WeRead Powered by ReaderPub
Ηθικά Νικομάχεια, Τόμος Δεύτερος cover

Ηθικά Νικομάχεια, Τόμος Δεύτερος

Chapter 21: ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'.
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

The philosopher presents an account of moral virtue as a stable disposition formed by repeated choice and habituation, defines virtue as a mean between excess and deficiency, and analyzes particular virtues (temperance, continence, intemperance, liberality, magnificence, magnanimity) and their opposites. He distinguishes voluntary from involuntary actions, examines the nature of pleasure and its relation to human flourishing, and argues that ethical well-being arises from right deliberation, balanced appetites, and the cultivation of character through practiced habits.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ'.

&Φύσις της σωματικής ηδονής.&

Λοιπόν αυταί είναι σχεδόν αι επικρατούσαι γνώμαι. Ότι όμως από αυτάς δεν έπεται ότι η ηδονή δεν είναι αγαθόν ούτε το καλλίτερον πράγμα, γίνεται σαφές από τα εξής. Πρώτον μεν, αφού το αγαθόν είναι διττόν — δηλαδή το έν μεν γενικόν, το δε άλλο σχετικόν προς κάποιον — βεβαίως το ίδιον θα συμβή και εις τας φύσεις και τας συνηθείας, επομένως και εις τας κινήσεις και τας μεταβατικάς καταστάσεις. Δηλαδή όσαι φαίνονται ποταπαί, άλλαι μεν είναι απολύτως ποταπαί, ως προς έν άτομον όμως όχι, αλλά διά τον δείνα είναι προτιμητέαι, άλλαι δε ούτε διά τον δείνα δεν είναι πάντοτε προτιμητέαι αλλά μόνον κάποτε και ολίγον καιρόν, όχι όμως διά παντός, και άλλαι ούτε είναι καν ηδοναί, αλλά μόνον νομίζονται, καθώς είναι όσαι συμβαίνουν μαζί με την λύπην και χάριν θεραπείας• λόγου χάριν αι ηδοναί των ασθενών. Έπειτα, αφού του αγαθού το μεν έν μέρος είναι ενέργεια, το δε άλλο συνήθεια, τότε είναι εκ συμπτώσεως ηδονικαί αι διαθέσεις αι αποκαθιστώσαι την φυσικήν κατάστασιν.

Η δε ενέργεια διά την απόλαυσιν των επιθυμιών ανήκει εις την κάπως ελλιπή και λυπηράν διάθεσιν και φύσιν, καθόσον υπάρχουν και ηδοναί χωρίς λύπην και χωρίς επιθυμίας, καθώς λόγου χάριν αι ενέργειαι της σκέψεως, ενώ η φύσις δεν είναι ελλιπής. Απόδειξις δε τούτου είναι ότι δεν απολαμβάνει την ιδίαν ηδονήν, όταν αναπληρούται η φύσις και όταν αποκαθίσταται, αλλά, όταν μεν αποκαθίσταται, απολαμβάνουν τα απολύτως ηδονικά, όταν δε αναπληρούται, απολαμβάνουν και τα αντίθετα ακόμη, δηλαδή ευχαριστούνται και με τα ξινά και με τα πικρά, από τα οποία δεν είναι κανέν ούτε εκ φύσεως ηδονικόν ούτε απολύτως. Επομένως αυταί δεν είναι ούτε καν ηδοναί. Δηλαδή οποία είναι εκ φύσεως η διαφορά των ηδονικών μεταξύ των, η ίδια διαφορά υπάρχει και εις τας ηδονάς αι οποίας προέρχονται από αυτά! Έπειτα δεν είναι απόλυτος ανάγκη να υπάρχη άλλο τίποτε καλλίτερον από την ηδονήν, καθώς θεωρούν μερικοί ως τοιούτον το αποτέλεσμα της γενέσεως. Δηλαδή αι ηδοναί δεν είναι γενέσεις (μεταβατικαί καταστάσεις) ούτε όλαι συμβαδίζουν με γενέσεις, αλλά είναι ενέργειαι και αποτέλεσμα. Ούτε υπάρχουν εις τα γινόμενα αλλά εις τας χρήσεις. Και το αποτέλεσμα δεν είναι ξεχωριστόν δι' όλας τας ηδονάς, αλλά δι' όσας συντελούν εις την τελειοποίησιν της φύσεως.

&Ορισμός της ηδονής&. — Διά τούτο δεν είναι ορθός ο ορισμός ότι η ηδονή είναι αισθητή γένεσις, αλλά ορθότερον είναι να την ορίσωμεν ως ενέργειαν της φυσικής διαθέσεως, και αντί του αισθητή να προσθέσωμεν το ανεμπόδιστος. Φαίνεται δε εις μερικούς ότι είναι γένεσις, διότι την θεωρούν κυριολεκτικώς αγαθόν. Δηλαδή αυτοί την ενέργειαν την θεωρούν γένεσιν, ενώ είναι διαφορετική. Το ότι δε μερικά ηδονικά είναι ποταπά, είναι το ίδιον ως να λέγωμεν ότι και μερικά υγιεινά είναι ποταπά, διότι δεν κερδίζουν από αυτά οι ιατροί. Λοιπόν υπό τοιαύτην έποψιν είναι και τα δύο ποταπά, αλλά βεβαίως διά τούτο δεν θα ειπή ότι είναι ποταπά, αφού μάλιστα και η σκέψις κάποτε βλάπτει εις την υγείαν. Έπειτα δεν εμποδίζει ούτε την φρόνησιν ούτε την διάθεσιν η ηδονή η παραγομένη από την ιδίαν, αλλά αι ξέναι, καθόσον αι ηδοναί αι προερχόμεναι από την σκέψιν και την μάθησιν περισσότερον θα συντελέσουν να σκεφθή κανείς και να μάθη. Το ότι δε καμμία τέχνη της ηδονής δεν υπάρχει, έχει τον λόγον του. Διότι ούτε καμμιάς άλλης ενεργείας υπάρχει τέχνη, αλλά μόνον της δυνάμεως. Μολονότι πάλιν η μυρεψική τέχνη και η μαγειρική φαίνεται ως να είναι τέχνη ηδονής. Το ότι δε ο σώφρων αποφεύγει τας ηδονάς και ο φρόνιμος επιδιώκει άλυπον βίον, και ότι τα παιδία και τα ζώα επιδιώκουν τας ηδονάς, όλα έχουν την ιδίαν εξήγησιν. Διότι είπαμεν ότι υπάρχουν ηδοναί απολύτως αγαθαί και ότι όλαι δεν είναι αγαθαί. Τας δε ηδονάς του είδους τούτου επιδιώκουν και τα παιδία και τα ζώα, και πάλιν αυτών των ηδονών την ενόχλησιν αποφεύγει ο φρόνιμος, δηλαδή τας ηδονάς τας συνοδευομένας με επιθυμίαν και λύπην και τας σωματικάς (διότι τοιαύται είναι και αυταί) και τας υπερβολάς αυτών, συμφώνως με τας οποίας ο ακόλαστος είναι ακόλαστος. Διά τούτο ο σώφρων αποφεύγει αυτάς. Άλλως όμως υπάρχουν ηδοναί και του σώφρονος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ'.

&Η ηδονή εν σχέσει προς την ευτυχίαν&. — Εξ άλλου δε όλοι το λέγουν ότι η λύπη είναι κακόν και ότι είναι αξία αποφυγής. Διότι άλλη μεν είναι απόλυτον κακόν, άλλη δε διότι είναι κάπως εμποδιστική. Παν ό,τι όμως είναι το αντίθετον προς το άξιον αποφυγής από αυτήν την έποψιν του αξιοφεύκτου και του κακού, αυτό είναι αγαθόν. Επομένως έπεται λογικώς ότι η ηδονή είναι αγαθόν. Δηλαδή η λύσις είναι καθώς την εξήγει ο Σπεύσιππος, και όχι καθώς θεωρούμεν αντίθετον το μεγαλίτερον προς το μικρότερον και το ίσον. Διότι αυτός ποτέ δεν θα έλεγε ότι η ηδονή είναι έν είδος κακού. Και δεν υπάρχει κανέν εμπόδιον να ειπούμεν ότι το καλλίτερον πράγμα είναι κάποια ηδονή, με το να υπάρχουν μερικαί ηδοναί ποταπαί, καθώς και να ειπούμεν ότι το καλλίτερον πράγμα είναι κάποια επιστήμη, αν και υπάρχουν και μερικαί επιστήμαι ποταπαί. Αφού δε δι' εκάστην διάθεσιν υπάρχουν ενέργειαι ανεμπόδιστοι, είτε είναι ευτυχία η ενέργεια όλων των διαθέσεων, είτε κάποιας από τας διαθέσεις, ίσως είναι και λογικόν αυτή να είναι η πλέον προτιμητέα, όταν είναι ανεμπόδιστος. Αυτό δε είναι η ηδονή. Επομένως είναι δυνατόν να υπάρχη κάποια ηδονή ως το καλλίτερον πράγμα, ενώ πολύ πιθανόν αι περισσότεραι ηδοναί να είναι ποταπαί απολύτως. Και διά τούτο όλοι νομίζουν ότι ο ευτυχής βίος είναι ηδονικός και ευλόγως συνδιάζουν την ηδονήν με την ευτυχίαν. Διότι καμμία ενέργεια δεν είναι τελεία, όταν εμποδίζεται, η δε ευτυχία είναι από τας τελείας.

