WeRead Powered by ReaderPub
Ηθικά Νικομάχεια, Τόμος Δεύτερος cover

Ηθικά Νικομάχεια, Τόμος Δεύτερος

Chapter 31: ΒΙΒΛΙΟΝ I. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'.
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

The philosopher presents an account of moral virtue as a stable disposition formed by repeated choice and habituation, defines virtue as a mean between excess and deficiency, and analyzes particular virtues (temperance, continence, intemperance, liberality, magnificence, magnanimity) and their opposites. He distinguishes voluntary from involuntary actions, examines the nature of pleasure and its relation to human flourishing, and argues that ethical well-being arises from right deliberation, balanced appetites, and the cultivation of character through practiced habits.

&Αναλογία πολιτεύματος και δικαιοσύνης προς την φιλίαν& — Εις έκαστον δε πολίτευμα φαίνεται ότι υπάρχει σχέσις φιλίας, όσον υπάρχει και σχέσις δικαιοσύνης. Και μεταξύ μεν βασιλέως και υπηκόων με υπεροχήν ευεργεσίας. Διότι αυτός ευεργετεί τους υπηκόους του, εάν βεβαίως είναι αγαθός και φροντίζη δι' αυτούς να ευτυχούν, καθώς ο ποιμήν διά τα πρόβατά του. Διά τούτο και ο Όμηρος ωνόμασε τον Αγαμέμνονα ποιμένα λαών. Τοιαύτη δε είναι και η πατρική σχέσις, αλλά διαφέρει μόνον ως προς το ποσόν των ευεργεσιών. Διότι αυτός είναι αίτιος της υπάρξεως του τέκνου, η οποία φαίνεται το μέγιστον αγαθόν, και της ανατροφής και εκπαιδεύσεώς του. Και εις τους πάππους δε αποδίδονται αυτά. Δηλαδή εκ φύσεως είναι εξουσιαστής ο πατήρ των υιών, και οι πάπποι των εγγόνων, και ο βασιλεύς των υπηκόων. Είναι δε με υπεροχήν αυτά τα είδη της φιλίας και διά τούτο, τιμώνται οι γονείς. Και βεβαίως και το δίκαιον εις αυτά δεν είναι το ίδιον, αλλά συμφώνως με την αξίαν. Επομένως το ίδιον είναι και η φιλία. Και του ανδρός δε προς την γυναίκα η φιλία είναι η ιδία, καθώς είναι εις την αριστοκρατίαν. Δηλαδή είναι σύμφωνος με την αρετήν, και εις τον καλλίτερον αποδίδεται περισσότερον αγαθόν και το αρμόζον εις έκαστον. Ομοίως δε και το δίκαιον. Η δε σχέσις των αδελφών ομοιάζει συνεταιρισμόν. Διότι είναι ίσοι και ομήλικες, και οι τοιούτοι είναι συνήθως όμοιοι εις την μάθησιν και τα ήθη. Ομοιάζει δε με αυτήν την φιλίαν και η υπάρχουσα εις τα τιμοκρατικόν πολίτευμα. Διότι οι συμπολίται τότε θέλουν να είναι ίσοι και αρμονικοί, επομένως μοιράζεται η εξουσία και εξ ίσου. Ομοίως λοιπόν και η φιλία. Εις δε τας παρεκτροπάς καθώς το δίκαιον, ομοίως και η φιλία δεν ισχύει πολύ, και πολύ ολιγώτερον εις την χειροτέραν παρέκβασιν. Δηλαδή εις την τυραννίδα ή διόλου ή ολίγον μέρος υπάρχει της φιλίας. Διότι, όπου δεν υπάρχει τίποτε κοινόν μεταξύ άρχοντος και υπηκόων, δεν υπάρχει ούτε φιλία, διότι δεν υπάρχει δίκαιον. Αλλά συμβαίνει καθώς μεταξύ τεχνίτου και οργάνου, ή μεταξύ ψυχής και σώματος, ή οικοδεσπότου και δούλου. Δηλαδή όλα μεν αυτά ωφελούνται από τους μεταχειριζομένους αυτά, φιλία όμως δεν υπάρχει προς τα άψυχα ούτε δίκαιον. Ούτε όμως προς ίππον ή βουν, ούτε προς δούλον, καθόσον είναι δούλος. Δηλαδή δεν υπάρχει κανέν κοινόν, διότι ο δούλος είναι έμψυχον όργανον, το δε όργανον είναι άψυχος δούλος. Καθόσον λοιπόν είναι δούλος, δεν υπάρχει φιλία προς αυτόν, αλλά μόνον καθόσον είναι άνθρωπος. Δηλαδή φαίνεται ότι υπάρχει κάποιον δίκαιον εις πάντα άνθρωπον, απέναντι παντός ο οποίος ημπορεί να συμμετέχη του νόμου και της συνθήκης, επομένως και φιλία, υπάρχει μόνον καθόσον είναι άνθρωπος. Και λοιπόν εις τας τυραννίας και αι φιλίαι και το δίκαιον ολίγον ισχύουν, εις δε τας δημοκρατίας εις τον ανώτερον βαθμόν. Διότι υπάρχουν πολλά τα κοινά εις τους πολίτας, επειδή είναι ίσοι.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ'.

&Η συγγενική φιλία ως ομοιότης και ταυτότης&. — Λοιπόν κάθε είδος φιλίας υπάρχει εις την επιμιξίαν, καθώς είπαμεν. Ημπορεί δε κανείς να διακρίνη την συγγενικήν και την συνεταιρικήν. Αι δε πολιτικαί και φυλετικαί και ταξιδιωτικαί και όσα είναι παρόμοια ομοιάζουν μάλλον με τας συναλλαγάς. Δηλαδή φαίνονται ως να υπάρχουν με κάποιαν συμφωνίαν, εις αυτάς δε ημπορεί κανείς να κατατάξη και την φιλοξενίαν. Αλλά και η συγγενική φαίνεται ότι είναι πολλών ειδών, εξαρτάται όμως εις όλα της τα είδη από την πατρικήν. Δηλαδή οι γονείς αγαπούν τα τέκνα των, διότι είναι μέρος ιδικόν των, τα δε τέκνα αγαπούν τους γονείς, διότι είναι έν μέρος από εκείνους. Περισσότερον δε γνωρίζουν οι γονείς τα γεννηθέντα από αυτούς, παρά τα τέκνα ότι κατάγονται από αυτούς, και διά τούτο περισσότερον συνδέεται ο γεννήτωρ προς το γεννηθέν παρά το γεννηθέν προς τον δημιουργόν του. Διότι το εξαρτώμενον είναι αγαπητόν εις τον ιδιοκτήτην του, λόγου χάριν το δόντι, η τρίχα και οτιδήποτε άλλο εις τον έχοντα αυτά, ενώ εις εκείνο το εξαρτώμενον δεν είναι τίποτε ο ιδιοκτήτης, ή είναι κάτι ολιγώτερον. Αλλά τούτο προέρχεται και από την πολυκαιρίαν. Διότι εκείνοι μεν μόλις γεννηθούν αρχίζουν να τα αγαπούν, ενώ τα παιδιά αφού περάση καιρός αγαπούν τους γονείς, δηλαδή αφού αποκτήσουν σύνεσιν ή αίσθησιν. Και λοιπόν οι μεν γονείς αγαπούν τα τέκνα των ως τον ίδιον εαυτόν των — διότι τα γεννώμενα από αυτούς είναι ως άλλοι αυτοί αποχωρισθέντες — τα δε τέκνα αγαπούν τους γονείς των, διότι εγεννήθησαν από εκείνους, και οι αδελφοί αγαπώνται μεταξύ των, διότι εγεννήθησαν από τους ιδίους γονείς. Δηλαδή η ομοία σχέσις προς εκείνους κάμνει και αυτούς μεταξύ των ομοίους. Διά τούτο λέγουν το ίδιον αίμα και η ιδία ρίζα και τα παρόμοια. Επομένως είναι κάπως το ίδιον, αν και είναι χωρισμένοι.

Είναι δε μέγας παράγων διά την φιλίαν και η συντροφιά και η συνομηλικία. Διότι, καθώς λέγει η παροιμία, ο ομήλικος αγαπά τον ομήλικον. Και οι συνηθισμένοι είναι συνεταιρικοί. Διά τούτο και η αδελφική φιλία παρομοιάζεται προς συνεταιρισμόν. Οι δε εξάδελφοι και οι άλλοι συγγενείς είναι οικείοι εξ αιτίας τούτων. Δηλαδή διότι κατάγονται από τους ιδίους αδελφούς. Γίνονται δε στενώτεροι ή μακρινώτεροι όσον είναι πλησιέστερα ή μακρύτερα ο αρχηγός των. Είναι δε η μεν φιλία των τέκνων προς τους γονείς καθώς και των ανθρώπων προς τους θεούς, ωσάν απέναντι αγαθού και υπερόχου προσώπου. Διότι αυτοί τους έκαμαν τας μεγαλιτέρας ευεργεσίας. Δηλαδή είναι αίτιοι της υπάρξεως και της ανατροφής των και κατόπιν της εκπαιδεύσεώς των.

