11. Ότι λοιπόν η ψυχή δεν δύναται να υπάρχη χωριστά από του σώματος ούτε μέρη τινά αυτής, εάν εκ φύσεως αυτή διαιρήται εις μέρη, είναι ήδη προφανές· διότι ενίοτε η ψυχή είναι εντελέχεια των μερών τούτων. Αλλ' όμως τίποτε δεν εμποδίζει μέρη τινά της ψυχής να είναι χωριστά, διότι δεν είναι εντελέχεια κανενός σώματος, λ.χ. ο νους 104.
12. Αλλά προσέτι δεν είναι φανερόν αν η ψυχή είναι τοιαύτη εντελέχεια του σώματος, όπως ο κυβερνήτης του πλοίου (όστις είναι μεν εντελέχεια, αλλά χωριστή). Εν γένει λοιπόν δι' όσων είπομεν προσδιωρίσαμεν την ψυχήν δώσαντες υποτύπωσιν αυτής.
Σημείωσις.— Η ψυχή είναι το είδος, η μορφή του σώματος και επομένως ψυχή και σώμα είναι αχώριστα, είναι έν. Αλλ' η ενότης αυτών δεν πρέπει να νοήται ως ένωσις δυο υλικών και ανεξαρτήτων πραγμάτων. Τοιαύτας παχυλάς παραστάσεις είδομεν με πόσην δύναμιν επολέμησεν ο Αριστοτέλης εν τω Α' Βιβλίω σελ. 25 κ. ε. Ενταύθα έχομεν λογικήν και ζώσαν ενότητα. Τω όντι η ζωή, η ενότης της ψυχής και του σώματος σύγκειται εκ τριών στοιχείων· είναι 1) ζωή εσωτερική και αδιόριστος, αφηρημένη καθολική αρχή, 2) πραγματοποιείται και μερικεύεται εν τω σώματι και 3) επανάγει τα δύο ταύτα στοιχεία εις την ενότητα αυτών εν τη ατομικότητι του ζώντος όντος. Εκάστη στιγμή της ζωής αποτελείται εκ των τριών τούτων σημείων: εκ της ορμής του υποκειμένου, ήτις αναγκάζει τα ζώον να θέτη τους διορισμούς του, τα μέλη του σώματος, να πραγματοποιήται εν αυτοίς και τέλος διά τούτων να επιστρέφη εις εαυτό ως κέντρον αισθανόμενον κλπ. Αύτη είναι η αληθής ενότης της ψυχής και του σώματος. Διά τούτο λέγει ο Αριστοτέλης, ότι το είδος, το καθόλου, η ψυχή είναι αυτό το είναι και η ουσία. Εάν λ.χ. ο πέλεκυς ήτο φυσικόν σώμα έχον εν εαυτώ αρχήν κινήσεως, εάν δήλα δή ήτο έμψυχον σώμα, τότε η έννοια του πελέκεως, το τέμνειν, θα απετέλει την ψυχήν αυτού, και αν τούτο το είδος αυτού αφηρείτο δεν θα υπήρχε πλέον πέλεκυς. Αλλ' ο πέλεκυς είναι σώμα τεχνητόν, έχει εκτός εαυτού την αρχήν της κινήσεως και της στάσεως εαυτού, και δεν ποιεί αυτός εαυτόν πέλεκυν. Η έννοια, το είδος του πελέκεως δεν είναι το είναι και η ουσία αυτού, δεν ενεργοποιεί αυτή εαυτήν εν τω πελέκει, δεν είναι εντελέχεια. Η ψυχή τουναντίον αυτή πλάττει τα μέλη και το όλον σώμα, αυτή συνέχει και ποιεί και συντηρεί αυτά και διά τούτων εαυτήν· είναι ο δημιουργός άμα και η πρόνοια του μικρού κόσμου της, είναι ο ναυπηγός άμα και κυβερνήτης του πλοίου, όπερ απαύστως τείνον εις διάλυσιν αδιαλείπτως υποτάσσεται, συντηρείται και αναπλάττεται υπό της κυριάρχου ψυχής. Εάν δε παύση η σχέσις αυτή ψυχής και σώματος, το σώμα δεν είναι πλέον σώμα, αλλά πτώμα, ύλη νεκρά. Ό,τι λέγομεν περί του όλου, αληθεύει και περί των μερών και αντιστρόφως Αν ο οφθαλμός λ.χ. ήτο ζώον, η όψις θα ήτο η ψυχή αυτού, διότι αυτή είναι η ουσία, η έννοια αυτού· αυτός δε ο υλικός οφθαλμός, τα νεύρα, τα υγρά, οι χιτώνες κλπ. είναι υλικά, άτινα άμα λείψη η δράσις είναι κενά ονόματα. Όπως δε ο ζων οφθαλμός είναι η κόρη (δύναμις) και η δράσις (ενέργεια), ούτω το όλον ζώον είναι η ψυχή και το σώμα αχωρίστως ηνωμένα. Ούτω νοούμεν νυν πώς η ψυχή είναι α') η αρχή η κινούσα και ποιούσα το σώμα, β') το είδος ή η έννοια ήτις ενεργεί και πραγματοποιεί εαυτήν εν τω σώματι, γ') ο κοινός τελικός σκοπός πάντων των μελών, ων έκαστον είναι μέσον άμα και σκοπός των άλλων, διότι έκαστον είναι μία εμφάνισις του κοινού κέντρου, μία πραγμάτωσις της εσωτερικής αρχής, ήτις πανταχού παρούσα σκοπόν έχει μόνον εαυτήν.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'.
Εξήγησις του ορισμού. Περιγραφή της ζωής. Η ζωή φανερούται κατά
τεσσάρας τρόπους· διά τοπικής κινήσεως, θρέψεως, αισθήσεως και νου. Η
ψυχή αρχή και κεφάλαιον των δυνάμεων τούτων. Εκάστη είναι η ψυχή πάσα
ή μέρος αυτής; Φαίνονται ότι είναι χωρισταί. Ο νους θείον τι. Η ψυχή
ουχί άνευ σώματος.
1. Επειδή εκ των ασαφών μεν εκ φύσεως, αλλά φανερωτέρων εις ημάς αισθητώς παράγεται το σαφές και γνωριμώτερον κατά τον λόγον (Σημ 24) (νοητώς), ας δοκιμάσωμεν ούτω πάλιν να εξετάσωμεν περί της ψυχής. Διότι ο ορισμός δεν πρέπει να δηλοί μόνον το ότι υπάρχει πράγμα τι, καθώς κάμνουσι συνήθως οι πλείστοι των ορισμών, αλλά να περιέχη εν εαυτώ και να εμφανίζη και την αιτίαν του πράγματος 105. Συχνά όμως οι ορισμοί διατυπούνται ως συμπεράσματα αποδείξεων. π.χ. Τί εστι τετραγωνισμός 106; Το να ευρεθή ορθογώνιον ισόπλευρον (τετράγωνον), όπερ να είναι ίσον με ανισόπλευρον σχήμα. O τοιούτος ορισμός του τετραγωνισμού (Σημ 25) λέγει μόνον το συμπέρασμα. Αλλ' ο λέγων, ότι ο τετραγωνισμός είναι η εύρεσις της μέσης αναλόγου γραμμής, λέγει το αίτιον του πράγματος 107.
2. Λέγομεν λοιπόν, συγκεφαλαιούντες την μελέτην ταύτην, ότι το έμψυχον διαφέρει του αψύχου, διότι ζη. Επειδή δε το ζην λέγεται κατά πολλούς τρόπους, εάν και είς μόνος των τρόπων τούτων του ζην υπάρχη εις τι, λέγομεν ότι τούτο ζη, είναι δε οι τρόποι ούτοι (δυνάμεις): νους, αίσθησις, κίνησις και στάσις τοπική, θρέψις και ελάττωσις και αύξησις.
