WeRead Powered by ReaderPub
Ηθικά Νικομάχεια, Τόμος Δεύτερος cover

Ηθικά Νικομάχεια, Τόμος Δεύτερος

Chapter 14: ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ'.
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

The philosopher presents an account of moral virtue as a stable disposition formed by repeated choice and habituation, defines virtue as a mean between excess and deficiency, and analyzes particular virtues (temperance, continence, intemperance, liberality, magnificence, magnanimity) and their opposites. He distinguishes voluntary from involuntary actions, examines the nature of pleasure and its relation to human flourishing, and argues that ethical well-being arises from right deliberation, balanced appetites, and the cultivation of character through practiced habits.

The Project Gutenberg eBook of Ηθικά Νικομάχεια, Τόμος Δεύτερος

This ebook is for the use of anyone anywhere in the United States and most other parts of the world at no cost and with almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included with this ebook or online at www.gutenberg.org. If you are not located in the United States, you will have to check the laws of the country where you are located before using this eBook.

Title: Ηθικά Νικομάχεια, Τόμος Δεύτερος

Author: Aristotle

Translator: Kyriakos Zambas

Release date: May 31, 2009 [eBook #29011]
Most recently updated: November 29, 2009

Language: Greek

Credits: Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iason Konstantinidis

*** START OF THE PROJECT GUTENBERG EBOOK ΗΘΙΚΆ ΝΙΚΟΜΆΧΕΙΑ, ΤΌΜΟΣ ΔΕΎΤΕΡΟΣ ***

Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iason Konstantinidis

Note: The table of contents has been inserted for the convenience of the reader. Bold characters in the book have been included in &&. Comments been marked by []. Numbers in curly brackets relate to the footnotes that have been transferred at the end of the book. The tonic system has been changed from polytonic to monotonic, otherwise the spelling of the book has not been changed.

Σημείωση: Ο Πίνακας περιεχομένων δημιουργήθηκε για την διευκόλυνση του αναγνώστη. Έντονες λέξεις έχουν συμπεριληφθεί μεταξύ &&. Σχόλια περιλαμβάνονται σε []. Οι αριθμοί σε αγκύλες {} αφορούν στις υποσημειώσεις των σελίδων που έχουν μεταφερθεί στο τέλος Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου.

Π Ι Ν Α Κ Α Σ Π Ε Ρ Ι Ε Χ Ο Μ Ε Ν Ω Ν

ΠΡΟΛΟΓΟΣ
ΒΙΒΛΙΟΝ Η.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'. – ΙΕ’.
ΒΙΒΛΙΟΝ Θ.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'. – Ις’.
ΒΙΒΛΙΟΝ Ι.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'. – ΙΒ’.
ΒΙΒΛΙΟΝ Κ.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'. - Ι'.

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ
ΗΘΙΚΑ ΝΙΚΟΜΑΧΕΙΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ ΚΥΡ. Ζ Α Μ Π Α
ΤΟΜΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ
ΗΘΙΚΑ ΝΙΚΟΜΑΧΕΙΑ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ ΚΥΡ. ΖΑΜΠΑ

ΤΟΜΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ

ΒΙΒΛΙΟΝ Η.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'.

&Εγκράτεια και ακράτεια.&

&Κτηνωδία και θέωσις παρεκβατικώς. — Ακράτεια και εγκράτεια εισαγωγικώς.& — Και τόρα πλέον αφού λάβωμεν άλλην αρχήν αρμόζει να ειπούμεν, ότι από τα άξια αποφυγής ήθη τρία είδη υπάρχουν, δηλαδή η κακία, η ακράτεια, και η θηριωδία (κτηνωδία). Τα δε αντίθετα των μεν δύο είναι προφανή — δηλαδή το έν μεν από αυτά το ονομάζομεν αρετήν, το δε άλλο εγκράτειαν — εις την θηριωδίαν όμως αρμόζει παρά πολύ να αντιτάξωμεν την υπεράνθρωπον αρετήν, δηλαδή την ηρωικήν και την θείαν, καθώς ο Όμηρος παρέστησε τον Πρίαμον να λέγη περί του Έκτορος τα εξής, επειδή ήτο πολύ αγαθός :

                             Δεν ώμοιαζε καθόλου
    Πως τον εγέννησε θνητός, μα θάταν θεού γέννα.

Επομένως, εάν, καθώς λέγουν, μερικοί από τους ανθρώπους γίνωνται θεοί από υπερβολικήν αρετήν, τότε ένα τοιούτον είδος βεβαίως θα είναι η διάθεσις η αντιτιθεμένη εις την θηριωδίαν. Διότι καθώς του ζώου ούτε κακία υπάρχει ούτε αρετή, ομοίως και του θεού δεν υπάρχει, αλλά αυτού μεν η διάθεσις είναι τιμαλφέστερον είδος από την αρετήν, του δε ζώου η ιδιότης είναι κάποιον άλλο είδος κακίας. Και καθώς είναι σπάνιον να ευρεθή θείος άνθρωπος, καθώς συνηθίζουν να ονομάζουν τους τοιούτους οι Λάκωνες όταν εκτιμήσουν κανένα μέχρι θαυμασμού — και λέγουν «θείος ανήρ ούτος», ομοίως και ο κτηνώδης είναι σπάνιος μεταξύ των ανθρώπων. Κυρίως δε υπάρχουν τοιούτοι εις τους βαρβάρους, και τούτο προέρχεται κάποτε από ασθενείας και στρεβλώσεις σωματικάς. Ακόμη δε και εις εκείνους όσοι έχουν υπερβολικήν κακίαν αποδίδομεν προς δυσφημίαν αυτό το όνομα. Αλλά περί αυτού του είδους της (θείας) διαθέσεως κατόπιν θα κάμωμεν λόγον {1}, περί δε της κακίας ωμιλήσαμεν προηγουμένως. Τόρα δε πρέπει να ομιλήσωμεν περί ακρατείας και μαλθακότητος και τρυφηλότητος, και εξ άλλου περί εγκρατείας και καρτερίας. Δηλαδή έκαστον είδος από αυτά δεν πρέπει να το θεωρήσωμεν το ίδιον με την αρετήν και την μοχθηρίαν ούτε πάλιν ως διαφορετικόν γένος. Είναι δε ανάγκη, καθώς και εις τα άλλα, πρώτον να θέσωμεν τα φαινόμενα και τας απορίας μας και κατόπιν να αποδείξωμεν κυρίως μεν όλα όσα είναι ευλογοφανή ως προς τα πάθη, ειδεμή, τα περισσότερα και τα σπουδαιότερα. Διότι, εάν αφ' ενός λύσωμεν τα δύσκολα προβλήματα και αφ' ετέρου απομείνουν τα ευλογοφανή, τότε είναι αρκετή απόδειξις τούτο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'.

&Προβλήματα εγκρατείας και ακρατείας&. — Φαίνεται δε ότι η εγκράτεια και η καρτερία ανήκει εις τα σπουδαία και αξιέπαινα, η δε ακράτεια και η μαλθακότης εις τα ουτιδανά και αξιοκατάκριτα. Έπειτα ο ίδιος άνθρωπος είναι εγκρατής και επίμονος εις τους στοχασμούς και πάλιν ακρατής και άστατος εις τους στοχασμούς. Και ο μεν ακρατής γνωρίζει ότι είναι ουτιδαναί αι επιθυμίαι του και τας εκτελεί από πάθος, ο δε εγκρατής γνωρίζει ότι είναι ουτιδαναί αι επιθυμίαι του και δεν τας ακολουθεί εξ αιτίας της λογικής του. Έπειτα ο σώφρων είναι εγκρατής και καρτερικός, και τον τοιούτον άλλοι μεν τον θεωρούν εις όλα σώφρονα, άλλοι όμως όχι, επίσης δε συγκεχυμένως θεωρούν τον ακόλαστον ακρατή, και τον ακρατή ακόλαστον, άλλοτε όμως τους διακρίνουν. Διά τον φρόνιμον όμως άλλοτε μεν λέγουν ότι δεν είναι δυνατόν να είναι ακρατής, άλλοτε δε ότι μερικοί, ενώ είναι φρόνιμοι και δαιμόνιοι, είναι ακρατείς. Έπειτα η λέξις ακρατής εφαρμόζεται και επί της εξάψεως της τιμής και επί της κερδοσκοπίας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ’.