Περιέχει δε και το ηδονικόν και το χρήσιμον η τοιαύτη φιλία περισσότερον από τας ξένας, καθόσον είναι και κοινότερος ο βίος μεταξύ αυτών. Υπάρχουν δε και εις την αδελφικήν φιλίαν όσα υπάρχουν και εις την συνεταιρικήν, και περισσότερον εις τους καλούς, και εν γένει εις τους ομοίους, καθόσον είναι οικειότεροι και ήρχισαν αφ' ότου εγεννήθησαν να αγαπώνται μεταξύ των, και καθόσον είναι ομοιότεροι εις τα ήθη όσοι εγεννήθησαν από τους ιδίους γονείς, και είναι σύντροφοι και επαιδεύθησαν ομοίως. Και η δοκιμασία αυτή είναι μακροχρόνιος και ασφαλεστάτη. Είναι δε ανάλογοι αι φιλίαι και εις τα άλλα είδη της συγγενείας.

&Η συζυγική φιλία είναι φυσική&. — Μεταξύ δε ανδρός και γυναικός φαίνεται ότι η φιλία υπάρχει εκ φύσεως. Διότι ο άνθρωπος είναι μάλλον ζευγαρωτόν ζώον εκ φύσεως παρά πολιτικόν, καθόσον είναι προτιμοτέρα και αναγκαιοτέρα η οικογένεια από την πόλιν, και καθόσον η τεκνοποιία είναι κοινοτέρα εις όλα τα ζώα. Και εις μεν τα άλλα ζώα μόνον έως εκεί φθάνει η επιμιξία. Οι άνθρωποι όμως δεν κάμνουν συνοικέσια μόνον χάριν της τεκνοποιίας, αλλά και διά την συμβίωσιν. Διότι εξ αρχής μοιράζονται αι εργασίαι, και είναι άλλαι αι του ανδρός και άλλαι της γυναικός. Λοιπόν βοηθούν ο είς τον άλλον, διότι θέτουν εις το μέσον τα ιδιαίτερά των. Δι' αυτό δε φαίνεται ότι εις αυτήν την φιλίαν υπάρχει και το χρήσιμον, καθώς και το ηδονικόν, ημπορεί δε να είναι φίλοι και από αρετήν, εάν είναι καλοί. Διότι υπάρχει αρετή του καθενός από τους δύο, και ημπορούν να ευχαριστούνται με τούτο. Φαίνεται δε ότι τα τέκνα είναι σύνδεσμος. Διά τούτο γληγορώτερα χωρίζονται οι άτεκνοι. Δηλαδή τα τέκνα είναι κοινόν αγαθόν διά τους δύο, και το κοινόν τους συγκρατεί. Πώς όμως πρέπει να ζη ο ανήρ μαζί με την γυναίκα του και εν γένει ο φίλος με τον φίλον, φαίνεται ότι δεν είναι διάφορος έρευνα από το πώς είναι δίκαιον να ζουν. Δηλαδή φαίνεται ότι δεν υπάρχει η ιδία φιλία του φίλου προς τον φίλον και τον ξένον και τον συνέταιρον και τον συμφοιτητήν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ'.

&Διάφοροι δυσαρέσκειαι ανάλογοι με τα είδη της φιλίας&. — Αφού δε είναι τριών ειδών αι φιλίαι, καθώς είπαμεν εις την αρχήν, και εις έκαστον είδος άλλοι μεν είναι φίλοι με ισότητα, άλλοι δε με υπερβολήν — διότι όχι μόνον οι ομοίως αγαθοί γίνονται φίλοι, αλλά και ο καλλίτερος με τον χειρότερον, ομοίως δε και οι ηδονικοί, και οι φίλοι της χρησιμότητος, οι οποίοι εξισόνουν τας ωφελείας οσάκις είναι διαφορετικοί, διά τούτο οι μεν ίσοι πρέπει συμφώνως με την ισότητά των να εξισόνουν την αγάπην και τα άλλα, οι δε άνισοι να αποδίδουν το ανάλογον εις ό,τι είναι ανώτεροι οι άλλοι.

&Αι δυσαρέσκειαι πλεονάζουν εις την φιλίαν της χρησιμότητος&. — Γεννώνται δε αι δυσαρέσκειαι και αι κατακρίσεις ή αποκλειστικώς εις την φιλίαν της χρησιμότητος, ή κυρίως εις αυτήν μόνον, ή περισσότερον ευλόγως εις αυτήν. Διότι, όσοι μεν είναι φίλοι από αρετήν, προθυμοποιούνται να ευεργετούν ο είς τον άλλον — διότι αυτό είναι ιδιότης της αρετής και της φιλίας. Αφού δε αμιλλώνται εις αυτό δεν υπάρχουν δυσαρέσκειαι ούτε φιλονικίαι — διότι εκείνον όστις αγαπά και ευεργετεί κανείς δεν τον δυσαρεστεί, αλλά, εάν έκαμε εις κανένα χάριν, αυτός τον εκδικείται με άλλην ευεργεσίαν. Όστις δε είναι ανώτερος, εάν δεν επιτύχη ό,τι επιθυμεί, δεν ημπορεί να παραπονήται διά τον φίλον του, διότι ο καθείς των επιθυμεί το αγαθόν. Επίσης δε δεν παραπονούνται τόσον πολύ ούτε εις τα ηδονικά — διότι αυτοί συγχρόνως απολαμβάνουν ό,τι επιθυμούν, αφού ευχαριστούνται να συναναστρέφωνται μαζί, θα εφαίνετο δε ίσως και γελοίος όστις κατακρίνει εκείνον που δεν τον ευχαριστεί, αφού ημπορεί να μη τον συναναστρέφεται. — Η φιλία όμως της χρησιμότητος γεννά δυσαρεσκείας. Διότι, επειδή σχετίζονται διά να ωφεληθούν ο είς από τον άλλον, έχουν εκάστοτε ανάγκην του περισσοτέρου και νομίζουν ότι έλαβαν ολιγώτερον από ό,τι πρέπει, και τους κατακρίνουν, διότι δεν λαμβάνουν όσα χρειάζονται, ενώ αξίζουν. Αλλά οι ευεργετούντες δεν ημπορούν να προφθάσουν όσα χρειάζονται οι ευεργετούμενοι.

&Μέρος ηθικόν και μέρος νομικόν εις την φιλίαν της χρησιμότητος&. — Και καθώς το δίκαιον είναι δύο ειδών, δηλαδή το έν άγραφον και το άλλο σύμφωνον με τον νόμον, ομοίως φαίνεται ότι και εις την φιλίαν της χρησιμότητος το έν μέρος είναι ηθικόν, το δε άλλο νομικόν. Κυρίως λοιπόν συμβαίνουν παράπονα, όταν δεν δοσοληπτήσουν συμφώνως με την ιδίαν φιλίαν με την οποίαν χωρίζονται. Και το μεν νομικόν είδος το γινόμενον με ρητάς συμφωνίας άλλοτε μεν είναι όλως διόλου χυδαίον και χέρι με χέρι, άλλοτε δε εγγενέστερον με προθεσμίαν, πάντοτε όμως με συμφωνίαν, τι δίδεις και τι παίρνεις — είναι όμως δεδηλωμένον εις αυτήν το oφειλόμενον και όχι αμφισβητούμενον, και ως μόνον χαρακτηριστικόν της φιλίας έχει την προθεσμίαν. Διά τούτο μερικοί δεν εγείρουν δίκας διά τοιαύτα, αλλά νομίζουν ότι πρέπει να αγαπούν τους συναλλασσομένους με πίστιν. Tο δε ηθικόν δεν είναι με ρητούς όρους, αλλά κάμνει δώρον ή άλλο τι ως εις φίλον. Απαιτεί όμως να απολαύση το ίσον ή και περισσότερον, διότι νομίζει ότι δεν έδωκε αλλά εδάνεισε. Αυτός δε θα παραπονεθή ότι δεν έκαμε την συναλλαγήν με τους όρους που διαλύει. Τούτο δε συμβαίνει, διότι επιθυμούν μεν όλοι ή οι περισσότεροι τα καλά, προτιμούν όμως τα ωφέλιμα. Και καλόν μεν είναι το να ευεργετή κανείς, όχι διά να ευεργετηθή, ωφέλιμον όμως είναι το να ευεργετήται. Επομένως, όστις ημπορεί, πρέπει να ανταποδίδη τα ανάλογα προς όσα έλαβε, και εκουσίως. Διότι ακούσιον φίλον δεν πρέπει να έχωμεν, ως άνθρωπον ο οποίος δήθεν έσφαλε εις την αρχήν και εδέχθη ευεργεσίαν από εκείνον που δεν έπρεπε. Και βεβαίως δεν ευεργετήθη από φίλον, ούτε από άνθρωπον ο οποίος ευεργετεί καθαυτό διά την ευεργεσίαν. Λοιπόν πρέπει να διαλυθή ως να ευεργετήθη με ρητήν συμφωνίαν. Και ίσως πρέπει να υποσχεθή, ότι, εάν ημπορέση, θα αποδώση την ευεργεσίαν. Από τον μη δυνάμενον όμως ίσως δεν έχει απαίτησιν ούτε όστις έδωκε. Επομένως, μόνον εάν είναι ικανός, πρέπει να αποδώση. Πρέπει όμως να προσέχη εις την αρχήν τι άνθρωπος τον ευεργετεί και διά ποίον λόγον και αναλόγως να δεχθή ή όχι.