3. Διά τούτο και τα φυτά πάντα φαίνεται ότι ζώσι· διότι είναι φανερόν ότι έχουσιν εν εαυτοίς δύναμιν και αρχήν τοιαύτην, διά της οποίας λαμβάνουσιν αύξησιν και ελάττωσιν κατ' εναντίας διευθύνσεις. Διότι δεν αυξάνονται μόνον προς τα άνω, ουχί δε προς τα κάτω, αλλ' ομοίως και προς τας δύο και πάσας τας διευθύνσεις (διά των κλάδων και των ριζών) και όπου τρέφονται, και ζώσι μέχρι τέλους, εφ' όσον δύνανται να λαμβάνωσι τροφήν.
4. Δύναται δε τούτο (το θρεπτικόν) να υπάρχη χωριστόν από τας άλλας δυνάμεις, αυταί όμως δεν δύνανται να υπάρχωσι χωρισταί από αυτού εν τοις θνητοίς. 108 Τούτο δε είναι φανερόν εις τα φυτά· διότι ταύτα ουδεμίαν άλλην εκ των δυνάμεων της ψυχής έχουσι. Λοιπόν διά την αρχήν ταύτην, την θρεπτικήν, η ζωή υπάρχει εις τα ζώντα (φυτά και ζώα), το ζώον όμως έχει πρώτιστον διακριτικόν γνώρισμα την αισθητικήν δύναμιν 109, διότι και αυτά τα οποία δεν κινούνται και δεν αλλάσσουσι τόπον, αλλ' όμως έχουσιν αίσθησιν, τα λέγομεν ζώα και όχι ότι απλώς ζωήν έχουσι. Πρώτη δε αίσθησις εις όλα τα ζώα υπάρχει η αφή καθώς δε η θρεπτική δύναμις δύναται να υπάρχη χωριστή (εις τα φυτά λ.χ.) από της αφής και πάσης άλλης αισθήσεως, ούτως η αφή δύναται να υπάρχη χωριστή από των άλλων αισθήσεων (εις τα ατελή ζώα). Θρεπτικήν δε δύναμιν λέγομεν το μέρος (λειτουργίαν)της ψυχής, του οποίου και τα φυτά μετέχουσι. Την δύναμιν δε της αφής φαίνεται ότι έχουσι πάντα τα ζώα. Ύστερον θα είπωμεν διά ποίαν αιτίαν συμβαίνει και το έν και το άλλο εκ των φαινομένων τούτων.
5. Επί του παρόντος αρκεί τόσον μόνον να είπωμεν, ότι η ψυχή είναι η αρχή των ειρημένων δυνάμεων, και ότι δι' αυτών ορίζεται, ήτοι διά του θρεπτικού, του αισθητικού, του διανοητικού και της κινήσεως. Εκάστη δ' αυτών είναι άρά γε η ψυχή καθ' εαυτήν, ή είναι μέρος της ψυχής; και αν είναι μέρος είναι άρά γε μέρος τοιούτον, ώστε να χωρίζηται από της ψυχής μόνον διά της νοήσεως (νοερώς) ή και κατά τόπον (υλικώς); Είς τινας των ερωτήσεων τούτων είναι εύκολον να αποκριθώμεν, άλλαι όμως παρουσιάζουσι δυσκολίας.
6. Ούτω, καθώς εις τα φυτά, τινά εκ τούτων, αφού διαιρεθώσι και χωρισθώσιν απ' αλλήλων, εξακολουθούσι να ζώσι (τα μέρη), ως εάν η εν αυτοίς υπάρχουσα ψυχή είναι κατ' εντελέχειαν (κατ' είδος) μία εις έκαστον φυτόν, κατά δύναμιν δε περισσότεραι, τοιουτοτρόπως βλέπομεν ότι συμβαίνει το αυτό εις άλλην τάξιν εμψύχων όντων, εις τα έντομα τα οποία έχουσι διαιρεθή. Διότι και αίσθησιν έχει και το έν και το άλλο μέρος και τοπικήν κίνησιν, αν δε έχη αίσθησιν, έχει και φαντασίαν και όρεξιν διότι όπου αίσθησις, εκεί και λύπη και ηδονή, και όπου ταύτα, εξ ανάγκης εκεί υπάρχει και επιθυμία.
7. Αλλά περί του νου και της θεωρητικής δυνάμεως τίποτε ακόμη δεν είναι φανερόν 110, φαίνεται όμως ότι είναι άλλο γένος ψυχής και ότι αυτό μόνον δύναται να είναι χωριστόν από των άλλων, όπως το αιώνιον είναι χωριστόν από το φθαρτόν.
8. Εκ τούτων δε είναι φανερόν ότι τα λοιπά μέρη της ψυχής δεν είναι χωριστά, καθώς τινες λέγουσιν. (Σημ 26) Ότι όμως διά του λόγου (νοερώς) διακρίνονται, τούτο είναι φανερόν· διότι διαφέρει να είναι τις αισθητικός από του να είναι δοξαστικός, διαφέρει η αίσθησις από της δόξης (γνώμης). Ομοίως δε ταύτα διαφέρουσιν εκάστης των άλλων δυνάμεων των προειρημένων.
9. Προσέτι είς τινα μεν εκ των ζώων υπάρχουσιν άπασαι αι δυνάμεις αυταί, εις άλλα τινές εξ αυτών, και εις άλλα μία μόνη· (τούτο δε αποτελεί και την μεταξύ αυτών διαφοράν)· διά ποίαν δε αιτίαν ύστερον θα εξετάσωμεν. Αλλά σχεδόν όμοιον τι συμβαίνει και εις τας αισθήσεις· άλλα δηλ. εκ των ζώων έχουσιν όλας τας αισθήσεις, άλλα ολίγας, και άλλα μίαν μόνην, την αναγκαιοτάτην, την αφήν.
10. Εκείνο δε δι' ου ζώμεν και αισθανόμεθα λέγεται κατά δύο τρόπους, όπως και εκείνο διά του οποίου γινώσκομεν, και το οποίον καλούμεν άλλοτε μεν επιστήμην, άλλοτε δε ψυχήν 111 Διότι λέγομεν, ότι γνωρίζομεν διά του ενός ή του άλλου τούτων. Διττώς δε λέγεται και εκείνο δι' ου υγιαίνομεν και όπερ αφ' ενός μεν είναι η υγίεια, αφ' ετέρου μέρος ή όλον το σώμα. Εκ τούτων δε η επιστήμη και η υγίεια είναι μορφή και είδος και λόγος και ούτως ειπείν ενέργεια του δυναμένου να δεχθή αυτάς, η μεν επιστήμη είναι ενεργοποίησις του δυναμένου να επίσταται (της ψυχής), η δε υγίεια του δυναμένου να έχη την υγίειαν (του σώματος). Διότι φαίνεται ότι η ενέργεια των δυναμένων να ποιώσιν ύπαρξιν λαμβάνει εις το ον το οποίον πάσχει και έχει τοιαύτην διάθεσιν 112. Ούτω και η ψυχή είναι εκείνο το πρώτον, δι' ου ζώμεν και αισθανόμεθα και διανοούμεθα, ώστε αυτή είναι λόγος και είδος, ουχί όμως ύλη και το υποκείμενον.