&Σχέσις επιστήμης και ακρατείας.&

Λοιπόν αυταί είναι αι διαδιδόμεναι ιδέαι περί αυτών. Είναι δε απορίας άξιον πώς ημπορεί κανείς να είναι ακρατής, όταν κρίνη ορθώς. Λέγουν λοιπόν μερικοί ότι όστις γνωρίζει επιστημονικώς δεν είναι δυνατόν να είναι ακρατής. Διότι θα ήτο φρίκη να υπάρχη εις κάποιον επιστήμη, καθώς εφρόνει ο Σωκράτης, και να τον νικά άλλο τίποτε και να τον σύρη προς αυτήν ωσάν ανδράποδον. Και βεβαίως ο Σωκράτης απολύτως αντέκρουε αυτό το ζήτημα και ενόμιζε ότι δεν υπάρχει ακράτεια. Διότι δήθεν κανείς δεν πράττει έξω από το καλλίτερον όταν γνωρίζη αυτό, αλλά μόνον όταν δεν το γνωρίζη. Και λοιπόν αυτός ο διισχυρισμός διαφιλονικεί πράγματα τα οποία φαίνονται καθαρά, και είναι ανάγκη να εξετάσωμεν, δι' αυτό το πάθος, εάν προέρχεται από άγνοιαν, ποίου είδους είναι αυτή η άγνοια — διότι βεβαίως είναι προφανές ότι όστις είναι ακρατής δεν έχει γνώσιν, πριν να καταντήση εις αυτό το πάθος.

&Γνώμαι αντίθετοι προς την Σωκρατικήν περί σωφροσύνης και εγκρατείας&. — Υπάρχουν δε μερικοί οι οποίοι άλλα μεν παραδέχονται, άλλα όμως όχι. Δηλαδή ότι μεν τίποτε δεν υπάρχει ανώτερον από την επιστήμην το παραδέχονται, ότι όμως κανείς δεν εκτελεί έξω από όσα εφάνησαν ορθά δεν το παραδέχονται, και δια τούτο λέγουν ότι ο ακρατής νικάται από τας ηδονάς, διότι δεν έχει τελείαν επιστήμην αλλά κρίσιν. Αλλά βεβαίως, εάν υπάρχη απλή κρίσις και όχι επιστήμη, ούτε ισχυρά γνώμη δια να αντιτείνη, αλλά ήπια, καθώς συμβαίνει εις τους διστάζοντας, τότε συγχωρείται το να μη εμμένη εις αυτάς απέναντι σφοδρών επιθυμιών. Αλλά δια την μοχθηρίαν δεν υπάρχει συγγνώμη, ούτε διά κανέν από τα άλλα τα αξιοκατάκριτα. Τότε λοιπόν ίσως μόνον όταν αντιτείνη η φρόνησις υπάρχει ακράτεια, διότι αυτή είναι πολύ ισχυρά. Αλλά τούτο πάλιν είναι άτοπον, διότι παραδέχεται ότι ο ίδιος άνθρωπος είναι φρόνιμος και ακρατής. Και βεβαίως ούτε ένας άνθρωπος δεν θα ευρεθή να ειπή ότι είναι ιδιότης του φρονίμου το να εκτελή εκουσίως τα πλέον ουτιδανά έργα. Εκτός δε τούτου προηγουμένως απεδείξαμεν ότι ο φρόνιμος είναι εκτελεστικός — διότι η ενέργεια του ανήκει εις τα τελευταία — και ότι έχει τας άλλας αρετάς. Έπειτα, εάν μεν ο εγκρατής συνίσταται εις το να συγκρατή επιθυμίας σφοδράς και ουτιδανάς, τότε δεν ημπορεί ο σώφρων να είναι εγκρατής ούτε ο εγκρατής σώφρων. Διότι ιδιότης του σώφρονος δεν είναι ούτε να έχη σφοδράς επιθυμίας ούτε ουτιδανάς. Και όμως είναι ανάγκη. Διότι, εάν αι επιθυμίαι είναι καλαί, τότε η διάθεσις η οποία εμποδίζει να τας ακολουθήσωμεν είναι ουτιδανή, ώστε η εγκράτεια δεν είναι πάντοτε σπουδαία. Εάν δε αι επιθυμίαι είναι ελαφραί και όχι ποταπαί, τότε η εγκράτεια δεν είναι κανέν τιμαλφές πράγμα, εάν δε πάλιν εκείναι είναι ποταπαί και ελαφραί, τότε αυτή δεν είναι κανέν σπουδαίον πράγμα. Έπειτα, εάν η εγκράτεια μας κάμνη να επιμείνωμεν εις οποιανδήποτε κρίσιν, τότε είναι ουτιδανή• λόγου χάριν εάν μας κάμνη να επιμένωμεν και εις την ψευδή. Και πάλιν, εάν η ακράτεια μας κάμνη ασταθείς εις όλας τας κρίσεις, τότε είναι δυνατόν να υπάρξη και κάποιον είδος ακρατείας σπουδαίον• λόγου χάριν ο Νεοπτόλεμος εις τον Φιλοκτήτην του Σοφοκλέους. Δηλαδή αυτός είναι αξιέπαινος, διότι δεν επιμένει εις όσα τον κατέπεισε ο Οδυσσεύς και από ευσπλαχνίαν λέγει ψέμματα. Έπειτα γεννά απορίαν ο σοφιστικός λόγος όταν ψεύδεται. Διότι, επειδή θέλει να εξελέγξη ως ψευδή πράγματα τα οποία δεν είναι ευλογοφανή, διά να φαίνεται δεινός όταν επιτύχη, κάμνει συλλογισμόν ο οποίος αποτελεί απορίαν. Δηλαδή δεσμεύεται η διάνοια, όταν δεν θέλη μεν να επιμείνη διότι δεν ευχαριστείται εις το συμπέρασμα, δεν ημπορή όμως και να προχωρήση διότι δεν ημπορεί να λύση το πρόβλημα. Συμβαίνει δε με κάποιον λόγον η αφροσύνη να γίνεται αρετή όταν συνοδεύεται με ακράτειαν. Διότι εξ αιτίας της ακρατείας εκτελεί τα αντίθετα από ό,τι φρονεί, φρονεί δε ότι τα αγαθά είναι κακά και δεν πρέπει να τα εκτελή, επομένως εκτελεί αντιθέτως τα αγαθά και όχι τα κακά. Έπειτα όστις εκ πεποιθήσεως εκτελεί και επιδιώκει και προτιμά τα ηδονικά, θα φανή καλλίτερος από εκείνον όστις τα εκτελεί όχι με λογικήν αλλά ένεκα ακρατείας. Δηλαδή αυτός είναι περισσότερον ευκολοθεράπευτος, διότι είναι δυνατόν να πεισθή να αλλάξη γνώμην. O ακρατής όμως είναι ένοχος κατά την παροιμίαν που λέγει «όταν τα νερά σε πνίγουν, τι θέλεις να πολυπίνης ;». Διότι, εάν μεν εκ πεποιθήσεως εκτελή όσα εκτελεί, είναι δυνατόν να παύση αφού μεταπεισθή, τόρα όμως εξ ίσου πεπεισμένος εκτελεί τα διαφορετικά. Έπειτα, εάν η ακράτεια περιστρέφεται εις όλα, τότε ποίος είναι απολύτως ακρατής; Διότι κανείς δεν έχει όλα μαζί τα είδη της ακρατείας, λέγομεν δε ότι μερικά είδη είναι γενικά και απόλυτα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'.

&Η φύσις της εγκρατείας και ακρατείας&. — Λοιπόν τα μεν προβλήματα είναι τοιαύτα περίπου, από αυτά δε άλλα μεν πρέπει να αναιρεθούν, άλλα δε να μείνουν. Διότι η λύσις του προβλήματος αποτελεί την εύρεσιν. Πρώτον λοιπόν πρέπει να εξετάσωμεν αν είναι εν γνώσει ή όχι, και πώς είναι εν γνώσει. Έπειτα εις ποία θα ειπούμεν ότι περιστρέφεται ο ακρατής και ο εγκρατής, δηλαδή αν περιστρέφεται εις όλα τα είδη της ηδονής και λύπης ή εις μερικάς μόνον ωρισμένας. Και πάλιν άραγε ο εγκρατής και ο καρτερικός είναι το ίδιον πρόσωπον ή διάφορον, ομοίως δε και διά τα άλλα όσα είναι συγγενή με αυτήν την θεωρίαν. Αρχή δε της εξετάσεως είναι το εξής. Άραγε ο εγκρατής και ο ακρατής είναι αντίθετοι μόνον ως προς το αντικείμενον της επιθυμίας ή ως προς την διάθεσιν, δηλαδή άραγε ως προς έν ωρισμένον πράγμα είναι ακρατής ο ακρατής, ή όχι, αλλά ως προς την διάθεσιν; ή όχι μόνον ως προς τον έν, αλλά και ως προς τα δύο μαζί; Έπειτα άραγε εις όλα τα ζητήματα περιστρέφεται η ακράτεια και η εγκράτεια, ή όχι; Δηλαδή ο απολύτως εγκρατής δεν περιστρέφεται εις όλα τα είδη παρά μόνον εις όσα ο ακόλαστος, και η διάθεσίς του δεν είναι απόλυτος ως προς αυτά — διότι τότε θα ήτο το ίδιον με την ακολασίαν — αλλά είναι μία ωρισμένη. Δηλαδή ο μεν ακόλαστος σύρεται από τα πάθη κατά προαίρεσιν, διότι νομίζει ότι πρέπει να επιδιώκη την προσωρινήν ηδονήν, ο δε ακρατής δεν φρονεί μεν ομοίως, την ηδονήν όμως την επιδιώκει.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'.