&Αν η ευεργεσία πρέπει να εκτιμάται με την αξίαν της, ή αναλόγως της ανάγκης του ευεργετουμένου&. — Επιδέχεται δε αμφισβήτησιν αν πρέπει, να λαμβάνωμεν ως μέτρον το πόσον ωφελήθη ο ευεργετηθείς, και συμφώνως με αυτό να ανταποδώσωμεν, ή το πόση ήτο η ωφέλεια του ευεργετήσαντος. Διότι οι μεν ευεργετηθέντες λέγουν ότι έλαβον χάριν, η οποία ως προς τον ευεργετήσαντα ήτο μικρόν πράγμα, και ότι ήτο δυνατόν να την λάβουν από άλλους, διά να εξευτελίσουν το ποσόν. Οι άλλοι όμως λέγουν αντιθέτως ότι έδωκαν το περισσότερον που ημπορούσαν, και όσα δεν ήτο δυνατόν να δώσουν άλλοι, και εν ώρα κινδύνου ή εις ανάλογους ανάγκας. Τόρα λοιπόν, αφού αυτή η φιλία είναι της χρησιμότητος, μήπως άραγε μέτρον αυτής είναι η ωφέλεια του ευεργετηθέντος; Διότι αυτός είναι που έχει ανάγκην, και ο άλλος τον βοηθεί με την ελπίδα ότι θα απολαύση ίσην ευεργεσίαν. Επομένως η βοήθεια έγινε τόση, ώστε να τον ωφελήση, και διά τούτο πρέπει και αυτός να αποδώση όσον εκέρδισε ή και περισσότερον. Διότι τούτο είναι ωραιότερον. Εις τας φιλίας όμως της αρετής δεν υπάρχουν παράπονα, ως μέτρον δε φαίνεται ότι είναι η προαίρεσις του ευεργετήσαντος. Διότι της αρετής και του ήθους το σπουδαιότερον έγκειται εις την προαίρεσιν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ις'.

&Δυσαρέσκειαι εις την φιλίαν της υπεροχής&. — Φιλονικούν δε και εις τας φιλίας της υπεροχής. Διότι έκαστος απαιτεί να λάβη περισσότερον, όταν όμως γίνη τούτο, διαλύεται η φιλία. Δηλαδή και ο καλλίτερος νομίζει ότι είναι πρέπον, αυτός να λάβη περισσότερον — διότι εις τον αγαθόν αποδίδεται περισσότερον — το ίδιον όμως νομίζει και ο ωφελιμώτερος. Δηλαδή λέγουν ότι, όστις είναι άχρηστος δεν πρέπει να λάβη το ίσον. Διότι τότε πλέον δεν είναι φιλία, αλλά ταμείον απομάχων, εάν δεν είναι σύμφωνα με την αξίαν των έργων τα κέρδη της φιλίας. Δηλαδή, καθώς εις την δοσοληψίαν λαμβάνουν περισσότερα όσοι συντελούν περισσότερον, το ίδιον λέγουν ότι πρέπει να γίνεται και εις την φιλίαν. Αλλά ο ελλιπής και ο χειρότερος φρονούν το αντίθετον. Δηλαδή ότι ο καλός φίλος φαίνεται, όταν βοηθή τους έχοντας ανάγκας. Διότι, λέγουν αυτοί, τι το όφελος να είσαι φίλος με ένα σπουδαίον ή πανίσχυρον, αφού βέβαια δεν περιμένεις να ωφεληθής τίποτε; Φαίνεται όμως ότι ο καθείς έχει ορθήν αξίωσιν και ότι πρέπει ο καθείς να κερδίζη από την φιλίαν, όχι όμως το ίδιον πράγμα, αλλά ο μεν εύπορος τιμήν, ο δε άπορος κέρδος. Διότι της μεν αρετής και της ευεργεσίας αμοιβή είναι η τιμή, της δε στερήσεως βοήθημα είναι το κέρδος. Φαίνεται δε ότι αυτό είναι το ίδιον και εις τα πολιτεύματα. Δηλαδή δεν τιμάται όστις δεν δίδει τίποτε διά το κοινόν αγαθόν. Διότι το κοινόν δίδεται εις τον ευεργετούντα το κοινόν, κοινόν δε είναι η τιμή, επομένως δεν είναι δυνατόν, συγχρόνως να πλουτίζη κανείς από τα κοινά και να τιμάται. Διότι εις όλα κανείς δεν υποφέρει το ολιγώτερον. Διά τούτο εις τον ολιγοστεύοντα τα χρήματα χάριν των κοινών αποδίδουν τιμήν, και εις τον μη δωροδοκούμενον δίδουν χρήματα. Διότι το σύμφωνον με την αξίαν διατηρεί την φιλίαν, καθώς είπαμεν. Ομοίως λοιπόν πρέπει να σχετίζωνται και οι άνισοι, και όστις ωφελείται χρηματικώς ή με αρετήν, πρέπει να ανταποδίδη τιμήν, διά να φαίνεται ότι ανταποδίδει ό,τι του είναι δυνατόν. Διότι μόνον το δυνατόν απαιτεί η φιλία, και όχι όσον αξίζει. Ούτε είναι βεβαίως δυνατόν εις όλα να αποδίδωμεν όσον αξίζει, καθώς συμβαίνει εις τας τιμάς των θεών και των γονέων. Δηλαδή εις αυτούς κανείς δεν είναι ποτέ δυνατόν να αποδώση όσον αξίζουν, όστις όμως τους λατρεύει όσον ημπορεί, φαίνεται καλός. Διά τούτο ίσως φανή ότι δεν επιτρέπεται ο υιός να απαρνηθή τον πατέρα του, ενώ ο πατήρ ημπορεί να απαρνηθή τον υιόν. Διότι ο οφείλων πρέπει να αποδίδη. Αυτός όμως, ό,τι και αν έκαμε, δεν έκαμε αντάξια με όσα έλαβε προηγουμένως, ώστε πάντοτε μένει χρεώστης, αλλ' όσοι έχουν να λαμβάνουν έχουν δικαίωμα να απαρνηθούν, επομένως και ο πατήρ. Συγχρόνως όμως φαίνεται ότι κανείς πατήρ δεν ημπορεί να αποχωρισθή, εάν εκείνος δεν είναι καθ' υπερβολήν μοχθηρός — διότι εκτός της φυσικής φιλίας, είναι σύμφωνον με την φύσιν του ανθρώπου να μη αποδιώκη την βοήθειαν. — O υιός όμως ημπορεί να αποφεύγη ή να μη προθυμήται να βοηθήση, όταν είναι μοχθηρός. Δηλαδή οι περισσότεροι θέλουν να ευεργετούνται, αποφεύγουν όμως να ευεργετούν, διότι από τούτο δεν περιμένουν ωφέλειαν.

ΒΙΒΛΙΟΝ I.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'.

&Φ ι λ ί α& (συνέχεια).