11. Διότι, καθώς είπομεν, η ουσία (υπόστασις) λέγεται τριχώς, καθ' όσον αποτελείται εκ τριών, ων το μεν είναι το είδος, το δε η ύλη και τρίτον το εξ αμφοτέρων σύνθετον, εκ τούτων δε η μεν ύλη είναι μόνον δύναμις, το δε είδος εντελής πραγματικότης, το δε εξ αμφοτέρων είναι τούτο το ωρισμένον πράγμα· επειδή δε το εξ αμφοτέρων σύνθετον είναι το έμψυχον, δεν είναι το σώμα εντελέχεια της ψυχής, αλλά τουναντίον η ψυχή είναι εντελέχεια του σώματος. 12. Και διά τούτο ορθώς δοξάζουσιν οι νομίζοντες ότι ούτε άνευ σώματος υπάρχει η ψυχή, ούτε είναι σώμα τι· διότι σώμα βεβαίως δεν είναι, αλλ' είναι κάτι του σώματος (μορφή), και διά τούτο υπάρχει εις σώμα τοιούτον (οργανικόν φυσικόν)· και όχι καθώς οι προγενέστεροι φιλόσοφοι προσήρμοζον την ψυχήν εις το (τυχόν) σώμα, χωρίς να προσδιορίζωσιν εις τι και ποίον σώμα, καίτοι ουδέ το τυχόν φαινόμενον (αποτέλεσμα) δέχεται το τυχόν πράγμα. 113
13. Αλλά τώρα (καθώς ημείς λέγομεν) τα πάντα συμβαίνουσι
λογικώτατα
114, διότι η εντελέχεια
(η εντελής πραγμάτωσις) εκάστου πράγματος γίνεται φυσικώς εις εκείνο,
το οποίον υπάρχει εν δυνάμει, και εις την ύλην, η οποία είναι οικεία
και κατάλληλος να την δεχθή. Ότι λοιπόν η ψυχή είναι εντελέχεια και
115 λόγος εκείνου όπερ
έχει την δύναμιν να είναι τοιούτον ή τοιούτον,
είναι φανερόν εκ των ειρημένων.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ'.
Περί των δυνάμεων της ψυχής. — Αναφορά αυτών.— Περί αφής. Είναι η
αίσθησις του θρεπτικού. Αδύνατον να υπάρχη κοινός ορισμός των
διαφόρων δυνάμεων της ψυχής, όπως ουδέ των γεωμετρικών σχημάτων πλην
η ανωτέρα υποθέτει και περιέχει την κατωτέραν, το αισθητικόν
προϋποθέτει το θρεπτικόν κ.λ. Τάξις των δυνάμεων: θρέψις, είτα
αισθητικότης, κίνησις κατά τόπον, νους.
1. Εκ των δυνάμεων της ψυχής τας οποίας είπομεν, είς τινα όντα υπάρχουν όλαι, ως προείπομεν, εις άλλα δε ολίγαι και εις άλλα μία μόνον. Δυνάμεις δε είπομεν την θρεπτικήν, την αισθητικήν, ορεκτικήν, κινητικήν κατά τόπον, διανοητικήν.
2. Υπάρχει δε εις μεν τα φυτά μόνον η θρεπτική, εις δε τα ζώα και αυτή και η αισθητική. Εάν δε υπάρχη η αισθητική, θα υπάρχη και η ορεκτική· διότι η όρεξις είναι επιθυμία, πάθος και βούλησις. Πάντα δε τα ζώα έχουσι μίαν τουλάχιστον εκ των αισθήσεων, την αφήν. 116 Αλλά το έχον αίσθησιν έχει και ηδονήν και λύπην, και τα πράγματα αισθάνεται ότι είναι ηδέα και λυπηρά, τα δε έχοντα ταύτα έχουσι και επιθυμίαν, διότι η επιθυμία είναι όρεξις του ηδέος.
3. Προσέτι δε τα όντα ταύτα έχουσιν αίσθησιν της τροφής, και της τροφής αίσθησις είναι η αφή. 117 Διότι πάντα τα ζώντα τρέφονται με ξηρά και υγρά και με θερμά και ψυχρά, τούτων δε η αίσθησις είναι η αφή. Των άλλων δε αισθητών άπτονται καθ' όσον είναι συμβεβηκότα (ιδιότητες) Των τροφών 118, διότι ούτε ο ήχος ούτε το χρώμα ούτε η οσμή συνεισφέρουσί τι προς τροφήν. Ο χυμός όμως είναι εκ των απτών πραγμάτων (γευστών). Και η πείνα δε και η δίψα είναι επιθυμίαι, αλλ' η μεν πείνα είναι επιθυμία ξηρού και θερμού, η δε δίψα επιθυμία ψυχρού και υγρού· ο δε χυμός δεν είναι τροφή αλλ' είναι ως άρτυμα αυτής. Περί τούτων μεν θα εξηγηθώμεν ύστερον, τώρα δε τόσον μόνον λέγομεν, ότι τα ζώα όσα έχουσιν αφήν έχουσι και όρεξιν, αν δε έχουσι και φαντασίαν δεν είναι φανερόν, αλλά θα εξετάσωμεν ύστερον.
4. Ζώα δέ τινα εκτός των δυνάμεων τούτων έχουσι και το κατά τόπον κινητικόν, άλλα δε και το διανοητικόν και τον νουν, λ.χ. ο άνθρωπος και ει τι άλλο ον υπάρχει όμοιον ή και ανώτερον.
5. Είναι λοιπόν φανερόν ότι ο ορισμός της ψυχής είναι είς κατά τον αυτόν τρόπον, καθ' ον είς είναι και ο ορισμός του σχήματος (εν τη γεωμετρία), διότι ούτε εκεί υπάρχει σχήμα άλλο παρά το τρίγωνον και τα επόμενα εις αυτό 119, ούτε εδώ είναι άλλα είδη ψυχής παρά τα ειρημένα 120. Δύναται όμως να μορφωθή και διά τα σχήματα μία κοινή έννοια, ήτις θα αρμόζη εις πάντα, και δεν θα είναι ιδιάζουσα εις κανέν. Ομοίως δε και ως προς τας ειρημένας ψυχάς. Διά τούτο θα ήτο γελοίον αφίνοντες τον τοιούτον ορισμόν να ζητώμεν διά τα είδη ταύτα των ψυχών, όπως και διά τα γεωμετρικά σχήματα, κοινόν ορισμόν, όστις δεν θα ήτο ο ιδιάζων ορισμός ουδενός των όντων τούτων, ούτε μερικού τίνος και ατομικού είδους αυτών 121.
6. Συμβαίνει όμως και εις τα είδη της ψυχής ό,τι και εις τα σχήματα· δήλα δή εις το ακόλουθον υπάρχει δυνάμει το προηγούμενον 122, λ.χ. Το τετράγωνον εμπεριέχει το τρίγωνον και η αισθητική δύναμις την θρεπτικήν επομένως εις έκαστον ον πρέπει, να ζητώμεν τις είναι η ψυχή αυτού, ήτοι τις είναι η ψυχή του φυτού, τις η του θηρίου, τις η του ανθρώπου.
7. Δέον δε να εξετάσωμεν διά τίνα αιτίαν συνέχονται ταύτα τοιουτοτρόπως. Βεβαίως άνευ του θρεπτικού δεν υπάρχει το αισθητικόν, από του αισθητικού όμως δύναται να υπάρχη χωριστά το θρεπτικόν εν τοις φυτοίς. Και πάλιν άνευ της αφής ουδεμία εκ των άλλων αισθήσεων υπάρχει, η αφή όμως υπάρχει άνευ των άλλων αισθήσεων, διότι πολλά των ζώων ούτε όψιν, ούτε ακοήν έχουσιν, ούτε αίσθησιν οσμής. Και εκ των εχόντων αίσθησίν τινα μεν έχουσι την τοπικήν κίνησιν, άλλα όμως δεν έχουσιν. Ολίγιστα δε έχουσι τελευταίον την δύναμιν του λόγου και την διάνοιαν. Και όσα μεν των φθαρτών όντων έχουσι την δύναμιν του λόγου, ταύτα έχουσι και τας λοιπάς δυνάμεις. Αλλά τα έχοντα μίαν μόνην εξ αυτών, δεν έχουσι πάντα τον λόγον, αλλά τινά μεν αυτών ουδέ φαντασίαν 123 έχουσιν, άλλα δε με μόνην την φαντασίαν ζώσι. Περί δε του θεωρητικού νου αλλαχού θα γείνη λόγος. Είναι φανερόν λοιπόν ότι ο ορισμός μιας εκάστης των μορφών της ψυχής είναι και ο μάλλον αρμόζων ορισμός της ψυχής εν γένει.