Διά τούτο ο ευτυχής έχει πρόσθετον ανάγκην των σωματικών αγαθών και των εξωτερικών και της τύχης, διά να μη εμποδίζωνται αυτά. Όσοι δε διισχυρίζονται ότι ο τροχοβασανιζόμενος και όστις περιπίπτει εις μεγάλας δυστυχίας είναι ευτυχής, αρκεί να είναι αγαθός, αυτοί ψεύδονται ή εκουσίως ή ακουσίως. Επειδή δε η ευτυχία απαιτεί προσθέτως την τύχην, διά τούτο φαίνεται εις μερικούς το ίδιον με το τυχηρόν, ενώ δεν είναι. Διότι και η τύχη, όταν είναι υπερβολική, γίνεται εμπόδιον, και ίσως τότε πλέον δεν είναι δίκαιον να ονομάζεται τυχερόν. Διότι ο ορισμός αυτών εδόθη συμφώνως με την ευτυχίαν.

&Η ηδονή εν σχέσει προς το ύψιστον αγαθόν&. — Και το ότι δε επιδιώκουν την ηδονήν και τα ζώα όλα και οι άνθρωποι, είναι απόδειξις ότι αυτή είναι κάπως το καλλίτερον πράγμα :

Λόγος ποτέ δεν χάνεται, όταν τον διαλαλούνε στόματ' αμέτρητα…..

Επειδή όμως ούτε η ιδία φύσις ούτε η ιδία διάθεσις είναι η καλλιτέρα, αλλ' ούτε φαίνεται να είναι, διά τούτο ούτε την ιδίαν ηδονήν επιδιώκουν όλοι, επιδιώκουν όλοι όμως μίαν ηδονήν. Ίσως μάλιστα και δεν επιδιώκουν αυτήν την οποίαν παραδέχονται ως ηδονήν, ή την οποίαν ημπορούν να την παραδεχθούν, αλλά την ιδίαν, διότι όλα τα όντα έχουν εκ φύσεως κάτι τι θεϊκόν. Έλαβαν όμως την κληρονομίαν του ονόματος αι σωματικαί ηδοναί, διότι πλειστάκις οι άνθρωποι παραδίδονται εις αυτάς και όλοι μετέχουν αυτών. Επειδή λοιπόν αυταί μόνον είναι γνωστότεραι, δι' αυτό νομίζουν πολλοί ότι μόνον αυταί υπάρχουν. Είναι δε φανερόν ότι, εάν δεν είναι αγαθόν η ηδονή και η ενέργεια, δεν είναι δυνατόν να ζη ηδονικώς ο ευτυχής. Διότι προς τι θα εχρειάζετο αυτό, εάν δεν είναι αγαθόν, και εάν είναι δυνατόν να ζη κανείς και με λύπας; Διότι τότε ούτε αγαθόν ούτε κακόν είναι η λύπη, αφού δεν είναι ούτε η ηδονή. Επομένως διατί να την αποφεύγη; και βεβαίως ούτε ο βίος του σπουδαίου είναι ηδονικώτερος από άλλους, αφού δεν είναι ηδονικαί και αι ενέργειαι αυτού.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ'.

&Διατί φαίνονται προτιμητέαι αι σωματικαί ηδοναί&. — Βεβαίως λοιπόν πρέπει να εξετάσωμεν περί των σωματικών ηδονών χάριν εκείνων οι οποίοι λέγουν ότι μερικαί ηδοναί είναι πολύ προτιμητέαι• λόγου χάριν αι καλαί, και όχι αι σωματικαί και εκείναι εις όσας περιστρέφεται η ακολασία. Διατί λοιπόν αι εναντίαι λύπαι είναι μοχθηραί; Διότι του κακού το αντίθετον είναι το αγαθόν. Ή τάχα τόσον αγαθαί είναι αι αναγκαίαι, όσον και το μη κακόν είναι αγαθόν; Ή μήπως είναι μέχρι τινός αγαθαί; Διότι εις όσας δεν υπάρχει υπερβολή του καλλιτέρου, δεν υπάρχει υπερβολή ούτε της ηδονής, εις όσα δε υπάρχει, υπάρχει και της ηδονής. Υπάρχει δε εις τα σωματικά αγαθά υπερβολή, και ο ποταπός είναι τοιούτος, διότι επιδιώκει την υπερβολήν, και όχι τα αναγκαία. Διότι όλοι ευχαριστούνται κάπως με τα φαγητά, και με οίνους και με αφροδισιακάς ηδονάς, όχι όμως όσον πρέπει. Το αντίθετον δε ως προς την λύπην. Διότι εκεί έκαστος δεν αποφεύγει την υπερβολήν των μόνον, αλλά απολύτως. Διότι δεν υπάρχει καμμία λύπη αντίθετος με την υπερβολήν, παρά μόνον ως προς τον επιδιώκοντα την υπερβολήν.

Έπειτα δεν απαιτείται μόνον να ειπούμεν την αλήθειαν αλλά και την αιτίαν του ψεύδους, διότι τούτο συντελεί εις το να πείθη. Δηλαδή, όταν φανή εύλογον το διατί φαίνεται αληθές, ενώ δεν είναι, τότε κάμνει έκαστον να πιστεύη περισσότερον περί της αληθείας. Επομένως πρέπει να ομιλήσωμεν διατί φαίνονται περισσότερον προτιμητέαι αι σωματικαί ηδοναί. Πρώτον λοιπόν διότι αποδιώκουν την λύπην. Και εξ αιτίας των υπερβολών της λύπης, επειδή ευρίσκουν ιατρείαν, επιδιώκουν την υπερβολικήν ηδονήν και εν γένει την σωματικήν. Είναι δε σφοδραί αι ιατρείαι, ως εκ του οποίου και επιδιώκονται, διότι κάμνουν εντύπωσιν απέναντι του αντιθέτου. Και λοιπόν δεν φαίνεται σπουδαίον πράγμα η ηδονή δι' αυτούς τους δύο λόγους, καθώς είπαμεν, διότι δηλαδή άλλαι μεν είναι πράξεις ποταπής φύσεως — ή εκ γενετής καθώς του ζώου, ή κατά συνήθειαν, καθώς των ποταπών ανθρώπων — αι δε ιατρείαι, διότι εφαρμόζονται εις τον ελαττωματικόν, και διότι είναι προτιμότεραι να τας έχη κανείς παρά να τας λαμβάνη. Αυταί όμως συμβαίνουν μόνον όταν αποκαθίσταται η υγεία μας, επομένως μόνον κατά σύμπτωσιν είναι σπουδαίαι. Έπειτα επιδιώκονται ως σφοδραί από εκείνους οι οποίοι δεν ημπορούν να απολαύσουν άλλας. Απόδειξις δε είναι ότι οι ίδιοι προετοιμάζουν διά τον εαυτόν των κάποιαν δίψαν αυτών. Και λοιπόν, όταν μεν είναι αβλαβείς, είναι άψογοι, όταν όμως είναι βλαβεραί, είναι ποταπαί. Διότι δεν έχουν καν άλλα πράγματα με τα οποία να ευχαριστηθούν, και εξ άλλου η ουδετέρα κατάστασις είναι εις πολλούς λυπηρά ως εκ της φύσεώς των. Διότι πάντοτε κοπιάζει το ζώον, καθώς μαρτυρούν και οι φυσιολόγοι οι οποίοι λέγουν ότι η όρασις και η ακοή είναι επιδεκτικαί κοπώσεως. Αλλά εσυνηθίσαμεν, λέγουν, πλέον και δεν το αντιλαμβανόμεθα. Ομοίως δε εις μεν την νεότητα ένεκα της θρέψεως διάκεινται καθώς οι μεθυσμένοι, και είναι ηδονικόν η νεότης, ενώ οι εκ φύσεως μελαγχολικοί έχουν ανάγκην πάντοτε ιατρείας. Διότι το σώμα των από την κράσιν είναι ως να δαγκώνεται, και πάντοτε ευρίσκονται εις σφοδρούς πόθους, την δε λύπην την εκδιώκει όχι μόνον η αντίθετος ηδονή, αλλά και οποιαδήποτε άλλη, αρκεί να είναι ισχυρά.

Και διά τούτο γίνονται πολλοί ακόλαστοι και ποταποί. Όσαι όμως δεν έχουν λύπας, δεν επιδέχονται υπερβολήν. Τοιαύται δε είναι αι ηδοναί των εκ φύσεως ηδονικών και όχι κατά σύμπτωσιν• ονομάζω δε κατά σύμπτωσιν ηδονικά τα θεραπευτικά. Δηλαδή, επειδή κατά σύμπτωσιν θεραπεύονται, ενώ κάτι εκτελεί το υπόλοιπον της υγείας, διά τούτο φαίνονται ηδονικά. Εκ φύσεως όμως ηδονικά είναι όσα εκτελούν μίαν πράξιν ομοίας φύσεως.