&Εις τας ανομοειδείς φιλίας ισοφαρίζει το χρήμα&. — Περί αυτών λοιπόν είναι αρκετά όσα είπαμεν. Εις όλας όμως τας ανομοειδεις φιλίας η αναλογία ισοφαρίζει και διατηρεί την φιλίαν, καθώς είπαμεν, καθώς και εις την πολιτικήν ο υποδηματοποιός απέναντι των υποδημάτων λαμβάνει αμοιβήν σύμφωνον με την αξίαν των και ο υφαντής και οι άλλοι. Και εδώ μεν βεβαίως εξευρέθη ως κοινόν μέτρον το νόμισμα, και με αυτό σχετίζονται όλα και μετρούνται. Εις την ερωτικήν φιλίαν όμως κάποτε μεν παραπονείται ο εραστής, διότι αγαπά περισσότερον και δεν ανταγαπάται, ενώ πολύ πιθανόν να μη έχη τίποτε το αξιαγάπητον, πολλάκις δε πάλιν παραπονείται ο ερωμένος, διότι εκείνος προηγουμένως του είχε υποσχεθή τα πάντα και τόρα δεν εκτελεί τίποτε. Συμβαίνουν δε τα τοιαύτα, όταν ο μεν πρώτος αγαπά τον ερωμένον χάριν ηδονής, ο δε δεύτερος αγαπά τον εραστήν χάριν της ωφελείας, και όταν αυτά δεν υπάρχουν συγχρόνως και εις τους δύο. Δηλαδή, όταν η φιλία υπάρχη δι' αυτά, επέρχεται διάλυσις της φιλίας, εάν δεν αποδίδωνται εκείνα διά τα οποία ήσαν αγαπημένοι. Διότι δεν αγαπούσαν τα άτομα των, αλλά τα πλεονεκτήματα, τα οποία δεν είναι μόνιμα. Διά τούτο και αι φιλίαι είναι άστατοι. Η φιλία όμως των ηθών, επειδή στηρίζεται εις τα άτομα, διατηρείται, καθώς είπαμεν. Φιλονικούν δε ακόμη, και όταν τους δίδωνται άλλα και όχι όσα ποθούν. Διότι είναι ως να μη λαμβάνη κανείς τίποτε, όταν δεν ευρίσκη εκείνο το οποίον επιθυμεί, καθώς και όταν τάζη κανείς εις τον οργανοπαίκτην, όσον καλλίτερα τραγουδήση, τόσον περισσότερα να του δώση. Το πρωί όμως, όταν αυτός ζητήση τα υποσχεθέντα, εκείνος του λέγει ότι του ανταπέδωκε ηδονήν απέναντι ηδονής. Και βεβαίως, εάν ο καθείς από τους δύο επεδίωκε ηδονήν, θα ήτο η απάντησις ορθή. Αφού όμως ο μεν πρώτος ζητεί τέρψιν, ο δε δεύτερος αμοιβήν, και ο μεν πρώτος έχει χρήματα, ο δε δεύτερος δεν έχει, δεν είναι ορθή αυτή η επιμιξία των. Διότι όσα χρειάζεται κανείς, εις αυτά δίδει προσοχήν, και χάριν εκείνου δίδει αυτά εδώ.

&O συμβιβασμός άνευ δικαστηρίων&. — Τόρα όμως ποίος έχει το δικαίωμα να ορίση την αξίαν, άραγε ο προπληρόνων ή ο προπληρούμενος ; Διότι φαίνεται ότι ο δίδων αναθέτει εις εκείνον. Και αυτό λέγουν ότι το έκαμνε ο Πρωταγόρας. Δηλαδή, αφού εδίδασκε οτιδήποτε, κατόπιν έλεγε εις τον μαθητήν του να εκτιμήση πόσην αξίαν νομίζει ότι έχουν όσα έμαθε, και ελάμβανε τόσον ποσόν. Εις τοιαύτας δε περιστάσεις μερικοί εφαρμόζουν το :

Μισθός συμφωνημένος και καλός {7}.

Όσοι όμως λαμβάνουν προκαταβολικώς το χρήμα, έπειτα όμως δεν εκτελούν τίποτε από όσα είπαν, διότι ήσαν υπερβολικαί αι υποσχέσεις των, δικαίως υφίστανται αγωγάς, Διότι δεν εκτελούν όσα εσυμφώνησαν. Τούτο δε ίσως αναγκάζονται να κάμνουν οι σοφισταί, διότι κανείς δεν θα έδιδε εις αυτούς χρήματα, δι' όσα γνωρίζουν πραγματικώς. Αυτοί λοιπόν δι' όσα επληρώθησαν, επειδή δεν τα εκτελούν, δικαίως εγκαλούνται. Εις όσους όμως δεν προηγήθη συμφωνία της εκδουλεύσεως, όσοι μεν προπληρόνουν χάριν του ατόμου είπαμεν ότι δεν παραπονούνται — διότι τοιαύτη είναι η φιλία της αρετής — πρέπει δε να αμείβη κανείς συμφώνως με την προαίρεσίν του, διότι αυτή χαρακτηρίζει τον φίλον και την αρετήν.

Φαίνεται δε ότι αυτό συμβαίνει και εις τους συμμετέχοντας της φιλοσοφίας. Δηλαδή η αξία δεν μετρείται με χρήματα, τίμημα δε αντάξιον αυτής δεν είναι δυνατόν να ευρεθή, αλλ' ίσως είναι αρκετόν ό,τι είναι δυνατόν, καθώς προς τους θεούς και τους γονείς. — Όταν όμως η χορήγησις δεν είναι τοιούτου είδους, αλλά με ωρισμένον όρον, κυρίως μεν ίσως πρέπει η ανταπόδοσις να είναι κατά την γνώμην και των δύο δικαία, εάν όμως τούτο δεν γίνεται, όχι μόνον αναγκαίον θα είναι να επιβάλλη όρους ο πρώτος λαβών, αλλά και δίκαιον. Διότι, όσον ωφελήθη αυτός ή με ό,τι ποσόν θα αντήλλασσε την ηδονήν, τόσον πρέπει να λάβη ο χορηγός του, διά να απολαύση από αυτόν ό,τι αξίζει. Και βεβαίως εις τα οψώνια φαίνεται ότι αυτό συμβαίνει. Και εις μερικά μέρη υπάρχουν νόμοι να μη γίνωνται δίκαι διά τας εκουσίας συμφωνίας, διότι θεωρείται ορθόν, με όποιον ενεπιστεύθη κανείς, να συμβιβασθή καθώς και εληψοδότησε. Διότι νομίζει ότι εις τον θεωρηθέντα αξιόπιστον, ανήκει ορθότερον το δικαίωμα να ορίση, παρά εις τον εμπιστευθέντα. Διότι συνήθως δεν εκτιμούν εξ ίσου έν πράγμα όσοι το έχουν και όσοι θέλουν να το λάβουν. Δηλαδή τα ιδικά των και όσα δίδουν εις άλλους φαίνονται πολύτιμα. Και όμως η πληρωμή ανέρχεται μόνον εις το ποσόν το οποίον ορίζουν οι λαμβάνοντες. Ίσως δε πρέπει να εκτιμώμεν έν πράγμα όχι όσον νομίζει ότι αξίζει όστις το έχει, αλλά όσον το εξετίμα πριν να το έχη ιδικόν του.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'.

&Σύγκρουσις καθηκόντων προς τους συγγενείς και τους ξένους&. — Γεννούν δε απορίαν και τα εξής• λόγου χάριν άραγε γενικώς πρέπει να ανταποδίδη κανείς εις τον πατέρα του και να πείθεται εις αυτόν, ή όταν μεν πάσχη να πείθεται εις τον ιατρόν, στρατηγόν δε να εκλέγη τον εμπειροπόλεμον. Ομοίως δε άραγε μάλλον τον φίλον ή τον σπουδαίον πρέπει να εξυπηρετήσωμεν, και πάλιν άραγε εις τον ευεργέτην πρέπει να αποδώσωμεν την χάριν μάλλον, ή να την δώσωμεν εις τον συνέταιρόν μας, όταν δεν είναι δυνατόν να δώσωμεν και εις τους δύο. Μήπως λοιπόν δεν είναι εύκολον να ορίσωμεν καλώς όλα τα τοιαύτα — διότι έχουν πολλάς διαφοράς και ως προς το μέγεθος και την σμικρότητα, και ως προς το καλόν και αναγκαίον; Ότι όμως δεν πρέπει όλα να τα αποδίδωμεν εις τον ίδιον, δεν είναι δυσνόητον. Και τας μεν ευεργεσίας μάλλον πρέπει συνήθως να τας αποδίδωμεν, παρά να τας χαρίζωμεν εις άλλους. Ίσως όμως και τούτο δεν πρέπει να γίνεται πάντοτε. Λόγου χάριν ο απολυτρωθείς από τους ληστάς άραγε οφείλει να λυτρώση αμοιβαίως τον λυτρωτήν του, οποιοσδήποτε και αν είναι, ή όχι ; και πάλιν άραγε εις τον συλληφθέντα πρέπει κανείς να επιστρέψη τα οφειλόμενα όταν τα ζητή, παρά με αυτά να ελευθερώση τον πατέρα του; Διότι βεβαίως ίσως είναι ορθόν να προτιμήση και από τον εαυτόν του τον πατέρα του. Καθώς είπαμεν λοιπόν, γενικώς πρέπει να αποδίδη το οφειλόμενον. Εάν όμως αυξάνη η αξία του δώρου από το καλόν ή αναγκαίον της πράξεως, τότε πρέπει να προσέξωμεν εις αυτά. Διότι κάποτε δεν είναι ισότης πλέον το να αποδώση το πρώτον δώρον, όταν εκείνος μεν γνωρίζη ότι ευεργετεί σπουδαίον, αυτός, όμως ανταποδίδη εις εκείνον τον οποίον θεωρεί μοχθηρόν. Δηλαδή κάποτε ούτε εις τον δανειστήν δεν πρέπει να δανείση κανείς αμοιβαίως. Διότι εκείνος μεν εδάνεισεν εις αυτόν ελπίζων ότι θα τα λάβη, διότι είναι καλός, αυτός όμως δεν ελπίζει να τα λάβη από εκείνον, διότι είναι πονηρός. Λοιπόν, και όταν είναι πραγματικώς τοιούτος, δεν ημπορεί να έχη ίσην αξίωσιν, και πάλιν, όταν δεν είναι τοιούτος, νομίζεται όμως, δεν φαίνεται ότι αδίκως φέρονται προς αυτόν. Καθώς είπαμεν λοιπόν πολλάκις, οι κανόνες των παθών και των πράξεων είναι όμοιοι με τα πράγματα εις τα οποία περιστρέφονται.