&Αν η ακράτεια είναι παράβασις της κρίσεως ή της επιστήμης&. — Αν λοιπόν της αληθούς κρίσεως και όχι της επιστήμης παράβασις είναι η ακράτεια ή όχι δεν έχει καμμίαν σημασίαν διά το ζήτημα μας — διότι μερικοί ενώ κρίνουν δεν διστάζουν, αλλά νομίζουν ότι γνωρίζουν ακριβώς. — Επομένως, εάν μάλλον από την ήπιαν πίστιν των οι κρίνοντες εκτελούν έξω από την γνώμην των παρά οι γνωρίζοντες, τότε δεν έχει πάλιν καμμίαν διαφοράν η επιστήμη από την κρίσιν. Διότι μερικοί πιστεύουν όχι ολιγώτερον εις τας κρίσεις των, παρ' όσον άλλοι εις τας επιστημονικάς των γνώσεις. Απόδειξις δε είναι ο Ηράκλειτος {2}.

&Δύο είδη επιστήμης&. — Επειδή όμως η επιστήμη έχει δύο σημασίας — δηλαδή λέγομεν ότι κατέχει την επιστήμην και όστις την έχει χωρίς να την χρησιμοποιή και όστις την χρησιμοποιεί — έπεται ότι διαφέρει επίσης το να εκτελή κανείς όσα δεν πρέπει να εκτελή ενώ κατέχει αυτήν αλλά δεν την ενθυμείται, από το να εκτελή αυτά ενώ κατέχει και ενθυμείται αυτήν. Δηλαδή κυρίως το τελευταίον τούτο θεωρείται κακόν και όχι όταν κανείς εκτελή χωρίς να την ενθυμήται. Έπειτα, επειδή αι ηγούμεναι προτάσεις του συλλογισμού είναι δύο, μείζων και ελάσσων, τίποτε δεν τον εμποδίζει να εκτελή έξω από την επιστήμην, όταν κατέχη μεν κανείς και τας δύο, αλλά μεταχειρίζεται την καθόλου και όχι την μερικήν. Διότι η εκτέλεσις αναφέρεται εις τα καθέκαστα. Εκτός τούτου έχει διαφοράν και η καθόλου πρότασις, διότι άλλοτε μεν αναφέρεται εις το πρόσωπον, άλλοτε δε εις το πράγμα. Λόγου χάριν ότι «εις κάθε άνθρωπον ωφελούν τα στεγνά», και ότι πάλιν «τοιούτος είναι ο άνθρωπος», ή ότι «στεγνόν είναι το τοιούτον ή τοιούτον». Αν όμως τούτο εδώ είναι τοιούτον, πιθανόν να μη το γνωρίζη ή να μη το χρησιμοποιή. Αυταί λοιπόν αι διαφοραί των ηγουμένων προτάσεων προξενούν τόσον υπερβολικήν διαφοράν, ώστε πλέον να φαίνεται ότι κατά τον ένα μεν τρόπον να συμβαίνη δεν είναι διόλου παράδοξον, κατά τον άλλον όμως είναι πολύ παράδοξον. Έπειτα είναι δυνατόν οι άνθρωποι να κατέχουν την επιστήμην κατά τρόπον διάφορον από αυτούς που είπαμεν τόρα. Δηλαδή η διαφορά της διαθέσεως φαίνεται εις το να έχωμεν αλλά να μη μεταχειριζώμεθα, επομένως κάπως να έχωμεν, και κάπως να μη έχωμεν, ως άλλοι κοιμώμενοι ή μανιακοί ή μεθυσμένοι. Και βεβαίως αυτήν την διάθεσιν έχουν όσοι ευρίσκονται μέσα εις τα πάθη των. Διότι αι εξάψεις και αι αφροδισιακαί επιθυμίαι και μερικά παρόμοια μεταβάλλουν φανερά και τον οργανισμόν, και εις μερικούς εμπνέουν μανίας. Λοιπόν είναι φανερόν ότι πρέπει να ειπούμεν ότι αυτούς ομοιάζουν οι ακρατείς. Το ότι δε αυτοί απαγγέλλουν τους επιστημονικούς λόγους δεν σημαίνει τίποτε. Διότι και όσοι ευρίσκονται μέσα εις αυτά τα πάθη απαγγέλλουν αποδείξεις και λόγους του Εμπεδοκλέους, και εξ άλλου όσοι μανθάνουν πρώτην φοράν, αποστηθίζουν μεν τους λόγους, ακόμη όμως δεν τους γνωρίζουν. Δηλαδή απαιτείται να τους χωνεύσουν, τούτο δε απαιτεί χρόνον, επομένως πρέπει να παραδεχθώμεν ότι οι ακρατείς ομιλούν καθώς οι ηθοποιοί.

&Φυσιολογική απόδειξις&. — Ακόμη δε και ως εξής ημπορεί κανείς να εύρη φυσιολογικώς την αιτίαν. Δηλαδή η μεν καθολική πρότασις είναι κρίσις, η δε άλλη ανήκει εις τα μερικά, εις τα οποία πλέον έχει κύρος η αίσθησις. Όταν δε από αυτάς τας δύο παραχθή έν συμπέρασμα, είναι ανάγκη αυτό το συμπέρασμα αφ' ενός μεν η ψυχή να το παραδεχθή καταφατικώς, αφ' ετέρου δε όπου πρόκειται περί εκτελεστών να το εκτελέση αμέσως. Λόγου χάριν, εάν πρέπη να δοκιμάζωμεν όλα τα γλυκά, τούτο δε εδώ είναι γλυκό, διότι είναι έν από τα μερικά, είναι ανάγκη, όστις ημπορεί και δεν εμποδίζεται, να εκτελέση αυτήν την δοκιμήν συγχρόνως. Όταν λοιπόν η μεν καθολική, ότι δηλαδή παν γλυκύ είναι ηδονικόν, ενυπάρχη και εμποδίζη κάποιον να δοκιμάση, η δε άλλη (η μερική), δηλαδή ότι τούτο εδώ είναι γλυκύ, τον παρακινή, και όταν τύχη να υπάρχη εις αυτόν επιθυμία, τότε εκείνη μεν τον συμβουλεύει να το αποφύγη, η επιθυμία όμως τον παρασύρει — διότι έκαστον μέρος της ψυχής έχει την δύναμιν να τον κινήση. Επομένως συμβαίνει κάπως να είναι κανείς ακρατής με λόγον και με κρίσιν, όχι αντιφατικήν προς εαυτήν, αλλά κατά σύμπτωσιν — διότι η επιθυμία και όχι η κρίσις είναι αντίθετος προς τον ορθόν λόγον. Επομένως και δι' αυτόν ακόμη τον λόγον τα ζώα δεν είναι ακρατή, διότι δεν έχουν γνώμην διά τα καθολικά, αλλά μόνον φαντασίαν και μνήμην των μερικών. Πώς δε λύεται η άγνοια και γίνεται πάλιν επιστήμων ο ακρατής, υπάρχει η ιδία εξήγησις με τον μεθυσμένον και κοιμώμενον και δεν είναι ειδική μόνον εις τούτο το πάθος, και δι' αυτό αυτήν πρέπει να την μάθωμεν από τους φυσιολόγους.

Επειδή δε η τελευταία πρότασις είναι κρίσις ενός αισθητού και κυρίαρχος των πράξεων, έπεται ότι ή δεν έχει αυτήν όταν ευρίσκεται μέσα εις το πάθος του, ή την κατέχει τόσον, ώστε να μη την γνωρίζη επιστημονικώς, αλλά να την απαγγέλλη καθώς ο μεθυσμένος του Εμπεδοκλέους, αφού μάλιστα ο τελευταίος όρος δεν είναι καθολικός, ούτε φαίνεται ότι είναι ομοίως επιστημονικός όσον καθολικός. Και φαίνεται ότι συμβαίνει εκείνο το οποίον εξήταζε ο Σωκράτης. Δηλαδή το πάθος δεν συμβαίνει επί παρουσία της επιστήμης, η οποία φαίνεται ότι είναι κυριολεκτικώς επιστήμη, ούτε αυτή παρασύρεται από το πάθος, αλλά η αισθητική (μερική) επιστήμη. Λοιπόν περί της εν γνώσει και μη ακρατείας και με ποίου είδους γνώσιν είναι δυνατόν να είναι κανείς ακρατής, είναι αρκετά όσα είπαμεν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ς'.