&Η ηδονή ποικίλλει εξ αιτίας της ευμεταβλήτου φύσεώς μας.& — Δεν είναι δε πάντοτε ηδονικόν το ίδιον πράγμα, διότι η φύσις ημών δεν είναι απλή, αλλά ενυπάρχει εις αυτήν και κάτι διαφορετικόν, αφού είμεθα φθαρτοί. Επομένως, εάν εκτελή τίποτε το έν μέρος μας, τούτο εις την άλλην φύσιν είναι αφύσικον. Όταν δε τα δύο στοιχεία ισορροπούν, τότε το εκτελούμενον δεν φαίνεται ούτε λυπηρόν ούτε ηδονικόν. Άλλως όμως, αν η φύσις ήτο απλή, θα ήτο πάντοτε η ιδία πράξις ηδονικωτάτη. Διά τούτο ο θεός πάντοτε μίαν και απόλυτον ηδονήν απολαμβάνει. Διότι δεν υπάρχει μόνον της κινήσεως ενέργεια αλλά και της ακινησίας, και η ηδονή υπάρχει μάλλον εις την ακινησίαν παρά εις την κίνησιν. Αν δε η μεταβολή είναι, καθώς λέγει ο ποιητής, το γλυκύτερον από όλα, τούτο προέρχεται πάντοτε από κάποιαν κακίαν. Δηλαδή, καθώς ο κακός άνθρωπος είναι πάντοτε ευμετάβολος, ομοίως και η φύσις, η οποία έχει ανάγκην μεταβολής. Δηλαδή δεν είναι απλή, ούτε καθώς πρέπει. Λοιπόν περί της εγκρατείας και ακρατείας και περί ηδονής και λύπης και τι είναι έκαστον και πώς άλλα μεν από αυτά είναι αγαθά, άλλα δε κακά είναι αρκετά όσα είπαμεν. Τόρα δε υπολείπεται να ομιλήσωμεν περί φιλίας, τι πράγμα είναι, και τι είναι φίλος.

ΒΙΒΛΙΟΝ Θ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'.

&Φιλία.&

&Η φιλία είναι απαραίτητος&. — Η φιλία βεβαίως είναι κάποια αρετή ή συνοδεύεται από αρετήν, έπειτα δε είναι αναγκαιοτάτη διά τον βίον. Διότι χωρίς φίλους, κανείς δεν ημπορεί να ζη, και αν έχη όλα τα άλλα αγαθά. Δηλαδή και οι πλούσιοι και όσοι έχουν αξιώματα και εξουσίας φαίνονται ότι έχουν την περισσοτέραν ανάγκην φίλων. Διότι ποία, η ωφέλεια της τοιαύτης ευημερίας των, εάν στερηθούν την αρετήν του να ευεργετούν, το οποίον επαινείται περισσότερον, όταν γίνεται προ πάντων εις τους φίλους; Ή πώς είναι δυνατόν να διατηρήται και να διασώζεται η ευημερία αυτή χωρίς φίλους; Διότι, όσον είναι περισσοτέρα, τόσον περισσότερον διατρέχει κίνδυνον. Και πάλιν μέσα εις την πτωχείαν και εις τας δυστυχίας ως μόνον καταφύγιον θεωρούν όλοι τους φίλους. Ακόμη δε είναι βοηθητική και εις τους νέους διά να μη σφάλλουν και εις τους γεροντοτέρους χάριν περιποιήσεως και χάριν ελλείψεως δραστηριότητος ένεκα της αδυναμίας, και εις τους έχοντας ακμαίαν ηλικίαν διά να εκτελούν καλάς πράξεις :

Όταν δυο περπατούν μαζί…

Διότι είναι ικανώτεροι και να εννοήσουν και να εκτελέσουν. Φαίνεται δε ότι ενυπάρχει εκ φύσεως η φιλία εις τους γεννήτορας προς τα γεννηθέντα όχι μόνον μεταξύ των ανθρώπων αλλά και μεταξύ των πτηνών και των περισσοτέρων ζώων, και εις τα ομόφυλα μεταξύ των και μάλιστα εις τους ανθρώπους, και δια τούτο επαινούμεν τους φιλανθρώπους. Θα παρατηρήση δε κανείς και εις τας περιπλανήσεις πόσον οικείος και φίλος είναι πας άνθρωπος με άνθρωπον. Φαίνεται δε ότι και τας πόλεις τας συγκρατεί η φιλία, και οι νομοθέται περισσοτέραν σημασίαν δίδουν εις αυτήν παρά εις την δικαιοσύνην. Διότι η ομόνοια φαίνεται ότι είναι κάτι τι όμοιον με την φιλίαν, αυτήν δε προ παντός άλλου την επιδιώκουν, και αποδιώκουν προ πάντων την διχόνοιαν, διότι είναι έχθρα. Έπειτα, όταν οι πολίται είναι φίλοι, δεν χρειάζεται διόλου η δικαιοσύνη, ενώ, όταν είναι δίκαιοι, έχουν πρόσθετον ανάγκην της φιλίας, και από τα δίκαια το σπουδαιότερον φαίνεται ότι είναι φιλικόν. Δεν είναι δε μόνον αναγκαία η φιλία αλλά και καλόν. Διότι τους κάμνοντας φίλους τους επαινούμεν, έπειτα η πολυφιλία φαίνεται ότι είναι έν από τα καλά, ακόμη δε πολλοί νομίζουν ότι το ίδιον είναι οι αγαθοί άνδρες και οι φίλοι.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'.

&Η φύσις της φιλίας ή αγάπης&. — Διαφιλονικούνται όμως περί αυτής όχι ολίγα. Δηλαδή άλλοι μεν θεωρούν αυτήν ως κάποιαν ομοιότητα και τους φίλους ως ομοίους, διά τούτο λέγουν παροιμιωδώς : «ο όμοιος τον όμοιον και η κοπριά τα λάχανα» και τα παρόμοια. Άλλοι όμως αντιθέτως όλους τους τοιούτους τους θεωρούν μεταξύ των ως αντιζήλους κεραμοπλάστας {4}, και διά τούτο περί αυτών των ιδίων ζητούν ανωτέραν και φυσικωτέραν εξήγησιν. Και ο μεν Ευριπίδης λέγει :

    … Ποθεί βροχήν το ξηραμμένο χώμα.
    Το φορτωμένο σύννεφο ποθεί την γην να βρέξη.

Επίσης και ο Ηράκλειτος ως εξήγησιν της φιλίας φέρει την αντίθεσιν των συμφερόντων και λέγει ότι: «από τα διαφέροντα γεννάται καλή αρμονία και ότι τα γεννά η διχόνοια». Αντιθέτως δε προς αυτούς άλλοι πολλοί και ο Εμπεδοκλής πρεσβεύουν ότι το όμοιον επιζητεί το όμοιον. Και λοιπόν αι μεν φυσικαί απορίαι ας μείνουν κατά μέρος, διότι δεν σχετίζονται με την παρούσαν μελέτην. — Όσα όμως είναι ανθρώπινα και ανήκουν εις τα ήθη και πάθη, αυτά πρέπει να τα εξετάσωμεν, λόγου χάριν αν μεταξύ όλων των ανθρώπων είναι δυνατόν να υπάρξη φιλία, ή μήπως δεν είναι δυνατόν όσοι είναι μοχθηροί να γίνουν φίλοι, και αν έν είδος φιλίας υπάρχει ή περισσότερα. Δηλαδή όσοι νομίζουν ότι υπάρχει έν είδος φιλίας εκ του ότι επιδέχεται αυξομείωσιν, δεν βασίζονται εις ασφαλή απόδειξιν. Διότι την αυξομείωσιν την επιδέχονται και τα άλλα είδη, είπαμεν δε περί αυτής προηγουμένως.