&Η ανταπόδοσις πρέπει να γίνεται αναλόγως των προσώπων&. — Ότι λοιπόν δεν πρέπει εις όλους να αποδίδωμεν τα ίσα, ούτε όλα γενικώς εις τον πατέρα, καθώς δεν θυσιάζονται όλα ούτε εις τον Δία, δεν είναι δυσνόητον. Αφού όμως άλλα πρέπει να αποδίδωμεν εις τους γονείς και τους αδελφούς και τους συνεταίρους και τους ευεργέτας, πρέπει εις έκαστον να δίδωμεν τα αρμόδια και πρέποντα, φαίνεται δε ότι αυτό και γίνεται. Δηλαδή εις μεν τους γάμους προσκαλούν τους συγγενείς — διότι με αυτούς είναι κοινόν το γένος και επομένως και αι πράξεις αι περιστρεφόμεναι εις αυτό, ακόμη δε και εις τας κηδείας κυρίως νομίζουν ότι πρέπει να παρευρίσκονται οι συγγενείς διά τον ίδιον λόγον. Ίσως δε φανή ορθόν ότι τροφήν μεν κυρίως πρέπει να προμηθεύωμεν εις τους γονείς μας, διότι την χρεωστούμεν, και διότι είναι ασφαλώς το ωραιότερον πράγμα, να βοηθήσωμεν μάλλον τους αιτίους της υπάρξεώς μας παρά τον εαυτόν μας. Ακόμη δε και τιμήν ν' αποδίδωμεν εις τους γονείς, καθώς εις θεούς, όχι όμως πάσαν τιμήν, ούτε βεβαίως την ιδίαν τιμήν εις τον πατέρα και εις την μητέρα, ούτε πάλιν την τιμήν του σοφού, ή του στρατηγού, αλλά μόνον την πατρικήν, ομοίως δε και την μητρικήν. Αλλά και εις πάντα γεροντότερον να αποδίδωμεν τιμήν ως εκ της ηλικίας, με ορθοστασίαν και υπόκλισιν και τα όμοια. Εις τους συνεταίρους όμως και τους αδελφούς πρέπει να αποδίδωμεν θάρρος και συμμετοχήν εις όλα.

Ακόμη δε και εις τους συγγενείς και τους ενορίτας και συμπολίτας και όλους τους άλλους πρέπει πάντοτε να προσπαθούμεν να αποδίδωμεν το ανάλογον, και να ζυγίζωμεν όσα παρέχομεν εις τον καθένα με την οικειότητά του προς ημάς και την αρετήν του, ή την χρησιμότητά του. Και λοιπόν των μεν συγγενών η κρίσις είναι εύκολος, των διαφορετικών όμως είναι δυσκολωτέρα. Και όμως δεν πρέπει διά τούτο να την αποφύγωμεν, αλλά πρέπει να την ορίσωμεν εφ' όσον επιδέχεται ορισμόν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ'.

&Διάλυσις της φιλίας&. — Είναι δε ζήτημα ακόμη αν πρέπει να διαλύη κανείς την φιλίαν ή όχι, με τους μη διατηρούντας την φιλίαν. Ή μήπως με όσους μεν έχουν φιλίαν χρησιμότητος ή ηδονής, δεν είναι διόλου παράλογον να διαλύουν, όταν πλέον δεν απολαμβάνουν αυτά; Διότι αυτών των απολαύσεων ήσαν φίλοι, αφού δε αυταί έλειψαν, είναι λογικόν πλέον να μη τας αγαπούν. Δικαιούται όμως να εγκαλέση κανείς τοιούτον φίλον, διότι, ενώ τον ηγάπα χάριν της χρησιμότητος και της ηδονής, επροσποιείτο ότι τον αγαπά χάριν του ήθους του. Διότι, καθώς είπαμεν εις την αρχήν, πολλαί διαφωνίαι γεννώνται μεταξύ των φίλων, όταν δεν είναι ομοία η εκτίμησις της φιλίας των με την πραγματικήν φιλίαν των. Λοιπόν, όταν κανείς διαψευσθή και νομίση ότι αγαπάται χάριν του ήθους, ενώ εκείνος δεν εκτελεί κανέν παρόμοιον πράγμα, τότε ας κατακρίνη τον εαυτόν του, όταν όμως απατηθή, διότι εκείνος επροσποιείτο, είναι δίκαιον να εγκαλή τον αδικήσαντα, και μάλιστα περισσότερον παρά τους κιβδηλοποιούς, καθόσον το κακούργημα εδώ γίνεται ως προς τιμαλφέστερον πράγμα. Εάν δε πάλιν τον επερίμενε αγαθόν, αυτός όμως καταντήση μοχθηρός και φαίνεται τοιούτος, άραγε πρέπει να εξακολουθή να τον αγαπά; Ή μήπως δεν είναι δυνατόν τούτο, αφού δεν είναι δυνατόν να αγαπώμεν τα πάντα παρά μόνον το αγαθόν, και αφού ούτε πρέπει να αγαπώμεν ένα πονηρόν, ούτε είναι ανάγκη; Διότι δεν πρέπει να είμεθα φίλοι των πονηρών, ούτε να εξομοιωθώμεν με τον κακόν. Είπαμεν όμως ότι ο όμοιος γίνεται φίλος με τον όμοιον. Επομένως πρέπει άραγε αμέσως να διαλύσωμεν; Ή μήπως όχι με όλους, αλλά μόνον με όσους φαίνονται ως αθεράπευτοι εις την κακίαν των, ενώ όσοι επιδέχονται διόρθωσιν πρέπει να τους βοηθήσωμεν εις το ήθος των παρά εις την περιουσίαν, καθόσον αυτό είναι καλλίτερον και σχετικώτερον με την φιλίαν; Ίσως όμως φανή ο διαλύων την φιλίαν ότι δεν κάμνει τίποτε παράλογον. Διότι αυτός δεν ήτο φίλος με αυτόν ως τοιούτον. Τόρα λοιπόν που μετεβλήθη, εάν δεν ημπορή να τον σώση πάλιν, απομακρύνεται. Εάν δε ο μεν πρώτος μένη στάσιμος, ενώ ο δεύτερος έγινε καλλίτερος και υπερτερεί πολύ κατά την αρετή, άραγε πρέπει να τον μεταχειρίζεται εκείνον ως φίλον, ή δεν είναι δυνατόν; Λοιπόν επί μεγάλης απομακρύνσεως γίνεται σαφέστερον, καθώς εις τας παιδαριώδεις φιλίας. Δηλαδή, εάν ο μεν είς εξακολουθή να είναι κατά τον νουν παιδί, ο άλλος όμως γίνη ο καλλίτερος που ημπορεί να υπάρξη μεταξύ των ανδρών, πώς είναι δυνατόν να είναι φίλοι, αφού ούτε αρέσκονται με τα ίδια πράγματα, ούτε ευχαριστούνται ή λυπούνται; Διότι πλέον και μεταξύ των δεν θα αποδίδουν όσω και προηγουμένως, χωρίς αυτά δε και τότε δεν θα ήσαν φίλοι. Δηλαδή δεν ημπορούν πλέον να συναναστρέφωνται. Περί αυτών δε ωμιλήσαμεν προηγουμένως. Αλλά τόρα άραγε δεν πρέπει να φερθή διόλου διαφορετικώτερα προς αυτόν, παρά ως να μη είχε χρηματίσει ποτέ φίλος του; Ή μήπως πρέπει να ενθυμήται την αλλοτινήν γνωριμίαν και καθώς μάλλον τον φίλον παρά τον ξένον θεωρούμεν καλόν να ευχαριστήσωμεν, ομοίως και τους αλλοτινούς φίλους πρέπει κάπως να τους χαρίζωμεν κάτι χάριν της προηγουμένης φιλίας, οσάκις δεν γίνεται η διάλυσις της φιλίας μας από υπερβολικήν των κακίαν;

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'.