&Απόλυτος και μερική ακράτεια& — Αλλ' αν υπάρχει απολύτως ακρατής, ή όλοι είναι μερικώς ακρατείς, και όταν υπάρχη, εις ποία είναι τοιούτος, αυτό πρέπει να το εξετάσωμεν εις τα επόμενα. Ότι λοιπόν ως προς τας ηδονάς και λύπας είναι εγκρατείς και καρτερικοί και ακρατείς και μαλθακοί, αυτό είναι φανερόν. Αλλά από όσα μας προξενούν ηδονήν, άλλα μεν είναι αναγκαία, άλλα όμως είναι μεν καθ' εαυτά προτιμητέα, επιδέχονται όμως υπερβολήν, και αναγκαία μεν είναι τα σωματικά - εννοώ δε τα εξής : τας τροφάς και τας αφροδισιακάς ανάγκας και εκείνου είδους τα σωματικά εις τα οποία είπαμεν ότι περιστρέφεται η ακολασία και η σωφροσύνη.

Τα δε άλλα δεν είναι αναγκαία, αλλά προτιμητέα καθ' εαυτά — εννοώ δε την νίκην, την τιμήν, τον πλούτον και τα όμοια αγαθά και ηδονικά. Όσοι λοιπόν είναι υπερβολικοί έξω από τον ορθόν λόγον ως προς αυτά, αυτούς δεν τους ονομάζομεν γενικώς ακρατείς, αλλά προσθέτομεν τον προσδιορισμόν ακρατείς χρημάτων, και κέρδους και τιμής και εξάψεως. Όχι όμως απολύτως, διότι τους θεωρούμεν διαφορετικούς και από την ομοιότητα ονομαζόμενους ούτω πως, καθώς ωνομάζετο Άνθρωπος ο νικητής των Ολυμπίων. Δηλαδή εις εκείνον η κοινή ονομασία δεν είχε καμμίαν διαφοράν από την ατομικήν, και όμως ήτο διαφορετική. — Απόδειξις δε τούτου είναι ότι η μεν ακράτεια κατακρίνεται όχι μόνον ως σφάλμα αλλά και ως κάποια κακία ή απολύτως ή ως προς έν μέρος, από αυτούς όμως κανείς δεν κατακρίνεται. Ως προς δε τας σωματικάς απολαύσεις, διά τας οποίας χαρακτηρίζομεν τον σώφρονα και τον ακόλαστον, όστις χωρίς προαίρεσιν επιδιώκει την υπερβολήν εις τα ηδονικά και αποφεύγει τα μέτρια λυπηρά, καθώς την πείναν, την δίψαν, την πύρωσιν, το πάγωμα και όλα τα σχετικά με την αφήν και την γεύσιν, και εκτελεί έξω από την προαίρεσιν και την διάνοιάν του, αυτός λέγεται ακρατής, όχι επιπροσθέτως εις τούτο ή εκείνο, λόγου χάριν εις την οργήν, αλλά μόνον απολύτως. Απόδειξις δε τούτου είναι το εξής. Δηλαδή λέγονται επίσης και μαλθακοί ως προς αυτά, όχι όμως και ως προς κανέν από εκείνα. Και διά τούτο εις την ιδίαν κατηγορίαν κατατάσσομεν τον ακρατή και τον ακόλαστον, καθώς πάλιν τον εγκρατή και τον σώφρονα, όχι όμως κανένα από εκείνους, διότι περιστρέφονται κάπως εις τας ιδίας ηδονάς και λύπας. Εκείνα όμως περιστρέφονται μεν εις τα ίδια, όχι όμως κατά τον ίδιον τρόπον, αλλά ενώ αυτοί εδώ έχουν προαίρεσιν, εκείνοι δεν έχουν. Διά τούτο μάλλον θα ημπορούσαμεν να ονομάσωμεν ακόλαστον εκείνον, όστις, ενώ δεν έχει επιθυμίας, ή έχει μόνον ελαφράς, όμως επιδιώκει τας υπερβολάς και αποφεύγει τας μετρίας λύπας, παρά εκείνον όστις το κάμνει από σφοδράν επιθυμίαν. Διότι φαντάσου τι θα έκαμνε ο πρώτος, εάν του ήρχετο και επιθυμία νεανική και σφοδρά θλίψις από την στέρησιν των αναγκαίων. Έπειτα δε από τας επιθυμίας και ηδονάς άλλαι μεν ανήκουν εις την κατηγορίαν των καλών και σπουδαίων — διότι μερικά από τα ηδονικά είναι εκ φύσεως προτιμητέα, άλλα δε είναι αντίθετα από αυτά, και άλλα κείνται εις το μέσον, καθώς διαιρέσαμεν προηγουμένως, λόγου χάριν τα χρήματα και το κέρδος και η νίκη και η τιμή. Ως προς όλα δε αυτά και τα παρόμοια και τα μέσα, δεν κατακρίνεται κανείς διότι πάσχει και επιθυμεί και αγαπά αυτά, αλλά από την διάθεσιν με την οποίαν εκτελεί τούτο και από την υπερβολήν. Διά τούτο όσοι μεν έξω από την λογικήν γίνονται ακρατείς ή επιδιώκουν κανέν από τα εκ φύσεως καλά και αγαθά, λόγου χάριν ως προς την τιμήν όσοι ενδιαφέρονται περισσότερον από το πρέπον, ή ως προς τα τέκνα και τους γονείς των, δεν κατακρίνονται — διότι και αυτά είναι αγαθά και επαινούνται όσοι επιμένουν εις αυτά. Και όμως υπάρχει και εις αυτά κάποια υπερβολή, εάν κανείς, καθώς η Νιόβη διά τα τέκνα της, πολεμήση και με τους θεούς, ή αγαπά τον πατέρα του, καθώς ο Σάτυρος ο επονομαζόμενος φιλοπάτωρ. Διότι εφαίνετο ότι καταντά υπερβολικά μωρός. Και βεβαίως εις αυτά τα ζητήματα δεν υπάρχει καμμία κακία, διά τον λόγον που είπαμεν, διότι το καθέν από αυτά είναι εκ φύσεως προτιμητέον καθ' εαυτό, μόνον δε αι υπερβολαί αυτών είναι ποταπαί και άξιαι αποφυγής. Το ίδιον και η ακράτεια — Δηλαδή η ακράτεια δεν είναι μόνον άξια αποφυγής αλλά και αξιοκατάκριτος —, και από την ομοιότητα του πάθους αποδίδομεν επιπροσθέτως την ακράτειαν εις το καθέν από αυτά, καθώς λόγου χάριν μεταχειρίζονται το κακός και λέγουν και κακόν ιατρόν και κακόν ηθοποιόν, ενώ γενικώς δεν θα τον έλεγαν κακόν. Καθώς λοιπόν δεν λέγεται ούτε εδώ κυριολεκτικώς, διότι έκαστον από αυτά δεν είναι κακία, αλλά κατ' αναλογίαν προς κάτι τι όμοιον, ομοίως είναι φανερόν ότι πρέπει και εκεί να παραδεχθώμεν ότι ακράτεια και εγκράτεια είναι μόνον εκείνη η οποία περιστρέφεται εις τα ίδια πράγματα με την σωφροσύνην και την ακολασίαν, ενώ ως προς έξαψιν την αποδίδομεν κατ' αναλογίαν. Και διά τούτο λέγομεν επιπροσθέτως ότι είναι ακρατής του θυμού, καθώς λέγομεν και ακρατής της τιμής και του κέρδους.

&Θηριωδία& (κτηνωδία).