&Το αντικείμενον της φιλίας&. — Ίσως όμως εννοηθή τούτο, όταν εξακριβώσωμεν το αντικείμενον της φιλίας. Δηλαδή φαίνεται ότι δεν είναι αντικείμενον αγάπης παν πράγμα, αλλά το αγαπητόν. Τούτο δε είναι ή αγαθόν, ή ηδονικόν, ή χρήσιμον. Ίσως δε νομισθή ότι είναι χρήσιμον εκείνο το οποίον φέρει το αγαθόν ή την ηδονήν, και επομένως αγαπητόν είναι μόνον το αγαθόν και το ηδονικόν ως αποτελέσματα. Τόρα λοιπόν άραγε το αγαθόν αγαπούν όλοι ή το εις αυτούς φαινόμενον αγαθόν; Διότι αυτά κάποτε δεν συμφωνούν. Ομοίως δε και ως προς το ηδονικόν. Φαίνεται όμως ότι έκαστος αγαπά το εις αυτόν φαινόμενον αγαθόν, και ότι γενικώς μεν αγαπητόν είναι το αγαθόν, ατομικώς δε το φαινόμενον ως αγαθόν εις έκαστον. Έκαστος όμως αγαπά όχι ό,τι είναι εις αυτόν αγαθόν, αλλ' ό,τι φαίνεται. Αλλά δεν έχουν καμμίαν διαφοράν. Διότι το αγαπητόν είναι πάντοτε φαινομενικόν. Αφού δε είναι τρία τα ελατήρια της φιλίας, επί μεν της αγάπης των αψύχων δεν εφαρμόζεται η λέξις φιλία. Διότι δεν υπάρχει ανταπόδοσις της αγάπης, ούτε επιθυμία αγαθού δι' αυτά, — διότι ίσως θα ήτο κωμικόν διά τον οίνον να θέλη κανείς το καλόν του, αλλά αν θέλη να τον φυλάξη, το κάμνει διά να τον έχη ο ίδιος. Ενώ διά τον φίλον όλοι λέγουν ότι ζητούν το καλόν του διά τον εαυτόν του, όσοι δε επιθυμούν τα αγαθά κατ' αυτόν τον τρόπον ονομάζονται ευνοϊκοί, όταν δεν αποδοθή το ίδιον εις αυτούς από εκείνον. Διότι η εύνοια επί ανταποδόσεως γίνεται φιλία. Ή μήπως πρέπει να προσθέσωμεν το να μη είναι μυστική; Διότι πολλοί είναι ευνοϊκοί εις ανθρώπους τους οποίους δεν είδαν ποτέ, και μόνον διότι τους νομίζουν καθώς πρέπει και χρησίμους. Αυτό δε το αίσθημα είναι δυνατόν και από εκείνους κανείς να πάθη ως προς αυτούς. Και λοιπόν ευνοϊκοί μεν αυτοί φαίνονται μεταξύ των. Αλλά φίλους πώς ημπορεί κανείς να τους ονομάση, αφού δεν γνωρίζουν ποία αισθήματα τρέφουν μεταξύ των; Επομένως οι φίλοι πρέπει να είναι ευνοϊκοί μεταξύ των και να θέλουν τα αγαθά των, όχι μυστικά εξ αιτίας ενός από τα ελατήρια που είπαμεν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ’.

&Τα είδη της φιλίας.& — Είναι δε διαφορετικά μεταξύ των αυτά τα είδη των ελατηρίων. Επομένως διαφέρουν και τα είδη της αγάπης και της φιλίας. Λοιπόν τρία είδη υπάρχουν της φιλίας, ισάριθμα με τα αγαπώμενα. Διότι εις έκαστον από αυτά υπάρχει ανταπόδοσις της αγάπης όχι μυστική. Όσοι δε αγαπώνται μεταξύ των επιθυμούν ο είς διά τον άλλον τα αγαθά με τον ίδιον τρόπον που τους αγαπούν. Και λοιπόν όσοι μεν αγαπούν τους φίλους διά το χρήσιμον, δεν τους αγαπούν καθ' εαυτούς, αλλά καθόσον έρχεται κανέν αγαθόν από τον ένα εις τον άλλον. Ομοίως δε και όσοι τους αγαπούν εξ αιτίας της ηδονής. Δηλαδή αυτοί δεν αγαπούν τους ευτραπέλους διά το ποιόν των, αλλά διότι είναι ευχάριστοι εις αυτούς. Λοιπόν και όσοι αγαπούν διά την χρησιμότητα, τους αγαπούν διά το ιδικόν των καλόν, και όσοι αγαπούν χάριν της ηδονής, τους αγαπούν διά την ιδικήν των ηδονήν και όχι δι' εκείνην που χαρακτηρίζει τον αγαπώμενον, αλλά μόνον καθόσον αυτός είναι χρήσιμος ή ηδονικός. Επομένως αυταί αι φιλίαι είναι κατά σύμπτωσιν. Διότι ο αγαπώμενος δεν αγαπάται διότι είναι ό,τι είναι, αλλά διότι προξενεί άλλος μεν κανέν αγαθόν, άλλος δε ηδονικόν. Επομένως αυταί αι φιλίαι διαλύονται ευκόλως, όταν δεν διατηρούνται μεταξύ των όμοιοι. Δηλαδή, εάν πλέον δεν είναι ηδονικοί ή χρήσιμοι μεταξύ των, παύουν να έχουν φιλίαν. Αλλά το χρήσιμον δεν είναι σταθερόν, αλλά ποικίλλει κατά περιστάσεις. Όταν λοιπόν φύγη το ελατήριον της φιλίας των, διαλύεται και η φιλία, διότι η φιλία ήτο σχετική με εκείνο. Ιδίως όμως εις τους γεροντοτέρους φαίνεται ότι συμβαίνει αυτό το είδος της φιλίας — διότι οι τοιούτοι δεν επιδιώκουν το ηδονικόν αλλά το ωφέλιμον — από δε τους ακμαίους και τους νέους συμβαίνει εις όσους κυνηγούν το συμφέρον των. Οι τοιούτοι δε δεν συναναστρέφονται καν μεταξύ των. Κάποτε δε ούτε είναι καν ηδονικοί. Επομένως ούτε έχουν καν πρόσθετον ανάγκην της τοιαύτης φιλίας, εάν δεν είναι ωφέλιμοι οι φίλοι των. Διότι εις τόσον βαθμόν είναι ηδονικοί, όσον δίδουν ελπίδας αγαθού. Εις αυτά δε τα είδη της φιλίας συγκαταλέγουν και την φιλοξενίαν. Η δε φιλία των νέων φαίνεται ότι έχει ελατήριον την ηδονήν. Διότι αυτοί ζουν συμφώνως με τα πάθη των, και προ πάντων επιδιώκουν το εις αυτούς ηδονικόν και το στιγμιαίον, όσον δε μεταβάλλεται η ηλικία, τόσον και τα ηδονικά μεταβάλλονται. Διά τούτο γλήγορα, γίνονται φίλοι και γλήγορα διαλύουν την φιλίαν. Δηλαδή μαζί με την ηδονήν μεταβάλλεται και η φιλία, αλλά της τοιαύτης ηδονής η μεταβολή είναι ταχεία. Είναι δε και ερωτικοί οι νέοι. Διότι το περισσότερον μέρος του έρωτος έχει ελατήριον το πάθος και την ηδονήν. Και διά τούτο η φιλία των και η διάλυσις αυτής [φαίνεται να λείπει κείμενο, ενώ οι σελίδες είναι συνεχόμενες]

διέρχωνται όλην την ημέραν και να ζουν μαζί. Διότι ούτω πως πραγματοποιείται η αληθής ιδιότης της φιλίας των.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'.

&Τελεία είναι η φιλία των αγαθών&. — Είναι δε τελεία η φιλία των αγαθών και των ομοίων ως προς την αρετήν. Διότι αυτοί εξ ίσου επιθυμούν ο είς διά τον άλλον τα αγαθά μεταξύ των ως αγαθοί, είναι δε καθαυτό αγαθοί. Όσοι δε επιθυμούν τα αγαθά διά τους φίλους των, χάριν μόνον αυτών των ιδίων, είναι κυρίως φίλοι — διότι αυτήν την ιδιότητα την έχουν εξ αιτίας του εαυτού των και όχι εκ συμπτώσεως. Επομένως διαμένει η τοιαύτη φιλία εν όσω είναι αγαθοί, η δε αγαθότης των είναι μόνιμος. Και ο καθείς από τους δύο είναι και απολύτως αγαθός και αγαθός διά τον φίλον του. Δηλαδή οι αγαθοί είναι και απολύτως αγαθοί και μεταξύ των. Ομοίως δε είναι και ηδονικοί. Δηλαδή και απολύτως ηδονικοί είναι οι αγαθοί και μεταξύ των. Διότι εις έκαστον ηδονικαί είναι αι συγγενικαί πράξεις και αι όμοιαι, αι δε πράξεις των αγαθών είναι συγγενικαί ή όμοιαι. Η τοιαύτη λοιπόν φιλία ευλόγως είναι σταθερά. Διότι συγκεντρώνει εντός της όλα όσα πρέπει να έχουν οι φίλοι. Δηλαδή παν είδος φιλίας υπάρχει ή χάριν αγαθού ή χάριν ηδονής είτε απολύτως είτε σχετικώς με τον αγαπώντα, και συμφώνως με κάποιαν ομοιότητα. Εις αυτήν όμως υπάρχουν όλα αυτά που είπαμεν καθ' εαυτά. Διότι εις αυτήν είναι όμοιοι οι φίλοι και ως προς τα άλλα — έπειτα το απολύτως αγαθόν είναι και απολύτως ηδονικόν. Κυρίως δε αυτά είναι αξιαγάπητα και επομένως και η αγάπη και η φιλία εις αυτά κυρίως είναι η καλλιτέρα. Βεβαίως όμως αι τοιαύται φιλίαι είναι σπάνιαι, διότι ολίγοι υπάρχουν τοιούτου είδους. Έπειτα δε ότι αυτό το είδος της φιλίας απαιτεί καιρόν και συνήθειαν. Διότι, καθώς λέγει η παροιμία, δεν είναι δυνατόν να γνωρισθούν μεταξύ των, αν δεν φάγουν μαζί ψωμί και αλάτι. Ούτε βεβαίως να έχουν ευχαρίστησιν ούτε να είναι φίλοι είναι δυνατόν, πριν να φανή έκαστος εις τον άλλον αξιαγάπητος και να πιστευθή. Όσοι δε συνδέουν γλήγορα μεταξύ των φιλίαν θέλουν μεν να είναι φίλοι, δεν είναι όμως, εάν δεν είναι αγαπητοί μεταξύ των και αν δεν το γνωρίζουν συγχρόνως. Διότι επιθυμία ταχεία της φιλίας υπάρχει, ταχεία φιλία όμως δεν υπάρχει.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'.

