυτού εδύναντο να μισώσιν οι πολίται, ο δε συνέβαινε να μισήται καίτοι θαυμαζόμενος.

Δ. Προσέτι δε, ο μεν Μάρκιος ουδέν έπραξε μέγα όταν ήτον της πόλεως στρατηγός, αλλ' όταν εστρατήγει των εχθρών κατά της πατρίδος του. Ο δ' Αλκιβιάδης και ως στρατιώτης και ως στρατηγός ωφέλησε τους Αθηναίους, και παρών εν Αθήναις υπερίσχυσε πάντοτε των εχθρών του όσον ήθελεν, και αι κατ' αυτού διαβολαί ίσχυον μόνον επί της απουσίας του. Ο Μάρκιος όμως παρών κατεδικάσθη υπό των Ρωμαίων, και παρόντα τον εφόνευσαν οι Ουολούσκοι, ανοσίως, ει και δικαίως. Αιτίαν δ' ευλογοφανή έδωκεν ο ίδιος, ότι μη δεχθείς δημοσίως τας συνθηκολογίας, επείσθη ιδίως υπό των γυναικών, και δεν διήλλαξε μεν την έχθραν, αλλ' εν ώ εξηκολούθει ο πόλεμος, απώλεσε τον καιρόν και τον κατεδαπάνησε. Διότι έπρεπε να καταπείση τους εις αυτόν εμπιστευθέντας, και ούτω ν' απέλθη, αν λόγου άξιον εθεώρει να τηρήση δικαίαν διαγωγήν προς αυτούς. Αν δ' ολίγον περί των Ουολούσκων εφρόντιζε, και εκίνησε τον πόλεμον όπως κορέση την ιδίαν οργήν του, και μετά ταύτα τον έπαυσε, δεν ήτον καλόν να φεισθή της πατρίδος του ένεκα της μητρός του, αλλ' έπρεπε να φεισθή της μητρός του ομού μετά της πατρίδος του· διότι και η μήτηρ και η γυνή του ήσαν μέρος της πατρίδος ήν επολιόρκει. Το δε, απηνώς μεν ν' αποκρούση τας δημοσίας ικεσίας και την δέησιν των πρέσβεων και τας παρακλήσεις των ιερέων, έπειτα δε να χαρισθή εις την μητέρα του και ν' αναχωρήση, δεν ήτον τιμή της μητρός του, αλλά της πατρίδος του ατιμία, ήτις εσώζετο εξ οίκτου και εκ παρακλήσεων, ένεκα μιας γυναικός, ως αν δεν ήτον αξία να σωθή ένεκα εαυτής. Η χάρις αύτη φθόνον διήγειρε, και ήτον ωμή και άχαρις, και προς ουδέν των δύο μερών εύνοιαν μαρτυρούσα· διότι αναχώρησεν ούτε πεισθείς υπό των πολεμουμένων, ούτε πείσας τους συμπολίτας του. Τούτων δε πάντων αίτιον ήτον του τρόπου του το ακοινώτητον, το λίαν υπερήφανον και αύθαδες· διότι αυτό καθ' εαυτό δυσάρεστον όν εις το πλήθος, όταν συνδυάζηται και μετά της φιλοδοξίας, γίνεται εντελώς άγριον και ανυπόφορον. Οι έχοντες αυτό, εν ώ δεν περιποιούνται το πλήθος, ως αν δεν είχον ανάγκην τιμής, οργίζονται όμως ότι τιμή δεν τοις αποδίδεται. Και το να μη είναι μέν τις κολακευτικός και περιποιητικός των όχλων, τούτο το είχε και ο Μέτελλος, και ο Αριστείδης, και ο Επαμινώνδας· αλλ' ούτοι, καταφρονούντες αληθώς όσα ο δήμος είναι κύριος να δίδη και ν' αφαιρή, και εξοστρακιζόμενοι πολλάκις, και εις τας χειροτονίας αποτυγχάνοντες, και καταδικαζόμενοι, δεν ωργίζοντο κατά των πολιτών ότι δυσμενώς διέκειντο προς αυτούς, αλλ' ηγάπων αυτούς άμα μετενόουν, και εφιλιούντο προς αυτούς όταν τους παρεκάλουν. Όστις δεν περιποιείται το πλήθος πολύ, ούτος δεν αρμόζει ουδέ πολύ να το τιμωρή· διότι η αγανάκτησις δι' αποτυχίαν τιμής προέρχεται μάλιστα εκ της μεγάλης επιθυμίας προς επιτυχίαν αυτής.