&Η αγάπη των φίλων είναι επέκτασις της φιλαυτίας&. — Αλλά τα φιλικά αισθήματα προς τους φίλους και όλα όσα διακρίνουν τας φιλίας, φαίνεται ότι προήλθαν από τα αισθήματα προς τον εαυτόν μας. Δηλαδή λογαριάζουν ως φίλους εκείνους, οι οποίοι επιθυμούν και εκτελούν διά τον φίλον τα αγαθά ή τα νομιζόμενα αγαθά, χάριν του ιδικού του ατόμου, ή εκείνους οι οποίοι επιθυμούν να υπάρχη και να ζη ο φίλος χάριν του ατόμου του. Πράγμα το οποίον παθαίνουν αι μητέρες ως προς τα τέκνα των, και από τους φίλους όσοι τους δυσηρέστησαν απροσέκτως. Άλλοι δε θεωρούν φίλον τον συναναστρεφόμενον διαρκώς και έχοντα τας ιδίας προαιρέσεις, ή τον συμπονούντα και συγχαίροντα με τον φίλον, κυρίως όμως και αυτό συμβαίνει εις τας μητέρας. Με κάποιον λοιπόν από αυτά ορίζουν και την φιλίαν. Και ο μεν ευπρεπής αποδίδει εις τον εαυτόν του το καθέν από αυτά, οι άλλοι όμως τα αποδίδουν καθόσον θεωρούν τον εαυτόν των τοιούτον. Φαίνεται δε, καθώς είπαμεν, ότι δι' έκαστον χρησιμεύει ως μέτρον η αρετή και ο σπουδαίος άνθρωπος. Διότι αυτός δεν αντιφάσκει με την ιδικήν του γνώμην, και έχει τας ιδίας επιθυμίας με όλας τας ψυχικάς του δυνάμεις. Και λοιπόν όχι μόνον επιθυμεί διά το άτομόν του τα αληθινά αγαθά και τα φαινομενικά, αλλά και τα εκτελεί — διότι ιδιότης του αγαθού είναι να εκτελή διαρκώς το αγαθόν. Και χάριν του ατόμου του, δηλαδή χάριν της διανοήσεώς του, και βεβαίως έκαστος θεωρεί αυτήν ως τον εαυτόν του. Ακόμη δε επιθυμεί διά τον εαυτόν του και να ζη και να διατηρήται, και προ πάντων το μέρος εκείνο με το οποίον σκέπτεται, διότι αυτό είναι αγαθόν δι' ένα σπουδαίον. Έκαστος δε επιθυμεί τα αγαθά διά τον εαυτόν του, και όταν κανείς γίνη άλλος άνθρωπος, δεν επιθυμεί τότε πλέον να έχη όλα εκείνα ο προηγούμενος εαυτός του. Διότι ναι μεν ο θεός και προηγουμένως και τόρα πάλιν έχει το αγαθόν, αλλά το έχει, διότι είναι πάντοτε ο ίδιος. Ίσως δε θεωρεί κανείς ως ατομισμόν του τον νουν του, ή κυρίως αυτόν. Και δι' αυτό ο τοιούτος αγαπά να συναναστρέφεται με τον εαυτόν του, διότι ευχαριστείται με αυτό. Διότι και όσα έπραξε ευχαριστείται να τα επιθυμήται και διά τα μέλλοντα αι προβλέψεις του είναι αγαθαί. Αυταί δε είναι ηδονικαί. Είναι δε και πλούσιος από θεωρίας της διανοίας. Συλλυπείται δε και συγχαίρει προ πάντων με τον εαυτόν του. Διότι διαρκώς είναι εις αυτόν το ίδιον πράγμα λυπηρόν και ηδονικόν, και όχι άλλοτε άλλο. Δηλαδή είναι γενικώς αμετανόητος. Αφού λοιπόν ο καλός εφαρμόζει έκαστον από αυτά εις τον εαυτόν του, και αφού διάκειται προς τον φίλον του καθώς και προς τον εαυτόν του — διότι ο φίλος είναι άλλος εγώ — δι' αυτό κάτι τι από αυτά φαίνεται ότι είναι η φιλία, και φίλοι είναι όσοι τα έχουν αυτά. Αλλά αν γίνεται ή δεν γίνεται φιλία με τον εαυτόν μας, ας το αφήσωμεν προς το παρόν κατά μέρος. Φαίνεται δε ότι η φιλία υπάρχει, όπου υπάρχουν δύο ή περισσότερα από όσα είπαμεν, και ότι η υπερβολή της φιλίας εξομοιόνεται με την φιλίαν προς τον εαυτόν μας.

&Οι κακοί είναι εχθροί προς τον εαυτόν των&. — Φαίνεται δε ακόμη ότι όσα είπαμεν υπάρχουν και εις τους κοινούς ανθρώπους, αν και είναι ποταποί. Μήπως λοιπόν άραγε καθόσον αρέσουν οι ίδιοι εις τον εαυτόν των και νομίζουν ότι είναι καλοί, τόσον μόνον συμμερίζονται αυτά; Διότι βεβαίως εις κανένα από τους τελείως κακούς και ανοσιουργούς δεν υπάρχουν αυτά, ούτε φαίνεται να υπάρχουν. Σχεδόν δε ούτε εις τους κακούς. Δηλαδή αυτοί διχογνωμούν με τον εαυτόν των, και άλλα μεν ορέγονται, άλλα δε προμελετούν, καθώς οι ακρατείς. Διότι εις την θέσιν εκείνων τα οποία κρίνουν ως αγαθά προτιμούν τα ηδονικά, τα οποία είναι βλαβερά. Άλλοι δε πάλιν από δειλίαν ή οκνηρίαν παύουν να εκτελούν όσα θεωρούν ότι είναι τα καλλίτερα διά τον εαυτόν των. Όσοι δε πάλιν διέπραξαν πολλά και φρικτά, αυτοί μισούν τον εαυτόν των διά την κακίαν του, και αποφεύγουν την ζωήν και φονεύουν τον εαυτόν των. Εκτός δε τούτου οι κακοί ζητούν άλλους διά να περάσουν μαζί τας ώρας των, και αποφεύγουν τον εαυτόν των. Διότι ενθυμούνται πολλά και φρικτά, και προβλέπουν και άλλα πολλά παρόμοια, όταν είναι μόνοι των, ενώ, όταν ευρίσκωνται μαζί με άλλους, τα λησμονούν. Και επειδή δεν έχουν εις την ψυχήν των τίποτε το αξιαγάπητον, διά τούτο δεν έχουν κανέν φιλικόν αίσθημα με τον εαυτόν των. Επομένως οι τοιούτοι ούτε συγχαίρουν ούτε συλλυπούνται τον εαυτόν των. Διότι η ψυχή των ευρίσκεται εις διχόνοιαν, και το έν μέρος αυτής πονεί ένεκα της κακίας διότι απέχει από μερικά, το δε άλλο ευχαριστείται, και το έν μεν τον σύρει εδώ, το δε άλλο εκεί, ωσάν να θέλουν να τον σχίσουν εις δύο. Εάν δε δεν είναι δυνατόν συγχρόνως να λυπήται και να χαίρη, πάντοτε όμως εις ολίγην ώραν λυπείται δι' ό,τι ευχαριστήθη, και θα ήθελε να μη είχε δοκιμάσει εκείνην την ευχαρίστησιν. Δηλαδή οι κακοί είναι γεμάτοι από μετάνοιαν. Επομένως δεν φαίνεται ο κακός να διάκειται φιλικώς ούτε με τον εαυτόν του, διότι δεν έχει τίποτε αξιαγάπητον. Αφού λοιπόν η κατάστασις αυτή είναι πολύ αθλία, πρέπει να αποφύγωμεν την κακίαν με τα δυνατά μας και να προσπαθήσωμεν να είμεθα καλοί. Διότι τότε θα είμεθα και με τον εαυτόν μας φίλοι και με άλλους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'.

&Η εύνοια&. — Η δε εύνοια ομοιάζει μεν προς κάτι τι φιλικόν, δεν είναι όμως φιλία. Διότι η εύνοια ημπορεί να υπάρξη και προς εκείνους οι οποίοι δεν το γνωρίζουν, και να είναι μυστική, η φιλία όμως όχι. Αυτά δε τα είπαμεν και προηγουμένως. Αλλ' ούτε αγάπη είναι πάλιν. Διότι δεν έχει έντασιν ούτε επιθυμίαν, ενώ εις την αγάπην υπάρχουν αυτά. Και η μεν αγάπη αποκτάται με την συνήθειαν, ενώ η εύνοια έρχεται και απροόπτως, καθώς συμβαίνει και εις τους συναγωνιστάς. Δηλαδή αυτοί γίνονται μεταξύ των ευνοϊκοί και θέλουν να βλέπωνται, δεν ημπορούν όμως εις τίποτε να συμπράξουν. Διότι, καθώς είπαμεν, γίνονται αιφνιδίως ευνοϊκοί και αγαπώνται επιπολαίως. Φαίνεται δε ότι η εύνοια είναι αρχή της φιλίας, καθώς και του έρωτος αρχή είναι η ηδονή της οράσεως. Δηλαδή χωρίς να ευχαριστηθή από την μορφήν κανείς δεν ερωτεύεται, όστις δε ευχαριστείται με την μορφήν δεν ερωτεύεται ακόμη τελείως, παρά όταν και απόντα τον ποθή, και όταν επιθυμή την παρουσίαν του. Ομοίως λοιπόν και φίλοι δεν ημπορούν να γίνουν, εάν δεν γίνουν προηγουμένως ευνοϊκοί. Αλλά οι ευνοϊκοί δεν είναι ακόμη τέλειοι φίλοι. Διότι εύχονται μόνον τα αγαθά δι' εκείνους τους οποίους ευνοούν, δεν ημπορούν όμως να συμπράξουν διόλου, ούτε να ενοχληθούν προς χάριν αυτών. Διά τούτο ημπορεί να ειπή κανείς μεταφορικώς ότι αυτή είναι ανεκδήλωτος φιλία, όταν δε πολυχρονίση και καταντήση συνήθεια, γίνεται φιλία, όχι όμως του είδους της χρησιμότητος ούτε της ηδονής. Διότι και η εύνοια δεν γίνεται δι' αυτά. Διότι όστις μεν ευεργετηθή, αποδίδει την εύνοιαν δι' όσα ευεργετήθη, και εκτελεί τα δίκαια. Όστις όμως αποδίδει εύνοιαν, διότι επιδιώκει να ευεργετηθή κάπως, και έχει ελπίδα να ευπορήση διά μέσου εκείνου, αυτός δεν φαίνεται να είναι ευνοϊκός εις εκείνον, αλλά μάλλον εις τον εαυτόν του, καθώς δεν είναι ούτε φίλος, εάν περιποιήται αυτόν διά να ωφεληθή κάπως. Εν γένει δε η εύνοια αποκτάται από κάποιαν αρετήν και καλωσύνην, όταν φανή εις κανένα καλός ή ανδρείος ή κάτι τι παρόμοιον, καθώς είπαμεν και διά τους συναγωνιστάς.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ς'.