&Η φιλία της ηδονής και χρησιμότητος&. — Αυτό το είδος λοιπόν της φιλίας και ως προς την διάρκειαν και ως προς τα άλλα είναι τέλειον, και υπό όλας τας επόψεις αποδίδονται τα ίδια και όμοια από τον ένα εις τον άλλον και από τον δεύτερον εις τον πρώτον, πράγμα το οποίον πρέπει να υπάρχη εις τους φίλους. Η δε χάριν της ηδονής φιλία είναι απομίμησις αυτής — διότι και οι αγαθοί είναι ηδονικοί μεταξύ των. Ομοίως δε και η χάριν της χρησιμότητος — διότι και χρήσιμοι γίνονται μεταξύ των οι αγαθοί. Κυρίως δε διατηρούνται και εις αυτούς αι φιλίαι, όταν το ίδιον λαμβάνη ο είς από τον άλλον, λόγου χάριν την ηδονήν, και όχι μόνον κατά ένα τρόπον, αλλά και από την ιδίαν ιδιότητά των καθώς λόγου χάριν από την ευτραπελίαν και όχι καθώς εις τον εραστήν και τον ερωμένον του. Διότι αυτοί οι δύο δεν ευχαριστούνται διά τα ίδια πράγματα, αλλά ο μεν πρώτος θέλει να ερωτεύεται τον άλλον, αυτός δε να κολακεύεται από τον εραστήν. Όταν όμως περάση η νεαρά ηλικία, κάποτε τελειόνει και η φιλία — διότι εις μεν τον πρώτον δεν είναι πλέον ευχάριστος η μορφή του άλλου, εις τούτον δε δεν αποδίδεται πλέον περιποίησις. Πολλοί δε πάλιν εξακολουθούν να είναι φίλοι, όταν από την συνήθειαν αγαπήσουν ο είς τα ήθη του άλλου, εάν είναι όμοιοι εις αυτά. Όσοι δε δεν ανταλλάσσουν την ηδονήν αλλά την χρησιμότητα εις τα ερωτικά, αυτοί και ολιγώτερον διατηρούνται. Δηλαδή οι από χρησιμότητα φίλοι χωρίζουν, μόλις χωρίσουν τα συμφέροντά των. Διότι αυτοί δεν ήσαν φίλοι των ατόμων των, αλλά της ωφελείας. Και λοιπόν χάριν ηδονής και χρησιμότητος είναι δυνατόν και μηδαμινοί άνθρωποι να γίνουν μεταξύ των φίλοι, και καλοί με κακούς, και όστις δεν είναι ούτε καλός ούτε κακός να γίνη φίλος με οποιονδήποτε, χάριν όμως των ατόμων των βεβαίως μόνοι οι αγαθοί. Διότι οι κακοί δεν ευχαριστούνται με τα άτομά των, εάν δεν λαμβάνουν κάποιαν ωφέλειαν.

Και μόνη δε η φιλία των αγαθών δεν επιδέχεται συκοφαντίαν. Διότι κανείς δεν πιστεύει ευκόλως διά το άτομον το οποίον εδοκίμασε πολύν καιρόν. Έπειτα δε υπάρχει και η πεποίθησις εις αυτούς, και το να μη είναι δυνατόν να αδικούν ποτέ, και όσα άλλα απαιτούνται εις την αληθινήν φιλίαν. Εις τους άλλους όμως δεν είναι δύσκολον να συμβαίνουν αυτά. Δηλαδή, επειδή οι άνθρωποι ονομάζουν φίλους και τους χάριν χρησιμότητος, καθώς αι πόλεις — διότι φαίνεται ότι εις τας πόλεις αι συμμαχίαι γίνονται χάριν του συμφέροντος — το ίδιον δε κάμνουν και όσοι χάριν ηδονής γίνονται αρεστοί μεταξύ των, καθώς τα παιδία, διά τούτο ίσως και ημείς πρέπει μεν να ονομάσωμεν φίλους και τους τοιούτους, να διακρίνωμεν όμως περισσότερα είδη της φιλίας, και πρωτίστως μεν και κυρίως να θεωρούμεν ως φιλίαν την φιλίαν των αγαθών, καθόσον είναι αγαθοί, τας δε άλλας κατά μεταφοράν. Δηλαδή, καθόσον υπάρχει κάποιον αγαθόν και όμοιον, κατά τούτο, αυτοί είναι φίλοι. Διότι και το ηδονικόν είναι αγαθόν εις τους φιληδόνους. Αυταί όμως δεν τους συσφίγγουν πολύ, ούτε είναι μία η φιλία η χάριν της χρησιμότητος και η χάριν της ηδονής. Διότι δεν συνδυάζονται τόσον πολύ αλλά κατά σύμπτωσιν ιδιότητος. Αφού δε η φιλία διαιρείται εις αυτά τα είδη, οι μεν ποταποί θα γίνουν φίλοι χάριν της ηδονής ή της χρησιμότητος, διότι εις αυτά είναι όμοιοι, οι αγαθοί όμως χάριν του ατόμου των, διότι γίνονται φίλοι, καθόσον είναι αγαθοί. Αυτοί λοιπόν είναι απολύτως φίλοι, εκείνοι δε κατά σύμπτωσιν και διότι παρομοιάζουν τον εαυτόν τους με τούτους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ς'.

&Φιλία και συμβίωσις&. — Καθώς δε εις τας αρετάς άλλοι μεν λέγονται αγαθοί από την διάθεσιν, άλλοι δε από την ενέργειαν, το ίδιον και εις την φιλίαν. Διότι άλλοι μεν ευχαριστούνται μεταξύ των να περνούν τας ώρας των μαζί και να προμηθεύουν αγαθά, άλλοι δε και όταν κοιμώνται ή μένουν εις χωρισμένους τόπους δεν ενεργούν μεν, έχουν όμως την διάθεσιν ώστε να ενεργούν φιλικώς. Διότι οι μακρινοί τόποι δεν διαλύουν την φιλίαν απολύτως, αλλά την ενέργειάν της. Εάν όμως η απομάκρυνσίς των πολυκαιρίση, φαίνεται ότι επέρχεται και της φιλίας λήθη• διά τούτο λέγουν:

Τα μάτια που δεν βλέπονται γλήγορα λησμονούνται {5}

Δεν φαίνεται δε να είναι κατάλληλοι διά φιλίαν ούτε οι γέροντες ούτε οι τραχείς. Διότι εις αυτούς υπάρχει ολίγη ηδονή. Κανείς όμως δεν ημπορεί να περνά όλην του την ημέραν με ένα οχληρόν ούτε με ένα ο οποίος δεν είναι ευχάριστος. Διότι κυρίως η φύσις φαίνεται ότι αποφεύγει το λυπηρόν και επιζητεί το ηδονικόν. Όσοι όμως ανέχονται ο είς τον άλλον, αλλά δεν περνούν τας ώρας των μαζί, φαίνονται μάλλον ευνοϊκοί παρά φίλοι. Δηλαδή τίποτε άλλο δεν χαρακτηρίζει τόσον πολύ τους φίλους, όσον η συμβίωσις. Διότι τας μεν ωφελείας τας επιθυμούν μόνον οι πτωχοί ενώ την συμβίωσιν την επιθυμούν και οι αξιομακάριστοι. Και βεβαίως διόλου δεν αρμόζει εις αυτούς να ζουν με μοναξίαν. Μαζί όμως να περνούν τας ώρας των δεν είναι δυνατόν, αν δεν είναι ευχάριστοι και δεν ευχαριστούνται με τα ίδια πράγματα, το οποίον φαίνεται ότι το έχει η συνεταιρική φιλία.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ'.