Σημείωσις.— Ούτως ο άνθρωπος έχει τρεις ψυχάς ηνωμένας εν εαυτώ, τούτο δε η νεωτέρα επιστήμη εκφράζει λέγουσα ότι ο άνθρωπος 1) είναι φυτόν, 2) άμα και 3) ζώον. Καίτοι η έκφρασις _τρεις ψυχαί_ δεν είναι ορθή, ουχ' ήττον ο Αριστοτέλης ορθότατα διδάσκει ότι δεν πρέπει να ζητώμεν ψυχήν ή έννοιαν ψυχής, ήτις να είναι μεν κοινή εις πάσας ταύτας, αλλά να μη είναι ιδιαιτέρα ουδεμιάς αυτών, ούτε να εφαρμόζη εις κανέν μερικόν και ατομικόν είδος ψυχής. Ούτως εχώρισεν αυστηρώς την φιλοσοφικήν και συγκεκριμένην νόησιν από τα κενά πλάσματα και τους τύπους της αφαιρετικής διανοίας. Εις τα σχήματα λ.χ. μόνον το τρίγωνον, το τετράγωνον κλπ. είναι όντως πραγματικόν τι, αλλ' η αφαιρετική διάνοια ζητούσα καθολικάς εννοίας, πλάττει αυτάς αφαιρούσα το κοινόν, συλλαμβάνει έν γενικόν σχήμα, όπερ είναι κενόν περιεχομένου. Εκ τούτου ο πόλεμος των εμπειρικών κατά των κενολογιών του αφαιρετικού νου. Αλλά το αληθές σχήμα, λέγει ο Αριστοτέλης, το γενικόν σχήμα είναι το τρίγωνον, όπερ ευρίσκεται παρά τα άλλα και εντός των άλλων, τα οποία πάντα αναλύονται εις τρίγωνα. Τα αυτά λέγομεν και περί της ψυχής, την οποίαν δεν πρέπει να ζητώμεν ως τι κενόν και αφηρημένον ενώ έχει πλουσιώτατον περιεχόμενον.
Η θρεπτική ψυχή εμπεριέχεται, είναι μέρος της αισθητικής και αμφότεραι εμπεριέχονται εις την διανοητικήν. Αλλ' η κατωτέρα υπάρχει εν τη ανωτέρα ως αντικείμενον και στοιχείον εν ώ και δι' ου η ανωτέρα πραγματοποιείται· είναι λοιπόν προς την ανωτέραν μία δύναμις, γενικός τις κατώτερος διορισμός, είναι ως κατηγορούμενον εν τω υποκειμένω, εν τη αρχή, ήτις αποτελεί την ατομικότητα της ανωτέρας, την εντελέχειαν αυτής. Ούτω λέγομεν, ότι το σώμα είναι το αντικείμενον, η δε ψυχή το υποκείμενον. Και γενικώς, η δυστυχία της φύσεως, λέγει ο Έγελος (Ιστορία της Φιλοσοφίας σελ. 374), είναι ότι είναι αντικείμενον, ότι δήλα δή η έννοια, ο λόγος, το καθόλου είναι μεν εν αυτή, αλλά μένει πάντοτε καθ' εαυτό και δεν γίνεται προς εαυτό, υποκείμενον, ή άλλως η έννοια είναι εκεί μόνον δυνάμει. Εν ολίγοις λοιπόν ο Αριστοτέλης διδάσκει ότι κενόν καθολικόν δεν έχει ύπαρξιν ή δεν είναι αυτό είδη. Το καθόλου, η έννοια, είναι τω όντι πραγματικόν ως μερικόν και ατομικόν, ως είναι το τρίγωνον σχήμα και η φυτική ή θρεπτική ψυχή. Το τοιούτο καθολικόν είναι τόσον πραγματικόν, ώστε αυτό τούτο, άνευ περαιτέρω μεταβολής, είναι το πρώτον είδος του, περαιτέρω δε αναπτυσσόμενον δεν ανήκει εις αυτό, αλλ' εις υψηλοτέρας βαθμίδας (βλέπε ταύτα σαφέστερον εν J. Gaird. Φιλοσοφία της θρησκείας Μετάφρ. Π. Γρατσιάτου σελ. 91. Φιλοσ. Και Κοινων. Βιβλιοθ. Γ. Φέξη). Εν τω επομένω κεφαλαίω ο Αριστοτέλης αναπτύσσει πώς η φυτική ζωή είναι η καθόλου έννοια ή το είδος της ψυχής, η πρώτη εντελέχεια, η στοιχειώδης ψυχή.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'.
Περί του θρεπτικού. Προ της θρεπτικής δυνάμεως ανάγκη πρότερον να
εξετασθή η τροφή. Γενική θεωρία περί θρέψεως. Η γέννησις του ομοίου
και η διαιώνισις του είδους τελική αιτία αυτής. Αναίρεσις δόξης
Εμπεδοκλέους και των λεγόντων ότι το πυρ είναι αιτία της θρέψεως. Η
θρέψις είναι ενέργεια εναντίον επί του εναντίον, άμα δε και ομοίου
επί του ομοίου. Όρος της πέψεως η θερμότης. Θρεπτική και γεννητική
ψυχή μία.
1. Αναγκαίον είναι ο θέλων να μελετήση περί των δυνάμεων τούτων να εξετάση τι είναι εκάστη αυτών, έπειτα δε ομοίως να επιζητήση τα συνεχόμενα μετ' αυτών (τας ιδιότητας εκάστης) και τα λοιπά. Και αν πρέπη να ορίση τι είναι εκάστη αυτών, ήτοι τι είναι το νοητικόν, ή τι το αισθητικόν ή τι το θρεπτικόν, πρέπει πρότερον να ορίση τι είναι το νοείν και τι το αισθάνεσθαι, διότι λογικώς αι ενέργειαι και αι πράξεις των δυνάμεων είναι πρότεραι και σαφέστεραι των δυνάμεων. 124 και εάν τούτο αληθεύη, και αν ακόμη πρότερον των ενεργειών πρέπει να μελετήσωμεν τα αντικείμενα αυτών, ανάγκη διά την αυτήν αιτίαν να προσδιορίσωμεν πρώτον τα αντικείμενα ταύτα, ήτοι την τροφήν, το αισθητόν και το νοητόν.
2. Ώστε πρέπει πρώτον να ομιλήσωμεν περί θρέψεως και γεννήσεως, διότι η θρεπτική δύναμις και εις πάντα τα ζώντα υπάρχει και είναι η πρώτη και κοινοτάτη της ψυχής δύναμις, δι' ης η ζωή υπάρχει εις πάντα τα ζώντα. Έργον αυτής είναι να μεταχειρίζηται την τροφήν (να τρέφη) και να γεννά· διότι το φυσικώτερον έργον των εχόντων ζωήν, τα οποία δεν είναι ατελή, μήτε γεννώνται αυτομάτως, είναι να κάμνωσιν άλλο ον όμοιον με αυτά, ήτοι το ζώον να γεννά ζώον, το φυτόν δε φυτόν, διά να μετέχωσι του αιωνίου και του θείου καθ' όσον δύνανται. Διότι πάντα επιθυμούσι τούτο, και ένεκα τούτου πράττουσιν, όσα πράττουσι κατά φύσιν. Το δε ου ένεκα, η τελική αιτία είναι διττή, αφ' ενός μεν αυτό το αίτιον ή ο σκοπός και αφ' ετέρου εκείνο εν ω πραγματοποιείται ο σκοπός 125. Επειδή λοιπόν τα άτομα δεν δύνανται να μετέχωσι του αιωνίου και του θείου διά της ιδίας αυτών συνεχούς υπάρξεως, διότι ουδέν εκ των φθαρτών δύναται να διαμένη το αυτό (αναλλοίωτον), έν αριθμητικώς, διά τούτο έκαστον μετέχει του θείου ούτως, όπως δύναται, άλλο περισσότερον και άλλο ολιγώτερον και δεν διαμένει μεν αυτό το ίδιον, αλλά το όμοιον με αυτό, ουχί έν αριθμητικώς, αλλ' έν κατ' είδος 126.