Επειδή δε υπάρχουν μερικά ηδονικά εκ φύσεως και άλλα μεν από αυτά είναι απόλυτα, άλλα δε ανάλογα προς τα γένη των ζώων και των ανθρώπων, άλλα δε δεν είναι φυσικά αλλά επίκτητα ένεκα σωματικής στρεβλώσεως ή από διαφόρους συνηθείας, και άλλα από την μοχθηράν φύσιν, είναι δυνατόν να παρατηρήσωμεν και διά το καθέν από αυτά παρομοίας διαθέσεις. Εννοώ δε τας θηριωδίας, καθώς λόγου χάριν η παληογυναίκα εκείνη που λέγουν ότι εξέσχιζε τας εγκύους και έτρωγε τα έμβρυα, ή δι' όσα λέγουν ότι ευχαριστούνται μερικοί εξαγριωμένοι εις τα μέρη του Ευξείνου Πόντου, δηλαδή άλλοι μεν με ωμά κρέατα, άλλοι δε με ανθρώπινα, και ότι άλλοι δανείζουν μεταξύ των τα παιδία των διά συμπόσιον, ή αυτό που λέγουν διά τον Φάλαριν. Και αυταί μεν είναι κτηνώδεις, άλλαι δε επέρχονται εις μερικούς από ασθενείας και από μανίαν, καθώς εκείνος που εθυσίασε την μητέρα του και έφαγε το κρέας της, και ο άλλος που έφαγε το κρέας του ομοδούλου. Από αυτάς δε που προέρχονται από νοσήματα ή από συνήθειαν είναι λόγου χάριν το μάδημα των τριχών και το φάγωμα των ονύχων, ακόμη δε και ανθράκων και χώματος, και ακόμη η αρσενοκοιτία. Διότι αυτά εις άλλους μεν συμβαίνουν εκ φύσεως, εις άλλους δε από συνήθειαν, λόγου χάριν εις όσους εξευτελίζονται από την παιδικήν των ηλικίαν. Λοιπόν εις όσους μεν αιτία είναι η φύσις, αυτούς κανείς δεν ημπορεί να τους ονομάση ακρατείς, καθώς δεν ημπορεί να ονομάση ακρατείς ούτε τας γυναίκας, διότι αυταί δεν ενεργούν, αλλά είναι παθητικαί. Ομοίως δε και όσοι είναι ως ασθενείς από την συνήθειαν. Και λοιπόν το να έχη κανείς το καθέν από αυτά τα πάθη είναι πέραν των ορίων της κακίας, καθώς είναι και η θηριωδία. Το να μη ημπορή όμως ενώ τα έχει να τα συγκρατή ή το να νικάται από αυτά, δεν είναι απόλυτος ακράτεια αλλά κατ' αναλογίαν, καθώς και εκείνος όστις έχει το ίδιον πάθος ως προς τας εξάψεις, ο οποίος πρέπει να ονομασθή ακρατής με αυτήν την σημασίαν και όχι με την συνήθη σημασίαν της λέξεως. Διότι πάσα υπερβολική αφροσύνη και δειλία και ακολασία και κακία άλλοτε μεν είναι θηριωδία, άλλοτε δε ασθένεια. Διότι όστις εκ φύσεως επλάσθη να τρομάζη όλα, και αν ακόμη κροτήση ποντικός, είναι με κτηνώδη δειλίαν δειλός, ο άλλος όμως που εφοβείτο την γαλήν, το έκαμνε από ασθένειαν. Και από τους άφρονας άλλοι μεν είναι ασυλλόγιστοι εκ φύσεως και ζουν μόνον με την αίσθησιν και είναι κτηνώδεις, καθώς είναι μερικά γένη των μακρυνών βαρβάρων (=αγρίων), άλλοι δε είναι από ασθένειαν, καθώς είναι αι επιληπτικαί ή αι νοσηματικαί μανίαι. Από αυτάς δε είναι δυνατόν κανείς να έχη μερικάς μόνον, αλλά να μη νικάται, καθώς λόγου χάριν εάν ο Φάλαρις εσυγκρατείτο από την επιθυμίαν να φάγη το τέκνον του ή να εκτελέση παρά φύσιν ασέλγειαν εις αυτό. Είναι δυνατόν δε κανείς και να νικάται, και όχι μόνον να τας έχη. Καθώς λοιπόν επί μοχθηρίας, όση μεν είναι σύμμετρος με την ανθρωπίνην φύσιν λέγεται γενικώς μοχθηρία, η δε άλλη επιπροσθέτως λέγεται ότι είναι κτηνώδης ή ασθενική και όχι απόλυτος, ομοίως βεβαίως και η ακράτεια άλλοτε μεν είναι κτηνώδης, άλλοτε δε ασθενική, απόλυτος δε είναι η σύμμετρος με την ανθρωπίνην ακολασίαν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ'.

&Ακράτεια πάθους και ακράτεια επιθυμίας&.- Ότι λοιπόν η ακράτεια και η εγκράτεια περιστρέφεται μόνον εις όσα και η ακολασία και η σωφροσύνη, και ότι ως προς τα άλλα υπάρχει άλλο είδος ακρατείας, το οποίον ωνομάσθη κατά μεταφοράν και όχι απολύτως, αυτό είναι φανερόν. Αν όμως είναι και ολιγώτερον αξιόμεμπτος η ακράτεια της εξάψεως παρά η ακράτεια των επιθυμιών, ας το εξετάσωμεν. Δηλαδή φαίνεται ότι η έξαψις ακούει μεν κάπως τον λόγον, αλλά δεν προσέχει να ακούση καλά, καθώς οι βιαζόμενοι υπηρέται, οι οποίοι πριν να ακούσουν όλην την παραγγελίαν παίρνουν δρόμον, και έπειτα σφάλλουν εις το πρόσταγμα, επίσης δε και οι κύνες πριν να ιδούν αν είναι κανείς φίλος, αρκεί να ακούσουν κρότον, αμέσως γαυγύζουν. Ομοίως και η έξαψις από την θερμότητα και ταχύτητα της ιδιοσυγκρασίας ακούει μεν, δεν ακούει όμως το πρόσταγμα και αμέσως ορμά να εκδικηθή. Διότι ο μεν λόγος ή η φαντασία του εφανέρωσε ότι ο δείνα τον ύβρισε ή τον επεριφρόνησε, αυτός όμως ως να εσυλλογίσθη ότι πρέπει να κτυπηθή με αυτόν, αμέσως εκτραχύνεται. Η δε επιθυμία, μόλις ειπή ο λόγος ή η αίσθησις ότι τούτο είναι ηδονικόν, ορμά προς την απόλαυσιν. Ώστε η μεν έξαψις κάπως ακολουθεί τον λόγον, η επιθυμία όμως όχι. Διότι είναι χειροτέρα. Δηλαδή όστις είναι ακρατής της εξάψεως, νικάται κάπως από τον λόγον, όστις όμως είναι ακρατής της επιθυμίας δεν νικάται από τον λόγον. Έπειτα είναι περισσότερον συγχωρημένον να ακολουθή κανείς τας φυσικάς ορέξεις, και βεβαίως και από τας επιθυμίας αυτού του είδους περισσότερον τας κοινάς, και εφ' όσον είναι κοιναί. Η δε έξαψις καθώς και η εκτράχυνσις είναι φυσικώτεραι από τας επιθυμίας της υπερβολής και τας μη αναγκαίας, καθώς εκείνος που εδικαιολογείτο όταν έδερνε τον πατέρα του λέγων: «και αυτός έδερνε τον ιδικόν του και εκείνος τον παραπάνω». Και αφού έδειξε το παιδίον του είπε : «και αυτός θα δείρη εμέ όταν μεγαλώση, διότι το έχει το αίμα μας». Επίσης ο συρόμενος από τον υιόν του τού έλεγε να σταματήση έως εις την θύραν, διότι και ο ίδιος έως εκεί έσυρε άλλοτε τον πατέρα του. Έπειτα είναι αδικώτεραι αι υπουλότεραι. Και βεβαίως ο θυμώδης δεν είναι ύπουλος, ούτε η έξαψίς του αλλά είναι φανερά. Η επιθυμία όμως είναι καθώς λέγομεν διά την Αφροδίτην :

«δολοπλόκος Κυπρογέννητη. —

και καθώς διά το κεντημένον λωρίον λέγει ο Όμηρος :

Ξεμυάλισμα που και σωστόν άνθρωπο ξεμυαλίζει.

Επομένως, αφού είναι αδικωτέρα, είναι χειροτέρα αυτή η ακράτεια από την περιστρεφομένην εις τον θυμόν, και είναι απόλυτος ακράτεια και κάπως μοχθηρία. Έπειτα κανείς δεν προσβάλλει από λύπην. Όστις όμως ενεργεί με οργήν πάντοτε κατέχεται από λύπην, ενώ όστις προσβάλλει κατέχεται από ηδονήν. Εάν λοιπόν είναι ειδικώτερα εκείνα διά τα οποία είναι δίκαιον να οργιζώμεθα, τότε αδικωτέρα είναι και η από επιθυμίαν προερχομένη ακράτεια. Διότι αυτή δεν είναι προσβολή μέσα εις την έξαψιν. Ότι λοιπόν είναι χειροτέρα η ακράτεια η περιστρεφομένη εις τας επιθυμίας από την περιστρεφομένην εις την έξαψιν και ότι η εγκράτεια και η ακράτεια περιστρέφεται εις επιθυμίας και ηδονάς σωματικάς, είναι φανερόν. Τόρα δε πρέπει να εξετάσωμεν αυτών των ιδίων τας διαφοράς.