&Η φιλία της ισότητας&. - Κυρίως λοιπόν φιλία είναι η φιλία των αγαθών, καθώς το είπαμεν πολλάκις. Διότι φαίνεται ότι αγαπητόν μεν και προτιμητέον είναι το απολύτως αγαθόν ή ηδονικόν, δι' έκαστον όμως ό,τι είναι τοιούτον διά το άτομόν του. O αγαθός όμως είναι διά τον αγαθόν αγαπητός και διά τα δύο. Ομοιάζει δε η μεν αγάπη με πάθος, η δε φιλία με διάθεσιν. Διότι η αγάπη υπάρχει εξ ίσου προς τα άψυχα, ενώ η φιλία ανταποδίδεται με προαίρεσιν, η δε προαίρεσις πηγάζει από την διάθεσιν. Και επιθυμούν τα αγαθά διά τους φίλους των χάριν των ιδίων, όχι από πάθος αλλά από διάθεσιν. Και όταν αγαπούν τον φίλον, αγαπούν το αγαθόν των. Διότι όστις γίνη αγαθός φίλος, προξενεί αγαθόν εις τον φίλον του. Λοιπόν και οι δύο αγαπούν το ατομικόν των αγαθόν, και ανταποδίδουν το ίσον ψυχικώς και σωματικώς. Διότι λέγεται ως παροιμία πλέον το: φιλία ισότης. Κυρίως όμως αυτά υπάρχουν εις την φιλίαν των αγαθών. Εις δε τους τραχείς και τους γεροντικούς ολιγώτερον απαντά η φιλία, καθόσον είναι δυστροπώτεροι και ολιγώτερον ευχαριστούνται με τας συναναστροφάς των. Διότι αυτά τα δύο φαίνεται κυρίως ότι χαρακτηρίζουν την φιλίαν και παράγουν φιλίαν. Διά τούτο οι νέοι μεν γίνονται γλήγορα φίλοι, οι γέροντες όμως όχι. Διότι δεν γίνονται φίλοι οι άνθρωποι με όσους δεν ευχαριστούνται, ομοίως δε ούτε οι στρυφνοί. Αλλά οι τοιούτοι είναι μεν ευνοϊκοί μεταξύ των — διότι επιθυμούν τα αγαθά του άλλου και είναι πρόθυμοι εις τας ανάγκας του — φίλοι όμως δεν είναι τόσον καλά, διότι δεν περνούν μαζί την ημέραν των, ούτε ευχαριστούνται μεταξύ των, τα οποία κυρίως χαρακτηρίζουν την φιλίαν. Πολλοί δε δεν είναι δυνατόν να γίνουν φίλοι με το τέλειον είδος της φιλίας, καθώς δεν είναι δυνατόν ούτε να ερωτεύωνται πολλούς συγχρόνως. Δηλαδή ομοιάζει με υπερβολήν εκ φύσεως όμως εδόθη το τοιούτον να γίνεται ως προς ένα μόνον, εις πολλούς δε να αρέση το ίδιον άτομον συγχρόνως δεν είναι εύκολον, ίσως δε ουδέ να είναι αγαθοί. Είναι δε ανάγκη να αποκτήση κανείς και πείραν και να συνηθίση τον φίλον, το οποίον είναι δυσκολώτατον. Χάριν όμως χρησιμότητος και ηδονής είναι δυνατόν να είναι κανείς αρεστός εις πολλούς. Διότι πολλοί υπάρχουν τοιούτοι και ολίγην ώραν διαρκεί η εκδούλευσίς των. Από αυτάς δε τας δύο περισσότερον ομοιάζει την αληθινήν φιλίαν η χάριν ηδονής, όταν τα ίδια παρέχωνται και από τους δύο και ευχαριστούνται μεταξύ των, ή όταν ευχαριστούνται διά τα ίδια πράγματα, καθώς είναι αι φιλίαι των νέων. Διότι περισσότερον υπάρχει εις αυτάς η ελευθεριότης. Ενώ η φιλία η χάριν της χρησιμότητος είναι χυδαία. Εκτός τούτου δε και αυτοί οι αξιομακάριστοι δεν έχουν ανάγκην των χρησίμων, έχουν όμως ανάγκην των ηδονικών. Δηλαδή επιθυμούν να συναναστρέφωνται με κάποιους, αλλά την λύπην ολίγον μεν χρόνον την υποφέρουν, διαρκώς όμως κανείς απολύτως δεν την υπομένει, ούτε το ίδιον το αγαθόν, εάν προξενή λύπην εις αυτόν. Διά τούτο θέλουν όλοι τους φίλους ευχαρίστους. Ίσως όμως πρέπει να είναι και αγαθοί, ενώ είναι ευχάριστοι, και περιπλέον ευχάριστοι εις το άτομόν των. Διότι τότε μόνον θα έχουν όσα πρέπει να υπάρχουν εις τους φίλους. Όσοι δε ευρίσκονται εις την εξουσίαν φαίνεται ότι έχουν διαφόρους τάξεις φίλων. Διότι εις αυτούς άλλοι είναι οι χρήσιμοι και άλλοι οι ευχάριστοι, τα ίδια όμως άτομα δεν έχουν τόσον πολύ και τα δύο αυτά. Διότι ούτε ευχαρίστους και συγχρόνως εναρέτους τους θέλουν, ούτε χρησίμους εις τα καλά, αλλά άλλους μεν ευτραπέλους, διότι επιθυμούν την ηδονήν, άλλους δε δαιμονίους, διά να εκτελούν ό,τι τους διατάσσουν. Αυτά όμως δεν υπάρχουν τόσον συχνά εις το ίδιον πρόσωπον. Είπαμεν δε ότι ηδονικός και χρήσιμος συγχρόνως είναι ο σπουδαίος (αγαθός). Αυτός όμως δεν γίνεται φίλος με τον ανώτερόν του, εάν δεν είναι ανώτερος και κατά την αρετήν. Ειδεμή δεν ισοφαρίζει αναλόγως η καθυστέρησίς του. Δεν υπάρχουν δε τόσον πολλοί τοιούτοι.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η'.

&Η φιλία της υπεροχής&. — Λοιπόν αυτά τα είδη της φιλίας τα οποία είπαμεν, είναι με ισότητα. Δηλαδή τα ίδια παρέχονται και από τους δύο, και τα ίδια θέλει και ο είς διά τον άλλον, ή ανταλλάσσουν άλλο με άλλο• λόγου χάριν την ηδονήν με την ωφέλειαν. Ότι δε και ολιγώτερον απαντώσι και ολιγώτερον διατηρούνται αι τοιαύται φιλίαι, το είπαμεν. Φαίνεται όμως ότι από ομοιότητα και ανομοιότητα ως προς έν και το αυτό πράγμα υπάρχουν και δεν υπάρχουν φιλίαι. Δηλαδή και αυταί αι φιλίαι φαίνεται ότι υπάρχουν από την ομοιότητά των προς την ενάρετον φιλίαν — διότι η μεν μία έχει το ηδονικόν, η δε άλλη το χρήσιμον, αυτά δε υπάρχουν και εις εκείνην. — Εκ του ότι όμως εκείνη μεν δεν επιδέχεται συκοφαντίαν και είναι σταθερά, αυταί όμως γλήγορα μεταβάλλονται και διαφέρουν εις πολλά άλλα, δεν φαίνονται ότι είναι φιλίαι, επειδή δεν ομοιάζουν εκείνην. Υπάρχει όμως άλλο είδος φιλίας από υπεροχήν λόγου χάριν του πατρός προς τον υιόν και εν γένει του μεγαλειτέρου προς τον μικρότερον, και του ανδρός προς την γυναίκα και γενικώς του άρχοντος προς τον αρχόμενον. Αυτά δε διαφέρουν και μεταξύ των. Δηλαδή δεν έχουν την ιδίαν φιλίαν οι γονείς προς τα τέκνα και οι άρχοντες προς τους αρχομένους, αλλ' ούτε ο πατήρ προς τον υιόν και ο υιός προς τον πατέρα, ούτε ο ανήρ προς την γυναίκα και η γυνή προς τον άνδρα. Διότι έκαστος από αυτούς έχει διαφορετικήν αρετήν και έργον, επίσης δε έχει και διαφορετικά ελατήρια της φιλίας. Επομένως διαφέρουν και αι αγάπαι και αι φιλίαι των. Και λοιπόν τα ίδια πλεονεκτήματα ούτε παρέχονται, εις τον καθένα από τον καθένα ούτε πρέπει να τα ζητούν. Όταν όμως εις μεν τους γονείς παρέχουν τα τέκνα ό,τι οφείλουν να παρέχουν εις αυτούς ως γεννήτοράς των, οι δε γονείς παρέχουν όσα πρέπει να παρέχουν εις τα τέκνα των, τότε η φιλία αυτών είναι σταθερά και καθώς πρέπει. Αναλόγως δε πρέπει να υπάρχη και η αγάπη εις τας φιλίας της υπεροχής• λόγου χάριν ο καλλίτερος να αγαπάται περισσότερον παρά να αγαπά, επίσης δε και ο ωφελιμώτερος, και έκαστος από τους άλλους ομοίως. Δηλαδή, όταν η αγάπη αποδίδεται συμφώνως με την αξίαν, τότε γίνεται κάπως ισότης, το οποίον βεβαίως φαίνεται ότι είναι χαρακτηριστικόν της φιλίας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ'.