3. Είναι δε η ψυχή αιτία και αρχή του ζώντος σώματος. Αιτία όμως και αρχή λέγονται κατά πολλάς σημασίας. Η δε ψυχή συμφώνως προς ταύτας είναι αιτία κατά τρεις προσδιωρισμένους τρόπους 127. Διότι και ως αιτία κινητική, και ως αιτία τελική, και ως ουσία των εμψύχων σωμάτων είναι αιτία η ψυχή.
4. Ότι μεν η ψυχή είναι αιτία ως ουσία, είναι φανερόν διότι, το αίτιον της υπάρξεως πάντων είναι η ουσία, η ζωή δε είναι η ύπαρξις των ζώντων, αιτία δε και αρχή της ζωής είναι η ψυχή. Προσέτι η εντελέχεια είναι ο λόγος (η σημασία) του εν δυνάμει όντος.
5. Φανερόν δ'είναι ότι η ψυχή είναι και τελικόν αίτιον, διότι καθώς ο νους ενεργεί πρός τινα σκοπόν, κατά τον αυτόν τρόπον ενεργεί και η φύσις, και τούτο είναι το τέλος, το οποίον αυτή επιδιώκει. Τοιούτος δε σκοπός ή τέλος εν τοις ζώοις είναι η ψυχή και τούτο διά την φύσιν αυτής, διότι πάντα τα φυσικά σώματα είναι όργανα της ψυχής· και όπως όργανα αυτής είναι τα των ζώων, ούτως είναι και τα των φυτών, διότι υπάρχουσι πάντα ένεκα της ψυχής είναι δε διττόν το ου ένεκα (η τελική αιτία), ήτοι αυτός ο σκοπός και εκείνο εν τω οποίω και διά το οποίον ενεργείται ο σκοπός.
6. Αλλά προσέτι και η δύναμις όθεν έρχεται η κατά τόπον κίνησις είναι η ψυχή· δεν υπάρχει όμως εις πάντα τα ζώντα η δύναμις αυτή της κινήσεως (λ.χ. εις τα φυτά, τα όστρεα κλπ.). Και η αλλοίωσις δε και η αύξησις προέρχονται εκ της ψυχής· διότι η μεν αίσθησις φαίνεται ότι είναι μεταβολή τις, ουδέν δε αισθάνεται, όπερ δεν έχει ψυχήν. Ομοίως δε είναι αιτία αυξήσεως και φθίσεως· διότι ουδέν φθίνει ουδέ αυξάνεται φυσικώς, εάν δεν τρέφηται, αλλά ουδέν τρέφεται, εάν δεν μετέχη ζωής.
7. O Εμπεδοκλής όμως δεν εξήγησεν ορθώς την αιτίαν της αυξήσεως, ισχυριζόμενος ότι η αύξησις συμβαίνει εις τα φυτά, διότι κάτω μεν βάλλουσι τας ρίζας, επειδή προς τοιαύτην διεύθυνσιν φέρεται φυσικώς η γη, προς τα άνω δε αυξάνονται (διά των κλάδων), διότι ούτω διευθύνεται και το πυρ. Αλλά ούτε το άνω ούτε το κάτω λαμβάνει ορθώς. Διότι το άνω και το κάτω δεν είναι τα αυτά προς πάντα τα όντα ούτε εις όλα τα μέρη του παντός. Αλλ' ό,τι είναι η κεφαλή εις τα ζώα, τούτο είναι αι ρίζαι εις τα φυτά, εάν πρέπη να διακρίνωμεν και να ταυτίζωμεν τα όργανα διά των ενεργειών των 128. Προς τούτοις τι είναι εκείνο όπερ συνέχει το πυρ και την γην, τα οποία φέρονται κατ' εναντίας διευθύνσεις; Διότι βεβαίως θα αποχωρισθώσιν, εάν ουδέν υπάρχη, ίνα εμποδίση (τον χωρισμόν). Αλλά, εάν υπάρχη το τοιούτον, η ψυχή είναι τούτο και το αίτιον της αυξήσεως και της θρέψεως (ουχί τα στοιχεία).
8. Πιστεύουσι τινές ότι η φύσις του πυρός είναι η απόλυτος αιτία της τροφής και της αυξήσεως· διότι μόνον το πυρ εξ όλων των σωμάτων ή των στοιχείων φαίνεται ότι τρέφεται και αυξάνεται· διό ηδύνατο τις να νομίση, ότι και εις τα φυτά και εις τα ζώα τούτο είναι όπερ παράγει αύξησιν και θρέψιν. Αλλά το πυρ είναι μεν συναίτιον 129, ουχί όμως το μόνον αίτιον τούτων, αλλά μάλλον η ψυχή είναι το καθ' αυτό αίτιον. Διότι η μεν αύξησις του πυρός προχωρεί επ' άπειρον, εφ' όσον υπάρχει καύσιμος ύλη, ενώ εις πάντα τα υπό της φύσεως γινόμενα όντα υπάρχει πέρας κατ' αναλογίαν του μεγέθους και της αυξήσεως αυτών· ταύτα δε, όριον και αναλογία, είναι ίδια προσόντα της ψυχής και ουχί του πυρός, και μάλλον του λόγου ή της ύλης.
9. Επειδή δε η αυτή δύναμις της ψυχής είναι θρεπτική άμα και γεννητική, αναγκαίον να ομιλήσωμεν πρώτον περί θρέψεως· διότι διά της ενεργείας ταύτης διακρίνεται αυτή από των άλλων δυνάμεων της ψυχής. Νομίζεται, ότι η τροφή είναι εναντίον ενεργούν επί εναντίου, δεν είναι όμως οιονδήποτε εναντίον ενεργούν επί του τυχόντος εναντίου, αλλ' είναι εκ των εναντίων όσα όχι μόνον γεννώνται εξ αλλήλων, αλλά και αυξάνονται το έν διά του άλλου. Διότι γίνονται πολλά εξ αλλήλων, αλλά δεν είναι πάντα ποσά (δεχόμενα αύξησιν), λ.χ. Το υγιές γίνεται εξ ασθενούς (και ανάπαλιν) 130. Όμως δεν φαίνονται ότι είναι κατά τον αυτόν τρόπον τροφή προς άλληλα, αλλά το μεν ύδωρ 131 είναι τροφή εις το πυρ, το πυρ όμως δεν τρέφει το ύδωρ. Εις τα απλά λοιπόν σώματα φαίνεται ότι ταύτα είναι ιδία τα δύο αντίθετα, το μεν η τροφή, το άλλο δε το τρεφόμενον.
/Οι επόμενες 3 παράγραφοι έχουν τυπωθεί εκ παραδρομής. Αποτελούν επανάληψη τμήματος του Γ κεφαλαίου ανωτέρω./
6. Συμβαίνει όμως και εις τα είδη της ψυχής ό,τι και εις τα σχήματα· δήλα δή εις το ακόλουθον υπάρχει δυνάμει το προηγούμενον 132, λ.χ. Το τετράγωνον εμπεριέχει το τρίγωνον και η αισθητική δύναμις την θρεπτικήν· επομένως εις έκαστον ον πρέπει να ζητώμεν τις είναι η ψυχή αυτού, ήτοι τις είναι η ψυχή του φυτού, τις η του θηρίου, τις η του ανθρώπου.