Καθώς δηλαδή είπαμεν εις την αρχήν, άλλαι μεν είναι σύμμετροι προς την ανθρωπίνην φύσιν και φυσικαί, και ως προς το γένος και ως προς το μέγεθος, άλλαι δε είναι κτηνώδεις, άλλαι δε προέρχονται από στρεβλώσεις και ασθενείας. Από όλα δε αυτά εις τα πρώτα περιστρέφεται μόνον η σωφροσύνη και η ακολασία. Διά τούτο και τα ζώα δεν τα ονομάζομεν σώφρονα ούτε ακόλαστα παρά μόνον μεταφορικώς και όταν κάπου διαφέρη εντελώς έν είδος ζώων από άλλο κατά την αγριότητα και καταστρεπτικότητα και λαιμαργίαν. Διότι αυτό δεν έχει προαίρεσιν ούτε προμελέτην, αλλά είναι έξω από τα όρια του φυσικού, καθώς οι μανιακοί άνθρωποι. Είναι όμως μικρότερον κακόν η θηριωδία από την κακίαν αλλά επιφοβώτερον. Διότι εδώ δεν διεφθάρη το καλλίτερον μέρος, καθώς εις τον άνθρωπον, αλλά απλώς επλάσθη ατελές και δεν έχει τοιούτον. Ομοιάζει λοιπόν ως να παραβάλλωμεν άψυχον με έμψυχον διά να εύρωμεν ποίον είναι χειρότερον. Δηλαδή πάντοτε η κακία του μη έχοντος αρχάς είναι αβλαβεστέρα, ο δε νους είναι αρχή. Το να παραβάλλωμεν λοιπόν το θηρίον με τον άνθρωπον, είναι ακριβώς ως να παραβάλλωμεν την αυτούσιον αδικίαν προς ένα άδικον άνθρωπον. Διότι εκείνη είναι σχετικώς χειροτέρα. Δηλαδή ημπορεί να προξενήση απείρως περισσότερα κακά ο κακός άνθρωπος από ένα ζώον.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η'.

&Προβλήματα ακρατείας και ακολασίας&. — Ως προς δε τας από αφήν και γεύσιν προερχομένας ηδονάς και λύπας και επιθυμίας και αποστροφάς, εις τας οποίας είπαμεν προηγουμένως ότι περιστρέφεται και η ακολασία και η σωφροσύνη, είναι μεν δυνατόν να είναι κανείς τοιούτος ώστε να νικάται από όσα νικούν οι περισσότεροι άνθρωποι, είναι όμως επίσης δυνατόν και να νικήση κανείς όσα νικούν τους περισσοτέρους. Εκ τούτων δε άλλος μεν είναι ακρατής εις τας ηδονάς, άλλος δε εγκρατής, και άλλος μεν εις τας λύπας ενδοτικός, άλλος δε καρτερικός. Εις το μέσον δε κείται η διάθεσις των περισσοτέρων, και αν ακόμη ρέπουν περισσότερον εις τα χειρότερα. Αφού δε άλλαι μεν ηδοναί είναι αναγκαίαι, άλλαι δε όχι και μέχρις ενός βαθμού, όχι όμως και αι υπερβολαί ούτε αι ελλείψεις, και αφού το ίδιον συμβαίνει και ως προς τας επιθυμίας και τας λύπας, όστις μεν επιδιώκει τας υπερβολάς των ηδονικών ή εις βαθμόν υπερβολικόν, ή κατά προαίρεσιν χάριν αυτών των ιδίων και όχι διά κανέν αποτέλεσμά των, αυτός είναι ακόλαστος, διότι κατ' ανάγκην ο τοιούτος δεν υπόκειται εις μετάνοιαν, ώστε είναι αθεράπευτος, διότι ο αμετανόητος είναι αθεράπευτος, όστις δε είναι ελλιπής, είναι όλως το αντίθετον, ο δε μέσος είναι σώφρων, επίσης δε και όστις αποφεύγει τας σωματικάς λύπας όχι διότι νικάται αλλά από προαίρεσιν.

Από όσους δε δεν παρακινούνται από προαίρεσιν, άλλος μεν παρακινείται εξ αιτίας της ηδονής, άλλος δε διότι αποφεύγει την λύπην την οποίαν γεννά η επιθυμία, ώστε διαφέρουν ο είς από τον άλλον. Έκαστος δε ημπορεί να θεωρήση ως χειρότερον εκείνον όστις, ενώ δεν έχει επιθυμίας ή έχει ελαφράς, εκτελεί το αισχρόν, παρά εκείνον όστις έχει σφοδράς επιθυμίας, και εκείνον όστις κτυπά χωρίς να είναι ωργισμένος, παρά εκείνον όστις κτυπά ωργισμένος. Διότι αυτός φαντάσου τι θα έκαμνε αν ευρίσκετο μέσα εις το πάθος του! Διά τούτο ο ακόλαστος είναι χειρότερος από τον ακρατή. Και λοιπόν από όσα είπαμεν το έν είναι μάλλον είδος μαλθακότητος, το δε άλλο είναι ακολασία.

&Εγκράτεια και καρτερία&. Αντιτίθεται δε εις μεν τον ακρατή ο εγκρατής, εις δε τον μαλθακόν ο καρτερικός. Διότι η μεν καρτερία συνίσταται εις την αντοχήν, η δε εγκράτεια εις το να συγκρατή. Διαφέρει δε η αντοχή από την συγκράτησιν, καθώς και το να μη νικηθή κανείς από το να νικήση. Διά τούτο είναι προτιμοτέρα η εγκράτεια από την καρτερίαν. Όστις δε είναι ελλιπής εις όσα οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν αντοχήν και δύναμιν, αυτός είναι μαλθακός και τρυφηλός — διότι και η τρυφηλότης είναι έν είδος μαλθακότητος. — Και αυτός σύρει το φόρεμά του διά να αποφύγη την κόπωσιν να το σηκώση και ενώ απομιμείται τον ασθενή, δεν φρονεί ότι είναι άθλιος, αφού είναι όμοιος με άθλιον. Ομοίως δε συμβαίνει και ως προς την εγκράτειαν με την ακράτειαν. Δηλαδή δεν είναι περίεργος όστις νικάται από σφοδράς και υπερβολικάς ηδονάς ή λύπας — είναι μάλιστα άξιος συγγνώμης εάν αντέχη, καθώς ο Φιλοκτήτης του Θεοδέκτου, ο οποίος επληγώθη από έχιδναν, ή καθώς ο Κερκύων εις την Αλόπην του Καρκίνου, και όσοι προσπαθούν να συγκρατήσουν τον γέλωτά των ξεκαρδίζονται διά μιας, καθώς έτυχε να συμβή εις τον Ξενόφαντον, αλλά περίεργος είναι κανείς μόνον όταν εις όσα οι περισσότεροι αντέχουν αυτός νικάται από αυτά και δεν ημπορή να αντισταθή, όχι όμως από το φυσικόν της φυλής του από ασθένειαν, καθώς είναι η μαλθακότης εις τους βασιλείς των Σκυθών ένεκα της φυλής, και καθώς απεμακρύνθη ανέκαθεν η φύσις της γυναικός από την ανδρικήν. Φαίνεται δε ότι και ο παιδαριώδης είναι ακόλαστος, είναι όμως μαλθακός. Διότι το παιγνίδιον είναι άνεσις, αφού είναι ανάπαυσις. O δε παιδαριώδης είναι από τους υπερβολικούς ως προς αυτήν. Της δε ακρατείας το έν μεν είδος, είναι προπέτεια, το δε άλλο αδυναμία. Δηλαδή άλλοι μεν αφού σκεφθούν δεν επιμένουν εις την απόφασίν των εξ αιτίας του πάθους των, άλλοι δε επειδή δεν σκέπτονται σύρονται από το πάθος των. Διότι μερικοί, καθώς οι προηγουμένως γαργαλισθέντες, δεν γαργαλίζονται, ομοίως και αυτοί προνοήσαντες και προβλέψαντες και προδιεγερθέντες με το σώμα και με την συλλογήν των δεν νικώνται πλέον από το πάθος, ούτε αν είναι ηδονικόν ούτε αν είναι λυπηρόν. Προ πάντων δε οι ταχείς και μελαγχολικοί έχουν την προπετή ακράτειαν. Δηλαδή εκείνοι μεν από την ταχύτητα, αυτοί δε από την σφοδρότητα δεν περιμένουν τον λόγον, διότι ακολουθούν την φαντασίαν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ'.