&Ομόνοια&. — Φαίνεται δε ότι είναι φιλικόν αίσθημα και η ομόνοια. Και αυτή μεν ημπορεί να υπάρξη και μεταξύ προσώπων τα οποία δεν γνωρίζονται. Εξ άλλου όμως δι' όλους όσοι έχουν ομοίαν γνώμην, δεν λέγομεν ότι έχουν ομόνοιαν, λόγου χάριν όσοι έχουν ομοίαν γνώμην διά τα ουράνια σώματα — διότι δεν είναι χαρακτηριστικόν φιλίας το να συμφωνούν εις αυτά — αλλά δια τας πόλεις λέγομεν ότι έχουν ομόνοιαν, όταν έχουν οι πολίται ομοίαν γνώμην ως προς τα συμφέροντα, και αποφασίζουν τα ίδια, και εκτελούν τα κοινώς αποφασισθέντα. Επομένως η ομόνοια εφαρμόζεται εις τα εκτελεστά, και πάλιν από αυτά εις όσα έχουν αρκετόν μέγεθος και είναι δυνατόν να υπάρχουν και εις τας δύο μερίδας ή εις όλους, καθώς εις τας πόλεις, όταν όλοι αποφασίζουν να γίνωνται οι άρχοντες κατ' εκλογήν, ή να συμμαχήσουν με τους Λακεδαιμονίους, ή να είναι άρχων ο Πιττακός, όταν θέλη και ο ίδιος. Όταν όμως εκάστη μερίς θέλη τον εαυτόν της, καθώς συμβαίνει εις τας Φοινίσσας, τότε έχουν διχόνοιαν. Δηλαδή δεν είναι ομόνοια το να σκέπτεται εκάστη μερίς διά τον εαυτόν της εις οτιδήποτε, αλλά και αι δύο ομού εις τον ίδιον χώρον {8}, καθώς λόγου χάριν όταν μαζί και ο λαός και οι εκλεκτοί αποφασίζουν να είναι άρχοντες οι καλλίτεροι. Διότι ούτω πως όλοι απολαμβάνουν ό,τι επιθυμούν. Επομένως η ομόνοια φαίνεται ότι είναι πολιτική φιλία, καθώς και λέγεται. Διότι περιστρέφεται εις τα συμφέροντα και εις τα ανήκοντα εις τον βίον. Υπάρχει δε η τοιαύτη ομόνοια εις τους ευπρεπείς, διότι αυτοί και με τον εαυτόν των ομονοούν, και μεταξύ των, διότι τρόπον τινά σκέπτονται εις τον ίδιον χώρον {9}. Διότι των τοιούτων είναι σταθεραί αι αποφάσεις και δεν παλιρροούν, καθώς ο Εύριπος. Και έπειτα επιδιώκουν τα δίκαια και συμφέροντα, αυτά δε τα θέλουν και δι' όλους. Οι κακοί όμως δεν είναι δυνατόν να ομονοούν παρά ολίγον καιρόν, καθώς και να είναι φίλοι, διότι ζητούν να πλεονεκτήσουν εις τας ωφελείας, εις δε τους κόπους και τας προσφοράς να είναι ελλιπείς. Επειδή όμως έκαστος τα επιθυμεί αυτά διά τον εαυτόν του, εξετάζει τον πλησίον του και τον εμποδίζει, διότι, όταν δεν φυλάττουν όλοι το κοινόν συμφέρον, καταστρέφεται. Επομένως συμβαίνει να διχονοούν, διότι αναγκάζει μεν ο είς τον άλλον εις τα δίκαια, ο ίδιος όμως δεν θέλει να κάμνη τα δίκαια.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ'.

&Φιλία ευεργετών και ευεργετουμένων&. — Οι δε ευεργέται φαίνεται ότι αγαπούν περισσότερον τους ευεργετηθέντας, παρά οι ευεργετηθέντες τους ευεργέτας των, και τούτο γεννά απορίαν, διότι γίνεται παραλόγως. Οι περισσότεροι λοιπόν νομίζουν ότι αυτοί μεν χρεωστούν, εκείνοι δε έχουν να λαμβάνουν. Καθώς λοιπόν εις τα δάνεια, όσοι μεν χρεωστούν, δεν θέλουν να υπάρχουν εκείνοι εις τους οποίους χρεωστούν, ενώ οι δανεισταί φροντίζουν και περί της σωτηρίας των οφειλετών των, ομοίως και οι ευεργέται επιθυμούν να υπάρχουν οι ευεργετηθέντες, διότι ελπίζουν να απολαύσουν αμοιβήν της χάριτος, ενώ αυτοί δεν φροντίζουν πολύ να ανταποδώσουν. Και ο μεν Επίχαρμος ημπορεί να νομίζη {10} ότι λέγομεν αυτά δι' αυτούς, διότι τους εξετάζομεν από την κακήν των όψιν, το πράγμα όμως φαίνεται φυσικόν εις τον άνθρωπον. Ίσως δε φανή ότι είναι πολύ φυσικόν το αίτιον, και δεν ομοιάζει με ό,τι συμβαίνει εις τους δανειστάς. Δηλαδή δεν υπάρχει αγάπη ως προς εκείνους, αλλά επιθυμούν να σωθούν διά να έχουν να εισπράξουν. Ενώ οι ευεργέται έχουν φίλους και αγαπούν τους ευεργετηθέντας και όταν ούτε χρήσιμοι είναι εις τίποτε, αλλ' ούτε εις το μέλλον ημπορούν να γίνουν. Πράγμα το οποίον συμβαίνει και εις τους τεχνίτας.

&Παρομοίωσις του ευεργέτου προς τεχνίτην και του ευεργετηθέντος προς τεχνούργημα&. — Δηλαδή έκαστος αγαπά το ιδικόν του έργον περισσότερον, από όσον ήτο δυνατόν να αγαπηθή αυτός από το έργον του, αν εγίνετο έμψυχον. Κυρίως όμως ίσως τούτο συμβαίνει εις τους ποιητάς. Διότι αυτοί υπεραγαπούν τα ιδικά των ποιήματα, και έχουν στοργήν προς αυτά ως εις τέκνα των. Με τοιούτον λοιπόν ομοιάζει και το αίσθημα των ευεργετών. Διότι ό,τι ευεργετήθη είναι ιδικόν των έργον. Λοιπόν αυτοί αγαπούν αυτό περισσότερον παρά το έργον τον κατασκευαστήν του. Αιτία δε τούτου είναι ότι η ύπαρξις είναι εις όλα αγαπητή και προτιμητέα, ημείς δε υπάρχομεν με την ενέργειαν. Δηλαδή με το να ζώμεν και εκτελούμεν. Όστις δε έκαμε το έργον, υπάρχει με κάποιαν ενέργειαν. Λοιπόν αγαπά το έργον, διότι αγαπά και την ύπαρξίν του. Τούτο δε είναι φυσικόν. Διότι, ό,τι υπάρχει κατά δύναμιν, αυτό το αναγγέλλει το έργον. Συγχρόνως δε εις τον ευεργέτην είναι και αυτή η πράξις καλή, ώστε ευχαριστείται κατά την ώραν εκείνην, ενώ ο ευεργετηθείς δεν έχει τίποτε καλόν εις το πρόσωπον του ευεργέτου, αλλά το πολύ έχει συμφέρον. Αυτό όμως δεν είναι τόσον ηδονικόν και αγαπητόν. Ηδονική όμως είναι του μεν παρόντος η ενέργεια, του δε μέλλοντος η ελπίς, του δε παρελθόντος η ανάμνησις. Είναι δε ηδονικώτερον ό,τι υπάρχει με την ενέργειαν, ομοίως δε και το αγαπητόν. Και λοιπόν διά μεν τον εκτελεστήν διατηρούνται τα έργα — διότι το καλόν απαιτεί πολύν καιρόν — ενώ διά τον ευεργετηθέντα παρέρχεται η χρησιμότης. Έπειτα η ανάμνησις των μεν καλών είναι γλυκεία, των χρησίμων όμως όχι τόσον, ή ολιγώτερον. Η προσδοκία πάλιν φαίνεται ότι συμβαίνει αντιστρόφως. Και η μεν αγάπη ομοιάζει με την ενέργειαν, το δε να αγαπάται με πάθος. Επομένως εις όσα είναι ανώτερα εις την εκτέλεσίν των, ακολουθεί η αγάπη και τα φιλικά αισθήματα. Έπειτα όσα γίνονται με κόπον τα αγαπούν περισσότερον, καθώς αγαπούν τα χρήματα περισσότερον όσοι τα απέκτησαν, παρά όσοι τα εκληρονόμησαν. Φαίνεται δε ότι το να ευεργετήται μεν κανείς δεν είναι κοπιώδες, το να ευεργετή όμως είναι κουραστικόν. Δι' αυτό και αι μητέρες είναι φιλοτεκνότεραι. Διότι η γέννησις είναι κοπιωδεστέρα, και αυταί περισσότερον γνωρίζουν ότι είναι ιδικά των τέκνα. Αυτό όμως φαίνεται ότι υπάρχει και εις τους ευεργέτας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η'.