7. Δέον δε να εξετάσωμεν διά τίνα αιτίαν συνέχονται ταύτα τοιουτοτρόπως. Βεβαίως άνευ του θρεπτικού δεν υπάρχει το αισθητικόν, από του αισθητικού όμως δύναται να υπάρχη χωριστά το θρεπτικόν εν τοις φυτοίς. Και πάλιν άνευ της αφής ουδεμία εκ των άλλων αισθήσεων υπάρχει, η αφή όμως υπάρχει άνευ των άλλων αισθήσεων, διότι πολλά των ζώων ούτε όψιν, ούτε ακοήν έχουσιν, ούτε αίσθησιν οσμής. Και εκ των εχόντων αίσθησίν τινα μεν έχουσι την τοπικήν κίνησιν, άλλα όμως δεν έχουσιν. Ολίγιστα δε έχουσι τελευταίον την δύναμιν του λόγου και την διάνοιαν. Και όσα μεν των φθαρτών όντων έχουσι την δύναμιν του λόγου, ταύτα έχουσι και τας λοιπάς δυνάμεις. Αλλά τα έχοντα μίαν μόνην εξ αυτών, δεν έχουσι πάντα τον λόγον, αλλά τινά μεν αυτών ουδέ φαντασίαν 133 έχουσιν, άλλα δε με μόνην την φαντασίαν ζώσι. Περί δε του θεωρητικού νου αλλαχού θα γείνη λόγος. Είναι όμως λοιπόν ότι ο ορισμός μιας εκάστης των μορφών της ψυχής είναι και ο μάλλον αρμόζων ορισμός της ψυχής εν γένει.
Σημείωσις.— Ούτως ο άνθρωπος έχει τρεις ψυχάς ηνωμένας εν εαυτώ, τούτο δε η νεωτέρα επιστήμη εκφράζει λέγουσα ότι ο άνθρωπος 1) είναι φυτόν, 2) άμα και 3) ζώον. Καίτοι η έκφρασις τρεις ψυχαί δεν είναι ορθή, ουχ ήττον ο Αριστοτέλης ορθότατα διδάσκει ότι δεν πρέπει να ζητώμεν ψυχήν ή έννοιαν ψυχής, ήτις να είναι μεν κοινή εις πάσας ταύτας, αλλά να μη είναι ιδιαιτέρα ουδεμιάς αυτών, ούτε να εφαρμόζη εις κανέν μερικόν και ατομικόν
/Τέλος επανάληψης. Η επόμενη παράγραφος έχει ίδια αρίθμηση με εκείνην που την ακολουθεί./
13. Είναι δε άλλο το θρεπτικόν και άλλο το αυξητικόν διότι καθ' όσον είναι ποσόν τι το έμψυχον αυξάνεται, καθ' όσον δε είναι σώμα ωρισμένον και ουσία τρέφεται, και ούτω η τροφή διαφυλάττει την ουσίαν, διατηρείται δ' αυτή και υπάρχει εφ' όσον χρόνον τρέφεται. 134 Το θρεπτικόν δε γίνεται και αιτία γεννήσεως, δεν γεννάται όμως το τρεφόμενον, αλλά ον όμοιον με το τρεφόμενον, διότι τούτο υπάρχει ήδη, και ουδέν ον γεννά αυτό εαυτό, αλλά διατηρεί εαυτό. Ώστε η τοιαύτη αρχή (το θρεπτικόν) της ψυχής είναι δύναμις ικανή να συντηρή το ον το κατέχον αυτήν, καθ' όσον κατέχει αυτήν, διότι η τροφή παρασκευάζει αυτό προς ενέργειαν, και διά τούτο άμα στερηθή τροφής δεν δύναται πλέον να υπάρχη.
13. Επειδή δε τρία πράγματα υπάρχουσιν εδώ, το τρεφόμενον, το δι' ου τρέφεται, και το τρέφον αυτό 135, εκ τούτων το μεν τρέφον είναι αυτή η πρώτη (στοιχειώδης) ψυχή (η θρεπτική), το δε τρεφόμενον είναι το σώμα, το οποίον έχει αυτήν, εκείνο δε, δι' ου τρέφεται, είναι η τροφή. Επειδή δε δίκαιον είναι να ονομάζωνται τα πράγματα πάντα εκ του τέλους και του σκοπού αυτών, τέλος δε ενταύθα είναι να γεννήση όμοιον του το έμψυχον, διό πρώτη ψυχή δύναται να λέγηται η γεννητική του ομοίου 136.
14. Το δε μέσον, δι' ου τρέφεται το τρεφόμενον, είναι διττόν, όπως διά δύο τινών κυβερνάται και το πλοίον, τα οποία είναι η χειρ και το πηδάλιον, εκείνη μεν κινούν και κινούμενον, το δε άλλο μόνον κινούμενον 137. Είναι δε αναγκαίον να δύναται να χωνεύηται πάσα τροφή. Ενεργεί δε την χώνευσιν η θερμότης, και διά τούτο παν έμψυχον έχει θερμότητα. Εν κεφαλαίω λοιπόν εξηγήσαμεν τί εστιν η τροφή. Πρέπει δε να είπωμεν διασαφήσεις περί αυτής ύστερον εις τας σχετικάς πραγματείας.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'.
Γενικά περί τον αισθητικού· είναι δύναμις χρήζουσα των εξωτερικών
πραγμάτων, ίνα γείνη ενεργός. Εξέτασις της δόξης ότι το όμοιον
δύναται να πάσχη υπό του ομοίου. Αληθεύει, καθ' όσον διακρίνεται η
δύναμις και η ενέργεια. Η αίσθησις πριν ή πάθη υπό του αισθητού είναι
ανομοία προς αυτό. Όταν δε πάθη, γίνεται, ομοία αυτού.
1. Αφού ταύτα διωρίσαμεν, ας ομιλήσωμεν γενικώς περί πάσης αισθήσεως. Ως είπομεν, η αίσθησις συνίσταται εις το κινείσθαι και πάσχειν διότι νομίζεται ότι είναι μεταβολή τις 138. Τινές λέγουσιν ότι και το όμοιον πάσχει υπό του ομοίου. Πως δε τούτο είναι δυνατόν ή αδύνατον είπομεν εις την γενικήν πραγματείαν ημών περί του Ποιείν και του Πάσχειν.
2. Αλλά ζητείται διατί δεν υπάρχει αίσθησις και αυτών των αισθήσεων 139 και διατί τα αισθητήρια δεν παράγουσιν αίσθησιν άνευ των εξωτερικών πραγμάτων, μολονότι το πυρ, η γη και τα άλλα στοιχεία υπάρχουσιν εν τω αισθητικώ και έχομεν αίσθησιν τούτων είτε καθ' εαυτά είτε των συμβεβηκότων (ιδιοτήτων) αυτών. Αλλ' είναι πρόδηλον ότι η αισθητική δύναμις δεν είναι πάντοτε εν ενεργεία, αλλά δυνάμει μόνον 140. Διά τούτο αυτή είναι καθώς και η καύσιμος ύλη, η οποία δεν καίεται μόνη άνευ του πράγματος, το οποίον την κάμνει να καίη 141. Διότι άλλως θα έκαιεν εαυτήν και δεν θα είχε χρείαν του πραγματικού (προϋπάρχοντος) πυρός. Επειδή δε το αισθάνεσθαι λέγομεν κατά δύο σημασίας, διότι και το δυνάμει ακούον και βλέπον λέγομεν ότι ακούει και βλέπει και αν τύχη να κοιμάται, και το ήδη ενεργούν, ήτοι ακούον και βλέπον, λέγομεν ότι ακούει και βλέπει, ούτω δύναται και η αίσθησις να λέγηται κατά δύο σημασίας, κατά μίαν ως εν δυνάμει αίσθησις, κατ' άλλην δε ως εν ενεργεία (ομοίως και το αισθάνεσθαι λέγεται δυνάμει αισθάνεσθαι και εν ενεργεία αισθάνεσθαι).
3. Ας εννοήσωμεν λοιπόν πρώτον, ότι δηλούσι το αυτό πράγμα οι όροι πάσχειν και κινείσθαι και ενεργείν 142. Διότι και η κίνησις είναι ενέργειά τις, ατελής όμως, καθώς είπομεν αλλαχού 143. Πάντα όμως πάσχουσι και κινούνται υπ' άλλου όντος, όπερ δύναται να ποιή και είναι ενεργεία ον. Διά τούτο κατά τινα μεν τρόπον το όμοιον πάσχει υπό του ομοίου, κατ' άλλον δε υπό του ανομοίου, καθώς είπομεν ανωτέρω· διότι πάσχει μεν το ανόμοιον, αφού όμως έχει πάθη, τότε πλέον είναι όμοιον. 144.