&Η ακολασία είναι καθαρά κακία, η ακράτεια σχεδόν όχι. &Είναι δε ο μεν ακόλαστος, καθώς είπαμεν, ανεπίδεκτος μετανοίας — διότι επιμένει εις την απόφασίν του —. O ακρατής όμως είναι πάντοτε μετανοητικός. Διά τούτο δεν είναι καθώς είπαμεν εις τας απορίας (προβλήματα), αλλά εκείνος μεν είναι αθεράπευτος, αυτός δε ευκολοθεράπευτος. Δηλαδή εκείνη μεν ομοιάζει με τα μοχθηρά νοσήματα, καθώς είναι ο ύδρωψ και η φθίσις, η δε ακρασία με την επιληψίαν. Διότι εκείνη, μεν είναι συνεχής, αυτή δε δεν είναι συνεχής κακία. Και εν γένει δε είναι διαφορετικόν το γένος της ακρατείας από την κακίαν, διότι η μεν κακία διαφεύγει την παρατήρησιν (κρύπτεται), ενώ η ακράτεια δεν διαφεύγει. Από αυτούς δε τους ιδίους προτιμότεροι είναι οι μεταβαλλόμενοι παρά όσοι έχουν μεν τον λόγον, δεν επιμένουν όμως εις αυτόν. Διότι νικώνται από μικρότερον πάθος και όχι χωρίς προμελέτην καθώς οι άλλοι. Δηλαδή ο ακρατής ομοιάζει εκείνους οι οποίοι μεθούν γρήγορα και με ολίγον οίνον και με ολιγώτερον, παρά με όσον μεθούν οι περισσότεροι άνθρωποι. Ότι μεν λοιπόν η ακράτεια δεν είναι κακία, είναι φανερόν, ίσως όμως είναι κάπως κακία. Διότι αυτή μεν είναι έξω από την προαίρεσιν, εκείνη δε με προαίρεσιν. Οπωσδήποτε όμως είναι κάτι ως πράξις το οποίον ομοιάζει τον λόγον του Δημοδόκου προς τους Μιλησίους : «Οι Μιλήσιοι δεν είναι μεν ανόητοι, αλλά κάμνουν ό,τι κάμνουν οι ανόητοι» και οι ακρατείς επίσης άδικοι μεν δεν είναι, κάμνουν όμως αδικίαν. Επειδή δε εκείνος μεν είναι τοιούτος, διότι όχι εκ πεποιθήσεως επιδιώκει τας υπερβολικάς και έξω από τον ορθόν λόγον σωματικάς ηδονάς, αυτός όμως εκ πεποιθήσεως, διότι είναι επιτήδειος να επιδιώκη αυτάς, εκείνος βεβαίως είναι, ευμετάπειστος, αυτός όμως όχι. Διότι από την αρετήν και την κακίαν η μεν μία καταστρέφει τας αρχάς, η δε άλλη τας διασώζει, εις δε τας πράξεις αρχαί είναι οι λόγοι, καθώς εις τα μαθηματικά αι υποθέσεις. Λοιπόν ούτε εκεί ο λόγος ημπορεί να διδάξη τας αρχάς ούτε εδώ, αλλά υπάρχει αρετή φυσική ή εκ συνηθείας διά την ορθοφροσύνην ως προς τας αρχάς. Σώφρων λοιπόν είναι ο τοιούτος, ακόλαστος δε ο αντίθετος. Υπάρχει δε κάποιος ο οποίος από το πάθος του μεταβάλλει πορείαν έξω από τον ορθόν λόγον, αυτός δε όσον μεν διά να μην εκτελή συμφώνως με τον ορθόν λόγον τον συγκρατεί το πάθος του, όσον όμως διά να είναι τοιούτος ώστε εκ πεποιθήσεως με άνεσιν να επιδιώκη τας τοιαύτας ηδονάς δεν τον συγκρατεί. Και αυτός είναι ο ακρατής, και είναι καλλίτερος από τον ακόλαστον, ενώ ο ποταπός είναι απολύτως τοιούτος. Διότι διασώζεται το καλλίτερον μέρος του, δηλαδή αι αρχαί. O άλλος όμως είναι αντίθετος, δηλαδή ο επίμονος και μη μεταβαλλόμενος ένεκα βεβαίως του πάθους του. Είναι λοιπόν φανερόν από αυτά ότι εκείνη μεν είναι σπουδαία διάθεσις, αυτή δε ποταπή.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι'.

&Σχέσις εγκρατείας και ηθικής&. — Τόρα λοιπόν άραγε εγκρατής είναι όστις επιμένει εις οποιονδήποτε λόγον και οποιανδήποτε προαίρεσιν, ή όστις επιμένει εις την ορθήν, και αντιστρόφως ακρατής είναι άραγε όστις δεν επιμένει εις οποιανδήποτε προαίρεσιν και οποιονδήποτε λόγον ή όστις δεν επιμένει εις τον μη ψευδή λόγον και την ορθήν προαίρεσιν, καθώς διετυπώσαμεν την απορίαν προηγουμένως; Ή μήπως κατά σύμπτωσιν εις οποιανδήποτε τύχη, καθ' εαυτό όμως εις τον αληθή λόγον και την ορθήν προαίρεσιν, εκείνος μεν θα επιμείνη, αυτός δε δεν θα επιμείνη; Δηλαδή, εάν κανείς εκλέγει ή επιδιώκει τούτο, χάριν εκείνου, καθ' εαυτό μεν εκλέγη και επιδιώκη τούτο, κατά σύμπτωσιν δε το προηγούμενον, το δε καθ' εαυτό το εννοούμεν απόλυτον. Επομένως είναι δυνατόν κατά μίαν οποιανδήποτε γνώμην άλλος μεν να επιμένη, άλλος δε να μεταβάλλη γνώμην, απολύτως όμως επιδιώκει όστις επιδιώκει με αληθή λόγον. Υπάρχουν δε μερικοί οι οποίοι επιμένουν εις την γνώμην των και τους οποίους ονομάζουν ισχυρογνώμονας, και είναι κάπως ακατάπειστοι, δηλαδή δεν μεταπείθονται ευκόλως. Αυτοί δε είναι ως προς τον εγκρατή, καθώς ο άσωτος προς τον φιλελεύθερον και ο θρασύς προς τον θαρραλέον, είναι όμως και διαφορετικοί εις πολλά. Διότι εκείνος μεν δεν μεταβάλλεται από το πάθος και την επιθυμίαν του, καθώς ο εγκρατής, ο εγκρατής όμως πολύ πιθανόν να φανή ευμετάπειστος- Αυτός δε όχι από λόγον διότι αυτός απολαμβάνει τας επιθυμίας και πολλάκις σύρεται από τας ηδονάς. Είναι δε ισχυρογνώμονες οι στενοκέφαλοι και οι αμαθείς και οι αγροίκοι, και οι μεν στενοκέφαλοι από ηδονήν και λύπην. Διότι ευχαριστούνται διά την νίκην των, εάν δεν αλλάξουν γνώμην, και λυπούνται, εάν ακυρωθή η γνώμη των, καθώς τα ψηφίσματα, ώστε μάλλον ομοιάζουν τον ακρατή, παρά τον εγκρατή. Υπάρχουν δε μερικοί οι οποίοι δεν επιμένουν εις την γνώμην των όχι από ακράτειαν, καθώς ο Νεοπτόλεμος εις τον Φιλοκτήτην του Σοφοκλέους. Μολονότι από ηδονήν δεν επέμεινε, ήτο όμως καλή ηδονή. Διότι το να λέγη την αλήθειαν ήτο καλόν, είχε πεισθή όμως υπό του Οδυσσέως να λέγη ψέμματα. Δηλαδή πας όστις κάμνει κάτι τι από ηδονήν δεν είναι ακόλαστος ή ποταπός ή ακρατής, αλλά όστις το κάμνει από αισχράν ηδονήν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ'.