&Αν πρέπει να είναι κανείς φίλαυτος ή φίλαλλος&. — Υπάρχει δε ακόμη η απορία αν πρέπει κανείς να αγαπά προ πάντων τον εαυτόν του ή κάποιον άλλον. Διότι ο κόσμος κατακρίνει εκείνους, οι οποίοι προ πάντων αγαπούν τον εαυτόν των, και ωσάν ονειδιστικώς τους ονομάζει φίλαυτους. Έπειτα φαίνεται ότι ο μεν κακός όλα τα εκτελεί χάριν του ατόμου του, και τόσον περισσότερον μάλιστα, όσον είναι χειρότερος. Λοιπόν τον κατακρίνουν ότι δεν εκτελεί τίποτε χωρίς να αποβλέπη εις το συμφέρον του. O καλός όμως εκτελεί διά το καλόν, και τόσον περισσότερον, όσον είναι καλλίτερος, και χάριν του φίλου του, το δε ιδικόν του συμφέρον το παραμελεί. Προς αυτούς λοιπόν τους λόγους διαφωνούν τα έργα, και ευλόγως. Διότι λέγουν ότι πρέπει κανείς να αγαπά εξοχώτερον τον εξοχώτερον φίλον, εξοχώτερος δε φίλος είναι όστις, όταν εύχεται, εξοχώτερον εύχεται τα αγαθά χάριν εκείνου, και αν ακόμη δεν θα το γνωρίση κανείς. Αυτά δε κυρίως υπάρχουν εις έκαστον διά τον εαυτόν του, και βεβαίως και όλα τα άλλα, με τα οποία χαρακτηρίζεται ο φίλος. Διότι είπαμεν ότι από τον εαυτόν του εκπορεύονται όλα τα φιλικά αισθήματα και διά τους άλλους. Αλλά και αι παροιμίαι όλαι συμφωνούν• λόγου χάριν το : «μία ψυχή» και «κοινά τα των φίλων», και «ισότης αδελφότης» και «το μήλο πέφτει κάτω απ' τη μηλιά». Διότι όλα αυτά κυρίως υπάρχουν ως προς τον εαυτόν του. Δηλαδή κυρίως είναι φίλος του εαυτού του. Επομένως είναι εύλογον και να αγαπά κυρίως τον εαυτόν του. Γεννάται όμως ευλόγως η απορία ποίον από τα δύο πρέπει τάχα να ακολουθήσωμεν, όταν και τα δύο είναι πιστευτά.

&Διάκρισις αγαθού φιλαύτου από τον συνήθη και ονειδιζόμενον φίλαυτον&. — Ίσως λοιπόν είναι ανάγκη να διαιρέσωμεν και να ορίσωμεν τας τοιαύτας αποδείξεις, διά να εύρωμεν πόσον και εις τι λέγει έκαστος την αλήθειαν. Και λοιπόν, αν εξετάσωμεν πώς εννοούν αυτά τα δύο μέρη το επίθετον φίλαυτος, ίσως γίνη σαφές το πράγμα. Όσοι λοιπόν το θεωρούν ως ονειδιστικόν, ονομάζουν φιλαύτους εκείνους οι οποίοι αποδίδουν το περισσότερον εις τον εαυτόν των, προκειμένου περί χρημάτων και τιμών και σωματικών ηδονών. Διότι οι περισσότεροι αυτά επιθυμούν, και δι' αυτά φροντίζουν, ως να είναι τα καλλίτερα και δι' αυτό είναι περιμάχητα. Λοιπόν όσοι είναι εις αυτά πλεονέκται υποχωρούν εις τας επιθυμίας των και εν γένει εις τα πάθη και εις το άλογον μέρος της ψυχής. Τοιούτοι δε είναι ο λαός. Διά τούτο και η ονομασία εδόθη από την πλειονοψηφίαν, η οποία είναι χυδαία. Επομένως δικαίως ονειδίζονται οι τοιούτου είδους φίλαυτοι. Ότι δε μόνον εκείνους, οι οποίοι αποδίδουν τοιαύτα εις τον εαυτόν των, ονομάζουν οι περισσότεροι φιλαύτους, δεν είναι δυσνόητον. Διότι, εάν κανείς διαρκώς μελετά να εκτελή περισσότερον από όλους τα δίκαια ή τα σωφρονικά, ή οποιαδήποτε άλλα, από όσα υπαγορεύουν αι αρεταί, και εν γένει εάν αποκτά διά τον εαυτόν του πάντοτε το καλόν, αυτόν κανείς δεν θα τον ονομάση φίλαυτον, ούτε θα τον κατακρίνη. Ημπορεί όμως αυτός να φανή περισσότερον φίλαυτος. Τουλάχιστον αυτός αποδίδει εις τον εαυτόν του τα καλλίτερα και τα κυρίως αγαθά. Και κάμνει χάριν εις το κυριώτερον μέρος από τα ιδικά του, και δι' όλα πείθεται εις αυτό. Καθώς δε η πόλις φαίνεται ότι είναι το κυριώτερον και εν γένει παν σωματείον, ομοίως και ο ανθρωπισμός εις το άτομον. Επομένως και φίλαυτος κυρίως είναι όστις αγαπά αυτό το μέρος του και εις αυτό κάμνει χάριν.

Αλλά και ο εγκρατής και ακρατής ονομάζεται εκ του ότι συγκρατεί ή όχι τον νουν του, διότι αυτός (ο νους) αποτελεί κυρίως το άτομον, και προ πάντων νομίζουν ότι εξετέλεσαν οι ίδιοι και εκουσίως όσα μόνον εξετέλεσαν με το λογικόν. Ότι λοιπόν αυτά αποτελούν το άτομον δεν είναι δυσνόητον, και ότι ο καλός αυτό αγαπά προ πάντων. Διά τούτο ίσως αυτός κυρίως είναι φίλαυτος, και αποτελεί διάφορον είδος από εκείνο το οποίον ονειδίζεται, και τόσον διάφορον, όσον διαφέρει το να ζη κανείς μάλλον συμφώνως με το λογικόν παρά συμφώνως με το πάθος του, και να επιθυμή το καλόν παρά το νομιζόμενον συμφέρον. Και λοιπόν, εκείνους οι οποίοι κατ' εξοχήν φροντίζουν διά τας καλάς πράξεις, όλοι τους εγκρίνουν και τους επαινούν. Εάν δε όλοι θελήσουν να συναγωνίζωνται διά το καλόν και να προσπαθούν να εκτελούν τα καλλίτερα, τότε και διά το κοινόν θα γίνουν όλα όσα χρειάζονται, και ατομικώς δι' έκαστον τα μεγαλίτερα αγαθά, εάν βεβαίως η αρετή είναι τοιούτον. Ώστε ο μεν αγαθός οφείλει να είναι φίλαυτος — διότι και ο ίδιος θα ωφεληθή εκτελών τα καλά, και τους άλλους θα ωφελήση. O μοχθηρός όμως δεν πρέπει να είναι φίλαυτος — διότι και τον εαυτόν του θα βλάψη και τον πλησίον του, επειδή ακολουθεί ποταπά πάθη. Και βεβαίως εις τον μοχθηρόν δεν συμφωνούν όσα πράττει με όσα πρέπει να πράττη.