4. Πρέπει δε και περί δυνάμεως και εντελέχειας να κάμωμεν διακρίσεις· διότι έως τώρα ομιλούμεν περί αυτών κατά τρόπον γενικόν. Κατά μίαν σημασίαν λέγομεν, ότι πράγμα τι είναι επιστήμων, ως ηθέλομεν είπει ότι ο άνθρωπος είναι επιστήμων, διότι ο άνθρωπος είναι εκ των όντων, τα οποία δύνανται να δέχωνται την επιστήμην και να έχωσιν αυτήν· αφ' ετέρου δε λέγομεν επίσης επιστήμονα τον κατέχοντα την επιστήμην, λ.χ. την γραμματικήν. Όμως καθείς των δύο τούτων δεν είναι δυνατός κατά τον αυτόν τρόπον, αλλ' ο μεν δύναται να γινώσκη, διότι τοιούτον είναι το γένος και η φύσις αυτού, ο δε διότι άμα θελήση δύναται να ενεργήση την επιστήμην του, όταν δεν τον εμποδίζη τίποτε εξωτερικόν. Τρίτος δε είναι ο νυν ενεργοποιών την επιστήμην του· και ούτος είναι ο κατ' εντελέχειαν και κυρίως επισταμένος το ωρισμένον τούτο πράγμα, το Α π.χ. Οι δε πρότεροι 145 είναι και οι δύο κατά δύναμιν επιστήμονες· αλλ' ο μεν πρώτος είναι επιστήμων, αφ'ού αλλοιωθή υπό της μελέτης και πολλάκις εκ μιας καταστάσεως μεταβληθή εις άλλην εναντίαν (εξ αγνοίας δηλ. εις γνώσιν)· ο δε άλλος είναι επιστήμων κατ' άλλον τρόπον, ως κατέχων την αριθμητικήν ή την γραμματικήν, μη ενεργοποιών δε αυτήν· μεταβαίνουσι δε εις την ενέργειαν ούτοι κατά διάφορον τρόπον.
5. Δεν είναι δε απλούν ουδέ το πάσχειν, αλλ' άλλοτε μεν το πάθος είναι φθορά τις υπό του εναντίου 146, άλλοτε δε είναι μάλλον συντήρησις του δυνάμει όντος υπό του εντελεχεία και ομοίου όντος κατά την αυτήν σχέσιν, την οποίαν έχει η δύναμις προς την εντελέχειαν. Ούτω το κατέχον την επιστήμην (ως δύναμιν) γίνεται ενεργεία επιστήμη (όταν μεταχειρίζηται αυτήν), τούτο δε ή δεν είναι μεταβολή, διότι είναι πρόοδος του υπάρχοντος εις αυτήν την φύσιν του και εις την τελειότητα αυτού 147, ή είναι άλλο είδος μεταβολής. Διά τούτο δεν είναι ορθόν να λέγηται ότι ο έχων την νόησιν μεταβάλλεται, όταν νοή, καθώς δεν είναι ορθόν να λέγηται ότι ο οικοδόμος μεταβάλλεται, όταν οικοδομή. Εκείνο λοιπόν, το oποίον μεταφέρει το εν δυνάμει ον εις εντελέχειαν ως προς τον νουν και την νόησιν, δίκαιον είναι να ονομάζηται ουχί διδασκαλία, αλλά να έχη άλλο όνομα. Το δε ον, το οποίον εκ της δυνάμεως μεταβαίνει εις την επιστήμην μανθάνον και λαμβάνον αυτήν υπό του εντελεχεία όντος επιστήμονος και δυναμένου να διδάξη αυτήν, ή δεν πρέπει να λέγηται ότι πάσχει, καθώς είπομεν, ή πρέπει να δεχθώμεν δύο τρόπους αλλοιώσεως, ήτοι την εις την στερητικήν διάθεσιν μεταβολήν και την άγουσαν εις την έξιν (κατοχήν) και την φυσικήν κατάστασιν 148.
6. Η πρώτη των δύο τούτων μεταβολών γίνεται εις το αισθητικόν ον υπ' αυτού του γεννώντος αυτό 149, όταν όμως γεννηθή, κατέχει ήδη εν εαυτώ την αίσθησιν ως είδος γνώσεως. Και η κατ' ενέργειαν δε αίσθησις λέγεται όπως και η κατ' ενέργειαν επιστήμη. Αλλ' υπάρχει η διαφορά, ότι τα αντικείμενα τα ποιητικά της ενεργεία υπάρξεως του αισθητικού είναι εξωτερικά, δηλ. το ορατόν και το ακουστόν αντικείμενον, όπως και αι λοιπαί αισθηταί ιδιότητες. Αίτιον τούτου είναι ότι η κατ' ενέργειαν αίσθησις αντικείμενον έχει τα καθ' έκαστα, η δε επιστήμη αντικείμενον έχει τα καθολικά 150. Τα καθόλου δε ταύτα είναι τρόπον τινά εν αυτή τη ψυχή.
Και διά τούτο δυνάμεθα να νοώμεν, όταν θέλωμεν. Αλλά να αισθανώμεθα δεν εξαρτάται εξ ημών, διότι είναι αναγκαίον να υπάρχη παρόν αισθητόν τι. Ομοίως δε συμβαίνει και εν ταις επιστήμαις των αισθητών όντων, διά την αυτήν αιτίαν, διότι τα αισθητά ανήκουσιν εις τον κόσμον των καθ' έκαστα και των εξωτερικών πραγμάτων.
7. Αλλά ταύτα μεν θα λάβωμεν καιρόν πάλιν να διασαφήσωμεν περισσότερον. Τώρα δε ας ορίσωμεν τόσον μόνον ότι, όπως η λεγομένη δύναμις ή το δυνάμει δεν είναι απλούν, αλλά άλλοτε μεν δηλοί δύναμιν καθ' ην σημασίαν λέγομεν, ότι ο παις δύναται να είναι στρατηγός, άλλοτε δε καθ' ην έννοιαν λέγομεν, ότι ο έχων την ηλικίαν να στρατηγή δύναται να στρατηγήση, ούτω και η αισθητική δύναμις τας αυτάς έχει σημασίας. Αλλ' επειδή οι διάφοροι ούτοι διορισμοί της δυνάμεως δεν έχουσιν ιδιαίτερον όνομα, ημείς όμως έχομεν ήδη εξηγηθή περί αυτών ότι είναι διάφοροι, και πώς είναι διάφοροι, ανάγκη να κάμνωμεν χρήσιν των κοινών λέξεων (δυνάμεως) πάσχειν, μεταβάλλεσθαι ως να εδήλουν την κυρίαν σημασίαν. Το αισθητικόν λοιπόν (η αίσθησις) είναι δυνάμει 151 Τοιούτον, οποίον είναι κατ' εντελέχειαν (πραγματικώς) το αισθητόν, ως είπομεν. Πάσχει λοιπόν καθ' όσον δεν είναι όμοιον με το αισθητόν, αφ' ου όμως έχει πάθη, τότε πλέον έχει ομοιωθή, και είναι τοιούτον, οποίον είναι το αισθητόν 152.
Σημείωσις. Αι αρχαί αι εν τω 5ω κεφαλαίω εκτιθέμεναι περί της αισθητικότητας άμα και αυτενεργείας του αισθητικού είναι εναντίαι εις την ψευδή υποκειμενικήν ιδεοκρατίαν, ήτις δοξάζει, ότι πάντα είναι πλάσματα του υποκειμένου. Η αίσθησις έχει στοιχείον παθητικόν. Αισθανόμενοι ευρίσκομεν εαυτούς διοριζομένους, (πάσχοντας) έσωθεν ή έξωθεν, υποκειμενικώς ή αντικειμενικώς.