&Διάφορα είδη ακρατείας.&

Αλλά βεβαίως υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι ευχαριστούνται με τας σωματικάς ηδονάς ολιγώτερον του δέοντος, και δεν επιμένουν εις τον λόγον διά τον οποίον είναι τοιούτοι. Μεταξύ δε αυτών και του ακρατούς μέσος είναι ο εγκρατής. Δηλαδή ο μεν ακρατής δεν επιμένει εις τον λόγον χάριν της υπερβολής αυτός δε χάριν της ελλείψεως. O εγκρατής όμως επιμένει και μάλιστα δεν μεταβάλλεται από άλλον λόγον, είναι δε ανάγκη, εάν βεβαίως η εγκράτεια είναι σπουδαία, και αι δύο αυταί αντίθετοι διαθέσεις να είναι ποταπαί, καθώς φαίνεται πραγματικώς ότι είναι. Επειδή όμως η μία από αυτάς απαντά και ολίγας φοράς και σπανίως, διά τούτο, καθώς η σωφροσύνη φαίνεται μόνη αντίθετος εις την ακολασίαν, ομοίως και η εγκράτεια εις την ακράτειαν.

&Σύγκρισις του εγκρατούς προς τον σώφρονα.& — Επειδή δε πολλά ονόματα δίδονται από ομοιότητα, διά τούτο και η εγκράτεια του σώφρονος εδόθη κατά παρομοίωσιν. Δηλαδή και ο εγκρατής είναι ικανός τίποτε να μην εκτελή έξω από τον λόγον χάριν των σωματικών ηδονών, καθώς και ο σώφρων. Με την διαφοράν όμως ότι ο μεν πρώτος έχει ποταπάς επιθυμίας, ενώ ο δεύτερος δεν έχει, και αυτός μεν είναι ικανός να μη αισθάνεται ηδονήν έξω από τον λόγον, εκείνος όμως να αισθάνεται, αλλά να μη παρασύρεται. Είναι δε όμοιοι και ο ακρατής και ο ακόλαστος, ενώ είναι χωρισμένοι. Δηλαδή και οι δύο επιδιώκουν τας σωματικάς ηδονάς, αλλά αυτός μεν εκ πεποιθήσεως, εκείνος όμως όχι εκ πεποιθήσεως.

&Σχέσις του ακρατούς προς τον φρόνιμον, τον δαιμόνιον, τον πεφωτισμένον, τον μεθυσμένον κλπ.& — Ούτε πάλιν είναι δυνατόν ο φρόνιμος και ο ακρατής να είναι το ίδιον πρόσωπον. Διότι ο φρόνιμος απεδείχθη ότι συγχρόνως είναι και σπουδαίος κατά το ήθος. Έπειτα δεν είναι μόνον κατά την γνώσιν φρόνιμος, αλλά και κατά την εκτέλεσιν. Ενώ ο ακρατής δεν είναι εκτελεστικός. O δαιμόνιος όμως δεν υπάρχει εμπόδιον να μην είναι ακρατής. Διά τούτο μερικοί φαίνονται μεν κάποτε ότι είναι φρόνιμοι, είναι όμως ακρατείς, διότι η δεινότης (το δαιμόνιον) διαφέρει από την φρόνησιν με τον τρόπον τον οποίον ανεφέραμεν εις τους πρώτους λόγους, και ως προς μεν τον λόγον πλησιάζουν, διαφέρουν όμως ως προς την προαίρεσιν. Ούτε βεβαίως ομοιάζει τον γνωρίζοντα και πεφωτισμένον ο ακρατής, αλλά τον κοιμώμενον ή τον μεθυσμένον. Και είναι μεν εκουσίως ακρατής — διότι με κάποιον τρόπον γνωρίζει και τι πράττει και διά ποίον σκοπόν, — δεν είναι όμως πονηρός. Διότι η προαίρεσίς του είναι ευπρεπής. Ώστε είναι ημιπόνηρος, έπειτα δεν είναι ούτε άδικος, διότι δεν είναι επίβουλος. Διότι άλλος μεν από αυτούς δεν επιμένει εις όσα αποφασίση με σκέψιν, άλλος δε, καθώς ο μελαγχολικός, ούτε καν σκέπτεται. Και λοιπόν ο ακρατής ομοιάζει με μίαν πόλιν, η οποία ψηφίζει μεν όλα όσα χρειάζονται και έχει νόμους σπουδαίους, αλλά δεν εφαρμόζει κανένα, καθώς ειρωνεύθη ο Αναξανδρίδης:

Η πόλις το είπε, που τους νόμους δεν ψηφά.

O δε πονηρός ομοιάζει με πόλιν η οποία εφαρμόζει μεν τους νόμους, έχει όμως κακούς νόμους. Περιστρέφεται δε η ακράτεια εις την υπερβολήν της διαθέσεως των περισσοτέρων ανθρώπων. Δηλαδή ο μεν είς επιμένει περισσότερον, ο δε άλλος ολιγώτερον από την δύναμιν των περισσοτέρων.

Είναι δε ευκολώτερα θεραπεύσιμος η ακράτεια των μελαγχολικών, οι οποίοι σκέπτονται μεν, αλλά δεν επιμένουν, επίσης δε ευκολοθεραπευτότεροι είναι οι από την συνήθειαν ακρατείς παρά οι από την φύσιν. Διότι ευκολώτερον είναι να μεταβάλλωμεν την συνήθειαν παρά την φύσιν. Άλλως τε και η συνήθεια διά τούτο είναι κακή, διότι ομοιάζει την φύσιν, καθώς λέγει ο Εύηνος:

Η έξις, που είναι άσκησις πολυετής, δευτέρα φύσις εις το τέλος καταντά.

Τι είναι λοιπόν εγκράτεια και τι ακράτεια και τι καρτερία και τι μαλθακότης και ποία είναι η σχέσις αυτών των διαθέσεων μεταξύ των, το εξετάσαμεν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ'.

&Ηδονή και λύπη.&

&Σωματική ηδονή και λύπη εν σχέσι προς το αγαθόν&. — Είναι δε καθήκον του κοινωνιολόγου να φιλοσοφήση περί ηδονής και λύπης. Διότι αυτός είναι ο αρχιεργάτης του αποτελέσματος, εις το οποίον αποβλέποντες χαρακτηρίζομεν άλλον μεν ως κακόν, άλλον δε ως αγαθόν απολύτως. Έπειτα δε είναι και αναγκαίον να εξετάσωμεν περί αυτών. Διότι και η αρετή και η κακία η αναφερομένη εις το ήθος είπαμεν ότι περιστρέφεται εις τας λύπας και ηδονάς. Και την ευτυχίαν οι περισσότεροι την παραδέχονται μαζί με την ηδονήν, διά τούτο και ο μακάριος ωνομάσθη από την μεγάλην χαράν {3}.

Εις μερικούς λοιπόν φαίνεται ότι καμμία ηδονή δεν είναι αγαθή, ούτε καθ' εαυτήν ούτε κατά σύμπτωσιν — δηλαδή λέγουν ότι δεν είναι το ίδιον πράγμα το αγαθόν και η ηδονή — Εις άλλους όμως φαίνεται ότι μερικαί μεν ηδοναί είναι αγαθαί, αι περισσότεραι όμως ότι είναι ποταπαί. Έπειτα δε από αυτάς τας γνώμας τρίτη είναι ότι, και αν όλαι είναι αγαθαί, όμως δεν είναι δυνατόν η ηδονή να είναι το καλλίτερον πράγμα. Και λοιπόν απολύτως μεν δεν είναι αγαθή, διότι πάσα ηδονή είναι αισθητή, μεταβατική κατάστασις (γένεσις) εις την φυσικήν κατάστασιν. Αλλά καμμία μεταβατική κατάστασις δεν είναι συγγενής με τα αποτελέσματα• λόγου χάριν καμμία οικοδόμησις δεν ομοιάζει με την οικίαν. Έπειτα ο σώφρων αποφεύγει τας ηδονάς. Έπειτα ο φρόνιμος επιδιώκει την αποφυγήν της λύπης και όχι τα ηδονικά. Έπειτα αι ηδοναί είναι εμπόδια διά την σκέψιν, και τόσον περισσότερον, όσον περισσότερον τας απολαμβάνει κανείς• λόγου χάριν τας αφροδισιακάς ηδονάς. Δηλαδή κανείς δεν ημπορεί να σκεφθή, όταν ευρίσκεται μέσα εις αυτάς. Έπειτα δεν υπάρχει καμμία τέχνη της ηδονής, ενώ παν αγαθόν είναι έργον τέχνης. Έπειτα τα παιδία και τα ζώα επιδιώκουν τας ηδονάς. Ότι δε δεν είναι όλαι σπουδαίαι, απόδειξις είναι ότι αι ηδοναί είναι αισχραί και ονειδιζόμεναι και περιπλέον βλαβεραί. Δηλαδή μερικά ηδονικά είναι ασθενικά. Ότι δε δεν είναι η ηδονή το καλλίτερον πράγμα αποδεικνύεται από το ότι δεν είναι αποτέλεσμα, αλλά μεταβατική κατάστασις (γένεσις).