Αλλά φαίνεται ότι το ίσον δεν είναι το ίδιον εις τα δίκαια και εις την φιλίαν. Διότι εις μεν τα δίκαια ίσον είναι κατά πρώτον λόγον το ανάλογον με την αξίαν, ενώ το ανάλογον προς το ποσόν είναι κατά δεύτερον λόγον ίσον, εις την φιλίαν όμως κατά πρώτον λόγον έρχεται το ανάλογον προς το ποσόν, και κατά δεύτερον λόγον το ανάλογον προς την αξίαν. Τούτο δε φαίνεται, εάν είναι μεγάλη η απόστασις της αρετής ή της κακίας ή της ευπορίας ή κανενός άλλου. Διότι τότε πλέον δεν είναι φίλοι, αλλ' ούτε και απαιτούν να είναι. Και τούτο είναι καθαρώτερον προφανές εις τους θεούς. Διότι αυτοί είναι κατά πολύ ανώτεροι εις όλα τα αγαθά. Είναι δε προφανές και εις τους βασιλείς. Διότι και δι' αυτούς δεν έχουν αξίωσιν να γίνουν φίλοι των όσοι είναι πολύ κατώτεροι, αλλ' ούτε με τους καλλιτέρους και σοφωτέρους, όσοι δεν έχουν καμμίαν αξίαν. Και βεβαίως εις τοιαύτα δεν υπάρχει ακριβής ορισμός, μέχρι τίνος βαθμού γίνονται φίλοι. Διότι όταν αφαιρεθούν πολλά, πάλιν μένει κάτι τι, όταν όμως αποχωρισθή κανείς πολύ, καθώς λόγου χάριν ο θεός, τότε δεν μένει τίποτε. Διά τούτο υπάρχει και απορία μήπως άραγε οι φίλοι δεν επιθυμούν διά τους φίλους των τα μέγιστα αγαθά• λόγου χάριν να γίνουν θεοί. Διότι τότε πλέον δεν θα είναι φίλοι δι' αυτούς, αλλ' ούτε και ευτύχημα, διότι οι φίλοι είναι ευτύχημα. Εάν λοιπόν ελέχθη ορθώς ότι ο φίλος επιθυμεί τα αγαθά διά τον φίλον του προς χάριν εκείνου, ίσως είναι ανάγκη να μένη καθώς είναι εκείνος. Εν όσω δε μένει άνθρωπος θα επιθυμή δι' αυτόν τα μέγιστα αγαθά. Ίσως όμως πάλιν όχι όλα. Διότι κυρίως διά τον εαυτόν του επιθυμεί έκαστος τα αγαθά.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι’.

&Φιλία είναι μάλλον το να αγαπά κανείς παρά να αγαπάται&. — Οι περισσότεροι όμως φαίνεται ότι από φιλοδοξίαν επιθυμούν μάλλον να αγαπώνται παρά να αγαπούν — διά τούτο οι περισσότεροι είναι φιλοκόλακες, διότι ο κόλαξ είναι φίλος υπερτερών ή προσποιείται ότι είναι τοιούτος και ότι μάλλον αγαπά παρά αγαπάται. Το να αγαπάται δε κανείς πλησιάζει προς το να τιμάται, το οποίον βεβαίως το επιθυμούν οι περισσότεροι. Φαίνεται όμως ότι δεν προτιμούν την τιμήν χάριν αυτής της ιδίας, αλλά κατά σύμπτωσιν. Δηλαδή οι μεν περισσότεροι ευχαριστούνται, όταν τιμώνται από τους ευρισκομένους εις την εξουσίαν χάριν της ελπίδος — διότι νομίζουν ότι θα επιτύχουν από αυτούς ό,τι χρειασθούν, και ευχαριστούνται με την τιμήν, διότι είναι σημείον απολαύσεως ευεργεσίας. Όσοι δε επιθυμούν τιμήν από τους καλούς και γνωρίμους, επιθυμούν να εξακριβώσουν την γνώμην, την οποίαν εκείνοι έχουν δι' αυτούς. Και λοιπόν ευχαριστούνται να είναι αγαθοί, διότι πιστεύουν εις την κρίσιν αυτών, οι οποίοι τους ονομάζουν αγαθούς. Το να αγαπώνται όμως τους ευχαριστεί καθ' εαυτό. Διά τούτο ίσως τούτο φανή ότι είναι καλλίτερον από το να τιμώνται, και ότι η φιλία είναι καθ' εαυτήν προτιμητέα. Φαίνεται δε ότι έγκειται μάλλον εις το να αγαπά κανείς, παρά εις το να αγαπάται. Και απόδειξις είναι αι μητέρες αι οποίαι ευχαριστούνται να αγαπούν. Διότι μερικαί δίδουν εις άλλας τα παιδιά των διά να τα μεγαλώσουν, και αυταί μεν τα αγαπούν διότι τα γνωρίζουν, δεν ζητούν όμως ανταπόδοσιν της αγάπης των, όταν δεν είναι δυνατόν να υπάρξουν και τα δύο, αλλά φαίνεται ότι είναι αρκετόν δι' αυτάς να τα βλέπουν να ευτυχούν, και τα αγαπούν, και αν ακόμη εκείνα δεν ημπορούν να αποδώσουν τίποτε από ό,τι πρέπει εις την μητέρα των, επειδή δεν την γνωρίζουν. Αφού δε η φιλία έγκειται μάλλον εις το να αγαπά κανείς, και αφού επαινούνται οι αγαπώντες τους φίλους, φαίνεται ότι των φίλων αρετή είναι να αγαπούν. Επομένως μεταξύ όσων συμβαίνει τούτο συμφώνως με την αξίαν των, αυτοί είναι μόνιμοι καθώς και η φιλία των.

&Η εξίσωσις ως φιλία&. — Κατ' αυτόν δε τον τρόπον και οι άνισοι ημπορούν κάλιστα να γίνουν φίλοι, διότι ημπορούν να εξισωθούν. Διότι η ισότης και η ομοιότης είναι φιλία. Και κυρίως μεν η ομοιότης κατά την αρετήν — διότι είναι σταθεροί καθ' εαυτούς, επομένως μένουν σταθεροί και μεταξύ των, και ούτε χρειάζονται ποταπά πράγματα, ούτε προσφέρουν ποταπάς εκδουλεύσεις, αλλά ημπορούμεν να ειπούμεν ακόμη ότι τας εμποδίζουν μεταξύ των. Διότι ιδιότης των αγαθών είναι ούτε οι ίδιοι να σφάλλουν, ούτε εις τους φίλους των να διευκολύνουν το σφάλμα.

Οι δε μοχθηροί την μεν σταθερότητα δεν την έχουν. Διότι ούτε με τον εαυτόν των δεν εξακολουθούν να είναι όμοιοι, και έπειτα δι' ολίγον καιρόν γίνονται φίλοι, και ευχαριστούνται με την αμοιβαίαν μοχθηρίαν των. Οι χρήσιμοι όμως και οι ευχάριστοι διατηρούνται περισσότερον καιρόν. Δηλαδή διατηρούνται εν όσω προξενούν ηδονάς ή ωφελείας μεταξύ των. Από δε τους αντιθέτους κυρίως φαίνεται ότι σχηματίζεται η φιλία της χρησιμότητος, καθώς είναι λόγου χάριν ο πτωχός με τον πλούσιον και ο αμαθής με τον πολυμαθή. Δηλαδή έκαστος, επειδή επιθυμεί εκείνο το οποίον στερείται, δίδει απέναντι τούτου άλλο δώρον. Εις αυτήν δε την κατηγορίαν είναι δυνατόν να κατατάξη κανείς και τον εραστήν με τον ερωμένον, και τον ωραίον με τον άσχημον. Διά τούτο κάποτε φαίνονται και γελοίοι οι ερασταί, επειδή έχουν την απαίτησιν να αγαπώνται καθώς αγαπούν. Λοιπόν, αν μεν είναι εξ ίσου αξιαγάπητοι, ίσως πρέπει να έχουν απαίτησιν, εάν όμως δεν έχουν κανέν τοιούτον, είναι γελοίοι. Ίσως δε ούτε επιθυμεί καν το έν αντίθετον το άλλο καθ' εαυτό, παρά μόνον κατά σύμπτωσιν, αφού η επιθυμία είναι ιδιότης του μέσου. Διότι αυτό είναι αγαθόν• λόγου χάριν διά τον ξηρόν δεν είναι αγαθόν να γίνη υδαρός, αλλά να έλθη εις το μέσον, το ίδιον δε και διά τον θερμόν και δι' όλους τους άλλους ομοίως. Αυτά όμως ας τα αφήσωμεν τόρα, διότι είναι κάπως έξω από το ζήτημα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ'.

&Φιλία και δικαιοσύνη&. — Φαίνεται δε, καθώς είπαμεν εις την αρχήν, ότι η φιλία περιστρέφεται εις τα ίδια και μεταξύ των ιδίων, εις τα οποία και το δίκαιον. Δηλαδή εις πάσαν επιμιξίαν φαίνεται ότι υπάρχει δίκαιον, υπάρχει όμως και φιλία. Τουλάχιστον όλοι ως φίλους χαιρετούν τους συνταξιδιώτας και τους συστρατιώτας, ομοίως δε και τους συναδέλφους εις όλας τας άλλας επιμιξίας. Εις όσον δε χρόνον έχουν επιμιξίαν, τόσον καιρόν διαρκεί και η φιλία των. Διότι και το δίκαιον τόσον καιρόν διαρκεί. Και ορθώς λέγει η παροιμία «τα των φίλων κοινά». Διότι η φιλία έγκειται εις την επιμιξίαν. Είναι δε εις τους αδελφούς και τους συνεταίρους όλα κοινά, εις τους άλλους, όμως είναι χωρισμένα, και εις άλλους μεν περισσότερα, εις άλλους δε ολιγώτερα. Διότι και αι φιλίαι, άλλαι μεν είναι περισσότερον, άλλαι δε ολιγώτερον φιλίαι. Διαφέρουν δε και τα δίκαια. Διότι δεν έχουν τα ίδια οι γονείς με τα τέκνα και οι αδελφοί μεταξύ των, ούτε οι συνέταιροι με τους συμπολίτας, ομοίως δε και εις τα άλλα είδη των φίλων. Επομένως διαφορετικά είναι και τα δίκαια με έκαστον από αυτούς, και αυξάνουν επιπροσθέτως όσον είναι περισσότερον φίλοι, λόγου χάριν το να στερήση κανείς τον φίλον του τα χρήματά του είναι χειρότερον παρά τον συμπολίτην, και το να μη βοηθήση τον αδελφόν του είναι χειρότερον παρά τον ξένον, και το να κτυπήση τον πατέρα του παρά οποιονδήποτε άλλον. Φαίνεται δε ότι συγχρόνως με την αύξησιν της φιλίας αυξάνει και το δίκαιον, διότι και τα δύο περιστρέφονται εις τα ίδια πρόσωπα και εφαρμόζονται εξ ίσου.