Τούτο το να ευρίσκω εν εμοί διορισμούς αμέσους, ουχί υπ' εμού τεθειμένους, τούτο είναι τα παθητικόν, το μη ελεύθερον στοιχείον μου. Η αίσθησις είναι η σφαίρα του περιορισμού, του ενδεχομένου, της πεπερασμένης υποκειμενικότητος. Βεβαίως και τα αισθητά αντικείμενα, το φως και τον ήχον δυνάμεθα να νοώμεν διά της συγκεκριμένης ελευθέρας νοήσεως και να αποδεικνύωμεν ότι είναι διορισμοί του αυθοριζομένου πνεύματος. Αλλ' από τούτου διαφέρει πολύ η κατάστασις εκείνη, καθ' ην εγώ υπάρχω ως ατομικόν υποκείμενον και η ιδέα υπάρχει εις εμέ ως εις τούτο το μεμονωμένον άτομον. Αύτη είναι κατάστασις περιορισμού και παθητικότητος και κατά τούτο είναι ψευδής η θεωρία, ότι ουδέν έρχεται εις ημάς έξωθεν. Το ατομικόν στοιχείον εν τη αισθήσει αποτελεί την ατομικότητα της συνειδήσεως, ήτις υπάρχει εις τούτο εδώ το πράγμα εν αναφορά προς άλλο ως αισθητόν προς αισθητόν. Αλλά το αισθητικόν της ψυχής αντιδρά κατά του αισθητού πράγματος, αφομοιοί τούτο προς εαυτό, αναιρεί την παθητικότητα του και ούτως άρχεται η αυτενέργεια του καθολικού και η συνείδησις εκείνη, της οποίας εσχάτη ανάπτυξις είναι η επιστημονική και φιλοσοφική νόησις, η υψίστη μορφή της ελευθερίας.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ς'.
Περί των αισθητών. Σημασίαι του αισθητού. Αισθητόν 1ον υπό μιας
αισθήσεως, 2ον υπό πασών, 3ον Αισθητόν κατά συμβεβηκός και μετ' άλλων
αντικειμένων.
1. Εξετάζοντες τας κατ' ιδίαν αντιλήψεις αναγκαίον να ομιλήσωμεν πρώτον περί των αισθητών· λέγεται δε το αισθητόν κατά τρεις σημασίας, κατά δύο μεν εξ αυτών λέγομεν ότι αισθανόμεθα τα αισθητά καθ' εαυτά, κατά μίαν δε ότι κατά συμβεβηκός. Εκ των καθ' εαυτά αισθητών, των δύο πρώτων, άλλα μεν είναι ίδια εκάστης αισθήσεως, άλλα δε είναι κοινά εις πάσας τας αισθήσεις.
2. Ίδιον είναι εκείνο το αισθητόν, το οποίον δεν είναι δυνατόν να αισθανθώμεν δι' άλλης αισθήσεως και ως προς το οποίον δεν δύναται να απατηθή η σχετική αίσθησις, π.χ. Η όψις ίδιον έχει το χρώμα, η ακοή τον ήχον και η γεύσις τον χυμόν, η δε αφή έχει περισσοτέρας διαφοράς 153. Αλλ' εκάστη αίσθησις κρίνει βεβαίως περί του ιδίου αντικειμένου, και δεν απατάται η όψις διακρίνουσα ότι είναι χρώμα, ουδέ η ακοή ότι είναι ήχος, αλλά μόνον απατάται ως προς το τι είναι και πού είναι το χρωματιστόν αντικείμενον ή τι είναι και πού το ηχητικόν. Τα τοιαύτα λοιπόν λέγονται ίδια εκάστης αισθήσεως.
3. Κοινά δε εις πάσας είναι η κίνησις, η ηρεμία, ο αριθμός, το σχήμα και το μέγεθος. Διότι τα τοιαύτα δεν είναι ίδια ουδεμιάς αισθήσεως αποκλειστικώς, αλλ' είναι κοινά εις πάσας. Ούτω κίνησίς τις είναι αισθητή και διά της όψεως και διά της ακοής.
4. Κατά συμβεβηκός δε λέγεται το αισθητόν, όταν λ.χ. το λευκόν αντικείμενον, το οποίον βλέπομεν, είναι ο υιός του Διάρους· τω όντι κατά συμβεβηκός αισθανόμεθα τούτον, διότι το λευκόν, το οποίον αισθανόμεθα, συνέπεσε να είναι υιός του Διάρους 154. Διά τούτο και η αίσθησις ουδέν πάσχει υπό του αισθητού καθ' όσον είναι τοιούτον 155. Εκ των καθ' αυτά αισθητών όμως τα ιδία είναι κυριολεκτικώς αισθηταί ποιότητες και εις ταύτα αναφέρεται ουσιωδώς και κατά φύσιν εκάστη αίσθησις.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ'.
Γενικά περί δράσεως. Περί χρώματος. Το χρώμα κινεί το φως.
Αναίρεσις γνώμης Εμπεδοκλέους. Φωσφορικά σώματα. O αήρ αναγκαίον
διάμεσον προς ενέργειαν της οράσεως. Αναίρεσις δόξης Δημοκρίτου, ότι
δυνάμεθα να βλέπωμεν εν τω κενώ. Και αι άλλαι αισθήσεις χρήζουσι
διαμέσου (αέρος, ύδατος) προς ενέργειαν αυτών.
1. Το αντικείμενον, του οποίου αίσθησις είναι η όψις, είναι το ορατόν 156. Ορατόν δε είναι το χρώμα και εκείνο όπερ δυνάμεθα να εξηγήσωμεν διά του νου, αλλά δεν έχει ίδιον όνομα 157. Φανερόν δε θα γίνη κάλλιστα ό,τι λέγομεν, όταν προχωρήσωμεν. Το ορατόν λοιπόν είναι το χρώμα· τούτο δε υπάρχει (επί της επιφανείας), επί του καθ' αυτό ορατού 158, όπερ είναι καθ' αυτό ορατόν ουχί κατά λόγον 159, αλλά διότι έχει εν εαυτώ το αίτιον του να είναι ορατόν 160. Παν χρώμα δύναται να κινή το κατ' ενέργειαν διαφανές 161 και αύτη είναι η φύσις του χρώματος. Διά τούτο δεν υπάρχει ορατόν άνευ φωτός, αλλά παν χρώμα εκάστου πράγματος οράται μόνον εις το φως. Όθεν πρέπει πρώτον να είπωμεν περί φωτός τι είναι.
2. Το φως βεβαίως είναι διαφανές τι. Λέγω δε διαφανές εκείνο, το οποίον είναι μεν ορατόν, ουχί όμως καθ' εαυτό ορατόν, και απολύτως, αλλά διά μέσου ξένου τινός, του χρώματος. Τοιούτον δε διαφανές είναι ο αήρ, το ύδωρ και άλλα των στερεών (ύαλος κλπ.), δεν είναι όμως το ύδωρ διαφανές ως ύδωρ, ουδέ ο αήρ ως αήρ, αλλά διότι υπάρχει εις τα δύο ταύτα η αυτή ιδιότης, ήτις είναι η αυτή με την εν τω αιωνίω και θείω σώματι 162 υπάρχουσαν. Το φως δε είναι η ενεργοποίησις του διαφανούς, ως διαφανούς 163. Εκείνο δε (το διάμεσον), εν τω οποίω το διαφανές υπάρχει εν δυνάμει, τούτο είναι και το σκότος. Το φως είναι τρόπον τινά το χρώμα του διαφανούς, όταν το διαφανές γίνεται εντελεχεία διαφανές είτε υπό του πυρός είτε υπό άλλης αιτίας τοιαύτης, οίον είναι το άνω σώμα (ο ήλιος)· διότι και τούτο το σώμα έχει τι το αυτό με το πυρ. Τι είναι λοιπόν το διαφανές και τι είναι το φως, είπομεν, το φως δηλ. δεν είναι πυρ ούτε σώμα παντάπασιν ούτε απόρροια σώματος (διότι ούτω θα ήτο σώμα τι), αλλ' η παρουσία (επενέργεια) του πυρός ή άλλου τοιούτου σώματος εν τω διαφανεί, διότι δεν είναι δυνατόν δύο σώματα 164 συγχρόνως να υπάρχωσιν εν τω αυτώ.