&Η φιλία καθώς και πάσα επιμιξία είναι έν είδος πολιτικής&. — Όλαι δε αι επιμιξίαι φαίνονται ως έν μέρος της πολιτικής. Διότι συμβαδίζουν με κάποιον συμφέρον, και προμηθεύονται κάτι τι διά τον βίον. Αλλά και η πολιτική επιμιξία φαίνεται ότι χάριν του συμφέροντος και εξ αρχής συνηνώθη, και εξακολουθεί να μένη. Διότι αυτό επιδιώκουν και οι νομοθέται, και λέγουν ότι δίκαιον είναι το κοινόν συμφέρον. Και λοιπόν αι μεν άλλαι επιμιξίαι ζητούν το συμφέρον ιδιαιτέρως, λόγου χάριν οι μεν συνταξιδιώται το συμφέρον του ταξιδιού δι' απόκτησιν χρημάτων, ή διά κάτι παρόμοιον, οι δε συστρατιώται επιθυμούν το συμφέρον του πολέμου, είτε την νίκην, είτε την πόλιν, ομοίως δε και οι συγχωριανοί και οι ενορίται. Μερικαί όμως επιμιξίαι φαίνεται ότι έγιναν χάριν ηδονής, καθώς των θιασωτών και των ερανιστών. Διότι αυταί γίνονται χάριν των θισιών και των διασκεδάσεων. Όλαι αυταί όμως φαίνεται ότι υπάγονται εις την πολιτικήν — διότι η πολιτική δεν επιδιώκει το προσωρινόν συμφέρον, αλλά φροντίζει δι' όλον τον βίον — και κάμνουν θυσίας και εις τας συγκεντρώσεις που γίνονται χάριν αυτών αποδίδουν τιμάς εις τους θεούς, και διά τον εαυτόν των προμηθεύουν ηδονικάς αναπαύσεις. Δηλαδή αι παλαιαί θυσίαι και συγκεντρώσεις φαίνεται ότι εγίνοντο κατόπιν από τους τρυγετούς των καρπών, ως άλλαι απαρχαί. Διότι κυρίως εις αυτούς τους καιρούς είχαν ευκαιρίαν. Λοιπόν όλαι αι επιμιξίαι φαίνονται ως μέρη της πολιτικής. Ακολουθούν δε ίσως εις αυτάς τας επιμιξίας αι ανάλογοι φιλίαι.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ'.

&Τα τρία είδη του πολιτεύματος εφαρμοζόμενα επί της οικογενείας&. — Του δε πολιτεύματος υπάρχουν τρία είδη, και ισάριθμοι παρεκτροπαί, ως άλλαι παραφθοραί αυτών. Είναι δε τα πολιτεύματα αυτά η βασιλεία και η αριστοκρατία και τρίτον το βασιζόμενον εις το τίμημα, το οποίον φαίνεται κατάλληλον να ονομάζεται τιμοκρατία, οι περισσότεροι όμως συνηθίζουν να το λέγουν απλώς πολίτευμα {6}. Από αυτά δε το καλλίτερον μεν είναι η βασιλεία, το χειρότερον δε η τιμοκρατία. Είναι δε παρεκτροπή της μεν βασιλείας η τυραννία. Δηλαδή και τα δύο μεν είναι μοναρχίαι, διαφέρουν όμως πάρα πολύ. Διότι ο μεν τύραννος κυττάζει το συμφέρον του, ενώ ο βασιλεύς το συμφέρον των υπηκόων του. Δηλαδή δεν είναι βασιλεύς όστις δεν αρκείται εις τα ιδικά του και δεν είναι ανώτερος εις όλα τα αγαθά. O τοιούτος δε δεν έχει καμμίαν ανάγκην. Επομένως δεν βλέπει τα ωφέλιμα διά τον εαυτόν του, αλλά διά τους υπηκόους. Και βεβαίως, όστις δεν είναι τοιούτος, θα ήτο ίσως κληρωτός βασιλεύς. Η δε τυραννία είναι το αντίθετον αυτού. Διότι ο τύραννος επιδιώκει τα ατομικά του αγαθά. Και εις αυτήν γίνεται σαφέστερον ότι είναι το χειρότερον πολίτευμα. Διότι το χειρότερον είναι το αντίθετον του καλλιτέρου. Μεταβαίνει δε από την βασιλείαν εις την τυραννίαν. Διότι η τυραννία είναι εξαχρείωσις της μοναρχίας, επομένως ο μοχθηρός βασιλεύς γίνεται τύραννος. Από δε την αριστοκρατίαν μεταβαίνει το πολίτευμα εις την ολιγαρχίαν ως εκ της κακίας των αρχόντων, οι οποίοι μοιράζουν τα πράγματα της πόλεως έξω από την αξίαν, και όλα ή τα περισσότερα αγαθά τα μοιράζουν εις τον εαυτόν των, και τα αξιώματα πάντοτε εις τους ιδίους, διότι φροντίζουν προ πάντων να είναι πλούσιοι. Λοιπόν οι ολίγοι και οι κακοί είναι άρχοντες αντί των αρμοδιωτάτων. Από δε την τιμοκρατίαν το πολίτευμα μεταβάλλεται εις δημοκρατίαν. Διότι αυταί αι δύο συνορεύουν. Δηλαδή και η τιμοκρατία είναι πολίτευμα του λαού και όλοι όσοι ανήκουν εις το τίμημα είναι ίσοι. Είναι όμως το ολιγώτερον κακόν πολίτευμα η δημοκρατία, διότι πολύ ολίγον παρεκτρέπεται το είδος τούτο του πολιτεύματος. Και λοιπόν τα πολιτεύματα μεταβάλλονται κατ' αυτήν την σειράν κυρίως — διότι ούτω πως πολύ ολίγον μετατρέπονται και ευκόλως. Απομιμήσεις δε αυτών και τρόπον τινά παραδείγματα ημπορεί κανείς να εύρη εις τας οικογενείας. Δηλαδή η μεν σχέσις του πατρός προς τον υιόν έχει τύπον βασιλείας — διότι ο πατήρ φροντίζει διά τα τέκνα. Από αυτό δε και ο Όμηρος τον Δία τον ονομάζει πατέρα, διότι κυρίως πατρική εξουσία είναι η βασιλεία. Εις την Περσίαν όμως η σχέσις του πατρός είναι τυραννική — διότι μεταχειρίζονται ως δούλους τους υιούς των. Είναι δε τυραννική και η σχέσις του οικοδεσπότου προς τους δούλους — διότι εις αυτήν επιδιώκεται το συμφέρον του οικοδεσπότου. Αυτή λοιπόν φαίνεται ορθή, η Περσική όμως λανθασμένη, διότι αι εξουσίαι των διαφορετικών είναι διαφορετικαί. Η δε σχέσις του ανδρός και της γυναικός φαίνεται αριστοκρατική — διότι συμφώνως με την αξίαν του εξουσιάζει ο ανήρ και εις ζητήματα εις όσα αρμόζουν εις τον άνδρα. Όσα όμως αρμόζουν εις την γυναίκα τα αναθέτει εις εκείνην. Όταν όμως όλα τα κυριαρχήση ο ανήρ, τότε το πολίτευμα μεταβάλλεται εις ολιγαρχικόν — διότι τούτο το κάμνει έξω από την αξίαν και όχι καθόσον είναι καλλίτερος. Κάποτε πάλιν εξουσιάζουν γυναίκες κληρονομούσαι την περιουσίαν. Και λοιπόν δεν απονέμονται αι εξουσίαι συμφώνως με την αρετήν, αλλά χάριν του πλούτου και της δυνάμεως, καθώς εις τας ολιγαρχίας. Με τιμοκρατικόν δε πολίτευμα ομοιάζει η σχέσις των αδελφών — διότι είναι ίσοι, εκτός μόνον εκείνων όσοι διαφέρουν μεταξύ των κατά ηλικίαν. Διά τούτο, όταν αι ηλικίαι των έχουν μεγάλην διαφοράν, τότε πλέον δεν υπάρχει μεταξύ των αδελφική φιλία. Η δε δημοκρατία συμβαίνει κυρίως εις τας ακεφάλους οικογενείας — διότι εις αυτάς όλοι κυριαρχούν εξ ίσου — και όπου είναι ανίσχυρος ο άρχων και ο καθείς μοιράζεται την εξουσίαν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ'.